Η ΑΝΟΔΟΣ ΑΠΟ ΤΟ ΑΦΗΡΗΜΕΝΟ ΣΤΟ ΣΥΓΚΕΚΡΙΜΕΝΟ ΣΤΟ «ΚΕΦΑΛΑΙΟ» ΤΟΥ Κ. ΜΑΡΞ

...Πρέπει να σημειώσουμε, πρώτ’ από όλα ότι η δομή του έργου του Μαρξ, παρμένου στο σύνολό του, όσο και σε καθένα από τα μέρη του, βασίζεται στη μέθοδο της ανόδου από το απλό στο σύνθετο, από το αφηρημένο στο συγκεκριμένο. Ο ίδιος ο Μαρξ δίνει πολύτιμες υποδείξεις πάνω σε αυτό το θέμα στην αρχή του τρίτου του Βιβλίου του «Κεφαλαίου». Εξηγεί ότι, στο πρώτο Βιβλίο μελέτησε το προτσές της παραγωγής, σαν τέτιο, σαν προτσές καθαρής παραγωγής και παραμερίζοντας όλες τις δευτερεύουσες επιδράσεις γεγονότων ξένων στο προτσές αυτό. Το τελευταίο αυτό, παρμένο σαν τέτιο, είναι μια αφαίρεση. Στην πραγματική ζωή, συμπληρώνεται με το προτσές της κυκλοφορίας. Ομως ο Μαρξ για να διασαφηνίσει το μηχανισμό της καπιταλιστικής παραγωγής στη μεγαλύτερή του ακρίβεια, την παραμέρισε προσωρινά στο πρώτο Βιβλίο. Η κυκλοφορία δεν επεμβαίνει παρά μονάχα στο μέτρο που είναι αναγκαίο για να κατανοηθεί το κύριο αντικείμενο της μελέτης: η παραγωγή.

Στο δεύτερο Βιβλίο το αντικείμενο της μελέτης, είναι το προτσές της κυκλοφορίας. Το κεφάλαιο βγαίνει εδώ από την εσωτερική του ζωή για να μπει στις «σχέσεις της εξωτερικής ζωής». Από το γεγονός τούτο αποκτά ένα πιο συγκεκριμένο χαρακτήρα στη μελέτη του Μαρξ. Ακριβώς εδώ, γράφει ο Μαρξ, εξετάζοντας το προτσές της κυκλοφορίας σα διαμεσολαβητικό στο κοινωνικό προτσές της αναπαραγωγής, διακρίνεται το ότι η παραγωγή, θεωρούμενη σαν ένα όλο, είναι η ενότητα του προτσές παραγωγής και του προτσές της κυκλοφορίας. Στο τρίτο Βιβλίο, η έρευνα, στηριζόμενη στην αφαιρετική δραστηριότητα της σκέψης, στους από εδώ και πέρα γνωστούς νόμους, αναπαράγει το συγκεκριμένο σαν ένα όλο, στη συγκεκριμένη ολοκληρωμένη του συνθετότητα.

 

ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΒΙΒΛΙΟ

Το καθένα από τα τρία βιβλία του «Κεφαλαίου» βασίζεται στην ίδια αρχή, στην άνοδο από το απλό στο σύνθετο, από το αφηρημένο στο συγκεκριμένο.

Εξετάζοντας στο πρώτο Βιβλίο, το προτσές της καπιταλιστικής παραγωγής, σαν τέτιο, και παραμερίζοντας προσωρινά όλα τα γεγονότα, που μπορούν να το περιπλέξουν, ο Μαρξ καταπιάνεται με το πρωταρχικό, το αποφασιστικό ζήτημα σε όλη του τη μελέτη. Εδώ στο προτσές της παραγωγής, βρίσκεται όλη η ουσία του αστικού κοινωνικού σχηματισμού, που η ερμηνεία του είναι το κλειδί, για όλο το υπόλοιπο. Η αναλυτική μέθοδος απαιτεί ακριβώς, αυτή η ουσία να βγει από την όλη περιπλοκή με την ανάλυση, να έλθει στο φως στην πιο καθαρή και αφηρημένη μορφή της, και αυτό για να μπορεί να αποδείξει σε συνέχεια ότι όλο το υπόλοιπο, όσο σύνθετη και συγκεκριμένη και αν είναι η μορφή του, ακόμα και αν αντιφάσκει σε αυτή την ουσία, δεν είναι παρά η εκδήλωση και η έκφραση αυτής της τελευταίας. Ο Μαρξ αρχίζει τη μελέτη της καπιταλιστικής παραγωγής με την αξία, επειδή χωρίς αυτή δεν μπορεί να κατανοηθεί το κύριο αντικείμενο της μελέτης: η υπεραξία. Πράγματι, η τελευταία αυτή δεν είναι τίποτα άλλο από την εξέλιξη της αξίας σε ορισμένες ιστορικές συνθήκες, όπου η εργατική δύναμη γίνεται εμπόρευμα και όπου τα μέσα παραγωγής αποχωρίζονται από τον παραγωγό.

Από την αξία ο Μαρξ περνά σε κάτι το πιο συγκεκριμένο, την υπεραξία, αναλύοντας μια σειρά από ενδιάμεσους κρίκους (εξέλιξη των μορφών της αξίας, εμφάνιση του χρήματος, αύξουσα περιπλοκή των λειτουργιών του χρήματος κλπ.). Η ίδια η υπεραξία είναι μια αφαίρεση σε σχέση με τις πιο συγκεκριμένες μορφές, όπως το κέρδος και οι διάφορες ιδιαίτερες μορφές του (βιομηχανικό κέρδος, εμπορικό κέρδος, γαιοπρόσοδος κλπ.). Ομως, η υπεραξία είναι μια οικονομική κατηγορία που εκφράζει σχέσεις ασύγκριτα πιο συγκεκριμένες από την κατηγορία της αξίας. Η τελευταία δεν περιέχει ακόμα τίποτα το ειδικά κεφαλαιοκρατικό, αν και είναι η ιστορική προϋπόθεση και, κατά συνέπεια, λογική της ανάλυσης της υπεραξίας. Οσο για την κατηγορία της υπεραξίας, αυτή ακριβώς την ποιοτική ιδιαιτερότητα, τον ειδικό χαρακτήρα του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, τη βαθύτερη ουσία της, αυτή είναι ασύγκριτα πιο συγκεκριμένη από την αξία. Ετσι και αλλιώς, είναι ταυτόχρονα «πιο γενική» και «πιο αφηρημένη» από το κέρδος, το χρηματικό κεφάλαιο, τη γαιοπρόσοδο κλπ. Ετσι, ο Μαρξ την ερευνά πριν από αυτές τις συγκεκριμένες κατηγορίες. Επίσης αυτός ο «αφηρημένος χαρακτήρας», δηλαδή το γεγονός ότι η υπεραξία εκφράζει τις καπιταλιστικές σχέσεις στην πιο καθαρή μορφή τους, τη λιγότερο αλλοιωμένη, βοηθά ώστε να αδράξει την ουσία του καπιταλισμού, το θεμελιακό του οικονομικό νόμο, με χίλιες φορές περισσότερη ακρίβεια και πιο βαθειά από τις πιο «συγκεκριμένες» κατηγορίες όπως, λόγου χάρη, το κέρδος, η τιμή παραγωγής κλπ.

