ΖΗΤΗΜΑΤΑ ΓΙΑ ΤΟ ΕΘΝΟΣ-ΚΡΑΤΟΣ ΣΤΟ ΣΥΓΧΡΟΝΟ ΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΤΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ

Τα τελευταία χρόνια αναπτύσσεται μια ιδιαίτερα πλούσια φιλολογία που ο απόηχός της φτάνει στο ευρύ κοινό μέσα από τον Τύπο, σχετικά με τις έννοιες του έθνους, του εθνικισμού, του έθνους-κράτους και των προοπτικών του μέσα στο «παγκοσμιοποιημένο» παρόν και μέλλον. Δεν παρουσιάζει μικρό ενδιαφέρον, η ενασχόληση με τις έννοιες αυτές αμιγώς αστών φιλοσόφων και πολιτικών, τόσο από πλευράς ανάλυσης της πραγματικότητας, όσο και από την πλευρά της εξαγωγής συμπερασμάτων για την πολιτική πράξη. Ωστόσο, μια ιδιαίτερη σημασία αποκτά η συζήτηση αυτή στο βαθμό που διεξάγεται στους κύκλους των μαρξιστών και μαρξιζόντων φιλοσόφων, αλλά και στους κόλπους των κομμουνιστικών και εργατικών κομμάτων - αφού, σε αυτή την περίπτωση, καθορίζει και στρατηγικές του εργατικού και κομμουνιστικού κινήματος.

 

ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΟ ΕΘΝΟΣ

Μια πρόχειρη ματιά στη συζήτηση που έχει διεξαχθεί τα τελευταία χρόνια, μέσα από την επισκόπηση κυρίως της δημοσιευμένης στον τύπο αρθρογραφίας, αποκαλύπτει κατ’ αρχήν τούτο: Μέσα σε ένα ευρύτατο πλαίσιο ζητημάτων που έχουν ως κεντρικό άξονα το «έθνος» και τις ιστορικές του περιπέτειες είτε ως όρου, είτε ως κατηγορίας εγγράφεται μια πληθώρα προβληματισμών, που δεν είναι πάντα σχετικοί μεταξύ τους - ούτε καν με το κεντρικό υποτίθεται ζήτημα - και που αμέθοδα και επιδερμικά το προσεγγίζουν. Θα μπορούσε ωστόσο κανείς να αποδελτιώσει, ανάμεσα σε άλλες, τις ακόλουθες αντιλήψεις που έχουν και μια ορισμένη επίδραση σε ευρείες λαϊκές μάζες:

α) Το έθνος είναι κατηγορία διαχρονική, στηριγμένη σε κριτήρια φυλετικά-βιολογικά, από τα οποία απορρέουν και οι πολιτισμικές ιδιαιτερότητες ή εκείνες που ανάγονται σε επίπεδο νοοτροπίας και συμπεριφοράς. Η άποψη αυτή γίνεται επικίνδυνη τόσο σε περιπτώσεις των λαϊκών στρωμάτων αναπτυγμένων καπιταλιστικών χωρών, που έχουν όμως χαμηλή πολιτική συνείδηση (π.χ. Γαλλία, τα τελευταία τουλάχιστον χρόνια), όσο και στην περίπτωση χωρών που βρίσκονται σε ενδιάμεση -ή χαμηλή θέση- στο σύστημα του ιμπεριαλισμού, οι λαοί τους έχουν αναπτύξει αντιιμπεριαλιστικά συναισθήματα, αλλά καθώς αισθάνονται «στριμωγμένοι» από τη διεθνή κατάσταση, κρατούν μια «αμυντική», εσωστρεφή στάση.

Βεβαίως, οι αντιδράσεις των μαζών που ανήκουν στις παραπάνω κατηγορίες, δεν είναι οι ίδιες απέναντι στα μείζονα πολιτικά ζητήματα. Στην πρώτη περίπτωση, ο εθνικισμός αυτού του τύπου εκδηλώνεται με ρατσιστική μισαλλοδοξία και ξενοφοβία. Στη δεύτερη, λειτουργεί ως «μαξιλάρι» που μπορεί να απορροφήσει τους αντιιμπεριαλιστικούς κραδασμούς και να εκτρέψει ένα μαζικό αντιιμπεριαλιστικό κίνημα σε εθνικιστικούς δρόμους, όπου ελλοχεύουν στοιχεία της πιο αντιδραστικής ιδεολογίας.

Στην ίδια αντίληψη, λιγότερο ή περισσότερο συνειδητά αναπτυγμένη στις μάζες που την ακολουθούν, εδράζονται ιδεολογικά διάφορα «μειονοτικά» κινήματα που επικαλλούνται ιστορικές δάφνες των «προγόνων» για να εγείρουν, όχι πάντα ιστορικά νόμιμες, εδαφικές και άλλες διεκδικήσεις[1].

