Η ΓΕΝΕΣΗ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΑΣΤΙΚΗΣ ΤΑΞΗΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ ΤΗΣ

ΟΡΙΣΜΕΝΕΣ ΠΛΕΥΡΕΣ ΤΩΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΙ ΤΑ ΜΕΘΟΔΟΛΟΓΙΚΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΠΟΥ ΓΕΝΝΟΥΝ ΣΕ ΜΙΑ ΜΑΡΞΙΣΤΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ

Το πρόβλημα της μετάβασης των πληθυσμών του ελλαδικού χώρου από τις φεουδαρχικές στις καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής έχει αρκετές φορές τεθεί - και όχι μόνο από τη μαρξιστική ιστοριογραφία - αλλά ενδεχομένως δεν έχει ακόμα διερευνηθεί όσο θα έπρεπε ούτε - πολύ περισσότερο - έχει απαντηθεί με επάρκεια. Οπωσδήποτε, οι μαρξιστές ιστορικοί και ιστοριοδίφες ήταν και οι πρώτοι που διατύπωσαν τη θέση περί διαμόρφωσης αστικής τάξης στον οθωμανοκρατούμενο ελλαδικό χώρο κατά τις παραμονές της μεγάλης επανάστασης του 1821, ορίζοντας ακριβώς αυτή τη διαδικασία ως εκ των ουκ άνευ προϋπόθεσή της. Σε αυτό το σημείο, η συμβολή του Γιάννη Κορδάτου, αλλά και του Γιάννη Ζεύγου (θα τολμούσα να συμπεριλάβω και τον καθηγητή Σβορώνο) είναι ιδιαίτερα σημαντική. Η συμβολή αυτή έγκειται, κατά τη γνώμη μας, στο εξής: έχει καταστεί πια ευρέως αποδεκτή η συμβολή και η καθοδηγητική λειτουργία της αστικής τάξης στην εκδήλωση της μεγάλης ελληνικής επανάστασης. Νομίζουμε δε ότι, όπως η μεγάλη γαλλική επανάσταση του 1789 αποτελεί το πρότυπο αστικοδημοκρατικής επανάστασης με σκοπό την κατάληψη από την αστική τάξη και της πολιτικής εξουσίας, κατά τον ίδιο τρόπο η ελληνική επανάσταση αποτέλεσε πρότυπο επαναστατικής διαδικασίας, καθοδηγημένης από την αστική τάξη, στην προοπτική της διαμόρφωσης ενιαίας εσωτερικής αγοράς και συγκρότησης έθνους - κράτους.

Οι διαδικασίες οι οποίες οδήγησαν στην έκρηξη της επανάστασης του 1821 είναι, στην ουσία τους, διαδικασίες μετάβασης από τη φεουδαρχία στον καπιταλισμό, στον οθωμανοκρατούμενο βαλκανικό χώρο (οπωσδήποτε και έξω από αυτόν, αλλά πάντα σε συνάρτηση με αυτόν). Ο 19ος αιώνας, εποχή τελείωσης του καπιταλιστικού συστήματος, είναι εξ άλλου, οπουδήποτε στον κόσμο, εποχή εθνικοαπελευθερωτικών κινημάτων και διαμόρφωσης εθνών-κρατών, με κινητήρια δύναμη την αστική τάξη. Εάν δεχτούμε αυτό το σχήμα, οφείλουμε να δώσουμε μεγάλο βάρος στον ενδογενή χαρακτήρα των διαδικασών αυτών, αντιμετωπίζοντας κατ’ αρχήν την υπό διαμόρφωση ελληνική αστική τάξη σαν συστατικό στοιχείο της ίδιας της δομής της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας[1]. Πιστεύω λοιπόν ότι βασικό καθήκον για μια μαρξιστική προσέγγιση της διαμόρφωσης της ελληνικής αστικής τάξης, είναι μια ευρεία ματιά πάνω στα οικονομικά δρώμενα της ίδιας της αυτοκρατορίας, μια συνοπτική αναδρομή στις οικονομικές και κοινωνικές σχέσεις που αναπτύχθηκαν στο χώρο της (οπωσδήποτε και σε σχέση με το διεθνές πλαίσιο). Σε αυτή την αναδρομή, βαρύτητα θα δώσουμε στο σκέλος εκείνο των οικονομικών λειτουργιών και δραστηριοτήτων που είναι γνωστές ως «αστικές», δηλαδή στο εμπόριο, τη ναυτιλία, τη βιοτεχνία - βιομηχανία, αλλά και στις σχέσεις παραγωγής τις οποίες διαμορφώνουν και μέσα από τις οποίες αυτές αναπτύσσονται.

