90 XΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΞΕΓΕΡΣΗ ΤΟΥ ΚΙΛΕΛΕΡ

Οι οικονομικές δομές του ελληνικού κράτους που συγκροτήθηκε μετά την απελευθέρωση τμήματος του ελλαδικού χώρου από την Οθωμανική Αυτοκρατορία κληρονόμησαν από αυτήν πολλά προβλήματα. Ενα από τα σημαντικότερα ήταν εκείνο των εθνικών γαιών, της διανομής δηλαδή στους ακτήμονες αγρότες των εδαφών που αποτελούσαν προηγουμένως οθωμανική (ιδιωτική ή δημόσια) ιδιοκτησία. Σε όλη τη διάρκεια του 19ου αιώνα και παρά το γεγονός ότι η επίλυση του παγίου αυτού αιτήματος των αγροτών υπήρξε συγκυριακή και μερική, η κυρίαρχη μορφή αγροτικής εκμετάλλευσης στην Ελλάδα ήταν ο μικρός αγροτικός κλήρος, ενώ κύριο προϊόν ήταν η σταφίδα, που προοριζόταν όμως κυρίως για τις αγορές του εξωτερικού. Ελλειμματική ήταν η παραγωγή της Ελλάδας σε σιτηρά, κάτι που, πρακτικά, σημαίνει ότι η χώρα αδυνατούσε να θρέψει τον πληθυσμό της με τα δικά της προϊόντα.

Ο Αλέξανδρος Κουμουνδούρος επιχείρησε να λύσει το πρόβλημα της ελλειμματικής παραγωγής σιτηρών, συναρτώντας το με την εκβιομηχάνιση της χώρας (το σιτάρι θεωρείται βιομηχανική πρώτη ύλη, επειδή από αυτό παράγεται η βασική τροφή του εργατικού δυναμικού). Η προσάρτηση της σιτοπαραγωγού Θεσσαλίας στην Ελλάδα εξυπηρετούσε, μεταξύ άλλων, και αυτό το στόχο της ελληνικής αστικής τάξης. Με την πραγματοποίησή της, το 1881, σηματοδοτήθηκε μια νέα φάση στην εξέλιξη του αγροτικού ζητήματος.

Τα περίφημα θεσσαλικά τσιφλίκια ήταν ιδιοκτησίες Τούρκων φεουδαρχών, οι οποίοι, εν όψει της προσάρτησης της Θεσσαλίας στην Ελλάδα, τις πούλησαν σε Ελληνες εμπόρους της Κωνσταντινούπολης ή των παροικιών. Η προσάρτηση αυτή είχε μια διπλή - και, με μια πρώτη ματιά, αντιφατική - επίδραση στη ζωή των καλλιεργητών των τσιφλικιών. Καθώς σταμάτησε να ισχύει το φεουδαρχικό οθωμανικό δίκαιο, δεν προστατεύονταν πια από τις ισόβιες κολληγικές συμβάσεις (βάσει των οποίων είχαν τη νομή της γης και δεν επιτρεπόταν να εκδιωχθούν από αυτήν). Το αστικό νομοθετικό πλαίσιο του ελληνικού κράτους που απελευθέρωνε προς το συμφέρον των κεφαλαιοκρατών τη γη, απελευθέρωνε προσωπικά και τον καλλιεργητή, επέτρεπε όμως παράλληλα την έξωσή του από τη γη που καλλιεργούσε. Οι καλλιεργητικές συμβάσεις έχαναν τον ισόβιο και κληρονομητό χαρακτήρα τους και μετατρέπονταν σε προσωπικά συμβόλαια μεταξύ γαιοκτήτη και καλλιεργητή. Οι καλλιεργητές παρέμεναν στη γη με ιδιαίτερα επαχθείς οικονομικές υποχρεώσεις απέναντι στο γαιοκτήτη, έχαναν όμως παράλληλα τη μόνη «προστασία» που τους προσέφερε το φεουδαρχικό δίκαιο: τη μη δυνατότητα του χωροδεσπότη να τους εκδιώξει από τον κλήρο που καλλιεργούσαν.