β) Η δεύτερη θεωρία σχετίζεται με το έθνος-κράτος και τις τύχες του. Το έθνος-κράτος είναι ιστορική κατηγορία που αναπτύχθηκε κατά τη διαδικασία αποσύνθεσης του φεουδαρχικού συστήματος και το πέρασμα στον καπιταλισμό. Αυτή η θέση είναι ορθή. Ωστόσο, πολλοί από τους σημερινούς υποστηρικτές της - και μέσα στους κόλπους των κομμουνιστικών κομμάτων - ισχυρίζονται ότι στα πλαίσια της «παγκοσμιοποίησης» οδεύουμε προς το τέλος του ιστορικού αυτού μορφώματος, το οποίο εξετέλεσε την ιστορική του αποστολή. Αυτή η τελευταία αντίληψη, ενδεχομένως και η πλέον ενδιαφέρουσα, αφού, σε πολλές περιπτώσεις, αποτελεί τη βάση για τη διαμόρφωση στρατηγικής από τα κομμουνιστικά και εργατικά κόμματα απέναντι στην αστική τάξη των χωρών τους, στον ιμπεριαλισμό και στους διεθνείς οικονομικούς και στρατιωτικούς μηχανισμούς του.

Εκλείπει λοιπόν το έθνος-κράτος, έχοντας επιτελέσει την ιστορική του αποστολή; ΄Η, αντίθετα, τονώνεται το εθνικό συναίσθημα μέσα στους λαούς με αποτέλεσμα την πολυδιάσπαση, στη βάση ενός κόσμου που οι κορυφές του φαίνεται να τείνουν να ενοποιήσουν όλο και περισσότερο;

Πριν όμως απαντήσουμε σε αυτό το ερώτημα, θα πρέπει να διευκρινίσουμε τον όρο που καταχρηστικά χρησιμοποιήσαμε προηγουμένως, πριν τον εγκαταλείψουμε οριστικά στο υπόλοιπο κείμενο. Εννοούμε τον όρο «παγκοσμιοποίηση». Ο ίδιος ο όρος δεν ανήκει στη μαρξιστική-λενινιστική κοσμοθεωρία. Πρόκειται για έναν όρο καθαρά αστικό, ο οποίος προσπαθεί να περιγράψει, καλύπτοντας με αταξικό περίβλημα, το ιμπεριαλιστικό σύστημα. Για τούτο και εμείς τον αντικαθιστούμε, από δω και πέρα, με τον όρο «ιμπεριαλισμός».[2]

Επιστρέφουμε λοιπόν στο ερώτημα που θέσαμε. Επιχειρώντας την -αναπόφευκτη συνήθως- ιστορική διαδρομή, θα επιχειρήσουμε να ιχνηλατήσουμε τις ιστορικές, κοινωνικές και οικονομικές -σε τελική ανάλυση- προϋποθέσεις της εμφάνισης του έθνους-κράτους, ώστε να εξετάσουμε κατά πόσο αυτές εξέλιπαν σήμερα. Και βέβαια, οφείλουμε κατ’ αρχήν να ορίσουμε την έννοια του έθνους.

 

Η ΔΙΑΜΟΡΦΩΣΗ ΤΟΥ ΕΘΝΟΥΣ - ΚΡΑΤΟΥΣ

Δε θα ασχοληθούμε με θεωρίες που να ανάγουν την καταγωγή και τη συγκρότηση του έθνους σε βιολογικές παραμέτρους. Θα προχωρήσουμε στο μαρξιστικό ορισμό του έθνους, ο οποίος σε μεγάλο βαθμό είναι αποδεκτός και από τους σοβαρούς, τουλάχιστον, αστούς αναλυτές.

Εθνος είναι μια ανθρώπινη κοινότητα η οποία ζει στον ίδιο γεωγραφικό χώρο, αναπτύσσει ενιαία οικονομική δραστηριότητα, μιλά την ίδια γλώσσα και έχει κοινή συνείδηση, νοοτροπία και συμπεριφορά. Από αυτά τα τέσσερα χαρακτηριστικά γνωρίσματα κανένα δεν επαρκεί από μόνο του για να οδηγήσει στη συγκρότηση - ή τον καθορισμό - του έθνους. Πρέπει να ισχύσουν και τα τέσσερα ταυτόχρονα. Στην ανθρώπινη ιστορία, αυτή η διαδικασία εκτυλίχθηκε για πρώτη φορά στο δυτικοευρωπαϊκό χώρο, κατά τη διάρκεια της μετάβασης από το Μεσαίωνα στους Νέους χρόνους ή αλλιώς, από τη φεουδαρχία στον καπιταλισμό. Η ανάπτυξη των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής προϋπέθετε τη διανομή μεγάλων πληθυσμιακών ομάδων σε ενιαίο γεωγραφικό χώρο. Οι ανάγκες της μεταξύ τους επικοινωνίας, ώστε να υπηρετηθούν οι οικονομικές δραστηριότητες, συνετέλεσαν και στη διαμόρφωση των κατά τόπους γλωσσών - που προήλθαν, ως επί το πλείστον - και αν μιλάμε για το δυτικό ευρωπαϊκό χώρο - από την ενιαία μεσαιωνική λατινική κοινή και από τις γερμανικές γλώσσες.. Οι κοινές ιστορικές περιπέτειες οδήγησαν και στη διαμόρφωση ανάλογων συμπεριφορών - που, οπωσδήποτε, διευκολύνθηκαν στο βαθμό που είχαν αναπτυχθεί παλαιότερα ισχυροί πολιτισμοί, στην εκάστοτε γεωγραφική περιφέρεια.

