Β΄ ΠΑΝΕΛΛΑΔΙΚΗ ΣΥΝΔΙΑΣΚΕΨΗ ΤΗΣ ΑΥΤΟΝΟΜΗΣ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗΣ. ΚΡΙΤΙΚΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΤΩΝ ΘΕΣΕΩΝ

Η Πανελλαδική Συνδιάσκεψη της Αυτόνομης Παρέμβασης (ΑΠ) έγινε στις 2 και 3 Απρίλη του 2005. Προσεγγίζοντας με κοινωνικοταξικά κριτήρια αυτή τη συνδικαλιστική παράταξη, μπορούμε βασικά να ισχυριστούμε ότι τη «βάση» της, κατά πλειοψηφία, την αποτελούν μεσαία και ανώτερα στελέχη του Δημόσιου τομέα, των ΔΕΚΟ, των Πανεπιστημίων, των Τραπεζών κλπ. Η πλειοψηφία των συνδικαλιστικών στελεχών της ΑΠ προέρχεται από χώρους που αποτελούν δομές του κράτους, γι’ αυτό είναι πιο ισχυρές οι πιέσεις ενσωμάτωσης στον κυβερνητικό συνδικαλισμό. Οι θέσεις και η πρακτική της ΑΠ δεν είναι ανεξάρτητες από τα κοινωνικοταξικά της χαρακτηριστικά.

Οι θέσεις της ΑΠ και οι αποφάσεις της είναι απόρροια και ταυτόχρονα προσαρμογή (και δε θα μπορούσε να ήταν διαφορετικά) στις γενικότερες κατευθύνσεις και τα χαρακτηριστικά του ΣΥΝ.

Επιβεβαιώνουν με τη σειρά τους (θέσεις και αποφάσεις) το χαρακτήρα του ΣΥΝ ως κύριου πολιτικού φορέα σήμερα του οπορτουνισμού στην Ελλάδα, ως βασικού στηρίγματος και αιμοδότη της σοσιαλδημοκρατίας. Επιβεβαιώνουν τον οπορτουνιστικό χαρακτήρα του, που εκφράζεται και με την υποστήριξη του πυρήνα των καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων και άλλων κεντρικών επιλογών του κεφαλαίου, εξασφαλίζοντάς του πολύτιμο «αριστερό - προοδευτικό» άλλοθι.

Οι θέσεις και οι αποφάσεις παίρνουν υπόψη τους:

- Το γεγονός ότι οι εργαζόμενοι έχουν συσσωρεύσει εμπειρία από την υλοποίηση των καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων και τη στάση των πολιτικών και συνδικαλιστικών δυνάμεων απέναντι σε αυτές.

- Τη σταθερή άνοδο του ΚΚΕ (παρά το στόχο συρρίκνωσής του) και την καταξίωση του ΠΑΜΕ σε όλο και ευρύτερα τμήματα εργαζομένων.

Γι’ αυτό το λόγο φραστικά επανέρχονται στη χρησιμοποίηση όρων που συσκοτίζουν προθέσεις και επιδιώξεις. Για παράδειγμα τη διαπίστωση ότι «το μέλλον του εργατικού κινήματος βρίσκεται στον αγώνα για την προώθηση των ταξικών συμφερόντων της εργατικής τάξης, στην προοπτική κατάργησης της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο». Διαπίστωση που αναιρείται από όλο το υπόλοιπο κείμενο, αλλά που κυρίως την αναιρεί η ίδια η δράση και η πραχτική της Αυτόνομης Παρέμβασης.

Γίνεται αγωνιώδης προσπάθεια να αποκρυφτεί, να αποσιωπηθεί η στάση, η δράση της ΑΠ την τελευταία 15ετία - 20ετία και να περιοριστεί η εκτίμηση στη δράση της τελευταίας 3ετίας, χωρίς και πάλι να γίνεται δυνατή η απόκρυψη της σύμπλευσης με βασικές επιλογές του κεφαλαίου. Αποσιωπάται π.χ. η υποστήριξη που δόθηκε σε όλες τις αποφάσεις, όπως η Συνθήκη Μάαστριχτ, η Λευκή Βίβλος, η στρατηγική της Λισσαβόνας, η στήριξη της ΟΝΕ -ενιαίου νομίσματος- η Κοινή Αγροτική Πολιτική (ΚΑΠ), η Κοινή Εξωτερική Πολιτική, η στήριξη των προηγούμενων αποφάσεων των συνεδρίων της ΓΣΕΕ, της ταχτικής των κοινωνικών διαλόγων κλπ., κλπ.