Η μεγάλη αγροτική εξέγερση του Κιλελέρ το 1910 είχε ως κύριο στόχο ακριβώς την επίλυση των προβλημάτων των αγροτών έτσι όπως αυτά διαμορφώθηκαν μετά την ενσωμάτωση, την απαλλοτρίωση δηλαδή, προς όφελός τους, των κλήρων που οι ίδιοι καλλιεργούσαν. Δεν ήταν βεβαίως αυτή η μόνη εξεγερσιακή κίνηση των Ελλήνων αγροτών: στο τέλος του προηγούμενου αιώνα, υπήρξαν τα κινήματα διαμαρτυρίας των σταφιδοπαραγωγών της Πελοποννήσου, που πήραν μεγάλη έκταση μετά τη σταφιδική κρίση του 1894, πολλές φορές οργανωμένα από τους σοσιαλιστικούς και αναρχικούς ομίλους του Πύργου και της Πάτρας. Θα άξιζε επίσης να αναφέρουμε τις εξεγέρσεις των αγροτών, κυρίως της Κεφαλλονιάς, κατά της αγγλικής κυριαρχίας και τους αγώνες που έδωσαν στο ελληνικό κοινοβούλιο, μετά την ενσωμάτωση των Ιονίων νήσων στην Ελλάδα, οι επτανήσιοι αγροτιστές βουλευτές (ξεχωρίζουμε ανάμεσά τους τον Κερκυραίο Πολυχρόνη Κωσταντά) ώστε η ένταξη των παλιών φεουδαρχικών γαιοκτησιών στο ελληνικό αστικό νομοθετικό πλαίσιο να λειτουργήσει προς όφελος και των άμεσων καλλιεργητών. Η έκταση και η ένταση όμως της εξέγερσης του Κιλελέρ που, ως κίνημα προετοιμάστηκε, μεταξύ άλλων και από τις ιδέες του δολοφονημένου από τους τσιφλικάδες «κοινωνιστή» - αγροτιστή Μαρίνου Αντύπα, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι η ελληνική αστική τάξη επεδίωκε, στις αρχές του αιώνα, το οριστικό ξεκαθάρισμα των λογαριασμών της με τα φεουδαρχικά κατάλοιπα, οδήγησε στην αγροτική μεταρρύθμιση του 1917-1922. Αυτή η μεταρρύθμιση, συνεπικουρούμενη και από τις έντονες διεκδικήσεις των μικρασιατών προσφύγων που ζητούσαν την αποκατάστασή τους, διαμόρφωσε το πρόσωπο της ελληνικής αγροτικής οικονομίας μέχρι και το Β’ παγκόσμιο πόλεμο. Σε αυτή την περίοδο, σημαντική είναι η κυριαρχία του μικρού και μεσαίου αγροτικού κλήρου, εξακολουθούν όμως να υπάρχουν και εκτεταμένες γαιοκτησίες (τσιφλίκια, που κάποτε ανήκουν σε ξένους υπηκόους, όπως στην περίπτωση του Μπαίκερ, στη Βόρειο Εύβοια, ή εκκλησιαστικά κτήματα).

Σήμερα, τα προβλήματα της ελληνικής γεωργίας είναι οπωσδήποτε άλλης ποιότητας και σχετίζονται με τον τρόπο με τον οποίο η ελληνική οικονομία εντάσσεται στο σύστημα του ιμπεριαλισμού, στις δομές του αλλά και στους οικονομικούς και πολιτικούς του οργανισμούς. Κυρίαρχο στοιχείο είναι η τάση καταστροφής της μικρής και μεσαίας αγροτικής ιδιοκτησίας προς όφελος των μεγάλων αγροτικών επιχειρήσεων. Ισχυρή είναι η παρέμβαση των οικονομικών ιμπεριαλιστικών κέντρων, κυρίως της ΕΕ, στη διαδικασία αυτή.

 

Η ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΑΓΡΟΤΙΑΣ ΣΗΜΕΡΑ

Η ιστορική τάση της ανόδου της παραγωγικότητας της εργασίας στον αγροτικό τομέα της οικονομίας οδηγεί στη μείωση του αγροτικού πληθυσμού. Η διαδικασία αυτή στον καπιταλισμό εκτυλίσσεται με οδυνηρό τρόπο, καθώς εντείνεται η ταξική διαφοροποίηση της αγροτιάς, η παραγωγή και η γη συγκεντρώνεται σε λίγα χέρια και οι μικροαγρότες που καταστρέφονται προστίθενται στη στρατιά των ανέργων.

Σήμερα, 90 χρόνια από τα γεγονότα του Κιλελέρ, η φτωχή και μεσαία αγροτιά βρίσκεται κυριολεκτικά σε μια διαδικασία εξόντωσης. Η πορεία αυτή επιταχύνθηκε ιδιαίτερα μετά την ένταξη της χώρας μας στην ΕΟΚ τότε και ΕΕ τώρα. Οι διάφορες αναθεωρήσεις της ΚΑΠ προωθούσαν ακόμα ταχύτερα το ξεκλήρισμα της φτωχής αγροτιάς.

Ταυτόχρονα είναι πλέον φανερή η κυριαρχία των μονοπωλίων στον αγροτικό τομέα. Σπόροι, μηχανήματα, συσκευές, φυλές ζώων, φάρμακα, λιπάσματα είναι εφόδια της αγροτικής παραγωγής που ελέγχονται από τα διεθνικά μονοπώλια. Οι αγρότες σταθερά γίνονται εξαρτώμενοι από την τεχνολογία τους, δίχως την οποία δε μπορούν να παράγουν πλέον και είναι υποχρεωμένοι να ακολουθήσουν την πορεία της χρησιμοποίησης των σύγχρονων επιστημονικών μεθόδων και εφοδίων τα οποία έχουν υψηλό κόστος.

