ΤΟ ΟΛΛΑΝΔΙΚΟ ΜΟΝΤΕΛΟ

«Πολλές φορές πρέπει κανείς να ανεχτεί κάτι, χωρίς να το δεχτεί» (Βιλ Κοκ, Πρωθυπουργός Ολλανδίας).

Τα πρώτα συμπτώματα φθοράς έχουν ήδη αρχίσει να φαίνονται. Παρόλα αυτά, το ολλανδικό μοντέλο εξακολουθεί να επαινείται από τα καπιταλιστικά μέσα ενημέρωσης.

Το σουηδικό μοντέλο, όσο και το μοντέλο του Ρήνου ωχριούν μπροστά στο ολλανδικό. Στις αρχές του Δεκέμβρη (του ’97) επανεμφανίζεται σε όλες τις εφημερίδες: Η Ολλανδία, μετά από το Λουξεμβούργο έχει το χαμηλότερο ποσοστό ανεργίας στην Ευρώπη - δηλαδή 3,7%, ενώ ο ευρωπαϊκός μέσος όρος είναι 9,8%. Τι συμβαίνει στην πραγματικότητα εκεί στις Κάτω Χώρες; Ανακάλυψαν τη «Λυδία Λίθο»; Αποδείχνουν ότι ο καπιταλισμός μπορεί να έχει ανθρώπινο πρόσωπο; Ο σοσιαλδημοκράτης και πρώην συνδικαλιστής ηγέτης Κοκ κατόρθωσε τελικά να εξαναγκάσει τους καπιταλιστές επιχειρηματίες σε μαζική πρόσληψη ανθρώπων, ενώ αλλού οι μαζικές απολύσεις βρίσκονται στην ημερήσια διάταξη; Ή μήπως οι Ολλανδοί είναι οι πρόδρομοι στην Ευρώπη μιας αμερικάνικης ερμηνείας του μισθού και της εργασίας;

Φυσικά συμβαίνει το τελευταίο, γιατί όσο δεν υπάρχουν σοσιαλδημοκρατικές λύσεις για την καπιταλιστική κρίση ή ένας «Τρίτος Δρόμος», τόσο δεν υπάρχει καπιταλισμός με ανθρώπινο πρόσωπο. Στην Ολλανδία, οι καπιταλιστές και τα ανδρείκελά τους στην κυβέρνηση έχουν πραγματοποιήσει με τον τρόπο τους το αμερικανικό μοντέλο. Ο πυρήνας αυτού του μοντέλου αποτελείται από έναν συνδυασμό χαμηλών μισθών και μια μείωση θέσεων εργασίας μόνιμης απασχόλησης. Η Ολλανδία είναι η πρώτη, αν πρόκειται για ιδιωτικοποίηση, εμπορευματοποίηση και -στο βαθμό που είναι δυνατό- ελαστικοποίηση μισθών και συνθηκών εργασίας. Κρυμμένοι πίσω από τις όμορφες επίσημες στατιστικές για την κατάσταση στην αγορά εργασίας υπάρχουν σε μεγάλη ποσότητα οι εργαζόμενοι μερικού χρόνου εργασίας και οι αδειούχοι για λόγους υγείας, ανάμεσά τους εξαιρετικά πολλοί νέοι άνθρωποι. Πίσω από αυτό το προπέτασμα συντελείται η μείωση μόνιμων θέσεων εργασίας που εγγυώνται ένα κανονικό εισόδημα. Ολο και περισσότερες θέσεις εργασίας είναι θέσεις προσωρινές ή και δε δίνουν τη δυνατότητα βαθμιαίας δημιουργίας μιας καλής σύνταξης. Το τελευταίο είναι σαν μια ληστεία πάνω στο μέλλον.

Στο μεταξύ, κόβεται το κοινωνικό δίκτυο σε κομμάτια και ιδιωτικοποιείται. Η πίεση προς τα κάτω ολοένα και μεγαλώνει, ώστε τελικά να δεχτεί κανείς κάθε εργασία που προσφέρεται. Την ίδια στιγμή πολλές από τις νεοδημιουργημένες «θέσεις» έχουν αντικαταστήσει τις γνήσιες θέσεις εργασίας και οι εργάτες παίρνουν ένα ουσιαστικά χαμηλότερο μισθό για την ίδια εργασία.