Η προσπάθεια της ΑΠ να κρατήσει αποστάσεις από τον εργοδοτικό και κυβερνητικό συνδικαλισμό δεν πείθει και γιατί δεν υπάρχει ούτε μια βασική επιλογή του εργοδοτικού και κυβερνητικού συνδικαλισμού, που τα προηγούμενα χρόνια να μην τη στήριξαν, αλλά και γιατί το ίδιο το κείμενο παρά τους λεκτικούς ακροβατισμούς, ξανά υιοθετεί τον πυρήνα όλων των καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων και κυρίως τη βασική άποψη ότι σήμερα είναι σεχταριστικό να θες να συσπειρώσεις τους εργάτες σε αντιμονοπωλιακή, αντιιμπεριαλιστική βάση. Αντιπαραθέτει ως δήθεν ρεαλιστική τη διεκδίκηση αιτημάτων «σε ζητήματα πιο καθημερινά και άμεσα».

Και έτσι το σύνολο των θέσεων και αποφάσεων της ΑΠ και αυτής της Πανελλαδικής συνδιάσκεψής τους, παρά τις όποιες αντικαπιταλιστικές γαρνιτούρες, κινείται πάνω στις δύο (2) βασικές ράγες που κινούνταν και παλιότερα ανάλογα κείμενά τους. Πρόκειται για την αντι-ΚΚΕ και την αντι-ΠΑΜΕ γραμμή, την ταχτική της διαστρέβλωσης, της συκοφάντησης των θέσεων του ΚΚΕ και του ΠΑΜΕ, της επιμονής στη γραμμή ενός συνδικαλισμού «εντός των τειχών».

Ιδεολογικά πρόκειται για την άποψη ότι ένας ανθρωπινότερος καπιταλισμός είναι εφικτός αν ηττηθεί η νεοφιλελεύθερη διαχείρισή του. Εξ ού και η σωρεία των διαχειριστικών προτάσεων (π.χ. φόρος Tobin 1‰ στην κίνηση των κεφαλαίων, αύξηση της βοήθειας στις φτωχές χώρες στο 0,7% του ΑΕΠ των ανεπτυγμένων χωρών κλπ.).

Ετσι, είναι απόλυτα λογικό που η ΑΠ από την αρχή και χωρίς περιστροφές οριοθετεί τα περιθώρια και το χαρακτήρα της «αντεπίθεσής της». Η «αντεπίθεση» αφορά την αντιμετώπιση του «νεοφιλελευθερισμού», ο οποίος, με βάση τη θέση τόσο του συνεδρίου του ΣΥΝ όσο και της ΑΠ, είναι ένα αντιλαϊκό μοντέλο διαχείρισης του καπιταλισμού.

Αναφέρεται χαρακτηριστικά: «Η νεοφιλελεύθερη διαχείριση κυριαρχεί και το πρότυπο εκμετάλλευσης των εργαζομένων καθορίζεται από μεγάλες εθνικές και περιφερειακές δυνάμεις, με καθοριστικό το ρόλο των ΗΠΑ, αλλά και άλλων δυνάμεων, π.χ. ΕΕ - NAFTA - Ιαπωνία».

Και για να μην έχουμε αμφιβολίες για το τι ακριβώς εννοούν, αμέσως παρακάτω προσθέτουν: «Στις Διεθνείς σχέσεις κυριαρχεί το δικαίωμα του ισχυρού που εκφράζεται σήμερα από τις ΗΠΑ. Είναι εξαιρετικά επικίνδυνη η νέα σταυροφορία του Μπους με πρόσχημα την ελευθερία και τη δημοκρατία, αλλά και την πάταξη της τρομοκρατίας».

Οχι μόνο ΕΕ και Ευρωπαϊκό ιμπεριαλισμό, αλλά ούτε καν αμερικάνικο ιμπεριαλισμό δε βλέπουν. Ακόμα και εκεί υπάρχει η διαχείριση Μπους. Καθόλου παράξενο αν θυμηθούμε την παλιότερη θέση τους, ότι η εκλογή Κλίντον αποτελεί προοδευτική εξέλιξη.

Οποιαδήποτε αναφορά στην αναγκαιότητα ενός «κοινωνικού μετασχηματισμού» σχετίζεται με μια «αντινεοφιλελεύθερη» διόρθωση του καπιταλισμού.

«Το μέλλον του κινήματος βρίσκεται στην “ενότητα και δράση πάνω στα προβλήματα”, η σύγχρονη ταξική οπτική, η αντίληψη ενός νέου διεθνισμού στο κοινωνικό πεδίο και μια ευρύτερη θεώρηση κοινωνικού μετασχηματισμού». Και ακόμα, «η ηγεσία του ΠΑΜΕ αγνοεί επίσης ότι σε μια περίοδο νεοφιλελεύθερης διαχείρισης, όπου η συλλογικότητα δέχεται μείζονα πλήγματα δεν μπορείς να πετυχαίνεις συσπειρώσεις σε προωθημένους στόχους, αλλά σε ζητήματα πιο καθημερινά και άμεσα».

