ΑΠΟ ΤΟΝ ΟΠΟΡΤΟΥΝΙΣΜΟ ΣΤΗΝ ΑΣΤΙΚΗ ΔΙΑΚΥΒΕΡΝΗΣΗ. ΤΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ ΤΟΥ SPD

Πρίγκιπας Μαξ: «Κύριε Εμπερτ, σας εμπιστεύομαι το γερμανικό Ράιχ»1.

Φρίντριχ Εμπερτ: «Εχασα δύο γιους για αυτό το Ράιχ»2.

 

Η παραπάνω στιχομυθία έλαβε χώρα στο Βερολίνο στις 9 Νοέμβρη 1918 κατά την οικειοθελή παράδοση της Καγκελαρίας από τον Πρίγκιπα Μαξ στο Φρίντριχ Εμπερτ. Στον πρίγκιπα Μαξ της Βάδης ανατέθηκε η ηγεσία μιας βραχύβιας κυβέρνησης της χώρας3 τις τελευταίες ημέρες του πολέμου με στόχο την πρόληψη των επαναστατικών εξελίξεων και τη διαπραγμάτευση με τους συμμάχους για τη σύναψη ειρήνης. Ποιος είναι όμως ο άνθρωπος ο οποίος ανέλαβε το Ράιχ; Ποιος είναι ο άνθρωπος που θυσίασε δύο γιους στον αγώνα του Ράιχ, δηλαδή στον αγώνα των γερμανικών μονοπωλίων για την κατάκτηση νέων αγορών; Ο άνθρωπος αυτός είναι ο Φρίντριχ Εμπερτ, ηγέτης του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος Γερμανίας (SPD)4, του μεγαλύτερου κόμματος της Γερμανίας και μεγαλύτερου εργατικού κόμματος στην Ευρώπη προπολεμικά.

Η κατάκτηση της γερμανικής Καγκελαρίας στις 9 Νοέμβρη από τον ηγέτη του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος και η συμμετοχή του κόμματος σε αυτή (αλλά και την προηγούμενη ολιγοήμερη κυβέρνηση Μαξ) ανέδειξε ένα καινούριο φαινόμενο στην ιστορία του εργατικού κινήματος. Το νέο αυτό φαινόμενο δεν είναι άλλο από τη μετατροπή οπορτουνιστικών κομμάτων, δηλαδή κομμάτων που αποτελούν φορείς της αστικής ιδεολογίας μέσα στο εργατικό κίνημα, σε καθαρόαιμα αστικά κόμματα, δηλαδή κόμματα που διαχειρίζονται τα γενικά συμφέροντα της τάξης που έχει την εξουσία, δηλαδή τα μέσα παραγωγής, στα χέρια της. Πρόκειται για ένα φαινόμενο που έχει απασχολήσει το κομμουνιστικό κίνημα από την πρώτη στιγμή διαμόρφωσής του, ωστόσο η ιστορική πείρα από τη δράση και την πολιτική γραμμή σημαντικού τμήματος του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος αποδεικνύει ότι χρειάζεται περισσότερο εμβάθυνση σε αυτό, ιδιαίτερα από τα Κομμουνιστικά Κόμματα που παραμένουν πιστά στον αγώνα για την επαναστατική ανατροπή της καπιταλιστικής και την οικοδόμηση της κομμουνιστικής κοινωνίας.

Η ανάθεση της διακυβέρνησης από την αστική τάξη στα πρόθυμα οπορτουνιστικά κόμματα (όποια ταμπέλα κι αν έχουν αυτά κατά καιρούς: σοσιαλδημοκρατικά, σοσιαλιστικά, εργατικά, ακόμα και κομμουνιστικά) επαναλήφθηκε πολλές ακόμα φορές, ιδιαίτερα σε περιόδους όπου απειλούνταν η εξουσία της αστικής τάξης. Φαίνεται ότι η προσπάθεια επιστράτευσης «στα δύσκολα» των «αριστερών» κομμάτων που μένουν πιστά στο σύστημα αποκτά την ισχύ νομοτέλειας στη διεξαγωγή της ταξικής πάλης· νομοτέλειας, την οποία τα επαναστατικά κόμματα πρέπει να έχουν πάντα κατά νου.5 Σε αυτό το άρθρο όμως δε θα μας απασχολήσουν όλες οι αντίστοιχες περιπτώσεις, αλλά θα σταθούμε στη συγκεκριμένη περίπτωση της Γερμανίας και της πορείας ανάδειξης του SPD σε στυλοβάτη των συμφερόντων του γερμανικού καπιταλισμού.

Η μελέτη της πορείας διολίσθησης των οπορτουνιστικών κομμάτων σε καθαρά και χωρίς προσχήματα αστικές θέσεις και πολιτικές έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον στη χώρα μας ενόψει και της επιχειρούμενης αναπαλαίωσης του αστικού πολιτικού σκηνικού και του νέου ρόλου που επιφυλάσσει η αστική τάξη στο ΣΥΡΙΖΑ. Πρόκειται για ένα κόμμα με αστική (σοσιαλδημοκρατική) πολιτική γραμμή που αξιοποιεί το κομμουνιστικό παρελθόν συνιστωσών του (εξ ου και οπορτουνιστικό) για να περάσει αυτή τη γραμμή στο κίνημα, κόμμα στο οποίο, κατά την πρόσφατη διεκδίκηση της αστικής εξουσίας, επιταχύνθηκαν οι τάσεις μετατροπής του σε καθαρόαιμο «σοβαρό και υπεύθυνο» αστικό πολιτικό κόμμα (κυβέρνησης ή «αξιωματικής» αντιπολίτευσης), που πάνω του μπορεί να «ακουμπήσει» η αστική τάξη.

Φυσικά υπάρχουν σημαντικές διαφορές μεταξύ ενός κόμματος όπως το SPD και του ΣΥΡΙΖΑ. Το SPD ξεκίνησε ως εργατικό κόμμα στο οποίο, υπό την επιρροή των Μαρξ και Ενγκελς, κυριαρχούσαν επαναστατικές θέσεις. Στους κόλπους του όμως μαζί με τους επαναστάτες συνυπήρχαν και ρεφορμιστές, όπως άλλωστε και σε όλα σχεδόν τα εργατικά κόμματα της Β΄ Διεθνούς. Σε μια πορεία οι ρεφορμιστικές αντιλήψεις κυριάρχησαν, ενώ στη συνέχεια η μετάλλαξη βάθυνε, μετατρέποντας το SPD σε κόμμα της αστικής διακυβέρνησης. Ο ΣΥΡΙΖΑ, από την άλλη, ξεκίνησε ως μικροαστικό δεξιό οπορτουνιστικό κόμμα από τα σπλάχνα του ελληνικού κομμουνιστικού κινήματος για να τείνει να μετατραπεί σε καθαρόαιμο αστικό κόμμα. Παρά τις σημαντικές διαφορές, η πορεία μετάλλαξης των οπορτουνιστικών κομμάτων προς την κατεύθυνση της πλήρους αστικοποίησης παρουσιάζει κοινά χαρακτηριστικά, όπως ελπίζουμε να γίνει κατανοητό στη συνέχεια.

 

ΤΟ SPD ΠΡΙΝ ΤΟΝ ΠΟΛΕΜΟ:
Η ΜΑΧΗ ΜΕ ΤΟΝ ΟΠΟΡΤΟΥΝΙΣΜΟ

 Το SPD της περιόδου που προηγήθηκε του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου ήταν το πιο μεγάλο κόμμα του διεθνούς πολιτικού ρεύματος της σοσιαλδημοκρατίας. Γι’ αυτό οι εξελίξεις σε αυτό αντανακλούσαν περισσότερο από κάθε άλλο κόμμα τις διεργασίες που συντελούνταν αυτή την περίοδο σε ολόκληρη την ευρωπαϊκή, κυρίως, σοσιαλδημοκρατία. Η σοσιαλδημοκρατία γεννήθηκε και έκανε τα πρώτα της βήματα ως τμήμα του εργατικού κινήματος, στο οποίο όμως συνυπήρχαν οι επαναστατικές και οι ρεφορμιστικές, οι μεταρρυθμιστικές αντιλήψεις. Πιο αναλυτικά, στα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα της περιόδου συνυπήρχαν από τη μία η άποψη ότι ο καπιταλισμός δεν εξανθρωπίζεται και πρέπει να ανατραπεί επαναστατικά για να οικοδομηθεί πάνω στα συντρίμμια του ο κομμουνιστικός τρόπος οργάνωσης της οικονομίας και της κοινωνίας και από την άλλη η άποψη ότι με τις κατάλληλες μεταρρυθμίσεις και αφήνοντας αναλλοίωτα τα θεμελιώδη χαρακτηριστικά της καπιταλιστικής οικονομίας και κοινωνίας (καπιταλιστική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής, το κέρδος ως κριτήριο παραγωγής, αστικός κοινοβουλευτισμός κλπ.) μπορούσε να δημιουργηθεί μία κοινωνία φιλική προς τους εργαζόμενους.

Η αντιπαράθεση ανάμεσα στα επαναστατικά και τα ρεφορμιστικά στοιχεία οξυνόταν όλο και περισσότερο στις αρχές του 20ού αιώνα για να κορυφωθεί με το ξέσπασμα του ιμπεριαλιστικού πολέμου, την προδοτική στάση σχεδόν του συνόλου των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων απέναντι σε αυτόν, αλλά και την ανακήρυξη κάποιων από αυτά σε κόμματα της αστικής εξουσίας. Ετσι φτάσαμε στη γενίκευση του σχίσματος στους κόλπους της σοσιαλδημοκρατίας και στην εμφάνιση του κομμουνιστικού κινήματος και των κομμουνιστικών κομμάτων, η οποία σήμαινε την κατάκτηση της πολιτικής, ιδεολογικής και οργανωτικής αυτοτέλειας των επαναστατών που πάλευαν για την ανατροπή της καπιταλιστικής και την οικοδόμηση της σοσιαλιστικής-κομμουνιστικής κοινωνίας.6 Αυτό το σχίσμα εκφράστηκε και με τη διάλυση της σοσιαλδημοκρατικής Β΄ Διεθνούς και τη δημιουργία της κομμουνιστικής Γ΄ Διεθνούς.

Η παραπάνω αναφορά στην ιστορία της σοσιαλδημοκρατίας είναι απαραίτητη για να εντοπιστούν οι σημαντικές διαφορές των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων και ιδιαίτερα του SPD της περιόδου μέχρι τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο με τα σημερινά σοσιαλδημοκρατικά κόμματα. Εκκινώντας από την εμπειρία της πλήρους αστικής μετάλλαξης των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων και κοιτώντας προς τα πίσω, θα μπορούσαμε να πούμε ότι αυτά τα κόμματα παρουσίασαν μια συνεχή πορεία μετάλλαξης με κάποιες σημαντικές «ασυνέχειες». Από επαναστατικά εργατικά κόμματα μεταλλάχθηκαν σε οπορτουνιστικά κόμματα και από οπορτουνιστικά σε αστικά-κυβερνητικά κόμματα.

Το SPD αποτελεί το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα των παραπάνω εξελίξεων. Στις αρχές του 20ού αιώνα, το SPD ήταν ένα κόμμα με εργατική σύνθεση που επικαλούνταν την επαναστατική ανατροπή της καπιταλιστικής κοινωνίας. Αριθμούσε πάνω από ένα εκατομμύριο μέλη, εργάτες στη συντριπτική τους πλειοψηφία, ενώ τα προσκείμενα σε αυτό συνδικάτα αριθμούσαν δυόμισι εκατομμύρια μέλη, μάχιμα στην πλειοψηφία τους.7 Οσον αφορά την πορεία μετάλλαξης του, θα μπορούσαμε να διατυπώσουμε την άποψη ότι η πρώτη «ασυνέχεια» ήταν η περίοδος της πρώτης 10ετίας-15ετίας του 20ού αιώνα, στο τέλος της οποίας η επικράτηση του οπορτουνισμού ήταν συντριπτική, ενώ η δεύτερη «ασυνέχεια» συντελέστηκε αμέσως μετά, στην περίοδο στην οποία θα επικεντρώσουμε εδώ και η οποία ξεκινάει λίγο πριν τον τερματισμό του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου.

Οπως φαίνεται και από τα χρονικά διαστήματα, η πρώτη περίοδος, αυτή της επικράτησης του οπορτουνισμού επί των επαναστατικών στοιχείων, είναι πολύ πιο μακρόχρονη και σκληρή από τη δεύτερη, αυτή της μετατροπής των οπορτουνιστικών κομμάτων σε στυλοβάτες του συστήματος. Αυτό είναι λογικό, αφού η οπορτουνιστική πολιτική γραμμή είναι -όσον αφορά την ταξική της ουσία- αστική πολιτική γραμμή, προσαρμοσμένη στις ανάγκες διείσδυσής της μέσα στις γραμμές του εργατικού κινήματος. Ετσι, από τη στιγμή που αυτή η πολιτική γραμμή κυριαρχήσει σε ένα εργατικό κόμμα, από τη στιγμή που το «κάστρο παρθεί», είναι λογικό να ελαχιστοποιούνται οι όποιες αντιστάσεις και η ταχύτητα μετάλλαξης να αυξάνεται ραγδαία. Αλλωστε αυτά τα κόμματα έγιναν κυβερνητικά κόμματα ακριβώς στη βάση της αντίληψής τους ότι με μια σειρά μεταρρυθμίσεις, οι οποίες δε θα θίγουν τα θεμέλια του καπιταλιστικού συστήματος, μπορούν να εξασφαλιστούν ευνοϊκές συνθήκες ζωής και εργασίας για την εργατική τάξη.

Το συμπέρασμα της επιτάχυνσης της αστικής μετάλλαξης μέσω της συμμετοχής στην αστική διακυβέρνηση είναι ένα πολύ σημαντικό συμπέρασμα για το κομμουνιστικό κίνημα, το οποίο έχει βιώσει και περιπτώσεις κομμουνιστικών κομμάτων, στα οποία κυριάρχησε η μεταρρυθμιστική αντίληψη, ενώ η ταχύτητα μετάλλαξής τους επιταχύνθηκε μετά τη συμμετοχή και αξιοποίησή τους σε αστικές κυβερνήσεις. Το κομμουνιστικό κίνημα πρέπει να προβληματιστεί περισσότερο στη βάση της πείρας του σοσιαλδημοκρατικού κινήματος, το οποίο ξεκίνησε με τη θέση ότι μια εργατική κυβέρνηση που θα εμφανιστεί στο έδαφος του καπιταλισμού, χωρίς ρήξη με την καπιταλιστική ιδιοκτησία, μπορεί όχι μόνο να φέρει τη βελτίωση της ζωής των εργαζόμενων αλλά και να ανοίξει το δρόμο για το ολοκληρωτικό πέρασμα στην εργατική εξουσία.

Πλευρές πάντως αυτής της επιτάχυνσης της αστικής μετάλλαξης στο εσωτερικό των οπορτουνιστικών κομμάτων ζήσαμε και με το ΣΥΡΙΖΑ στις πρόσφατες εκλογές, ο οποίος μπροστά στο σοβαρό ενδεχόμενο κατάκτησης της αστικής διακυβέρνησης έκανε πολύ σημαντικές υποχωρήσεις, εγκαταλείποντας αρκετά από τα φραστικά ριζοσπαστικά αιτήματα που διατύπωνε στις εκλογές της 6ης Μάη.

Ας επιστρέψουμε όμως στην περίπτωση του SPD. Η περίοδος από τη νομιμοποίηση του κόμματος το 18908 μέχρι και το 1912 χαρακτηρίζεται από την εδραίωση και αύξηση των θέσεών του στη γερμανική κοινωνία, την ταχύτατη αύξηση της εκλογικής του επιρροής9, αλλά και την εμφάνιση της οξείας διαπάλης μέσα στο κόμμα μεταξύ της επαναστατικής και της μεταρρυθμιστικής πολιτικής γραμμής (ιδιαίτερα από τα τελευταία 2-3 χρόνια του 19ου αιώνα και μετά). Ο θάνατος του Α. Μπέμπελ το 1913 και η ανάληψη της καθοδήγησης του κόμματος από το Φρίντριχ Εμπερτ μπορεί να θεωρηθεί ως ορόσημο της συντριπτικής κυριαρχίας του οπορτουνισμού στο κόμμα.

