ΤΑ ΜΙΚΡΟΑΣΤΙΚΑ ΣΤΡΩΜΑΤΑ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ ΚΑΙ ΤΟ ΑΑΔΜ

Στο παρόν άρθρο δε θα ασχοληθούμε με το σύνολο των μικροαστικών στρωμάτων. Δε θα αναφερθούμε στο μικροαστικό στρώμα της αγροτιάς ούτε στα «νέα» μικροαστικά στρώματα της πόλης που αποτελούν τμήμα της μισθωτής εργασίας χωρίς να εντάσσονται στην εργατική τάξη (π.χ. διευθυντές, τμήμα Δημοσίων υπαλλήλων κλπ.). Θα επιχειρήσουμε να προσεγγίσουμε αυτά που συνήθως ονομάζουμε, όχι ίσως επιστημονικά δόκιμα, «παλιά» μικροαστικά (ή μεσαία) στρώματα της πόλης (μ.σ). Τα στρώματα λοιπόν αυτά είναι το κοινωνικό προϊόν της ιστορικής διαδρομής που ακολούθησε η καπιταλιστική ανάπτυξη στην Ελλάδα. Είναι ένας κοινωνικός χώρος με έντονη κινητικότητα των μελών του που μπορούν με σχετική ευκολία να μεταπηδούν στην εργατική τάξη ή να επιστρέφουν πάλι πίσω. Είναι ένα αναπτυσσόμενο, μέχρι σήμερα, κοινωνικό στρώμα που βάζει τη σφραγίδα του, στον ένα ή τον άλλο βαθμό, στις κοινωνικές και πολιτικές εξελίξεις στη χώρα. Χωρίς καμία διάθεση υποτίμησης ή υπερτίμησης του ρόλου τους είναι σημαντικός παράγοντας στην οικοδόμηση του Αντιιμπεριαλιστικού Αντιμονοπωλιακού Δημοκρατικού Μετώπου (ΑΑΔΜ) και αν προβάλουμε τη σημερινή κοινωνική διαστρωμάτωση στο μέλλον, επιδρούν στην επαναστατική προοπτική στην Ελλάδα. Με άλλα λόγια η εργατική τάξη της χώρας είναι υποχρεωμένη να συμβιώσει με εκτεταμένα μσ, πιθανόν μέχρι και το σοσιαλισμό, γεγονός που απαιτεί προσεκτική ανάλυση της ιδεολογικής και πολιτικής συμπεριφοράς τους, εγχείρημα, καθόλου εύκολο, αναγκαίο όμως στην κατεύθυνση της καλύτερης επεξεργασίας του ΑΑΔΜ.

Η μελέτη των μσ στην Ελλάδα αντιμετωπίζει ένα σημαντικό πρόβλημα. Την απουσία μέχρι σήμερα επαρκών ειδικών μαρξιστικών αναλύσεων. Σε αυτό το σημείωμα γίνεται μια προσπάθεια τα κοινωνικά και ιδεολογικά τους χαρακτηριστικά να εξαχθούν από τη θέση τους στον καπιταλιστικό καταμερισμό εργασίας. Δηλαδή ήταν απαραίτητο, μεθοδολογικά, να προηγηθεί μια ανάλυση του οικονομικού τους κύτταρου, της μικρής επιχείρησης (μΕ), για να ορισθούν με μεγαλύτερη ακρίβεια τα κοινωνικά όρια, η ιδεολογία, η συνείδηση και η προοπτική τους. Από την άποψη αυτή το παρόν σημείωμα αποτελεί συνέχεια προηγούμενου με τίτλο: «Οι μικρές επιχειρήσεις στην ελληνική οικονομία»[1].

Θεωρούμε ότι ανήκουν στα «παλιά» μικροαστικά στρώματα της πόλης (μσ), το τμήμα του οικονομικά ενεργού πληθυσμού που είναι ιδιοκτήτες μΕ[2] μαζί με τα αντίστοιχα συμβοηθούντα μέλη των οικογενειών τους και ικανοποιούν τα παρακάτω κριτήρια.

α) Δεν μπορούν, κατά κανόνα, από τη θέση τους στην οικονομία να πραγματοποιήσουν διευρυμένη αναπαραγωγή κεφαλαίου.

β) Εχουν κύρια πηγή εισοδήματος την εργασία τους στη μΕ. Η όποια υπεραξία καρπώνονται από την εκμετάλλευση μισθωτής εργασίας δεν τους αρκεί για να επιβιώσουν χωρίς οι ίδιοι να εργάζονται άμεσα στην παραγωγή.

γ) Δεν έχουν κύρια απασχόληση στον αγροτικό τομέα.

Χρειάζεται εδώ να γίνει μια διευκρίνιση για τους «μισοπρολετάριους της πόλης και του χωριού» που αναφέρονται στις αναλύσεις για την ταξική διάρθρωση. Αυτή η κατηγορία μισοκατεστραμμένων αγροτών και μικροαστών ή μισοάνεργων εργατών είναι μεταβατική με την έννοια ότι αργά η γρήγορα θα ενταχθούν στα μσ ή την εργατική τάξη. Στατιστικά είναι δύσκολο να προσδιοριστεί, γι’ αυτό οι υπάρχουσες προσεγγίσεις είναι πολύ σχετικές ως προς την ακρίβειά τους.

Το μέγεθος των μσ πρέπει να υπολογισθεί με βάση τον ορισμό που δώσαμε παραπάνω. Τα στοιχεία όμως που διαθέτουμε είναι ελλιπή και ακόμα πιο ελλιπή είναι τα μεθοδολογικά εργαλεία. Πάντως από το συνδυασμό της ανάλυσης του ΚΜΕ[3], των στοιχείων που παραθέτουμε στο προηγούμενο άρθρο και των στοιχείων της ΕΣΥΕ για την απασχόληση του 1997, εξάγουμε τα παρακάτω συμπεράσματα.

- Στα χρόνια ‘81-‘97 τα μσ της πόλης αυξάνονται απόλυτα και σχετικά σαν τμήμα του οικονομικά ενεργού πληθυσμού.

- Εχουν γίνει δεύτερη κοινωνική δύναμη, μετά την εργατική τάξη, από άποψη όγκου υποσκελίζοντας τη μικρομεσαία αγροτιά.

- Κύριος τροφοδότης των μσ είναι τα αγροτικά στρώματα που καταστρέφονται.

- Τα μσ φαίνονται να εξαντλούν τα περιθώρια τους για παραπέρα αύξηση αφού τα αγροτικά στρώματα έχουν ήδη συρρικνωθεί σημαντικά. Γι’ αυτό αναμένεται μια σχετική σταθεροποίηση του αριθμού τους τα επόμενα χρόνια.

- Τα μικροαστικά στρώματα παρμένα συνολικά (της πόλης και του χωριού) εξακολουθούν να εκτείνονται στο 1/3 του Οικονομικά Ενεργού Πληθυσμού γεγονός που αποτελεί κριτήριο (όχι το μοναδικό ούτε το βασικό) για το βαθμό ανάπτυξης του καπιταλισμού στον ελλαδικό χώρο. Η συνολική τους μείωση και η αύξηση της εργατικής τάξης δείχνει τη μελλοντική τάση.