Τώρα πως μπορεί να κατακτηθεί, π.χ. μια ουσιαστική αύξηση μισθών, έστω και προσωρινά, χωρίς να αμφισβητηθεί η απόφαση της ΕΕ για αυξήσεις στα όρια της παραγωγικότητας - το σύμφωνο σταθερότητας, οι αποφάσεις της Λισσαβόνας - η κυβερνητική εισοδηματική πολιτική και πολύ περισσότερο η ίδια η καπιταλιστική εκμετάλλευση, αυτό μόνο τα στελέχη της ΑΠ μπορούν να μας το απαντήσουν. Αυτά τα στελέχη που μαζί με τον Πολυζωγόπουλο, επί χρόνια προσπαθούν -υποτίθεται- να βελτιώσουν τη θέση των εργαζομένων, όχι μόνο χωρίς να αμφισβητήσουν τα «ιερά και όσια» του συστήματος (κερδοφορία και καπιταλιστική ιδιοκτησία), αλλά και καλώντας το εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα να στηρίξει στρατηγικές επιλογές του κεφαλαίου που οδηγούν στην αύξηση του βαθμού εκμετάλλευσης της εργατικής δύναμης.

Ούτε οι ίδιοι βεβαίως δύνανται να κρύψουν τα αποτελέσματα των επιλογών τους, γι’ αυτό και ομολογούν ότι: «Οι συνέπειες των αναδιαρθρώσεων και των επιλογών ήταν δραματικές για τους εργαζόμενους». Και αφού αναφέρονται στους δείκτες, π.χ. ανεργία, μισθούς κλπ., καταλήγουν ότι «η οικονομική αυτή ανατροπή απαιτούσε 2 προϋποθέσεις: Ενα πολιτικό σύστημα το οποίο να στηρίζει το νεοφιλελευθερισμό - αυτό υπήρχε με την εναλλαγή ΠΑΣΟΚ - ΝΔ στη διακυβέρνηση της χώρας - και ένα συνδικαλιστικό κίνημα πειθήνιο και συναινετικό στο πλαίσιο της νεοφιλελεύθερης συνεννόησης και - αυτό δυστυχώς έγινε - με βάση τους υπάρχοντες συσχετισμούς».

Ομως, ένα συνεχώς αυξανόμενο τμήμα των εργαζομένων διακρίνει όχι μόνο το «πειθήνιο, συναινετικό και προβλέψιμο συνδικαλισμό», αλλά και τους συμβιβασμένους συνδικαλιστές, περιλαμβάνοντας σε αυτούς π.χ. τον Πολυζωγόπουλο και τον Καλύβη, τον Παπασπύρου και τον Βρετάκο (εκπροσώπους της ΠΑΣΚΕ και του ΣΥΝ στη ΓΣΕΕ - ΑΔΕΔΥ). Και δεν είναι τυχαία αυτή η στάση των εργαζομένων, αλλά προέρχεται από την πείρα τους, βλέποντας την πραγματική στάση της ΑΠ και τη δράση των στελεχών της, όλα τα προηγούμενα χρόνια .

Ετσι, γίνεται φράση-δόλωμα, χωρίς συσχετισμό και πρακτική συνέπεια, η θέση της ΑΠ ότι «τελικός στόχος του κινήματος πρέπει να είναι η κατάργηση της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο». Σε όλο το κείμενο των θέσεων και αποφάσεων πουθενά δεν αμφισβητείται το «δικαίωμα» του κεφαλαίου στην κερδοφορία, στην «ανταγωνιστικότητα», η ίδια η καπιταλιστική ιδιοκτησία. Η μόνη αγωνία που διακατέχει το κείμενο είναι πώς θα συνυπάρξει η ατομική καπιταλιστική ιδιοκτησία με την κρατική καπιταλιστική ιδιοκτησία, ακόμα και σε τομείς όπως η υγεία, η παιδεία, η πρόνοια κλπ.

Οι παραπάνω «θεμελιακές» θέσεις σε κείμενο που βρίθει κουτοπόνηρων προσεγγίσεων, αντικρουόμενων εκτιμήσεων, «πολύτιμων» για τη δράση και στάση της ΑΠ αποσιωπήσεων και πληθώρας «βελτιωτικών» προτάσεων, τελικώς διαμορφώνει την κατεύθυνση της ΑΠ, σε αντι-ΚΚΕ και αντι-ΠΑΜΕ γραμμή, που παλεύει για έναν άλλο βελτιωμένο καπιταλισμό.

 

Η «ΑΝΤΙΝΕΟΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΗ» ΓΡΑΜΜΗ

Η ΑΠ υποστηρίζει ότι: «Η ηγεμονία του νεοφιλελευθερισμού πρέπει να χτυπηθεί ιδεολογικά, πολιτικά, οικονομικά και πολιτισμικά. Υπάρχει ανάγκη και τα συνδικάτα να προβάλουν ισχυρή αντίσταση στο νεοφιλελευθερισμό και να αναδείξουν, έστω και με πρωτόλειο τρόπο αιτήματα, που αντικειμενικά εντάσσονται σε μια αναπτυξιακή εναλλακτική λύση, ώστε να ανακτήσουν μια επιθετική στρατηγική και να ξεφύγουν από το σημερινό αμυντισμό τους».

