ΓΙΑ ΤΑ 65 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΗ ΜΕΓΑΛΗ ΑΝΤΙΦΑΣΙΣΤΙΚΗ ΝΙΚΗ ΤΩΝ ΛΑΩΝ, 9 ΜΑΗ 1945

Mε τη μεγάλη νίκη των λαών, κατά του φασιστικού ιμπεριαλιστικού «Αξονα» Γερμανίας - Ιαπωνίας - Ιταλίας και των συμμάχων τους, τέλειωσε πριν από 65 χρόνια ο Β΄παγκόσμιος πόλεμος, ο πιο αιματηρός που γνώρισε η ανθρωπότητα. Οι νεκροί στη διάρκειά του έφτασαν τα 50 εκατομμύρια.

Στη νίκη επί του «Αξονα» συνέβαλαν όλες οι δυνάμεις που συμμετείχαν στον αντιχιτλερικό συνασπισμό. Ομως για την πραγματοποίησή της υπήρξε καθοριστικός ο ρόλος της Σοβιετικής Ενωσης.

Περισσότερα από 20 εκατομμύρια ήταν οι νεκροί της, ανάμεσά τους το άνθος των κομμουνιστών. Πλησίασαν τα 30 εκατομμύρια οι ανθρώπινες θυσίες της, μαζί με τους ανάπηρους και τους τραυματισμένους. Αντίστοιχα οι νεκροί της Βρετανίας έφτασαν τις 375 χιλιάδες και των ΗΠΑ τις 405 χιλιάδες. Είναι χαρακτηριστικό ακόμα, ότι και το καλοκαίρι του 1944, όταν στη δυτική Ευρώπη οι αμερικανοβρετανικές δυνάμεις αντιμετώπιζαν 75 γερμανικές μεραρχίες, ο Κόκκινος Στρατός είχε καθηλώσει 200 στο ανατολικό μέτωπο.

Τεράστιες ήταν ακόμη και οι άλλες καταστροφές που υπέστη η ΕΣΣΔ: Σε σωρούς ερειπίων μετατράπηκαν 1.710 πόλεις. Κάηκαν 70.000 χωριά και κεφαλοχώρια. Καταστράφηκαν ολοκληρωτικά ή εν μέρει 32.000 βιομηχανικές επιχειρήσεις και 65.000 χιλιόμετρα σιδηροδρομικές γραμμές. Καταληστεύτηκαν 98.000 κολχόζ, 5.000 σοβχόζ και Μηχανοτρακτερικοί Σταθμοί, χιλιάδες νοσοκομεία, σχολεία, ανώτερα ιδρύματα και βιβλιοθήκες. Τη δική τους σημαντική συμβολή στον 6χρονο πόλεμο (1939-1945) είχαν τα εθνικοαπελευθερωτικά και αντιφασιστικά κινήματα των καπιταλιστικών χωρών. Και σε αυτά ψυχή, οργανωτής και κύριος αιμοδότης ήταν τα Κομμουνιστικά Κόμματα.

Στη διάρκεια του πολέμου οι νεκροί από τον ελληνικό πληθυσμό έφτασαν συνολικά τις 405.000 (θάνατοι από την πείνα, εκτελεσμένοι, νεκροί του ελληνοϊταλικού και ελληνογερμανικού πολέμου, χιλιάδες που εξοντώθηκαν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης -κυρίως Εβραίοι της Θεσσαλονίκης- κ.ά.).

 

Οπως ο πρώτος, έτσι και ο Β΄ παγκόσμιος πόλεμος ήταν αποτέλεσμα της μεγάλης όξυνσης των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων για το ξαναμοίρασμα του κόσμου. Αυτές οι αντιθέσεις οξύνθηκαν ακόμα περισσότερο εξαιτίας της ύπαρξης της Σοβιετικής Ενωσης, σε συνδυασμό με την παγκόσμια καπιταλιστική οικονομική κρίση (1929 - 1933). Η ανισόμετρη ανάπτυξη του καπιταλισμού κατέστησε και πάλι τη Γερμανία δύναμη κρούσης του διεθνούς ιμπεριαλισμού.

Η μεγάλη οικονομική και στρατιωτική δύναμη της Γερμανίας αποκτήθηκε και χάρη στην ενίσχυση που της έδωσαν οι νικήτριες καπιταλιστικές δυνάμεις του Α΄ παγκοσμίου πολέμου, με σκοπό να την στρέψουν εναντίον της Σοβιετικής Ενωσης. Οικονομικοί γίγαντες των ΗΠΑ, της Γαλλίας και της Βρετανίας πρωταγωνίστησαν στην ενίσχυση της Γερμανίας και στη διάρκεια του Β΄ παγκοσμίου πολέμου. Τη στήριξή τους στο Χίτλερ και στο Μουσολίνι, πέρα από τους επιχειρηματικούς ομίλους, προσέφεραν και η Καθολική Εκκλησία και σειρά σοσιαλδημοκρατικών, συντηρητικών και άλλων αστικών κομμάτων του λεγόμενου κεντρώου χώρου, ενώ μετά τον πόλεμο Γερμανοί εγκληματίες πολέμου επάνδρωσαν το ΝΑΤΟ και μυστικές υπηρεσίες των «δημοκρατικών» ιμπεριαλιστικών κρατών.

Η μαζική βάση, που απέκτησαν τα κόμματα του Χίτλερ και του Μουσολίνι, επιβεβαιώνει ότι η οικονομική και η γενικότερη καπιταλιστική κρίση δεν οδηγούν από μόνες τους σε ριζοσπαστικοποίηση των λαϊκών μαζών. Αντίθετα, κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις, οδηγούν σε ακόμα μεγαλύτερη υποχώρηση και στρέβλωση της ταξικής και πολιτικής συνείδησης και στην εμφάνιση μαζικών αντιδραστικών κινημάτων.

 

Οι πρώτες πολεμικές επιχειρήσεις άρχισαν από τις 19 Σεπτέμβρη 1931, όταν η Ιαπωνία επιτέθηκε στη Μαντζουρία και λίγα χρόνια αργότερα (3 Οκτώβρη 1935) η Ιταλία επιτέθηκε στην Αιθιοπία. Στις 25 Νοέμβρη 1936 η Γερμανία και η Ιαπωνία υπέγραψαν σύμφωνο αντικομμουνιστικής στρατιωτικής συνεργασίας, γνωστό και ως «αντικομιντέρν σύμφωνο», εναντίον της Κομμουνιστικής Διεθνούς. Στις 12 Απρίλη 1939 η Ιταλία κατέκτησε και την Αλβανία, ενώ ένα χρόνο πριν οι ΗΠΑ, Γαλλία, Βρετανία ανέχτηκαν τη προσάρτηση της Αυστρίας από τη Γερμανία στις 12 Μάρτη 1938.

