ΣΤΟ ΔΡΟΜΟ ΤΟΥ ΜΕΤΩΠΟΥ ΥΠΟ ΤΟ «ΗΜΙΦΩΣ» ΤΩΝ ΜΕΤΕΚΛΟΓΙΚΩΝ ΕΞΕΛΙΞΕΩΝ

Τούτο το εκλογικό αποτέλεσμα φαίνεται πως ανέδειξε πιο ισχυρές ορισμένες παραμέτρους, οι οποίες αρχικά και με δεδομένο το αριθμητικό αποτέλεσμα δεν έκαναν αισθητή την παρουσία τους. Αυτή τη σκέψη δημιουργούν οι μετεκλογικές εξελίξεις σε ό,τι αφορά το πολιτικό σύστημα. Γιατί φαίνεται αντιφατικό το φαινόμενο να ενισχύονται εκλογικά ταυτόχρονα το ΠΑΣΟΚ και η ΝΔ και την ίδια στιγμή να εντείνεται η κινητικότητα σε αυτά τα κόμματα, ως ομολογία για αναγκαίες, υποχρεωτικές αλλαγές στα ίδια.

Επομένως, αυτό καθεαυτό το εκλογικό αποτέλεσμα δεν αποτυπώνει παρά μόνο τον εκλογικό συσχετισμό. Πίσω του όμως κρύβονται παράγοντες που διαμορφώνουν αυτή ή την άλλη δυναμική. Αν για παράδειγμα παρά την ενίσχυση των δύο κομμάτων της πλουτοκρατίας, η συνέχιση της ίδιας κατάστασης στο πολιτικό σύστημα μπορεί να προμηνύει για την κυρίαρχη πολιτική ενδεχόμενες δυσκολίες ή ακόμη και πιθανά αδιέξοδα, αυτό δεν αποτυπώνεται με τους αριθμούς.

Και όμως τα σημάδια γίνονται φανερά. Και αντλούνται από την αβεβαιότητα που δημιουργούν τα αδιέξοδα για τις λαϊκές μάζες, όσο και αν δεν εκφράστηκαν εκλογικά, μέσα στο δρόμο εξέλιξης των μονοπωλίων και του ιμπεριαλισμού για την ελληνική κοινωνία. Ετσι πίσω από τις αφορμές για την κινητικότητα στα αστικά κόμματα υπάρχουν αιτίες που έχουν άμεση σχέση με διεργασίες οι οποίες συντελούνται -ή μπορεί να προκύψουν στη συνέχεια- στο λαϊκό παράγοντα.

 

Η ΑΝΑΝΤΙΣΤΟΙΧΙΑ ΚΑΙ Η ΑΛΗΘΕΙΑ

Η αρχική προσπάθεια ερμηνείας των αριθμών του εκλογικού αποτελέσματος από τους μηχανισμούς της αστικής ιδεολογίας και πολιτικής προσανατόλισε και επένδυσε προπαγανδιστικά στην ενίσχυση της προοπτικής του ενός δρόμου εξέλιξης της ελληνικής κοινωνίας. Αυτού που θέλει την Ελλάδα να ενσωματώνεται ολοένα και πιο βαθιά στο ιμπεριαλιστικό σύστημα. Η εκλογική ενίσχυση του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ, ταυτόχρονα, χρησιμοποιήθηκε για να ενδυναμώσει μέσα στην εργατική τάξη και τ' άλλα λαϊκά στρώματα την εικόνα ότι, το αποτέλεσμα αποδείχνει τη λαϊκή έγκριση της εφαρμοζόμενης πολιτικής και μάλιστα ότι τα λαϊκά στρώματα αναγνωρίζουν πως τα συμφέροντά τους υπηρετούνται από την ασκούμενη πολιτική. Ισως, εδώ να βρίσκεται ο «μίτος της Αριάδνης», σε ό,τι αφορά τη μετεκλογική κινητικότητα σε σχέση με την κυρίαρχη πολιτική. Που, αν και κυρίαρχη, ανιχνεύει δρόμους να ενισχυθεί η κυριαρχία της ή μάλλον να μην αποδυναμωθεί.

Ετσι και αλλιώς υπάρχουν δυο παράγοντες που βρίσκονται στο προσκήνιο και που επηρεάζουν τις εξελίξεις. Ο ένας είναι η συνέχιση με ένταση της ίδιας πολιτικής, ο άλλος η μη πτώση της εκλογικής δύναμης του ΚΚΕ. Η άρχουσα τάξη γνωρίζει άριστα ότι σε αυτή την κοινωνία τα πάντα καθορίζονται με όρους ταξικής πάλης. Από την άποψη της στρατηγικής και από την άποψη της ταχτικής, επιδιώκει το κέρδισμα των μαχών, άρα την ενίσχυσή της, προκειμένου να διεξάγει τον πόλεμο πιο αποτελεσματικά. Και τέτιες μάχες είναι αναμενόμενες, αν δεν άρχισαν κιόλας. Αυτό προδίδει η κινητικότητα σε βασικά στοιχεία του πολιτικού συστήματος όπως είναι τα κυβερνητικά κόμματα της άρχουσας τάξης, αλλά και κόμματα-εφεδρείες.

Αυτή η ουσία των φαινομένων που αναδύεται μετά το εκλογικό αποτέλεσμα έρχεται να επιβεβαιώσει ότι πέρα από τους αριθμούς, τους διαμορφωμένους στη δοσμένη στιγμή συσχετισμούς, συνυπάρχει ως δεδομένο το εύθραυστο αυτών των συσχετισμών. Και φαίνεται πως η ευρυθμία στη λειτουργία του πολιτικού συστήματος είναι ανασφαλής, γι' αυτό αναζητούνται νέοι παράγοντες σταθερότητας και ασφαλιστικές δικλείδες. Επομένως, τις εκτιμήσεις για το εκλογικό αποτέλεσμα πρέπει να τις αντιμετωπίζουμε και από την άποψη επίδρασής τους στις εξελίξεις, σε συνδυασμό με τις ίδιες τις εξελίξεις, προκειμένου να μπορούμε αντικειμενικά ν’ αποκαλύπτουμε τους παράγοντες αυτούς που στην πορεία μπορούν και πρέπει να αξιοποιούνται προς όφελος της ταξικής πάλης, της εργατικής τάξης και των συμμάχων της.