Οι ανάγκες για τη δημιουργία ενιαίας αγοράς, που είναι απότοκες αυτής της διαδικασίας, οδηγούν στο αίτημα για τη διαμόρφωση ενιαίας κρατικής οντότητας που θα λειτουργεί μέσα σε συγκεκριμένα σύνορα και θα έχει ενιαίο διοικητικό μηχανισμό, τέτιο που να μπορεί να εδραιώνει και να διευκολύνει τις οικονομικές διαδικασίες της βάσης. Ετσι οδηγούμαστε στη διαμόρφωση του έθνους-κράτους, με την υποσημείωση ότι στα πλαίσια των περισσοτέρων συνυπάρχουν μεγαλύτερες ή μικρότερες εθνικές «μειονότητες».

Τα έθνη-κράτη συγκροτήθηκαν μετά από σκληρούς αγώνες, άλλοτε εσωτερικούς-πολιτικούς, άλλοτε εθνικοαπελευθερωτικούς. Δεν είναι τυχαίο, είναι αντίθετα ενδεικτικό για τη σχέση ανάμεσα στην ανάπτυξη καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής και στη διαμόρφωση εθνικής συνείδησης, το παράδειγμα των Ελλήνων επί οθωμανικής κυριαρχίας. Οι Ελληνες, οι έμποροι αυτοί των Βαλκανίων και της αυτοκρατορίας, είναι και οι πρώτοι στη χερσόνησο που αναπτύσσουν ώριμο και συγκροτημένο εθνικοαπελευθερωτικό κίνημα και δημιουργούν δικό τους κράτος.

Θα πρέπει τέλος να προσθέσουμε ότι η διαδικασία της διαμόρφωσης εθνών - κρατών συνεχίστηκε και κατά τη διάρκεια της κατάρρευσης του αποικιακού συστήματος και μέσα στα πλαίσια του ιμπεριαλισμού. Το ρόλο της ηγετικής δύναμης, σε αυτές τις περιπτώσεις, έπαιξαν τα εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα που γνωρίσαμε στον αιώνα μας.

Η εθνική συνείδηση δεν αναπτύχθηκε με τους ίδιους ρυθμούς σε όλα τα έθνη. Κάποτε, μάλιστα, το ίδιο το αστικό κράτος που διαμορφώθηκε ως απόρροια της ανάπτυξης καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής, αναγκάστηκε να τονώσει με την πολιτική του στοιχεία τα οποία αποτελούν βασικό συστατικό γνώρισμα της εθνικής «ιδιότητας». Το ιταλικό κράτος, για παράδειγμα, ανέδειξε ως κεντρικό στοιχείο της εκπαιδευτικής και πολιτιστικής του πολιτικής τη διδασκαλία της διαλέκτου της Τοσκάνης, ως επίσημης Ιταλικής γλώσσας, όχι ακριβώς καταπιέζοντας, αλλά οπωσδήποτε παραμερίζοντας τις τοπικές διαλέκτους που, ωστόσο, μιλιούνται και σήμερα στην Ιταλία με τέτια ένταση ώστε για πολλούς κατοίκους της γειτονικής χώρας τα επίσημα Ιταλικά να βιώνονται ως... δεύτερη γλώσσα. Θα τολμούσα δε να προτείνω, το να δούμε κάτω από το ίδιο πρίσμα την εμμονή φωτισμένων αστικών στοιχείων κατά τις παραμονές της ελληνικής επανάστασης και μετά τη διαμόρφωση του ελληνικού κράτους, στη χρήση της καθαρεύουσας[3].

Η καθαρεύουσα είναι μια «αστική» γλώσσα: όχι με την έννοια της γλώσσας που μιλούν οι αστοί, ως πιο «κομψή» και «καθαρμένη» (εξ άλλου, πολλοί Ελληνες αστοί εκείνης της εποχής μιλούσαν ...Αρβανίτικα), αλλά με την έννοια του ενοποιητικού γλωσσικού οργάνου που θα μπορούσε να εκφράσει το κράτος της αστικής τάξης, ιστορικά υπεύθυνης για τη συγκρότησή του.

Ωστόσο, το γλωσσικό ή τα ζητήματα νοοτροπίας και συμπεριφοράς ανάγονται στο εποικοδόμημα. Και η συζήτηση που διεξάγεται αυτό τον καιρό έχει να κάνει πολύ περισσότερο με ζητήματα της βάσης, της οικονομίας, αλλά και της αντανάκλασής της στην πολιτική.