Και εκεί ακριβώς βρίσκεται ένα άλλο χαρακτηριστικό του διαβόητου ολλανδικού μοντέλου. Τα πραγματικά εισοδήματα πέφτουν δραστικά και αν συνυπολογίσεις ότι πολλές θέσεις έχουν ημερομηνία λήξης ή περνούν από ιδιωτικές εταιρίες παροχής εργασίας* - οι οποίες άλλωστε δε συμβάλλουν σχεδόν καθόλου στην αυριανή συνταξιοδότηση - τότε οι μισθοί βρίσκονται σε ακόμα χαμηλότερα επίπεδα, επειδή ούτε η εργοδοσία ούτε το κράτος κάνουν πια τις απαραίτητες επενδύσεις εν όψει του μελλοντικού εισοδήματος. Γι’ αυτό όμως, όπως λένε τα αφεντικά της Ολλανδίας, δε χρειάζεται παρά να σπαζοκεφαλιάζεις αργότερα και αυτό ακριβώς είναι το σύνθημα όλου αυτού του μοντέλου: «Μετά από μας ο κατακλυσμός! Ζούμε σήμερα. Θα δούμε τι θα γίνει αύριο. Πρώτα ο πραγματισμός». Το μεγάλο ερώτημα βασικά είναι: Γιατί ο πληθυσμός της Ολλανδίας και προπαντός η εργατική τάξη και τα συνδικάτα της τα δέχονται όλα αυτά χωρίς μουρμούρα; Οι επιχειρηματίες σε όλο τον κόσμο το ζηλεύουν και γι’ αυτό το λόγο επαινούν και προτείνουν αυτό το μοντέλο. Σε όλη την Ευρώπη γίνονται απεργίες - στην Ολλανδία όχι. Ο αριθμός των ημερών που γίνονται απεργίες είναι ο χαμηλότερος της Ευρώπης. Τελικά, η Ολλανδία είναι ο παράδεισος στη γη; Αν το βλέπεις σχετικά, αληθεύει αυτό σ’ ένα βαθμό.

Στον πληθυσμό της χώρας κυκλοφορούν βασικά τρεις απόψεις, που έχουν σημασία σε σχέση με αυτό το θέμα και που διακηρύσσονται κάθε μέρα στο ραδιόφωνο και στην τηλεόραση, στα σχολεία και στις εκκλησίες. Η πρώτη άποψη «έπιασε» στην παλιότερη γενιά: «Σήμερα είμαστε πολύ καλύτερα απ’ ό,τι πριν. Στο κάτω-κάτω της γραφής δε μεγαλώνουν τα δέντρα στον ουρανό, γι’ αυτό δεν πρέπει και να παραπονεθούμε».

Η δεύτερη άποψη είναι πλατύτερα διαδεδομένη: «Αν κοιτάξεις γύρω σου στον κόσμο, τότε δεν είμαστε και τόσο άσχημα στη χώρα μας. Ας μην πάμε και πολύ κόντρα, η κυβέρνηση κάνει ό,τι μπορεί».

Η τρίτη και πιο βλαβερή άποψη έχει σχέση με την κατανόηση για την κατάσταση στις ολλανδικές εξαγωγές: «Οι εταιρίες μας αντιμετωπίζουν παγκοσμίως τόσο πολύ ανταγωνισμό. Γι’ αυτό πρέπει όλοι να «μαζευτούμε» λιγάκι για να εμποδίσουμε χειρότερα πράγματα. Τότε οι εξαγωγές θα έχουν επιτυχίες και έτσι -όπως είμαστε- θα τα πάμε καλά».

Η κυρίαρχη τάξη στη χώρα μας καλλιεργεί συστηματικά αυτή τη νοοτροπία. Μια τέτια στάση οδηγεί σε δισταγμούς, για το αν πρέπει να γίνει απεργία. Μόνο μπροστά σε αυτά τα πράγματα γίνεται κατανοητό γιατί οι Ολλανδοί εξακολουθούν να υποστηρίζουν μαζικά τη νεοφιλελεύθερη κυβέρνηση* και γιατί η ρεφορμιστική συνδικαλιστική ηγεσία που συνεργάζεται με την κυβέρνηση, αλλά και με τις επιχειρήσεις, εξακολουθεί να «ζει και να βασιλεύει».