Το να θεωρήσουμε βέβαια ότι κάθε μικροαστός έχει πρόγονο έναν αγρότη είναι μια παιδαριώδης απλούστευση. Στην πράξη, σε έναν κοινωνικό χώρο όπου συνυπάρχουν κατεστραμμένοι αγρότες και μικροαστοί και άνεργοι εργάτες, κάποιοι από αυτούς καταφέρνουν να ανοίξουν μια μΕ και να γίνουν μικροαστοί και κάποιοι άλλοι καταφέρνουν να βρουν ένα μεροκάματο και να ενταχθούν στην εργατική τάξη. Οι παραπάνω εκτιμήσεις δίνουν τη συνιστάμενη ενός πλήθους κοινωνικών διαδικασιών, πολλές φορές αντίρροπων και αντιφατικών, που όμως έχει αξία να μελετήσουμε. Από όσα στοιχεία διαθέτουμε και από την ανάλυση της θέσης και της προοπτικής των μΕ, εκτιμάμε ότι τα μσ θα εξακολουθούν να καταστρέφονται και να αναπαράγονται με ρυθμούς που θα εξαρτώνται από την πορεία ανάπτυξης των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής. Τα μσ δέχονται «πιέσεις» από δυο πλευρές, από τους κατεστραμμένους αγρότες και τους άνεργους εργάτες που υποχρεώνονται να ενταχθούν στις γραμμές τους, («μοιράζοντας» έτσι μια συγκεκριμένη αγορά και επομένως μειώνοντας το εισόδημα που προσπορίζεται ο καθένας), και από τη συγκέντρωση κεφαλαίων και παραγωγής που περιορίζει το μερίδιο τους στην καπιταλιστική αγορά. Γιατί τα μονοπώλια μπορούν να ανεχτούν την ύπαρξη της μΕ, και ίσως να τα βολεύει κιόλας, αλλά δεν υπάρχει περίπτωση να δεχτούν μείωση του μεριδίου τους στην αγορά. Αυτό είναι έξω από τη φύση τους και την πορεία της ιστορικής εξέλιξης. Αυτές οι πιέσεις έχουν σαν αποτέλεσμα την αναπαραγωγή των μσ συνήθως σε χαμηλότερο οικονομικό επίπεδο. Πάντα, βέβαια, υπάρχει ένα κρίσιμο οικονομικό μέγεθος κάτω από το οποίο είναι αδύνατη η ίδρυση μιας τυπικής μΕ. Με άλλα λόγια η δυνατότητα αναπαραγωγής των μσ εξαρτάται από τα περιθώρια (ή αλλιώς τις οικονομικές εφεδρείες) που διαθέτει ο κατεστραμμένος αγρότης και ο άνεργος εργάτης να ανοίξει μια, λιγότερο ή περισσότερο βιώσιμη, μΕ. Σήμερα, πάντως, αυτά τα περιθώρια στην Ελλάδα δε φαίνεται να έχουν ακόμα εξαντληθεί.

 

ΙΔΕΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ

Η ιδεολογία των μσ καθορίζεται από δύο βασικούς παράγοντες: Τη θέση τους στο συγκεκριμένο καταμερισμό εργασίας και την προοπτική τους στο συγκεκριμένο κοινωνικοοικονομικό σχηματισμό. Θα τους εξετάσουμε έναν-έναν.

Ο μικροαστός είναι ιδιοκτήτης μέσων παραγωγής και αυτή του η ιδιότητα τον δένει με τον καπιταλισμό και την ιδεολογία της αστικής τάξης. Αγνοώντας τους νόμους ανάπτυξης του κεφαλαίου θεωρεί ότι η τύχη του είναι δεμένη με το ξεδίπλωμα των προσωπικών του ικανοτήτων και της σκληρής εργασίας. Την περιορισμένη του δυνατότητα για συσσώρευση κεφαλαίου τη βλέπει σαν τυχαία αδυναμία αξιοποίησης των δυνατοτήτων του. Τη χαμηλή παραγωγικότητα της μικροεπιχείρησής του την αντιμετωπίζει σαν «τεμπελιά» και προσπαθεί να λύσει το πρόβλημα εντατικοποιώντας την εργασία του και καταλήγει, φυσικά, να εργάζεται όλο και περισσότερο για ένα όλο και μικρότερο εισόδημα. Θαυμάζει τα παραδείγματα μικροεπιχειρηματιών που έγιναν «μεγάλοι» αγνοώντας ότι, στατιστικά, η πιθανότητα να συμβεί αυτό είναι ανάλογη του αριθμού των μεγάλων επιχειρήσεων προς τον αριθμό των μΕ, δηλαδή μηδαμινή. Τους άλλους μικροαστούς τους αντιμετωπίζει σαν ανταγωνιστές παραγνωρίζοντας τα κοινά προβλήματα που τον δένουν με αυτούς και τη ρίζα αυτών των προβλημάτων. Τον ανταγωνισμό με τα μονοπώλια τον βαφτίζει «αθέμιτο» και ψάχνει διαρκώς για κανόνες που θα τον κάνουν «θεμιτό», ξεχνώντας ότι στον καπιταλισμό επικρατεί «ο νόμος της ζούγκλας» και «το δίκαιο του ισχυρότερου». Θεωρεί το κράτος ουδέτερο και τα μέτρα που εφαρμόζονται εις βάρος του σαν «ιδιοτροπία» μιας κυβέρνησης που μπορεί να διορθώσει μια επόμενη, ξεκόβοντας τις λειτουργίες του κράτους από την ταξική τους ουσία. Αναζητεί συνεχώς πολιτικές προστατευτικές για τη μικροεπιχείρησή του γιατί δεν μπορεί να κατανοήσει τις ξεπερασμένες ιστορικά σχέσεις παραγωγής που αυτή εκπροσωπεί. Για την περιορισμένη δυνατότητά του να συγκρατήσει την υπεραξία που παράγεται στην επιχείρησή του, αν απασχολεί μισθωτή εργασία, θεωρεί υπεύθυνους τους εργαζόμενους που «ζητάνε πολλά» και συναινεί σε κάθε αντεργατικό μέτρο. Για κάθε διαταραχή της οικονομικής του δραστηριότητας θεωρεί υπεύθυνους τους εκάστοτε «ταραξίες», γι’ αυτό είναι πρόσφορος δέκτης των αντιλήψεων του «κοινωνικού αυτοματισμού».

Η μΕ στον καπιταλισμό οδηγείται στην υποβάθμιση και το μαρασμό, και τα μσ συμπιέζονται οικονομικά. Το γεγονός αυτό δημιουργεί ριζοσπαστικές αντιλήψεις όσο περνάει ο καιρός σε όλο και μεγαλύτερες μάζες μικροαστών άσχετα με το βαθμό που κατανοούν τις αιτίες που γεννούν αυτή την κατάσταση, τη θέση τους και την προοπτική τους. Αυτό όμως δεν τους φέρνει οπωσδήποτε πιο κοντά στην ιδεολογία και το κίνημα της εργατικής τάξης. Θεωρούν την κατάσταση αντιστρέψιμη και σε ατομικό και σε κοινωνικό επίπεδο, και είναι έτοιμοι για κάθε συμβιβασμό που θα τους επιτρέψει «να πάρουν μια ανάσα» έστω και προσωρινά. Αναζητούν «προστασία» της μΕ από κάθε λογής πραγματικούς και φανταστικούς εχθρούς, στα πλαίσια της χώρας, του επαγγέλματος, ακόμα και του τμήματος της αγοράς που απευθύνονται με συνέπεια τη συντεχνιακή αντιμετώπιση των προβλημάτων τους. Ο μικροαστός δεν είναι εύκολο να ξεκόψει οριστικά και με συνέπεια από την αστική ιδεολογία ακόμα και αν καταστραφεί οικονομικά. Ταλαντεύεται ανάμεσα στην παθητικότητα και την απογοήτευση και τον πιο ακραίο τυχοδιωκτισμό. Η αδύναμη θέση του απέναντι στα μονοπώλια γεννά στη συνείδησή του δέος απέναντι στην παντοδυναμία τους. Η στρεβλή αντίληψή του για το συσχετισμό των δυνάμεων στην ταξική πάλη γεννά ανυπομονησία για λύσεις «εδώ και τώρα». Την επικείμενη καταστροφή του τη γενικεύει στο σύνολο της κοινωνίας και ζητά απεγνωσμένα «σωτήρες» και «ριζικές» λύσεις. Αυτό μπορεί να τον οδηγήσει στις πιο συντηρητικές κατευθύνσεις ακόμα και στο φασισμό.

Παράλληλα με τους βασικούς παράγοντες στη διαμόρφωση της ιδεολογίας των μσ, παίζουν ρόλο μια σειρά δευτερεύοντες παράγοντες απαραίτητοι, παρόλα αυτά, για να σκιαγραφήσουμε τη συνολική ιδεολογική φυσιογνωμία τους. Τέτιοι είναι η κοινωνική συνάφεια, η κοινωνική ανταλλαγή, η καταγωγή και η θέση τους στη διαδικασία παραγωγής.