Στην ίδια περίοδο, ρόλο επιταχυντή των εξελίξεων προς όφελος της μεταρρυθμιστικής αντίληψης, ιδιαίτερα σε μία χώρα σαν τη Γερμανία, έπαιξαν οι θέσεις του κόμματος απέναντι στον πόλεμο, οι οποίες χαρακτηρίζονταν από συνεχή υποχώρηση από τις επαναστατικές θέσεις. Ετσι, ενώ π.χ. το 1898 το κόμμα είχε αντιταχθεί σε όλες τις αυξήσεις των στρατιωτικών δαπανών, το 1903 αντιτάχθηκε μόνο σε όσους στρατιωτικούς νόμους απαιτούσαν επιπλέον φορολόγηση των εργατών, το 1912 αντιτάχθηκε μόνο στους στρατιωτικούς νόμους που συνεπάγονταν την επιβολή έμμεσων φόρων στα καταναλωτικά αγαθά, για να φτάσουμε στις 4 Αυγούστου 1914, τη λεγόμενη μέρα της «Μεγάλης Προδοσίας», όταν το κόμμα υπερψήφισε στο γερμανικό κοινοβούλιο, το Ράιχσταγκ, όλες τις πολεμικές πιστώσεις, υιοθετώντας καθαρά σοσιαλπατριωτική στάση και θέτοντας το κόμμα στην υπηρεσία των ιμπεριαλιστικών επιδιώξεων της γερμανικής αστικής τάξης.10 Οπως χαρακτηριστικά σημείωνε η Ρ. Λούξεμπουργκ, το γνωστό διεθνιστικό σύνθημα «Προλετάριοι όλων των χωρών ενωθείτε» είχε μετατραπεί από τη σοσιαλδημοκρατία σε «Προλετάριοι όλων των χωρών ενωθείτε στις ειρηνικές περιόδους, ενώ σε περιόδους πολέμου αλληλοσφαχτείτε».

Εξαίρεση σε αυτή την πορεία αποτέλεσε η στάση του κόμματος το 1907, όταν καταψήφισε στο Ράιχσταγκ την επιθετική αποικιοκρατική πολιτική της Γερμανίας στις αποικίες του Τόγκο και του Καμερούν στην Αφρική.11 Μάλιστα το κόμμα πλήρωσε εκλογικά αυτή του τη θέση, αφού προβλήθηκε επίμονα από τα άλλα κόμματα ως προδοτικό για τα εθνικά συμφέροντα. Οι εκλογές που έγιναν την ίδια χρονιά ήταν οι μόνες από την άρση του λεγόμενου Αντι-σοσιαλιστικού νόμου το 1890 μέχρι τον πόλεμο στις οποίες το κόμμα σημείωσε εκλογική κάμψη (οι έδρες του μειώθηκαν από 79 στις 43). Δυστυχώς, απ’ ότι φαίνεται αυτή η «εκλογική πίεση» αποτέλεσε επιπλέον παράγοντα πίεσης για «προσαρμογή» και «διόρθωση» της θέσης του σε κατεύθυνση στήριξης των επιδιώξεων της γερμανικής αστικής τάξης.12

Οσον αφορά τώρα την εκλογική άνοδο του κόμματος, όλη αυτή την περίοδο φαίνεται ότι όχι μόνο δεν καλλιεργούσε αλλά αντιστρατευόταν την ανάπτυξη της αντικαπιταλιστικής συνείδησης των Γερμανών εργαζόμενων. Η ιστορία του SPD έδειξε ότι όσο πιο πολύ απομακρυνόταν το κόμμα από την επαναστατική θεωρία και πράξη, όσο πιο μεγάλη ήταν η κυριαρχία του οπορτουνισμού στις γραμμές του, τόσο πιο γρήγορα αυξάνονταν τα εκλογικά ποσοστά του, τόσο πιο πολύ μεγάλωνε η ψαλίδα ανάμεσα στο εκλογικό του ποσοστό και στο επίπεδο της ταξικής πάλης. Και όταν λέμε επίπεδο της ταξικής πάλης δεν εννοούμε μόνο τον αριθμό των συνδικαλισμένων και τον αριθμό των κάθε είδους κινητοποιήσεων, αλλά και την κατεύθυνση των αγώνων, το βαθμό απαγκίστρωσης πλατιών εργατικών μαζών από την αστική ιδεολογία και τους αστικούς «μονόδρομους». Ενδεικτική είναι η εξής αναφορά: «Η σταθερή ανάπτυξη του εργατικού κινήματος μέχρι τον πόλεμο δεν αποτελούσε ένδειξη αυξανόμενου ριζοσπαστισμού, αλλά έκφραση μιας γενικευμένης αντίληψης ότι “Εμείς, οι εργάτες, ανήκουμε στη σοσιαλιστική δημοκρατία”»13.

Ακριβώς αυτή η αύξηση του αριθμού των εργατών που μπαίνουν σε κίνηση χωρίς ταυτόχρονο μπόλιασμά τους με τη ριζοσπαστική, την επαναστατική ιδεολογία, αποτέλεσε -όπως θα δούμε- το καλύτερο όπλο του συστήματος, τόσο για την ακίνδυνη αξιοποίηση των εργατών στις πολεμικές του επιδιώξεις, όσο και για την επιτυχή αναχαίτιση του μεταπολεμικού επαναστατικού ρεύματος.

 

Η ΕΔΡΑΙΩΣΗ ΤΟΥ SPD ΩΣ ΚΥΒΕΡΝΗΤΙΚΟΥ ΚΟΜΜΑΤΟΣ

 Από τα τέλη του Σεπτέμβρη του 1918 η Ανώτατη Στρατιωτική Διοίκηση14 βεβαιώθηκε ότι ο πόλεμος είναι αδύνατον να κερδηθεί. Η κατάσταση αυτή σε συνδυασμό με την επαναστατική «μόλυνση» σημαντικής μερίδας των Γερμανών στρατιωτών και τη σοσιαλιστική επανάσταση στη Ρωσία δημιουργούσε ένα εκρηκτικό σκηνικό για τους Γερμανούς βιομήχανους. Ενας γερμανικός Οκτώβρης ήταν ίσως πολύ κοντά. Μπροστά σε αυτή την κατάσταση, η αστική τάξη αποφάσισε να πάρει την κατάσταση στα χέρια της. Δεν υπάρχει καλύτερη περιγραφή της προσπάθειας «κατάσβεσης» της επαναστατικής πυρκαγιάς από αυτή του Ρόμπερτ Μπος, ιδιοκτήτη της ομώνυμης βιομηχανίας ηλεκτρικών ειδών: «Οταν το σπίτι σου καίγεται, θα χρησιμοποιήσεις και βρωμόνερα». Αυτά τα βρωμόνερα δεν ήταν τίποτα άλλο από τη γερμανική σοσιαλδημοκρατία, η οποία άλλωστε από τον πόλεμο είχε αποδείξει τη συστράτευσή της με τη γερμανική αστική τάξη.15

Στη συνέχεια ανέλαβε ο αντιδραστικός στρατηγός Λούντερντορφ, ο οποίος πρότεινε τη δημιουργία «κυβέρνησης του λαού» με τη συμμετοχή των υπαρχόντων κομμάτων -του SPD, του Κόμματος του Κέντρου και των Φιλελεύθερων- υπό τον πρίγκιπα Μαξ της Βάδης. Το SPD δέχτηκε για άλλη μία φορά να «βοηθήσει την πατρίδα σε αυτή τη δύσκολή ώρα». Με τη συμμετοχή του σε αυτή τη βραχύβια κυβέρνηση ανέλαβε για πρώτη φορά κυβερνητικές ευθύνες, αναλαμβάνοντας να βγάλει «τα κάστανα από τη φωτιά» της ηττημένης στον πόλεμο γερμανικής αστικής τάξης, κατασβήνοντας ταυτόχρονα τις «φωτιές» που έκαιγαν «από τα κάτω», από την πλευρά της γερμανικής εργατικής τάξης.

Οι σοσιαλδημοκράτες παρουσίασαν τη συμμετοχή τους σε αυτή τη βραχύβια κυβέρνηση ως «επανάσταση από τα πάνω». Δηλαδή παρουσίασαν ως επανάσταση, ως αλλαγή δηλαδή της τάξης που βρίσκεται στην εξουσία, τις αναγκαίες προσαρμογές στις οποίες προχώρησε ένα αστικό κράτος16 που μόλις έβγαινε από έναν πόλεμο, ενώ ταυτόχρονα απειλούνταν από ένα επαναστατικό κύμα.17 Παρά τις σημαντικότατες ιστορικές διαφορές, η λογική της «επανάστασης από τα πάνω» των προδοτών σοσιαλδημοκρατών του 1918 και η λογική «ειρηνική επανάσταση μέσω της συμμετοχής σε κυβέρνηση» που προπαγάνδιζε ο ΣΥΡΙΖΑ έχουν τον ίδιο πυρήνα: Επικαλούνται τη ριζική αλλαγή και την επανάσταση για να τις αποτρέψουν, ταυτίζουν την επανάσταση με την αλλαγή της σύνθεσης της αστικής κυβέρνησης, αποκόβουν την επανάσταση από τη δράση της εργατικής τάξης, η οποία πρέπει να πάρει στα χέρια της τα συγκεντρωμένα μέσα παραγωγής και να οικοδομήσει με την καθοδήγηση του κόμματός της τη νέα κοινωνία.

Η εξέγερση των ναυτών του Κίελου, που λάμβανε χώρα την ίδια περίοδο, αποτέλεσε τη σπίθα για να ξεσπάσει η επαναστατική πυρκαγιά σε ολόκληρη τη Γερμανία.18 Σε λίγες μέρες το επαναστατικό ρεύμα συνεπήρε σχεδόν ολόκληρη τη Γερμανία. Συμβούλια στρατιωτών, ναυτών και εργατών συγκροτούνταν σε όλες σχεδόν τις γερμανικές πόλεις. Οι κόκκινες σημαίες κυμάτιζαν παντού. Η επαναστατική πυρκαγιά ήταν εκτός ελέγχου. Επρεπε γρήγορα να ξεριζωθούν οι πυρήνες, τα κύτταρα της νέας εξουσίας που είχαν δημιουργηθεί σε πολλές πόλεις. Αν δε γινόταν αυτό έγκαιρα, τότε το καρκίνωμα του κομμουνισμού, που ήδη είχε κάνει την εντυπωσιακή του εμφάνιση στο σώμα του γερμανικού καπιταλισμού, θα πάθαινε μετάσταση σε όλα του τα μέρη και ο θάνατός του θα ήταν το μόνο σίγουρο αποτέλεσμα.

Είχε έρθει η ώρα να αξιοποιηθούν τα «βρωμόνερα» της σοσιαλδημοκρατίας. Ο σοσιαλδημοκράτης βουλευτής Νόσκε πήγε ως κυβερνητικό στέλεχος πλέον στο επαναστατημένο Κίελο. Με το κύρος του παλιού σοσιαλδημοκράτη, ο Νόσκε αυτοανακηρύχθηκε κυβερνήτης του Κίελου, άρπαξε την προεδρία του Συμβουλίου των στρατιωτών και γρήγορα κατέπνιξε «από τα πάνω» την εξέγερση. Οπως έγραφε τριάντα χρόνια αργότερα: «Αν εκείνη την εποχή έπαιρνα και μετέφερα την κόκκινη σημαία της εξέγερσης, τότε από το Κίελο θα απλωνόταν σε όλη τη Γερμανία ένα κύμα που τις διαστάσεις του δεν μπορεί να υπολογίσει κανείς σήμερα»19. Η ίδια μέθοδος ακολουθήθηκε και στις υπόλοιπες πόλεις. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του σοσιαλδημοκράτη πρωθυπουργού της Στουτγάρδης Βίλχελμ Μπλος, ο οποίος έκανε τα πάντα «για να προστατέψει το κράτος από μία δικτατορία τύπου μπολσεβίκων», όπως έλεγε ο ίδιος. Οι σοσιαλδημοκράτες, αφού διακήρυξαν την «επανάσταση από τα πάνω», μπήκαν μέσα στις εξεγέρσεις για να προλάβουν και να στραγγαλίσουν εν τη γενέσει της την επανάσταση «από τα κάτω», από την εργατική τάξη.

Φυσικά, αυτή η επανάσταση «από τα κάτω» προϋπέθετε την ύπαρξη επαναστατικού κόμματος της εργατικής τάξης. Αυτές τις ημέρες όμως τέτοιο κόμμα δεν υπήρχε. Αν και είχε διαμορφωθεί ένας κομμουνιστικός πυρήνας, αυτός παρέμενε σιδεροδέσμιος μέσα στα ασφυκτικά γι’ αυτόν πλαίσια του σοσιαλδημοκρατικού κόμματος, με συνέπεια να μην μπορεί να παίξει το ρόλο του ως πρωτοπορία της εργατικής εξέγερσης. Η αναγκαιότητα πλήρους οργανωτικής ρήξης αυτού του κομμουνιστικού πυρήνα συνειδητοποιήθηκε στο έδαφος της εξελισσόμενης αντεπανάστασης δύο περίπου μήνες αργότερα. Δυστυχώς όμως πλέον ήταν αργά.

Ενώ οι επαναστάτες ταλαντεύονταν γι’ αυτή την οργανωτική ρήξη, οι αντεπαναστάτες δεν είχαν καμία ταλάντευση. Αυτό φάνηκε και όταν στις 9 Νοέμβρη η επανάσταση έφτασε στην πρωτεύουσα, στο Βερολίνο. Τότε ξέσπασε μεγάλη απεργία, οι απεργοί συμφιλιώθηκαν με τους στρατιώτες και κατέλαβαν τα στρατόπεδα και πολλά κυβερνητικά κτήρια. Πλέον απαιτούνταν τεράστιες δόσεις «βρωμόνερων». Ο πρίγκιπας Μαξ παραιτείται και παραδίδει οικειοθελώς την Καγκελαρία του Ράιχ στον ηγέτη των σοσιαλδημοκρατών, στον Εμπερτ. Η αιτιολόγηση από τον ίδιο της απόφασής του δε χωράει κανένα σχολιασμό: «Σκέφτηκα: είναι σχεδόν βέβαιο ότι η επανάσταση θα νικήσει. Δεν μπορούμε να την καταστείλουμε, ίσως όμως καταφέρουμε να την πνίξουμε»20. Μία ώρα αργότερα ο σοσιαλδημοκράτης Σάιντεμαν κηρύσσει από ένα παράθυρο του Ράιχσταγκ την «Ελεύθερη Γερμανική Δημοκρατία» για να προλάβει αυτό που έγινε λίγες ώρες μετά, την ανακήρυξη από τον Λίμπκνεχτ της «Ελεύθερης Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας της Γερμανίας». Το αποτέλεσμα ήταν το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα να μη συμμετέχει απλώς στην αστική κυβέρνηση (όπως έκανε από τις αρχές του μήνα), αλλά να έχει και την κεφαλή της, τον Καγκελάριο του Ράιχ.

Οι διαδικασίες σχηματισμού της κυβέρνησης έχουν ιδιαίτερη σημασία και σημαντικά κοινά στοιχεία με ζητήματα της τρέχουσας πολιτικής αντιπαράθεσης: Πρώτον, ο Εμπερτ κατάφερε να τραβήξει στην κυβέρνηση και το Ανεξάρτητο Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα21, προσπαθώντας και με αυτό τον τρόπο να τραβήξει ακόμα και τους απογοητευμένους με το SPD εργάτες στην «κυβερνητική στρούγκα» και να χρησιμοποιήσει τους «Ανεξάρτητους» ως «φύλλο συκής» της αντεπανάστασης. Η προσπάθεια αυτή έγινε από την πλευρά του SPD με τα επιχειρήματα περί «ενότητας των σοσιαλιστών» και «τερματισμού της σοσιαλιστικής διχόνοιας», επιχειρήματα τα οποία αξιοποιούνται στο έπακρο και στις μέρες μας για την ενσωμάτωση και τον αφοπλισμό του κινήματος. Δεύτερον, ιδιαίτερη σημασία έχει η στάση του Λίμπκνεχτ της ομάδας Σπάρτακος22, τον οποίο οι «Ανεξάρτητοι» πρότειναν να συμμετέχει στην κυβέρνηση. Ο Λίμπκνεχτ αρνήθηκε κατηγορηματικά, πηγαίνοντας κόντρα στο ρεύμα των προσδοκιών και των αυταπατών που είχαν δημιουργηθεί. Οι εργάτες πίεζαν τον Λίμπκνεχτ να συμμετάσχει στην κυβέρνηση γιατί τον θεωρούσαν ως το πιο συνεπές στοιχείο της σοσιαλδημοκρατίας (το Κομμουνιστικό Κόμμα Γερμανίας δεν είχε ιδρυθεί ακόμα και η ομάδα Σπάρτακος συμμετείχε ως «αριστερή πτέρυγα» στο Ανεξάρτητο Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα) και εγγύηση ότι η κυβέρνηση θα πραγματοποιούσε τις δεσμεύσεις της και πάνω απ’ όλα τη γρήγορη σύναψη ειρήνης.