Η ΚΕ του ΚΚΕ στις πρώτες εκτιμήσεις, αμέσως την επομένη των εκλογών διαπίστωσε ότι: «Παρά το γεγονός ότι το συνολικό ποσοστό του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ δείχνει συσπείρωση των δυνάμεων των δύο κομμάτων, σε αντίθεση με την αναγκαιότητα να υποστούν κάποιο ρήγμα, η ΚΕ του ΚΚΕ εκτιμά ότι σημειώνεται εκλογική αναντιστοιχία ανάμεσα στη λαϊκή δυσαρέσκεια και στην επιλογή ψήφου»[1].

Ετσι μπορούμε αβίαστα να πούμε ότι αυτή την εκτίμηση της ΚΕ του ΚΚΕ, η οποία δέχτηκε διάφορα πυρά από την αντίπαλη προπαγάνδα, την επιβεβαιώνει ακριβώς αυτή η διαδικασία ανασύνθεσης του πολιτικού συστήματος που ξεκίνησε και ποιος ξέρει, πώς θα αποτυπωθεί ως τελική εικόνα. Το ζητούμενο βεβαίως για την εργατική τάξη και τους συμμάχους της δεν είναι απλά να προβλέψουν την εικόνα η οποία θα αποτυπωθεί στο αστικό πολιτικό σύστημα, η αναπροσαρμογή του οποίου φαίνεται επιβεβλημένη από ισχυρά κέντρα της άρχουσας τάξης, προκειμένου οι λαϊκές μάζες να εμποδίζονται να τραβούν στο δρόμο της αμφισβήτησης, της ριζοσπαστικοποίησης, της εναντίωσης στην εξουσία των μονοπωλίων, της χρηματιστικής ολιγαρχίας. Καθήκον και μάλιστα πρώτης γραμμής για τις λαϊκές μάζες είναι η ακόμη μεγαλύτερη παρεμπόδιση της λειτουργίας και δράσης του, ως την παράλυσή του. Αυτό είναι βεβαίως και ζήτημα αντικειμενικών προϋποθέσεων που τις αναδεικνύουν τα μεγάλα γεγονότα στις καμπές της ιστορίας. Αυτά που βγάζουν μαζικά, μαχητικά, τη συντριπτική πλειοψηφία των λαϊκών μαζών με επικεφαλής την εργατική τάξη στο προσκήνιο της πολιτικής πάλης.

Αλλά ακόμη και αυτή η υπόθεση, που η πραγματοποίησή της έρχεται έξω και ανεξάρτητα από τη θέληση του υποκειμενικού παράγοντα (δηλαδή της οργανωμένης πολιτικής δύναμης της εργατικής τάξης και των συμμάχων της του λαϊκού μετώπου με ηγετική δύναμη το ΚΚΕ) για να οδηγήσει την επαναστατική πάλη των μαζών στη δική τους διέξοδο, απαιτεί τη δραστήρια μαχητική δουλειά της πολιτικής οργανωμένης πρωτοπορίας της εργατικής τάξης, σε συνθήκες που στην ταξική πάλη η κυρίαρχη τάξη έχει το πάνω χέρι. Ακόμη και σε συνθήκες που οι διεκδικήσεις στα διάφορα μέτωπα πάλης, δεν παίρνουν το χαρακτήρα ενωμένης, μαζικής, παλλαϊκής κοινωνικοπολιτικής δράσης, ακόμη δε και σε περιόδους ύφεσης, νηνεμίας, «ειρηνικής ανάπαυσης», από την άποψη των αγώνων. Αυτό το στοιχείο στην πορεία της ταξικής πάλης είναι πρωταρχικά υπόθεση των κομμουνιστών.

Αντιμετωπίζοντας μετεκλογικά αυτό το καθήκον, παίρνουμε υπόψη τις συνθήκες στη διαμόρφωση των οποίων συμβάλλει και το αποτέλεσμα. Είναι αναγκαίος ο σωστός συνυπολογισμός των αντικειμενικών συνθηκών. Και από αυτή την άποψη οι τελικές εκτιμήσεις της ΚΕ κάνουν συγκεκριμένη αναφορά.

«Το εκλογικό αποτέλεσμα, με χαρακτηριστικό στοιχείο την αναντιστοιχία της λαϊκής δυσαρέσκειας σε σχέση με την ψήφο στα κόμματα ΠΑΣΟΚ-ΝΔ, δείχνει το επίπεδο πολιτικής συνείδησης του κινήματος, αλλά και την κατεύθυνση των αλλαγών που πρέπει να γίνουν, ιδιαίτερα στο επίπεδο του εργατικού συνδικαλιστικού κινήματος, στο κίνημα της νεολαίας, στο λαϊκό κίνημα. Οι αλλαγές αυτές είναι αναγκαίες για να αντιμετωπιστούν φαινόμενα κρίσης, μείωσης στην οργάνωση των εργαζομένων, ώστε να βρεθεί στο ύψος των απαιτήσεων της πάλης εναντίον των μονοπωλίων, του ιμπεριαλισμού. Παράλληλα το εκλογικό αποτέλεσμα αντανακλά την πολιτική προσπάθεια να απορροφηθεί, να παγιδευτεί η διογκούμενη λαϊκή δυσαρέσκεια, που είχε εκδηλωθεί όλο το προηγούμενο διάστημα με τις ψευδαισθήσεις ότι μπορεί να υπάρξει κοινωνική πολιτική στα πλαίσια της πολιτικής των καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων. Το εκλογικό αποτέλεσμα παρέχει δυνατότητες στην άρχουσα τάξη, τα κόμματά της, ΠΑΣΟΚ και ΝΔ, να ερμηνεύουν την ψήφο σαν ενεργητική αποδοχή της γενικότερης πολιτικής που ακολουθείται στο όνομα της ΟΝΕ και του νέου δόγματος του ΝΑΤΟ, αφού τα δύο κόμματα κράτησαν ένα υψηλό ποσοστό, σχεδόν 87%, ενώ το ΚΚΕ διατήρησε τις εκλογικές του δυνάμεις, γεγονός που δεν επαρκεί, δεν ικανοποιεί. Με αυτήν την έννοια το εκλογικό αποτέλεσμα δημιουργεί πρόσθετες δυσκολίες για το λαϊκό κίνημα.