Πώς, όμως, εννοούν την εναντίωση στην «ηγεμονία του νεοφιλελευθερισμού»; Προφανώς αμφισβητώντας, στην καλύτερη περίπτωση, κάποιο δεδομένο συσχετισμό δυνάμεων μεταξύ των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων, π.χ. τον ηγεμονισμό των ΗΠΑ ή τη συγκυριακή έκφραση στρατηγικών επιλογών ενός ιμπεριαλιστικού κέντρου, όπως της ΕΕ. Π.χ. δεν εναντιώνονται σε αυτή την ύπαρξη και το χαρακτήρα της ΕΕ, αλλά στην ύπαρξη μιας συγκεκριμένης συμφωνίας που αφορά το Σύμφωνο Σταθερότητας. Αυτή η τοποθέτηση οδηγεί στη φαινομενικά αταξική θέση, στην πραγματικότητα θέση ταξικής συνεργασίας με το κεφάλαιο, για τη δυνατότητα των συνδικάτων να διαμορφώνουν «αιτήματα που αντικειμενικά θα εντάσσονται σε μια αναπτυξιακή εναλλακτική λύση», μέσα στην ΕΕ. Ετσι εξηγείται η φαινομενική αντιφατικότητα της ΑΠ: Από τη μια να μην αμφισβητεί την ελεύθερη διακίνηση κεφαλαίων - υπηρεσιών - ανθρώπινου δυναμικού και προϊόντων, το πακέτο των ιδιωτικοποιήσεων και αντιδραστικών αλλαγών στις εργασιακές σχέσεις που επιφέρει, και από την άλλη να διακηρύσσει ότι «η όποια ανάπτυξη είναι ανάγκη να στηριχτεί σε μια αναβαθμισμένη μισθωτή εργασία καλά αμειβόμενη, με ένα σταθερό σύστημα εργασιακών σχέσεων και ένα ισχυρό πλαίσιο κοινωνικής προστασίας, ώστε να είναι ικανή να παίξει στις σύγχρονες συνθήκες τον παραγωγικό της ρόλο». Και ο σκύλος χορτάτος (οι περίφημες 4 ελευθερίες του κεφαλαίου), και η πίτα ολάκερη (αναβαθμισμένη μισθωτή εργασία και σταθερές εργασιακές σχέσεις κλπ.) δε γίνεται, όσο και αν επιμένουν να σπέρνουν αυταπάτες.

Οσοι ισχυρίζονται ότι τα συνδικάτα είναι θεσμός του κινήματος και όχι φορέας πολιτικής (κόμμα), λένε τη μισή αλήθεια. Κρύβουν το χαρακτήρα της ιδεολογικής-πολιτικής πάλης που διεξάγεται και μέσα στις δομές του κινήματος. Υποκρίνονται, αφού η εντός των τειχών «αναπτυξιακή εναλλακτική λύση» που προτείνουν δεν είναι παρά μια πολιτική διαχείρισης του συστήματος σε συμβιβασμό με τους κοινωνικο-οικονομικούς όρους εκμετάλλευσης της εργατικής δύναμης από το κεφάλαιο. Αυτή η λογική είναι που τελικά οδήγησε στην παραίτηση από την πάλη, τη διεκδίκηση, που έφερε την αποδοχή του κοινωνικού διαλόγου (τον οποίον υπεράσπισαν μανιωδώς) ως εργαλείο προώθησης των αναδιαρθρώσεων.

Από αυτή τη γραμμή απορρέει:

-€ Η υποστήριξη της ΟΝΕ, του Μάαστριχτ, της Λευκής Βίβλου, των Τοπικών Συμφωνιών Απασχόλησης.

-€ Τα δεκάδες στελέχη τους, πολύτιμα στηρίγματα της στρατηγικής που έκανε «μεγάλες συνδικαλιστικές οργανώσεις να συνθηκολογήσουν» κλπ., όπως τα στελέχη τους στο εμπόριο, στους ναυτεργάτες, στις τράπεζες, στην ΑΔΕΔΥ, στους δασκάλους, στη ΓΣΕΕ κ.ά. Κορυφαία τους στελέχη που είναι ενταγμένα στον κυβερνητικό μηχανισμό, π.χ. στα Πανεπιστήμια, στον εργοδοτικό μηχανισμό, βλέπε Σούπερ Μάρκετ, φιλοδοξούν να εκφράσουν «διαφορετική πολιτισμική ηθική συνδικαλιστική στάση» όταν ψηφίζουν π.χ. στις τράπεζες για να απολαμβάνουν οι συνδικαλιστές «προνόμια» σε σχέση με τους εργαζόμενους.