Ετσι, στις 10 Νοέμβρη η συνεδρίαση της Γενικής Συνέλευσης των «επαναστατικών» Συμβουλίων των Εργατών και των Στρατιωτών του Βερολίνου, η οποία αποτελούνταν στη συντριπτική τους πλειοψηφία από σοσιαλδημοκράτες, κατέληξε στο σχηματισμό κυβέρνησης συνεργασίας του SPD και των «Ανεξάρτητων» υπό την Καγκελαρία του Εμπερτ. Η καινούρια κυβέρνηση πήρε την ονομασία «Συμβούλιο των Λαϊκών Επιτρόπων» για να υπενθυμίζει στους εργαζόμενους ότι πρόκειται για μία κυβέρνηση που προέκυψε από την …«επανάσταση από τα πάνω». Πρόκειται για πρωτάκουστη απάτη της πολύ έμπειρης και ικανής γερμανικής αστικής τάξης, η οποία βάφτισε την κυβέρνηση που ήταν επιφορτισμένη με την αντεπανάσταση ως «Κυβέρνηση των Σοβιέτ». Αλλη μία ιστορική απόδειξη του γεγονότος ότι το όνομα της κυβέρνησης δεν έχει σε τίποτα να κάνει με το ταξικό περιεχόμενο της πολιτικής της. Ας θυμηθούμε και τα δικά μας περί «σοσιαλιστικής κυβέρνησης» παλαιότερα ή «κυβέρνησης της αριστεράς» σήμερα.

Ιδιαίτερο ρόλο στη στάση των εργατών απέναντι στη νέα αντεπαναστατική κυβέρνηση έπαιξε η απαράδεκτη καθυστέρηση στη δημιουργία επαναστατικού κόμματος από τα επαναστατικά στοιχεία στη Γερμανία. Το γεγονός ότι δεν υπήρχε επαναστατικό κόμμα «να τους χαλάσει τη σούπα» δημιουργούσε στους εργάτες την ιδέα ότι αφού όλα τα εργατικά κόμματα ήταν μαζί στην κυβέρνηση, δεν υπήρχε καμία περίπτωση προδοσίας ή τουλάχιστον δεν υπήρχε άλλη προοπτική.

Αντί με αποφασιστικότητα να διαχωρίσουν τη θέση τους από τα μεταλλαγμένα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα, οι Γερμανοί επαναστάτες «βολόδερναν» ανάμεσά τους, έχοντας την αντίληψη ότι με αυτό τον τρόπο προστάτευαν την ενότητα του εργατικού κινήματος και ότι μπορούσαν να «τραβήξουν προς τα αριστερά» τους κεντριστές, ακόμα και κάποιους δεξιούς μέσα σε αυτά τα κόμματα. Η ιστορία από τότε έχει αποδείξει ότι το ζήτημα της ταξικής ενότητας του εργατικού κινήματος όχι μόνο δεν περνάει μέσα από την ενότητα στην κορυφή του εργατικού κινήματος, αλλά προϋποθέτει την ανοιχτή πολιτική, ιδεολογική και οργανωτική σύγκρουση με τα συμβιβαστικά στοιχεία μέσα σε αυτό. Μόνο έτσι διασφαλίζεται η πολιτική αυτοτέλεια του κινήματος της εργατικής τάξης σε όλες τις φάσεις.

Αυτή η αυτοτέλεια τελικά δεν μπόρεσε να κερδηθεί έγκαιρα στη Γερμανία. Η αγωνία για την ενότητα στην κεφαλή του κινήματος παρέδωσε το κίνημα σιδηροδέσμιο στην αγκαλιά της αντεπανάστασης και τσάκισε οποιαδήποτε προοπτική επικράτησης της επανάστασης και ταξικής ενότητας στη βάση. Τελικά αυτό που πέτυχαν με τη διστακτικότητα και τις αυταπάτες τους οι επαναστάτες είναι η ενότητα των αντεπαναστατικών στοιχείων και η στοίχιση πίσω τους αρκετών επαναστατικών στοιχείων τα οποία σταδιακά τραβήχτηκαν «προς τα δεξιά». Οπως σημείωνε και ο Λένιν: «Το μεγάλο ατύχημα και ο κίνδυνος για την Ευρώπη είναι ότι δεν υπάρχει στην Ευρώπη ένα επαναστατικό κόμμα. Υπάρχουν κόμματα προδοτών τύπου Σάιντεμαν, Ρενοντέλ, Χέντερσον, Βεμπ και Σία ή λακέδων τύπου Κάουτσκι. Δεν υπάρχει ένα κόμμα επαναστατικό»23. Επαληθεύτηκε με τραγικό τρόπο για άλλη μια φορά ότι η εργατική τάξη συγκροτείται ως κυρίαρχη τάξη πρώτα απ’ όλα με το κόμμα της ή με άλλα λόγια ότι δεν μπορεί να γίνει και να διατηρηθεί ως κυρίαρχη τάξη αν δε διαθέτει το δικό της επαναστατικό κόμμα.

Ο σχηματισμός αντεπαναστατικής κυβέρνησης ξεκίνησε με τη λογική της ανάθεσης και του εφησυχασμού, με τον Εμπερτ να δηλώνει ότι «οι εργάτες και οι στρατιώτες δε χρειάζεται να ανησυχούν για τα κοινωνικά επιτεύγματα της επανάστασης», τα οποία θα εξασφάλιζε το Συμβούλιο των Λαϊκών Επιτρόπων, το γερμανικό …Ανώτατο Σοβιέτ. Αρα, όχι εξουσία της εργατικής τάξης, όχι δημιουργία της νέας κοινωνίας με τα ίδια τα χέρια της εργατικής τάξης, αλλά ανάθεση και εφησυχασμός. Η αντεπαναστατική κυβέρνηση, θέλοντας να αποτρέψει την προοπτική μετεξέλιξης των Συμβουλίων σε όργανα επαναστατικής πάλης, αρχικά τους προσέδωσε τον κάλπικο και εφησυχαστικό χαρακτήρα των «οργάνων εξουσίας». Στη συνέχεια αναίρεσε και αυτό το χαρακτηρισμό, κάνοντας λόγο για «όργανα ελέγχου»24, για να περάσουμε λίγο μετά στον Σάιντεμαν να αναιρεί και αυτό τον κάλπικο χαρακτηρισμό και να δηλώνει ότι: «Ο,τι είναι να ελεγχθεί, θα το ελέγξουμε εμείς». Πολύ γρήγορα τα Συμβούλια καταργήθηκαν και τυπικά για να εδραιωθεί στη Δημοκρατία της Βαϊμάρης, ένα σύστημα καθαρού αστικού κοινοβουλευτισμού.

Η συνέλευση των Συμβουλίων ανακήρυξε ότι: «η Γερμανία έγινε Δημοκρατία, μια Σοσιαλιστική Δημοκρατία […] Οι φορείς της πολιτικής εξουσίας είναι τώρα τα Συμβούλια των εργατών και των στρατιωτών», ενώ καθησύχαζε τη γενικευμένη απαίτηση για κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής, διαβεβαιώνοντας ότι: «Η γρήγορη και συνεπής κοινωνικοποίηση των καπιταλιστικών μέσων παραγωγής, με βάση την κοινωνική δομή της Γερμανίας και το βαθμό ωρίμανσης της οικονομικής και πολιτικής της οργάνωσης, είναι πραγματοποιήσιμη χωρίς έντονες αναταραχές».25 Το «χωρίς έντονες αναταραχές» σήμαινε ότι δεν έπρεπε να αγωνιστούν οι εργάτες γι’ αυτή την κοινωνικοποίηση, αλλά να έμεναν ήσυχοι ότι αυτή θα πραγματοποιούνταν από τα πάνω, με τα διατάγματα του «Συμβουλίου των Λαϊκών Πληρεξουσίων».

Χαρακτηριστική είναι η τοποθέτηση του Λίμπκνεχτ, ο οποίος κόντρα στο ρεύμα δήλωνε: «Πρέπει να ρίξω νερό στο κρασί του ενθουσιασμού σας. Η αντεπανάσταση βρίσκεται ήδη εν εξελίξει. Βρίσκεται εδώ, ανάμεσά μας». Ο ηγέτης των Γερμανών επαναστατών αποδοκιμάστηκε από τις μάζες, οι οποίες… ορκίζονταν στην επανάσταση. Επίσης σημείωνε: «Μπορεί να αρκεστεί το προλεταριάτο στην εξουδετέρωση των Χοεντσόλερν26; Ποτέ πια! Η κατάργηση της κυριαρχίας των τάξεων, της εκμετάλλευσης και της καταπίεσης, η εγκαθίδρυση του σοσιαλισμού - αυτός είναι ο σκοπός μας. Η σημερινή κυβέρνηση αυτοονομάζεται σοσιαλιστική. Μέχρι τώρα, όμως, ενήργησε μόνο για τη διατήρηση της καπιταλιστικής ατομικής ιδιοκτησίας».27

Την ίδια μέρα, ενώ στην αίθουσα της συνεδρίασης οι εκλεγμένοι αντιπρόσωποι των Συμβουλίων ζητωκραύγαζαν υπέρ της επανάστασης και της νέας «επαναστατικής» κυβέρνησης, ο Εμπερτ ήρθε από το γραφείο του σε συμφωνία με την Ανώτατη Στρατιωτική Διοίκηση υπό το στρατηγό Γκρένερ, αντικαταστάτη του Λούντεντορφ, συνάπτοντας το λεγόμενο σύμφωνο Εμπερτ-Γκρένερ28. Τα στρατεύματα του Ράιχ ήταν στη διάθεση της «επανάστασης από τα πάνω», δηλαδή της αντεπανάστασης. Ο ίδιος ο Γκρένερ δήλωνε το 1925: «Το απόγευμα της 10ης Νοέμβρη έκλεισα με το Λαϊκό Επίτροπο Εμπερτ τηλεφωνικά μία συμμαχία με στόχο την καταπολέμηση της επανάστασης. Από την αρχή κιόλας παλέψαμε μαζί ενάντια στην επανάσταση και μάλιστα, κάτω από δική μου πρωτοβουλία, σύμφωνα με το δικό μου καθορισμό στόχων και με όλα τα μέσα που εγώ θεωρούσα κατάλληλα για τη συντριβή της επανάστασης»29. Η ανάλυση του Λένιν επιβεβαιώθηκε και στη Γερμανία: «Ο σοσιαλσωβινισμός είναι ολοκληρωμένος οπορτουνισμός. Εχει ωριμάσει για μια ανοιχτή, συχνά πρόστυχη, συμμαχία με την αστική τάξη και τα γενικά επιτελεία»30.

Αντί της κοινωνικοποίησης όμως - στην οποία θα σταθούμε παρακάτω - ήρθε η ταξική ειρήνη. Μετά από την επαίσχυντη «Burgfrieden», την ταξική ειρήνη που είχαν υποσχεθεί οι γερμανοί σοσιαλδημοκράτες για τη διάρκεια του πολέμου, ήρθε η ανανέωση της ταξικής ειρήνης και για τη διάρκεια της ειρήνης. Στις 15 Νοέμβρη οι συμβιβασμένοι συνδικαλιστές ηγέτες ήρθαν σε συνεννόηση με τους μεγαλοκαπιταλιστές και ίδρυσαν τη λεγόμενη Κεντρική Εργατική Ενωση. Με αυτήν οι καπιταλιστές πέταγαν λίγα πρόσκαιρα ψίχουλα στους εργάτες και αντ’ αυτού εξασφάλιζαν την υποστήριξη της διοίκησης των συνδικάτων στα ζωτικά γι’ αυτούς ζητήματα, την αποτροπή της κοινωνικοποίησης, την αθώωση των επιχειρήσεων που κερδοσκοπούσαν στον πόλεμο κλπ. Για άλλη μια φορά επιβεβαιώθηκε ότι οι καπιταλιστές είναι διατεθειμένοι να κάνουν κάποιες παραχωρήσεις, πάντα κάτω από την πίεση του εργατικού κινήματος, μόνο εφόσον αυτές διευκολύνουν την απειλούμενη σταθερότητα της εξουσίας τους και εφόσον φυσικά αυτές οι παραχωρήσεις δε δυσκολεύουν την καπιταλιστική αναπαραγωγή. Βέβαια ούτε αυτές οι κατακτήσεις είναι στέρεες στο έδαφος της κυριαρχίας των μονοπωλίων. Αυτό αποδείχτηκε και στην περίπτωση αυτή όταν, μετά τη σταθεροποίηση του γερμανικού καπιταλισμού στη Δημοκρατία της Βαϊμάρης και ακόμα πιο γρήγορα μετά το ξέσπασμα της παγκόσμιας καπιταλιστικής κρίσης το 1929, όλες αυτές οι κατακτήσεις αναιρέθηκαν.

Η εφημερίδα του Σπάρτακου επέμενε κόντρα στο ρεύμα του εφησυχασμού και της ανάθεσης, υποστηρίζοντας ότι: «Δεν έχει λυθεί το ζήτημα με την καθαίρεση μερικών Χοεντσόλερν, πολύ λιγότερο αν προστεθούν στην ηγεσία μερικοί κυβερνητικοί σοσιαλιστές παραπάνω. Αυτοί υποστηρίζουν εδώ και τέσσερα χρόνια την αστική τάξη και δεν μπορούν να κάνουν τίποτε άλλο από το να συνεχίσουν να την υποστηρίζουν. Μην εμπιστεύεστε αυτούς που πιστεύουν ότι έχουν το δικαίωμα να διευθύνουν τις τύχες σας από την έδρα του Καγκελάριου του Ράιχ και τις υπουργικές θέσεις. Οχι στην κάλυψη των θέσεων από τα πάνω προς τα κάτω· καινούρια οργάνωση της εξουσίας από τα κάτω προς τα πάνω»31.

Το Συνέδριο των Συμβουλίων του Ράιχ32, που έλαβε χώρα στο Βερολίνο από τις 16 ως τις 21 Δεκέμβρη 1918, έλυσε το ζήτημα της εξουσίας προς όφελος της αστικής τάξης. Η απάντηση στο ζήτημα «εργατική εξουσία στη βάση των συμβουλίων ή εθνοσυνέλευση» απαντήθηκε με τον ακριβώς αντίθετο τρόπο απ’ ό,τι απάντησε η Οκτωβριανή Επανάσταση στη Ρωσία. Το Συνέδριο αποφάσισε το πέρασμα της εξουσίας στην Εθνοσυνέλευση που θα προέκυπτε μετά τις εκλογές που ορίστηκαν για τις 19 Γενάρη 1919. Ο αστικός κοινοβουλευτισμός είχε θριαμβεύσει μέσα από το …Συνέδριο των Εργατικών Συμβουλίων.

Στις αρχές Γενάρη και αφού το πρώτο επαναστατικό κύμα είχε αποκρουστεί επιτυχώς υπό την καθοδήγηση της κυβέρνησης με κορμό το SPD, ξεκίνησε από το Βερολίνο η μεγάλη αντεπαναστατική αντεπίθεση.33 Η επιβολή της τάξης έπρεπε να ξεκινήσει από το «ανήσυχο» Βερολίνο και να εξαπλωθεί σε ολόκληρη τη χώρα. Οπως έλεγε ο Γκρένερ: «Μέσα Φλεβάρη το Μούνστερ και η περιοχή του Ρουρ, το δεύτερο τρίτο του Φλεβάρη η βιομηχανική περιοχή της Κεντρικής Γερμανίας, αρχές Μάρτη και πάλι το Βερολίνο στην κατάπνιξη της γενικής απεργίας, αρχές Μάρτη επίσης το Μπράουνσβαϊχ, τον Απρίλη το Ελεύθερο Κράτος της Σαξονίας»34, ενώ το Μάη ακολούθησε το Μόναχο κλπ.

Στο Βερολίνο όλα άρχισαν με αφορμή το «ξήλωμα» του λαοφιλή αστυνομικού διευθυντή του Βερολίνου Αϊχορν και την αντικατάστασή του από μέλος του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος, η οποία ξεσήκωσε θύελλα αντιδράσεων, πανεργατική απεργία με τεράστια επιτυχία και εντέλει εξέγερση με κατάληψη κυβερνητικών κτηρίων, εφημερίδων κλπ. Η εξέγερση έπρεπε να στραγγαλιστεί. Ο σοσιαλδημοκράτης Νόσκε (ο άνθρωπος που λίγες βδομάδες πριν πήγε στο Κίελο για να πνίξει την εξέγερση ανακηρύσσοντας τον εαυτό του ηγέτη της) είπε το φοβερό: «Τι να γίνει! Κάποιος πρέπει να γίνει το αιμοβόρο σκυλί. Εγώ δε φοβάμαι τις ευθύνες»35. Αυτό το σοσιαλδημοκρατικό σκυλί της αντεπανάστασης πήρε την κατάσταση στα χέρια του. Εκανε έκκληση για την ανάπτυξη των παραστρατιωτικών ακροδεξιών σωμάτων εθελοντών, γνωστών ως Freikorps36, χρηματοδότησε και στήριξε την ανάπτυξή τους και τους κάλεσε να παίξουν πιο ενεργό ρόλο στην κατάπνιξη της εξέγερσης.

Το αποτέλεσμα ήταν το Βερολίνο να πνιγεί στο αίμα των εργατών. Αποκορύφωμα του οργίου της καθοδηγούμενης από τους σοσιαλδημοκράτες αντεπαναστατικής βίας ήταν η άγρια δολοφονία των ηγετών του ΚΚ, των «σπαρτακιστών» Καρλ Λίμπκνεχτ και Ρόζας Λούξεμπουργκ στις 15 Γενάρη 1919.37 Η γερμανική σοσιαλδημοκρατία απέδειξε ότι εκτός από το καρότο ήξερε πολύ καλά να χρησιμοποιεί και το μαστίγιο της αντεπανάστασης. Η ανταμοιβή από την αστική τάξη τα επόμενα 14 χρόνια της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης θα ήταν αντίστοιχη των υπηρεσιών της.