Στη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα των αστικών κέντρων δεν υπάρχουν διαχωριστικές γραμμές ανάμεσα στην καθημερινή ζωή της εργατικής τάξης και μεγάλου τμήματος των μσ. Ζουν στις ίδιες πόλεις, στην ίδια συνοικία, στην ίδια πολυκατοικία, οι φίλοι, οι γνωστοί, οι συγγενείς ανήκουν σε διάφορες κοινωνικές κατηγορίες, πολλές οικογένειες είναι μικτές και δε θα μπορούσε να γίνει διαφορετικά σε μια καθημερινότητα που φέρνει σε συνεχή επαφή ιδεολογίες, πολιτισμούς, πολιτικές αντιλήψεις και απόψεις. Το φαινόμενο αυτό επιτείνεται από ένα, πάνω-κάτω, παρόμοιο οικονομικό και κατά συνέπεια βιοτικό επίπεδο. Αυτό καθόλου δε σημαίνει ότι τα αστικά κέντρα κατοικούνται από έναν κοινωνικό «χυλό» χωρίς ιδεολογική ταυτότητα και κοσμοθεωρία ή ότι οι ιδεολογίες δεν είναι πια διακριτές και τη θέση τους κατέλαβε μια κοινή ιδεολογία. Η ιδεολογία δεν καθορίζεται τόσο από το που και με ποιους ζει κάποιος, αλλά κυρίως από το πώς βγάζει το «ψωμί» του και το πόσα «βγάζει». Με άλλα λόγια αυτή η συνάφεια εργατικής τάξης και μσ εισάγει στοιχεία της προλεταριακής ιδεολογίας στους μικροαστούς, πολύ περισσότερο σήμερα που η εικόνα του μικροαστού «νοικοκύρη», «αυτοδημιούργητου» και «λεφτά» έχει στραπατσαριστεί άσχημα από την επέλαση των μονοπωλίων.

Η διαδικασία δημιουργίας και καταστροφής των μΕ έχει χαρακτηριστικά κυκλικής κίνησης με χρονική διάρκεια που διαρκώς συρρικνώνεται. Αυτή η οικονομική κίνηση δημιουργεί μια παράγωγη κοινωνική κίνηση ανάμεσα στα μσ και την εργατική τάξη. Ο μικροαστός που καταστρέφεται πιθανόν να μη διαθέτει τα απαραίτητα κεφαλαία να ανοίξει μια νέα μΕ και έτσι είναι υποχρεωμένος να πουλήσει το τελευταίο εμπόρευμα που έμεινε στα χέρια του, την εργατική του δύναμη. Με τον ίδιο τρόπο ο απολυμένος εργάτης αν δε βρει δουλειά, πιθανόν να μετατρέψει την αποζημίωσή του και ό,τι άλλα χρηματικά ποσά μπορεί να εξασφαλίσει σε κεφάλαιο ανοίγοντας μια μΕ. Αυτή η ανταλλαγή θέσεων στον καταμερισμό εργασίας είναι τόσο συχνή που μπορεί να αποκτήσει χαρακτηριστικά κοινωνικού φαινομένου με ανάλογη αντανάκλαση στο επίπεδο της ιδεολογίας. Ο εργάτης που γίνεται μικροαστός την πρώτη μέρα που θα «βάλει το κεφάλι του» κάτω από τη δική του επαγγελματική στέγη αυτόματα μπαίνει σε μια διαδικασία αλλαγών της ατομικής του συνείδησης. Αυτή η διαδικασία όμως είναι μακρόχρονη και σε καμία περίπτωση ο πρώην εργάτης δεν μπορεί να ξεχάσει την προηγούμενη ταξική του θέση, πολύ περισσότερο που υπάρχει περίπτωση να επιστρέψει αργά ή γρήγορα σε αυτήν. Να λοιπόν μια ακόμα δίοδος στοιχείων προλεταριακής ιδεολογίας στη συνείδηση των μσ.

Με αρκετή βεβαιότητα μπορούμε να πούμε ότι ένα τμήμα των μσ, πέρασε για μικρότερο ή μεγαλύτερο διάστημα της ζωής του από τις γραμμές της εργατικής τάξης. Οι μικροαστοί δεύτερης και τρίτης γενιάς είναι σχετικά πιο σπάνιοι, κυρίως γιατί τα μσ γνώρισαν εκρηκτική ανάπτυξη στο σχετικά πρόσφατο παρελθόν και δεν πρόλαβαν ακόμα να κάνουν τον κύκλο τους οι γενιές. Αυτοί, λοιπόν, οι μικροαστοί που προέρχονται από την εργατική τάξη και πολύ περισσότερο αυτοί που προέρχονται από το εργατικό κίνημα κουβαλούν στη νέα τους ταξική θέση μέρος των ιδεολογικών χαρακτηριστικών που απόκτησαν από προηγούμενα για αρκετό χρόνο που, βέβαια, εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τη συμμετοχή τους στο συνδικαλιστικό κίνημα των μικροαστών. Σε αυτό το τμήμα των μσ διαπιστώνεται ένα καλύτερο επίπεδο συνείδησης. Σε αυτή την κατηγορία εντάσσεται και τμήμα της εργατικής τάξης ή των αγροτικών στρωμάτων, που λόγω συνδικαλιστικών και πολιτικών διώξεων υποχρεώθηκαν να βρουν καταφύγιο στα μσ. Οι μικροαστοί που προέρχονται από τα αγροτικά στρώματα έχουν τις ίδιες ιδεολογικές καταβολές και απλά αναπαράγουν στη νέα τους θέση την ίδια ιδεολογία.

Διαφορές στη συνείδηση υπάρχουν και ανάμεσα σε τμήματα των μσ. Οι διαφορές εντοπίζονται κυρίως στη σχέση τους με την παραγωγή. Η άμεση συμμετοχή των βιοτεχνών στην υλική παραγωγή τους βοηθάει, σε έναν βαθμό, να κατανοήσουν καλύτερα πλευρές της καπιταλιστικής πραγματικότητας και να δημιουργούνται σε αυτούς καλύτερες συνθήκες για την επίδραση της προλεταριακής ιδεολογίας από άλλα τμήματα των μσ. Οι διαφορές αυτές είναι αντίστοιχες με αυτές που παρατηρούνται, τηρουμένων των αναλογιών, ανάμεσα στο βιομηχανικό προλεταριάτο και την υπόλοιπη εργατική τάξη. Οι διαφορές στη συνείδηση φαίνονται και στο συνδικαλιστικό κίνημα των μικροαστών όπου το πιο αγωνιστικό του τμήμα με την πιο σαφή αντιμονοπωλιακή κατεύθυνση είναι γενικά οι βιοτέχνες.

Από όσα αναφέραμε παραπάνω γίνεται φανερό ότι στο δεύτερο μέρος αυτού του κεφαλαίου διερευνήσαμε δυνατότητες και τρόπους επίδρασης της προλεταριακής ιδεολογίας στα μσ. Τους αντίστοιχους παράγοντες[4] τους θεωρήσαμε δευτερεύοντες, και αυτό δεν είναι τυχαίο, γιατί δεν πηγάζουν απευθείας από τη θέση των μσ στον καταμερισμό εργασίας. Πρέπει εδώ να διευκρινίσουμε ότι δεν μπορούν αυτοί οι παράγοντες να αποκτήσουν πρωταρχικό ρόλο. Η προλεταριακή ιδεολογία δεν μπορεί σε καμία ιστορική φάση και κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες να γίνει η κυρίαρχη ιδεολογία των μσ. Η ταξική του θέση εμποδίζει το μικροαστό να κατανοήσει την προοπτική του. Η μικρή του ιδιοκτησία δημιουργεί αυταπάτες και συγχύσεις για την ιστορική εξέλιξη. Γι’ αυτό ο Μαρξ τόνιζε ότι οι «μεσαίες τάξεις… γίνονται επαναστατικές εν όψει του επικείμενου περάσματός τους στο προλεταριάτο»[5].