 

ΤΑΞΙΚΗ ΕΙΡΗΝΗ ΔΙΑ ΤΗΣ ΠΡΟΔΟΣΙΑΣ

Πρώτα θα σταθώ στο ρόλο και τη θέση των συνδικάτων στο ολλανδικό σύστημα της «ταξικής συνεργασίας». Η ταξική συνεργασία υπήρχε -με τη σύγχρονη παραλλαγή της- ήδη από το τέλος του Β΄ παγκοσμίου πολέμου. Στο τέλος της δεκαετίας του ’70 και στις αρχές της δεκαετίας του ’80 απόκτησε νέα διάσταση. Εκείνη την εποχή συναντώνται στην Ολλανδία τέσσερις γραμμές ανάπτυξης:

- Οι επιπτώσεις της κρίσης στη βιομηχανία στις αρχές της δεκαετίας του ’70 γίνονται ιδιαίτερα αισθητές στην Ολλανδία: Μείωση παραδοσιακών κλάδων της βιομηχανίας (ανθρακωρυχεία, υφαντουργία, κατασκευή πλοίων κλπ.), αύξηση νέων βιομηχανιών και επιχειρήσεων παροχής υπηρεσιών. Δημιουργείται νέος τύπος εργάτη.

- Στο καπιταλιστικό στρατόπεδο μεγαλώνει η θέληση για κατεδάφιση του κοινωνικού κράτους. Κράτησε αρκετά το παιχνίδι των δεκαετιών ’60 και ’70. Οι συλλογικοί θεσμοί ή, με τη γλώσσα των επιχειρηματιών, τα κοινωνικά βάρη πρέπει να περικοπούν δραστικά βήμα με βήμα.

- Η αριστερά, συμπεριλαμβανομένου του Κομμουνιστικού Κόμματος της Ολλανδίας (ΚΚΟ), θρυμματίζεται σε όλο και μικρότερες ομάδες συμφερόντων. Κύρια ιδέα του ΚΚΟ γίνεται το «να τα ’χει όλα ο μπαξές» και το κόμμα κάνει όλο και περισσότερα ιδεολογικά «νερά».

- Η έννοια ταξική πάλη όλο και πιο συχνά συνδέεται με επίθετα, όπως «παλαιομοδίτικη» και «ξεπερασμένη». Η αστυνομία και οι καπιταλιστές -που αυτοαποκαλούνται πάλι επιχειρηματίες- είναι οι καλύτεροι φίλοι. Η νέα εποχή χαρακτηρίζεται από συνθήματα, όπως «τέρμα στις μπούρδες - νέο προσγειωμένο κλίμα - κατάργηση των ιδεολογιών - συμβιβασμός των τάξεων».

Το ολλανδικό μοντέλο συναίνεσης γνωρίζει επίσης τις διακυμάνσεις του, αλλά είναι σίγουρο ότι έχει μια μακρόχρονη παράδοση και γι’ αυτό το λόγο είναι και βαθιά ριζωμένο. Το σημερινό μοντέλο ξεπροβάλλει πιο καθαρά όταν δούμε τα κυριότερα συμπεράσματα του Αμερικανού επιστήμονα Τζον Π. Βίντμιλλερ, ο οποίος είχε αναλύσει τις ολλανδικές εργασιακές σχέσεις κατά το τέλος της δεκαετίας του ’60: «Προσπάθησα στο βιβλίο αυτό να σκιαγραφήσω την ανάπτυξη ενός πραγματικά ασυνήθιστου συστήματος. Ασυνήθιστου, όχι επειδή τα προβλήματα των Ολλανδών διαφέρουν ποιοτικά από εκείνα των άλλων δυτικοευρωπαίων, αλλά επειδή η ολλανδική κοινωνία έχει αναπτύξει ένα εξαιρετικά περίπλοκο μηχανισμό λήψης αποφάσεων για να πραγματοποιήσει τόσο απλούς στόχους σαν την πλήρη απασχόληση, παραδεκτούς ρυθμούς ανάπτυξης, διεθνώς ανταγωνιστικές τιμές, καθώς και ταξική ειρήνη. Παρόλο που το ολλανδικό σύστημα βιομηχανικών σχέσεων παρουσιάζει πολλά πρωτότυπα χαρακτηριστικά γνωρίσματα, δεν του δόθηκε και πολλή σημασία, εκτός από τη μισθολογική πολιτική των μεταπολεμικών χρόνων...».