 

ΤΟ ΕΘΝΟΣ - ΚΡΑΤΟΣ ΣΤΟ ΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΤΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ

Εχουν άραγε αναιρεθεί σήμερα, σε οικονομικό και πολιτικό επίπεδο, με την εξέλιξη του ιμπεριαλιστικού συστήματος οι όροι συγκρότησης του έθνους-κράτους; Οπωσδήποτε, στον ιμπεριαλισμό, η τάση αυξανόμενης διεθνοποίησης και διαπλοκής των κεφαλαίων ευνοεί τη διαμόρφωση διακρατικών θεσμικών οργάνων που διασφαλίζουν τα στρατηγικά και οικονομικά του συμφέροντα του συστήματος. Δημιουργείται έτσι μία τάση μεταφοράς ορισμένων εθνικών και κυριαρχικών δικαιωμάτων σε αυτά, όπου βεβαίως κυριαρχούν οι δυνάμεις που κατέχουν πρωτεύουσα θέση στο σύστημα.

Από μια άλλη πλευρά, αυξάνεται όλο και περισσότερο η επιθετικότητα των ιμπεριαλιστικών συνασπισμών και οι επεμβάσεις εναντίον κυρίαρχων κρατών, (π.χ. Γιουγκοσλαβία) φαινόμενο που χαρακτήριζε ανέκαθεν τον ιμπεριαλισμό.

Σε επίπεδο εποικοδομήματος, ο Αγγλοσαξωνικός πολιτισμός που φορέας του είναι μερικές από τις ισχυρότερες στο σύστημα του ιμπεριαλισμού δυνάμεις, έχει την τάση και την ικανότητα (μεταξύ άλλων και μέσω της βιομηχανίας της τέχνης και του θεάματος) να παρεμβαίνει στις εθνικές και τοπικές κουλτούρες, ισοπεδώνοντας και ενιαιοποιώντας τις ανθρώπινες συμπεριφορές, από τη γη του Πυρός μέχρι τη Φινλανδία και από την Ιαπωνία μέχρι το Λος Αντζελες.

Παρά την αλήθεια που εμπεριέχουν οι προηγούμενες διατυπώσεις, ωστόσο, μια προσεκτικότερη εξέταση του σημερινού κόσμου αποκαλύπτει την πολυπλοκότητα του ιμπεριαλιστικού συστήματος και της συμβολής του στη συγκρότηση ή τη διατήρηση υπαρχουσών εθνικών κρατικών οντοτήτων. Ηδη, θέσαμε το πρώτο ερώτημα: αν ο ιμπεριαλισμός αναιρεί την ύπαρξη εθνικών αστικών τάξεων. Κρατώντας, βεβαίως, τον ορισμό του Λένιν για το τι είναι ο ιμπεριαλισμός, μπορούμε να περιγράψουμε την εικόνα που δίνει το ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού, ως πλέγμα οικονομικών αλληλεξαρτήσεων που έχουν σαν αποτέλεσμα και την πολιτική διείσδυση. Ωστόσο, οι «κόμποι» που διαμορφώνουν αυτό το πλέγμα έχουν, κατ’ αρχήν, συγκεκριμένη εδαφική-εθνική προέλευση και χώρο δράσης μέσα στο συγκεκριμένο κρατικό μόρφωμα. Η αστική τάξη δεν είναι ενιαία παγκόσμια. Υπάρχουν και παραμένουν πάντα οικονομικά και πολιτικά ενεργές οι αστικές τάξεις των διαφόρων χωρών που διατηρούν ως αφετηριακό χώρο δράσης τον εθνικό τους χώρο και από εκεί ορμώμενες, εξακτινίζουν τις δραστηριότητές τους. Εξ άλλου, η αστική τάξη συγκροτείται μέσα στα πλαίσια του έθνους - κράτους, το προϋποθέτει αλλά και το συνεπάγεται.

Οι αστικές τάξεις μπορεί, από τη στιγμή που τα συμφέροντά τους αλληλοδιαπλέκονται, να συγκροτούν διακρατικές ενώσεις και διακρατικούς μηχανισμούς - πολιτικούς ή στρατιωτικούς, όπως είναι για παράδειγμα η ΕΕ και το ΝΑΤΟ. Αυτή «η μαύρη αλληλεγγύη» του κεφαλαίου εδράζεται κυρίως στο βαθμό σύμπτωσης των οικονομικών και πολιτικών συμφερόντων των εθνικών αστικών τάξεων και διαρρυγνύεται ευκολότατα στο βαθμό που συγκρούονται τα συμφέροντα αυτά. Εξ άλλου, στα πλαίσια του ιμπεριαλισμού, τα έθνη-κράτη δε συμμετέχουν από ισότιμες θέσεις στο σύστημα, λόγω και της εγγενούς του συστήματος ανισόμετρης οικονομικής ανάπτυξης, πράγμα που εντείνει τους ενδοκαπιταλιστικούς ανταγωνισμούς. Σε αυτά τα πλαίσια, η ελληνική αστική τάξη ευθυγραμμίζεται με τους ιμπεριαλιστικούς οργανισμούς στους οποίους συμμετέχει από υποδεέστερη-εξαρτημένη θέση, καθώς και απέναντι στην ισχυρότερη σήμερα ιμπεριαλιστική δύναμη, τις ΗΠΑ. Ωστόσο, δε θα διστάσει - στο μέτρο φυσικά των οικονομικών και στρατιωτικών δυνατοτήτων της και του ειδικού της βάρους στην παγκόσμια πολιτική σκηνή - να έρθει σε σύγκρουση με άλλες, «φιλικές» δυνάμεις που διεκδικούν τον ίδιο γεωγραφικό χώρο αγορών και καταξίωσης ως περιφερειακής δύναμης. Χαρακτηριστικές είναι, από αυτή την άποψη, οι σχέσεις της με τους παραδοσιακούς «εξ ανατολών» και «εκ δυσμών» γείτονες, την Ιταλία και την Τουρκία που λυμαίνονται εξ ίσου τις νέες αγορές των Βαλκανίων και την πρωτοκαθεδρία, στα πλαίσια του ΝΑΤΟ, στην περιοχή.[4]