Η ΑΠ επιδιώκει να εξωραΐσει αυτή την πρακτική με εκτιμήσεις του τύπου: «Το συνδικαλιστικό κίνημα την προηγούμενη 3ετία (μόνο την προηγούμενη 3ετία;), στάθηκε πολύ πιο κάτω από τις ανάγκες των εργαζομένων, αλλά και τις δυνατότητες της πάλης (…). Σε μια περίοδο έντονων ανακατατάξεων συμβιβάστηκε με το νεοφιλελεύθερο πλαίσιο, χωρίς να κατορθώσει να διαπραγματευτεί ούτε καν όρους μικρότερων επιπτώσεων από τις καπιταλιστικές αναδιαρθρώσεις». Στην πράξη, λοιπόν, ταυτίστηκε η ΑΠ με τη «νεοφιλελεύθερη» διαχείριση, όπως και όλοι όσοι έγιναν τα «αριστερά» άλλοθι της «παγκοσμιοποίησης» κλπ.

Στο κεφάλαιο «ένας άλλος κόσμος είναι εφικτός» (αλήθεια ποιος;), καταγράφουν διαπιστώσεις, όπως:

«15 εκατ. παιδιά αποτελούν αντικείμενο υπερεκμετάλλευσης από φίρμες που κυριαρχούν σε παγκόσμιο επίπεδο».

«Η απελευθέρωση του εμπορίου έχει επιδεινώσει τα προβλήματα και τις ανισότητες παγκόσμια».

«Η κερδοσκοπική κίνηση κεφαλαίων, η αξιοποίηση της νέας τεχνολογίας κλπ., δημιουργούν σοβαρότατα εμπόδια και νέα ζητήματα στην ανάπτυξη του συνδικαλιστικού κινήματος».

Τα παραπάνω δεν αποτελούν καν δειλή αυτοκριτική στη συμφωνία του Μάαστριχτ που θεσμοθετεί τις 4 ελευθερίες του κεφαλαίου, αυτοκριτική για τη στήριξη της ΕΕ που είναι δομημένη ακριβώς σε αυτές τις «ελευθερίες», στη συγκρότηση ανάλογων οικονομικών δομών και μηχανισμών πολιτικής - στρατιωτικής καταστολής.

Αμέσως παρακάτω συμπληρώνουν: «Η διαδικασία αυτή συγκέντρωσης και αξιοποίησης του κεφαλαίου σε πλανητική κλίμακα, συμπαρασύρει προς τα κάτω τα στάνταρ διαβίωσης και τα εργατικά δικαιώματα και ενισχύει τις αντιθέσεις μεταξύ των εργαζομένων του πλούσιου βορρά και του φτωχού νότου».

Οι θέσεις αυτές προβάλλονται, όταν ακόμα και οι ίδιοι οι καπιταλιστές ομολογούν ότι η συγκέντρωση και συγκεντροποίηση του κεφαλαίου, αύξησε την εκμετάλλευση των εργαζομένων παντού, συσσώρευσε μεγαλύτερη φτώχεια από τη μια μεριά, πλούτο από την άλλη. Οταν δηλαδή αδυνατούν να κρύψουν ότι ο καπιταλισμός στη σημερινή φάση ανάπτυξής του δημιουργεί περισσότερα κέρδη για τα διεθνικά μονοπώλια και χειρότερους όρους ζωής και εργασίας για τους εργαζόμενους.

Η ΑΠ δε βλέπει ότι βάση της ΕΕ είναι το διευρωπαϊκό μονοπώλιο που παράγει και οξύνει την αντίθεση κεφαλαίου-εργασίας. Βλέπει ενίσχυση των αντιθέσεων μεταξύ εργαζομένων του πλούσιου Βορρά και του φτωχού Νότου.

Γι’ αυτό, όχι μόνο υποβαθμίζεται ο αντιμονοπωλιακός και αντικαπιταλιστικός χαρακτήρας του εργατικού κινήματος, αλλά προβάλλεται ως υποκατάστατό του το «παγκόσμιο κοινωνικό φόρουμ».

«Η υπόθεση του παγκόσμιου κοινωνικού φόρουμ (ΠΚΦ) είναι μια εξαιρετική, σημαντική, κινηματική διαδικασία που μπορεί ανεξάρτητα από τις δυσκολίες λόγω της επιθυμητής πολυχρωμίας του να συνενώσει δυνάμεις, που βλέπουν δηλαδή την προοπτική».

Η ΑΠ βλέπει την προοπτική σε ένα κίνημα που καθοδηγεί η σοσιαλδημοκρατία και στηρίζει η αφρόκρεμα των πολυεθνικών, ΚΟΚΑ-ΚΟΛΑ, ΑDIDAS, ΙΒΜ, ΛΟKΧΙΝΤ κλπ. - που συμμετέχει στο παγκόσμιο κοινωνικό φόρουμ.