Με τους συνεταιρισμούς σε πλήρη αδυναμία να ανταποκριθούν στα συμφέροντα των μικρών και μεσαίων αγροτών, οι έμποροι, οι βιομήχανοι και οι πολυεθνικές βρίσκουν πεδίο ελεύθερο και αποκτούν πλήρη κυριαρχία. Με τη βοήθεια και της κυβερνητικής πολιτικής και της πολιτικής της ΕΕ εδραιώνουν καλύτερα τις θέσεις τους.

Το μακροπρόθεσμο σχέδιο για την προώθηση της συγκέντρωσης της παραγωγής και της γης σε λίγα χέρια, που εφαρμόζεται επί πολλά χρόνια, με τη συνευθύνη κυβερνήσεων και ΕΕ, αξιοποιεί ως βασικά εργαλεία:

- Τους περιορισμούς στην παραγωγή. Δεν υπάρχει καλλιέργεια ή κλάδος παραγωγής που να μη μπαίνει περιορισμός στην παραγωγή. Μπαίνουν περιορισμοί ακόμη και σε εκείνα τα προϊόντα στα οποία η χώρα μας είναι ελλειμματική (πχ. αγελαδινό γάλα) καθώς και σε προϊόντα στα οποία η ΕΕ παράγει ποσότητες που δεν καλύπτουν τις ανάγκες τους (πχ. βαμβάκι, καπνός, σταφίδα κλπ.).

- Τη μείωση του εισοδήματος. Αυτή είναι επιλογή της ΕΕ και της κυβέρνησης γιατί επιδιώκει, μέσω της οικονομικής συμπίεσης, να εξαναγκάσει σε φυγή την αγροτιά. Το καθαρό αγροτικό εισόδημα σταθερά μειώνεται. Ετσι, σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία το 1996 μειώθηκε κατά 2,5%, το 1997 κατά 4,4%, το 1998 κατά 3,9% και το 1999 κατά 2%.

Ετσι, ενώ σκορπούν χρήματα σε σεμινάρια και σε παρασιτικές ενέργειες, πεισματικά αρνούνται να ικανοποιήσουν τα στοιχειώδη αιτήματα των αγροτών για σύστημα τιμών και επιδοτήσεων που να εξασφαλίζει βιώσιμο εισόδημα στους μικρομεσαίους αγρότες. Συστηματικά η ΕΕ καθιερώνει τιμές που είναι χαμηλότερες από την προηγούμενη χρονιά. Θεωρεί όμως απαραίτητο να ακριβαίνουν τα εφόδια που χρησιμοποιούν οι αγρότες. Αυτή η διαδικασία, δηλαδή οι αγρότες ν’ αγοράζουν ακριβότερα και να πουλούν φθηνότερα είναι η κύρια αιτία που τα χρέη τους στην ΑΤΕ διογκώνονται σταθερά.

Στη διαδικασία του ξεκληρίσματος της αγροτιάς σημαντικός είναι και ο ρόλος της ΑΤΕ. Οι «ρυθμίσεις» που επί χρόνια γίνονται, στην πραγματικότητα μετατράπηκαν σε θηλιά σε βάρος κύρια των μικρών και μεσαίων αγροτών. Τα υπέρογκα επιτόκια που καθιέρωσε η ΑΤΕ αποβλέπουν όχι μόνο στη συγκέντρωση χρήματος από το πιστωτικό ίδρυμα αλλά και στην επιτάχυνση της εξόντωσης της φτωχής αγροτιάς. Από τα στοιχεία της ΑΤΕ, αλλά και εκτιμήσεις αγροτικών συνδικαλιστικών οργανώσεων οι ληξιπρόθεσμες οφειλές που «ρυθμίστηκαν» ξεπερνούσαν το 1 τρις πριν 2 χρόνια. Από το σύνολο των όσων αγροτών συναλλάσσονται με την ΑΤΕ, το 25-30% αδυνατεί μόνιμα ή προσωρινά να αποπληρώσει τα δάνεια. Η απειλή για κατασχέσεις των περιουσιακών στοιχείων είναι πλέον φαινόμενο μαζικό. Στην κατάσχεση μπορούν να συμπεριληφθούν κατοικίες, χωράφια, μηχανήματα, ενώ προβλέπεται ακόμα και η κατάσχεση αγροτικών προϊόντων. Σαν αποτέλεσμα των παραπάνω υπολογίζεται ότι στο διάστημα 1981-1997 μειώθηκε η απασχόληση στην αγροτική οικονομία κατά 317.000 άτομα. Εξάλλου από στοιχεία της EUROSTAT προκύπτει ότι στην περιοχή της Θεσσαλίας οι αγροτικές εκμεταλλεύσεις μειώθηκαν από 90.020 σε 82.350 ή, κατά 8,57% στο διάστημα 1990 έως το 1997. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι περισσότερες μεταναστεύσεις στο Νομό Καρδίτσας έγιναν σε χωριά που ο μέσος κλήρος είναι 23 έως 26 στρέμματα πχ. Αγναντερό.

Η απραγία όμως των αγροτών και η μείωση του εισοδήματός τους έχει επιπτώσεις ευρύτερες. Για παράδειγμα, οι επαγγελματίες και βιοτέχνες που συναλλάσσονται μαζί τους βρίσκονται σε απελπιστική κατάσταση.