Ωστόσο, το εκλογικό αποτέλεσμα δεν πρέπει να εκληφθεί και ως κάτι το οριστικό και αμετάβλητο, αποσπασμένο από τις γενικότερες συνθήκες της ταξικής πάλης. Το υψηλό ποσοστό συσπείρωσης των δύο κομμάτων δεν αποδείχνει από μόνο του συμφωνία και έγκριση της πολιτικής τους από το σύνολο των ψηφοφόρων. Ούτε παντοδυναμία τους. (...)

Η προσέγγιση και συσπείρωση με το ΚΚΕ εκφράζεται περισσότερο σε περιόδους όξυνσης των αγώνων σε μεγάλα ζητήματα της επικαιρότητας, όπως ο ιμπεριαλιστικός πόλεμος, τα προβλήματα που απορρέουν από τη «νέα τάξη πραγμάτων», τα θέματα της παιδείας, τα οξυμένα προβλήματα των εργατοϋπαλλήλων, των αγροτών. Χρειάζεται επίμονη προσπάθεια στην ιδεολογικοπολιτική και μαζική δράση του Κόμματος, ώστε να μετεξελίσσεται η απήχηση των θέσεών μας σε επιμέρους μέτωπα, σε συμφωνία και θέληση για κοινή δράση στη συνολική πολιτική κατεύθυνση, δηλαδή στην αντίθεση με τα μονοπώλια, τον ιμπεριαλισμό, στην προοπτική της διεξόδου που προτείνει το ΚΚΕ. Απαιτείται πιο έντονη παρέμβαση και διεύρυνση της δράσης του Κόμματος απέναντι σε όλους τους παράγοντες που διαμορφώνουν την πολιτική συνείδηση των λαϊκών στρωμάτων»[2].

Αυτές οι εκτιμήσεις δεν αιτιολογούν μόνο ή κυρίως ορισμένους βασικούς παράγοντες που διαμόρφωσαν το εκλογικό αποτέλεσμα, ως αποτύπωση του βαθμού της πολιτικής συνείδησης της εργατικής τάξης, των λαϊκών μαζών γενικότερα. Αποτελούν και το περιεχόμενο της κομματικής, της μαζικής πολιτικής δράσης των κομμουνιστών για τη συνέχεια. Αντικειμενικά η εκλογική μάχη ήταν μια πολιτική δοκιμασία, η οποία δεν μπορεί αυτή καθεαυτή να αποτελεί το κριτήριο της ορθότητας της πολιτικής γραμμής του ΚΚΕ. Σαν δοκιμασία όμως και με δεδομένο ότι παίρνει χαρακτήρα γενικευμένης πολιτικής αντιπαράθεσης, συμβάλλει σ’ ένα ορισμένο βαθμό, στην κατανόηση των όρων διεξαγωγής της ταξικής πάλης. Και από τη σκοπιά του ΚΚΕ, στους όρους και τις προϋποθέσεις ανόδου της πολιτικής συνείδησης, τόσο ως προς την προοπτική της λαϊκής εξουσίας, όσο και ως προς το δρόμο κατάκτησής της.

 

ΤΟ ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΖΗΤΗΜΑ

Σε αυτές τις εκλογές από το ΚΚΕ τέθηκε, με αρκετά πιο συγκροτημένο τρόπο, το ζήτημα της προοπτικής της ταξικής πάλης, το κύριο στην πολιτική πάλη. Που δεν είναι άλλο από το ζήτημα της εξουσίας σε συνδυασμό με την ανάγκη της προετοιμασίας για την κατάκτησή της. Τέθηκε η αμφισβήτηση της σημερινής πραγματικότητας, της κυριαρχίας της άρχουσας τάξης και η προβολή μιας άλλης, ριζικά αντίθετης πολιτικής προς όφελος του λαού, ανεξάρτητα από το πότε χρονικά θα κατακτηθεί, τις αναμφισβήτητες υπαρκτές δυσκολίες, τις όποιες ιδεολογικοπολιτικές αδυναμίες στην προετοιμασία κλπ.

Το ΚΚΕ, έθεσε με σαφήνεια το κεντρικό πολιτικό ζήτημα για την εργατική τάξη και τους συμμάχους της: «Εξουσία για το λαό ή τα μονοπώλια και τον ιμπεριαλισμό;» Από αυτή τη σκοπιά κρίνεται η δράση του Κόμματος και στην εκλογική μάχη, από αυτή τη σκοπιά κρίνεται και ο βαθμός της πολιτικής συνείδησης της εργατικής τάξης και των άλλων λαϊκών στρωμάτων, όχι μόνο ως προς την αναγκαιότητα της νέας εξουσίας, αλλά και ως προς το ότι είναι υπόθεση του ίδιου του λαού η κατάκτησή της.