Η αναζήτηση συναινέσεων και μια κρατικά κατευθυνόμενη μισθολογική πολιτική δημιουργήθηκαν πριν από πολύ καιρό και έχουν τις ρίζες τους στα προπολεμικά χρόνια. Ωστόσο, το ολλανδικό μοντέλο θα έχει τη μεγάλη του ευκαιρία μετά από την εξαφάνιση του ΚΚΟ. Με την απεργία των λιμενεργατών του 1979 στο Ρότερνταμ, η ολλανδική εργατική τάξη προβάλλει ακόμα μια φορά μαζική, σθεναρή και αλληλέγγυα αντίσταση. Είναι η τελευταία φορά που το ΚΚΟ δείχνει το παλαιό του πρόσωπο. Επειτα η ταξική πάλη μπαίνει στη ναφθαλίνη. Ο νεοφιλελευθερισμός ανεβαίνει στην εξουσία υποστηριζόμενος από τη σοσιαλδημοκρατική διδασκαλία του «Τρίτου Δρόμου». Οταν το 1982 ξεκίνησε η νέα προσέγγιση της «συναίνεσης μέχρι τέλους», ο Βιμ Κοκ ήταν πρόεδρος της FNV (Ομοσπονδία Ολλανδικών Συνδικάτων). Τώρα είναι πρωθυπουργός. Η FNV από οργάνωση αντιπροσώπευσης ατομικών και συλλογικών συμφερόντων εξελίχτηκε σε υπερασπιστή κυβερνητικών συμφερόντων. Από ένα όργανο το οποίο δε φοβόταν στην ανάγκη τον αγώνα, εξελίχτηκε σε εταιρία παροχής υπηρεσιών, κοινωνικών ασφαλίσεων και ειδικών προσφορών για τα μέλη του. Αυτή η παράδοση κατέστησε δυνατό το ξεπούλημα στην Ολλανδία.

Το τσιτάτο του Βιμ Κοκ με το οποίο ξεκίνησα αυτό το άρθρο, μαρτυρά την τυπικά σοσιαλδημοκρατική νοοτροπία που υποτίθεται ότι είναι το έρεισμα αυτής της προσέγγισης: «Πολλές φορές πρέπει κανείς να ανεχτεί κάτι, χωρίς να το δεχτεί». Και συχνά ανέχεται κανείς πάρα πολλά πράγματα. Ολα γίνονται ακόμα πιο σαφή, όταν διαβάζουμε τις επίσημες απόψεις της FNV (π.χ. στο διαδίκτυο) σχετικά με το μοντέλο της συναίνεσης. Εκεί γίνεται λόγος για τη «συμμετοχή»: «Η Ολλανδία έχει τη λεγόμενη οικονομία της συναίνεσης. Πρόκειται για ένα σύστημα που εξελίχτηκε και διακλαδώθηκε ιστορικά και στο οποίο οι κοινωνικοί και οικονομικοί σύλλογοι συμφερόντων μπορούν να αποφασίσουν σε πολλά επίπεδα για σημαντικούς πολιτικούς τομείς και εξελίξεις. Μπορεί να είναι πολιτικές υποθέσεις, π.χ. η νομοθεσία, αλλά και υποθέσεις που αφορούν αποκλειστικά την οικονομία, π.χ. οι διαπραγματεύσεις για τους μισθούς και τα ημερομίσθια. Οι αντίπαλοι της οικονομίας της συναίνεσης προβάλλουν το επιχείρημα, ότι το σύστημα αυτό οδηγεί σε καθυστερήσεις ή ακόμα και στην παραίτηση από ορισμένες προθέσεις. Οι υπερασπιστές του, αντιθέτως, έχουν τη γνώμη ότι τα διάφορα συμφέροντα ζυγίζονται πιο προσεχτικά».

Κάνει εντύπωση, ότι αντιδρούν μόνο στην αντίσταση που προβάλλεται από ορισμένους επιχειρηματικούς κύκλους ενάντια στην ανάγκη ενός μοντέλου συναίνεσης. Ετσι η εργατική τάξη ξεγελιέται εξαρχής. Στο κάτω-κάτω της γραφής το μοντέλο αυτό δεν προβλέπει την ταξική πάλη και αυτό αποτελεί ουσιώδη έλλειψή του. Με άλλα λόγια, αυτό το επίσημο κείμενο της FNV θέλει να πει: Οποιος αγωνίζεται χάνει όπως και στις ΗΠΑ. Και η συναίνεση οδηγεί στο δίκαιο και στην τάξη. Τα συνδικάτα και η εργοδοσία έχουν ουσιαστικό μερίδιο στην οικονομία της συναίνεσης: Αντιπροσωπεύονται σε όλη τη χώρα, αλλά και περιφερειακά και τοπικά σε πολυάριθμα τριμερή και διμερή συμβουλευτικά όργανα.

Η πρακτική αυτή περιγράφεται εντυπωσιακά στο βιβλίο «Βιμ Κοκ, 15 χρόνια συνδικαλιστικό κίνημα» του 1985, των συγγραφέων Νέιπελς και Ταμπούρ. Στο βιβλίο αυτό σκιαγραφείται με σαφήνεια πως οι εργάτες συνειδητά προδόθηκαν. Ο κύριος προδότης φέρει τ’ όνομα Βιμ Κοκ και η πολιτική του επιβλήθηκε από το 1982.