Η υπεραξία, υπογραμμίζει ο Μαρξ, απογυμνώνει τη σχέση που υπάρχει ανάμεσα στο κεφάλαιο και την εργασία. Στο συγκεκριμένο κόσμο, όλα είναι πιο σύνθετα. Δεν αντιμετωπίζονται μόνα, ούτε το κεφάλαιο, ούτε η εργασία, αλλά το κεφάλαιο και ο πωλητής και ο αγοραστής. Οπως και αν είναι, στη αρχή των ερευνών του, ο Μαρξ παραμερίζει αυτές τις πιο συγκεκριμένες σχέσεις, γιατί εδώ μόνο, στη σφαίρα της παραγωγής όπου αντιμετωπίζονται ο καπιταλιστής και ο εργάτης, δημιουργούνται η αξία και η υπεραξία, που κατανέμεται σε συνέχεια σε όλη τη «μασονική αδελφότητα» για την τέχνη τους να εκφράζουν τον ιδρώτα των προλεταρίων. Να τι λέει ο Μαρξ, γι’ αυτό το θέμα: «Η υλοποιημένη εργασία και η ζωντανή εργασία είναι οι δυο παράγοντες, στην αντιπαράθεση των οποίων βασίζεται η κεφαλαιοκρατική παραγωγή. Ο καπιταλιστικής και ο εργάτης είναι οι μόνοι λειτουργοί και παράγοντες της παραγωγής, η σχέση και η αντιπαράθεση των οποίων πηγάζει από την ουσία της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής. Οι συνθήκες, κάτω από τις οποίες ο καπιταλιστής θα πρέπει με τη σειρά του να μοιραστεί με τρίτα, όχι εργαζόμενα, πρόσωπα ένα μέρος της πρόσθετης εργασίας ή της υπεραξίας την οποία έχει ιδιοποιηθεί, οι συνθήκες αυτές παρουσιάζονται μόνο αργότερα»[1]. Τα λόγια αυτά απαντούν απόλυτα στο ερώτημα γιατί πρέπει να μελετούμε την κατηγορία της υπεραξίας πριν περάσουμε στις πιο αναπτυγμένες και πιο συγκεκριμένες κατηγορίες και γιατί ο Μαρξ κατηγόρησε το Σμιθ και το Ρικάρντο επειδή αναγάγανε άμεσα το συγκεκριμένο στο αφηρημένο...

... Αφού αποδείχνει ότι η μοναδική πραγματική πηγή του πλουτισμού των καπιταλιστών κάθε είδους είναι η εκμετάλλευση των εργατών και η δημιουργία από αυτούς τους τελευταίους της υπεραξίας, ο Μαρξ αντιμετωπίζει την ανάλυση του βαθμού εκμετάλλευσης. Πρέπει ακόμα να σημειώσουμε ότι μελετά αυτή την κατηγορία και θεμελιώνει την κατηγορία του ποσοστού της υπεραξίας, πριν από το ποσοστό του κέρδους, δηλαδή πριν από την πιο συγκεκριμένη κατηγορία, που φαινόταν άμεσα στην επιφάνεια των φαινομένων. Αν προχωρεί έτσι είναι γιατί η κατηγορία του ποσοστού της υπεραξίας εκφράζει τις πραγματικές σχέσεις με μια καθαρή μορφή, απογυμνωμένη, και επιτρέπει έτσι να κρίνουμε τον πραγματικό βαθμό εκμετάλλευσης των εργατών από το κεφάλαιο. Το ποσοστό της υπεραξίας εκφράζει τη σχέση ανάμεσα στο μεταβλητό κεφάλαιο και την υπεραξία. Στο πραγματικό προτσές της παραγωγής, το σταθερό κεφάλαιο συμμετέχει ταυτόχρονα με το μεταβλητό κεφάλαιο, δηλαδή έχουμε να κάνουμε με ολόκληρο το προκαταβλημένο κεφάλαιο. Γι’ αυτό το κέρδος υπολογίζεται σε σχέση με όλο το κεφάλαιο. Το γεγονός αυτό εκφράζεται στην κατηγορία του ποσοστού του κέρδους. Ετσι, όμως, ο πραγματικός βαθμός εκμετάλλευσης των εργατών συγκαλύπτεται. Από την άλλη μεριά, η κατηγορία του ποσοστού του κέρδους γεννά την πλάνη ότι η αξία δημιουργείται, όχι μόνον από τους εργάτες, αλλά και από τα μέσα παραγωγής. Επιπροσθέτως, υπολογίζοντας το κέρδος σαν τη σχέση της υπεραξίας προς το σύνολο του προκαταβλημένου κεφαλαίου, μειώνεται ο πραγματικός βαθμός εκμετάλλευσης.

Η αξία που καταναλώθηκε από το σταθερό μέρος του κεφαλαίου δε δημιουργεί την παραμικρή νέα αξία, αλλά μεταφέρεται απλά στο προϊόν, κατά το προτσές της εργασίας. Συνεπώς, όπως υπογραμμίζει ο Μαρξ, «η καθαρή ανάλυση του προτσές απαιτεί λοιπόν να κάνουμε ολότελα αφαίρεση του μέρους της αξίας του προϊόντος στο οποίο εμφανίζεται ξανά μόνο η σταθερή αξία του κεφαλαίου, δηλ. να υπολογίσουμε το σταθερό κεφάλαιο σ=0»[2]. Το γεγονός, γράφει ο Μαρξ ότι σε κάθε χημικό προτσές χρειάζονται χοάνες και άλλα δοχεία, δε μας εμποδίζει κατά την ανάλυση να κάνουμε αφαίρεση αυτής της χοάνης[3]. Το ίδιο σχεδόν συμβαίνει και όταν αναλύουμε την υπεραξία και το ποσοστό της. «Εφόσον εξετάζουμε αυτές καθεαυτές τη δημιουργία αξίας και την αλλαγή αξίας, δηλ. την καθαρή τους μορφή, τα μέσα παραγωγής, οι υλικές αυτές μορφές του σταθερού κεφαλαίου, προσφέρουν μόνο το υλικό στο οποίο πρόκειται να παγιωθεί η ρευστή δύναμη που δημιουργεί αξία»[4]. Και ο Μαρξ βγάζει το συμπέρασμα ότι το ποσοστό της υπεραξίας είναι έτσι η ακριβής έκφραση για το βαθμό εκμετάλλευσης της εργατικής δύναμης από το κεφάλαιο, ή του εργάτη από τον κεφαλαιοκράτη[5].

Μόνο, λοιπόν, μελετώντας το ποσοστό της υπεραξίας πριν από το ποσοστό του κέρδους, πιο συγκεκριμένη μορφή, θα μπορούμε να καταλάβουμε τον πραγματικό βαθμό της εκμετάλλευσης των εργατών, ταυτόχρονα με την ουσία του ποσοστού κέρδους. Ενεργώντας αντίστροφα, δε θα μπορούσαμε να καταλάβουμε ούτε το ένα ούτε το άλλο. Αφού χαρακτήρισε την παραγωγή σαν παραγωγή υπεραξίας, ο Μαρξ αναλύει λεπτομερειακά τις μορφές και τους τρόπους της αύξησης της μοναδικής αυτής πηγής πλουτισμού των καπιταλιστών. Και εδώ ακόμα, προχωρεί από το απλό στο σύνθετο. Μελετά, πρώτα, την παραγωγή της απόλυτης υπεραξίας, γενικής βάσης του καπιταλιστικού συστήματος και αφετηρίας της παραγωγής της σχετικής υπεραξίας. Στη συνέχεια ερευνά αυτήν την τελευταία και αποδείχνει την ενότητα των δύο μορφών της υπεραξίας. Στο τελευταίο μέρος του πρώτου Βιβλίου, αναλύει το προτσές της συσσώρευσης του κεφαλαίου.