Αντικειμενικά λοιπόν οι τελικές εκτιμήσεις της ΚΕ, τοποθετούν το ζήτημα των παραγόντων που διαμορφώνουν την πολιτική συνείδηση έτσι, όπως καταγράφηκε με το εκλογικό αποτέλεσμα. Και ταυτόχρονα προσανατολίζουν στα ζητήματα εκείνα στα οποία πρέπει να στραφεί η προσοχή του Κόμματος, ώστε να εξασφαλίζεται η αποτελεσματικότητα της δράσης του, ως προς το βασικό καθήκον της συγκέντρωσης των λαϊκών δυνάμεων για το χτίσιμο του Μετώπου, ώστε να διεξάγεται όσο γίνεται πιο ολοκληρωμένα η ταξική πάλη στην κατεύθυνση της λαϊκής εξουσίας.

«Δεν είναι αρκετό να μειωθεί η δύναμη των δύο κομμάτων ΠΑΣΟΚ και ΝΔ. Αυτό που σήμερα έχει σημασία είναι η ισχυροποίηση του ΚΚΕ, η ενίσχυση του ταξικού ρεύματος στο συνδικαλιστικό κίνημα, η άνοδος των αγώνων με αντιιμπεριαλιστικά αντιμονοπωλιακά αιτήματα, που είναι και προϋποθέσεις για τη συγκρότηση του Μετώπου. Οι στόχοι του ΚΚΕ, που ανταποκρίνονται στα λαϊκά συμφέροντα, είναι δυνατό να υλοποιηθούν με την επιλογή και τη συμμετοχή στη δράση των λαϊκών μαζών. Προς τα εκεί είναι η διέξοδος και όχι ποιο κόμμα, ΠΑΣΟΚ ή ΝΔ, θα είναι κυβέρνηση.

Αγώνες, κινητοποιήσεις, διαμαρτυρίες υπήρξαν σε αρκετούς χώρους, ορισμένοι μάλιστα όπως της παιδείας, πήραν πανελλαδικό χαρακτήρα. Δίχως αυτούς τους αγώνες η κατάσταση θα ήταν χειρότερη. Ομως το ζήτημα είναι η χαμηλή οργάνωση των εργαζομένων που δυσκολεύει τη μαζικότητα των αγώνων, η κατεύθυνση και ο προσανατολισμός ορισμένων από αυτούς, αλλά και η στάση που κράτησαν οι άλλες πολιτικές δυνάμεις της αντιπολίτευσης, όσον αφορά την αναγκαιότητα των αγώνων, τα αιτήματα ή τις μορφές πάλης.

Ιδιαίτερης σημασίας ζήτημα είναι πώς συνδυάζονται οι αγώνες με την αυτοτελή ιδεολογικοπολιτική δράση του Κόμματος. Πώς δουλεύουμε για την πιο σταθερή και μαζική συσπείρωση ευρύτερων λαϊκών δυνάμεων. Πώς διασφαλίζεται η εναλλαγή μορφών πάλης, η συνέχεια μετά το «κλείσιμο» των κινητοποιήσεων. (...) Το συμπέρασμα είναι ότι δε φτάνει η ορθότητα της πολιτικής του ΚΚΕ για να μετατραπεί η λαϊκή αγανάκτηση σε συνειδητή ψήφο στο ΚΚΕ και πολύ περισσότερο σε αγωνιστική στάση. Απαιτούνται και μια σειρά άλλες προϋποθέσεις: Ισχυρό μαζικό λαϊκό κίνημα και ειδικά εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα που να εμπνέει σιγουριά, εμπιστοσύνη ότι μπορεί να στηρίξει αγώνες και συγκρούσεις, τη γραμμή αντίστασης και αντεπίθεσης. Οι ηγεσίες που κυριαρχούν στο συνδικαλιστικό κίνημα δουλεύουν στην κατεύθυνση υποταγής και συνθηκολόγησης. (...)

Μεγαλύτερη ικανότητα και επάρκεια στην ιδεολογική, πολιτική και μαζική δράση, μεγαλύτερη στοχοπροσήλωση στην υπόθεση του αντιιμπεριαλιστικού αντιμονοπωλιακού δημοκρατικού μετώπου, εκλαΐκευση της ιδεολογίας του Κόμματος, υπεράσπιση του σοσιαλισμού, υποστήριξη της αναγκαιότητάς του. Κόμμα ικανό να μετατρέπει την έντονη λαϊκή δυσαρέσκεια, την ανασφάλεια και την αβεβαιότητα σε συσπείρωση όσο γίνεται ευρύτερων λαϊκών δυνάμεων για οργανωμένη μαχητική δράση»[3].

Ολα τα πιο πάνω στοιχεία που αναδεικνύονται στις τελικές εκτιμήσεις της ΚΕ και τα οποία αποτελούν τον προσανατολισμό και προσδιορίζουν το περιεχόμενο της συστηματικής δραστήριας κομμουνιστικής δουλειάς, στόχο έχουν να κάνουν ακόμη πιο ορατό, στην εργατική τάξη και τ΄ άλλα λαϊκά στρώματα, το δρόμο του αντιιμπεριαλιστικού, αντιμονοπωλιακού δημοκρατικού μετώπου πάλης και τη σχέση τους με τη λαϊκή εξουσία και να τις τραβήξουν στην πάλη.

Εχει τεράστια σημασία αυτή η δράση μας, γιατί το ζήτημα της εξουσίας είναι ταυτισμένο με τις εκλογές για το αστικό κοινοβούλιο και την ανάδειξη κυβέρνησης στη συνείδηση της πλειοψηφίας των απλών ανθρώπων του μόχθου. Ο απεγκλωβισμός των λαϊκών συνειδήσεων από κοινοβουλευτικές αυταπάτες χρειάζεται δράση που να ανεβάζει την απαιτητικότητα στις διεκδικήσεις, να αποκαλύπτει το ανέφικτο «λύσεις ριζικές στα πλαίσια του συστήματος», να απαντά στο πρόβλημα «κυβέρνηση-εξουσία». Μέσα από μια τέτοια συστηματική, δραστήρια δουλειά θα αντιμετωπίζεται και η άποψη που εκφράστηκε από διάφορες πλευρές ότι «δεν υπάρχει σήμερα πρόταση εξουσίας» που να δίνει διέξοδο στο λαό έναντι του δικομματισμού. Το «δεν υπάρχει» δε μας βρίσκει σύμφωνους, τουλάχιστον ως προς το ΚΚΕ. Πρόταση εξουσίας έχουμε, πρόταση διαχείρισης δεν έχουμε. Είναι θέμα στρατηγικής επιλογής.