Στη διάρκεια της απεργίας των λιμενεργατών του Ρότερνταμ το 1979 η ταξική πάλη απομακρύνθηκε οριστικά από το λεξιλόγιο της FNV.

«Τέλος Αυγούστου 1979 υπήρξε πάλι αναβρασμός στο λιμάνι του Ρότερνταμ χάρη στις δραστηριότητες εξτρεμιστικών αριστερών γκρουπούσκουλων (εννοούν ανάμεσα σε άλλους και το ΚΚΟ). Αυτό οδήγησε σε ανοργάνωτες αυθόρμητες απεργίες οι οποίες κορυφώθηκαν στις 7 του Σεπτέμβρη. Τη μέρα αυτή αγανακτισμένοι λιμενεργάτες παρέλαυναν υπό την καθοδήγηση της «Επιτροπής Δράσης του Λιμένα του Ρότερνταμ» με το Φλιπ Σχάιλτς (μέλος του προεδρείου του ΚΚΟ) προς τα αρχηγεία της FNV. Αισθάνονταν προδομένοι και ήθελαν να εξαναγκάσουν το συνδικάτο εργατών μεταφορών της FNV να ανοίξει τα απεργιακά ταμεία, παρόλο που το συνδικάτο αυτό είχε συνάψει τρεις μέρες πριν μια συμφωνία με τους εργοδότες του λιμανιού που είχε απορριφθεί από τους λιμενεργάτες. Αυτό το ξέσπασμα, που θύμιζε την ανοργάνωτη απεργία των λιμενεργατών το Σεπτέμβρη του 1970, προξένησε το φθινόπωρο του 1979 μια βαθιά κρίση εμπιστοσύνης στο συνδικάτο μεταφορών της FNV, μια κρίση που κράτησε πολλά χρόνια. Ο Βιμ Κοκ χρειάστηκε τότε -αλλά και αργότερα- πολλή δεξιότητα για να φέρει το διαιρεμένο συνδικάτο πάλι σε πιο ήσυχα νερά. Ο τέως εκπρόσωπος τύπου του Βιμ Κοκ δήλωσε: «Οι συγκρούσεις αυτές στο λιμάνι και η πορεία στα γραφεία του συνδικάτου έγιναν -στο βαθμό που μπόρεσα να το αντιληφθώ- ένα σημείο στροφής για το συνδικάτο. Ποτέ πριν δεν είχε τεθεί τόσο συγκεκριμένα το ερώτημα, αν είμαστε ένα συνδικάτο ταξικής πάλης ή αν πρέπει να είμαστε συνυπεύθυνοι για την επίλυση της κρίσης. Ο Βιμ κι εγώ νομίσαμε ότι το τελευταίο είναι το καθήκον μας. Πολλές φορές μιλήσαμε γι’ αυτό. Εν όψει της διάθεσης που υπήρχε και στην υπόλοιπη χώρα, ο Βιμ έπρεπε να πράττει πολύ προσεκτικά εκείνο τον καιρό. Δεν μπορούσε κανείς να πει ανοιχτά τις σκέψεις του. Ακόμα και στο Συμβούλιο της Ομοσπονδίας έπρεπε να επιφυλάσσεται. Μια λάθος κουβέντα θα είχε οδηγήσει σε έκρηξη».

Αλλά και σε άλλους τομείς της βιομηχανίας υπήρχε αναβρασμός, έλεγαν στον Κοκ μόλις εκείνος πίεζε για συγκράτηση στις μισθολογικές απαιτήσεις. Στο φόντο των καταστάσεων ο Βιμ Κοκ προσπάθησε να επιβάλει τα αιτήματά του και παρακαλεί τον εκπρόσωπο των εργοδοτών να δείξει κατανόηση στις κεντρικές διαπραγματεύσεις για τους εργασιακούς όρους για το 1980. Την ίδια στιγμή ξέρει πολύ καλά ότι υπάρχουν και συνδικάτα, πρώτ’ απ’ όλα το συνδικάτο βιομηχανικών εργατών της ίδιας ομοσπονδίας, που προωθούν αιτήματα σε σχέση με περισσότερες θέσεις εργασίας. Αυτά τα επιμέρους συνδικάτα είναι πρόθυμα, κάτω από αυστηρές προϋποθέσεις, να αξιοποιήσουν γι’ αυτό το σκοπό ένα μέρος των περιθωρίων τους στις διαπραγματεύσεις για τους μισθούς. Ο εκπρόσωπος της εργοδοσίας μαζί με το Βιμ Κοκ πετυχαίνουν για άλλη μια φορά να αναπτύξουν μια φόρμουλα που γεφυρώνει τις αντιθέσεις στα δύο στρατόπεδα. Συμφωνούν σαν πρώτο βήμα για μια (πραγματική) αύξηση μισθών στο 1% πάνω από την τιμαριθμική αναπροσαρμογή. Επιπλέον, συμφωνούν στο ότι σε ορισμένους κλάδους μπορούν να γίνουν διαπραγματεύσεις για ένα επίδομα ανάμεσα στο μηδέν και το 1%. Πάνω από 2% είναι εντελώς απαράδεκτο.