Στις 29 Σεπτέμβρη 1938 υπογράφτηκε το Σύμφωνο του Μονάχου, με το οποίο παραχωρήθηκε στη Γερμανία το σουδητικό τμήμα της Τσεχοσλοβακίας. Το Σύμφωνο υπέγραψαν από τη μια οι Τσάμπερλεν και Νταλαντιέ, πρωθυπουργοί της Βρετανίας και της Γαλλίας και από την άλλη οι Χίτλερ και Μουσολίνι.

Την 1η Σεπτέμβρη 1939 η Γερμανία εισέβαλε στην Πολωνία, η οποία αρνούνταν να υπογράψει σύμφωνο με τη Σοβιετική Ενωση, ενώ οι συμφωνίες αμοιβαίας βοήθειας που είχε υπογράψει με τη Βρετανία και τη Γαλλία έμειναν στα χαρτιά. Ο πόλεμος που οι Βρετανία και Γαλλία κήρυξαν κατά της Γερμανίας δε διεξαγόταν. Εμεινε στην Ιστορία ως ένας «παράξενος πόλεμος».

Στις επίμονες και συνεχείς προσπάθειες της Σοβιετικής Ενωσης να συνάψουν αντιφασιστική συμμαχία, οι ΗΠΑ - Βρετανία - Γαλλία κρατούσαν αρνητική στάση, ενώ συνέχιζαν την πολιτική της υπονόμευσης σε βάρος της.

 

Εχοντας η Σοβιετική Ενωση σαφή αντίληψη ότι τα μη φασιστικά καπιταλιστικά κράτη ενίσχυαν τη Γερμανία, με σκοπό να τη στρέψουν εναντίον της, υποχρεώθηκε να υπογράψει στις 23 Αυγούστου 1939 το «γερμανοσοβιετικό σύμφωνο μη επίθεσης», γνωστό ως «σύμφωνο Μολότοφ - Ρίμπεντροπ».

Το «σύμφωνο Μολότοφ - Ρίμπεντροπ» έχει δεχτεί πυρά από τους υποκριτικούς υπερασπιστές των ελευθεριών και από τους οπορτουνιστές. Αποκρύπτουν ότι το Σύμφωνο υπογράφτηκε, μόνο αφού είχαν ναυαγήσει όλες οι προηγούμενες φιλειρηνικές προσπάθειες της ΕΣΣΔ, καθώς και οι προσπάθειες να συγκροτηθεί αντιχιτλερικό μέτωπο. Ή ότι, 3 μήνες πριν, η ΕΣΣΔ είχε προσφέρει στρατιωτική βοήθεια και στην Πολωνία σε περίπτωση πολέμου, για να λάβει την κατηγορηματική άρνηση από την κυβέρνηση της τελευταίας. Από την άλλη, οι Βρετανία - Γαλλία που είχαν συνάψει συμμαχία με την Πολωνία, δεν την τήρησαν μετά τη γερμανική επίθεση κατά της Πολωνίας. Αποκρύπτουν επίσης το γεγονός ότι οι περιοχές της Πολωνίας, που ο Κόκκινος Στρατός απέσπασε από αυτήν το 1939, ήταν εδάφη της ΕΣΣΔ, τα οποία είχαν καταληφθεί από την αντιδραστική Πολωνία το 1918-1921, έπειτα από σκληρές μάχες με τους επαναστατημένους λαούς της Ρωσίας. Τότε η Πολωνία εκμεταλλεύτηκε την «ευνοϊκή» για εκείνη συγκυρία της διεθνούς ιμπεριαλιστικής στρατιωτικής επέμβασης κατά της Οκτωβριανής Επανάστασης, ώστε να επεκτείνει την κυριαρχία της ανατολικότερα.

Το Σύμφωνο «Μολότοφ-Ρίμπεντροπ» εξασφάλισε στην ΕΣΣΔ 21 πολύτιμους μήνες ειρήνης, που στη συνέχεια αποδείχθηκαν ανεκτίμητοι στην πολεμική της προετοιμασία ενόψει της αναπόφευκτης γερμανικής επίθεσης.

Το σοβιετογερμανικό «Σύμφωνο μη επίθεσης» διήρκεσε μέχρι τις 22 Ιούνη 1941, οπότε η Γερμανία το παραβίασε και επιτέθηκε κατά της ΕΣΣΔ.

 

Στο μεταξύ, όταν η Γερμανία επιτέθηκε κατά της Γαλλίας (10 Μάη 1940), την οποία κατέλαβε στις 25 Ιούνη 1940, ενώ είχε καταλάβει και τις περισσότερες χώρες της Ευρώπης, η τακτική της Βρετανικής αστικής τάξης άλλαξε και ο Τσόρτσιλ αντικατέστησε στην πρωθυπουργία τον Τσάμπερλεν (10 Μάη 1940). Στη συνέχεια τον πόλεμο κατά των Γερμανίας - Ιαπωνίας - Ιταλίας κήρυξαν και οι ΗΠΑ, μετά την επίθεση της Ιαπωνίας (7 Δεκέμβρη 1941) εναντίον τους στο Περλ Χάρμπορ του Ειρηνικού. Πέραν των άλλων συγκρούονταν στην Απω Ανατολή τα συμφέροντα των Ιαπωνικών μονοπωλίων με τα αντίστοιχα των Αμερικανικών.

Δείγμα των στόχων τους ήταν και ότι οι ΗΠΑ και η Βρετανία άνοιξαν το δεύτερο μέτωπο στην Ευρώπη κατά του «Αξονα», με την απόβαση στη Νορμανδία, μόλις στις 6 Ιούνη 1944, 3 χρόνια μετά τη δημιουργία του «αντιφασιστικού συμφώνου» (12 Ιούλη 1941), ανάμεσα σε αυτές και στη Σοβιετική Ενωση!

Είχαν προηγηθεί οι εποποιίες του Κόκκινου Στρατού στο Στάλινγκραντ και στο Κουρσκ, που σήμαναν τη στροφή στον πόλεμο κατά του «Αξονα», ενώ το 1944 ήταν η χρονιά που ο Κόκκινος Στρατός κατεδίωκε τις Γερμανικές στρατιές από τα εδάφη της Σοβιετικής Ενωσης, που προετοιμαζόταν να απελευθερώσει και τις κατεχόμενες χώρες της Ευρώπης. Οι κυβερνήσεις των ΗΠΑ, Βρετανίας φοβούνταν δικαιολογημένα ότι μπορούσε ο Κόκκινος Στρατός να μπει μόνος στο Βερολίνο.

Την 1η Μάη 1945 η Κόκκινη Σημαία υψώθηκε στη Γερμανική Βουλή (Ράιχσταγκ). Τη νύχτα της 8ης προς 9η Μάη η Γερμανία συνθηκολόγησε άνευ όρων. Τέσσερις μήνες αργότερα (2 Σεπτέμβρη 1945) η Ιαπωνία συνθηκολόγησε μετά τη νίκη των σοβιετικών στρατευμάτων επί της στρατιάς της στη Μαντζουρία. Νωρίτερα οι ΗΠΑ, δίχως να υπάρχει στρατιωτική ανάγκη και διαπράττοντας ένα από τα μεγαλύτερα εγκλήματα του ιμπεριαλισμού κατά της ανθρωπότητας στον 20ό αιώνα, έριξαν την ατομική βόμβα στη Χιροσίμα και στο Ναγκασάκι (6 και 9 Αυγούστου 1945).