 

ΣΥΝΟΠΤΙΚΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΤΩΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΔΟΜΩΝ ΤΗΣ ΟΘΩΜΑΝΙΚΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ

Οι Οθωμανοί Τούρκοι, πριν την κατάκτηση της Κωνσταντινούπολης, βρίσκονταν ακόμη στο στάδιο της μετάβασης από την κοινωνία των γενών, στο φεουδαρχικό σύστημα. Η ώσμωση της διαδικασίας αυτής με τις προϋπάρχουσες δομές του κατακτημένου βυζαντινού χώρου οδήγησε στη διαμόρφωση μιας πρώιμης οθωμανικής φεουδαρχίας, με κυρίαρχο στοιχείο το ότι ο Σουλτάνος (όχι ως πρόσωπο, αλλά ως εκπρόσωπος του κράτους) έχει την ψιλή κυριότητα της γης, την οποία εκχωρεί στους αξιωματούχους του. Οι παραχωρημένες αυτές εκτάσεις γης (των οποίων οι δικαιούχοι έχουν τη νομή και την καλλιέργεια, αλλά όχι και την πραγματική ιδιοκτησία) ονομάζονται τιμάριο, για τούτο και το σύστημα αυτό είναι γενικά γνωστό ως τιμαριωτικό. Τηρουμένων των αναλογιών, το γαιοκτητικό σύστημα των οθωμανών θυμίζει πολύ περισσότερο το αντίστοιχο των χρόνων της Βυζαντινής ακμής και λιγώτερο εκείνο της όψιμης φάσης της αυτοκρατορίας, την πιο ολοκληρωμένη δηλαδή μορφή του φεουδαρχικού συστήματος στον ανατολικό χώρο.

Ο περιορισμός της ισχύος και των εξουσιών των μεγάλων γαιοκτημόνων (πολύ ισχυρών κατά την όψιμη βυζαντινή περίοδο) εξ αιτίας της αφαίρεσης της πραγματικής κυριότητας της γης, δημιούργησε ικανοποίηση στους χωρικούς και βελτίωσε τις προϋποθέσεις για την ανάπτυξη των καλλιεργειών και της γεωργίας. Οι περισσότεροι περιηγητές της εποχής συμφωνούν στο ότι η οθωμανική ύπαιθρος εμφανίζει πολύ καλύτερη εικόνα από την αντίστοιχη της Δυτικής Ευρώπης, όπου η φεουδαρχία πνέει τα λοίσθια, παρά μάλιστα τις ερημώσεις και λεηλασίες που υπήρξαν τα αποτελέσματα των οθωμανικών κατακτήσεων και των βενετοτουρκικών πολέμων. Η τόνωση της γεωργίας (αυτή η πλευρά μας ενδιαφέρει, σε σχέση με το ζήτημα που διερευνούμε εδώ) βοηθά και την αντίστοιχη τόνωση των αστικών κέντρων και των αστικών οικονομικών δραστηριοτήτων. Επίσης, η οθωμανική διοίκηση μεριμνά ώστε να κατασκευαστούν δρόμοι, πράγμα που διευκολύνει τη μεταφορά των αγροτικών και των βιοτεχνικών προϊόντων, ενώ ακολουθεί και μια πολιτική εποικισμών και αναγκαστικών μετεγκαταστάσεων που συντελούν ριζικά στο να ξανακατοικηθεί η ερημωμένη ύπαιθρος αλλά και οι πόλεις. Εδώ, σημειώνουμε το γεγονός ότι παρατηρείται και ένα είδος αναδίπλωσης του πληθυσμού της ελληνικής χερσονήσου (από τα παράλια και τις πεδιάδες μετακινείται προς τα βουνά και τα νησιά), κάτι που όμως όχι μόνο δεν αλλάζει επί της ουσίας τους όρους για την άσκηση των οικονομικών του δραστηριοτήτων, αλλά αντίθετα τους εδραιώνει. Και οι δύο χώροι - ο ορεινός και ο νησιωτικός - χαρακτηρίζονται από την έλλειψη μεγάλων εκτάσεων γης και από τη μειωμένη δυνατότητα ανάπτυξης της γεωργίας. Ενα πρώτο αποτέλεσμα αυτού του αντικειμενικού γεγονότος είναι ότι οι ισχνές αυτές «γαίες» δεν συμπεριλαμβάνονται σε μεγάλες γαιοκτησίες και ότι σε αυτές τις περιοχές επικρατεί ο μικρός, ελεύθερος κλήρος. Ενα δεύτερο αποτέλεσμα - και ίσως σημαντικότερο - είναι το ότι οι κάτοικοι τόσο των ορεινών περιοχών, όσο και των νησιών αποκόπτονται από την καλλιέργεια της γης και ασχολούνται με δραστηριότητες αστικού - βιοτεχνικού χαρακτήρα: βιοτεχνία[2], εμπόριο, ναυτιλία.