 

ΤΟ ΣΥΝΔΙΚΑΛΙΣΤΙΚΟ ΚΙΝΗΜΑ

Στο συνδικαλιστικό κίνημα των μσ υπάρχουν τρεις τριτοβάθμιες οργανώσεις.

Η Γενική Συνομοσπονδία Επαγγελματιών Βιοτεχνών και Εμπόρων Ελλάδας (ΓΣΕΒΕΕ) η αρχαιότερη (ιδρύθηκε το 1918) και μαζικότερη συνδικαλιστική οργάνωση με 43.000 ψηφίσαντες στις προηγούμενες αρχαιρεσίες. Εδώ συγκεντρώνεται ο κύριος όγκος των συνδικαλισμένων με αξιόλογη συνδικαλιστική δράση.

Η Εθνική Συνομοσπονδία Ελληνικού Εμπορίου (ΕΣΕΕ) που συγκεντρώνει τον κύριο όγκο των συνδικαλισμένων μικρεμπόρων με 11.000 περίπου ψηφίσαντες. Στην ηγεσία της κυριαρχεί το μεγάλο εμπορικό κεφάλαιο (πρόεδρός της είναι ο ιδιοκτήτης της αλυσίδας Goody’s) με διασπαστικές θέσεις μακριά από τα προβλήματα των εκατοντάδων χιλιάδων μικρεμπόρων.

Η Γενική Συνομοσπονδία Αυτοκινητιστών Ελλάδος (ΓΕΣΑΕ) που συγκεντρώνει την πλειοψηφία των συνδικαλισμένων αυτοκινητιστών με 11.000 περίπου ψηφίσαντες. Η οργάνωση αυτή έχει ανύπαρκτη συνδικαλιστική δράση (με εξαίρεση τους ιδιοκτήτες ταξί) και συντεχνιακές θέσεις.

Τα τελευταία χρόνια διαμορφώνονται στο συνδικαλιστικό κίνημα δύο βασικοί πόλοι:

Ο ένας προσπαθεί να εκφράσει τα συμφέροντα κυρίως μεσαίων επιχειρήσεων στην Ελλάδα, με συμμετοχή στα ευρωπαϊκά προγράμματα, θετική στάση απέναντι στην ΟΝΕ και επιφυλακτική ως υπονομευτική στάση απέναντι στους αγώνες. Και εκεί όπου υποχρεώνεται να πάρει θέση απέναντι στα προβλήματα οι λύσεις που προτείνει είτε έχουν αμυντικό χαρακτήρα είτε εξυπηρετούν αντικειμενικά τις μεσαίες επιχειρήσεις. Ο πόλος αυτός συγκροτείται κύρια στη ΓΣΕΒΕΕ από τις συνδικαλιστικές παρατάξεις του ΠΑΣΟΚ, της ΝΔ και του ΣΥΝ, που από το προηγούμενο συνέδριο κατέχουν την πλειοψηφία στη διοίκηση. Στο πρόσφατο συνέδριο (2000) έγινε αλλαγή φρουράς στην ηγεσία (ο προηγούμενος πρόεδρος ήταν στέλεχος της ΝΔ και ο σημερινός του ΠΑΣΟΚ) χωρίς αλλαγή στη μορφή της συμμαχίας και στην πολιτική της κατεύθυνση.

Ο άλλος είναι ο αγωνιστικός αντιμονοπωλιακός πόλος και προσπαθεί να εκφράσει τα συμφέροντα των μΕ. Στο κέντρο της προσοχής του βρίσκεται η αγωνιστική λύση των προβλημάτων και έχει αντιμονοπωλιακό προσανατολισμό. Οι δυνάμεις αυτές συγκεντρώνονται κυρίως στη ΔΗΚΕΒΕ. Η παράταξη αφού ταλαιπωρήθηκε από μια μακρόχρονη κρίση πέρασε στη φάση της ανασυγκρότησης, πριν από δύο χρόνια, με βάθεμα του αντιμονοπωλιακού της χαρακτήρα, καλύτερη επεξεργασία των θέσεών της και οργανωτική ανασύσταση των δυνάμεων της. Το επόμενο διάστημα είναι αναγκαίο να μπει σε τροχιά ανοίγματος των δυνάμεών της σε μεγαλύτερο τμήμα των μσ. Τα ποσοστά που συγκεντρώνει ανά συνομοσπονδία είναι 22,1% στη ΓΣΕΒΕΕ, 6,5% στην ΕΣΕΕ και 11,8% στη ΓΕΣΑΕ.

Πρακτικά στο συνδικαλιστικό κίνημα των μσ αντιπαλεύουν δύο γραμμές. Αυτή της καλλιέργειας των αυταπατών για βελτίωση της θέσης των ΜΜΕ στο σημερινό σύστημα, που καταλήγει αναπόφευκτα είτε στην υπεράσπιση των θέσεων των μεσαίων επιχειρήσεων, αφού μόνο εκεί υπάρχουν κάποιες διέξοδοι σύμφωνα με την πολιτική ΕΕ και κυβέρνησης, είτε στην αποστράτευση μεγάλου τμήματος των μσ. Η άλλη γραμμή είναι αυτή της υπεράσπισης της θέσης εργασίας και του εισοδήματος των μσ που αναπόφευκτα οδηγεί στην αγωνιστική διεκδίκηση λύσεων και στη συστράτευση με την εργατική τάξη και τη μικρομεσαία αγροτιά.

Πρέπει να σημειώσουμε ότι η πλειοψηφία που ηγεμονεύει σήμερα στο συνδικαλιστικό κίνημα τείνει να πάρει χαρακτηριστικά συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας με οικονομικούς πόρους που προέρχονται από τα προγράμματα κατάρτισης. Ο συνδικαλιστικός πόρος, που πρόσφατα θεσμοθετήθηκε, θα ενισχύσει παραπέρα αυτήν την τάση με συνέπεια αυτή η πλειοψηφία να μπορεί να αυτοτροφοδοτείται οικονομικά, να γίνεται πιο επικίνδυνη για τα συμφέροντα των μσ και να γίνεται πιο δύσκολη η εκδίωξη της από την ηγεσία του συνδικαλιστικό κίνημα.

Σημαντικό πρόβλημα παραμένει η μικρή συμμετοχή πλατιών τμημάτων των μικρεμπόρων στις διαδικασίες του συνδικαλιστικού κινήματος, κύρια στα μεγάλα αστικά κέντρα, που σε συνδυασμό με το χαμηλό επίπεδο συνείδησης επιτρέπουν στο μεγάλο εμπορικό κεφάλαιο να κυριαρχεί στην ΕΣΕΕ.

Η ένταξη των μσ στη συνδικαλιστική δράση παρουσιάζει σημαντικά προβλήματα που κύρια οφείλονται σε δύο παράγοντες. Στη θέση των μικροαστών στον καπιταλιστικό καταμερισμό εργασίας και στη διασπορά τους στις μικροεπιχειρήσεις τους. Η επιδείνωση της κοινωνικής και οικονομικής τους θέσης και η συνακόλουθη επιμήκυνση του χρόνου εργασίας τους επιτείνει τα προβλήματα αυτά. Τα χρόνια μετά τη χούντα μέχρι και τις αρχές της δεκαετίας του ‘90 η καλύτερη σχετικά οικονομική θέση των μσ επέτρεψε την άνθιση του συνδικαλιστικού κινήματος. Την ίδια περίοδο είχαμε τον καλύτερο συσχετισμό δύναμης υπέρ των ριζοσπαστικών αγωνιστικών δυνάμεων. Το γεγονός αυτό σε ένα βαθμό οφείλεται και στην «υποχρεωτική», λόγω των πολιτικών διώξεων που προηγήθηκαν, ένταξη πολλών δημοκρατών και κομμουνιστών στα μσ. Το τελευταίο αυτό φαινόμενο τείνει να εκλείψει σήμερα με την αλλαγή των γενιών.

Σημαντικό επίσης είναι το πρόβλημα της ανύπαρκτης ουσιαστικά κοινής δράσης ανάμεσα στο συνδικαλιστικό κίνημα εργατικής τάξης και μσ.