 

Η προσφορά του σοβιετικού λαού, του σοβιετικού κράτους και των Κόκκινων Ενόπλων τους Δυνάμεων καταγράφτηκε οριστικά και αμετάκλητα ως αθάνατη εποποιία.

Η γιγάντια συμβολή της Σοβιετικής Ενωσης στη νίκη κατά της Γερμανίας και των συμμάχων της επιτεύχθηκε χάρη: Στο ρόλο της εργατικής σοβιετικής εξουσίας στη δημιουργία και στην οργάνωση της αμυντικής θωράκισης της Σοβιετικής Ενωσης. Στα πλεονεκτήματα που προσφέρει η κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής και ο κεντρικός σχεδιασμός της οικονομίας. Στον πρωταγωνιστικό ρόλο των λαϊκών μαζών, με ηγέτιδα δύναμη την εργατική τάξη. Στο ρόλο του Κομμουνιστικού Κόμματος ως επαναστατικής εργατικής πρωτοπορίας. Αποτελεί ένα τεράστιο ιστορικό δίδαγμα για το παρόν και το μέλλον του επαναστατικού κινήματος.

Θα ήταν αδύνατη η σωτηρία της Σοβιετικής Ενωσης αν δεν είχε διανύσει, στα μόλις 20 χρόνια από τη λήξη του εμφυλίου πολέμου που ακολούθησε την Οκτωβριανή Επανάσταση, μια τεράστια απόσταση στο δρόμο της συνειδητά σχεδιασμένης κοινωνικοοικονομικής και πολιτιστικής ανάπτυξης, της σοσιαλιστικής οικοδόμησης.

 

Τα Κομμουνιστικά Κόμματα ακολούθησαν τη γραμμή της συγκρότησης των «αντιφασιστικών μετώπων», την οποία επεξεργάστηκε και πρόβαλλε ενιαία η «Κομμουνιστική (ή Τρίτη) Διεθνής» στο 7ο Συνέδριό της (25 Ιούλη έως 21 Αυγούστου 1935).

Στα μέσα του πολέμου η Εκτελεστική Επιτροπή της Κομμουνιστικής Διεθνούς αποφάσισε την αυτοδιάλυσή της, που εγκρίθηκε ομόφωνα από τα ΚΚ.

Το 18ο Συνέδριο του ΚΚΕ (18 - 22 Φλεβάρη 2009) εκτίμησε σχετικά:

«Χαλάρωση της λειτουργίας της KΔ ως ενιαίου κέντρου είχε εμφανιστεί πολλά χρόνια πριν την αυτοδιάλυσή της (1943). Η διάλυση της KΔ (Μάης 1943), παρά τα προβλήματα ενότητας που αυτή είχε και ανεξάρτητα από το αν αυτή μπορούσε να διατηρηθεί ή όχι, στέρησε από το διεθνές κομμουνιστικό κίνημα το κέντρο και τη δυνατότητα συντονισμένα να επεξεργαστεί την επαναστατική στρατηγική για τη μετατροπή του αγώνα ενάντια στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο ή στην ξένη κατοχή σε αγώνα για την εξουσία, ως ενιαίο καθήκον που αφορούσε το κάθε ΚΚ στις συνθήκες της δικής του χώρας.

Ανεξάρτητα από τις αιτίες που οδήγησαν στη διάλυση της KΔ, είναι αντικειμενική η ανάγκη, το κομμουνιστικό κίνημα, σε διεθνές επίπεδο, να διαμορφώνει ενιαία επαναστατική στρατηγική, να σχεδιάζει και να συντονίζει τη δράση του. Ο βαθύτερος προβληματισμός για τη διάλυση της KΔ πρέπει να παίρνει υπόψη μια σειρά εξελίξεις, όπως: Το σταμάτημα της δράσης της Κόκκινης Συνδικαλιστικής Διεθνούς, το 1937, επειδή η συντριπτική πλειοψηφία των τμημάτων της ενώθηκε με τις μαζικές ρεφορμιστικές ενώσεις ή προσχώρησε σε αυτές. Την απόφαση του 6ου Συνεδρίου της Κομμουνιστικής Διεθνούς των Νέων (1935), σύμφωνα με την οποία η πάλη ενάντια στο φασισμό και τον πόλεμο απαιτούσε την αλλαγή του χαρακτήρα των Ενώσεων της Κομμουνιστικής Νεολαίας, στη βάση της οποίας πραγματοποιήθηκαν συνενώσεις KN με Σοσιαλιστικές Νεολαίες (π.χ. στην Ισπανία, στη Λετονία) κ.ά.».

Η όλη εξέλιξη έδειξε ότι μόνο στις χώρες της Κεντρικής και της Ανατολικής Ευρώπης η αντιφασιστική πάλη οδήγησε στην ανατροπή της αστικής εξουσίας και με την άμεση διεθνιστική στήριξη των λαϊκών κινημάτων από τον Κόκκινο Στρατό.

 

Ενώ τα στρατεύματα της Γερμανίας, της Ιταλίας και της Βουλγαρίας κατακτούσαν την Ελλάδα και οι Γερμανοί προχωρούσαν προς την Αθήνα, στην οποία μπήκαν στις 27 Απρίλη 1941, ένα μέρος του αστικού πολιτικού κόσμου επέλεγε την ανοιχτή συνεργασία με τους κατακτητές. Ενα άλλο, μαζί με το Παλάτι, διέφυγε στο εξωτερικό (Κάιρο και Λονδίνο), παίρνοντας μαζί του τεράστιες ποσότητες κρατικών αποθεμάτων σε χρυσό. Και ένα τρίτο, που έμεινε στην Ελλάδα, απείχε από τον αγώνα, προσβλέποντας καιροσκοπικά σε μελλοντικές εξελίξεις.

Αμέσως μετά την έναρξη της Κατοχής με πρωτοβουλία του ΚΚΕ δημιουργήθηκαν το Εργατικό Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο (ΕΕΑΜ - 16 Αυγούστου 1941) και στις 27 Σεπτέμβρη 1941 το ΕΑΜ. Στο ΕΑΜ και στις οργανώσεις του (ΕΛΑΣ, ΕΠΟΝ, Εθνική Αλληλεγγύη, ΕΤΑ, ΟΠΛΑ, ΕΛΑΝ) συσπειρώθηκε η μεγάλη πλειοψηφία της εργατικής τάξης και των λαϊκών στρωμάτων.