Το ζήτημα της συσσώρευσης του κεφαλαίου είναι το φυσικό επιστέγασμα της έρευνας που επιχείρησε στο πρώτο Βιβλίο του «Κεφαλαίου». Αναλύοντας το προτσές αυτό, φτάνει στο αποκορύφωμα της καπιταλιστικής παραγωγής, που θεωρεί ακόμα έξω από την κυκλοφορία. Στη φάση αυτή, αναλύονται ήδη οι συγκεκριμένες μορφές της κίνησης του κεφαλαίου, σε σχέση με τις οποίες οι κατηγορίες που εξετάστηκαν προηγουμένως ήταν προσδιορισμοί αισθητά πιο απλοί και πιο αφηρημένοι.

... Ετσι, προχωρώντας από το αφηρημένο στο συγκεκριμένο, φτάνει φυσικά στο ζήτημα της συσσώρευσης του κεφαλαίου, που δεν μπορεί να νοηθεί παρά μονάχα ύστερα από όλη την προηγούμενη ανάλυση και που αποτελεί το φυσικό και λογικό της επιστέγασμα.

Το προτσές της συσσώρευσης του κεφαλαίου είναι, λοιπόν, κάτι ασύγκριτα πιο συγκεκριμένο από τις κατηγορίες όπως αξία, υπεραξία, απόλυτη υπεραξία και σχετική υπεραξία. Το κεφάλαιο επεμβαίνει εδώ με μια μορφή πιο συγκεκριμένη, που η ανάλυσή της επιτρέπει να εξηγήσουμε ένα ορισμένο αριθμό καινούργιων ορισμών εξαιρετικά σημαντικών και να ανακαλύψουμε τους καινούργιους νόμους της ανάπτυξης του κεφαλαίου. Ετσι και αλλιώς, ο Μαρξ μας προειδοποιεί ότι η ανάλυση του προτσές συσσώρευσης του κεφαλαίου που αναφέρεται στο πρώτο του Βιβλίο του έργου του, δεν είναι ακόμα παρά μια αφηρημένη μελέτη. Παρατηρεί ότι η πραγματική διαδικασία της συσσώρευσης του κεφαλαίου περνά από διαδοχικές φάσεις που συνιστούν την κυκλοφορία του. Ομως, δεν εξετάζει ακόμα αυτή την κυκλοφορία σε όλο το πλάτος της. Πρόσθετα, το προτσές της συσσώρευσης δε συνεπάγεται ότι ο καπιταλιστής ιδιοποιείται εξ ολοκλήρου την αξία που δημιουργείται. Πρέπει να τη μοιραστεί με άλλους καπιταλιστές: τους αντιπροσώπους του εμπορικού κεφαλαίου, του χρηματικού κεφαλαίου, και τους γαιοκτήμονες. Η υπεραξία χωρίζεται σε διάφορα μέρη που παίρνουν τη μορφή του κέρδους, του τόκου, του εμπορικού κέρδους, της γαιοπροσόδου. Είναι γνωστό ότι οι παραλλαγμένες μορφές της υπεραξίας ερευνώνται από το Μαρξ, στο τρίτο και όχι στο πρώτο Βιβλίο του «Κεφαλαίου».

Εννοείται ότι παραμερίζοντας την κυκλοφορία του κεφαλαίου, τη διαίρεση της υπεραξίας στα διάφορα μέρη της κλπ. ο Μαρξ δεν μπορούσε, για την ώρα, να μελετήσει παρά μονάχα αφαιρετικά το προτσές της συσσώρευσης. Το κάνει για να διασαφηνίσει αυτό το προτσές σε όλη του τη καθαρότητα, χωρίς να το περιπλέξουν πρόσθετα γεγονότα και να το συσκοτίσουν. Αυτή η αφαίρεση επιτρέπει να ερμηνεύσει κατά τρόπο εξαντλητικό την πραγματική ουσία της καπιταλιστικής συσσώρευσης, πράγμα που θα ήταν τελείως αδύνατο, αν επιχειρούσε να ερευνήσει αυτή το προτσές αμέσως, στην ολότητα των συγκεκριμένων φάσεων. Παρατηρεί ότι σε αυτό το στάδιο της ανάλυσης, μπορούμε, χωρίς ζημιά, να μη λάβουμε υπόψη μας τη σφαίρα της κυκλοφορίας στην ερμηνεία της φύσης και των νόμων της καπιταλιστικής συσσώρευσης, γιατί αυτή εφόσον πραγματοποιείται είναι φανερό ότι ο καπιταλιστής πετυχαίνει την πώληση των παραγμένων εμπορευμάτων και την μετατροπή σε κεφάλαιο του χρήματος που εισέπραξε από το εμπόρευμα. Μπορούμε με τον ίδιο τρόπο να παραμερίσουμε τη διαίρεση της υπεραξίας σε πολλά μέρη. «...ο τεμαχισμός της υπεραξίας σε διάφορα κομμάτια», γράφει ο Μαρξ «δεν αλλάζει καθόλου τη φύση της, ούτε τους αναγκαίους όρους κάτω από τους οποίους η υπεραξία γίνεται στοιχείο της συσσώρευσης. Οποιαδήποτε μερίδα της υπεραξίας και αν κρατάει ο κεφαλαιοκράτης παραγωγός για τον εαυτό του ή παραχωρεί σε άλλους, αυτός πάντα την ιδιοποιείται από πρώτο χέρι. Αυτό λοιπόν που υποθέτουμε ότι συντελείται κατά την περιγραφή μιας συσσώρευσης, συντελείται στο πραγματικό προτσές της συσσώρευσης»[6].

Αυτά τα τελευταία λόγια, είναι πολύ σημαντικά. Οποια και αν είναι η απόσταση ανάμεσα στις αφαιρέσεις του Μαρξ και τα συγκεκριμένα φαινόμενα της πραγματικότητας από όπου εξάγονται με την ανάλυση, ξανασυνδέονται πάντα με την πραγματικότητα, της οποίας είναι η βαθύτερη ανάλυση. Αν ο Μαρξ κάνει εδώ αφαίρεση μερικών συγκεκριμένων μορφών του προτσές της συσσώρευσης, το πράττει μόνο και μόνο για να τη διασαφηνίσει καλύτερα. Γράφει: «Από την άλλη το κομμάτιασμα της υπεραξίας και η κίνηση της κυκλοφορίας που μεσολαβεί συσκοτίζουν την απλή βασική μορφή του προτσές συσσώρευσης. Γιαυτό, η ανάλυση αυτού του προτσές στην καθαρή του μορφή απαιτεί να παραβλέψουμε προσωρινά όλα τα φαινόμενα, που κρύβουν το εσωτερικό παιχνίδι του μηχανισμού του»[7]. Ετσι, αρχίζοντας από τη μελέτη του προτσές της καπιταλιστικής συσσώρευσης στην καθαρή, αφηρημένη της μορφή, φτάνει να φέρει στο φως, τη «θεμελιώδη μορφή» της, να καταλάβει «την εσωτερική λειτουργία του μηχανισμού της». Επίσης, δεν είναι τυχαίο το ότι ακριβώς σε αυτό το μέρος, ο Μαρξ ανακαλύπτει και διατυπώνει τις αλήθειες, που προκάλεσαν το μίσος των συνηγόρων της αστικής τάξης για το «Κεφάλαιο», οι αλήθειες αυτές αφορούν την άβυσσο της αθλιότητας και της δυστυχίας όπου γκρεμίζει τους εργάτες η καπιταλιστική συσσώρευση, τις ιστορικές τάσεις της καπιταλιστικής συσσώρευσης και το αναπόφευκτο τέλος του καπιταλιστικού καθεστώτος. Εδώ αντηχεί απειλητικός ο αφορισμός του Μαρξ, «η απαλλοτρίωση των απαλλοτριωτών».