 

Η ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΤΟΥ ΑΓΡΟΤΙΚΟΥ ΚΙΝΗΜΑΤΟΣ - Η ΠΕΙΡΑ ΤΗΣ ΘΕΣΣΑΛΙΑΣ

Η φτωχή και μεσαία αγροτιά καταλαβαίνει τον κίνδυνο που την απειλεί και προσπαθεί να επιβιώσει. Οι μεγάλες κινητοποιήσεις των τελευταίων χρόνων εκφράζουν ακριβώς αυτή την ανάγκη και ταυτόχρονα αποτελούν -ως ένα βαθμό- δείκτη συνειδητοποίησης αυτού του τμήματος της αγροτιάς, όπως προκύπτει και από τα αιτήματα αυτών των αγώνων:

- Μέτρα κατά των μονοπωλίων πχ. έλεγχος στις τιμές των γεωργικών εφοδίων (φάρμακα, σπόροι, ανταλλακτικά), φθηνότερα αγροτικά δάνεια.

- Κατάργηση των περιορισμών της παραγωγής. (Ποσοστώσεις και πρόστιμα συνυπευθυνότητας). Αγωνίζονται για την παραγωγή περισσότερου καπνού, βαμβακιού, σιτηρών, ζαχαρότευτλων, αγελαδινού γάλακτος κλπ..

- Προστασία των μικρών και μεσαίων αγροτών από τα μέτρα της ΕΕ, πχ. τα πρώτα 100 στρέμματα του βαμβακιού (ιδιόκτητα) και τα 150 στρέμματα ενοικιαζόμενα να μην πληρώνουν συνυπευθυνότητα.

- Αποτελεσματική και προσιτή στους μικρομεσαίους αγρότες ρύθμιση των αγροτικών χρεών.

Τα αιτήματα των αγροτών με την πάροδο του χρόνου στράφηκαν περισσότερο κατά της πολιτικής της ΕΕ. Είναι χαρακτηριστικό το παρακάτω τμήμα της προκήρυξης της Συντονιστικής Επιτροπής Αγώνα Αγροτών Καρδίτσας, «...μπροστά στην άρνηση της κυβέρνησης να ικανοποιήσει τα αιτήματά μας συνεχίζουμε τον αγώνα μας ενάντια στην αντιαγροτική πολιτική της Ευρωπαϊκής Ενωσης και κυβέρνησης και σε όσους την εφαρμόζουν και τη στηρίζουν...».

Πριν χρόνια, όταν ακόμη δεν είχε αποκαλυφθεί στις πλατιές μάζες των αγροτών η πολιτική της ΕΟΚ, οι ιθύνοντες της χώρας καθώς και των Βρυξελλών φρόντισαν να διασπάσουν το αγροτικό συνδικαλιστικό κίνημα. Το ΠΑΣΟΚ έφτιαξε το νόμο που έδινε πράσινο φως στη δημιουργία πολλών συλλόγων σε κάθε χωριό και ομοσπονδιών σε κάθε νομό και η ΝΔ κυρίως τον αξιοποίησε προχωρώντας σε διασπαστικούς συλλόγους σε κάθε νομό. Η διάσπαση διευρύνθηκε σε όλους τους νομούς με τη δημιουργία ξεχωριστών ομοσπονδιών. Ο κατακερματισμός ολοκληρώθηκε όταν έγιναν και ξεχωριστές συνομοσπονδίες σε επίπεδο χώρας. Ετσι, το συνδικαλιστικό κίνημα της αγροτιάς έχει δύο δομές. Στη μια ηγείται η ΓΕΣΑΣΕ (Γενική Συνομοσπονδία Αγροτικών Συλλόγων Ελλάδας) η οποία σήμερα λειτουργεί σαν παράταξη του ΠΑΣΟΚ. Στην άλλη ηγείται η ΣΥΔΑΣΕ (Συνομοσπονδία Δημοκρατικών Αγροτικών Συλλόγων Ελλάδας) η οποία λειτουργεί σαν παράταξη της ΝΔ. Και οι δύο, όσον αφορά το κίνημα αποτελούν σφραγίδες και στηρίζουν ενεργά την κυβερνητική πολιτική.

Χρειάστηκαν τεράστιες προσπάθειες για να καταλάβουν οι αγρότες τους βαθύτερους λόγους για τους οποίους έγινε η διάσπαση του συνδικαλιστικού κινήματος. Σε όλη αυτή την προσπάθεια, ουσιαστική ήταν η συμβολή του ΚΚΕ και τα περί «δακτύλου» του ΚΚΕ έπεσαν στο κενό.

Πέρα από αυτά, στη συνέχεια ήρθαν ο αυταρχισμός και η τρομοκρατία. Χιλιάδες αγρότες σύρονται στα δικαστήρια, υπολογίζονται σε πάνω από 6.000 οι υπόδικοι αγρότες με διάφορες κατηγορίες. Επιβάλλονται κάθε είδους ποινές με ένα και μόνο αντικειμενικό σκοπό: Να τρομοκρατηθούν οι αγρότες για να μη συμμετέχουν σε κινητοποιήσεις.