Ετσι διεθνικά μονοπώλια και κινήματα μέσα από το ΠΚΦ θα σώσουν, για παράδειγμα, τα «15 εκατ. παιδιά που αποτελούν αντικείμενα σκληρής υπερεκμετάλλευσης από φίρμες που κυριαρχούν» με ρυθμίσεις όπως η «καθιέρωση του Φόρου TOBIN», η «αύξηση της βοήθειας στις φτωχές χώρες στο 0,7% του ΑΕΠ των ανεπτυγμένων χωρών», η «επιβολή κοινωνικής ρήτρας στο παγκόσμιο εμπόριο» και άλλα ανάλογα.

«Τέλος, το κίνημα, το συνδικαλιστικό κίνημα πρέπει να παρέμβει πιο αποφασιστικά στα ζητήματα προάσπισης της ειρήνης, αποτροπή των πολέμων, επίλυση του Κυπριακού και Παλαιστινιακού προβλήματος, κατάργηση των πυρηνικών όπλων και απομάκρυνση των στρατιωτικών βάσεων, μείωση των στρατιωτικών εξοπλισμών, απεμπλοκή της χώρας από το ΝΑΤΟ, απόκρουση της τρομοϋστερίας και της παραβίασης ατομικών δικαιωμάτων των διεθνών σχέσεων».

Αν κάποιος βέβαια περίμενε ότι η ΑΠ θα απαιτούσε τη διάλυση των δυνάμεων καταστολής της ΕΕ, όπως ευρωστρατός - ευρωαστυνομία κλπ., άδικα θα περίμενε. Αν περίμενε επίσης την απαίτηση λύσης του Κυπριακού έξω από τις κατευθύνσεις του Σχεδίου Ανάν, λύση του Παλαιστινιακού έξω από την ευρωπαϊκή πρόταση ειρήνευσης, επίσης γελάστηκε. Και φυσικά άδικα θα περίμενε, αν πίστευε ότι η ΑΠ θα μπορούσε να κρίνει την ΕΕ ως αυτό που είναι. Δηλαδή ως μια ιμπεριαλιστική ένωση που από τη φύση της συμμετέχει στους ιμπεριαλιστικούς πολέμους, στις επεμβάσεις στο εσωτερικό χωρών, στον περιορισμό των ατομικών και συλλογικών δικαιωμάτων, στους στρατιωτικούς εξοπλισμούς και την «τρομοϋστερία».

Η ίδια λογική αναπαράγεται και στο κεφάλαιο: «Ευρώπη, το κοινωνικό κεκτημένο αποδομείται από το Νεοφιλελευθερισμό».

Ενδεικτικά σταχυολογούμε:

«Το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό μοντέλο απορυθμίζεται και συρρικνώνεται ως αποτέλεσμα των νεοφιλελεύθερων πολιτικών. Η στρατηγική της Λισσαβόνας απέτυχε στους στόχους της για το δυναμισμό της Ευρωπαϊκής Οικονομίας».

«Το κυρίαρχο ζήτημα που μένει από τη στρατηγική της Λισσαβόνας παρά τις υπαρκτές αντιθέσεις - είναι ο ανταγωνισμός και η απελευθέρωση των αγορών».

«Το Κοινωνικό μοντέλο θεωρείται ότι μπορεί να υπάρχει ως αποτέλεσμα της οικονομικής ανάπτυξης και όχι ως αυτοτελής κοινωνική και παραγωγική αξία».

«Η διεύρυνση αξιοποιείται με τρόπο που ωθεί προς τα κάτω το βιοτικό επίπεδο των εργαζομένων στις παλιές χώρες της ΕΕ».

Στα παραπάνω τι να πρωτοσημειώσει κανείς; Τη βαρύγδουπη διαπίστωση ότι η Λισσαβόνα απέτυχε στους στόχους της; Γιατί άραγε; Είχε βάλει φιλολαϊκούς στόχους για ανάπτυξη με ανάλογα χαρακτηριστικά;

Τη διαπίστωση ότι έμεινε ο ανταγωνισμός και η απελευθέρωση των αγορών; Δηλαδή, τι άλλο ήταν η στρατηγική της Λισσαβόνας εκτός από αυτά τα οποία, βεβαίως, συνεπάγονταν «οδοστρωτήρα» σε βάρος των εργατικών δικαιωμάτων;

Τη θεωρητική αρλούμπα ότι το κοινωνικό μοντέλο μπορεί να υπάρξει ως «αυτοτελής κοινωνική και παραγωγική αξία», ανεξάρτητα από τον ταξικό χαρακτήρα της οικονομίας, τις σχέσεις παραγωγής και βεβαίως τις σχέσεις της ατομικής ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής;