... Οχι μονάχα το μεταβλητό αλλά και ολόκληρο το κεφάλαιο αποτελείται λοιπόν από την απλήρωτη εργασία που ιδιοποιείται ο καπιταλιστής. Και ο Μαρξ συμπεραίνει: «Ετσι, λοιπόν, τελείως ανεξάρτητα από κάθε συσσώρευση, η απλή συνέχεια του προτσές της παραγωγής, ή η απλή αναπαραγωγή, ύστερα από μια μικρή ή μεγάλη περίοδο, μετατρέπει αναγκαστικά κάθε κεφάλαιο σε συσσωρευμένο κεφάλαιο ή σε κεφαλαιοποιημένη υπεραξία. Κι αν ακόμα το κεφάλαιο αυτό, μπαίνοντας στο προτσές της παραγωγής ήταν ιδιοκτησία του επιχειρηματία, κερδισμένη με την προσωπική του εργασία, αργά ή γρήγορα γίνεται αξία ιδιοποιημένη χωρίς καταβολή έναντι ενός ισοδυνάμου, ή υλοποίηση - με χρηματική ή άλλη μορφή - ξένης απλήρωτης εργασίας»[8].

Ετσι, προχωρώντας από τις αφηρημένες «καθαρές» σχέσεις της καπιταλιστικής παραγωγής στις πιο συγκεκριμένες σχέσεις, ο Μαρξ μπόρεσε να αποδείξει ότι η δήθεν ιδιοκτησία του κεφαλαίου είναι το προϊόν καταλήστευσης του εργάτη, γιατί δεν είναι παρά καπιταλιστική υπεραξία. Ετσι, ήταν υποχρεωμένος να αναλύσει την απλή αναπαραγωγή που, από την άποψη των καπιταλιστικών σχέσεων, δεν είναι παρά μια αφαίρεση, για να αποδείξει πιο εύκολα το μηχανισμό της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης. Οταν έφτασε σε αυτό το σημείο των ερευνών του, προχωρεί ακόμα περισσότερο, αντιμετωπίζοντας μια πιο συγκεκριμένη μορφή της αναπαραγωγής, δηλαδή τη μορφή της διευρυμένης παραγωγής, που είναι ειδική στον καπιταλισμό. Παρατηρεί ότι με τη συγκεκριμένη μελέτη, η συσσώρευση του κεφαλαίου ανάγεται στην αναπαραγωγή του κεφαλαίου σε προοδευτική κλίμακα.

Η μελέτη των νόμων της διευρυμένης καπιταλιστικής παραγωγής επιτρέπει να έλθουν απόλυτα στο φως οι αντιφάσεις ανάμεσα στη καπιταλιστική και την εργατική τάξη, και να θεμελιωθεί η αναπόφευκτη χρεοκοπία του καπιταλισμού. Εδώ ο Μαρξ εισάγει μια καινούργια οικονομική κατηγορία που εκφράζει πιο συγκεκριμένα και πιο σύνθετα φαινόμενα της καπιταλιστικής παραγωγής: Την κατηγορία της «οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου». Η κατηγορία αυτή παίζει ένα βασικό ρόλο, γιατί βοηθά να κατανοήσουμε πως εκδηλώνονται και τροποποιούνται οι γενικοί νόμοι του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Ο Μαρξ, δεν την είχε εισάγει στην ανάλυσή του, γιατί έπρεπε πρώτα από όλα να αναλύσει τις πιο αφηρημένες έννοιες, τις αναγκαίες για να καταλάβουμε αυτήν την κατηγορία. Ο Σμιθ και ο Ρικάρντο δεν κατενόησαν τη σημασία των αλλαγών στην οργανική σύνθεση του κεφαλαίου. Αυτό εξηγεί τις πολλές δυσκολίες τους και τα λάθη τους. Η έννοια της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου παρουσιάζεται στη μελέτη των ζητημάτων που αποτελούν το αντικείμενο του τρίτου Βιβλίου του «Κεφαλαίου», όπου ο Μαρξ χαράζει τα ανώτερα στάδια της ανοδικής του πορείας από το αφηρημένο στο συγκεκριμένο. Ομως, η σημασία της επιβεβαιώνεται ήδη κατά τη μελέτη της διευρυμένης αναπαραγωγής. Ο Μαρξ δείχνει ότι η τελευταία συνοδεύεται από αλλαγές στην οργανική σύνθεση του κεφαλαίου: Το σύνολο του κεφαλαίου αυξάνει γρήγορα, όμως η αύξηση του σταθερού κεφαλαίου, συνοδεύεται από σχετική μείωση του μεταβλητού κεφαλαίου. Είναι γνωστό ότι η μελέτη αυτής της διαδικασίας και των συναρτημένων φαινομένων της (εμφάνιση και αύξηση του εφεδρικού βιομηχανικού εργατικού στρατού, σχετική και απόλυτη εξαθλίωση του προλεταριάτου, συγκέντρωση και συγκεντροποίηση του κεφαλαίου, κλπ.) επέτρεψε στο Μαρξ να διατυπώσει το γενικό νόμο της καπιταλιστικής συσσώρευσης, να φέρει στο φως τον ανταγωνιστικό χαρακτήρα της καπιταλιστικής συσσώρευσης, να σκιαγραφήσει με πνευματώδη διορατικότητα και αλάθητη ακρίβεια την ιστορική προοπτική της καπιταλιστικής συσσώρευσης και να αποδείξει ότι η εξέλιξη του καπιταλισμού οδηγεί αναπόφευκτα στην ώρα όπου «οι απαλλοτριωτές θα απαλλοτριωθούν».

Αυτός είναι, με λίγα λόγια, ο δρόμος που ακολουθεί ο Μαρξ στο πρώτο Βιβλίο του «Κεφαλαίου»: από την αξία, σαν την πιο αφηρημένη και καθολική μορφή του κεφαλαιοκρατικού πλούτου, στις όλο και πιο συγκεκριμένες σχέσεις και κατηγορίες που εκφράζουν την αξία αυτή, για να καταλήξει τέλος στο κύριο αντικειμενικό σκοπό αυτού του Βιβλίου, που είναι να ανακαλύψει και να φέρει στο φως τον εσωτερικό μηχανισμό της καπιταλιστικής παραγωγής, που είναι και ο εσωτερικός νόμος της εξέλιξής της και του αναπόφευκτου θανάτου της. Αλλά, η ανοδική πορεία από το αφηρημένο στο συγκεκριμένο δεν μπορούσε να σταματήσει εκεί και πραγματικά δεν σταμάτησε. Στο πρώτο Βιβλίο ο Μαρξ δεν μελετά παρά μια όψη του όλου, το προτσές της καπιταλιστικής παραγωγής, απομονώνοντάς την, από την άλλη της όψη, που είναι αχώριστη από την πρώτη, το προτσές της κυκλοφορίας. Η δεύτερη όψη διερευνάται, στο δεύτερο Βιβλίο του «Κεφαλαίου». Αυτή η μελέτη αποτελεί από μόνη της, μια νέα ανώτερη βαθμίδα στην άνοδο από το αφηρημένο στο συγκεκριμένο. Η έννοια του κεφαλαίου πλουτίζεται με καινούργιους προσδιορισμούς. Οι έννοιες και οι κατηγορίες που δεν αναφέρονται παρά μονάχα στο προτσές της παραγωγής, γίνονται πιο σύνθετες και πιο συγκεκριμένες και προσεγγίζονται ολοένα και πιο πολύ στην όψη που παρουσιάζουν στην επιφάνεια.