Είχε προηγηθεί, κατά την έναρξη του ελληνοϊταλικού πολέμου, το Α΄ ανοιχτό γράμμα του ΓΓ της ΚΕ του ΚΚΕ Νίκου Ζαχαριάδη, το οποίο δημοσιεύτηκε στις 2 Νοέμβρη 1940 και που, ανάμεσα σε άλλα, καλούσε «…Δίπλα στο κύριο μέτωπο και Ο ΚΑΘΕ ΒΡΑΧΟΣ, Η ΚΑΘΕ ΡΕΜΑΤΙΑ, ΤΟ ΚΑΘΕ ΧΩΡΙΟ, ΚΑΛΥΒΑ ΜΕ ΚΑΛΥΒΑ, Η ΚΑΘΕ ΠΟΛΗ, ΣΠΙΤΙ ΜΕ ΣΠΙΤΙ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΓΙΝΕΙ ΦΡΟΥΡΙΟ ΤΟΥ ΕΘΝΙΚΟΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΤΙΚΟΥ ΑΓΩΝΑ. […] Επαθλο για τον εργαζόμενο λαό και επιστέγασμα για το σημερινό του αγώνα, πρέπει να είναι και θα είναι, μια καινούργια Ελλάδα της δουλειάς, της λευτεριάς, λυτρωμένη από κάθε ξένη ιμπεριαλιστική εξάρτηση, μ’ ένα πραγματικά παλλαϊκό πολιτισμό…».

Το ΕΑΜ έσωσε το λαό από την πείνα. Δημιούργησε φύτρα εξουσίας στις απελευθερωμένες περιοχές (Αυτοδιοίκηση, Λαϊκή Δικαιοσύνη). Τροφοδότησε τη λαϊκή πολιτιστική ανάταση. Στις 10 Μάρτη 1944
ορκίστηκε η Πολιτική Επιτροπή Εθνικής Απελευθέρωσης (ΠΕΕΑ),
το κεντρικό πολιτικό όργανο διοίκησης των απελευθερωμένων περιοχών.

Μετά από εκλογές (23 Απρίλη 1944), που έγιναν στις συνθήκες της Κατοχής, εκλέχτηκε το «Εθνικό Συμβούλιο» με έδρα τις Κορυσχάδες (30 Απρίλη 1944). Στις εκλογές ψήφισαν για πρώτη φορά οι γυναίκες και οι νέοι από 18 χρόνων. Συμμετείχαν περίπου 1.800.000 ψηφοφόροι. Σημειώνεται, ότι στις κοινοβουλευτικές εκλογές του 1936 είχαν πάρει μέρος 1.000.000 ψηφοφόροι.

Χάρη στη δράση του ΕΑΜ δεν στάλθηκε ούτε ένας εργάτης για να δουλέψει στα Γερμανικά εργοστάσια, με εξαίρεση αυτούς που είχαν συλλάβει ομήρους οι Γερμανοί. Χάρη στο ΕΑΜ δεν στάλθηκε ούτε ένας για να πολεμήσει κατά της Σοβιετικής Ενωσης, ενώ ο ΕΛΑΣ καθήλωσε 8 έως 12 εχθρικές μεραρχίες.

Χιλιάδες κομμουνιστές και άλλοι ΕΑΜίτες έδωσαν τη ζωή τους. Η Καισαριανή, το Κούρνοβο, η Ακροναυπλία, η Κοκκινιά, το Χαϊδάρι, ο Αϊ- Στράτης, είναι μερικοί μόνο από τους τόπους της θυσίας.

 

Το ΚΚΕ προσπαθεί να εκτιμήσει ολοκληρωμένα τη θετική και αρνητική εμπειρία από την 10ετία 1940-1949, στην προκειμένη περίπτωση από τα χρόνια 1941-1944, από την μεταπολεμική και την σχετικά πρόσφατη πολιτική ιστορία, σε διαφορετικές βεβαίως συνθήκες.

Η συνύπαρξη του ταξικού περιεχομένου της λαϊκής πάλης με το εθνικοαπελευθερωτικό, πέραν των άλλων πολιτικών και πολεμικών συγκρούσεων με τις στρατιωτικές οργανώσεις του «δωσιλογισμού», που έτσι κι αλλιώς περιείχαν και το ταξικό στοιχείο, επιβεβαιώνεται και από τις ένοπλες συγκρούσεις του ΕΛΑΣ με τις αντιχιτλερικές και τις αγγλόφιλες οργανώσεις, όπως ο ΕΔΕΣ. Στο ίδιο συμπέρασμα οδηγούν και οι συνεχείς προστριβές του ΕΛΑΣ με τους Εγγλέζους, η αμείωτη ιδεολογική και πολιτική πάλη των αστικών ελληνικών κυβερνήσεων της Μέσης Ανατολής κατά της ΠΕΕΑ και του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ, καθώς και η αιματηρή καταστολή, από τους Εγγλέζους και την ελληνική κυβέρνηση στο Κάιρο, της ηρωικής «Αντιφασιστικής Στρατιωτικής Οργάνωσης» (ΑΣΟ) τον Απρίλη του 1944.

Ηταν επομένως αναγκαίο να μελετηθεί η τακτική των Εγγλέζων και των εγχώριων αστικών δυνάμεων και να προσαρμοστεί ανάλογα η στρατηγική του ΚΚΕ.

Το ΚΚΕ, παρά τον ηρωικό αγώνα του, δεν ήταν επαρκώς στρατηγικά-πολιτικά προετοιμασμένο να θέσει το ζήτημα της κατάκτησης της εργατικής εξουσίας ως αποτέλεσμα της αντιστασιακής πάλης και έπαθλο του λαϊκού αγώνα. Ετσι, οδηγήθηκε στην υπαγωγή του ΕΛΑΣ στο Εγγλέζικο στρατηγείο της Μ. Ανατολής (5 Ιούλη 1943) και αργότερα στις συμφωνίες του Λιβάνου (20 Μάη 1944) και της Καζέρτας (26 Σεπτέμβρη 1944), για να διατηρήσει και να διευρύνει την «εθνική ενότητα». Δεν κατόρθωσε να διαμορφώσει τις προϋποθέσεις μιας πορείας που μπορούσε, τουλάχιστον από την άποψη του υποκειμενικού παράγοντα, να οδηγήσει στη νίκη.

Η κριτική αποτίμηση του κινήματός μας βρίσκεται σε απόλυτη αντίθεση με τη λαθολογία και τον μηδενισμό. Στοχεύει στην ισχυροποίηση του εργατικού και γενικότερα του λαϊκού κινήματος σήμερα. Αντίθετα ο εξωραϊσμός αντικειμενικά οδηγεί στην αποδυνάμωση και στον ιδεολογικό παροπλισμό.

 

Μετά τη νίκη της αντεπανάστασης στις πρώην σοσιαλιστικές χώρες (1989-1991), ξεκίνησε μια πιο συντονισμένη παγκόσμια προσπάθεια να ξαναγραφτεί η ιστορία του Β΄ παγκοσμίου πολέμου.