 

ΕΝΩΝΕΙ Ο ΚΟΙΝΟΣ ΑΝΤΙΠΑΛΟΣ

Δε θα αναλύσουμε εδώ την αναγκαιότητα της συμμαχίας της εργατικής τάξης με τα μσ που τη θεωρούμε δεδομένη. Απλά θα σημειώσουμε ότι αυτή αποκτά ακόμα μεγαλύτερη σημασία σε χώρες σαν την Ελλάδα με εκτεταμένα μσ. Για να μπορέσουμε να διερευνήσουμε την ουσία της συμμαχίας της εργατικής τάξης με τα μσ, πρέπει να οριοθετήσουμε με σαφήνεια δύο παράγοντες με ιδιαίτερη σημασία. Τις διαφορές τους και τα σημεία επαφής. Το ότι δηλαδή πρόκειται για δύο διαφορετικές κοινωνικές κατηγορίες, με διαφορετικά ταξικά συμφέροντα και προοπτική, αλλιώς δεν θα συζητούσαμε για συμμαχία. Σε κάποια φάση της κοινωνικής εξέλιξης οι δρόμοι τους συναντούνται και αυτό τις υποχρεώνει να βαδίσουν μαζί. Αυτοί οι παράγοντες, σε τελευταία ανάλυση, καθορίζουν το εύρος αλλά και τα όρια αυτής της συμμαχίας.

Η κύρια διαφορά εργατικής τάξης και μσ είναι η διαφορετική θέση τους στην κοινωνική παραγωγή και από εκεί πηγάζουν, ο ιστορικός ρόλος του καθενός, οι ιδεολογικές αντιλήψεις κλπ. Η εργατική τάξη είναι προϊόν της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων, της κοινωνικοποίησης της παραγωγής και γι’ αυτόν τον λόγο η θέση της στη κοινωνία δυναμώνει με την εξέλιξη. Τα μσ είναι φορείς του κατακερματισμού των παραγωγικών δυνάμεων σε μια εποχή συγκέντρωσης της παραγωγής, γι’ αυτό «ζητούν να στρέψουν προς τα πίσω τον τροχό της ιστορίας». Η εργατική τάξη έρχεται σε καθημερινή επαφή με την εξέλιξη των μέσων παραγωγής που φέρνει η πρόοδος της επιστήμης και της τεχνολογίας. Ο μικροαστός για να γνωρίσει τα σύγχρονα μέσα παραγωγής πρέπει να γίνει ιδιοκτήτης τους και αυτό δεν είναι καθόλου εύκολο. Η εργατική τάξη για να βελτιώσει το εισόδημα της είναι υποχρεωμένη, κατά κύριο λόγο, να αναπτύξει τη συλλογικότητα στη δράση και αυτό μπορεί να το διευκολύνει ή να το δυσκολεύει η συγκέντρωσή της σε μεγάλες παραγωγικές μονάδες ή η διασπορά της σε μικρότερες, έχει όμως αντικειμενικό χαρακτήρα. Τα μσ εγκλωβισμένα, έτσι κι αλλιώς, στη μικροϊδιοκτησία τους προσπαθούν ατομικά να περισώσουν το εισόδημά τους σε μια αγορά που χειροτερεύει καθημερινά τη θέση τους. Και τέλος πάντων η εργατική τάξη δεν έχει να χάσει τίποτα από την ανάπτυξη της ταξικής πάλης, ενώ οι μικροαστοί πάντα θα σκέφτονται τους κόπους μιας ζωής που πιθανόν να είναι τοποθετημένοι στην μικροεπιχείρησή τους. Και δεν είναι εύκολο να καταλάβουν ότι η μικρή τους περιουσία βρίσκεται σε διαρκή κίνδυνο σε συνθήκες κυριαρχίας των μονοπωλίων.

Το βασικό σημείο επαφής εργατικής τάξης και μσ είναι ο κοινός τους αντίπαλος, τα μονοπώλια. Μέσω της σχέσης μισθωτής εργασίας η εργατική τάξη γίνεται αντικείμενο εκμετάλλευσης με την απομύζηση της υπεραξίας από το κεφάλαιο. Τα μσ καταπιέζονται από τα μονοπώλια με έμμεσο και συγκαλυμμένο τρόπο, μέσω του ανταγωνισμού που συμπιέζει το εισόδημα των μικροεπιχειρηματιών, μάλιστα ενός τμήματος κάτω από ένα μέσο εργατικό μισθό ή τους καταστρέφει, και μέσω της εξάρτησής τους από προμήθειες πρώτων υλών σε μονοπωλιακές τιμές ή δανεισμού με υπέρογκα επιτόκια.

Μια σειρά ακόμα δευτερεύοντα σημεία επαφής θα αναφέρουμε παρακάτω που όμως και αυτά πηγάζουν από τα παραπάνω. Η κοινή χρήση των υπηρεσιών ποιότητας ζωής, υγείας, παιδείας, πολιτισμού κλπ. Η φορολογία σαν μηχανισμός αναδιανομής του εισοδήματος προς όφελος της αστικής τάξης. Το κατά μέσο όρο παρόμοιο οικονομικό επίπεδο και γενικά η αγωνία για διαβίωση που να αντιστοιχεί στο επίπεδο της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων και να καλύπτει τις ανθρώπινες ανάγκες που απορρέουν από αυτό.

Οι διαφορές και τα κοινά σημεία εργατικής τάξης και μσ βρίσκονται σε διαλεκτική ενότητα και δεν μπορεί κάποιος αυθαίρετα να τα διαχωρίσει και να υπερτονίσει τη μια ή την άλλη όψη, χωρίς να πέσει σε αντιφάσεις και να διαπράξει αναπόφευκτα θεωρητικά και πολιτικά σφάλματα. Αξίζει να δούμε πώς θέτει το ζήτημα το «Κομμουνιστικό Μανιφέστο»: «Απ’ όλες τις τάξεις που σήμερα βρίσκονται αντιμέτωπες με την αστική τάξη, μόνο το προλεταριάτο είναι τάξη αληθινά επαναστατική. Οι υπόλοιπες τάξεις χάνονται κι εξαφανίζονται από τη μεγάλη βιομηχανία, ενώ το προλεταριάτο είναι το πιο χαρακτηριστικό προϊόν της.

Οι μεσαίες τάξεις, ο μικρός βιομήχανος, ο μικρέμπορας, ο βιοτέχνης, ο αγρότης, όλοι αυτοί πολεμούν την αστική τάξη για να διατηρήσουν την ύπαρξή τους σαν μεσαίες τάξεις και να σωθούν απ’ τον αφανισμό. Δεν είναι λοιπόν επαναστατικές, γιατί ζητούν να στρέψουν προς τα πίσω τον τροχό της ιστορίας. Αν είναι επαναστατικές, είναι σχετικά με το επικείμενο πέρασμά τους στο προλεταριάτο, και τότε δεν υπερασπίζουν τα σημερινά, αλλά τα μελλοντικά τους συμφέροντα, εγκαταλείπουν τη δική τους άποψη για να πάνε με την άποψη του προλεταριάτου»[6].

Λαθεμένη λοιπόν είναι η άποψη που περιορίζεται στην αντιδραστική πλευρά των μσ, γιατί παραγνωρίζει τα σημεία επαφής και πολλαπλασιάζει τεχνητά τους αντίπαλους της εργατικής τάξης. Το ίδιο λαθεμένη είναι η άποψη ότι μικροαστοί και εργάτες είναι όλοι «εργαζόμενοι» και ότι αυτό είναι το χαρακτηριστικό που τους ενώνει. Τίποτα όμως δεν εμποδίζει έναν εργοστασιάρχη να εργάζεται, μόνο που το εισόδημα του δεν προέρχεται από την ατομική του εργασία, αλλά από την εκμετάλλευση ξένης εργατικής δύναμης και αυτό είναι που τον χαρακτηρίζει κοινωνικά. Προσοχή ακόμα χρειάζονται εκφράσεις όπως «λαϊκά στρώματα» που, παρόλο που δεν είναι λαθεμένες, μπορούν να δημιουργήσουν σύγχυση όταν υπονοούν ότι κριτήριο για την κατάταξη σε αυτά είναι το ύψος του εισοδήματος και μόνο, γιατί διαφορετικός είναι ο τρόπος που η εργατική τάξη και τα μσ προσπορίζονται το εισόδημά τους και αυτή είναι μια ουσιώδης διαφορά.