Μία άλλη διάσταση του ζητήματος που προβάλλεται κυρίως από τις δυνάμεις της σοσιαλδημοκρατίας, είναι η ακόλουθη: το έθνος - κράτος έχει πια περιορισμένες δυνατότητες να ασκήσει «εθνική» (με την έννοια της αυτοκαθοριζόμενης) κοινωνική πολιτική, δεδομένου ότι η παγκόσμια οικονομική συγκυρία δεν επιτρέπει (παρά τη βούληση των κυβερνώντων) φιλολαϊκού χαρακτήρα παραχωρήσεις. «Εμείς θέλουμε να διατηρήσουμε το κράτος πρόνοιας, αλλά οι διεθνείς υποχρεώσεις της χώρας, η διεθνής οικονομική κατάσταση, η παγκοσμιοποίηση δε μας το επιτρέπουν», είναι μια μάλλον συνηθισμένη διατύπωση αυτών των κύκλων. Εκείνο που παραγνωρίζουν οι κύκλοι αυτοί - ή, για να είμαστε πιο ακριβείς, δεν παραδέχονται συνειδητά - είναι ότι το ίδιο το σύστημα έχει εξαντλήσει τις προηγούμενες δυνατότητες κοινωνικών ελιγμών της «χρυσής» μεταπολεμικής 30ετίας και ότι δεν υπάρχει - ούτε άλλωστε υπήρχε ποτέ - στο νου αυτών των κύκλων η πρόθεση να συγκρουστούν με αυτό, σε μια κατεύθυνση ανατροπής του. Ετσι η απαξίωση της μεταπολεμικής κλασσικής σοσιαλδημοκρατικής διαχείρισης λόγω της ανάπτυξης των εγγενών αντιφάσεων του συστήματος υποχρέωσε τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα, ως διαχειριστές του καπιταλισμού, να υιοθετήσουν την «νεοφιλελεύθερη» πολιτική, επιβεβαιώνοντας την κλασσική ρήση ότι η πολιτική είναι συμπύκνωση της οικονομίας.

 

ΕΘΝΙΚΙΣΜΟΙ ΚΑΙ ΣΥΓΚΡΟΥΣΕΙΣ

Μια άλλη πλευρά του ζητήματος «μέλλον του έθνους-κράτους στο ιμπεριαλιστικό σύστημα» είναι εκείνη που σχετίζεται με τους αναφυόμενους εθνικισμούς και το αίτημα για αναδιαμόρφωση των συνόρων. Υπάρχουν σήμερα στον κόσμο ιστορικά κατάλοιπα εθνικοαπελευθερωτικών κινημάτων, όπως αυτά των Παλαιστινίων και των Κούρδων, που αναζητούν δικαίωμα ύπαρξης και που απολαμβάνουν τη συμπάθεια της προοδευτικής ανθρωπότητας. Υπάρχουν όμως και κινήματα που αποσκοπούν στη συγκρότηση νέων κρατικών οντοτήτων σε μια διαδικασία διαμόρφωσης νέων αγορών, είτε φυσικών χώρων δράσης νεοαναπτυσσόμενων αστικών τάξεων, είτε πεδίων άσκησης των οικονομικών δραστηριοτήτων των μεγάλων ιμπεριαλιστικών δυνάμεων.

Από αυτή την άποψη, είναι χαρακτηριστικό το παράδειγμα των Βαλκανίων - ίσως και ευρύτερα της -μέχρι πριν μια δεκαετία σοσιαλιστικής- Ανατολικής Ευρώπης. Η αστική τάξη των χωρών κυρίως της Βαλκανικής επιδιώκει με τη βοήθεια του ιμπεριαλισμού, μια ιστορική «ρεβάνς». Επιχειρεί την ανάδειξη «εθνικών» χαρακτηριστικών - ίσως και με μια αιχμή στη θρησκεία - τέτιων που να διευκολύνουν τις «εθνικές» διεκδικήσεις και την ανακατανομή των συνόρων.