Συμπερασματικά, μπορούμε να πούμε ότι το γενικό αποτέλεσμα της δράσης του SPD κατά την Επανάσταση του Νοέμβρη ήταν η περιφρούρηση και διατήρηση της αστικής κρατικής μηχανής και η συνέχεια της στις νέες μεταπολεμικές συνθήκες. Ενδεικτικό είναι το σχόλιο του σοσιαλδημοκράτη Χ. Βίνκλερ στο πρόσφατο βιβλίο του «Βαϊμάρη, η Ανάπηρη Δημοκρατία», στο οποίο χαρακτηρίζει ως υπερσυνέχεια τη διακυβέρνηση των σοσιαλδημοκρατών στα τέλη του 1918 και το 1919, ακριβώς για να αναδείξει την πλήρη απουσία επαναστατικής ρήξης σε αυτή την περίοδο.

Ο επίσης σοσιαλδημοκράτης Γκούσταφ Αουερνχάιμερ ξεχωρίζει κι αυτός το μεγάλο σοσιαλδημοκρατικό κατόρθωμα της περιόδου, υποστηρίζοντας ότι «παρά τις διαφοροποιήσεις […] η έννοια “αστική κοινωνία” φαίνεται ως πρόσφορη για τον χαρακτηρισμό της ιστορικής συνέχειας της Γερμανίας στο ίδιο χρονικό διάστημα. Ο πυρήνας της αστικής κοινωνίας - η ατομική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής - πήρε άλλη μορφή αλλά δεν καταργήθηκε. Η επανάσταση του 1918, με την πτώση της Μοναρχίας, σηματοδοτεί μία διπλή ρήξη: Αφενός η αρχή της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας απελευθερώθηκε από τους τελευταίους φεουδαλικούς περιορισμούς, αφετέρου κατόρθωσε να αντιμετωπίσει με επιτυχία τον κίνδυνο των κοινωνικοποιήσεων, αν και παράλληλα υποχρεώθηκε σε διάφορες (σ.σ. πολύ πρόσκαιρες, όπως θα δούμε) υποχωρήσεις κοινωνικοκρατικού χαρακτήρα. Η έννοια “αστική κοινωνία” μπορεί να χρησιμοποιηθεί για έναν επιπλέον λόγο, εφόσον περιλαμβάνει κατά κάποιο τρόπο ως αντίποδά της το προλεταριάτο και το κίνημα χειραφέτησής του»38.

 

ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΠΟΙΗΣΗ ΧΩΡΙΣ …ΚΑΤΑΡΓΗΣΗ
ΤΗΣ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑΣ

 Ας επιστρέψουμε όμως για λίγο στο ζήτημα της κοινωνικοποίησης των μέσων παραγωγής, το οποίο παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Η απαίτηση πραγματοποίησης αυτής της κοινωνικοποίησης ως απαραίτητης προϋπόθεσης για τη βελτίωση της ζωής των εργαζόμενων είχε μάλλον πλειοψηφική επιρροή στις εργατικές συνειδήσεις. Η συνειδητοποίηση όμως αυτής της αναγκαιότητας δε συνοδευόταν από τη διαπαιδαγώγηση στους όρους πραγματοποίησής της, δηλαδή στην αναγκαιότητα η εργατική τάξη «να βάλει πλάτη» και να πραγματοποιήσει η ίδια αυτό το καθήκον, φέρνοντας τα «πάνω κάτω» στο πεδίο ακριβώς που κρίνεται το ποια τάξη έχει την εξουσία στα χέρια της, στο πεδίο της οικονομίας. Ο συνδυασμός της απαίτησης κοινωνικοποίησης των μέσων παραγωγής από τη μία με τη συντριπτική κυριαρχία των κοινοβουλευτικών αυταπατών από την άλλη έδωσε τη δυνατότητα στη γερμανική αστική τάξη να αξιοποιήσει προς όφελός της τις εξελίξεις και σε αυτό τον τομέα.

Μέσα στην Επανάσταση του Νοέμβρη, η «επανάσταση από τα πάνω», δηλαδή η κυβέρνηση συνεργασίας SPD και Ανεξάρτητου Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος που έφερε το βαρύγδουπο τίτλο του Συμβουλίου των Λαϊκών Επιτρόπων, σύστησε στις 21 Νοέμβρη 1918 τη λεγόμενη «Επιτροπή Κοινωνικοποίησης» με επικεφαλής τον «Ανεξάρτητο» κεντριστή Κάουτσκι και μέλη της αστούς οικονομολόγους, οπορτουνιστές πολιτικούς, ακόμα και μεγάλους επιχειρηματίες. Την ίδια περίοδο οι δρόμοι της Γερμανίας πλημμύριζαν από πανό που ανέγραφαν: «Η κοινωνικοποίηση παρελαύνει», «Ο Σοσιαλισμός είναι εδώ». Ετσι η «επανάσταση από τα πάνω» υποσχέθηκε και την κοινωνικοποίηση «από τα πάνω», η οποία -όπως ήδη έχουμε σημειώσει- καθόλου δε θα έπρεπε να ανησυχεί τους εργάτες, αφού μπορούσε να πραγματοποιηθεί «ήρεμα και χωρίς ταραχές».

Ταυτόχρονα με τις διαβεβαιώσεις περί «ήσυχης» κοινωνικοποίησης και τη σύσταση αντίστοιχων επιτροπών, οι σοσιαλδημοκράτες προσπαθούσαν να ξεριζώσουν από τη συνείδηση των εργαζόμενων την αναγκαιότητα της κοινωνικοποίησης των μέσων παραγωγής. Από το Συνέδριο των Συμβουλίων κιόλας ο Χίλφερντινγκ, εισηγητής των «Ανεξάρτητων», σημείωνε ότι η κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής δεν είναι απλό ζήτημα, αλλά μια δύσκολη διαδικασία. Το SPD ισχυριζόταν ότι στην κατάσταση που βρίσκεται η μεταπολεμική γερμανική οικονομία δεν υπάρχουν περιθώρια για δαπανηρά «πειράματα» και γι’ αυτό το ζήτημα έπρεπε να τεθεί όταν η (καπιταλιστική) οικονομία σηκωνόταν και πάλι στα πόδια της.39 Επίσης προπαγάνδιζαν ότι οι νικητές Σύμμαχοι μπορεί να έπαιρναν τις «κοινωνικοποιημένες» επιχειρήσεις ως μέρος των αποζημιώσεων. Ταυτόχρονα όμως σημείωναν ότι, ανεξαρτήτως συνθηκών, με την κοινωνικοποίηση υπάρχει ο κίνδυνος της γραφειοκρατίας και ότι εντέλει είναι ενάντια στη φύση του ανθρώπου. Φαίνεται ότι οι σοσιαλδημοκράτες είχαν ανακαλύψει και το γονίδιο της ατομικής ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής και ως καλοί «γιατροί στο πλευρό του άρρωστου καπιταλισμού» προσπάθησαν να το περιφρουρήσουν.

Ας αφήσουμε όμως το σοσιαλδημοκράτη Βίνκλερ να μας πει τη γνώμη του για τους νόμους των «κοινωνικοποιήσεων» που ψήφισε η σοσιαλδημοκρατική κυβέρνηση συνεργασίας τους πρώτους μήνες του 1919: «Η “κοινωνικοποίηση” που η κυβέρνηση είχε υποσχεθεί στους εκπροσώπους των εργατών και η οποία πήρε σάρκα και οστά με διάφορους νόμους μεταξύ Μάρτη και Απρίλη του 1919, δεν άλλαξε τίποτα στις σχέσεις ιδιοκτησίας. Στην εξορυκτική βιομηχανία άνθρακα και ανθρακούχου καλίου, συγκροτήθηκαν υποχρεωτικά, κατόπιν κρατικής παρέμβασης, κοινοπραξίες, με εποπτικά συμβούλια (το Συμβούλιο Ανθρακα και το Συμβούλιο Ανθρακούχου Καλίου), στα οποία συμμετείχαν εκπρόσωποι της κυβέρνησης, των κρατιδίων, των ιδιοκτητών, των βιομηχάνων, των εμπόρων και των εργαζόμενων. Αυτό το είδος της “συνεργατικής οικονομίας”, όμως, δεν περιόριζε την εξουσία των ιδιοκτητών»40. Οι Γερμανοί σοσιαλδημοκράτες κατάφεραν να «κοινωνικοποιήσουν» τα μέσα παραγωγής χωρίς να καταργήσουν την ατομική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής. Πρόκειται για πραγματικό επίτευγμα …αντάξιο της καπατσοσύνης της γερμανικής σοσιαλδημοκρατίας.

Αυτή η «συνεργατική οικονομία» δείχνει ότι οι σοσιαλδημοκράτες όχι μόνο ξερίζωσαν την αναγκαιότητα των κοινωνικοποιήσεων και της οικοδόμησης ουσιαστικά μιας ριζικά διαφορετικής οικονομίας και κοινωνίας, αλλά και ότι εκμεταλλεύτηκαν αυτό το αίτημα για να περάσουν την ταξική ειρήνη. Αυτή η «συνεργατική οικονομία», η οποία επέκτεινε -σύμφωνα με το SPD- τη δημοκρατία από τη σφαίρα της πολιτικής στη σφαίρα της οικονομίας, στηριζόταν στη «συμμετοχή των εργατών στη διοίκηση των επιχειρήσεων», η οποία σύμφωνα με τον Βίνκλερ «ανέδειξε τη Γερμανία πρωτοπόρο χώρα στα θέματα οικονομικής δημοκρατίας»… Ετσι από την κοινωνικοποίηση περάσαμε στη «συνδιαχείριση», δηλαδή στην υποταγή των εργαζόμενων στα συμφέροντα των μεγαλοκαπιταλιστών.

Κάθε φορά που φούντωναν οι κινητοποιήσεις και οι εργατικές εξεγέρσεις με βασικό αίτημα την κοινωνικοποίηση των μεγάλων καπιταλιστικών επιχειρήσεων, η κυβέρνηση σύστηνε και επανασύστηνε επιτροπές κοινωνικοποίησης. Ετσι, μετά την εξέγερση στο Ρουρ με κεντρικό αίτημα την κοινωνικοποίηση, ο σοσιαλδημοκράτης υπουργός Σμιτ διαβεβαίωνε τους εργάτες ότι επανεκκίνησαν οι εργασίες της Επιτροπής Κοινωνικοποίησης και γι’ αυτό οι εργάτες έπρεπε να μείνουν ήσυχοι, να εμπιστευτούν τη Δημοκρατία και να μη σαμποτάρουν με τη στάση τους τις ηρωικές προσπάθειες της …επαναστατικής κυβέρνησης. Οι αστοί, προκειμένου να προστατεύσουν την εξουσία τους, επιστράτευαν (μέσω του SPD) στο έπακρο τη λογική της ανάθεσης και του εφησυχασμού, με την οποία το SPD είχε διαπαιδαγωγήσει τους εργάτες.

Ο όλος χειρισμός του ζητήματος των κοινωνικοποιήσεων έχει πολλές ομοιότητες με την επιχειρηματολογία των ανά τον κόσμο αστών και οπορτουνιστών περί κρατικοποιήσεων, ακόμα και κοινωνικοποιήσεων (με ό,τι μπορεί να εννοεί βέβαια ο καθένας με τη λέξη αυτή). Υποσχέσεις, κρατικοποιήσεις προς όφελος του κεφαλαίου και φυσικά καμία κοινωνικοποίηση, αφού η κοινωνικοποίηση προϋποθέτει την ανατροπή του αστικού κράτους, της εξουσίας των μεγάλων επιχειρηματιών και την οικοδόμηση της εξουσίας της εργατικής τάξης.

Και στη χώρα μας έχουμε σημαντική συσσωρευμένη εμπειρία γύρω από τη σχετική επιχειρηματολογία αστικών και οπορτουνιστικών δυνάμεων. Η επιχειρηματολογία και η πολιτική της γερμανικής σοσιαλδημοκρατίας έχει πολλά κοινά στοιχεία με τις «κοινωνικοποιήσεις» και τον «εργατικό έλεγχο» που εφάρμοσε η ΝΔ και με μεγαλύτερη ένταση το ΠΑΣΟΚ της πρώτης κυβερνητικής του περιόδου. Φυσικά, αυτές οι «κοινωνικοποιήσεις» δεν έγιναν σε επαναστατική περίοδο, αλλά αποτελούσαν απαραίτητο στοιχείο της καπιταλιστικής ανάπτυξης εκείνης της περιόδου. Αυτές οι κρατικοποιήσεις έγιναν είτε για να φορτωθούν στις πλάτες των εργαζόμενων οι ζημιές και τα χρέη των πρώην ιδιοκτητών τους είτε για να διευκολυνθεί η συνολική αναπαραγωγή του κοινωνικού κεφαλαίου (π.χ. εξασφάλιση φθηνού ρεύματος για τους επιχειρηματίες σε κάθε γωνιά της Ελλάδας). Αντίστοιχο περιεχόμενο είχαν και οι προεκλογικές δηλώσεις στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ που ανοιχτά δήλωναν ότι το κράτος πρέπει να πάρει στα χέρια του τις ζημιογόνες επιχειρήσεις, τράπεζες κλπ., να τις εξυγιάνει και στη συνέχεια να τις παραδώσει και πάλι στους καπιταλιστές.

 

Η ΣΤΑΣΗ ΤΟΥ SPD ΚΑΤΑ ΤΗ «ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΤΗΣ ΒΑΪΜΑΡΗΣ»

 Καταρχήν πρέπει να ξεκαθαρίσουμε ότι ως «Δημοκρατία της Βαϊμάρης»41 χαρακτηρίζεται η περίοδος εκείνη της γερμανικής ιστορίας που οριοθετείται χρονικά από το τέλος της Επανάστασης του Νοέμβρη του 1918 μέχρι την ανάληψη της εξουσίας από το Χίτλερ το Γενάρη του 1933. Η περίοδος αυτή αξιοποιείται σε μεγάλο βαθμό από αστικές και οπορτουνιστικές δυνάμεις για να στηρίξει το ιδεολόγημα της εξίσωσης φασισμού και κομμουνισμού ως δύο «άκρων»42. Μέσω της «θεωρίας των άκρων» προσπαθούν να ταυτίσουν μία μορφή της ταξικής κυριαρχίας του κεφαλαίου με το καθεστώς της εργατικής εξουσίας. Το συγκεκριμένο ιδεολόγημα έχει απαντηθεί πολλές φορές από το κομμουνιστικό κίνημα, αλλά και από το Κόμμα μας, αναδεικνύοντας ακριβώς το φασισμό ως μορφή της αστικής πολιτικής και ιδεολογίας σε στρατηγική σύμπλευση με τις αστικές «δημοκρατικές» δυνάμεις.

Μέσω αυτής της επιχειρηματολογίας η αστική τάξη προσπαθεί να υποστηρίξει το «μονόδρομο της μέσης οδού», τον καπιταλιστικό δρόμο ανάπτυξης, περιφρουρώντας με αυτό τον τρόπο την ταξική της κυριαρχία. Το επιχείρημα αυτό χρησιμοποιείται ως «μπάλωμα» για τις τρύπες εκείνες από τις οποίες μπορεί να διεισδύσει η αμφισβήτηση των «ιερών και όσιων» του καπιταλιστικού τρόπου οργάνωσης της οικονομίας και του αντίστοιχου εποικοδομήματος. «Κάτσε ήσυχα, γιατί αλλιώς υπάρχει ο κίνδυνος των “άκρων”», φωνάζουν οι αστοί και οι γραφιάδες τους στους «ανήσυχους» εργάτες. Οπως όμως ήδη είδαμε και θα δούμε και στη συνέχεια, η στράτευση του ενός υποτιθέμενου «άκρου», του φασισμού, και της «μέσης οδού» της αστικής δημοκρατίας λειτουργούσαν ως «δύο χέρια που το ’να νίβει τ’ άλλο και τα δυο μαζί το καπιταλιστικό πρόσωπο». Σαν μια γροθιά χτυπούσαν το άλλο υποτιθέμενο «άκρο», την εργατική εξέγερση, την προοπτική της σοσιαλιστικής επανάστασης, τόσο κατά τη διάρκεια της πρώτης μεταπολεμικής περιόδου όσο και κατά τη διάρκεια της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης.