Οσον αφορά αυτή την τελευταία, ήδη από το τέλος του 15ου αιώνα, δείχνει την τάση που αργότερα την κατέστησε ουσιαστικό αιμοδότη της οικονομίας της αυτοκρατορίας. Στο μέσο και όψιμο Βυζάντιο η ναυτιλία του ανατολικού χώρου δεν ήταν ιδιαίτερα ανεπτυγμένη, καθώς δεν μπορούσε να συναγωνιστεί την αντίστοιχη βενετική. Οι αλλεπάλληλοι όμως τουρκοβενετικοί πόλεμοι εξασθένισαν, (μεταξύ άλλων παραγόντων) το βενετικό ναυτιλιακό εμπόριο, που δεν μπορούσε πια να μονοπωλήσει τους δρόμους της Αδριατικής. Μπορούμε λοιπόν να παρατηρήσουμε ότι ήδη, σε μια αρκετά πρώιμη περίοδο, τίθενται οι οικονομικές βάσεις για την ανάπτυξη των κοινωνικών στρωμάτων που θα μετεξελιχθούν στην ελληνική αστική τάξη: την τάξη που θα γίνει φορέας και κήρυκας της ελληνικής εθνικής ιδέας και της συγκρότησης ελληνικού κράτους.

Οι συντηρητικότερες οικονομικές δομές λοιπόν οι οποίες επανεδραιώνονται στον οθωμανοκρατούμενο ελλαδικό χώρο, τους δύο τουλάχιστον πρώτους αιώνες της κυριαρχίας, διαμορφώνουν όχι μόνο πολύ καλύτερους όρους διαβίωσης για τους ντόπιους πληθυσμούς, αλλά και γεννούν τα σπέρματα της οριστικής αποσύνθεσης τόσο του συστήματος όσο και της ίδιας της αυτοκρατορίας, με τη δημιουργία των βαλκανικών εθνών και των κινημάτων τους.