Ο Κοκ γνωρίζει, ότι για ένα μέρος των οπαδών τους αποτελεί παραδεκτό συμβιβασμό. Ομως, υπάρχουν συνάδελφοι που παλεύουν, κατόπιν πιέσεως της βάσης τους, για μια μεγαλύτερη αύξηση και βρίσκουν το αίτημα του 2% πολύ χαμηλό. Ο εκπρόσωπος των εργοδοτών, που ελπίζει στην πραγματοποίηση μιας κεντρικής συμφωνίας με την οποία θα περιοριστεί σ’ ένα βαθμό η αύξηση του κόστους που σχετίζεται με τους μισθούς, συγκατατίθεται με τα αιτήματα του Κοκ».

Στο μεταξύ ο ρόλος του Κοκ εκτιμάται εντελώς σωστά σε μερικούς προοδευτικούς κύκλους, όπως προκύπτει από την ακόλουθη παράθεση του οικονομολόγου Πίτερ Λάκεμαν στο περιοδικό «OR - INFORMATIE» (Πληροφορίες των Συμβουλίων Επιχειρήσεων) του Σεπτέμβρη ’97. Απαντάει στο ερώτημα «τι είναι το μυστικό του ολλανδικού μοντέλου» ως εξής:

«Οι κυρίαρχες ελίτ πέτυχαν να εγκαταστήσουν μια οικονομία της αμοιβαίας συγκατάθεσης, με την οποία καταργήθηκε ο αντιπολιτευτικός ρόλος του συνδικαλιστικού κινήματος. Οπως ο Κολέιν (προπολεμικός πρωθυπουργός της χώρας) επέβαλε με το ζόρι προπολεμικά χαμηλούς μισθούς μέσω της πολιτικής αναπροσαρμογής τους, έτσι ο Κοκ είναι ουσιαστικά ο αρχιτέκτονας γιγαντιαίων κερδών για τους επιχειρηματίες. Το πραγματικό μυστικό του ολλανδικού μοντέλου είναι ότι αυτός ο μεταπολεμικός Κολέιν ήταν σε θέση να ικανοποιήσει τους Ολλανδούς εργάτες για πολύ καιρό».

Ολα άρχισαν το 1982 με το «Σύμφωνο του Βάσενααρ». Το Σύμφωνο αυτό αποτελεί τη βάση της οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής των τελευταίων 17 χρόνων και αποτελεί το θεμέλιο του ολλανδικού μοντέλου. Στο έγγραφο αυτό διεκπεραιώνονται μερικά ζητήματα που όλα σχηματίζουν τη βάση για την πολιτική των τελευταίων χρόνων: Αποκεντρωμένες διαπραγματεύσεις, κατάργηση της αυτόματης τιμαριθμικής αναπροσαρμογής και εισαγωγή του συστήματος των λεγόμενων «ακαθάριστων-καθαρών διαδρόμων»*.

Το «Σύμφωνο του Βάσενααρ» στέκεται ιδιαίτερα σε τρία από τα σημαντικά για το κεφάλαιο σημεία: «...Το κράτος πρέπει να μαζευτεί πάλι στο δικό του χωράφι (χαλάρωση της νομοθεσίας), μια κεντρική συμφωνία πρέπει οπωσδήποτε να ανοίξει το δρόμο για συμφωνίες με τους επιμέρους κλάδους (αποκέντρωση) και για τον ανακαταμερισμό** της εργασίας θα γίνουν διαπραγματεύσεις μόνο σε σχέση με μια βελτίωση της κατάστασης των αποδόσεων»***.

Επίσης κατοχυρώθηκε ότι οι συμβαλλόμενες πλευρές θα έκαναν τα πάντα για να επιβάλουν μια κοινή πολιτική της αγοράς εργασίας. Ουσιώδη σημεία: «Ταχύτερη ανάπτυξη της οικονομίας, σταθερές τιμές, μεγαλύτερη ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων και -σε σύνδεση με αυτά- μια βελτίωση των αποδόσεων». Ετσι διαμορφώνεται το θεμέλιο για ένα μονόπλευρο πλουτισμό από την άλλη μεριά των ταξικών συνόρων, ακόμα περισσότερο επειδή πρόκειται για ένα μακροπρόθεσμο συμβόλαιο.