Το θέμα είναι ο λαός, πριν απ' όλα η εργατική τάξη και η νεολαία να πιστέψουν μέσα από την πείρα τους - που δε δημιουργείται βέβαια αυθόρμητα - ότι έχουν τη δύναμη να τα βάλουν με οργανωμένα, πανίσχυρα, εγχώρια και διεθνή συμφέροντα, στις σύγχρονες μάλιστα συνθήκες παγκόσμιας επικράτησης του καπιταλισμού. Να αποφασίσουν ότι η κατάκτηση μιας λαϊκής εξουσίας είναι συνδεμένη αναπόσπαστα με καθημερινούς, λίγο-πολύ μακροχρόνιους, σκληρούς αγώνες, με έναν πολύ σκληρό εγχώριο και διεθνή αντίπαλο. Δεν πρόκειται, ειδικά στις σημερινές συνθήκες, για συνηθισμένους αγώνες αλλά για αγώνες που απαιτούν ανώτερη οργάνωση, ανεβασμένες μορφές πάλης, πολυμορφία δράσης, υψηλό επίπεδο αλληλεγγύης, κοινωνικής συμμαχίας, ευρύτερης πολιτικής στήριξης, πολιτικοποίησης και διεθνοποίησης. Αγώνες που απαιτούν ετοιμότητα για θυσίες, ικανότητα αντοχής σε φάση ύφεσης και πισωδρόμησης, ώσπου να προετοιμαστεί η επόμενη ανοδική φάση»[4].

Βεβαίως, πρέπει να είναι καθαρό ότι αυτές τις συνθήκες εκμεταλλεύεται ο αντίπαλος προκειμένου να εγκλωβίζει τις λαϊκές μάζες στην πολιτική γραμμή της ολοένα και πιο βαθιάς ενσωμάτωσης στην ΟΝΕ των καπιταλιστών και στην ιμπεριαλιστική τάξη πραγμάτων του ΝΑΤΟ. Αλλά ταυτόχρονα σε αυτές τις συνθήκες δρουν και τα κόμματα εφεδρείες, όπως π.χ. ο ΣΥΝ, που αντικειμενικά δρα ως μοχλός περάσματος της αστικής πολιτικής στο εργατικό κίνημα, ως ανάχωμα στη ριζοσπαστικοποίηση των λαϊκών συνειδήσεων με την πολιτική πρόταση μιας λίγο «καλούτσικης» διαχείρισης και τις αυταπάτες της υποταγής στο «εφικτό», που είναι ανέφικτο. Οσο και αν στην εκλογική μάχη μειώθηκε η δύναμη των φορέων τέτιων πολιτικών αυταπατών, εντούτοις δεν πρέπει να υποτιμούμε στη δράση μας ότι ανεξάρτητα από τις αναπροσαρμογές που ετοιμάζονται να κάνουν, σαν πολιτική θα συνεχίζει να υπάρχει και να εκφράζεται συγκροτημένα. Αλλωστε οι συνθήκες ύπαρξης και αναπαραγωγής του οπορτουνισμού είναι αντικειμενικές. Αρα, αντικειμενική και η ύπαρξη και δράση αυτού του ιδεολογικοπολιτικού ρεύματος μέσα στο κίνημα και απαιτεί αντιμετώπιση και επαγρύπνηση, στα πλαίσια της συνολικής ταξικής αντιπαράθεσης.

 

ΜΙΑ ΚΑΘΟΛΟΥ ΠΕΡΙΕΡΓΗ ΑΠΟΨΗ

Δεν μπορεί να ξενίζει, τουλάχιστο τις πρωτοπόρες λαϊκές δυνάμεις, η άποψη που αφήνεται διάχυτη μετά τις εκλογές από το αστικό κατεστημένο, κόμματα, μηχανισμούς αναπαραγωγής της ιδεολογίας και της πολιτικής της κυρίαρχης τάξης, ακόμη και της δημιουργίας μαζικής ψυχολογίας, ότι σε αυτόν τον κόσμο χωράνε μόνο πολιτικές, άρα και κόμματα, που μπορούν να συμβάλλουν στην καλύτερη προσαρμογή του συστήματος στις «σύγχρονες» κοινωνικοοικονομικές εξελίξεις. Οσοι πάνε κόντρα σε αυτές θέλουν να γυρίσουν την ιστορία ανάποδα και την κοινωνία προς το παρελθόν. Σε όλους τους μετεκλογικούς αστικούς προβληματισμούς και αναλύσεις για το λεγόμενο «μεσαίο χώρο» υπήρχε ως ουσιαστικό στοιχείο αυτή η αντίληψη. Ως «σύγχρονες» εξελίξεις θεωρούνται οι αναπροσαρμογές και μεταρρυθμίσεις του καπιταλισμού σε εθνικό και διεθνικό επίπεδο, για την ακόμη μεγαλύτερη συσσώρευση κερδών και κεφαλαίου και τη δημιουργία όσο γίνεται πιο ευνοϊκών συνθηκών για την αναπαραγωγή του. Η ενίσχυση της δράσης του χρηματιστικού κεφαλαίου και η ολοένα πιο βαθιά αλληλοδιαπλοκή και αλληλεξάρτηση των καπιταλιστικών οικονομιών. Αυτό που ονομάζουν «παγκοσμιοποίηση», δηλαδή η διεθνοποίηση που είναι τόσο σύγχρονο φαινόμενο όσο το διεθνές εμπόριο.