Δεν έλειψαν και οι κάλπικες υποσχέσεις. Πρόσφατα, έφθασε στην Θεσσαλία ο Υπουργός Γεωργίας κ. Ανωμερίτης, παραμονές των κινητοποιήσεων αγροτών και υποσχέθηκε σε ανοικτή σύσκεψη εκατοντάδων εκπροσώπων ότι στην επικείμενη συνάντηση των υπουργών της Γεωργίας θα προτείνει μια σειρά μέτρα για τους αγρότες πχ. οι βαμβακοπαραγωγοί μέχρι τα 60 στρέμματα να μην πληρώνουν συνυπευθυνότητα. Γρήγορα όμως αποκαλύφθηκε ότι τέτια εισήγηση δεν έγινε από τον υπουργό. Ολες οι δηλώσεις του απέβλεπαν στην εκτόνωση της κατάστασης και στη δημιουργία ελπίδων χωρίς αντίκρισμα μέσα στην αγροτιά.

Για την εφαρμογή αυτής της πολιτικής, η κυβέρνηση δεν είναι μόνη της. Ενα τεράστιο μπλοκ πολιτικών, οικονομικών, συνδικαλιστικών παραγόντων καθώς και ένα πλέγμα μαζικών μέσων ενημέρωσης συμμετέχουν σε μια προσπάθεια υλοποίησης της πολιτικής που αποβλέπει στην εκδίωξη των αγροτών από τα χωράφια τους.

Το μπλοκ αυτών των δυνάμεων συντονίζει τις ενέργειές του και δραστηριοποιείται όταν οι αγώνες της αγροτιάς παίρνουν έντονα αγωνιστικό χαρακτήρα και η κυβέρνηση βρίσκεται σε δυσχερή θέση. Τότε, παρά τις αντιπολιτευτικές τους κορώνες, οι άλλες πολιτικές δυνάμεις «τρέχουν» στην κυριολεξία να στηρίξουν την κυβέρνηση και να πείσουν τους αγρότες να «ελευθερώσουν» τους δρόμους «γιατί δυσχεραίνεται η κοινωνικοοικονομική ζωή της χώρας».

Η ΝΔ συμφωνεί στην αγροτική πολιτική που εφαρμόζει η κυβέρνηση. Στην τριετή θητεία της το 1990-93 εφάρμοσε την ίδια πολιτική με αυτή που εφαρμόζει σήμερα το ΠΑΣΟΚ. Συμφώνησε με την αναθεώρηση της ΚΑΠ το 1992, που έγινε στα πλαίσια της συμφωνίας του Μάαστριχτ και ψήφισε τους κανονισμούς για τα σιτηρά, την κτηνοτροφία και τα καπνά με τους αυστηρούς περιορισμούς στην παραγωγή, τις μεγάλες μειώσεις των τιμών κ.ά. που τροφοδότησαν τις κινητοποιήσεις των καπνοπαραγωγών, των κτηνοτρόφων κ.ά. Είναι επίσης υπεύθυνη για την αύξηση του κόστους των αγροτικών προϊόντων γιατί αύξησε τους φόρους στα γεωργικά καύσιμα, το ΦΠΑ στα μηχανήματα, τα επιτόκια της ΑΤΕ κ.ά. Σήμερα η κριτική της προς το ΠΑΣΟΚ περιορίζεται σε θέματα διαχείρισης της ΚΑΠ και όχι αμφισβήτησης.

Γι’ αυτό διαφωνεί με τα αιτήματα των αγροτών για κατάργηση των ποσοστώσεων και των προστίμων συνυπευθυνότητας και οι προτάσεις της περιορίζονται σε τριτεύουσας σημασίας επιμέρους προβλήματα τα οποία, ακόμα και αν υλοποιηθούν, όχι μόνο δε θα δώσουν φιλοαγροτική λύση στο αγροτικό πρόβλημα της χώρας αλλά ούτε καν θα ανακουφίσουν τους μικρομεσαίους αγρότες.

Παράγοντες της ΝΔ κατέβαλαν τεράστιες προσπάθειες να μη γίνουν οι κινητοποιήσεις, να μη σημειώσουν επιτυχία, να οπισθοχωρήσουν οι αγρότες. Πχ. ο κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος της ΝΔ κ. Δ. Σιούφας σε δηλώσεις του υπογράμμισε «…όχι τα τρακτέρ ξανά στους δρόμους…» και ταυτόχρονα άφηνε αιχμές και για το περιεχόμενο των κινητοποιήσεων.

Στελέχη του ΣΥΝ επίσης βομβάρδιζαν μέσω του τοπικού τύπου τους αγρότες της Θεσσαλίας, συνεχώς επικαλούνταν τις μορφές του αγώνα (δηλαδή να αποσύρουν τα τρακτέρ από τους δρόμους οι αγρότες) και εκθείαζαν την πολιτική της ΕΕ.