Από τα παραπάνω γίνεται φανερό ότι η συμμαχία της εργατικής τάξης με τα μσ στον καπιταλισμό είναι και εφικτή και αναγκαία. Αυτή η συμμαχία δυναμώνει την πάλη ενάντια στην αστική τάξη και τα μονοπώλια, συγκεντρώνει τις δυνάμεις που αντιστέκονται στην κάθε λογής αντιλαϊκή πολιτική, ανοίγει το δρόμο για νέες κατακτήσεις, διευκολύνει και ενισχύει, σε τελευταία ανάλυση, την προοπτική της επαναστατικής αλλαγής και του σοσιαλισμού στην Ελλάδα. Η συμμαχία πρέπει να έχει τα παρακάτω χαρακτηριστικά:

- Να σέβεται και να αναγνωρίζει τη διαφορετικότητα των κοινωνικών στρωμάτων που τη συγκροτούν. Να αμβλύνει τα σημεία τριβής, χωρίς τέτιες συμβιβαστικές λύσεις που οδηγούν στον ευνουχισμό των στόχων και των μορφών πάλης.

- Να ενισχύει τα σημεία επαφής εντάσσοντάς τα σε μια κοινή αντιμονοπωλιακή προοπτική προς κοινό όφελος των συμμάχων.

- Να ενισχύει τον αποφασιστικό ρόλο της εργατικής τάξης μέσα στο μπλοκ των σύμμαχων κοινωνικών δυνάμεων.

- Να συγκεντρώνει τις πιο συνεπείς αντιμονοπωλιακές και αντιιμπεριαλιστικές δυνάμεις από τα πιο διαφορετικά εκμεταλλευόμενα στρώματα.

- Να διερευνά συνεχώς μορφές πάλης και στόχους που να διευκολύνουν και να ενισχύουν την αντιμονοπωλιακή, αντιιμπεριαλιστική πάλη.

- Να μην περιορίζεται στα στενά πλαίσια που καθορίζονται από το σημερινό συσχετισμό των δυνάμεων, αλλά ν’ ανοίγει την προοπτική για την ανατροπή του.

Πέρα από τη γενική ανάλυση των κοινωνικών συμμαχιών, καθ’ όλα αναγκαία βέβαια, είναι απαραίτητο σήμερα να βελτιωθεί η δράση προς την κατεύθυνση οικοδόμησης του ΑΑΔΜ. Μια τέτοια προσπάθεια θα κάνουμε παρακάτω, κοιτώντας το ΑΑΔΜ από την πλευρά πάντα των μσ, με τη διερεύνηση πλαισίου κοινών στόχων και μορφών κοινής δράσης. Δεν έχουμε καμία πρόθεση να προκαθορίσουμε εδώ την πορεία του ΑΑΔΜ, θέλουμε απλά να ανιχνεύσουμε δρόμους ανάπτυξής του με βάση το σημερινό επίπεδο του λαϊκού κινήματος. Η ίδια η ζωή στην πολυμορφία της, αναδείχνει τον ένα ή τον άλλο δρόμο, παραμερίζει τα περιττά και τα δευτερεύοντα, δυναμώνει το κάθε φορά κυρίαρχο, σε μια ασταμάτητη πορεία προς τα μπρος.

Μπορούμε σχηματικά να κατατάξουμε τους κοινούς στόχους σε δύο βασικές ομάδες:

Στόχοι πάλης κατά των αναδιαρθρώσεων και της πολιτικής της ΕΕ: Τέτιοι μπορούν να είναι, η υπεράσπιση κλάδων και τομέων της οικονομίας με ισχυρή παρουσία μΕ, ενάντια στη μονοπώληση άλλων που σπρώχνει στην ανεργία εργαζόμενους και μικροαστούς, η αντίθεση στις ιδιωτικοποιήσεις των δημόσιων επιχειρήσεων που πλήττουν και τα μσ (π.χ. με την αλλαγή της τιμολογιακής πολιτικής τους).

Το εισόδημα των μσ εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το εισόδημα της εργατικής τάξης (χωρίς να ισχύει απαραίτητα και το αντίστροφο). Τα αντιλαϊκά οικονομικά μέτρα πλήττουν εναλλάξ ή ταυτόχρονα και τους δύο, η πολιτική της ΟΝΕ αφορά και τους δύο, κοινή μπορεί να είναι και η αντίδραση. Το ίδιο και η διεκδίκηση καλύτερου εισοδήματος.

Τα μεγάλα προβλήματα της υγείας, της παιδείας, του πολιτισμού, του αθλητισμού, του περιβάλλοντος, είναι κοινά. Οι αντιδραστικές αλλαγές θίγουν και τα μσ. Η πάλη για την απόκρουσή τους και ταυτόχρονα η προβολή και διεκδίκηση αιτημάτων που να ανταποκρίνονται στις σύγχρονες ανάγκες μπορεί να συσπειρώσει εργατική τάξη, μσ, αγροτιά, κοινωνικά κινήματα.

 

Στόχοι πάλης ενάντια στην ιμπεριαλιστική τάξη πραγμάτων: Οπως η αντίθεση στις ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις, την εξάρτηση από το ΝΑΤΟ, τους εξοπλισμούς, τη «Νέα Τάξη», τη συμμετοχή σε ιμπεριαλιστικούς οργανισμούς κλπ.

Στις Θέσεις της ΚΕ για το 16ο Συνέδριο αναφέρεται για τους μικρομεσαίους επιχειρηματίες: «Προβάλλει επιτακτικά η ανάγκη να παλέψουν μαζί με το λαό, ώστε στα πλαίσια του προγραμματισμού της λαϊκής οικονομίας να διαμορφωθούν οι κοινωνικοπολιτικές προϋποθέσεις και για τη δική τους συγκέντρωση της παραγωγής με συνεταιρισμούς στην παραγωγή, στην προμήθεια πρώτων υλών, στη διάθεση των εμπορευμάτων, σε συνεργασία με τον αντίστοιχο δημόσιο τομέα.

Ο αγώνας τους σήμερα, ενταγμένος στους γενικότερους στόχους για τη συγκρότηση του ΑΑΔΜ, συνδέεται με διεκδίκηση αντιμονοπωλιακών μέτρων, όπως ενιαίο ωράριο, που διασφαλίζει ανθρώπινες συνθήκες και για τους επιχειρηματίες και για τους εργαζόμενους. Συνεταιρισμούς στην παραγωγή, προμήθεια πρώτων υλών και τη διάθεση ως μοναδική γραμμή άμυνας. Για χρηματοδότηση των μικρών επιχειρήσεων με χαμηλό επιδοτούμενο επιτόκιο και εγγύηση του δημοσίου, εκεί που δραστηριοποιείται μεγάλος αριθμός μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων με ιδιαίτερα προβλήματα όπως το ξύλο, το δέρμα, το μέταλλο».

Η σχέση του συνδικαλιστικού κινήματος της εργατικής τάξης και των μσ, τουλάχιστον τα τελευταία χρόνια, περιορίζεται κυρίως στο επίπεδο της συμπαράστασης στους αγώνες που αναπτύσσονται και εκεί με σοβαρές αδυναμίες και ελλείψεις. Δε λείπουν τα φαινόμενα αδιαφορίας ακόμα και «κοινωνικού αυτοματισμού» που, παρότι εκφράζουν την επιδίωξη της αστικής τάξης για απομόνωση και αποδυνάμωση των αγώνων, έχουν αντικειμενική βάση στις διαφορές εργατικής τάξης και μσ. Υπάρχουν ακόμα και φαινόμενα αντιπαράθεσης, που οφείλονται σε αντιθέσεις, οι οποίες όμως δεν αφορούν ή περιορισμένα αφορούν τη μεγάλη μάζα των μσ, (π.χ. συλλογικές συμβάσεις εργασίας, όταν οι περισσότεροι είναι αυτοαπασχολούμενοι ή απασχολούν ελάχιστους μισθωτούς) και μπορούν να βάζουν εμπόδια στη δράση κατά του κοινού αντίπαλου. Η προσπάθεια για συγκρότηση μετώπων πάλης ανά θέμα (π.χ. μέτωπο παιδείας, υγείας) δεν έχει γίνει κατορθωτό μέχρι σήμερα να περάσει μέσα από το συνδικαλιστικό κίνημα στον απαραίτητο βαθμό. Αυτό αποτελεί μια σημαντική αδυναμία αφού τα λαϊκά προβλήματα αποτελούν κρίκους ανάπτυξης κοινών αγώνων. Για να περάσουμε από την απλή συμπαράσταση στην ταξική αλληλεγγύη και πολύ περισσότερο στην κοινή δράση είναι απαραίτητη η συγκρότηση τριών επιπέδων συνεννόησης, επαφής και πάλης.