 

ΤΟ ΔΕΥΤΕΡΟ ΒΙΒΛΙΟ

Είναι αδύνατο να ερευνήσουμε εδώ λεπτομερειακά τον τρόπο με τον οποίο η ανάλυση του Μαρξ υψώνεται από το αφηρημένο στο συγκεκριμένο στο δεύτερο Βιβλίο στο «Κεφάλαιο». Δε θα κρατήσουμε παρά μερικές ουσιαστικές περιπτώσεις. Οταν αντιμετωπίζει το προτσές της κυκλοφορίας του κεφαλαίου ο Μαρξ, δε μπορεί να το αναπαράγει με μιας σε όλη τη συγκεκριμένη συνθετότητά του. Εξάγοντας, στη φάση αυτή της μελέτης, μορφές ήδη πιο συγκεκριμένες στις εκδηλώσεις του κεφαλαίου, αναλύει τις ίδιες αυτές μορφές προχωρώντας από το αφηρημένο στο συγκεκριμένο. Καθένα από τα τρία μέρη του δευτέρου Βιβλίου προσθέτει μια βαθμίδα συγκεκριμένης περιπλοκής στο προτσές της κυκλοφορίας του κεφαλαίου, όπως σημειώνει ο Μαρξ στην εισαγωγή του στο τρίτο μέρος. Η παραγωγή της υπεραξίας δεν μπορούσε να περάσει από το προτσές της κυκλοφορίας. Πάντοτε σε κίνηση, το κεφάλαιο περνά συνεχώς από ένα στάδιο σε ένα άλλο. Για να επιτευχθεί ο ουσιαστικός σκοπός - η παραγωγή της υπεραξίας - το κεφάλαιο πρέπει να πραγματοποιήσει μια καθορισμένη περιστροφή. Για να πούμε την αλήθεια, ο Μαρξ είχε ήδη πραγματευθεί ακροθιγώς το ζήτημα στο πρώτο Βιβλίο, αλλά μονάχα στο βαθμό που ήταν αναγκαίο για να εξακριβώσει το στάδιο της παραγωγής της υπεραξίας. Θα διασαφηνίσει από εκεί και πέρα όλες τις μορφές που παίρνει το κεφάλαιο στα διάφορα στάδιά του, μορφές που περιβάλλεται και απορρίπτει με τη σειρά στην πορεία στις διαδοχικές του περιστροφές. Τα στάδια αυτά της περιστροφής του κεφαλαίου είναι, όπως το υποδείχνει ο Μαρξ: πρώτο, η μετατροπή του χρήματος σε εμπορεύματα αναγκαία για την παραγωγική διαδικασία, δεύτερο, η παραγωγική κατανάλωση των εμπορευμάτων που αγοράστηκαν από τον καπιταλιστή για να αποσπάσει υπεραξία, τρίτο είναι η μετατροπή σε χρήμα των εμπορευμάτων που έχουν παραχθεί. Περνώντας διαδοχικά από τα τρία αυτά στάδια, το κεφάλαιο περιβάλλεται και απορρίπτει την μια μετά από την άλλη, τις μορφές κεφάλαιο-χρήμα, παραγωγικό κεφάλαιο και κεφάλαιο-εμπόρευμα. Στο στάδιο αυτό, ο Μαρξ δεν ερευνά ακόμα το πρόβλημα της κατανομής της υπεραξίας, επίσης, η ανάλυσή του παραμερίζει το γεγονός ότι στην καπιταλιστική κοινωνία αυτές οι τρεις μορφές παρουσιάζονται σαν ανεξάρτητες μορφές του κεφαλαίου.

Η παραγωγή της υπεραξίας φαίνεται σαν μια διαδικασία πιο σύνθετη από όσο μπορούσε να φανεί στο επίπεδο του πρώτου Βιβλίου σε μια φάση ακόμα πιο αφηρημένη της μελέτης της καπιταλιστικής παραγωγής. Χωρίς αδιάκοπη περιστροφή, όταν το κεφάλαιο περνά από τη μια μορφή στην άλλη, από το ένα στάδιο στο άλλο, δεν υπάρχει υπεραξία. Το κεφάλαιο δεν μπορεί να φτάσει στο στάδιο της παραγωγικής κατανάλωσης χωρίς να περάσει πρώτα από το στάδιο κεφαλαίο-χρήμα, χωρίς να περάσει από το στάδιο του κεφαλαίου-εμπορεύματος. Ομως τα στάδια κεφάλαιο-χρήμα και κεφάλαιο-εμπόρευμα είναι στάδια κυκλοφορίας. Επομένως, δεν υπάρχει προτσές παραγωγής χωρίς προτσές κυκλοφορίας. Στην παράσταση της καπιταλιστικής παραγωγής σαν ενότητας των προτσές της παραγωγής και της κυκλοφορίας, στην παράσταση όλων των περιπετειών και μεταμορφώσεων που πρέπει να περάσει το κεφάλαιο για να πραγμαποιήσει την ουσιαστική του λειτουργία της αυτοαύξησης, βρίσκεται η πιο συγκεκριμένη βαθμίδα που φτάνει η μαρξιστική ανάλυση σε σχέση με τις προηγούμενες βαθμίδες...

... Στο τρίτο μέρος του δεύτερου Βιβλίου του «Κεφαλαίου», ο Μαρξ μελετά τις ακόμα πιο συγκεκριμένες σχέσεις του προτσές της κυκλοφορίας του κεφαλαίου. Ως τώρα, είχε εξετάσει την κυκλοφορία των ατομικών κεφαλαίων, είχε παραδεχτεί ότι η διαδικασία της περιστροφής του κεφαλαίου συγκέντρωνε όλους τους αναγκαίους όρους για τη μετατροπή μιας μορφής κεφαλαίου σε μια άλλα, (από τη μορφή του χρήματος, στη μορφή του παραγωγικού κεφαλαίου, κλπ.). Επίσης παραμέρισε προσωρινά τη φυσική μορφή της αξίας από το γεγονός ότι η παραγόμενη αξία έχει μια οποιαδήποτε υλική μορφή. Ηταν, δηλώνει, αναγκαίος τυπικός τρόπος, για να μπορώ στη συνέχεια, σε μια πιο συγκεκριμένη βαθμίδα της μελέτης, να παρουσιάσω το προτσές της κυκλοφορίας του συνόλου του κοινωνικού κεφαλαίου. Αντιμετωπίζει και λύνει το πρόβλημα στο τρίτο μέρος, το αφιερωμένο στην αναπαραγωγή και την κυκλοφορία του συνόλου του κοινωνικού κεφαλαίου. Εδώ περιπλέκει την ανάλυσή του, συνθέτει την περιστροφή των ατομικών κεφαλαίων στην περιστροφή και τη κυκλοφορία όλου του κοινωνικού κεφαλαίου. Λαμβάνει, επίσης, υπόψη του τη συγκεκριμένη, υλική μορφή της αξίας, χωρίς την οποία είναι αδύνατο να κατανοηθεί με ποιο τρόπο πραγματοποιείται η κυκλοφορία ολόκληρου του κοινωνικού κεφαλαίου. Ξεκινώντας από εκεί, ξεχωρίζει δυο υποδιαιρέσεις στην κοινωνική παραγωγή, την παραγωγή μέσων παραγωγής και την παραγωγή καταναλωτικών αγαθών και εξάγει τους νόμους που ρυθμίζουν τις αμοιβαίες σχέσεις τους. Πιστός στη μέθοδό του της ανόδου από το αφηρημένο στο συγκεκριμένο, αρχίζει πάλι από την απλή αναπαραγωγή, και δεν περνά παρά μόνο ύστερα στη διευρυμένη αναπαραγωγή.