Μετά το πέρας των Οθωμανικών κατακτήσεων, στα τέλη του 16ου αιώνα, στην οικονομική και κοινωνική ζωή της Οθωμανικής αυτοκρατορίας συντελούνται βασικές αλλαγές, με κυριώτερη την εδραίωση του συστήματος των τσιφλικιών, που αποτελεί στην πραγματικότητα την εδραίωση και ολοκλήρωση του φεουδαρχικού συστήματος. Είδαμε ότι, κατά τη διάρκεια των κατακτήσεων, όσο η οθωμανική «γη» μεγάλωνε, ο σουλτάνος είχε τη δυνατότητα να παραχωρεί στους αξιωματούχους του εκτάσεις για νομή και καλλιέργεια. Οταν οι κατακτήσεις σταμάτησαν μπροστά στην πύλη της Βιέννης (με σημαντική εξαίρεση την κατάληψη της Κρήτης, το 1669), τότε το πεπερασμένο πλέον των οθωμανικών εδαφών σταμάτησε και αυτή τη διαδικασία παραχώρησης γης. Την επέκταση των τιμαρίων διαδέχεται τώρα μια ουσιαστική μεταβολή στην ιδιοκτησία τους: από κρατικές παραχωρημένες γαίες, τα τιμάρια μετατρέπονται σε ιδιωτικές κληρονομητές εκτάσεις, οι καλλιεργητές των οποίων βαρύνονται με συγκεκριμένες αποδόσεις απέναντι στο χωροδεσπότη κατά τα φεουδαρχικά πρότυπα. Αυτό είναι το σύστημα των τσιφλικιών, με τις πολλές επιπτώσεις στην οικονομική και πολιτική ζωή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Το πέρασμα του συστήματος στην «τσιφλικάδικη» φάση του προκαλεί ραγδαία επιδείνωση στη θέση των άμεσων παραγωγών, στο βαθμό τουλάχιστον που αυτοί είναι εξαρτημένοι από τους τσιφλικούχους. Από την άλλη όμως, σηματοδοτεί και μια περαιτέρω ανάπτυξη του εξωτερικού εμπορίου της αυτοκρατορίας. Το γεγονός ότι τα έσοδα από το τσιφλίκι είναι πλέον ατομικά και ο τσιφλικούχος δεν «τελεί» προς την Πύλη, αποτελεί ένα ισχυρό κίνητρο για τη μεταβολή των καλλιεργειών και τον προσανατολισμό τους σε προϊόντα που έχουν μεγάλη ζήτηση στις διεθνείς αγορές, κυρίως το σιτάρι και το βαμβάκι.

Ούτως ή άλλως πάντως, η αυτοκρατορία υπάρχει μέσα σε ένα διεθνές πλαίσιο το οποίο βαδίζει με ταχύτητα προς τον καπιταλισμό. Η αναγκαιότητα να συναλλάσσεται με εχρηματισμένες οικονομίες έχει δύο ειδών επιπτώσεις: από τη μία δομεί ένα φορολογικό σύστημα στηριγμένο όχι στους έγγειους αλλά στους χρηματικούς φόρους, κάτι που, σε μια κοινωνία έντονα αγροτική, γίνεται δυσβάσταχτο γι’ αυτούς που πρέπει να τους πληρώσουν. Από την άλλη, η Οθωμανική αυτοκρατορία έχει όλο και περισσότερη ανάγκη από τις βιοτεχνικές, εμπορικές και, κυρίως, ναυτιλιακές δραστηριότητες του ελληνικού αστικού στοιχείου. Για τούτο και απονέμει προνόμια στα νησιά, για τούτο και ευνοεί τη βιοτεχνική παραγωγή των συντεχνιών.

Το οθωμανικό κράτος συντελεί στην ανάπτυξη ελληνικής αστικής τάξης και την ίδια στιγμή την παρεμποδίζει. Την ευνοεί γιατί τη χρειάζεται, γιατί οι ελληνικοί πληθυσμοί είναι εκείνοι που κατ’ εξοχήν ασκούν τις δραστηριότητες αυτές. Την παρεμποδίζει όμως γιατί οι βασικές οικονομικές δομές της αυτοκρατορίας και το βασικό θεσμικό πλαίσιο που τις αντανακλά παραμένει φεουδαρχικό, άρα εξ ορισμού εχθρικό στην αστική ανάπτυξη.