Η περίοδος αυτή, η οποία χαρακτηρίζεται από την ψήφιση του αντίστοιχου Συντάγματος, καθιέρωσε για πρώτη φορά στη Γερμανία την αστική κοινοβουλευτική δημοκρατία και κατέλυσε την πολιτειακή μορφή της συνταγματικής μοναρχίας που ίσχυε από την ίδρυση του γερμανικού έθνους-κράτους το 1871 μέχρι το 1918. Το Σύνταγμα ενώ καθιέρωνε για πρώτη φορά στη Γερμανία μια μορφή αστικής κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, περιείχε το σπέρμα της αναίρεσης αυτής της μορφής, ιδιαίτερα με τα άρθρα 25, 48 και 53, τα οποία προέβλεπαν πολύ ενισχυμένες εξουσίες για τον Πρόεδρο του Ράιχ σε «καταστάσεις έκτακτης ανάγκης».43 Τα άρθρα αυτά αξιοποιήθηκαν ευρέως κατά τη διάρκεια της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης, ιδιαίτερα μετά το ξέσπασμα της καπιταλιστικής οικονομικής κρίσης το 1929, ενώ αξιοποιήθηκαν και από το Χίτλερ για να κερδίσει και να εδραιώσει την εξουσία του. Με το άρθρο αυτό τσακίστηκαν απεργίες και εξεγέρσεις, εκλεγμένες κυβερνήσεις κρατιδίων44, πέρασαν αντιλαϊκά μέτρα και φυσικά αξιοποιήθηκε για το πέρασμα της εξουσίας στο Χίτλερ.

Οπως είδαμε, η Δημοκρατία της Βαϊμάρης γεννήθηκε μέσα στο λουτρό αίματος της αντεπανάστασης του 1918-1819. Εδώ βρίσκεται μια σημαντική της διαφορά με άλλες αστικές δημοκρατίες, οι οποίες γεννήθηκαν μέσα από επαναστάσεις και όχι μέσα από αντεπαναστάσεις. Αυτό εξηγείται από το γεγονός ότι ο καπιταλισμός στον 20ό αιώνα ήταν καπιταλισμός στην εποχή περάσματος από τον ιμπεριαλισμό στο σοσιαλισμό και με το καμπανάκι της σοβιετικής Ρωσίας να ηχεί πολύ δυνατά στα αυτιά της αντιδραστικής παγκόσμιας αστικής τάξης. Η συγκεκριμένη περίοδος έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον τόσο γιατί χαρακτηρίστηκε από σημαντικές προσαρμογές στο πολιτικό εποικοδόμημα της ηττημένης από τον πόλεμο Γερμανίας45 όσο και γιατί αποτέλεσε πεδίο έντονων διεργασιών με κατάληξη τη νομή της εξουσίας από το Εθνικοσοσιαλιστικό Κόμμα του Χίτλερ και την αντίστοιχη προετοιμασία του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου.

Η περίοδος αυτή χαρακτηρίζεται από πολύ μεγάλη ρευστότητα. Τα κοινοβούλια και οι κυβερνήσεις που εκλέγονται αποτελούν «κινούμενη άμμο». Το πλέγμα των αντιθέσεων που σιγοβράζει στο υπέδαφος της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης είναι πολύ σύνθετο. Πρόκειται καταρχήν για τις αντιθέσεις μεταξύ των διάφορων αστικών τάξεων της μεταπολεμικής Ευρώπης στη βάση των συνεχόμενων διαβουλεύσεων για τις πολεμικές αποζημιώσεις, αλλά και των μεγάλων επενδύσεων που αυτές έχουν στη Γερμανία της Βαϊμάρης. Πρόκειται επίσης για τις αντιθέσεις στο εσωτερικό της γερμανικής αστικής τάξης, με τα διάφορα τμήματά της να έχουν διαφορετική δυναμική και να συνδέονται σε διαφορετικό βαθμό με τις διάφορες νικήτριες καπιταλιστικές χώρες. Τέλος υπάρχουν, αν και σε δευτερεύοντα βαθμό, οι αντιθέσεις μεταξύ των δυναμικών στοιχείων της αστικής τάξης και διάφορων στοιχείων που συνδέονται ακόμα με το προπολεμικό εποικοδόμημα του Κάιζερ. Και όλο αυτό το καζάνι των αντιθέσεων «βράζει» σε ένα περιβάλλον όπου αναπτύσσεται η Οκτωβριανή Επανάσταση και το εργατικό κίνημα ιδιαίτερα της Γερμανίας έχει ήδη θέσει και θέτει επανειλημμένα κατά τη διάρκεια της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης (ιδιαίτερα την περίοδο 1919-1923) το ζήτημα της εργατικής εξουσίας, όπως κι αν το αντιλαμβάνεται αυτό. Χαρακτηριστικό για αυτή τη ρευστότητα είναι το γεγονός ότι στα 14 χρόνια της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης υπήρξαν 20 αλλαγές του Υπουργικού Συμβουλίου, ενώ σχηματίστηκαν και 11 υπουργικά συμβούλια μειοψηφίας, τα οποία εξαρτιόνταν από την ανοχή των υπόλοιπων κομμάτων.

Οσον αφορά τη στάση του SPD μέσα σε αυτό το περιβάλλον, όχι μόνο δεν αξιοποίησε αυτή τη ρευστότητα προς όφελος της εργατικής τάξης, αλλά έκανε ό,τι μπορούσε για να την περιορίσει και για να επαναφέρει τη σταθερότητα του αστικού πολιτικού συστήματος. Η δράση του SPD προσαρμόστηκε στα νέα δεδομένα εξυπηρέτησης του καπιταλισμού. Εδραιώθηκε πλέον ως κυβερνητικό κόμμα και αφού κέρδισε την εμπιστοσύνη της αστικής τάξης τόσο για την διακυβέρνηση της χώρας όσο και για την άσκηση «σοβαρής και υπεύθυνης» αντιπολίτευσης.46 Τόσο ως συμμετέχον στην κυβέρνηση (Γενάρης 1918 - Νοέμβρης 1922, Αύγουστος 1923 - Νοέμβριος 1923, Ιούνης 1928 - Μάρτης 1930) όσο και ως αντιπολίτευση, το SPD στήριξε όλες τις αντεπαναστατικές ενέργειες, όλα τα αντιλαϊκά μέτρα και συνέβαλε αποφασιστικά στη δημιουργία ανοχών απέναντι στον ανερχόμενο φασισμό.

Ιδιαίτερος ήταν ο ρόλος του στην ανασυγκρότηση του γερμανικού αστικού κράτους. Επιτακτικό καθήκον του κυβερνητικού SPD κατά τη διάρκεια της Επανάστασης του Νοέμβρη αλλά και κατά τη διάρκεια των πρώτων χρόνων της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης ήταν ο αφοπλισμός των εργατών και ο εξοπλισμός και η οργάνωση του τακτικού στρατού, της Ράιχσβερ και των ακροδεξιών παραστρατιωτικών ομάδων, με πιο γνωστά τα Freikorps, στα οποία ήδη αναφερθήκαμε.

Μία από τις πρώτες αποφάσεις της πρώτης εκλεγμένης κυβέρνησης της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης (η οποία προέκυψε από τις εκλογές της 19ης Γενάρη 1919) με Καγκελάριο το σοσιαλδημοκράτη Σάιντεμαν ήταν η ανασύσταση της Ράισχβερ, του επίσημου γερμανικού στρατού, από τους αξιωματικούς και υπαξιωματικούς του στρατού του Κάιζερ, δηλαδή του Αυτοκρατορικού Στρατού. Οπως μας ενημερώνει ο Βίνκλερ, στη Δημοκρατία της Βαϊμάρης «Τα αντιδημοκρατικά φρονήματα δεν αποτελούσαν τροχοπέδη για την ανέλιξη στο στρατό»47. Η ίδια ακριβώς ιστορία επρόκειτο να επαναλειφθεί και μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, όπου επίσης η ραχοκοκαλιά του στρατού της ΟΔΓ, αλλά και ολόκληρος ο κρατικός μηχανισμός ανασυγκροτήθηκε κυρίως από τα στελέχη του ναζιστικού κόμματος και των SS. Ισως η συνέχεια στη σύνθεση του στρατεύματος να αποτελεί την καλύτερη και την πιο αλάθητη απόδειξη για την ταξική συνέχεια ενός κράτους, για το γεγονός δηλαδή ότι η τάξη που έχει την εξουσία στα χέρια της παραμένει η ίδια, ενώ αυτό που αλλάζει είναι μόνο η μορφή της δικτατορίας της.

Η κυβέρνηση συνασπισμού υπό την ηγεσία του SPD ψήφισε σχετικό νόμο για τον οποίο ο Γκρένερ, επικεφαλής του Στρατεύματος (με τον οποίο υπενθυμίζουμε ο Εμπερτ είχε κάνει συμφωνία από το Νοέμβρη του 1918 για την κατάπνιξη της εξέγερσης), έλεγε ότι έδινε την ευκαιρία «στο σώμα των αξιωματικών να καθαρίσει τη σκουριά που είχε αναπτυχθεί στο στράτευμα από τον πόλεμο και από τον καιρό της Επανάστασης», ενώ διευκόλυνε «τη διάσωση των καλύτερων και ισχυρότερων στοιχείων του Πρωσισμού στη νέα Γερμανία»48. Από τα παραπάνω γίνεται εύκολα κατανοητό πόσο νέα, όσον αφορά το ταξικό της περιεχόμενο, ήταν η Γερμανία που οικοδομούνταν πάνω στα θεμέλια του Συντάγματος της Βαϊμάρης.

Οι σοσιαλδημοκράτες δεν περιορίζονταν στους νόμους, αλλά απέδειξαν στην πράξη τους δεσμούς τους με τα «καλύτερα και ισχυρότερα στοιχεία του Πρωσισμού», τα οποία στελέχωναν τα ακροδεξιά παραστρατιωτικά σώματα εθελοντών. Ράιχσβερ και Freikorps τσακίζανε σαν ένα χέρι όλες τις εργατικές εξεγέρσεις, οι οποίες ήταν πάρα πολλές, ιδιαίτερα την περίοδο της εδραίωσης της «Δημοκρατίας της Βαϊμάρης», δηλαδή την περίοδο 1919-1923, το μεγαλύτερο διάστημα της οποίας το SPD ήταν το μεγαλύτερο κόμμα της κυβέρνησης συνασπισμού των λεγόμενων Κομμάτων της Βαϊμάρης (SPD, Κόμμα του Κέντρου, Δημοκρατικό Κόμμα).

Ως κυβερνητικό πλέον κόμμα το SPD δεν μπορούσε να παίζει μόνο ή κυρίως το ρόλο που έπαιζε κατά την Επανάσταση του Νοέμβρη, το ρόλο δηλαδή της διείσδυσης και του στραγγαλισμού της εξέγερσης «από τα μέσα». Χωρίς να εγκαταλείπει και αυτή τη μέθοδο (τα στηρίγματα άλλωστε του SPD στους εργάτες ήταν πολύ μεγάλα και αυτό το γεγονός αξιοποιήθηκε από την αστική τάξη καθ’ όλη τη διάρκεια της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης), με την εδραίωσή του σε κυβερνητικό κόμμα αναβάθμισε τη μέθοδο του τσακίσματος «από τα έξω». Ο νέος ρόλος που του ανέθεσε το αστικό πολιτικό σύστημα ανάγκασε το SPD να πετάξει τη φιλεργατική και δημοκρατική μάσκα.

Ετσι, στο αίμα πνίγηκε το απεργιακό κίνημα που ξεκίνησε από το Δεκέμβρη του 1918 στην περιοχή του Ρουρ και κορυφώθηκε το Μάρτη στο Βερολίνο49. Τον επόμενο μήνα, τον Απρίλη του 1919, Ράιχσβερ και παραστρατιωτικοί επιτέθηκαν στις δύο ολιγοήμερες «Δημοκρατίες των Συμβουλίων των Εργατών» στο Μόναχο, συντρίβοντας τη δεύτερη στις 2 Μάη. Το Μάρτη του 1920 η απεργία ενάντια στο λεγόμενο πραξικόπημα Kapp μετατράπηκε πάλι σε εξέγερση στην περιοχή Ρουρ, η οποία και αυτή τσακίστηκε από την κυβέρνηση των κομμάτων της Βαϊμάρης (με μεγαλύτερο το SPD) και από το ενιαίο μέτωπο Ράιχσβερ και ακροδεξιών παραστρατιωτικών με πολλές εκατοντάδες εργάτες νεκρούς και βασανισμένους. Το Μάρτη του 1921 καταστάλθηκε η εξέγερση στο Αμβούργο και την Κεντρική Γερμανία (η λεγόμενη και «Δράση του Μάρτη»). Την ίδια τύχη είχε και η εξέγερση των εργατών το Μάη του 1923 πάλι στην περιοχή του Ρουρ.

Χαρακτηριστική επίσης είναι η περίπτωση της Πρωτομαγιάς του 1929, γνωστής και ως ο γερμανικός «ματωμένος Μάης». Ο σοσιαλδημοκράτης αρχηγός της βερολινέζικης Αστυνομίας επέβαλε απαγόρευση συγκεντρώσεων και συλλαλητηρίων από το Δεκέμβρη του 1928. Η απαγόρευση αυτή ίσχυε ακόμα την Πρωτομαγιά του 1929. Φυσικά οι εργάτες αψήφησαν την απαγόρευση και 200.000 διαδήλωσαν για να τιμήσουν την ημέρα της παγκόσμιας εργατικής τάξης. Η διαδήλωση δέχτηκε την επίθεση της «σοσιαλδημοκρατικής» Αστυνομίας με άρματα μάχης και πυροβόλα όπλα. Απολογισμός: 33 νεκροί εργάτες, 200 τραυματίες και 1.000 συλληφθέντες.

Ταυτόχρονα με τα παραπάνω η Δημοκρατία προσπαθούσε να αφοπλίσει ή να αποτρέψει τον εξοπλισμό των επαναστατικών δυνάμεων. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα της προσπάθειας συγκρότησης δυνάμεων κόκκινης πολιτοφυλακής στο Βερολίνο, η οποία τσακίστηκε από την κυβέρνηση των Λαϊκών Επιτρόπων, δηλαδή από τους σοσιαλδημοκράτες, με τον εξής πανέξυπνο τρόπο: Οταν το Εκτελεστικό Συμβούλιο του Βερολίνου προσέφερε για την ασφάλεια της επανάστασης «2.000 σοσιαλιστικά διαπαιδαγωγημένους και πολιτικά οργανωμένους συντρόφους, στρατιωτικά εκπαιδευμένους», οι σοσιαλδημοκράτες Λαϊκοί Επίτροποι άσκησαν πίεση για αναστολή της απόφασης, ισχυριζόμενοι ότι ο σχηματισμός κόκκινης πολιτοφυλακής θα σήμαινε τη «δυσπιστία στην επαναστατική αξιοπιστία» της βερολινέζικης φρουράς. Ετσι, το Εκτελεστικό Συμβούλιο του Βερολίνου απέσυρε την προσφορά του για να μη θέσει σε κίνδυνο την …επαναστατική αξιοπιστία των βερολινέζικων στρατευμάτων, τα οποία -όπως έχουμε ήδη δει- δρούσαν στα πλαίσια της συμφωνίας του Εμπερτ με το Γενικό Επιτελείο Στρατού του Γκρένερ, δηλαδή δούλευαν για τη βίαιη κατάπνιξη της επανάστασης.

Το πώς δρούσε αυτή η βερολινέζικη φρουρά φάνηκε με τα αποτυχημένα πραξικοπήματα απέναντι στο Εκτελεστικό Συμβούλιο των βερολινέζικων Συμβουλίων και στη Μεραρχία του Λαϊκού Ναυτικού στις αρχές και τα τέλη του Δεκέμβρη 1918 αντίστοιχα. Ιδιαίτερα για την πρώτη ο Γκρένερ σημείωνε: «Τι θα έπρεπε να γίνει: ο αφοπλισμός του Βερολίνου, η εκκαθάρισή του από τους Σπαρτακιστές κ.ά. Ολα είχαν προβλεφτεί με συγκεκριμένο καταμερισμό ανά ημέρα και ανά μεραρχία. Τα πάντα είχαν συζητηθεί επίσης από τον αξιωματικό που έστειλα στο Βερολίνο, με τον κ. Εμπερτ»50.

Ενδεικτική είναι επίσης η στάση της «Δημοκρατίας της Βαϊμάρης» απέναντι στα δύο πραξικοπήματα ανατροπής της. Η αστική αυτή Δημοκρατία ήταν πολύ γενναιόδωρη απέναντι στους επίδοξους «ανατροπείς» της. Το λεγόμενο πραξικόπημα «Kapp» το 1920 και το πραξικόπημα του Χίτλερ στο Μόναχο το 1923 συνάντησαν την απέραντη γενναιοδωρία της αστικής Δημοκρατίας της Βαϊμάρης. Ο Βίνκλερ σημειώνει: «Οσοι συμμετείχαν στην εξέγερση του Ρουρ τιμωρήθηκαν πολύ πιο σκληρά από εκείνους που συμμετείχαν στο στρατιωτικό πραξικόπημα»51. Οσον αφορά το λεγόμενο πραξικόπημα Kapp, τον Αύγουστο του 1920 -με νόμο που στήριξαν και οι σοσιαλδημοκράτες- δόθηκε αμνηστία στους αξιωματικούς των Freikorps που είχαν υποστηρίξει το πραξικόπημα με συνέπεια να στελεχώσουν τον αναδιοργανωμένο τακτικό στρατό, τη Ράιχσβερ ενώ σε κάποιους δόθηκε και σύνταξη.