Ή μήπως την ανακάλυψή τους ότι η διεύρυνση ωθεί προς τα κάτω το βιοτικό επίπεδο των εργαζομένων; Δηλαδή υπήρχε περίπτωση οι καπιταλιστές (γιατί βεβαίως αυτοί κάνουν κουμάντο) τόσο των παλιών, όσο και των νέων χωρών, να επιδιώκουν και να θέλουν τη διεύρυνση για αύξηση του βιοτικού επιπέδου των λαών και στις ΜΕΝ και στις ΔΕ χώρες;

 

ΕΙΔΙΚΟΤΕΡΑ ΓΙΑ ΤΟ ΣΥΣΧΕΤΙΣΜΟ ΣΤΟ ΣΥΝΔΙΚΑΛΙΣΤΙΚΟ ΚΙΝΗΜΑ

Και στο κεφάλαιο ΣΤ΄ «Το συνδικαλιστικό τοπίο», εκτός από αυτά που αναφέραμε στην αρχή, για κίνημα πίσω από τις ανάγκες και τις δυνατότητες, η ΑΠ υποστηρίζει:

«Με μεγάλη ευκολία η ηγεσία της ΠΑΣΚΕ ανέχεται ή υποθάλπει νόθευση των αποτελεσμάτων αρχαιρεσιών με την ανοιχτή ή συγκαλυμμένη συνενοχή, πολλές φορές της ΔΑΚΕ και της ΕΣΑΚ».

Συνήθως οι έξυπνοι δεν μιλούν για «σκοινί στο σπίτι του κρεμασμένου». Θα είχε ενδιαφέρον όμως για κάποιον εργαζόμενο να αναζητήσει, ποιος μαζί με ποιον νόθευσε το αποτέλεσμα στα τελευταία συνέδρια, για παράδειγμα του Εργατικού Κέντρου Αθήνας (ΕΚΑ), της Πανελλήνιας Ναυτικής Ομοσπονδίας (ΠΝΟ), της Ομοσπονδίας Ιδιωτικών Υπαλλήλων (ΟΙΥΕ), για να αρκεστούμε σε αυτές μόνο από τις 10άδες περιπτώσεις.

«Αυστηρή κριτική στην ηγεσία της ΠΑΣΚΕ για το παρελθόν και το παρόν της, σε συνδυασμό με σταθερή πίεση και από τα κάτω και από τα πάνω, ώστε να προωθούνται στα όργανα του σ.κ. αποφάσεις για διεκδικητικούς αγώνες, με όσο το δυνατόν σαφέστερους στόχους και αγωνιστικές πρακτικές».

Καθόλου παράξενο που μαζί με την ΠΑΣΚΕ θα αντιπαλέψουν το «Νεοφιλελευθερισμό». Αλλωστε και η ΠΑΣΚΕ για αυτό αγωνίζεται: για την ΠΑΣΟΚική διαχείριση του καπιταλισμού. Οσο για τις αποφάσεις, να μας επιτρέψουν να τους πούμε ότι δεν τις χαρακτήριζε η ασάφεια και η αοριστία. Ηταν σαφέστατες υπέρ των συμφερόντων του κεφαλαίου, όπως αυτή για αυξήσεις στο ύψος του πληθωρισμού, αυτή της προώθησης της Λευκής Βίβλου, των τοπικών συμφωνιών απασχόλησης, της ΟΝΕ, του κοινωνικού διαλόγου κλπ., που αποφάσισαν στη ΓΣΕΕ με τη συμφωνία ΠΑΣΚΕ - ΔΑΚΕ - Αυτόνομης Παρέμβασης.

Την τιμητική τους όμως σε χώρο και εκφράσεις και σε αυτό το κεφάλαιο (όπως και στα άλλα βεβαίως) έχουν η ΔΑΣ (Δημοκρατική Αγωνιστική Συνεργασία), το ΠΑΜΕ και οι απόψεις τους.

«Οι δυνάμεις της ΔΑΣ που έχουν συγκροτήσει το ΠΑΜΕ, ουσιαστικά έχουν εγκαταλείψει την παρέμβασή τους μέσα στα κεντρικά συνδικάτα. Η παρουσία τους στα όργανα έχει εξελιχθεί σε πάρεργο».

Ετσι χαρακτηρίζει η ΑΠ την άρνηση των συνδικαλιστών της ΔΑΣ και του ΠΑΜΕ να συμμετέχουν τα προηγούμενα χρόνια στο Προεδρείο της ΓΣΕΕ και της ΑΔΕΔΥ, που διαμορφώθηκαν σε τέτοιου βαθμού όργανα ταξικής συνεργασίας, ώστε ανάγκασαν ακόμα και αυτούς που τα στήριζαν να διαπιστώσουν και να ομολογήσουν αναποτελεσματικότητα και να επιδιώκουν αποστασιοποίηση για να απαλύνουν τις ευθύνες.