- Η μόνιμη συνεννόηση και επαφή του ταξικού πόλου της εργατικής τάξης με το αγωνιστικό αντιμονοπωλιακό ρεύμα των μσ. Εδώ το ζητούμενο είναι η ανίχνευση κοινών δρόμων, η διατύπωση κοινών αιτημάτων, η καθοδήγηση κοινών πρωτοβουλιών και η απόκρουση διασπαστικών τακτικών στο μαζικό κίνημα.

- Η προσέγγιση των οργάνων του συνδικαλιστικού κινήματος της εργατικής τάξης και των μσ, σε όποιο επίπεδο και βαθμό είναι αυτό δυνατό σήμερα, και ο πολλαπλασιασμός των προσπαθειών για διεύρυνσή της στο μέλλον. Να αξιοποιηθούν οι μέχρι σήμερα πρωτοβουλίες και εκδηλώσεις προς αυτή την κατεύθυνση και να αποτελέσουν το φυτώριο για την ανάπτυξη νέων.

- Η ίδρυση νέων μετωπικών οργάνων κοινής πάλης εργατικής τάξης και μσ. Είναι φανερό ότι η σημερινή διάρθρωση και οι συμβιβασμένες ηγεσίες του συνδικαλιστικού κινήματος δεν επαρκούν, αν δεν μπαίνουν εμπόδιο, για την ανάπτυξη της κοινής πάλης, γι’ αυτό είναι αναγκαίο το ξεπέρασμά τους στον κατάλληλο χρόνο.

Τα παραπάνω επίπεδα είναι προϋπόθεση το ένα του άλλου και τα πενιχρά αποτελέσματα που έχουμε στο πρώτο βάζουν εμπόδια στην πραγματοποίηση των υπόλοιπων. Σε οποιοδήποτε επίπεδο πάντως δεν πρέπει να εμποδίζεται ή να συγκαλύπτονται οι επιμέρους ταξικές αντιθέσεις στο όνομα της αντιμετώπισης του κοινού ταξικού εχθρού. Αντίθετα πρέπει αυτές να εκδηλώνονται, να συζητιούνται και να λύνονται, όσο αυτό είναι δυνατό, με τρόπο τέτιο που να ενισχύει την ενοποίηση των απόψεων, όπου αυτό είναι δυνατό και να ευνοεί τη συγκέντρωση των δυνάμεων προς τον κοινό στόχο. Οι μέχρι σήμερα προσπάθειες παρά τον θετικό προσανατολισμό έχουν περισσότερο τον χαρακτήρα συρραφής συνδικαλιστικών θέσεων και δυνάμεων. Η οικοδόμηση του ΑΑΔΜ απαιτεί ένταση της ιδεολογικής πολιτικής και συνδικαλιστικής δουλειάς που ακόμα βρίσκεται στο ξεκίνημα της. Και, προφανώς, μια βασική προϋπόθεση του είναι η αποφασιστική ανάπτυξη του συνδικαλιστικού κινήματος της εργατικής τάξης και των μσ και η ισχυροποίηση μέσα σε αυτό του ταξικού πόλου και του αγωνιστικού αντιμονοπωλιακού ρεύματος αντίστοιχα.

Με βάση τη σημερινή κατάσταση των μσ και την πρόβλεψη που μπορούμε να κάνουμε για το μέλλον τους, βγαίνει το συμπέρασμα ότι είναι εφικτή και αναγκαία σήμερα η συσπείρωση της πλειοψηφίας των μσ, στο πλάι της εργατικής τάξης, σε μια συμμαχία που θα ανοίγει των δρόμο για την αλλαγή της πορείας της Ελλάδας. Αυτό κυρίως για δύο λόγους. Πρώτο, γιατί τα βασικά συμφέροντα των μσ στον καπιταλισμό είναι κοινά με τα συμφέροντα της εργατικής τάξης. Δεύτερο, γιατί το μέλλον των μσ κάτω από την κυριαρχία των μονοπωλίων είναι δυσοίωνο με βέβαιη την πορεία προς την υποβάθμιση του οικονομικού και κοινωνικού τους επιπέδου.

 

ΤΑ ΜΙΚΡΟΑΣΤΙΚΑ ΣΤΡΩΜΑΤΑ ΚΑΙ Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ.

Ενα από τα βασικά προβλήματα που έχει να λύσει η σοσιαλιστική επανάσταση είναι το ζήτημα της ατομικής ιδιοκτησίας (και της μικρής) στα μέσα παραγωγής. Δεν μπορεί να το λύσει με τη μια, αλλά είναι υποχρεωμένη να το λύσει οριστικά αν θέλει να απελευθερώσει τις παραγωγικές δυνάμεις από τον ζυγό των σχέσεων παραγωγής. Η διέξοδος που θα δώσει θα είναι ένας συνδυασμός πολιτικών, οικονομικών και κοινωνικών μέτρων προς την κατεύθυνση της κοινωνικοποίησης των μέσων παραγωγής. Δεν είναι δυνατόν να υπολογίσουμε σήμερα τους παράγοντες που θα επιδράσουν σε αυτή την ιστορική στιγμή, μπορούμε όμως να σκιαγραφήσουμε την κατεύθυνση τους. Η κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής θα ξεκινήσει από τα πάνω προς τα κάτω και από τους βασικούς κρίκους της οικονομίας προς τους δευτερεύοντες. Η κοινωνικοποίηση τομέων της οικονομίας που κυριαρχεί η μικρή παραγωγή δε θα είναι στις άμεσες προτεραιότητες του σοσιαλιστικού κράτους με τη μορφή της κρατικοποίησης. Η συγκέντρωση της παραγωγής σε αυτούς τους τομείς θα περάσει από τη μεταβατική μορφή του συνεταιρισμού.

Από τα παραπάνω γίνεται φανερό ότι τα μσ θα επιζούν μέσα στο σοσιαλισμό για αρκετό χρονικό διάστημα που, πάντως, θα εξαρτάται από την πορεία και τους ρυθμούς της σοσιαλιστικής οικοδόμησης. Το ερώτημα είναι πώς θα προσελκύσει η εργατική τάξη τα μσ προς τη σοσιαλιστική επανάσταση, αφού το μόνο που μπορεί να τους υποσχεθεί είναι η σταδιακή απάλειψη τους στο μέλλον από τον κοινωνικό χάρτη. Θα τους το κρύψει ή μήπως θα συμβιβαστεί με την ύπαρξη εκτεταμένης μικρής παραγωγής σε συνθήκες σοσιαλισμού. Ούτε το ένα, ούτε το άλλο. Ούτε είναι δυνατόν να αποσιωπηθεί ένας από τους βασικότερους στόχους της σοσιαλιστικής επανάστασης, η κοινωνική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής, ούτε είναι δυνατόν να περικοπεί στο όνομα της συμμαχίας. Γιατί τότε αυτή η συμμαχία θα στηρίζεται είτε στην απάτη, είτε σε ένα συμβιβασμό χωρίς αρχές, δηλαδή θα είναι θνησιγενής. Βάση της συμμαχίας μπορεί να είναι μόνο η κοινή πάλη για την απαλλαγή από την εκμετάλλευση των μονοπωλίων και ταυτόχρονα το ξεδίπλωμα των ικανοτήτων των μικροαστών σε συλλογική πια βάση και όχι σε ατομική, όπως γίνεται στον καπιταλισμό, μέσω των συνεταιρισμών των μΕ.