Την ίδια επιείκεια επέδειξε η «πρώτη Γερμανική Δημοκρατία» και απέναντι στο λεγόμενο «Πραξικόπημα της Μπυραρίας», το πραξικόπημα των Χίτλερ, Γκέρινγκ και Λούντερντορφ στο Μόναχο το 1923. Ο Λούντερντορφ, ο δεύτερος στρατάρχης του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, ο οποίος κυκλοφορούσε φυσικά ελεύθερος, αθωώθηκε και πάλι πλήρως, ενώ ο Χίτλερ καταδικάστηκε σε 5 χρόνια φυλάκιση. Από αυτά ο Χίτλερ έμεινε μόλις 8 μήνες στη φυλακή και μάλιστα σε φυλακή τύπου Festungshaft (φρουρίου κράτησης) στο Λάντσμπεργκ, όπου φυλακίζονταν μόνο όσοι αναγνωρίζονταν από τον Πρόεδρο του Δικαστηρίου ότι είχαν έντιμα κίνητρα και απλά είχαν …παραπαλανηθεί.52

Εννοείται ότι οι συνθήκες κράτησης σε αυτές τις φυλακές ήταν κάτι παραπάνω από ευνοϊκές και ήπιες. Δεν υπήρχε καταναγκαστική εργασία, ενώ οι επισκέψεις επιτρέπονταν σε καθημερινή βάση και δεν είχαν κανένα χρονικό όριο. Οι ιδιαίτερα ευνοϊκές συνθήκες κράτησης φαίνεται ότι ενέπνευσαν τον Χίτλερ, ο οποίος κατά τη διάρκεια της «φυλάκισής» του συνέγραψε το μεγάλο του «πόνημα» «Ο Αγών μου» (Mein Kampf). Υπενθυμίζουμε ότι σε αντίθεση με τους πραξικοπηματίες του Μονάχου, που είτε αφέθηκαν ελεύθεροι είτε έκαναν βραχύβιες διακοπές σε υποτιθέμενες φυλακές, το χέρι της Δημοκρατίας ήταν πολύ βαρύ για τους κομμουνιστές. Ο ηγέτης της δεύτερης φάσης της Δημοκρατίας των Συμβουλίων της ίδιας πόλης, του Μονάχου, Οϊγκεν Λεβίν, μέλος του ΚΚΓ, συνελήφθη και εκτελέστηκε για «εσχάτη προδοσία» το 1919.

Οσον αφορά την εξωτερική πολιτική της Βαϊμάρης, αυτή ήταν καθαρά στραμμένη κατά της Σοβιετικής Ενωσης. Ενώ οι Γερμανοί διατηρούσαν τα στρατεύματά τους στις Βαλτικές χώρες για την αποτροπή επαναστατικών εξελίξεων, οι Γερμανοί στρατηγοί δε σταματούσαν να προπαγανδίζουν ότι αποτελούσαν την αντεπαναστατική πρωτοπορία εναντίον των μπολσεβίκων. Ο συνεργάτης της Ανώτατης Στρατιωτικής Διοίκησης (υπενθυμίζουμε υπό καθεστώς σοσιαλδημοκρατικής Προεδρίας και Καγκελαρίας του Ράιχ) Στουλπνάγκελ, μετέπειτα στρατηγός του Χίτλερ, σημείωνε ότι έπρεπε αμέσως να καταρτιστεί «ένα σχέδιο επιχείρησης εναντίον των Μπολσεβίκων […] που θα έβαζε τέλος στη σοβιετική κυριαρχία». Να λοιπόν που η «Δημοκρατία της Βαϊμάρης» και η σοσιαλδημοκρατική ηγεσία της διεκδικούσαν και πέτυχαν πρωταγωνιστικό ρόλο στην προσπάθεια ανατροπής της εργατικής εξουσίας.

Η ενότητα εσωτερικής και εξωτερικής πολιτικής φαίνεται καθαρά από τις δηλώσεις του Γάλλου Προέδρου Κλεμανσό, ο οποίος ανέφερε ότι η τακτική των Γερμανών διαπραγματευτών στις διαπραγματεύσεις μετά τον Πόλεμο συνίσταντο στον «ισχυρισμό ότι θα ηττηθούν από τον μπολσεβικισμό, αν δεν τους βοηθήσουμε εμείς στην αντίσταση εναντίον του και ότι αυτή η πανούκλα θα μολύνει και εμάς […] Εξήγησαν […] ότι τους πήραμε πολλά πολυβόλα και δεν τους έμειναν πολυβόλα για να πυροβολούν τους δικούς τους πολίτες»53. Ο διεθνισμός της αστικής τάξης σε πλήρη ανάπτυξη…

Η μετεξέλιξη του οπορτουνισμού σε ανοιχτά αντεπαναστατική δύναμη εντός και εκτός Γερμανίας είχε ολοκληρωθεί.

 

 Η «ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΑΝΟΧΗΣ» ΤΟΥ SPD

 Χαρακτηριστική για το ρόλο του SPD είναι και η στάση του ως αντιπολίτευση τόσο κατά την περίοδο 1924-1928 όσο και κυρίως κατά την τελευταία περίοδο της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης, η οποία έστρωσε και το έδαφος για την άνοδο στην εξουσία του Χίτλερ το 1933. Κατά την περίοδο 1924-1928, το SPD στήριξε τη λεγόμενη «πολιτική της εκπλήρωσης» των υποχρεώσεων που απέρρεαν για τη Γερμανία από τη Συνθήκη των Βερσαλλιών του Καγκελάριου (το 1923) και υπουργού εξωτερικών (τέλη 1923-1929) Στρέζεμαν. Στήριξε το λεγόμενο σχέδιο Ντάουες (1924), τις Συμφωνίες του Λοκάρνο (1925), την είσοδο της Γερμανίας στην Κοινωνία των Εθνών (1926) κλπ.

Ακόμα πιο αποκαλυπτική είναι η περίοδος που ξεκινάει με την πτώση της κυβέρνησης του λεγόμενου Μεγάλου Συνασπισμού το Μάρτη του 1930 (στην κυβέρνηση αυτή συμμετείχαν το SPD, το Λαϊκό Κόμμα, το Δημοκρατικό Κόμμα, το Κόμμα του Κέντρου και το Βαυαρικό Λαϊκό Κόμμα). Χαρακτηρίζεται και ως περίοδος των προεδρικών κυβερνήσεων, λόγω της πλατιάς αξιοποίησης των άρθρων 25, 48 και 53 του Συντάγματος της Βαϊμάρης, στα οποία αναφερθήκαμε προηγουμένως και με βάση τα οποία οι κυβερνήσεις σχηματίζονταν περισσότερο με κριτήριο τις επιλογές του Προέδρου του Ράιχ Χίντενμπουργκ και λιγότερο το αποτέλεσμα των εκλογών.

Η περίοδος αυτή είναι και η περίοδος της μεγάλης παγκόσμιας καπιταλιστικής οικονομικής κρίσης, η οποία είχε ξεσπάσει το 1929 στις ΗΠΑ, είχε διαδοθεί πολύ γρήγορα σε ολόκληρη την καπιταλιστική Ευρώπη και με ακόμα μεγαλύτερη ένταση στη Γερμανία.54 Αρχικά η κυβέρνηση του Μεγάλου Συνασπισμού και στη συνέχεια οι λεγόμενες προεδρικές κυβερνήσεις αναγκάστηκαν να πάρουν πολύ σκληρά μέτρα με στόχο το ξεπέρασμα της κρίσης σε βάρος της γερμανικής εργατικής τάξης και προς όφελος του γερμανικού κεφαλαίου. Οι μειώσεις μισθών, συντάξεων, οι περικοπές κρατικών δαπανών κάθε είδους, οι επιχορηγήσεις των μεγάλων καπιταλιστικών επιχειρήσεων ήταν στην ημερήσια διάταξη. Η αντιλαϊκή πολιτική των «δημοκρατικών» δυνάμεων εκείνης της περιόδου αποτέλεσε βασικό παράγοντα ενίσχυσης της πολιτικής επιρροής του Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος.

Τo SPD στήριξε ανοιχτά αυτή την πολιτική ως αντιπολίτευση με τη λεγόμενη «πολιτική της ανοχής». Ο Καγκελάριος της χώρας την περίοδο 1930-1932, Μπρίνινγκ εξέφρασε την εξής άποψη για τη στήριξη των αντιλαϊκών μέτρων της κυβέρνησης του από το SPD: «η αποδόμηση της κοινωνικής πολιτικής […] είναι πιο εύκολο να γίνει με τη Σοσιαλδημοκρατία παρά με τη Δεξιά»55.

Αυτή η πολιτική στηρίχτηκε επίσημα με το επιχείρημα του μικρότερου κακού και είχε ως συνέπεια τη συνεχή διεύρυνση των ορίων ανοχής της εργατικής τάξης απέναντι στην αντιλαϊκή πολιτική. Επίσης η στάση αυτή δικαιολογήθηκε με το επιχείρημα ότι τα δεινά της εργατικής τάξης θα μεγάλωναν ραγδαία αν η «οικονομία» κατέρρεε και γι’ αυτό οι εργαζόμενοι έπρεπε να στηρίξουν την «ανόρθωση της οικονομίας».

Στα πλαίσια της «πολιτικής της ανοχής» και του «μικρότερου κακού», το SPD ξεπέρασε ακόμα και τον εαυτό του στις προεδρικές εκλογές του 1932. Σε αυτές στήριξε ανοιχτά το φανατικό φιλομοναρχικό Χίντενμπουργκ, το σφαγέα του Α΄ Ιμπεριαλιστικού Πολέμου. Με ποιο επιχείρημα; Μα με ποιο άλλο; Να μη βγει ο Χίτλερ φυσικά. Ο Χίντενμπουργκ πραγματικά επανεξελέγη χάρη στους σοσιαλδημοκράτες, οι οποίοι χαρακτήρισαν τη νίκη του μοναρχικού Χίντενμπουργκ «νίκη του Συντάγματος και της Δημοκρατίας». Οπως σημειώνει ο σοσιαλδημοκράτης -υπενθυμίζουμε- Βίνκλερ: «Η νίκη του Χίντενμπουργκ οφειλόταν σε μεγάλο βαθμό στην πολιτική της ανοχής, που είχαν ακολουθήσει οι σοσιαλδημοκράτες. Αν οι οπαδοί του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος δεν είχαν εξοικειωθεί, ήδη από το φθινόπωρο του 1930, με την “πολιτική του μικρότερου κακού”, θα ήταν πολύ δύσκολο να πειστούν την άνοιξη του 1932 ότι, για να εμποδίσουν την εθνικοσοσιαλιστική δικτατορία, όφειλαν να εκλέξουν στην κορυφή της Δημοκρατίας έναν αμετανόητο μοναρχικό»56.

Λίγες μέρες μετά την επανεκλογή του, μετά από αυτή τη «νίκη της Δημοκρατίας» σύμφωνα με το SPD, ο Χίντενμπουργκ απηύθηνε «Εκκληση σε όλα τα κόμματα για κοινή δράση των δυνάμεων από το Κέντρο μέχρι τους Εθνικοσοσιαλιστές», ενώ ενάμιση μήνα μετά την εκλογή του όρισε Καγκελάριο τον ακόμα πιο αντιδραστικό Φ. φον Πάπεν, ο οποίος με τη σειρά του συνωμοτούσε ανοιχτά με το ναζιστικό κόμμα και το Χίτλερ. Με λίγα λόγια, το SPD «για να μη βγει ο Χίτλερ» στήριξε το φιλομοναρχικό Χίντενμπουργκ, ο οποίος διόρισε Καγκελάριο τον Πάπεν, ο οποίος με τη σειρά του συνομωτούσε ανοιχτά για την παράδοση της εξουσίας στο Χίτλερ, ενώ στις 30 Γενάρη ο ίδιος ο Χίντενμπουργκ όρισε Καγκελάριο το Χίτλερ. Και αυτή η περίπτωση αποδεικνύει ότι η λογική του μικρότερου κακού καταλήγει πάντα στο μεγαλύτερο κακό. Οι εξελίξεις δικαίωσαν απόλυτα το ΚΚΓ που στις προεδρικές εκλογές του 1932 αντέταξε στη λογική του μικρότερου κακού το σύνθημα: «Οποιος ψηφίζει το Χίντενμπουργκ, ψηφίζει το Χίτλερ. Οποιος ψηφίζει το Χίτλερ, ψηφίζει το Χίντνεμπουργκ»57.

Αλλά δεν τελειώσαμε εδώ. Ηρθε η ώρα που «μικρότερο κακό» για το SPD κόντεψε να γίνει και ο ίδιος ο Χίτλερ. Η εφημερίδα «Φόρβερτς», επίσημο όργανο του SPD, λίγες ώρες πριν τον ορισμό του Χίτλερ ως Καγκελάριου από το Χίντενμπουργκ σημείωνε ότι: «Μετά την πτώση του Σλάιχερ58, η συνταγματικότητα είναι δυνατό να διασφαλιστεί μόνο εάν ο Χίτλερ συγκεντρώσει την κοινοβουλευτική πλειοψηφία και μόνο αν δοθεί εγγύηση ότι αμέσως μόλις χάσει την πλειοψηφία θα εξαφανιστεί». Ο Βίνκλερ εκτιμά ότι: «Στην πραγματικότητα, οι ενέργειες των σοσιαλδημοκρατών κατά της αναβολής των εκλογών οδηγούν στο συμπέρασμα ότι και οι ίδιοι θεωρούσαν πως μια ενδεχόμενη κυβέρνηση του Χίτλερ, αν ακολουθούσε τη νόμιμη οδό, ήταν προτιμότερη από την προσωρινή δικτατορία του Σλάιχερ»59.

Εκτός από την «πολιτική της ανοχής» και τη λογική του «μικρότερου κακού», το SPD έστρωνε το χαλί στους ναζιστές και με την επιχειρηματολογία περί «εθνικών στόχων» και «εθνικής ανάπτυξης». Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα του σοσιαλδημοκράτη αρχισυνδικαλιστή Τεοντόρ Λάιπαρντ, ο οποίος σε μία προγραμματική ομιλία για τα «πολιτισμικά καθήκοντα των συνδικάτων» ανέφερε: «Κανένα κοινωνικό στρώμα δεν μπορεί να αδιαφορεί για την εθνική ανάπτυξη», ενώ ως σκοπό των συνδικάτων πρότασσε να «ξυπνήσουν μέσα τους (σ.σ.: στους εργάτες) το αίσθημα της συνύπαρξης σε μία κοινότητα και να καλλιεργήσουν την ιδέα της κοινότητας», καθώς και ότι οι εργάτες «διέθεταν το στρατιωτικό πνεύμα της πειθαρχίας και της θυσίας υπέρ του συνόλου». Οπως αναφέρει και ο Βίνκλερ: «Ο εργάτης, ως στρατιώτης της εργασίας, ο οποίος, σε αντίθεση με τον φιλελεύθερο αστό, υπηρετεί το σύνολο του έθνους, είχε πολλά κοινά με τη “μορφή” για την οποία έγραφε ο (σ.σ. εθνικοσοσιαλιστής) Γιούνκερ και ελάχιστα με τον προλετάριο που διέθετε ταξική συνείδηση». Ο οργανωτικός υπεύθυνος του Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος Γκρέγκορ Στράσερ στις 20 Οκτώβρη 1932 δήλωνε ότι η ομιλία του σοσιαλδημοκράτη Λάιπαρτ περιείχε φράσεις «που αν τις εννοεί πραγματικά, ανοίγουν νέες προοπτικές για το μέλλον»60.

Συνολικά ο Βίνκλερ σχολιάζει ως εξής την αντιπολίτευση του SPD στις δύο κυβερνήσεις Μπρίνινγκ από το 1930 μέχρι το 1932: «Από τη στιγμή που οι σοσιαλδημοκράτες στήριζαν την αντιλαϊκή πολιτική λιτότητας του Brüning, ο Φύρερ των εθνικοσοσιαλιστών μπορούσε να παρουσιάζει το κόμμα του ως το μοναδικό λαϊκό αντιπολιτευτικό κίνημα που βρισκόταν στα δεξιά των κομμουνιστών και, ταυτόχρονα, ως εναλλακτική διέξοδο στο “μαρξισμό” τόσο τον μπολσεβίκικο όσο και τον ρεφορμιστικό»61.