Ο ιμπεριαλισμός επιχειρεί να σβήσει την προσφορά του Κομμουνιστικού Κινήματος, να κρύψει τις κατακτήσεις του σοσιαλιστικού συστήματος. Επιδιώκει να καταστήσει τις νεότερες γενιές ευάλωτες στη μαύρη προπαγάνδα, να τις υποτάξει μαζικά στα σημερινά του εγκλήματα. Ο αντικομμουνισμός αποτελεί παγκόσμια ιδεολογική και πολιτική δράση των δυνάμεων του κεφαλαίου, προκειμένου να υψωθούν απέραστα τείχη, για να μη βγει ο κόσμος από το πισωγύρισμα που τον έφερε η αντεπανάσταση του 1989-1991.

Τα ιμπεριαλιστικά «κέντρα» συγκαλύπτουν ότι οι άδικοι πόλεμοι ξεπηδούν από τη φλέβα του καπιταλιστικού συστήματος, ότι δεν οφείλονται σε κάποιους μανιακούς, όπως συχνά παρουσιάζουν τον Χίτλερ και τον Μουσολίνι. Οι πόλεμοι γίνονται, επειδή υπάρχει η εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο, οι ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις για το μοίρασμα των αγορών, για τη «διέξοδο» από τις οικονομικές κρίσεις του καπιταλισμού μέσα από τη χειρότερη μορφή καταστροφής των παραγωγικών δυνάμεων, τον πόλεμο. Ακόμα, με στόχο την αναδιάταξη στο συσχετισμό δυνάμεων των ιμπεριαλιστικών κρατών.

Ταυτόχρονα αποσιωπούν το γεγονός ότι η ΕΣΣΔ κατέβαλε μεγάλες και πολύχρονες προσπάθειες για να αποσοβηθεί η πολεμική έκρηξη, ότι ακολουθούσε με συνέπεια πολιτική ειρήνης, επειδή μόνο από αυτή είχε συμφέρον για να οικοδομηθεί η σοσιαλιστική κοινωνία. Εχοντας καταργήσει την εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο, είχε καταργήσει και το κίνητρο της συμμετοχής στο μοίρασμα και στο ξαναμοίρασμα του κόσμου. Η Σοβιετική Ενωση υποχρεώθηκε να διεξάγει έναν πόλεμο που προκάλεσε ο ιμπεριαλισμός.

Κρύβουν επίσης επιμελώς ότι ο Β΄ παγκόσμιος πόλεμος αναθέρμανε τις ελπίδες των αντεπαναστατικών δυνάμεων στη Σοβιετική Ενωση, που τον είδαν ως τη μεγάλη ευκαιρία για την παλινόρθωση του καπιταλισμού και συμμάχησαν με τους Γερμανούς.

Τα αντικομμουνιστικά «κέντρα» ονοματίζουν σήμερα την Αντίσταση «τρομοκρατία»! Εμφανίζουν ως σφαγές αμάχων την παραδειγματική τιμωρία των «δωσίλογων». Προβάλουν ως βασική αιτία της δημιουργίας οργανώσεων τύπου «Ταγμάτων Ασφαλείας» και της συνεργασίας με τους κατακτητές, την ανάγκη «αθώων να προστατευθούν από το αιματηρό όργιο που εξαπέλυσαν εναντίον τους οι Κομμουνιστές»!

Αντιστρέφουν πλήρως την πραγματικότητα. Δεν είναι μόνο οι δυνάμεις του «Αξονα» που διέπραξαν εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας. Είναι και οι κυβερνήσεις των «δημοκρατικών» ιμπεριαλιστικών δυνάμεων. Από τα πιο χαρακτηριστικά εγκλήματα των ΗΠΑ - Βρετανίας ήταν ο βομβαρδισμός της Δρέσδης (13 προς 14 Φλεβάρη 1945), στη διάρκεια του οποίου η πόλη μεταμορφώθηκε σε σωρούς ερειπίων, χάθηκαν πάνω από 120.000 άνθρωποι και καταστράφηκε ανυπολόγιστης αξίας πολιτιστικός πλούτος. Κι αυτό παρότι ο βομβαρδισμός της Δρέσδης δεν είχε στρατιωτική σημασία. Σήμερα δεν λείπουν και εκείνοι που ισχυρίζονται ότι η Δρέσδη βομβαρδίστηκε μετά από απαίτηση του Στάλιν!! Ομως τα εργοστάσια της Γερμανίας, που οι ΗΠΑ είχαν επενδύσεις, παρέμειναν άθικτα.

Η έκρηξη αυτενέργειας, που έδειξε το μεγαλύτερο τμήμα του σοβιετικού λαού, η τέτοια προσήλωση στο στόχο και η συνειδητή πειθαρχία δεν μπορούσαν να υπάρξουν σε συνθήκες τρόμου σε βάρος του λαού, όπως ισχυρίζονται ότι υπήρχαν η ιμπεριαλιστική και η οπορτουνιστική προπαγάνδα. Δεν ήταν δυνατό να δράσουν σε συνθήκες τρόμου οι οικοδόμοι του σοσιαλισμού, που μετέφεραν στα ενδότερα της Σοβιετικής Ενωσης χιλιάδες εργοστάσια και επιχειρήσεις των δυτικών περιοχών, για να συνεχιστεί η παραγωγή. Οι οικοδόμοι του σοσιαλισμού που, μεσούντος του πολέμου, έχτιζαν από την αρχή τις ερειπωμένες περιοχές, όταν οι Γερμανικές στρατιές τις εγκατέλειπαν. Εκατοντάδες χιλιάδες γυναίκες έπιασαν δουλειά στα εργοστάσια αντικαθιστώντας στη παραγωγή τους άντρες που πολεμούσαν στο μέτωπο. Περισσότερες από 1 εκατομμύριο γυναίκες στα κολχόζ απέκτησαν τα επαγγέλματα της οδηγού και της μηχανικού. Πάνω από 200 χιλιάδες έγιναν υπεύθυνες συνεργείων και πρόεδροι κολχόζ, ενώ 1 εκατομμύριο πήραν μέρος στις μάχες, στο μέτωπο και στα αντάρτικα τμήματα.

Αλλά και οι τέτοιας έκτασης και βάθους γιγάντιες στρατιωτικές επιχειρήσεις, όπως αυτές που διεξήγαγε ο Κόκκινος Στρατός, ήταν αδύνατο να πραγματοποιηθούν δίχως την αυτοθυσία, την πρωτοβουλία και την ατομική υπευθυνότητα από τους πολιτικούς και στρατιωτικούς ιθύνοντες κάθε χώρου.

Οι ταξικές κοινωνικές αντιθέσεις υπάρχουν αντικειμενικά, είναι ασυμφιλίωτες και καμιά εκστρατεία για την εμπέδωση της «ταξικής συνεργασίας» δεν είναι σε θέση να τις εξαφανίσει. Είναι όμως σε θέση να επιβραδύνει την ταξική πάλη, αν δεν υπάρξει έγκαιρη αποκάλυψη και θωράκιση του εργατικού κινήματος.