Διφορούμενη είναι και η στάση του ΔΗΚΚΙ όταν αρνείται να αγγίξει την ουσία των προβλημάτων που είναι οι ντιρεκτίβες της ΕΕ και η ενσωμάτωση της χώρας σε αυτή, ενώ ταυτόχρονα διατείνεται ότι είναι με το μέρος της αγροτιάς.

Είναι φανερό ότι όχι μόνο οι δύο εταίροι του δικομματισμού αλλά και τα λεγόμενα «μικρά» κόμματα δε στηρίζουν τα βασικά αιτήματα της αγροτιάς.

Το κίνημα της αγροτιάς είχε λοιπόν μπροστά του να αντιμετωπίσει πολλούς εχθρούς και εμπόδια. Η διάσπαση του συνδικαλιστικού κινήματος ήταν ισχυρό εμπόδιο αφού κυριολεκτικά σε κάθε χωριό υπήρχαν δύο και περισσότεροι αγροτικοί σύλλογοι, ενώ στους αγρότες η πόλωση κυριαρχούσε, με αποτέλεσμα να μην απαντούν θετικά στα καλέσματα των αγροτικών συλλόγων για αγωνιστικές κινητοποιήσεις και παρά το ότι τα προβλήματα οξύνονταν.

Στην αρχή η πολυδιάσπαση αντιμετωπίστηκε με τη δημιουργία συντονιστικών επιτροπών όπου συμμετείχαν αγρότες όλων των «τάσεων». Οι επιτροπές αυτές είχαν γίνει σε κάθε χωριό και αυτές συσπείρωναν τα πιο αγωνιστικά στοιχεία της αγροτιάς. Μελετούσαν τα αιτήματα, επισκέπτονταν τις αγροτικές περιοχές και έκαναν ενημέρωση σχετικά με τις μορφές αγώνα, το διεκδικητικό πλαίσιο κ.ά. Ετσι, άρχισαν να αποκτούν οντότητα στην κοινωνία του χωριού. Μετά δημιουργήθηκε Συντονιστική Επιτροπή για όλο το Νομό. Η ανάπτυξη των αγώνων μέσα από τις συντονιστικές επιτροπές βοήθησε τους αγρότες να διαπιστώσουν στην πράξη ποιοί είναι υπέρ των αγώνων και ποιοί ήθελαν την υπονόμευσή τους.

Σε ορισμένες περιοχές όπως στο Νομό Καρδίτσας οι αγρότες σιγά-σιγά κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι έπρεπε να προχωρήσουν σε αγροτικούς συλλόγους, αγωνιστικούς, ένα σε κάθε χωριό, σε μια ομοσπονδία στο Νομό. Παρά την αντίδραση του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ προχώρησε η δημιουργία ενωτικών αγροτικών συλλόγων με γνήσια εκπροσώπηση, με αγρότες αποφασισμένους για αγώνες και όλων των πολιτικών τάσεων.

Το ξεπέρασμα των δυσκολιών, οι μορφές οργάνωσης στην προετοιμασία, στο ξεκίνημα και κυρίως στην πορεία των αγώνων με τις επιτροπές στα «μπλόκα», έδειξαν τη δύναμη του αγροτικού κινήματος και τη διάθεσή του να βάζει στην άκρη ξεπουλημένες ηγεσίες. Η διάσπαση που είχαν επιβάλει το ΠΑΣΟΚ και η ΝΔ ξεπεράστηκε από τους αγρότες και τη θέση της πήρε ο Ενωτικός Αγροτικός Σύλλογος. Στην Καρδίτσα δημιουργήθηκαν 55 Ενωτικοί Σύλλογοι και προχώρησαν στη συγκρότηση της Ενωτικής Ομοσπονδίας.

Οι αγρότες ανταποκρίθηκαν στο κάλεσμα των Συντονιστικών Επιτροπών, των Επιτροπών Αγώνα που πολύ γρήγορα μπήκαν επικεφαλής των κινητοποιήσεων. Ταυτόχρονα όμως, αυτά τα όργανα απευθύνονταν σε όλους τους αγρότες χωρίς διακρίσεις και αποκλεισμούς. Αναπτύχθηκε πλέον μια διαρκής και ειλικρινής επικοινωνία ανάμεσα στη βάση και στους αγρότες που ηγούνταν. Τα αιτήματα, που ήταν από τα σοβαρότερα ζητήματα του αγώνα, καθορίζονταν μέσα από πλατιές συνελεύσεις και ουσιαστικό διάλογο. Το κέρδισμα αγροτών που πριν τον αγώνα είχαν διαφορετική άποψη για τις αιτίες αυτής της τραγικής κατάστασης της μικρής και μεσαίας αγροτιάς, ήταν μια επίμονη και επίπονη διαδικασία.

Συνέπεια όλης αυτής της διαδικασίας ήταν να υποχωρήσουν και τα ιδεολογήματα του δικομματισμού και των άλλων φίλων της ΕΕ και της άρχουσας τάξης, όπως: Η θεωρία της αναποτελεσματικότητας των αγώνων, η άποψη ότι όλοι το ίδιο είναι, η άκριτη αποδοχή της ΕΕ από μεγάλο μέρος της αγροτιάς. Σήμερα, αντίθετα, μεγάλο μέρος των αγροτών συμφωνεί ότι η πολιτική της ΕΕ είναι καταστροφική για τους μικρούς και μεσαίους αγρότες.