 

ΤΟ ΤΡΙΤΟ ΒΙΒΛΙΟ

Στην αρχή του τρίτου Βιβλίου, δείχνει καθαρά τη θέση που έχει αυτό το μέρος του έργου του, στο προτσές της παρουσίασης της καπιταλιστικής παραγωγής σαν ενότητας στην ποικιλομορφία της. Και μόνο ο υπότιτλος στο τρίτο Βιβλίο, «Το συνολικό προτσές της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής», αποδείχνει ότι το τρίτο Βιβλίο είναι η κατάληξη του μακρού και περίπλοκου δρόμου από όπου υψώθηκε από το αφηρημένο στο συγκεκριμένο. Υπογραμμίζοντας ότι ως το τρίτο Βιβλίο το προτσές της παραγωγής και της κυκλοφορίας μελετήθηκαν πρώτα από όλα σαν ξεχωριστές περιπτώσεις, ο Μαρξ γράφει: «Χρειάζεται να βρεθούν και να περιγραφούν οι συγκεκριμένες μορφές που προκύπτουν από το προτσές κίνησης του κεφαλαίου, όταν το εξετάζουμε σαν σύνολο. Στην πραγματική τους κίνηση τα κεφάλαια αντικρύζονται μεταξύ τους με τέτιες συγκεκριμένες μορφές, για τις οποίες η μορφή του κεφαλαίου στο άμεσο προτσές της κυκλοφορίας εμφανίζονται μόνο σαν ιδιαίτερες φάσεις. Ετσι οι μορφές του κεφαλαίου, όπως τις αναπτύσσουμε σε τούτο το Βιβλίο, πλησιάζουν βαθμηδόν προς τη μορφή, με την οποία εμφανίζονται στην επιφάνεια της κοινωνίας, στην αμοιβαία επενέργεια των διαφόρων κεφαλαίων, στο συναγωνισμό και στη συνηθισμένη συνείδηση των ίδιων των παραγόντων της παραγωγής»[9].

Ετσι, στο τρίτο Βιβλίο του «Κεφαλαίου», ο Μαρξ φέρει τη μελέτη του σε ένα επίπεδο όπου το συγκεκριμένο φαίνεται σε όλη του τη διαφορετικότητα, και το πλήθος των προσδιορισμών του, σαν η ενότητα του διαφορετικού. Ομως, από εδώ και πέρα είναι ένα συγκεκριμένο, πλουτισμένο με όλη τη γνωσιολογική διαδικασία της ανόδου από το αφηρημένο στο συγκεκριμένο, εμπλουτισμένο με τη γνώση των νόμων της κεφαλαιοκρατίας. Η διαδικασία της ανόδου από το αφηρημένο στο συγκεκριμένο συνοδεύεται, στο τρίτο Βιβλίο, από την αποσαφήνιση νέων εννοιών και νέων οικονομικών κατηγοριών, που αντανακλούν τις καπιταλιστικές σχέσεις, στις πιο συγκεκριμένες τους όψεις. Τέτιες είναι οι έννοιες και κατηγορίες του «κόστους παραγωγής», του «κέρδους», του «ποσοστού κέρδους», του «μέσου κέρδους», της «τιμής παραγωγής», του «εμπορικού κέρδους», του «τόκου», της «γαιοπροσόδου», κλπ.

... Ο Μαρξ αποδείχνει με αξιοσημείωτη λεπτότητα, με ποιον τρόπο η αξία και η υπεραξία, που ανακαλύφθηκαν με την αφαίρεση, μετασχηματίζονται σε πιο συγκεκριμένες κατηγορίες, που αντικαθρεφτίζουν την πραγματικότητα στις εξωτερικές της εκδηλώσεις και βεβαιώνει πόσο οι νόμοι αλλάζουν και μεταμορφώνονται διαπερνώντας στην επιφάνεια των φαινομένων. Το κεφάλαιο, λέει, περνά ένα «κύκλο μεταμόρφωσης». Βγαίνει από την εσωτερική του οργανική ζωή για να μπει στις σχέσεις της εξωτερικής ζωής. Οι κατηγορίες και οι έννοιες συγκεκριμενοποιούνται παράλληλα. Οι κατηγορίες του σταθερού και του μεταβλητού κεφαλαίου, που φέρουν στο φως το ρόλο της εργασίας στην αύξηση της αξίας, συγκεκριμενοποιούνται σαν κατηγορίες στο κόστος παραγωγής. Η υπεραξία παίρνει τη μετασχηματισμένη μορφή του κέρδους, το ποσοστό της υπεραξίας γίνεται ποσοστό κέρδους, η αξία του εμπορεύματος γίνεται τιμή παραγωγής, κλπ.

Αυτή η διαδικασία της μεταμόρφωσης οξύνει το φετιχισμό των καπιταλιστικών σχέσεων, που η βάση τους αμβλύνεται ολοένα και περισσότερο. Ομως αυτή η αυξανόμενη φετιχοποίηση δεν είναι αποτέλεσμα λαθεμένων υποκειμενικών παραστάσεων, έχει σαν βάση της αντικειμενικές πραγματικές σχέσεις που χαρακτηρίζουν τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής. Λόγου χάρη, αν η υπεραξία περιβάλλεται τη μορφή του κέρδους, δεν είναι επειδή οι άνθρωποι που συμμετέχουν στην καπιταλιστική παραγωγή δεν καταλαβαίνουν την ουσία του κέρδους, αλλά γιατί στον κόσμο του συγκεκριμένου, το τελευταίο αυτό προέρχεται από όλη την περιστροφή του κεφαλαίου, δηλαδή, προκύπτει από την παραγωγή και την κυκλοφορία, παρμένων σαν ένα σύνολο.