Η συγκεκριμένη άποψη είναι ένα ποιοτικό βήμα στη συνέχεια της αντιδραστικής ιδεολογικοπολιτικής δράσης του αστικού πολιτικού συστήματος απέναντι στο ζήτημα που καθημερινά θέτει η ίδια η ζωή για τους δυο δρόμους εξέλιξης της ελληνικής κοινωνίας, οι οποίοι έχουν άμεση σχέση με συγκεκριμένα ταξικά συμφέροντα, αυτά των μονοπωλίων από τη μια μεριά και της εργατικής τάξης και των άλλων λαϊκών στρωμάτων από την άλλη. Στη συγκεκριμένη περίπτωση πρόκειται για την πολεμική της άρχουσας τάξης απέναντι στην προοπτική του αντιιμπεριαλιστικού-αντιμονοπωλιακού-δημοκρατικού μετώπου πάλης και της συμβολής του στην ανάδειξη και εγκαθίδρυση της λαϊκής εξουσίας. Είναι επίθεση παρεμπόδισης της δράσης για τη συγκέντρωση των δυνάμεων του Μετώπου.

Αυτή η διαδικασία θα συντελείται με κάθε μικρή ή μεγάλη κοινωνική και πολιτική αναμέτρηση. Είναι το κύριο, σε τελευταία ανάλυση, ο βαθμός συγκέντρωσης των λαϊκών δυνάμεων που ωριμάζουν για τη σύγκρουση και ρήξη με το καθεστώς των μονοπωλίων και του ιμπεριαλισμού στη χώρα, σαν αποτέλεσμα αυτών των μαχών. Που, με τη σειρά του, σημαίνει οργάνωση της εργατικής τάξης και των συμμάχων της, ενότητα δράσης της εργατικής τάξης, προώθηση των κοινωνικοπολιτικών συμμαχιών, ανέβασμα του βαθμού πολιτικής συνειδητοποίησης για τη διέξοδο και τη λαϊκή εξουσία. Σημαίνει, επίσης, διαπαιδαγώγηση στην ταξική πάλη που σημαίνει συνειδητοποίηση από την εργατική τάξη και τ’ άλλα λαϊκά στρώματα ότι χωρίς τη δική τους δράση - που απαιτεί βεβαίως θυσίες - ενάντια στην πολιτική της πλουτοκρατίας ως την ανατροπή της, δεν μπορεί με άλλα μέσα και ανώδυνους τρόπους να εφαρμοστεί πολιτική για τα δικά τους συμφέροντα, αφού δεν μπορεί να εγκαθιδρυθεί η λαϊκή εξουσία. Ολα αυτά βεβαίως που αποτελούν δείκτες αποτελεσματικότητας στη δράση των κομμουνιστών, συμπυκνώνονται στους πολιτικούς στόχους, τους αλληλένδετους μεταξύ τους, στην ολόπλευρη ισχυροποίηση του ΚΚΕ και στη συγκρότηση του αντιιμπεριαλιστικού-αντιμονοπωλιακού-δημοκρατικού μετώπου πάλης. Που και αυτοί με τη σειρά τους, όσο και αν εξαρτώνται και από αντικειμενικούς παράγοντες είναι πρωταρχικά υπόθεση των κομμουνιστών. Οι ίδιες δε οι μετεκλογικές εξελίξεις, αναδεικνύουν και τα διάφορα μέτωπα πάλης που απαιτούν την πιο δραστήρια δουλειά των κομμουνιστών, ώστε να υπάρξει θετική για το λαό πορεία.

Η ΚΕ εκτιμά ότι: «Οι εξελίξεις θα είναι γρήγορες και σε όλα τα μέτωπα. Η κυβέρνηση με αποφασιστικότητα αλλά και ευλυγισία θα προχωρήσει στην ολοκλήρωση των αναδιαρθρώσεων που έχουν σχεδιαστεί, με προτεραιότητα στις εργασιακές σχέσεις, το ασφαλιστικό, την υγεία, την παιδεία και σε πλευρές του πολιτικού συστήματος (αναθεώρηση Συντάγματος, διοικητική διαίρεση της χώρας, εκλογικός νόμος). Να παρθεί υπόψη ότι τα νέα μέτρα θα τα εφαρμόσουν με ελιγμούς και παραπλανητικές υποσχέσεις. Θα προσπαθήσουν να δημαγωγήσουν για μείωση της απασχόλησης με προσλήψεις για τους Ολυμπιακούς Αγώνες. Ομως όποιοι ελιγμοί και να γίνουν δεν αναιρούν το κύριο, τη νέα, πιο σκληρή επίθεση κατά της εργατικής τάξης και των άλλων λαϊκών στρωμάτων.

Το Κόμμα πρέπει να γίνεται πιο ικανό να αντιπαλεύει την έξαρση του αυταρχισμού και την κατά μέτωπο επίθεση ενάντιά του με όλα τα μέσα που διαθέτει η κυβέρνηση, τα μονοπώλια και οι μηχανισμοί τους.

Αυτή η κατά μέτωπο επίθεση δεν προκύπτει μόνον από την ανάγκη να διασφαλιστεί ότι οι αναδιαρθρώσεις θα περάσουν γρήγορα και με το λιγότερο δυνατό κόστος. Εχει να κάνει κυρίως με τις μελλοντικές δυσκολίες που θα γεννηθούν από την πλήρη ενσωμάτωση της Ελλάδας στην ΕΕ, από την όξυνση των αντιθέσεων και ανταγωνισμών ανάμεσα στις διάφορες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις.