Οι μετέπειτα πολιτικές μάχες (Νομαρχιακές - Δημοτικές - Ευρωεκλογές) επιβεβαίωσαν τη σταθερότητα αυτών των διεργασιών και πολιτικών μετακινήσεων στην ύπαιθρο. Συνεπώς, οι αγώνες είχαν -όπως και κάθε αγώνας- συγκεκριμένα αποτελέσματα. Επιβεβαιώθηκε για άλλη μια φορά ότι κανένας αγώνας δεν πάει χαμένος.

Στην αγωνιστική της πορεία η μικρομεσαία αγροτιά δεν ήταν μόνη. Μεγάλο στήριγμα αποτέλεσε η αλληλεγγύη της συντριπτικής πλειοψηφίας του λαού της περιοχής. Χιλιάδες εργαζόμενοι μέσα από τα σωματεία τους και τα Εργατικά Κέντρα, επαγγελματίες, έμποροι, γυναικείοι σύλλογοι, νεολαία στάθηκαν μαχητικά στο πλευρό της. Οι κοινές συσκέψεις, τα κοινά συλλαλητήρια της αγροτιάς με όλους τους εργαζόμενους ήταν μόνιμο φαινόμενο. Εργαζόμενοι από εργοστάσια των Αθηνών και της Θεσσαλονίκης επισκέπτονται τους αγωνιζόμενους αγρότες. Συγκινητικές είναι οι στιγμές όταν γυναικόπαιδα από αγροτικές οικογένειες τους επισκέπτονται στα «μπλόκα». Εκλεγμένοι Δήμαρχοι και Νομάρχες δίνουν «παρόν» στον αγώνα της αγροτιάς.

Τα παραπάνω αγωνιστικά χαρακτηριστικά δεν ισχύουν για το σύνολο του αγροτικού κινήματος, όμως το ότι ισχύουν για ορισμένες περιοχές που αναπτύχθηκαν και αναπτύσσονται πολύμορφοι αγώνες και εκφράσθηκαν -έστω και περιορισμένα- σε άλλα επίπεδα, με τη δημιουργία πλατιών συσπειρώσεων και την αποφασιστική ενίσχυση των ψηφοδελτίων που στήριζε το ΚΚΕ, αποκαλύπτει τις πραγματικές δυνατότητες που υπάρχουν.

Τέλος θα πρέπει να υπογραμμίσουμε ότι οι αρνητικές εξελίξεις στην αγροτική οικονομία και ιδιαίτερα το βίαιο ξεκλήρισμα κυρίως μικρών αλλά και μεσαίων αγροτών, που οδηγεί σε ένταση των ταξικών διαφοροποιήσεων στην ύπαιθρο, επιδρά και στο κίνημα.

Ενα μεγάλο μέρος από την εγκαταλελειμμένη γη αγοράστηκε από μεγαλοαγρότες που ανήκουν στην αστική τάξη και με αυτό τον τρόπο ενίσχυσαν ακόμη περισσότερο τη θέση τους στο χωριό. Λόγω της παρατεταμένης και ισχυρής πίεσης που δέχονται οι μικροί αγρότες χάνουν ακόμα και αυτή την ανθεκτικότητα που έδειχναν τα προηγούμενα χρόνια, έτσι που η μείωσή τους γίνεται με ταχύτερους ρυθμούς. Τη διαδικασία συγκέντρωσης της παραγωγής και της γης σε λιγότερα χέρια έρχεται να ενισχύσει και ο νέος νόμος για τις συνεταιριστικές οργανώσεις, όπως άλλωστε και όλα τα αντιαγροτικά μέτρα της κυβέρνησης.

Αυτές οι διαφοροποιήσεις επέδρασαν καθοριστικά στην ανάπτυξη αλλά και στη σύνθεση του αγροτικού κινήματος στην περιοχή. Ενώ στο ξεκίνημα των κινητοποιήσεων συμμετείχαν και ορισμένοι μεγαλοαγρότες, στην πορεία, όσο ξεκαθαριζόταν το περιεχόμενο των αιτημάτων και κλιμακώνονταν οι μορφές πάλης, σταδιακά αποχώρησαν.

Οι μικροί και μεσαίοι αγρότες αποτελούν τη συντριπτική πλειοψηφία αυτών που παίρνουν μέρος στους αγώνες. Αυτή η τάση εκφράζεται και με τη συμμετοχή αγροτικών περιοχών που η κοινωνική σύνθεσή τους είναι μικρομεσαίοι αγρότες με μικρότερο κλήρο, χαμηλά εισοδήματα και μεγάλα χρέη στην ΑΤΕ. Αυτό το κομμάτι της αγροτιάς είναι πιο έμπειρο, γιατί είδε να διαλύονται οι όποιες αυταπάτες είχε ή του καλλιέργησαν σκόπιμα η κυβέρνηση και άλλοι θιασώτες της ΕΕ για γρήγορη και μεγάλη αύξηση του εισοδήματός του.