Φαινόμενα «ξαναμοιράσματος των χαρτιών» όσον αφορά την αναδιάταξη των συνόρων εμφανίζονται σποραδικά και σε «ομαλότερες» για τα καπιταλιστικά πλαίσια περιπτώσεις. Εχουμε εδώ υπόψη μας τις περιπτώσεις της γαλλόφωνης επαρχίας Κεμπέκ, στον Καναδά, αλλά και πολύ πιο κοντινό - και εύγλωττο, όσον αφορά την οικονομική βάση της προσπάθειας συγκρότησης κράτους - παράδειγμα της Βόρειας Ιταλίας. Οπωσδήποτε, στη δεύτερη περίπτωση, δεν μπορούμε να μιλήσουμε για ύπαρξη ισχυρού αυτονομιστικού κινήματος ευρείας λαϊκής αποδοχής. Ωστόσο, οι οικονομικές ανισότητες ανάμεσα στο βορρά και στο νότο της γειτονικής χώρας ως αποτέλεσμα των άνισων ρυθμών καπιταλιστικής ανάπτυξης, οδήγησαν μια μερίδα της αστικής τάξης που έχει ως γεωγραφική και οικονομική έδρα το βορρά να διεκδικήσει την αποσκίρτηση της περιοχής από το «κράτος της Ρώμης» (η ορολογία δική τους) με απώτερο σκοπό τη δημιουργία ενός νέου κράτους ενταγμένου στην ευρωστότερη οικονομική ζώνη του μάρκου. Ανάλογα κινήματα αναπτύσσονται σε ολόκληρη την Ευρώπη, άλλοτε με μεγαλύτερη και άλλοτε με μικρότερη ένταση. Σε αυτά, μπορούμε να εντάξουμε τη διαμάχη ανάμεσα σε Φλαμανδούς και Βαλλόνους (γαλλόφωνους) στο Βέλγιο, το αποσχιστικό κίνημα της Κορσικής, το αυτονομιστικό των Βάσκων, ακόμα και τις αποσχιστικές τάσεις που αναπτύσσονται στη Μεγάλη Βρεττανία, ιδιαίτερα στην περιοχή της Σκωτίας.

Ομως, τα κράτη που συναπαρτίζουν την Ευρωπαϊκή Ενωση δε βρίσκονται στην ίδια μοίρα με τη Γιουγκοσλαβία ή τα υπόλοιπα Βαλκάνια. Πρόκειται για ισχυρά αστικά κράτη και πολλά από αυτά είναι χώρες πρώτης γραμμής στο σύστημα του ιμπεριαλισμού. Από αυτή την άποψη, η διάσπασή τους ή η απόσπαση εδαφών από αυτά είναι μια υπόθεση πολύ πιο δύσκολη, από ό,τι θα μπορούσε να συμβεί σε χώρες που βρίσκονται σε υποδεέστερη θέση (ή και εκτός συστήματος). Εξ άλλου, αυτές οι δεύτερες υπόκεινται πολύ πιο εύκολα τόσο σε οικονομικούς όσο και σε εξωοικονομικούς (πολιτικούς ή στρατιωτικούς) εξαναγκασμούς.

Για να επανέλθουμε στο κεντρικό μας ζήτημα. Οπωσδήποτε, η εποχή μας, εποχή του ιμπεριαλισμού, δεν είναι η εποχή των αστικών εθνικών επαναστάσεων που είχαν προοδευτικό χαρακτήρα και που κυριάρχησαν στην παγκόσμια σκηνή τον προηγούμενο αιώνα και στις αρχές αυτού που εκπνέει σε λίγο. Ο ίδιος ο ιμπεριαλισμός, σαν ώριμη φάση του καπιταλισμού, παρουσιάζει δυο - εκ πρώτης όψεως - αντικρουόμενες πλευρές. Από τη μια έχει τη διαρκή τάση να συνενώνει τα κεφάλαια και να διαμορφώνει διακρατικούς μηχανισμούς στήριξης της οικονομικής και πολιτικής του κυριαρχίας. Από την άλλη όμως, ο σημερινός κόσμος παρουσιάζει την όψη μιας τράπουλας που διαρκώς ανακατεύεται. Υπάρχοντα κράτη διαλύονται - ιδιαίτερα στον τέως σοσιαλιστικό κόσμο - νέες κρατικές οντότητες δημιουργούνται, εθνικισμοί αναπτύσσονται κατά τρόπο ανεξέλεγκτο. Σε τελευταία βέβαια ανάλυση, οι δυο αυτές όψεις βρίσκονται σε διαλεκτική σχέση και σύνδεση μεταξύ τους. Ο ιμπεριαλισμός δεν μπορεί, το αντίθετο μάλιστα, να εξαλείψει τις αντιθέσεις του συστήματος του οποίου αποτελεί την όψιμη φάση: ούτε, βέβαια, τη βασική αντίθεση ανάμεσα στο κεφάλαιο και την εργασία, αλλά ούτε και τις επιμέρους, που γεννιούνται από την ανισόμετρη ανάπτυξη των χωρών που συμμετέχουν στο πλέγμα και τους ανταγωνισμούς ανάμεσα στις επιμέρους αστικές τάξεις. Και πάντως, η τάση για μεταβολή των συνόρων και για την αλλαγή του πολιτικού χάρτη της υφηλίου δεν καταγράφει και την τάση του έθνους-κράτους να καταργηθεί, ίσως, μάλιστα καταγράφει το εντελώς αντίθετο. Το πρόβλημα που τίθεται είναι κατά πόσο μέσα σε αυτόν τον «αντιφατικό» κόσμο, το εργατικό κίνημα μπορεί να χαράξει με κριτήριο τα συμφέροντά του και προς όφελός του, στρατηγική τέτια που να μην παραγνωρίζει καμμία από τις δύο επιφανειακά αντίθετες συνιστώσες του ζητήματος.