Από αυτή την άποψη κρίνεται και αποκαλύπτεται η σκοπιμότητα μιας από τις βασικές μεθοδολογικές αρχές των «αναθεωρητών» της ιστορίας, να «εξηγήσουν» τα ιστορικά γεγονότα με τον εξορκισμό της πάλης των τάξεων, που την ονοματίζουν ξεπερασμένη μετά την κορύφωση των αντεπαναστατικών εξελίξεων του 1989-1991. Ετσι υπηρετούν το νέο συσχετισμό υπέρ του κεφαλαίου, καλυπτόμενοι πίσω από μια δήθεν αταξική θεώρηση της ιστορίας.

Σήμερα στα κράτη της καπιταλιστικής παλινόρθωσης της Κεντρικής και της Ανατολικής Ευρώπης η ιδεολογική και πολιτική τρομοκρατία εκφράζεται με την αναστύλωση των χιτλερικών συμβόλων, τις διώξεις κομμουνιστών, τις διακρίσεις σε βάρος τους, την εκτός νόμου θέση οργανώσεων. Παρόλα αυτά έρευνες σε διάφορες χώρες αποκαλύπτουν ότι μεγάλο ποσοστό των λαών τους επιθυμούν να ζήσουν στο σοσιαλιστικό καθεστώς.

Εξέχοντα ρόλο στη στρέβλωση της ιστορικής μνήμης παίζει η Ευρωπαϊκή Ενωση (ΕΕ). Πρωτοστατώντας στην αντικομμουνιστική υστερία, καθιέρωσε την 9η Μάη ως «Ημέρα της Ευρώπης», απαλείφοντας τη «Ημέρα της νίκης των λαών»! Καθόλου τυχαίο ότι η εκδίωξη των Γερμανικών στρατευμάτων από τον Κόκκινο Στρατό και η απελευθέρωση των χωρών της Ανατολικής Ευρώπης ονοματίζεται κατοχή! Στη Γερμανία και στην Αυστρία οι λιποτάκτες του Γερμανικού στρατού, που αυτομόλησαν στους αντιπάλους, κυρίως στο Σοβιετικό Στρατό, ουσιαστικά θεωρούνται «εθνική ντροπή»!

Καμία πλαστογραφία δε θα σβήσει τις εποποιίες: Του Στάλινγκραντ, του Λένινγκραντ, της Μόσχας, του Κουρσκ, της Σεβαστούπολης, όλων των ηρωίδων πόλεων. Των μικρότερων και μεγάλων μαχών του Κόκκινου Στρατού, του Κόκκινου Ναυτικού, της Κόκκινης Αεροπορίας, των παρτιζάνων στα μετόπισθεν, τον απίστευτο ηρωισμό εκατομμυρίων.

Αποτελούν μέρος του ιμπεριαλιστικού ιδεολογικού πολέμου η παραχάραξη της ιστορίας, η επιχείρηση «αποϊδεολογικοποίησης» της ιστοριογραφίας, η συκοφαντική ταύτιση του κομμουνισμού με τον φασισμό, του Στάλιν με το Χίτλερ, για να διαμορφωθούν υποταγμένες συνειδήσεις, να συκοφαντηθεί η ταξική πάλη και η προοπτική της.

Ο φασισμός γεννιέται στα σπλάχνα του καπιταλιστικού συστήματος. Αποτελεί μορφή άσκησης της εξουσίας των μονοπωλίων, που ο Χίτλερ και γενικότερα το εθνικοσοσιαλιστικό κόμμα του εξέφρασαν και υπηρέτησαν τα συμφέροντά τους. Αντίθετα ο Στάλιν και γενικά η σοβιετική εξουσία εξέφρασαν και υπηρέτησαν τα συμφέροντα των εκατομμυρίων της εργατικής τάξης και της φτωχής αγροτιάς.

Παράλληλα συνεχίζεται η αναπαραγωγή των προπαγανδιστικών αστικών επιχειρημάτων, που υποστηρίζονται ένθερμα από τον οπορτουνισμό, για το «μοίρασμα του κόσμου», που δήθεν συμφωνήθηκε στη Γιάλτα (11 Φλεβάρη 1945) ανάμεσα στην ΕΣΣΔ και στις ΗΠΑ - Βρετανία.

Στο υποτιθέμενο «μοίρασμα του κόσμου» ανακαλύπτουν την αιτία που ο Κόκκινος Στρατός δεν μπήκε στην Ελλάδα, με αποτέλεσμα το ΕΑΜ να νικηθεί από τη ντόπια άρχουσα τάξη και τους Εγγλέζους.

Ετσι απενοχοποιούν τις ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις της Βρετανίας και των ΗΠΑ στην Ελλάδα, ενώ ενοχοποιούν τον Κόκκινο Στρατό και τον προλεταριακό - σοσιαλιστικό διεθνισμό, την ένοπλη λαϊκή πάλη του Δεκέμβρη 1944 και των χρόνων 1946 - 1949, γιατί, παρά την ήττα της, φοβούνται τις παρακαταθήκες της. Ο ηρωικός αγώνας του λαού της Αθήνας και του Πειραιά τον Δεκέμβρη 1944, όπως και ο αγώνας του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας (ΔΣΕ) είναι ορόσημα.

 

Εξήντα πέντε χρόνια μετά το τέλος του Β΄ παγκόσμιου πολέμου τα διδάγματα από αυτόν ενισχύουν τη θεωρητική θέση ότι στην καπιταλιστική βαρβαρότητα ο σοσιαλισμός-κομμουνισμός αποτελεί τη μόνη εναλλακτική λύση.

Το ΚΚ ασκεί τον καθοδηγητικό του ρόλο στην πάλη της εργατικής τάξης για τη χειραφέτησή της, αν θεμελιώνει επιστημονικά τη στρατηγική του και κατορθώνει να συσπειρώνει δυνάμεις και να τροφοδοτεί αγώνες στην κατεύθυνση της στρατηγικής του. Η ιστορία του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος έδειξε ότι στο συνδυασμό της ταξικότητας με την επιστημονικότητα κρίνεται η ικανότητα του ΚΚ να εξασφαλίζει την επαναστατική ιδεολογική, πολιτική και οργανωτική του αυτοτέλεια. Σε τελευταία ανάλυση η αντικειμενική εκτίμηση της ταξικής διάρθρωσης μιας κοινωνίας, των εξελίξεων στο συσχετισμό δυνάμεων, της τακτικής του ταξικού αντίπαλου σε σχέση και με τις ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις, δεν μπορεί να γίνεται με άρνηση των νομοτελειών του επιστημονικού κομμουνισμού.

Το 18ο Συνέδριο του ΚΚΕ υπογράμμισε:

«Στην καπιταλιστική Δύση τα ΚΚ δεν διαμόρφωσαν στρατηγική μετατροπής του ιμπεριαλιστικού πολέμου ή του απελευθερωτικού αγώνα σε πάλη για την κατάκτηση της εξουσίας. Η στρατηγική του κομμουνιστικού κινήματος δεν αξιοποίησε το γεγονός ότι η αντίθεση κεφαλαίου - εργασίας περιεχόταν στον αντιφασιστικό - απελευθερωτικό χαρακτήρα του ενόπλου αγώνα για μια σειρά χώρες, ώστε να θέσει στην ημερήσια διάταξη το πρόβλημα της εξουσίας, αφού ο σοσιαλισμός και η κομμουνιστική προοπτική αποτελούν τη μόνη εναλλακτική λύση στην καπιταλιστική βαρβαρότητα».