Στο τρίτο Βιβλίο του «Κεφαλαίου», όπου θέλει να αναπαραγάγει στη νόηση το συγκεκριμένο πίνακα της καπιταλιστικής παραγωγής και κυκλοφορίας, λαμβανομένων σαν σύνολο, ο Μαρξ εξακολουθεί να εφαρμόζει αυστηρά τη μέθοδο της ανόδου από το αφηρημένο στο συγκεκριμένο. Μελετώντας την καπιταλιστική παραγωγή στο σύνολό της, αρχίζει από το κόστος παραγωγής και το κέρδος ... Ο Μαρξ φέρνει πρώτα στο φως την ποσοτική διαφορά, την ασυμφωνία ανάμεσα στο ποσοστό του κέρδους και το ποσοστό της υπεραξίας. Αποφεύγει να περιπλέξει την ανάλυσή του υπενθυμίζοντας ότι υπάρχει, επίσης, στην πραχτική μια ποσοτική διαφορά, ανάμεσα στο μέσο κέρδος και την υπεραξία. Στο στάδιο αυτό της ανάλυσης, αρκείται να απλοποιήσει για να εξάγει τη φύση του κέρδους στην καθαρή του μορφή. Ομως, στον κόσμο των συγκεκριμένων γεγονότων, το μέσο κέρδος εκφράζεται μ’ ένα μέγεθος που διαφέρει αριθμητικά, επίσης από την υπεραξία. Ο συναγωνισμός ανάμεσα στους καπιταλιστές στις συνθήκες μιας άνισης οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου δημιουργεί αυτή τη διαφορά. Παραμερίζοντας προσωρινά το συναγωνισμό και την άνιση οργανική σύνθεση του κεφαλαίου, ο Μαρξ θέλει να δηλώσει ότι ακόμα και αν το κέρδος παραμορφώνει τις πραγματικές σχέσεις ανάμεσα στους καπιταλιστές και τους εργάτες και συσκοτίζει την πηγή της υπεραξίας, δεν είναι παρά μια άλλη έκφραση της υπεραξίας. Γράφει: «το κέρδος, όπως το συναντάμε για πρώτη φορά εδώ, είναι το ίδιο πράγμα με την υπεραξία με απατηλή όμως μορφή, που προκύπτει ωστόσο με αναγκαιότητα από τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής»[10].

Ετσι, η αφηρημένη μελέτη του κέρδους, που κάνει ώστε να συμπίπτει η αριθμητική έκφραση του κέρδους με την υπεραξία, επιτρέπει να καταλάβουμε ότι όπως και αν είναι, όποιες και αν είναι οι περιπέτειες και διακυμάνσεις του κέρδους στον κόσμο των συγκεκριμένων γεγονότων, όποια και αν είναι η ποσοτική διαφορά ανάμεσα στο κέρδος και την υπεραξία, ο πλουτισμός των καπιταλιστών έχει σαν αποκλειστική και μοναδική πηγή την υπεραξία που δημιουργείται στο προτσές της παραγωγής από την εκμετάλλευση των εργατών.

Ωστόσο, ο Μαρξ περιπλέκει σε συνέχεια την ανάλυσή του με καινούργια στοιχεία που συγκεκριμενοποιούν ακόμα πιο πολύ την έννοια του κέρδους. Παραμέρησε προσωρινά το γεγονός ότι το κεφάλαιο είναι μια άνιση οργανική σύνθεση ανάλογα με τους κλάδους παραγωγής και τις επιχειρήσεις. Αποκαλύπτοντας τη φύση του κέρδους, παίρνοντας για παράδειγμα ένα ατομικό κεφάλαιο, δεν έλαβε υπόψη του, στη βαθμίδα αυτή της ανάλυσής του, τη σύνθεση και την αλληλεπίδραση όλων των ατομικών κεφαλαίων, την πάλη του συναγωνισμού που φέρει σε αντίθεση το ένα με το άλλο. Προχωρώντας σε πιο συγκεκριμένες σχέσεις, εισάγει τώρα αυτά τα στοιχεία και δείχνει τις συνέπειες που απορρέουν από αυτά για το κέρδος.

Μελετώντας το προτσές του σχηματισμού του γενικού (μέσου) ποσοστού κέρδους κάτω από την επίδραση του συναγωνισμού και αναλύοντας το προτσές του σχηματισμού της τιμής παραγωγής, δείχνει τη δράση του νόμου της αξίας και του νόμου της υπεραξίας στην πιο συγκεκριμένη έκφρασή τους. Στο σχηματισμό του μέσου ποσοστού κέρδους, δεν είναι μόνο το ποσοστό του κέρδους που διαφέρει αριθμητικά από το ποσοστό της υπεραξίας, αλλά είναι ο όγκος του ίδιου του κέρδους που διαφέρει ποσοτικά από τον όγκο της υπεραξίας που δημιουργήθηκε σε τούτο ή εκείνο τον κλάδο. Από εδώ και πέρα, κάθε σύμπτωση ανάμεσα στην υπεραξία που δημιουργήθηκε σε ένα δεδομένο κλάδο και το κέρδος, που περιλαμβάνεται στην τιμή πώλησης του εμπορεύματος, δεν μπορεί να είναι παρά τυχαίο αποτέλεσμα.

Η τιμή παραγωγής αφήνει να φανεί πολύ θολά η αξία που περικλείεται στα παραχθέντα εμπορεύματα. Η αξία και η τιμή παραγωγής είναι δύο ακραίοι πόλοι της έρευνας: Η πρώτη ανακαλύφθηκε σα βαθμίδα μιας εξαιρετικά προωθημένης αφαίρεσης, πολύ μακριά από τη συγκεκριμένη μορφή των φαινομένων, η δεύτερη σαν ανώτερη βαθμίδα της συγκεκριμένης αναπαραγωγής. Η πρώτη είναι ο σκελετός, η βάση της δεύτερης. Η κατηγορία της τιμής παραγωγής «περιβάλλει» αυτό το σκελετό, αυτή τη βάση, με τη σάρκα και το αίμα των πραγματικών φαινομένων σε όλη τη ζωντανή τους πλοκή. Ανάμεσα στους δύο πόλους βρίσκεται μια μακριά και δύσκολη άνοδος από το αφηρημένο στο συγκεκριμένο, αλλά χάρη σε αυτή την άνοδο ο Μαρξ μπόρεσε να δώσει μια λύση στα αινίγματα που είχαν υποχρεώσει την παλιά αστική πολιτική οικονομία να συνθηκολογήσει. Οποια κι αν είναι τα συγκεκριμένα ενδύματα της αξίας ή υπεραξίας, μόνο χάρη στη μέθοδο της ανόδου από το αφηρημένο στο συγκεκριμένο αναγνωρίζουμε εύκολα όλες τις περίπλοκες μεταμορφώσεις τους.

... Η μελέτη του προτσές του σχηματισμού της τιμής παραγωγής δεν είναι ο τελευταίος κρίκος στην άνοδο από το αφηρημένο στο συγκεκριμένο. Ο Μαρξ εξετάζει ύστερα την τάση πτώσης του ποσοστού κέρδους. Στο μέρος αυτό του τρίτου Βιβλίου του «Κεφαλαίου» συγκεκριμενοποιεί τα κεφάλαια του πρώτου Βιβλίου, όπου ο Μαρξ εξέτασε το γενικό νόμο της καπιταλιστικής συσσώρευσης και την ιστορική τάση της καπιταλιστικής παραγωγής.

Ως εδώ ο Μαρξ είχε παραμερίσει το γεγονός ότι στο συγκεκριμένο κόσμο της καπιταλιστικής παραγωγής και κυκλοφορίας, το κεφάλαιο-εμπόρευμα και το κεφάλαιο-χρήμα δεν παρουσιάζονται με τη μορφή μοναδικού βιομηχανικού κεφαλαίου, αλλά με τις ιδιαίτερες και ανεξάρτητες μορφές του εμπορικού και του πιστωτικού κεφαλαίου. Παραμέρισε σε συνέχεια, το πρόβλημα του κατακερματισμού του κέρδους σε τόκο και επιχειρηματικό κέρδος. Αυτό ήταν απαραίτητο για να μπορέσει να μελετήσει το κέρδος και τους νόμους του, σε όλη τους τη γνησιότητα και έξω από τα συναρτημένα γεγονότα. Από εδώ και πέρα περιπλέκει την ανάλυσή του και προχωρεί ακόμα μια βαθμίδα προς το συγκεκριμένο, φέρνοντας στο φως τις πηγές και τους νόμους της κίνησης του εμπορικού και του πιστωτικού κεφαλαίου. Στη συνέχεια, θα εξετάσει τη γαιοπρόσοδο σαν μια ιδιαίτερη μορφή με την οποία οι γαιοκτήμονες εισπράττουν ένα μέρος της υπεραξίας που δημιουργούν οι εργάτες στην πορεία του προτσές παραγωγής.