Η πραγματικότητα όμως είναι πως δεν υπάρχει ούτε ένα όργανο σε οποιοδήποτε επίπεδο του συνδικαλιστικού κινήματος που τα μέλη και τα στελέχη της ΔΑΣ και του ΠΑΜΕ να μην κατήγγειλαν και να μην αντιπάλεψαν αποφάσεις των εργοδοτών και της κυβέρνησης, που να μην εναντιώθηκαν στη γραμμή ταξικής συνεργασίας αυτών των πλειοψηφιών και αυτό βεβαίως είναι που ενοχλεί.

«Η ίδρυση του ΠΑΜΕ ήταν μεγάλο λάθος, γιατί από τη φύση του εμπεριείχε το σπέρμα της διασπαστικής δράσης και (...) εξασθένιζε την αξιοπιστία και την αποτελεσματικότητα των συνδικάτων».

Αν όμως πάνε σ’ ένα οποιοδήποτε εργοστάσιο, χώρο δουλειάς και ρωτήσουν ακόμα και έναν απλό ψηφοφόρο της παράταξής τους «ποιος νομίζει ότι αντιστάθηκε πιο αποφασιστικά σε εργοδότες - ΕΕ και κυβερνήσεις», γνωρίζουν και οι ίδιοι ότι η απάντηση θα είναι «το ΠΑΜΕ».

Και τούτο είναι ήδη ένα μεγάλο βήμα στη δικαίωση της ορθότητας δημιουργίας του ΠΑΜΕ. Διότι βεβαίως το ΠΑΜΕ δε δημιουργήθηκε για να συμβάλει στην αξιοπιστία και στην αποτελεσματικότητα της ΓΣΕΕ, της ΑΔΕΔΥ κλπ.

Το ΠΑΜΕ αγωνίζεται για την αλλαγή των συσχετισμών, έχοντας πλήρη συνείδηση ότι μεγαλύτερη αξιοπιστία και αποτελεσματικότητα για λογαριασμό του εργοδοτικού κυβερνητικού συνδικαλισμού, θα έχει ως αποτέλεσμα να ματώσει ακόμα περισσότερο η Εργατική Τάξη και να μετρά ήττες.

Παρακάτω επίσης, έστω και εμμέσως, ομολογούν ότι: «Ετσι οι αγώνες που το ΠΑΜΕ ανέπτυξε την προηγούμενη περίοδο ήταν περιχαρακωμένοι και δεν βοήθησαν να δημιουργηθούν ευρύτερες συσπειρώσεις». Πάλι καλά που ομολογούν πως το ΠΑΜΕ έκανε αγώνες. Αγώνες μαζικούς, συντονισμένους, πολύμορφους.

Ανεξάρτητα από τους εμπαθείς αφορισμούς της ΑΠ, το ΠΑΜΕ προχωράει με τις δυνάμεις που συγκεντρώνονται στις γραμμές του, (Ομοσπονδίες, Εργατικά Κέντρα, εκατοντάδες σωματεία, συνδικαλιστές και εργαζόμενοι). Παλεύει καθημερινά για όλα τα προβλήματα, συσπειρώνει και κινητοποιεί χιλιάδες εργαζόμενους, παλεύει σταθερά για την ταξική ενότητα της εργατικής τάξης.

Τα παραπάνω, τα οποία αποτελούν μία μικρή μόνο σταχυολόγηση των όσων αποφάσισε η ΑΠ στο τελευταίο συνέδριό της, επιβεβαιώνουν στο ακέραιο την εκτίμηση του Κόμματός μας, του ΚΚΕ, ότι οι ηγεσίες της ΠΑΣΚΕ, της ΔΑΚΕ και της ΑΠ δεν αποτελούν μια έστω ιδιόμορφη αντιπολίτευση απέναντι στο κεφάλαιο και τις κυβερνήσεις του.

Είναι τμήμα του «προβλήματος», υποστηρίζουν τον πυρήνα των επιλογών του κεφαλαίου. Και βεβαίως η υποστήριξη αυτή προϋποθέτει «αγωνιστικούς ελιγμούς» και όρκους πίστης στα συμφέροντα των εργαζομένων από μέρους τους.

Οι κομμουνιστές, κάθε εργαζόμενος που θέλει να αντισταθεί στην καπιταλιστική βαρβαρότητα έχει κάθε λόγο να δουλέψει ακόμα πιο επίμονα για την ανάδειξη του ΠΑΜΕ ως αυθεντικού εκφραστή των συμφερόντων της εργατικής τάξης στα πλαίσια του συνδικαλιστικού κινήματος. Και αυτός είναι όρος, απαραίτητη προϋπόθεση για την ανάπτυξη των αγώνων της και την αποτελεσματικότητά τους.



 Ο Γιώργος Σκιαδιώτης είναι μέλος της ΚΕ του ΚΚΕ επικεφαλής του Εργατικού Συνδικαλιστικού Τμήματος.