Το ΚΚΕ, όπως και άλλα ΚΚ στην Ευρώπη, δεν ήταν προετοιμασμένο να αντιμετωπίσει τις αλλαγές στο συσχετισμό και στην τακτική της Βρετανίας, όταν πλέον έχαναν θέσεις οι δυνάμεις του «Αξονα». Μαζί με την προσπάθεια να νικήσει η πλευρά που κάθε μερίδα της αστικής τάξης είχε επιλέξει (με τη Γερμανία ή με τη Βρετανία), η σκέψη και ο στόχος όλων ήταν στραμμένα στις μεταπολεμικές - μετακατοχικές εξελίξεις. Η στρατηγική τους προσαρμόστηκε εξαρχής σε αυτή την κατεύθυνση, ιδιαίτερα μετά τη συντριβή των Γερμανών στο Στάλινγκραντ (2 Φλεβάρη 1943).

Αποδείχτηκε ακόμη, ότι οι εθνικές και ιστορικές ιδιαιτερότητες, που ασφαλώς υπάρχουν και πρέπει να παίρνονται σοβαρά υπόψη στην επεξεργασία της στρατηγικής, δεν αναιρούν τις νομοτέλειες του καπιταλισμού.         Οι «εθνικές ιδιαιτερότητες» έγιναν το πρόσχημα για την άρνηση νομοτελειών της ταξικής πάλης, της σοσιαλιστικής επανάστασης και οικοδόμησης, από διάφορα οπορτουνιστικά ρεύματα, μεταξύ αυτών και το μεταπολεμικό ρεύμα του λεγόμενου «ευρωκομμουνισμού».

Το νέο ρεύμα του οπορτουνισμού, στις μεταπολεμικές συνθήκες, δεν αφορούσε μόνο στο κίνημα της καπιταλιστικής Ευρώπης. Συντέλεσε στη διαμόρφωση νέων δυσκολιών και πιέσεων στην πορεία της σοσιαλιστικής οικοδόμησης.

 

Οι ΗΠΑ έγιναν η πιο ισχυρή καπιταλιστική χώρα, αλλά και πρώτη δύναμη παγκόσμια, πριν από το ξεκίνημα του Β΄ παγκόσμιου πολέμου. Αυτό στην πράξη υποχρεώθηκε να το αναγνωρίσει και η μέχρι τότε κοσμοκράτειρα Βρετανία, που από το 1940 είχε παραδώσει στις ΗΠΑ όσα στοιχεία διέθετε για την κατασκευή της ατομικής βόμβας.

Σε όλη τη διάρκεια του πολέμου οι ΗΠΑ δαπάνησαν 2 δισ. δολάρια για την κατασκευή της ατομικής βόμβας και τον Απρίλη του 1945 ήταν η μόνη κάτοχος.

Η χρήση της ατομικής βόμβας στη Χιροσίμα και στο Ναγκασάκι αποτελούσε την πιο εκκωφαντική επίδειξη ισχύος των ΗΠΑ και μέσον υπαγόρευσης των ιμπεριαλιστικών όρων στη διαμόρφωση της μεταπολεμικής παγκόσμιας τάξης. Ηταν έκφραση ανοιχτής πρόκλησης, απειλής και εκβιασμού προς τη Σοβιετική Ενωση, αλλά και προειδοποίησης προς τυχόν επίδοξους καπιταλιστικούς ανταγωνιστές των ΗΠΑ.

Η ατομική βόμβα εντασσόταν στη στρατηγική υπονόμευσης του σοσιαλιστικού συστήματος. Ηταν μέσον ψυχολογικού πολέμου και αποσταθεροποίησης.

Το διεθνές ιμπεριαλιστικό σύστημα υπερείχε στο συσχετισμό δυνάμεων και μετά τον πόλεμο, παρά την αναμφισβήτητη ενίσχυση των δυνάμεων του σοσιαλισμού με την απόσπαση από αυτό 10 χωρών (της Ανατολικής Ευρώπης και της Ασίας) και την κατακόρυφη άνοδο του διεθνούς πολιτικού και ηθικού κύρους της Σοβιετικής Ενωσης.

Ταυτόχρονα όμως, ενώ οι ΗΠΑ και οι σύμμαχοί της υλοποιούσαν την από τα χρόνια του πολέμου σχεδιασμένη νέα επίθεση, η Σοβιετική Ενωση προσπαθούσε να επουλώσει τις πληγές της, πραγματοποιώντας βεβαίως έναν ακόμη άθλο, εκείνον της ανοικοδόμησης.

Αμέσως μετά το τέλος του Β΄ παγκόσμιου πολέμου ο ιμπεριαλισμός, υπό την ηγεμονία των ΗΠΑ, ξεκίνησε τον «ψυχρό πόλεμο», έχοντας χαράξει αποφασιστικά τη στρατηγική του: Υπονόμευση και ανατροπή του σοσιαλιστικού συστήματος.

Ο «ψυχρός πόλεμος» σήμαινε οργάνωση του ψυχολογικού πολέμου, ένταση των στρατιωτικών εξοπλισμών για να εξουθενωθεί οικονομικά η ΕΣΣΔ, δημιουργία τεράστιων δικτύων υπονόμευσης και φθοράς του σοσιαλιστικού συστήματος από μέσα, ανοιχτές προκλήσεις και υποδαύλιση αντεπαναστατικών εξελίξεων, διαφοροποιημένη οικονομική και διπλωματική πολιτική απέναντι στα νέα συμμαχικά προς την ΕΣΣΔ κράτη της σοσιαλιστικής οικοδόμησης.

Με το «σχέδιο Μάρσαλ» (9 Ιούνη 1947), το οποίο αποσκοπούσε στην οικονομική ανόρθωση της καπιταλιστικής Ευρώπης, οι ΗΠΑ, που δεν είχαν γνωρίσει τον πόλεμο στο έδαφός τους, έδωσαν διέξοδο στα συσσωρευμένα κεφάλαιά τους, ενίσχυσαν την επιρροή τους στην ευρωπαϊκή αγορά και γενικότερα. Συγκρότησαν νέους οργανισμούς διεθνούς δανεισμού (ΔΝΤ, Παγκόσμια Τράπεζα) και διεθνικές συμφωνίες εμπορίου (GATT). Με το «δόγμα Τρούμαν» ενίσχυσαν την οικονομική, πολιτική και στρατιωτική τους επιρροή στην Ανατολική Μεσόγειο, στηρίζοντας οικονομικά, πολιτικά και στρατιωτικά την αστική τάξη της Ελλάδας κατά του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας, καθώς επίσης και την αστική τάξη στην Τουρκία.