Το συνδικάτο δεσμεύεται για ένα μεγαλύτερο χρονικό διάστημα, επειδή «ούτε στην περίπτωση μεγαλύτερης οικονομικής ανάπτυξης θα είναι δυνατό να δοθεί εργασία σε όλο τον απασχολήσιμο πληθυσμό». Και: «Σε σχέση με τις μελλοντικές συμβάσεις για τους μισθούς... πρέπει να γίνει σαφές, ότι ένας καλύτερος καταμερισμός των υπαρκτών θέσεων εργασίας δεν επιτρέπεται να οδηγήσει σε υψηλότερο κόστος». Γεννήθηκε το μοντέλο.

 

Η ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ ΤΟΥ ΚΚ ΟΛΛΑΝΔΙΑΣ

Ενα ανθηρό Κομμουνιστικό Κόμμα με πάνω από 20.000 μέλη και ο πιο σημαντικός παράγοντας σε σχεδόν όλους τους αντικαπιταλιστικούς αγώνες και αντιπολεμικές πρωτοβουλίες συρρικνώθηκε μέσα σε μια δεκαετία και έγινε ένα μάτσο από μερικές εκατοντάδες συντρόφισσες και συντρόφους. Αυτό έγινε γιατί:

  • Δεν καθοδηγήθηκαν τα νέα μέλη.
  • Εγκαταλείφτηκε ο πολιτικός κύριος προσανατολισμός και επιμέρους συμφέροντα έγιναν κεντρικά.
  • Δίπλα στους Μαρξ, Ενγκελς και Λένιν ο κάθε άλλος, ιδίως σύγχρονος στοχαστής, θεωρήθηκε ισότιμος.
  • Παραμελήθηκε η κομματική μόρφωση και ο «ακτιβισμός» έγινε κύριο μοτίβο.
  • Δεν προσέχτηκε η ισορροπημένη αντιπροσώπευση βιομηχανικών εργατών και υπαλλήλων στην κομματική ηγεσία.
  • Ο κοινοβουλευτισμός πήρε τη θέση του αγώνα στη βάση στις επιχειρήσεις και στις συνοικίες.

Το κομμουνιστικό κίνημα στην Ολλανδία κατάρρευσε ακριβώς τη στιγμή που αναπτύχθηκε η αντεπίθεση από δεξιά. Από το 1982 το οργανωμένο κομμουνιστικό κίνημα δεν είχε πια σημασία. Κατά το τέλος της δεκαετίας του ’80 το ΚΚΟ διαχέεται στο νέο κόμμα της Πράσινης Αριστεράς, που αποτελείται - πέρα από το ΚΚΟ - από πασιφιστές σοσιαλιστές, ριζοσπάστες καθολικούς και το Ευαγγελικό Λαϊκό Κόμμα. Το ίδιο το ΚΚΟ παύει να υπάρχει.

 

ΟΙ ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ ΤΟΥ ΟΛΛΑΝΔΙΚΟΥ ΜΟΝΤΕΛΟΥ ΣΥΝΑΙΝΕΣΗΣ

Ποιές ήταν οι συνέπειες για την εργατική τάξη και πώς επωφελούνται οι ιδιοκτήτες του κεφαλαίου και των μέσων παραγωγής; Μια σύντομη ανασκόπηση:

Η νηφάλια αξιολόγηση των αριθμών, αλλά προπαντός των σχεδίων για το μέλλον, δείχνει ότι η σημερινή κυβερνητική πολιτική θα συνεχιστεί αμείωτη. Επομένως, θα έχουμε εκ νέου τεράστια εύνοια προς τα μεγάλα κονσέρν, τις τράπεζες και τις ασφαλιστικές εταιρίες, καθώς και τις αντίστοιχες ιδιοκτησίες σε βάρος της μεγάλης πλειοψηφίας του πληθυσμού. Σε ό,τι αφορά αυτό, οι επιπτώσεις της νεοφιλελεύθερης πολιτικής στην Ολλανδία δεν ξεχωρίζει από αυτή της Γερμανίας.