Η άσκηση και στήριξη της αντιλαϊκής πολιτικής της αστικής Δημοκρατίας της Βαϊμάρης, η συμμετοχή των δήθεν εργατικών κομμάτων σε κυβερνήσεις διαχείρισης του συστήματος και ιδιαίτερα της κρίσης του 1929 παρουσίαζε σε πλατιά στρώματα του πληθυσμού το Χίτλερ ως τη μόνη εναλλακτική. Η απογοήτευση από τις αστικές «δημοκρατικές» κυβερνήσεις έστρωνε το χαλί στο φασισμό. Αλλωστε και ο ίδιος ο Χίτλερ κέρδισε την εμπιστοσύνη των βιομηχάνων στο έδαφος της βαριάς αντιλαϊκής πολιτικής των κομμάτων της Βαϊμάρης, της μείωσης της επιρροής τους και της ταυτόχρονης γρήγορης αύξησης της επιρροής του Κομμουνιστικού Κόμματος Γερμανίας62. Μάλιστα η μεγάλη αύξηση της εκλογικής επιρροής του ΚΚΓ σε συνδυασμό με τη σημαντική μείωση της εκλογικής επιρροής του χιτλερικού Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος στις εκλογές του Νοέμβρη του 1932 χτύπησε καμπανάκι για την αστική τάξη. Αυτό τον τρόμο της αστικής τάξης τον εξέφρασε με τον καλύτερο τρόπο ο Χίτλερ, ο οποίος δήλωνε ότι αν το κόμμα του κατέρρεε, στη Γερμανία «θα υπήρχαν 18 εκατομμύρια μαρξιστές, μεταξύ των οποίων περίπου 14 με 15 εκατομμύρια κομμουνιστές», καθώς και ότι «αν συνεχιζόταν η αυταρχική διακυβέρνηση (σ.σ.: εννοεί τις αντιλαϊκές προεδρικές κυβερνήσεις των ετών 1930-32), η Γερμανία θα απειλούνταν από μία νέα επανάσταση και από το χάος του μπολσεβικισμού». Είχε έρθει η ώρα οι αστοί να πετάξουν την κοινοβουλευτική μάσκα της δικτατορίας τους και να πάρουν στο χέρι το ναζιστικό μαστίγιο.

 

ΑΝΤΛΟΥΜΕ ΤΑ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ ΜΑΣ

 Η αναλυτική παρουσίαση των τεκταινόμενων την περίοδο πριν τον Α΄ Ιμπεριαλιστικό Πόλεμο και κατά τη διάρκεια της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης έγινε με στόχο την ανάδειξη της πορείας μετάλλαξης του SPD63. Η μετατροπή του κόμματος από οπορτουνιστικό σε καθαρά αστικό-κυβερνητικό κόμμα έγινε με συνθήματα επαναστατικά, αλλά χωρίς γραμμή σύγκρουσης και ρήξης με την καπιταλιστική ιδιοκτησία, με συνθήματα υπέρ της εργατικής τάξης αλλά με πρακτική απόσπασης από αυτή και αδρανοποίησής της. Η κυβερνητική του θητεία επιτάχυνε τις διεργασίες μετάλλαξης στο εσωτερικό του.

Η εμπειρία του SPD έδειξε ότι ο επαναστατικός χαρακτήρας ενός κόμματος κερδίζεται κάθε μέρα στην πράξη. Η ήττα της Επανάστασης του Νοέμβρη έδειξε επίσης ότι η προετοιμασία του επαναστατικού κόμματος δεν είναι υπόθεση της στιγμής. Το κόμμα προετοιμάζεται, ωριμάζει πολιτικά, ιδεολογικά, οργανωτικά σε μη επαναστατικές συνθήκες για να είναι έτοιμο όταν εμφανιστεί η επαναστατική κατάσταση.

Ο χειρισμός της όλης υπόθεσης από την παγκόσμια αστική τάξη και από τη γερμανική ήταν από την πλευρά της υποδειγματικός. Στην αντεπαναστατική αποτελεσματικότητα των αστών συνέβαλε η βαθιά μελέτη των συμπερασμάτων της Οκτωβριανής Επανάστασης. Το εργατικό και κομμουνιστικό κίνημα πρέπει κι αυτό με τη σειρά του να μελετά από τη δική του σκοπιά σε βάθος τη δική του ιστορία, να αντλεί συμπεράσματα από αυτή και να τα ενσωματώνει στην πολιτική του, στον αγώνα για την κατάργηση της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο. Μόνο έτσι θα καταφέρνει να γίνεται πιο αποτελεσματικό στον αγώνα για την οικοδόμηση της σοσιαλιστικής-κομμουνιστικής κοινωνίας.

Το ΚΚΕ έχει αποδείξει έμπρακτα ότι έχει συνειδητοποιήσει αυτή την αναγκαιότητα. Ενδεικτικά είναι τα παραδείγματα της συζήτησης και της Απόφασης του 18ου Συνεδρίου για το Σοσιαλισμό και η αντίστοιχη δουλειά για το Β΄ τόμο του Δοκιμίου της Ιστορίας του. Το ΚΚΕ θα συνεχίσει στο δρόμο της μελέτης και της άντλησης των συμπερασμάτων εκείνων που θα το κάνουν ακόμα πιο ικανό στη σημερινή του πάλη.

 

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

Ο Χρήστος Μπαλωμένος είναι συνεργάτης της Ιδεολογικής Επιτροπής της ΚΕ του ΚΚΕ.

1. Η λέξη Ράιχ (Reich), η οποία στα ελληνικά μεταφράζεται ως βασίλειο ή αυτοκρατορία, αποτελεί την επίσημη ονομασία του γερμανικού κράτους σε διάφορες στιγμές της ιστορίας του μέχρι το 1945. Το λεγόμενο πρώτο Ράιχ ήταν η «Αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία του Γερμανικού Εθνους», η οποία (με μικρές αλλαγές στην ονομασία της) διάρκεσε από τα τέλη της πρώτης χιλιετίας μέχρι το 1806. Το δεύτερο Ράιχ -στο οποίο αναφέρεται και η στιχομυθία- ήταν το καθεστώς της συνταγματικής μοναρχίας του πρώτου γερμανικού έθνους κράτους από την ίδρυσή του το 1871 μέχρι το τέλος του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου το 1918. Ο όρος «τρίτο Ράιχ» αποτελούσε προπαγανδιστικό χαρακτηρισμό του γερμανικού κράτους κατά τα χρόνια της κυριαρχίας του Χίτλερ και του Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος, δηλαδή από το 1933 μέχρι το 1945. Η περίοδος από τα τέλη του 1918 μέχρι το 1933 χαρακτηρίζεται ως Δημοκρατία της Βαϊμάρης και αποτελεί την πρώτη περίοδο αστικής κοινοβουλευτικής δημοκρατίας στη χώρα.

2. Deutsche Geschichte, F.A. Brockhaus, σελ. 231.

3. Στη βραχύβια κυβέρνηση Μαξ, η οποία διάρκεσε από τις 4 μέχρι τις 9 Νοέμβρη 1918, συμμετείχαν το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα, το Κόμμα του Κέντρου και οι Φιλελεύθεροι.

4. Το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα Γερμανίας ιδρύθηκε από τους Βίλχελμ Λίμπκνεχτ και Αουγκουστ Μπέμπελ το 1869 ως Σοσιαλδημοκρατικό Εργατικό Κόμμα. Το 1875 συνενώθηκε στην πόλη Γκότα με τη λασαλική Γενική Γερμανική Εργατική Ενωση για να συγκροτήσουν το Σοσιαλιστικό Κόμμα Γερμανίας. Το σημερινό του όνομα το πήρε στο Συνέδριο της Ερφούρτης το 1891. Αν και επίσημα το ακρωνύμιο SPD υιοθετήθηκε από το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα Γερμανίας μετά τον Πόλεμο, εμείς θα το χρησιμοποιήσουμε σε ολόκληρο το άρθρο.

5. Ενδεικτική είναι η τοποθέτηση του Φριτζ Τάρνοφ, βουλευτή και ηγετικού συνδικαλιστικού στελέχους του SPD, στον οποίο αποδίδεται η φράση ότι το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα είναι ο γιατρός δίπλα στο κρεβάτι του άρρωστου καπιταλισμού. Συγκεκριμένα στο Συνέδριο του κόμματος στη Λειψία το 1931 δήλωνε: «Οταν ο ασθενής αγκομαχά, οι μάζες έξω πεινάνε. Οταν εμείς το ξέρουμε αυτό και γνωρίζουμε ένα φάρμακο, ακόμα κι αν δεν είμαστε πεισμένοι ότι θα γιατρέψει τον ασθενή αλλά τουλάχιστον θα απαλύνει τον πόνο του… τότε του δίνουμε το φάρμακο και δε σκεφτόμαστε σαν να είμαστε κληρονόμοι που περιμένουμε το τέλος του».

6. Φυσικά η πάλη επαναστατικών και μεταρρυθμιστικών θέσεων δεν περιορίζεται σε αυτή την περίοδο, αλλά ενυπάρχει πάντα για ένα κομμουνιστικό κόμμα που δρα σε συνθήκες καπιταλισμού αλλά και ανώριμου κομμουνισμού. Η ιστορία μάλιστα του εργατικού κινήματος στον 20ό αιώνα έδειξε ότι η ανθεκτικότητα των μεταρρυθμιστικών θέσεων ήταν πολύ μεγαλύτερη και εκφραζόταν ακόμα και μέσα στα κομμουνιστικά κόμματα, τα οποία δημιουργήθηκαν ακριβώς στη βάση της αντιπαράθεσης με το μεταρρυθμιστικό ρεύμα μέσα στις γραμμές του εργατικού και σοσιαλδημοκρατικού κινήματος.

7. Το δίκτυο οργανώσεων που προπολεμικά πρόσκεινταν άμεσα ή έμμεσα στο κόμμα ήταν τεράστιο και ποικιλόμορφο. Το κόμμα έλεγχε 62 τυπογραφεία, 90 ημερήσιες εφημερίδες, απασχολώντας πάνω από 10.000 εργάτες στους εκδοτικούς του οίκους. Επίσης υπό τον έλεγχό του βρίσκονταν εταιρίες, σύλλογοι, ξενοδοχεία, ένα θέατρο, μία σχολή εκπαίδευσης στελεχών του κόμματος, χορωδίες κλπ. (Mitchell H., Stearns P.: «Workers and Protest; the European Labor Movement, the working classes and the origins of social democracy, 1890-1914», εκδ. «F.e. PeacockPublishers», 1971, σελ. 97).

8. Από το 1878 μέχρι το 1890 ήταν σε ισχύ ο λεγόμενος Αντι-σοσιαλιστικός νόμος του Μπίσμαρκ, ο οποίος, αν και δεν έθετε τελείως εκτός νόμου την ύπαρξη του SPD, έθετε εκτός νόμου το σύνολο σχεδόν της πολιτικής του δραστηριότητας.

9. Το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα ήταν πρώτο σε ψήφους στις τελευταίες εκλογές το 1912. Από το 1890 το κόμμα σημείωνε αλματώδη εκλογική άνοδο. Το 1890 συγκέντρωσε το 19,8% των ψήφων, το 1893 το 23,3%, το 1898 το 27,2%, το 1903 το 31,7%, το 1907 το 29% και το 1912 το 34,8%.

10. Φωτεινή εξαίρεση αποτέλεσε ο Καρλ Λίμπκνεχτ, γιος του Βίλχελμ Λίμπκνεχτ, ενός εκ των δύο ιδρυτών του κόμματος. Ο Λίμπκνεχτ ήταν ο μοναδικός από τους 110 βουλευτές του SPD, αλλά και ο μοναδικός σε ολόκληρο το Ράιχσταγκ, που αντιτάχθηκε στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο, απέχοντας από την πρώτη ψηφοφορία του Αυγούστου για τις πολεμικές πιστώσεις (ο λόγος για τον οποίο απείχε αντί να καταψηφίσει ήταν για να μη θέσει, όπως πίστευε, σε κίνδυνο τη «διαφύλαξη της ενότητας του κόμματος» που είχε θέση υπερψήφισής τους), ενώ στη δεύτερη ψηφοφορία το Δεκέμβρη του 1914 η ψήφος του ήταν η μοναδική αρνητική στο SPD και σε ολόκληρο το Ράιχταγκ. Ο Λίμπκνεχτ «πλήρωσε» την επαναστατική του στάση του με 4½ χρόνια φυλάκιση και λίγο αργότερα με την ίδια του τη ζωή, όπως θα δούμε στη συνέχεια. Στην ουσία η επαναστατική θέση απέναντι στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο εκφράστηκε κοινοβουλευτικά από ένα μόνο άνθρωπο, ενώ οι υπόλοιποι 109 σοσιαλδημοκράτες βουλευτές ψήφισαν τη στήριξη των πολεμικών επιδιώξεων της γερμανικής αστικής τάξης.

11. Ο Μπέμπελ χαρακτήρισε τη γερμανική πολιτική στην Αφρική βάρβαρη και κτηνώδη. Συγκρίνετε αυτή την τοποθέτηση με την τοποθέτηση του Εμπερτ για το Ράιχ και τα… δύο παιδιά του που θυσίασε γι’ αυτό.

12. Οι Mitchell και Stearns αναφέρουν χαρακτηριστικά για την εκλογική μείωση του 1907: «οι ρεφορμιστές (σ.σ. του κόμματος) συμπέραναν ότι ο αντι-ιμπεριαλισμός ήταν πολυτέλεια. Εξάλλου πολλοί από αυτούς, συμπεριλαμβανομένου του Μπερνστάιν, είχαν εκφραστεί ευνοϊκά προς τη γερμανική αποικιοκρατία» (MitchellH, StearnsP, WorkersandProtest; theEuropeanLaborMovement, theworkingclassesandtheoriginsofsocialdemocracy, 1890-1914, εκδ. F.e. Peacock Publishers, 1971, σελ. 98).

13. Grebing H, The History of the German Labor Movement: A Survey, Leamington Spa: Berg Publishers, 1985, σελ. 66.

14. Από το 1916 η πολιτική της Γερμανίας δεν καθοριζόταν από τον Κάιζερ (Αυτοκράτορα) και από την κυβέρνηση, αλλά από την Ανώτατη Στρατιωτική Διοίκηση υπό τους στρατηγούς Χίντενμπουργκ και Λούντεντορφ. Ο τελευταίος πρότεινε -ενόψει της ήττας- τη μετατροπή της Αυτοκρατορίας σε κοινοβουλευτική μοναρχία με τη συμμετοχή των κομμάτων, μεταξύ των οποίων και του σοσιαλδημοκρατικού.

15. Κατά τη διάρκεια του πολέμου η στάση του SDP στηριζόταν στη λεγόμενη «Burgfrieden», ένα είδος ταξικής ειρήνης που συμφώνησε το κόμμα με την κυβέρνηση για όσο διαρκούσε ο πόλεμος. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της απεργίας του Γενάρη 1918. Ελλείψει οργανωμένου επαναστατικού κόμματος, το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα, το οποίο στήριζε αναφανδόν τη γερμανική αστική τάξη και τον πόλεμό της, ανέλαβε την καθοδήγηση της απεργίας αυτής, η οποία στόχευε να δημιουργήσει προβλήματα στη γερμανική πολεμική μηχανή. Ποιος ο λόγος; Το 1925 ο Φ. Εμπερτ σημείωνε: «Συμμετείχα στην ηγεσία της απεργίας με τη συγκεκριμένη πρόθεση να τελειώσει το γρηγορότερο η απεργία και να αποφευχθεί έτσι η ζημιά για τη χώρα μας» (βλ. Βόλφγκανγκ Ρούγκε: «Η Επανάσταση του Νοέμβρη του 1919 στη Γερμανία», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», 1991, σελ. 23).

16. Αν και αξίζει να σημειωθεί ότι το SPD ήταν αντίθετο ακόμα και με πολλούς από τους αστικούς εκσυγχρονισμούς. Για παράδειγμα, παρά τις διακηρύξεις του περί δημοκρατίας, έκανε τα πάντα για να διατηρήσει στο θρόνο τον Κάιζερ Βίλχελμ ΙΙ ή τουλάχιστον να διατηρήσει τον ίδιο το θρόνο. Ωστόσο αυτό κατέστη αδύνατο στην πορεία των επαναστατικών εξελίξεων.

17. Οπως σημείωνε η ομάδα Σπάρτακος (για την ομάδα του Σπάρτακου βλ. υποσ. 22) τον Οκτώβρη «Το ιστορικό νόημα και ο σκοπός αυτών των “κυβερνητικών μεταρρυθμίσεων” της τελευταίας στιγμής, πριν από μία αναμενόμενη καταιγίδα, είναι πάντα τα ίδια: η “ανανέωση” του παλιού ταξικού κράτους με “ειρηνικό τρόπο”, δηλαδή επιφανειακές μικροαλλαγές, με σκοπό να μείνει σώος ο πυρήνας και η ουσία της παλιάς ταξικής κυριαρχίας και να αποφευχθεί η ριζοσπαστική, πραγματική ανανέωση της κοινωνίας μέσω της επανάστασης των μαζών» (βλ. Βόλφγκανγκ Ρούγκε: «Η Επανάσταση του Νοέμβρη του 1919 στη Γερμανία», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», 1991, σελ. 26).