Οι ΗΠΑ και οι Ευρωπαίοι σύμμαχοί τους, με πολιορκητικό κριό το ΝΑΤΟ (4 Απρίλη 1949) και ειδικότερα την καπιταλιστική Ομοσπονδιακή Γερμανία, που την ανοικοδόμησαν σε ελάχιστο χρονικό διάστημα για να λειτουργήσει ως «παράδειγμα» δήθεν υπεροχής του καπιταλισμού απέναντι στο σοσιαλισμό, αξιοποίησαν κάθε αντικομμουνιστική δυνατότητα που υπήρχε στις λαϊκές δημοκρατίες και υποκίνησαν αντεπαναστατικά γεγονότα, σε συμμαχία βεβαίως με τις εσωτερικές αστικές και οπορτουνιστικές δυνάμεις, όπως για παράδειγμα στη Γερμανική Λαοκρατική Δημοκρατία (17 Ιούνη 1953) και στην Ουγγαρία (23 Οκτώβρη - 10 Νοέμβρη 1956).

Το διεθνές ιμπεριαλιστικό σύστημα ακολούθησε επεξεργασμένη στρατηγική και ευέλικτη τακτική διπλωματικών και οικονομικών σχέσεων απέναντι στα νέα εργατικά καθεστώτα, που είχε στόχο: Να διασπάσει τη συμμαχία τους με την ΕΣΣΔ. Να ενδυναμώσει τις προϋποθέσεις οπορτουνιστικής διάβρωσής τους, που θα οδηγούσε στην καπιταλιστική παλινόρθωση.

Σε αυτές τις συνθήκες το Κομμουνιστικό Κίνημα στην Ευρώπη δεν κατόρθωσε να διαμορφώσει ενιαία στρατηγική απέναντι στη στρατηγική του διεθνούς ιμπεριαλιστικού συστήματος. Οπως υπογράμμισε το 18ο Συνέδριο του ΚΚΕ:

«Η έλλειψη τέτοιας στρατηγικής σε ΚΚ δεν μπορεί να δικαιολογηθεί από τον αρνητικό συσχετισμό δύναμης, λόγω της στρατιωτικής παρουσίας των αμερικάνικών και βρετανικών στρατευμάτων σε μια σειρά χώρες της Δυτικής Ευρώπης. Τα ΚΚ οφείλουν να διαμορφώνουν τη στρατηγική τους ανεξάρτητα από το συσχετισμό δύναμης. Σημειώθηκε σταδιακή υποχώρηση από τη θέση ότι ανάμεσα στον καπιταλισμό και το σοσιαλισμό δε μεσολαβεί κάποιο ενδιάμεσο κοινωνικό σύστημα, επομένως και ενδιάμεση πολιτική εξουσία ανάμεσα στην αστική και την επαναστατική εργατική εξουσία».

Εξαιρετικά αδύνατο ήταν και το ιδεολογικό μέτωπο κατά της σοσιαλδημοκρατίας, χρησιμοποιώντας και τον διαχωρισμό ανάμεσα στη δεξιά και αριστερή της πτέρυγα.

 

Η πρόσφατη οικονομική κρίση όξυνε τους ανταγωνισμούς, τις αντιθέσεις ανάμεσα στα καπιταλιστικά κράτη και στις διάφορες ιμπεριαλιστικές συμμαχίες τους. Η κοινή στρατηγική τους ενάντια στην εργατική τάξη και τα λαϊκά στρώματα δεν εξαλείφει το σκληρό ανταγωνισμό για το μοίρασμα των αγορών.

Ο λυσσαλέος ενδοϊμπεριαλιστικός ανταγωνισμός υπογραμμίζει ότι η ανθρωπότητα κάθε άλλο παρά έχει απαλλαγεί από τον κίνδυνο ενός νέου πιο γενικευμένου πολέμου.

Το εθνικό πεδίο πάλης παραμένει για την εργατική τάξη και τα λαϊκά στρώματα ο κύριος χώρος δράσης και ανατροπής. Οσες πολιτικές δυνάμεις διακηρύσσουν ότι είναι ξεπερασμένο, είτε περιφρουρούν τα συμφέροντα του κεφαλαίου είτε έχουν παραιτηθεί και συμβιβαστεί, αρκούμενες στον εξωραϊσμό του καπιταλιστικού συστήματος. Ο συνεπής ταξικός αγώνας στην κάθε χώρα είναι η προϋπόθεση για να υπάρχει συνεπής και αποτελεσματική διεθνής δράση.

Δεν υπάρχει άλλη απάντηση από την πολιτική γραμμή που συμβάλλει στην ανάπτυξη του προλεταριακού διεθνισμού, της αντιιμπεριαλιστικής αλληλεγγύης και της κοινής δράσης, της διεθνούς ενότητας της εργατικής τάξης, της συσπείρωσης της με τους μικρομεσαίους αγρότες και τους αυτοαπασχολούμενους της πόλης.

Το ΚΚΕ και τώρα και τότε, στα χρόνια του πολέμου, ανέδειχνε τη δύναμη που έχει ο λαός, όταν θελήσει να δράσει και να οργανώσει τον αγώνα του.

Τότε, όπως και σήμερα, οι αστικές πολιτικές δυνάμεις και τα όργανά τους προσπαθούσαν να ενσπείρουν στη λαϊκή συνείδηση την ηττοπάθεια, τη «φρονιμάδα». Τότε έσπειραν την ηττοπάθεια υποστηρίζοντας ότι οι Χιτλερικές στρατιές ήταν αήττητες, πως η αναμέτρηση μαζί τους ισοδυναμούσε με τρέλα. Ανάμεσα σε άλλα, βαφτίζουν σήμερα αποκοτιά την αντιιμπεριαλιστική πάλη ενάντια στο ΝΑΤΟ, σε κάθε ιμπεριαλιστική συμμαχία, εμφανίζουν ως επιζήμια την πάλη κατά την ΝΑΤΟποίησης του Αιγαίου. Για άλλη μια φορά επιβεβαιώνεται ότι είναι άλλη η πατρίδα του κεφαλαίου και άλλη του λαού μέσα στο αστικό κράτος.

Αποδείχθηκε, πως όταν υπάρχει μια πρωτοπορία έτοιμη και αποφασισμένη, η λαϊκή ανταπόκριση στο κάλεσμα θα έρθει. Ο συσχετισμός των δυνάμεων δεν μένει παγωμένος.

 

Ηανάγκη θα φέρει και την οργή. Η εποχή μας είναι εποχή περάσματος από τον καπιταλισμό στο σοσιαλισμό. Ο 21ος θα είναι ο αιώνας της αναζωογόνησης του Κομμουνιστικού Κινήματος, των νέων κοινωνικών επαναστάσεων, που θα φέρουν με μεγαλύτερη ωριμότητα και σταθερότητα την εργατική τάξη και τις άλλες λαϊκές δυνάμεις στην πολιτική εξουσία, για να είναι η ικανοποίηση των λαϊκών αναγκών κριτήριο της οικονομικής, κοινωνικής οργάνωσης και ανάπτυξης.

Μάης 2010
Η ΚΕ του ΚΚΕ