Πριν όμως επιχειρήσουμε να δώσουμε μια απάντηση σε αυτό το ερώτημα, θα θέλαμε να ασχοληθούμε για λίγο με ορισμένα ζητήματα εποικοδομήματος, στο βαθμό που αυτά συνδέονται με τον ιμπεριαλισμό. Αναρωτηθήκαμε και παραπάνω κατά πόσον υπάρχει μια τάση ισοπέδωσης των εθνικών πολιτισμών, προς όφελος των κυρίαρχων δυνάμεων του συστήματος του ιμπεριαλισμού. Η τέχνη, η επιστήμη και τα λοιπά στοιχεία που ανήκουν στο εποικοδόμημα όχι μόνο αντανακλούν το οικονομικό-κοινωνικό σύστημα, αλλά υπάγονται και στους νόμους του. Σε γενικές γραμμές, θα μπορούσαμε να πούμε ότι και στο εποικοδόμημα αντανακλάται η φαινομενική αντίφαση της βάσης: κυριαρχία της αγγλοσαξωνικής κουλτούρας και των αξιών της και καταξίωσή της ως παγκόσμιας από τη μια πλευρά: από την άλλη όμως απαντητική τόνωση παραδοσιακών στοιχείων που ξεχωρίζουν τις εθνικές κουλτούρες. Κάποτε, στο βαθμό που αυτή η τόνωση είναι τεχνητή και προέρχεται από αντιδραστικούς κύκλους, προάγει τα συντηρικότερα στοιχεία του εθνικού πολιτισμού και της παράδοσης, που να οδηγούν σε βαθείς διαχωρισμούς ανάμεσα σε λαούς, τέτιους που μόνο προς το συμφέρον της εργατικής τάξης δεν μπορεί να είναι.

 

ΜΕΡΙΚΑ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

Πιστεύουμε ότι τα ζητήματα όπως η αυτοδιάθεση των λαών ή τα δικαιώματα των μειονοτήτων είναι λυμένα για τη μαρξιστική-λενινιστική θεωρία. Ωστόσο, ενδιαφέρει οπωσδήποτε να εξετάσουμε τις τάσεις αυτές από τη σκοπιά των συμφερόντων της εργατικής τάξης και από την πλευρά της χάραξης στρατηγικής από τα κομμουνιστικά κόμματα. Φρονούμε ότι η διατήρηση του έθνους-κράτους είναι αναπόφευκτη στις συνθήκες του ιμπεριαλισμού, για τους λόγους που αναφέραμε παραπάνω. Οι αστικές τάξεις συγκροτούν τις μαύρες συμμαχίες τους για να διαφυλάξουν τα συμφέροντά τους που όλο και στενότερα διαπλέκονται στα πλαίσια του συστήματος, αλλά εξ ίσου εύκολα συγκρούονται μεταξύ τους, σε περίπτωση σύγκρουσης των ίδιων αυτών συμφερόντων. Παραμένουν δε πάντα εχθρικές απέναντι στην εργατική τάξη των χωρών τους. Η εργατική τάξη σε κάθε χώρα έχει λοιπόν σήμερα να αντιμετωπίσει ένα διπλό εχθρό, κάτι που μεγαλώνει και τις ευθύνες για την ανάπτυξη του κινήματός της: Από τη μια πλευρά, το «φυσικό» αντίπαλο, την αστική τάξη της χώρας της και, από την άλλη, τη συντονισμένη οικονομική, πολιτική και στρατιωτική ισχύ των ιμπεριαλιστικών ενώσεων ή ηγετικών δυνάμεων του ιμπεριαλιστικού συστήματος. Αντικειμενικά λοιπόν, ο αντιιμπεριαλιστικός αγώνας των λαών δεν μπορεί παρά να έχει αντικαπιταλιστικό περιεχόμενο.