Οι διεργασίες που γίνονται σήμερα στο πολιτικό σκηνικό, ανεξάρτητα από την κατάληξή τους, δείχνουν ότι η άρχουσα τάξη της χώρας μας επιδιώκει να διασφαλίσει βεβαιότητα ότι ο σχεδιασμός της θα προχωρά απρόσκοπτα. Επιδιώκει να προλάβει λαϊκά κινήματα και ξεσπάσματα, την ωρίμανση της λαϊκής συνείδησης. (...) Οι επιδιώξεις αυτές βάζουν το ΚΚΕ μπροστά σε σοβαρές ευθύνες. Απαιτούν γενικό ανασκούμπωμα, για θετική υπέρ του λαού επίδραση στις εξελίξεις»[5].

 

ΣΥΝΔΕΣΗ ΜΕ ΤΗΝ ΠΡΟΟΠΤΙΚΗ

Ο αγώνας στα μέτωπα πάλης για τα λαϊκά προβλήματα, οι στόχοι και οι διεκδικήσεις συνδέονται άμεσα με την αναγκαιότητα της άλλης πολιτικής, του άλλου δρόμου εξέλιξης της ελληνικής κοινωνίας, του αντιιμπεριαλιστικού-αντιμονοπωλιακού-δημοκρατικού μετώπου πάλης, στην προοπτική του σοσιαλισμού, με τη λαϊκή εξουσία.

Αν επίσης μελετήσουμε την πείρα των πρόσφατων αγροτικών αγώνων, θα παρατηρήσουμε ότι η πάλη για τις τιμές και τις ποσοστώσεις, για τη μείωση του κόστους της παραγωγής, ο απεγκλωβισμός τους από την τοκογλυφική πολιτική των τραπεζών συνδέεται με την πάλη να κρατήσουν οι φτωχοί και μεσαίοι αγρότες τα χωράφια τους. Το ξεκλήρισμά τους είναι μια υπόθεση που συνδέεται με την προσπάθεια έντασης της καπιταλιστικοποίησης της αγροτικής οικονομίας και παραγωγής. Η πάλη επομένως για τα συγκεκριμένα αιτήματα συνδέεται με την εναντίωση στη διείσδυση του κεφαλαίου στην αγροτική παραγωγή. Αλλά αυτό βεβαίως σημαίνει και άλλη πολιτική στήριξης του παραγωγικού συνεταιρισμού που μόνο στους κόλπους της λαϊκής εξουσίας μπορεί να επιτευχθεί.

Το ίδιο ισχύει και με τις διαβόητες αναδιαρθρώσεις από τις ιδιωτικοποιήσεις, ως τις εργασιακές σχέσεις, την κοινωνική ασφάλιση, την υγεία, την παιδεία, την πρόνοια. Δημόσια δωρεάν παιδεία, υγεία, πρόνοια δεν μπορούν να υπάρξουν χωρίς δημόσιες επιχειρήσεις με στρατηγική σημασία για την οικονομία. Εργασιακές σχέσεις με σταθερό ημερήσιο εργάσιμο χρόνο, πλήρης κοινωνικοασφαλιστική κάλυψη, μισθούς που να καλύπτουν τις σύγχρονες ανάγκες της εργατικής τάξης δεν μπορούν να υπάρξουν με εφαρμογή πολιτικής που επιβάλλει την αύξηση των κερδών, την ένταση της εκμετάλλευσης. Αλλά και αντίθετη από αυτήν πολιτική δεν μπορεί να εφαρμοστεί χωρίς άλλη εξουσία.

Ετσι, για παράδειγμα, η πάλη ενάντια στην ανεργία μπορεί να προβάλει την ανάγκη δημιουργίας νέων θέσεων εργασίας, κλπ. Αλλά η αποτελεσματικότητα αυτής της πάλης δεν μπορεί να μετριέται με κριτήριο αν εξασφαλίστηκαν. Γιατί δεν μπορούμε να αγνοούμε το κύριο - ότι η ανεργία είναι σύμφυτη με τον καπιταλισμό. Οτι η ίδια η καπιταλιστική αναπαραγωγή, η συσσώρευση κεφαλαίου, τα νέα μέσα παραγωγής που αυξάνουν την παραγωγικότητα και την εντατικότητα της εργασίας, αυξάνουν την ανεργία. Επομένως η πάλη κατά της ανεργίας συνδέεται και πρέπει να συνδέεται με την πάλη για τη λαϊκή εξουσία.

Τα παραπάνω βεβαίως δε σημαίνουν ότι δεν μπορούν κάτω από ορισμένες συνθήκες να υπάρχουν λαϊκές κατακτήσεις σε αυτό το σύστημα. Αλλά ακόμη και η παραμικρή μεταρρύθμιση προς όφελος του λαού, η ελάχιστη κατάκτηση απαιτεί σκληρούς κοινωνικοπολιτικούς αγώνες, ρήξη με τη φιλομονοπωλιακή πολιτική για να κατακτηθεί. Δεν αρκούν οι διεκδικητικοί αγώνες για επιμέρους ζητήματα ώστε να υπάρχει ορατό αποτέλεσμα προς όφελος του λαού. Πολύ περισσότερο που απαιτείται αλλαγή συσχετισμού μέσα στο ίδιο το εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα, στα άλλα κοινωνικά κινήματα, η οποία συνδέεται με την αλλαγή του πολιτικού συσχετισμού προς όφελος της εργατικής τάξης και των συμμάχων της, αλλά ταυτόχρονα συμβάλλει σε αυτήν. Αυτή η πορεία θα συμβάλει και στην ενότητα δράσης της εργατικής τάξης και στην προώθηση συμμαχιών. Αλλά θα συντελείται στο έδαφος του αγώνα για τα λαϊκά προβλήματα και τις αναγκαίες προς όφελος του λαού λύσεις.