18. Στα τέλη Οκτώβρη οι ναύτες εξεγέρθηκαν εναντίον της συνέχισης του πολέμου, δεδομένης και της ήττας της Γερμανίας. Στις 30 Οκτώβρη δεν πειθάρχησαν στη διαταγή να αποπλεύσουν, ενώ σε κάποια πλοία ύψωσαν την κόκκινη σημαία. Χίλιοι ναύτες φυλακίστηκαν. Στις 3 Νοέμβρη χιλιάδες ναύτες, εργάτες και στρατιώτες διαδήλωσαν για την απελευθέρωσή τους. Η διαδήλωση πνίγηκε στο αίμα: 8 νεκροί και 29 τραυματίες ήταν το τίμημα που έπρεπε να πληρώσουν οι ναύτες (οι οποίοι στη συντριπτική τους πλειοψηφία ήταν εργάτες πριν τον πόλεμο) του Κίελου για να συνειδητοποιήσουν ότι απέναντί τους είχαν τη βία του αστικού κράτους και ότι απέναντι σε αυτή τη βία έπρεπε να προτάξουν τη δική τους επαναστατική βία. Στις 4 Νοέμβρη συγκροτήθηκαν Συμβούλια και κάλεσαν σε απεργία την επόμενη μέρα. Το βράδυ της 14ης Νοέμβρη το Κίελο βρισκόταν στα χέρια των εξεγερμένων. Αξίζει να αναφερθεί ότι η τοπική σοσιαλδημοκρατική εφημερίδα χαρακτήρισε το λουτρό αίματος «ένα λυπηρό επεισόδιο» και συνιστούσε την αποφυγή «κάθε ανώφελης συνέχισης του αγώνα» (βλ. Βόλφγκανγκ Ρούγκε: «Η Επανάσταση του Νοέμβρη του 1919 στη Γερμανία», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», 1991, σελ. 44).

19. Βλ. Βόλφγκανγκ Ρούγκε: «Η Επανάσταση του Νοέμβρη του 1919 στη Γερμανία», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», 1991, σελ. 44.

20. Ο.π., σελ. 52.

21. Το Ανεξάρτητο Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα Γερμανίας δημιουργήθηκε τον Απρίλη του 1917 ως διάσπαση του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος Γερμανίας. Στην ουσία συνετέλεσε στη συγκράτηση «εντός των τειχών» των εργατικών μαζών που είχαν εξοργιστεί με το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα και στην πρόληψη δημιουργίας πραγματικά επαναστατικού εργατικού κόμματος. Σχεδόν στο σύνολό τους οι «Ανεξάρτητοι» προσχώρησαν το 1922 και πάλι στο Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα, ενώ μια μικρή μειοψηφία τους προσχώρησε στο Κομμουνιστικό Κόμμα Γερμανίας. Για λόγους συντομίας, στο κείμενο θα αναφερόμαστε στο κόμμα αυτό και ως «Ανεξάρτητοι».

22. Την Ανοιξη του 1915 συγκροτήθηκε από μέλη του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος που αντιπολιτεύονταν τη γραμμή του κόμματος γενικά, αλλά κυρίως στο θέμα του πολέμου, η ομάδα «Διεθνής», η οποία πήρε συνεπή διεθνιστική θέση κόντρα στη σοσιαλπατριωτική γραμμή του κόμματος. Η ομάδα αυτή αποτελούνταν από γνωστούς Γερμανούς επαναστάτες, όπως οι Καρλ Λίμπκνεχτ, Ρόζα Λούξεμπουργκ, Φραντς Μέρινγκ, Κλάρα Τσέτκιν, Χέρμαν και Κέτε Ντούνκερ, Βίλχελμ Πικ κ.ά. Βασική τους θέση ήταν ότι ο κύριος εχθρός κάθε λαού -και του γερμανικού- βρίσκεται στην ίδια του τη χώρα. Ενα χρόνο αργότερα η ομάδα άρχισε να εκδίδει σειρά πολιτικών φυλλαδίων με το όνομα «Γράμματα του Σπάρτακου», απ’ όπου πήρε και το όνομά της. Η ομάδα αυτή μετεξελίχθηκε μαζί με κάποια μέλη των «Ανεξάρτητων» στο Κομμουνιστικό Κόμμα Γερμανίας, το οποίο ιδρύθηκε στη Συνδιάσκεψη των Σπαρτακιστών από τις 30 Δεκέμβρη μέχρι την 1η Γενάρη 1919.

23. Β. Ι. Λένιν: «Απαντα», τ. 37, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 109.

24. Αν και ο Λίμπκνεχτ σημείωνε ότι όσο υπάρχουν εργάτες και αστοί «ο ελεγκτής προλετάριος θα εξαπατηθεί από τον πανούργο αστό στο άψε σβήσε».

25. Βλ. Βόλφγκανγκ Ρούγκε: «Η Επανάσταση του Νοέμβρη του 1918 στη Γερμανία», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», 1999, σελ. 64.

26. Σ.σ. Ηγεμονικός οίκος της Γερμανίας, από τους σημαντικότερους της Ευρώπης.

27. Βλ. Βόλφγκανγκ Ρούγκε: «Η Επανάσταση του Νοέμβρη του 1918 στη Γερμανία», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», 1999, σελ. 87.

28. Αποκαλυπτικό είναι το σχόλιο μιας γερμανικής εφημερίδας, χρόνια μετά τη σύναψη του Συμφώνου Εμπερτ-Γκρένερ: «Μόνο σεβασμό μπορούμε να επιδείξουμε απέναντι στο μέγεθος του κρατικού λειτουργού Εμπερτ καθώς και στην αντίληψη του στρατιωτικού του συνεταίρου. Αντλησαν διδάγματα από τη ρωσική Επανάσταση» (WolfgangRuge, Weimar, RepublikaufZeit, VEBDeutscherVerlag, 1982, σελ. 20).

29. Βλ. Wolfgang Ruge, Weimar, Republik auf Zeit, VEB Deutscher Verlag, 1982, σελ. 19.

30. Β. Ι. Λένιν: «Απαντα», τ. 27, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 123.

31. Βλ. Βόλφγκανγκ Ρούγκε: «Η Επανάσταση του Νοέμβρη του 1918 στη Γερμανία», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», 1999, σελ. 77.

32. Σε αυτό συμμετείχαν 288 σοσιαλδημοκράτες, 87 «Ανεξάρτητοι», 27 εξωκομματικοί στρατιώτες, 25 από τα παλιά αστικά κόμματα και μόλις 10 «Σπαρτακιστές». Χαρακτηριστικό για το ρεύμα αυταπατών που υπήρχε είναι ότι οι Καρλ Λίμπκνεχτ και Ρόζα Λούξεμπουργκ δεν είχαν εκλεγεί ως αντιπρόσωποι, ενώ μετά από ψηφοφορία δεν τους δόθηκε καν το δικαίωμα να παραστούν, έστω και χωρίς δικαίωμα ψήφου.

33. Ο στρατηγός Γκρένερ δήλωνε αργότερα: «Με την έναρξη του έτους 1919, μπορούσαμε να αναλάβουμε δουλειά στο Βερολίνο και να το εκκαθαρίσουμε» (βλ. Wolfgang Ruge, Weimar, Republik auf Zeit, VEB Deutscher Verlag, 1982, σελ. 25).

34. Βλ. Wolfgang Ruge, Weimar, Republik auf Zeit, VEB Deutscher Verlag, 1982, σελ. 26-27.

35. Ο Νόσκε πρωταγωνίστησε στη βίαιη κατάπνιξη εργατικών κινητοποιήσεων και εξεγέρσεων και κατά την περίοδο της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης και έτσι κέρδισε επάξια τον τίτλο του «σφαγέα των εργατών».

36. Τα Freikorps ήταν ακροδεξιά παραστρατιωτικά σώματα εθελοντών που αποτέλεσαν τη «μαγιά» για τη δημιουργία των χιτλερικών SA και SS. Αποτελούνταν από τα πιο βίαια και αντιδραστικά στοιχεία του ηττημένου στον πόλεμο Αυτοκρατορικού Στρατού.

37. Ο Κ. Λίμπκνεχτ πυροβολήθηκε στο πίσω μέρος του κεφαλιού, ενώ οι δολοφόνοι του άφησαν το πτώμα του σε κοντινό νεκροτομείο ως «πτώμα αγνώστου αντρός». Η Ρ. Λούξεμπουργκ σφυροκοπήθηκε μέχρι θανάτου με χτυπήματα τουφεκιού, ενώ στη συνέχεια το σώμα της πετάχτηκε σε ένα κανάλι όπου βρέθηκε μόλις στις 31 του Μάη 1919.

38. GustavAuernheimer, Σοσιαλδημοκρατία, Εθνικοσοσιαλισμός, Κριτική Θεωρία, εκδ. «Πλέθρον», 1999, σελ. 18.

39. Αυτή η επιχειρηματολογία έχει πολλά κοινά στοιχεία με αυτή που ακούγαμε προεκλογικά από το ΣΥΡΙΖΑ. Ο Γ. Δραγασάκης π.χ. σημείωνε προεκλογικά ότι τώρα χρειάζεται να δοθεί ζεστό χρήμα στις τράπεζες, ενώ το ζήτημα της «κοινωνικοποίησης» των τραπεζών είναι ζήτημα του μέλλοντος, όταν ανακάμψει η οικονομία, σε 10, 15, 20 χρόνια.

40. WinklerHeinrich: «Βαϊμάρη, η Ανάπηρη Δημοκρατία», εκδ. «Πόλις», 2010, σελ. 45.

41. Το όνομά της το πήρε από την πόλη Βαϊμάρη του κρατιδίου της Θουριγγίας. Στην πόλη αυτή συνήλθε στις 6 Φλεβάρη 1919 η Εθνοσυνέλευση, η οποία στις 11 Αυγούστου του ίδιου χρόνου ψήφισε και το Σύνταγμα της Βαϊμάρης. Η πόλη αυτή επιλέχτηκε έναντι του Βερολίνου, το οποίο ήταν και η πρωτεύουσα της χώρας, λόγω της επαναστατικής αναταραχής που επικρατούσε ακόμα εκεί μετά την επανάσταση του Νοέμβρη του 1918 και την εξέγερση του Γενάρη του 1919, ενώ η επιλογή της πόλης είχε και συμβολικό χαρακτήρα, αφού ήταν η πόλη μεγάλων Γερμανών συγγραφέων και ποιητών, όπως ο Γκαίτε, ο Σίλερ και ο Χέρντερ.

42. Πιο αναλυτικά δες την ένθετη έκδοση του «Κυριακάτικου Ριζοσπάστη» της 16ης Ιούνη 2012 με τίτλο «Η “Δημοκρατία της Βαϊμάρης”, η θεωρία των “άκρων” και ο αντικομμουνισμός».

43. Το άρθρο 25 έδινε στον Πρόεδρο του Ράιχ το δικαίωμα να διαλύσει το κοινοβούλιο, το άρθρο 48 έδινε στον Πρόεδρο το δικαίωμα να κηρύξει κατάσταση εκτάκτου ανάγκης χωρίς τη συναίνεση του κοινοβουλίου, ενώ το άρθρο 53 όριζε ότι ο Πρόεδρος του Ράιχ διορίζει τον Καγκελάριο.

44. Με πιο χαρακτηριστικό το λεγόμενο «Βιασμό της Πρωσίας», την απομάκρυνση δηλαδή της νόμιμης κυβέρνησης της Πρωσίας που έγινε με προεδρικό διάταγμα στις 20 Ιούλη 1932 και τον ορισμό από τον πρόεδρο Χίντενμπουργκ του Πάπεν ως επιτρόπου του Ράιχ για την Πρωσία.

45. Ο βαθμός αυτών των προσαρμογών ήταν τέτοιος που ανάγκασε την αστική ιστοριογραφία να της προσδώσει τον τίτλο της «Πρώτης Γερμανικής Δημοκρατίας».

46. Αλλωστε το ίδιο το Συνέδριο του Γκέρλιτσερ, που έλαβε χώρα το 1921 και ψήφισε και το λεγόμενο Πρόγραμμα του Γκέρλιτσερ (το οποίο συνέγραψε κυρίως ο Μπερνστάιν), σημείωνε ότι το SPD μετατρέπεται από κόμμα της εργατικής τάξης σε «κόμμα του εργαζόμενου λαού στην πόλη και την ύπαιθρο», ενώ αποφάσισε ότι κάθε πολιτικός χειρισμός του κόμματος πρέπει να κινείται στα πλαίσια της ισχύουσας νομιμότητας, δίνοντας ταυτόχρονα όρκους πίστης στη Δημοκρατία της Βαϊμάρης. Τέλος αποφάσισε με μεγάλη πλειοψηφία τη συνεργασία με τα λεγόμενα αστικά κόμματα, εφόσον αυτά στήριζαν τη Δημοκρατία. Τις αποφάσεις αυτές τις εφάρμοσε κατά γράμμα κατά τη διάρκεια της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης. Στο μόνο σημείο στο οποίο «έκανε σκόντο» είναι η προϋπόθεση του σεβασμού έστω κι αυτής της ταξικής, της αστικής «Δημοκρατίας της Βαϊμάρης». Το SPD δεν είχε κανένα πρόβλημα να στηρίξει τον οποιοδήποτε συνέβαλλε στην εδραίωση του καπιταλισμού, όπως π.χ. τις παραστρατιωτικές ακροδεξιές ομάδες.

47. Winkler, Heinrich: «Βαϊμάρη, η Ανάπηρη Δημοκρατία», εκδ. «Πόλις», 2010, σελ. 82-83.

48. Βλ. Wolfgang Ruge, Weimar, Republik auf Zeit, VEB Deutscher Verlag, 1982,

σελ. 12.

49. Μόνο στο Βερολίνο πάνω από 1.000 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους στις μάχες του Μάρτη του 1919.

50. Βλ. Βόλφγκανγκ Ρούγκε: «Η Επανάσταση του Νοέμβρη του 1918 στη Γερμανία», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», 1999, σελ. 100.

51. WinklerHeinrich: «Βαϊμάρη, η Ανάπηρη Δημοκρατία», εκδ. «Πόλις», 2010, σελ. 82.

52. Η απόφαση του δικαστηρίου ανέφερε ότι όλοι οι κατηγορούμενοι είχαν οδηγηθεί «στις ενέργειες τους από πνεύμα καθαρά πατριωτικό και με την πιο ευγενή και ανιδιοτελή βούληση» και πως είχαν ειλικρινή πίστη και συνείδηση «ότι όφειλαν να ενεργήσουν για τη σωτηρία της πατρίδας και ότι έπραξαν αυτό ακριβώς το οποίο, λίγο καιρό πριν, σκόπευαν να πράξουν οι κυβερνώντες της Βαυαρίας».

53. Βλ. Wolfgang Ruge, Weimar, Republik auf Zeit, VEB Deutscher Verlag, 1982, σελ. 38.

54. Λόγω των αμερικανικών δανείων από τις ΗΠΑ προς τη Γερμανία, του πολύ μεγάλου όγκου των Αμεσων Ξένων Επενδύσεων αμερικανικών επιχειρήσεων στη Γερμανία και άλλων αιτιών που σχετίζονται με την πολύ μεγάλη αλληλεξάρτηση των δύο οικονομιών αυτή την περίοδο.

55. Αναφοράστο: Wolfgang Ruge, 1982, Weimar, Republik auf Zeit, VEB Deutscher Verlag, σελ. 262.

56. WinklerHeinrich: «Βαϊμάρη, η Ανάπηρη Δημοκρατία», εκδ. «Πόλις», 2010, σελ. 254-255.

57. Βλ. Wolfgang Ruge, Weimar, Republik auf Zeit, VEB Deutscher Verlag, 1982, σελ 161.

58. Ο Σλάιχερ ήταν Γερμανός στρατηγός και προτελευταίος Καγκελάριος της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης από τις 2 Δεκέμβρη 1932 μέχρι τις 28 Γενάρη 1933. Στις 30 Γενάρη τον διαδέχτηκε στην Καγκελαρία της χώρας ο Αδόλφος Χίτλερ.

59. WinklerHeinrich: «Βαϊμάρη, η Ανάπηρη Δημοκρατία», εκδ. «Πόλις», 2010, σελ. 330.

60. WinklerHeinrich: «Βαϊμάρη, η Ανάπηρη Δημοκρατία», εκδ. «Πόλις», 2010, σελ. 304-305.

61. Ο.π., σελ. 241.

62. Το οποίο από 10,6% στις βουλευτικές εκλογές του Μάη του 1928 πήγε στο 13,1% στις εκλογές του Σεπτέμβρη του 1929, στο 14,3% στις εκλογές του Ιούλη του 1932 και στο 16,9% στις εκλογές λίγους μήνες μετά, το Νοέμβρη του 1932.

63. Αυτή η πορεία συνεχίστηκε και μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Το Πρόγραμμα του Γκόντεσμπεργκ, που ψηφίστηκε στην ομώνυμη πόλη το 1959, διαγράφει κάθε αναφορά στο Μαρξ, χαρακτηρίζει το SPD λαϊκό κόμμα που απευθύνεται σε όλα τα στρώματα της κοινωνίας.