Η στάση των κομμουνιστικών κομμάτων απέναντι στα «εθνικού» χαρακτήρα δρώμενα του σύγχρονου κόσμου οφείλει να έχει ένα μόνο άσφαλτο κριτήριο: τα συμφέροντα της εργατικής τάξης. Μέσα από αυτό και μόνο μπορεί να φιλτράρει τις αναφυόμενες διεκδικήσεις πληθυσμιακών ομάδων για τη συγκρότηση κρατικής οντότητας. Αυτό φυσικά δε σημαίνει ότι σε αυτή τη διαδικασία παραγνωρίζεται η ιστορική διαδρομή και οι ιδιαιτερότητες κάθε λαού, η νοοτροπία και η ψυχοσύνθεσή του. Ο σοσιαλιστικός κόσμος - ο οποίος είναι και ο μόνος που θα θέσει τις βάσεις για τη συγχώνευση των εθνών - δε θα είναι ισοπεδωτικός, αλλά πολύχρωμος. Η νέα οικονομική βάση θα εξαλείψει παλιότερες διαφορές, τις πιο διχαστικές, τις πιο οπισθοδρομικές, τις πιο απάνθρωπες. Από την άλλη, θα αναδείξει και θα τονώσει τις πραγματικά λαϊκές αισθητικές και ηθικές αξίες όλων των λαών, διαμορφώνοντας στην πορεία προς τον κομμουνισμό τον πανανθρώπινο πολιτισμό που θα ανταποκρίνεται στις ανάγκες και στα ζητούμενα του νέου ανθρώπου.

 


Η Δώρα Μόσχου είναι μέλος του Τμήματος Ιστορίας της ΚΕ του ΚΚΕ.

[1] Εχει πολύ ενδιαφέρον ένα επιχείρημα που κατά κόρον χρησιμοποίησαν οι υποστηρικτές των ΝΑΤΟϊκών βομβαρδισμών στη Γουγκοσλαβία, εμφανιζόμενοι ως υποστηρικτές των Αλβανοφώνων Κοσοβάρων. Ισχυρίζονταν λοιπόν ότι «οι Σλάβοι είναι μουσαφίρηδες στα Βαλκάνια» και ότι «ιστορικά νόμιμοι» κάτοικοι της χερσονήσου μας είναι οι «απόγονοι των Ιλλυρίων», δηλαδή οι Αλβανοί, που εμφανίζονταν περίπου ως προπάτορες όλων των Βαλκανικών εθνών. Φυσικά, αντίστοιχα επιχειρήματα έχουν κατά κόρον χρησιμοποιηθεί και από τους επισημότερους εκπροσώπους της ελληνικής άρχουσας τάξης, στο ζήτημα, για παράδειγμα, της ΠΓΔΜ.

[2] Στις «Θέσεις» της ΚΕ του ΚΚΕ για το 16ο Συνέδριο, αναφέρονται τα εξής: «Η αστική ιδεολογία και προπαγάνδα χρησιμοποιεί τον αταξικό όρο «παγκοσμιοποίηση» για να συσκοτίζει τον ταξικό χαρακτήρα του διεθνούς ιμπεριαλιστικού συστήματος και να επιβάλει την άποψη ότι υπάρχει ένας και μοναδικός δρόμος διεθνοποίησης, ο καπιταλιστικός.» (Κεφ. Α5, σελ. 7).

[3] Το θεατρικό έργο «Βαβυλωνία» του Δημήτρη Βυζάντιου είναι στην πραγματικότητα μια απολογητική υπέρ της καθαρεύουσας. Πρόκειται για μια φάρσα στηριγμένη στις παρεξηγήσεις που προκαλεί η χρήση πολλαπλών γλωσσικών ιδιωμάτων στην Ελλάδα (αν και πρέπει να πούμε ότι ο συγγραφέας τραβάει στα άκρα τις ιδιωματικές διαφορές). Ωστόσο, το έργο θα μπορούσε να ιδωθεί και κάτω από το πρίσμα της πρότασης της αστικής τάξης για χρήση ενός γλωσσικού οργάνου που θα μπορούσε να ενοποιήσει τα εθνοφυλετικά στοιχεία που συναποτέλεσαν το νεώτερο ελληνισμό.

[4] Αυτός ο ανταγωνισμός δεν παίρνει πάντα τις ίδιες μορφές ούτε εμφανίζει την ίδια ένταση και οξύτητα. Αυτή την εποχή, για παράδειγμα, ζούμε μία περίοδο «φιλίας» ανάμεσα στις κυβερνήσεις της Ελλάδας και της Τουρκίας που βοηθά ποικιλοτρόπως την ελληνική αστική τάξη. Οι «Θέσεις» της ΚΕ του ΚΚΕ για το 16ο Συνέδριο του Κόμμματος αναφέρουν χαρακτηριστικά: «Η ολιγαρχία του πλούτου αξιοποιεί την περιστασιακή επιφανειακή ύφεση στις σχέσεις Ελλάδας και Τουρκίας, που καθοδηγείται κυρίως από τα ιμπεριαλιστικά κέντρα (ΗΠΑ και ΕΕ) για να επεκτείνει την εξαγωγή κεφαλαίων στη γειτονική χώρα και να επιτύχει επιχειρηματική συνεργασία για διείσδυση στην παραευξείνια αγορά.» (Κεφ. Β11, σελ. 12).