Αντικειμενικά λοιπόν, η πάλη ενάντια στις αντιδραστικές μεταρρυθμίσεις, η πάλη ενάντια στην ιμπεριαλιστική τάξη πραγμάτων μέσα από συγκεκριμένους στόχους, αιτήματα και διεκδικήσεις που να απαντούν στις λαϊκές ανάγκες, παίρνει χαρακτήρα πολιτικής πάλης για τη μη εφαρμογή των αντιδραστικών μέτρων, αλλά και για την εφαρμογή πολιτικής προς όφελος της εργατικής τάξης, των άλλων λαϊκών στρωμάτων, σε όλους αυτούς τους τομείς. Το ζητούμενο, λοιπόν, είναι η συνειδητοποίηση αυτής της ανάγκης. Που απαιτεί την ανάπτυξη παλλαϊκού αγώνα, κοινής πάλης της εργατικής τάξης και των άλλων λαϊκών στρωμάτων σε κάθε μέτωπο, που θα συνδέει τη διεκδίκηση λύσεων στα προβλήματα με την εφαρμογή πολιτικής προς όφελός τους, σε σύνδεση με την αναγκαιότητα αλλά και την προοπτική της λαϊκής εξουσίας.

Συστατικό στοιχείο της δράσης των κομμουνιστών σε αυτή την κατεύθυνση είναι η υπεράσπιση του σοσιαλισμού που γνωρίσαμε και που οικοδομούσαν οι λαοί της ΕΣΣΔ και των άλλων χωρών της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης. Η αντισοσιαλιστική επίθεση, οργανικά συνυφασμένη με την αντιΚΚΕ πολεμική, είναι η πιο επικίνδυνη προπαγάνδα του αντίπαλου. Σκοπός της είναι η αξιοποίηση των ανατροπών σαν εχθρικό όπλο του κεφαλαίου ενάντια στην κοινωνική εξέλιξη, προκειμένου το ιστορικά ξεπερασμένο σύστημα του καπιταλισμού να συνεχίζει την κυριαρχία της εκμετάλλευσης πάνω στην εργατική τάξη και το λαό. Στοχεύει στην αποτροπή της προοπτικής του τελικού σκοπού της ταξικής πάλης της εργατικής τάξης και από αυτή τη σκοπιά είναι υπόθεση πρώτης γραμμής στην ιδεολογικοπολιτική πάλη. Αντικειμενικά, η ίδια η κοινωνικοοικονομική πραγματικότητα, αλλά και η ταξική σύγκρουση αναδεικνύουν ως περιεχόμενο την αντίθεση ιμπεριαλισμός-σοσιαλισμός. Η υπεράσπιση των επιτευγμάτων του σοσιαλισμού παρά τις αδυναμίες και τα λάθη, οι αποκρουστικές για τους λαούς συνέπειες μετά τις ανατροπές, είναι ένα ακόμη όπλο στα χέρια του λαού για τη δική του προοπτική, του δικού του αγώνα.

Μόνο τότε οι αγώνες μπορεί να έχουν ως αποτέλεσμα την αποτροπή αντιδραστικών εφαρμογών, την απόσπαση λύσεων σε ρήξη με την κυρίαρχη πολιτική και την ανάδειξη της αναγκαιότητας ανατροπής της πολιτικής των μονοπωλίων και της εξουσίας που την εφαρμόζει. Τέτιοι αγώνες θα ωριμάζουν την πολιτική συνείδηση της εργατικής τάξης και των συμμάχων της όχι μόνο ως προς την πολιτική διέξοδο, αλλά και ως προς το δρόμο της σύγκρουσης, ο οποίος ήδη επιβάλλεται από την κυρίαρχη τάξη, από τον ιμπεριαλισμό. Αυτός θα είναι και ο δρόμος κατάκτησης της λαϊκής εξουσίας, αλλά θα συνειδητοποιείται μέσα σε τέτιους αγώνες. Το Μέτωπο επίσης, μόνο μέσα από τέτιους αγώνες μπορεί να χτίζεται, για να ανοίξει το δρόμο σε αυτήν την προοπτική.

Καθοριστικός παράγοντας σε αυτή την υπόθεση είναι το ΚΚΕ. Επομένως, η δράση των κομμουνιστών θα γίνεται πιο αποτελεσματική όσο πιο καλά επιτυγχάνεται στην πράξη η διαδικασία της σύνδεσης των λύσεων στα άμεσα προβλήματα με την προοπτική της άλλης πολιτικής, της λαϊκής εξουσίας, όσο πιο ολοκληρωμένα αυτή η δράση συνδέεται με τη μαζικοποίηση των συνδικάτων και του ταξικού τους προσανατολισμού, τη συμμετοχή των λαϊκών στρωμάτων στους αγώνες. Συνδέεται επίσης με την ιδεολογικοπολιτική δράση των κομμουνιστών μέσα στο εργατικό και γενικότερα στο λαϊκό κίνημα, σε σχέση με την ανάπτυξη κοινωνικοπολιτικών αγώνων, στην προοπτική του Μετώπου και της λαϊκής εξουσίας. Διαδικασία που επίσης θα ενισχύει πολιτικά το ΚΚΕ, αφού θα αλλάζει τις λαϊκές συνειδήσεις, αποσπώντας τα λαϊκά στρώματα από την κυρίαρχη πολιτική. Αντικειμενικά σε αυτό το δρόμο θα βαδίσουμε. Εχουμε την πείρα και τη δύναμη να το κάνουμε.



[1] Εφημερίδα «Ριζοσπάστης», 11. 4. 2000

[2] Εφημερίδα «Ριζοσπάστης», 1. 6. 2000

[3] Εφημερίδα «Ριζοσπάστης», 1. 6. 2000

[4] Αρθρο της Αλέκας Παπαρήγα, «Ριζοσπάστης», 16. 5. 2000.

[5] Εφημερίδα «Ριζοσπάστης, 1. 6. 2000.