Πολλά λέει όμως και ο αυξανόμενος αριθμός των εκατομμυριούχων:

- το 1985 είναι μόλις 35.000

- το 1993 σχεδόν τρεις φορές περισσότεροι, 85.000

- το 1995 είναι ήδη 125.000

- το 1997 έφτασαν τους 150.000

Μέσα σε δώδεκα χρόνια αυξήθηκε ο αριθμός των εκατομμυριούχων κατά 400%. Σαν συνέπεια της κρίσης φέτος (1999) μειώθηκαν πάλι κατά 50.000. Η εύνοια προς τους ιδιοκτήτες κεφαλαίου συνίσταται στα εξής: Ελάφρυνση των επιβαρύνσεων για μεγάλες εταιρίες, ιδιωτικοποίηση κρατικών επιχειρήσεων ή και κρατικών μετοχών σε ορισμένες εταιρίες, ιδιωτικοποίηση ορισμένων κοινωνικών θεσμών προς το συμφέρον των ασφαλιστικών εταιριών, μείωση του φόρου επί των τοκομεριδίων, μείωση του ανώτατου ποσοστού φόρου εισοδήματος από 70 έως 60%, μείωση του φόρου επί των περιουσιών, αρχή μιας πλήρους μετατόπισης στον τρόπο της φορολόγησης - από, ως επί το πλείστον, προσωπικούς φόρους επί του μισθού, του εισοδήματος, του τόκου και άλλων, προς μια έμμεση φορολόγηση με ΦΠΑ, φόρους κατανάλωσης, φόρους περιβάλλοντος και οικολογικούς φόρους.

Οι απλοί άνθρωποι δίνουν μέσω των φόρων 142,2 δισ. φιορίνια (1 φιορίνι=150 δρχ. περίπου), δηλαδή η συμμετοχή τους είναι 70,5%, ενώ οι πλούσιοι δίνουν μονάχα 41,4 δισ. (29,5%). Από το 1980 ξεχαρβαλώθηκε το προοδευτικό φορολογικό σύστημα και καταργήθηκε κομμάτι-κομμάτι. Η μετατόπιση αυτή από άμεσους σε έμμεσους φόρους εξηγεί και την εκρηκτική αύξηση του αριθμού των εκατομμυριούχων. Ταυτόχρονα αυξήθηκαν οι φτωχοί και ανήλθαν σε ένα εκατομμύριο περίπου. Το χάσμα ανάμεσα στους φτωχούς και τους πλούσιους εξακολουθεί να μεγαλώνει.

Οσοι παίρνουν το μίνιμουμ -σύμφωνα με το νόμο- μισθό θα κερδίζουν φέτος 57,53 φιορίνια το μήνα λιγότερο (-2,7%). Οσοι έχουν ένα ακαθάριστο εισόδημα κάτω από 4.000 φιορίνια, χάνουν το μήνα (-0,6%). Ωστόσο, τα υψηλότερα εισοδήματα θα αυξηθούν κατά 0,5-1%.

Η κυβέρνηση, για να κουκουλώσει την πραγματικότητα, αποφασίζει όλο και πιο συχνά «μπαλώματα παρηγοριάς», όπως είναι το επίδομα στα νοίκια, μια μείωση φόρων για το πιο χαμηλό φορολογικό ποσοστό κατά 0,9%, καθώς και μια μείωση των κοινωνικών συνεισφορών. Ετσι, δημιουργείται η εντύπωση ότι για τους απλούς εργαζόμενους είναι ελκυστικό και ευνοϊκό. Ωστόσο, οι πραγματικές επιπτώσεις παραμένουν λίγες και πληρώνονται τελικά πάλι από φόρους, δηλαδή πάλι από τους ίδιους τους εργαζόμενους.



* Το παρόν άρθρο αναδημοσιεύεται μεταφρασμένο από το περιοδικό «Μαρξιστικά Φύλλα», τ.2/’99.

Ο Βιλ Βαν Ντερ Κλιφτ είναι υπεύθυνος Διεθνών Σχέσεων του Νέου Κομμουνιστικού Κόμματος Ολλανδίας.

* σ.σ. Ιδιωτικά γραφεία ευρέσεως εργασίας.

* σ.σ. Η χώρα κυβερνάται από ένα συνασπισμό τριών κομμάτων: Το σοσιαλδημοκρατικό, το παραδοσιακό φιλελεύθερο και τους λεγόμενους «Δημοκράτες ’66». Ο κυβερνητικός αυτός συνασπισμός λέγεται «ο μοβ συνασπισμός».

* σ.σ. Διατηρείται σταθερός ο καθαρός μισθός αλλά μειώνεται ο ακαθάριστος (δηλ. οι καταβολές για κοινωνική ασφάλιση).

** σ.σ. Μοίρασμα των συνολικών ωρών εργασίας

*** σ.σ. Εννοεί «την απόδοση κεφαλαίου».