Στο τελευταίο μέρος του έργου του, που έμεινε ατελείωτο, «Τα εισοδήματα και οι πηγές τους»[11], ο Μαρξ κριτικάρει τον «τριαδικό τύπο» των αστών οικονομολόγων: κεφάλαιο-κέρδος, γη-γαιοπρόσοδος, εργασία-μισθός που αντανακλά το «συγκεκριμένο», όμως με τον τρόπο παραμορφωτικού καθρέφτη. Αυτό το συγκεκριμένο δε μας δίνεται μέσω μιας θεωρητικής ανάλυσης, δεν αναπαράγεται στη νόηση με τη βοήθεια μιας λογικής μεθόδου, μιας βαθμιαίας ανόδου, ξεκινώντας από το αφηρημένο. Ετσι το συγκεκριμένο που εκφράζεται σε αυτό τον «τριαδικό τύπο», παραμορφώνει τον πραγματικό κόσμο των φαινομένων και δεν τον φωτίζει καθόλου. Μόνο η μελέτη που έκανε αρχικά ο Μαρξ, από το συγκεκριμένο στο αφηρημένο, ύστερα από το αφηρημένο σε ένα σαφές συγκεκριμένο αυτή τη φορά στο φως των νόμων που έγιναν γνωστοί, μόνο αυτή η μελέτη μας έδειξε το συγκεκριμένο προτσές της καπιταλιστικής παραγωγής και της καπιταλιστικής κυκλοφορίας σαν την αυθεντική ενότητα των διαφορώνν και όχι σαν ένα χάος αθεράπευτα θολωμένο.

Η ανθρωπότητα μπορεί αληθινά να περηφανεύεται δικαιολογημένα για όσα πραγματοποίησε ο Μαρξ, στο «Κεφάλαιο», γιατί η απεριόριστη δύναμη του ανθρώπινου πνεύματος βεβαιώνεται με μια άφθαρτη λάμψη. Ο χαρακτηρισμός μας για τη λογική μέθοδο που επεξεργάστηκε και εφάρμοσε στο «Κεφάλαιο», θα ήταν ατελής αν δεν τονίζαμε ότι για να υποστηρίξει και για να αποδείξει καθεμιά από τις θέσεις του, ο Μαρξ συγκέντρωσε ένα τεράστιο όγκο από γεγονότα. Κατέφευγε συνεχώς στην πρακτική, σαν κριτήριο αυθεντικότητας των πιο αφηρημένων θέσεών του. Η πραγματική πρακτική διαδικασία της καπιταλιστικής παραγωγής, ήταν η πηγή από όπου αντλούσε τα συμπεράσματά του και τις γενικεύσεις του. Θα αρκούσε να υπενθυμίσουμε την ανάλυση της εργάσιμης ημέρας (τρίτο μέρος του πρώτου Βιβλίου του «Κεφαλαίου») τη σχετική μελέτη για την επίδραση των μηχανών και της μεγάλης βιομηχανίας στην κατάσταση των εργατών (τέταρτο μέρος στο ίδιο βιβλίο), κλπ.

Ο Μαρξ, δεν περιορίζεται στη διατύπωση του γενικού νόμου της καπιταλιστικής συσσώρευσης, που έβγαλε από τη γενίκευση ενός τεράστιου όγκου υλικών. Τον απέδειξε με το παράδειγμα εύγλωττων και αναντίρρητων γεγονότων. Ετσι ενεργεί και σε πλήθος άλλες περιπτώσεις.

Η λογική μέθοδος έρευνας που εφάρμοσε στο «Κεφάλαιο» είναι ο αντίποδας της χεγκελιανής μεθόδου, που χτίζει, τεχνητά τη συγκεκριμένη πραγματικότητα ξεκινώντας από την ιδέα. Η μέθοδός του απαιτεί όπως, και οι πιο αφηρημένοι ορισμοί να βγαίνουν από τη γενίκευση της συγκεκριμένης πραγματικότητας και ύστερα να δείχνει τις μεταμορφώσεις τους στον κόσμο των συγκεκριμένων φαινομένων. Είναι φανερό ότι χωρίς τη συνεχή αναφορά στην πραγματικότητα, στα συγκεκριμένα γεγονότα, στην πρακτική, θεμέλιο της γνώσης και κριτήριο της αυθεντικότητας της θεωρητικής μελέτης, δε θα μπορούσαμε να αντιληφθούμε τη λογική ή αναλυτική μέθοδο, που είναι πραγματικά επιστημονική. Ο Λένιν, μιλώντας για το «Κεφάλαιο» (στα «Φιλοσοφικά Τετράδια») χαρακτηρίζει με λίγα λόγια αυτή την όψη της μεθόδου του Μαρξ: «Η επαλήθευση από τα γεγονότα ιδιαίτερα από την πραχτική, γίνεται εδώ σε κάθε στάδιο της ανάλυσης».



Αποσπάσματα από το βιβλίο του Μ. Μ. Ρόζενταλ, Ζητήματα διαλεκτικής στο «Κεφάλαιο» του Κ. Μαρξ, Μόσχα, 1956.

[1] Κ. Μαρξ: «Θεωρίες για την υπεραξία», 4ος τόμος του «Κεφαλαίου», μέρος δεύτερο, Σύγχρονη Εποχή, 1982, σελ. 177.

[2] Κ. Μαρξ: «Το Κεφάλαιο». Σύγχρονη Εποχή, 1978, τ. 1, σελ. 226.

[3] Κ. Μαρξ: «Το Κεφάλαιο». Σύγχρονη Εποχή, 1978, τ. 1, σελ. 227.

[4] Κ. Μαρξ: «Το Κεφάλαιο». Σύγχρονη Εποχή, 1978, τ. 1, σελ. 227.

[5] Κ. Μαρξ: «Το Κεφάλαιο». Σύγχρονη Εποχή, 1978, τ. 1, σελ. 229-230.

[6] Κ. Μαρξ: «Το Κεφάλαιο». Σύγχρονη Εποχή, 1978, τ. 1, σελ. 585.

[7] Κ. Μαρξ: «Το Κεφάλαιο». Σύγχρονη Εποχή, 1978, τ. 1, σελ. 585.

[8] Κ. Μαρξ: «Το Κεφάλαιο». Σύγχρονη Εποχή, 1978, τ. 1, σελ. 590.

[9] Κ. Μαρξ: «Το Κεφάλαιο». Σύγχρονη Εποχή, τ. 3, σελ. 39-40.

[10] Κ. Μαρξ: «Το Κεφάλαιο». Σύγχρονη Εποχή, 1978, τ. 3, σελ. 55.

[11] Κ. Μαρξ: «Το Κεφάλαιο». Σύγχρονη Εποχή, 1978, τ. ε, σελ. 1000-1092.