Είναι πιο ώριμο να δεχτεί την επίδραση της εργατικής τάξης των αστικών κέντρων της Θεσσαλίας, για συντονισμό και κοινή δράση απέναντι στο μεγάλο κεφάλαιο και τις πολυεθνικές, στην προοπτική δημιουργίας συμμαχιών που ανοίγουν δρόμο για ριζικές αλλαγές.

Με αυτή την έννοια, η δουλειά των κομμουνιστών σε αυτά τα τμήματα της αγροτιάς αποκτά ιδιαίτερη αξία και αντικειμενικά χρειάζεται να είναι στο κέντρο της προσοχής της ΚΟΘ.

 

Η ΘΕΣΗ ΤΟΥ ΚΚΕ

Οι κομμουνιστές δουλεύουν μέσα στο κίνημα της αγροτιάς, όχι μόνο για να μπει κάποιο φρένο στην αντιαγροτική επίθεση, αλλά πολύ περισσότερο για να πειστούν οι μικρομεσαίοι αγρότες με ποιά πολιτική και μέσα από ποιό δρόμο είναι δυνατόν ν’ αντιμετωπιστούν τα μεγάλα δεινά που τους βασανίζουν.

Το ΚΚΕ πιστεύει ότι η αγροτική οικονομία μπορεί και πρέπει να αναπτυχθεί γιατί εξασφαλίζει τη διατροφή του λαού, ιδιαίτερα σήμερα που τα διατροφικά προϊόντα χρησιμοποιούνται σαν μέσα πολλαπλών εκβιασμών από τις ισχυρές ιμπεριαλιστικές χώρες σε βάρος των λαών των μικρότερων χωρών. Μπορεί να στηρίζει τη μεταποιητική βιομηχανία γιατί εξασφαλίζει πρώτες ύλες.

Βασική προϋπόθεση είναι η δημιουργία των Παραγωγικών Συνεταιρισμών με βασικό προσανατολισμό τη συλλογική παραγωγή προϊόντων. Οι συνεταιρισμοί αυτοί δε θα έχουν καμία σχέση με το υδροκέφαλο, χρεοκοπημένο και περιθωριοποιημένο συνεταιριστικό κίνημα που λειτουργεί τις περισσότερες φορές σαν εργαλείο συγκάλυψης της αντιαγροτικής πολιτικής της κυβέρνησης και της ΕΕ.

Οι παραγωγικοί συνεταιρισμοί δε μπορούν να επιβιώσουν μέσα σε ένα περιβάλλον όπου κυριαρχούν τα μονοπώλια, δε μπορούν να αναπτυχθούν στα πλαίσια της ΚΑΠ και της ΟΝΕ, χρειάζεται σύγκρουση και ρήξη με την ΕΕ. Αυτοί οι συνεταιρισμοί απαιτούν μια πολιτική ανάπτυξης της χώρας και της αγροτικής παραγωγής με γνώμονα τα συμφέροντα των λαϊκών στρωμάτων, απαιτούν σύστημα τιμών και επιδοτήσεων που θα εξασφαλίζουν βιώσιμο εισόδημα στους αγρότες, αύξηση των κονδυλίων για αγροτικά έργα υποδομής, αναβάθμιση των κρατικών οργανισμών και ιδρυμάτων έρευνας με στόχο την επιστημονική στήριξη του αγρότη.

Αυτή η πολιτική μπορεί να υλοποιηθεί μόνο από μια εξουσία που θα εκφράζει τα συμφέροντα των λαϊκών καταπιεσμένων στρωμάτων, της εργατικής τάξης, της φτωχομεσαίας αγροτιάς, των φτωχών εργαζομένων στρωμάτων της πόλης και θα έχει γεννηθεί από την ενωτική οργανωμένη πάλη τους. Η δημιουργία του Δημοκρατικού Αντιμονοπωλιακού-Αντιιμπεριαλιστικού Μετώπου ανοίγει το δρόμο σε αυτήν την εξέλιξη. Οι ευρύτερες συσπειρώσεις που αναπτύχθηκαν στους συνδικαλιστικούς αγώνες της αγροτιάς πρέπει να αξιοποιηθούν, ώστε να γίνει ένα βήμα για συσπειρώσεις σε ανώτερο επίπεδο.

Η μικρή και μεσαία αγροτιά έχει συμφέρον να αγωνιστεί μαζί με τα άλλα λαϊκά στρώματα για τη δημιουργία του Μετώπου. Εχει κάθε συμφέρον με τον αγώνα της και την ψήφο της να αλλάζει το συσχετισμό των πολιτικών δυνάμεων της χώρας μας και να ενισχύσει αποφασιστικά το ΚΚΕ. Αυτή θα είναι και η καλύτερη τιμή των αγώνων των κολλήγων στην αρχή του αιώνα μας, αλλά και της εξέγερσης του Κιλελέρ.

 


Ο Κώστας Θεοδωρίδης είναι μέλος της Επιτροπής Περιοχής Θεσσαλίας του ΚΚΕ.