Η σοσιαλιστική επανάσταση όμως δεν μπορεί να επιτρέψει στα μσ να γίνουν φυτώριο της αστικής τάξης που ανατράπηκε. Η απαλλαγή από την εκμετάλλευση των μονοπωλίων και η αξιοποίηση πιο προηγμένων μέσων παραγωγής από τους συνεταιρισμούς θα δώσει στα μσ ένα καλύτερο κοινωνικό και οικονομικό επίπεδο από πριν και αυτό είναι ένα ισχυρό κίνητρο για την προσέλκυση τους ή έστω την ανοχή τους προς το σοσιαλισμό. Οι συνεταιρισμοί όμως είναι μεν συλλογική μορφή που μπορεί να ενταχθεί στο σοσιαλιστικό σχεδιασμό, αλλά κατώτερη βαθμίδα κοινωνικοποίησης από την κρατική ιδιοκτησία. Γι’ αυτό αν και μπορούν να χρησιμοποιηθούν προς όφελος της σοσιαλιστικής οικοδόμησης, οι συνεταιρισμοί μΕ έχουν μια ορισμένη διάρκεια ζωής και θα υποκύψουν κάποια στιγμή κάτω από το βάρος της επιταχυνόμενης ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων. Δηλαδή θα μετατραπούν σιγά-σιγά σε κοινωνικοποιημένες σοσιαλιστικές επιχειρήσεις ή θα μαραζώσουν. Σταδιακά τα κοινωνικά και οικονομικά οφέλη από την ανάπτυξη των σοσιαλιστικών σχέσεων παραγωγής θα είναι τόσο ισχυρά ώστε αυτό θα είναι κίνητρο για την ένταξή των μσ στις γραμμές της εργατικής τάξης. Αυτή η διαδικασία παίρνει το χαρακτήρα ταξικής πάλης μέσα στο σοσιαλισμό, με άλλες μορφές πια, γεγονός που δεν πρέπει να διαφύγει της προσοχής της σοσιαλιστικής εξουσίας.

Από τα παραπάνω αλλά και από τις ιδεολογικές καταβολές των μσ που αναλύσαμε πιο πάνω βγαίνει το συμπέρασμα ότι ο μικροαστός δεν είναι εύκολο να συμβιβαστεί με την ιδέα της απώλειας της ατομικής του ιδιοκτησίας ή έστω του περιορισμού της. Γι’ αυτό δεν είναι εφικτή στον καπιταλισμό η προσέλκυση της πλειοψηφίας των μσ στις ιδέες της σοσιαλιστικής επανάστασης. Αυτό που είναι εφικτό και αναγκαίο είναι η συγκρότηση μιας πρωτοπορίας επαναστατών μικροαστών (και όχι μικροαστών επαναστατών) τέτιων «που εγκαταλείπουν τη δική τους άποψη και αποδέχονται την άποψη του προλεταριάτου». Αυτή η πρωτοπορία έχει καθήκον να τραβήξει στην αντιμονοπωλιακή αντιιμπεριαλιστική πάλη τα μ.σ., με τις ιδέες του σοσιαλισμού ένα σημαντικό μέρος τους και να «ουδετεροποιήσει» τους υπόλοιπους, ώστε να μην αντιταχθούν στην επαναστατική προοπτική. Γιατί είναι σίγουρο ότι η αστική τάξη από τα στρώματα αυτά θα επιχειρήσει να στρατολογήσει, κατά κύριο λόγο, τον αντεπαναστατικό της στρατό και είναι πολλοί οι μικροαστοί για να τους αφήσουμε στα χέρια της.

 

ΑΝΤΙ ΕΠΙΛΟΓΟΥ

Η μικρή παραγωγή επέδειξε μια αξιοθαύμαστη ιστορική αντοχή, προϋπήρχε του καπιταλισμού και φαίνεται ότι είναι ικανή να συνεχίσει να υπάρχει και μετά από αυτόν. Η επιβίωσή της και, μάλιστα σε τέτια έκταση όπως στη σημερινή Ελλάδα, είναι μια πρόκληση για τους οικονομικούς αναλυτές και πολύ περισσότερο για τους μαρξιστές. Η συνακόλουθη ύπαρξη εκτεταμένων μσ στην ελληνική κοινωνία είναι ένα φαινόμενο που δεν έχει μόνο ποσοτικά χαρακτηριστικά. Τα μσ είναι οι «άνθρωποι της διπλανής πόρτας» για την εργατική τάξη και είναι δεμένα με αυτήν με χίλια δύο νήματα. Αυτή η συνύφανση εισάγει ταυτόχρονα μια σειρά διαφορετικά ποιοτικά χαρακτηριστικά στη συμμαχία εργατικής τάξης-μσ, σε σχέση με την κλασική εργατοαγροτική συμμαχία. Ενα τέτιο, για παράδειγμα, είναι η συμβίωση των συμμάχων στα αστικά κέντρα, που δεν υπάρχει στη δεύτερη περίπτωση ή ακόμα η εναλλαγή κοινωνικής ένταξης των μελών τους στη διάρκεια μιας ανθρώπινης ζωής, που επίσης δεν υπάρχει στη δεύτερη περίπτωση, με την έννοια της αμφίδρομης διαδικασίας. Τέτιου είδους φαινόμενα έχουν μεγάλη σημασία για το ΑΑΔΜ και δεν είναι δυνατόν να υποτιμηθούν από τους κομμουνιστές και γενικότερα από το επαναστατικό κίνημα.

Στο σημείωμα αυτό - όπως και στο προηγούμενο για τις μικρές επιχειρήσεις- υπάρχουν σημαντικές αδυναμίες τόσο στα στοιχεία όσο και στην επεξεργασία τους. Αδυναμίες υπάρχουν ακόμα στην ιστορική ανάλυση, τη θεωρητική ανάλυση και τα μεθοδολογικά εργαλεία. Κάποιες πλευρές της σημερινής κατάστασης των μσ απλά θίγονται, χωρίς να αναλύονται με επάρκεια, κάποιες άλλες χρειάζονται παραπέρα εμβάθυνση και άλλες δεν αναφέρονται καν. Γι’ αυτό δεν υπάρχει εδώ η φιλοδοξία για υποκατάσταση μιας ολοκληρωμένης επιστημονικής μελέτης για τα μσ, εκφράζεται όμως η ευχή να γίνει ο πρόλογός της.



Ο Βασίλης Μαμάης είναι υπεύθυνος του Τμήματος ΕΒΕ της ΚΕ του ΚΚΕ.

[1] ΚΟΜΕΠ, τ. 4/2000.

[2] Θεωρούμε σαν μΕ και το ιδιωτικό ιατρείο, το δικηγορικό γραφείο, το τεχνικό γραφείο, το ταξί, το μικρό φορτηγό κλπ.

[3] ΚΜΕ, «Οι αλλαγές στην οικονομία και στην ταξική διάρθρωση της ελληνικής κοινωνίας (1980-1994)», «Σύγχρονη Εποχή», 1996.

[4] Οι πρώτοι τρεις από αυτούς τους παράγοντες έχουν αμφίδρομη δράση. Δηλαδή με τον ίδιο τρόπο που μπορούν να εισάγουν στοιχεία προλεταριακής ιδεολογίας στα μσ μπορούν επίσης να εισάγουν αστικές αντιλήψεις στην εργατική τάξη με συνέπειες στη συνείδηση πλατιών εργατικών μαζών. Στα μεγάλα αστικά κέντρα όπου είναι συγκεντρωμένη η μεγάλη μάζα των μσ αυτή η διαδικασία πρέπει να είναι πιο έντονη. Είναι ένα θέμα που χρειάζεται παραπέρα διερεύνηση.

[5] Κ. Μαρξ: «Κριτική του προγράμματος της Γκότα», Σύγχρονη Εποχή, 1994, σελ. 24.

[6] Κ. Μαρξ - Φρ. Ενγκελς: «Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα 1994, σελ. 38.