Οι προϋποθέσεις για την ανάπτυξη αστικών οικονομικών δραστηριοτήτων εντείνονται λοιπόν, την ίδια ιστορική στιγμή που η Οθωμανική Αυτοκρατορία ολοκληρώνει τη μετάβασή της στη φεουδαρχία. Οπουδήποτε στον κόσμο, κατά τη διάρκεια της μετάβασης από τη φεουδαρχία στον καπιταλισμό, το εμπορικό κεφάλαιο προηγείται του βιομηχανικού. Το ίδιο πράγμα συμβαίνει και εδώ. Εάν, σε αυτή την περίπτωση, μπορούμε να εντοπίσουμε μία ιδιαιτερότητα, αυτή θα είναι η ακόλουθη: το εμπόριο διεξάγεται, κατά κύριο λόγο, όχι από τον κυρίαρχο φυλετικά πληθυσμό (από τους μωαμεθανούς Τούρκους) αλλά από ένα «γένος» υπηκόων: τους Ελληνες.

Το είπαμε και προηγουμένως: οι Ελληνες ασκούν πολλαπλού χαρακτήρα αστικές δραστηριότητες. Οι Φαναριώτες, για παράδειγμα, μπορεί να είναι ευρέως γνωστοί σαν διοικητική αριστοκρατία, αλλά πολλοί από αυτούς ασκούν με επιτυχία και το εμπόριο. Πέρα από αυτό, με την ιδιότητά τους ως διπλωμάτες χειρίζονται πολλές φορές και τις εμπορικές υποθέσεις της αυτοκρατορίας, κάτι που φανερώνει τη διαπλοκή των δύο ιδιοτήτων αυτού του στρώματος. Οι έλληνες όμως είναι και βιοτέχνες στις πόλεις, αλλά και, κυρίως, έμποροι, στεριανοί ταξιδιώτες ή ναυτικοί. Αυτό το τελευταίο θα έλεγα ότι έχει μια ιδιάζουσα σημασία στα πλαίσια της ανάπτυξης του ελληνικού καπιταλισμού. Πράγματι, το ζήτημα της ναυτιλίας είναι, κατά τη γνώμη μου, κομβικό, για δύο λόγους: πρώτα - πρώτα επειδή οι μεταφορές αποτελούν βιομηχανικό κλάδο (ίσως μάλιστα εδώ θα έπρεπε να δούμε και το ζήτημα της ανάπτυξης των χερσαίων μεταφορών, μια και οι Ελληνες μονοπώλησαν, κάποια στιγμή, και τους χερσαίους δρόμους της Ανατολής). Επειτα, η ναυτιλία συνδέεται άμεσα και με έναν κλάδο του οποίου τη «βιομηχανική» ιδιότητα δε θα μπορούσε κανείς να αμφισβητήσει. Αναφέρομαι βέβαια στη ναυπηγική, για την οποία θα μιλήσουμε εκτενέστερα παρακάτω.

 

ΕΚΔΗΛΩΣΕΙΣ ΤΗΣ ΜΕΤΑΒΑΣΗΣ ΣΤΟΝ ΕΛΛΑΔΙΚΟ ΧΩΡΟ, ΚΑΤΑ ΤΟ 18ο ΚΑΙ 19ο ΑΙΩΝΑ

Ο 18ος αιώνας είναι καθοριστικός από πολλές απόψεις: στον οθωμανοκρατούμενο χώρο (κάποτε και έξω από αυτόν αλλά σε συνάρτηση με αυτόν) συντελείται η διαμόρφωση της αστικής τάξης των ελλήνων, κυρίως μέσα από την ένταση και την επέκταση των εμπορικών και ναυτιλιακών δραστηριοτήτων, αλλά και την ανάπτυξη της βιοτεχνίας σε ορισμένα - όχι λίγα - αστικά κέντρα. Αναφέρουμε εδώ χαρακτηριστικά τα παραδείγματα των Ιωαννίνων και των Αμπελακίων στη Θεσσαλία, της Αρτας, της Θήβας, της Πάτρας, της Θεσσαλονίκης (σπουδαιότατο κέντρο εμπορίου), αλλά και εκτός ελλαδικής χερσονήσου της Σμύρνης και της Μοσχόπολης. Οι Ελληνες έμποροι ελέγχουν τόσο τους χερσαίους όσο και τους θαλάσσιους εμπορικούς δρόμους και, στην πραγματικότητα, διεξάγουν το εμπόριο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας με την Κεντρική και με τη Δυτική Ευρώπη. Το εξαγωγικό εμπόριο είναι κυρίως εμπόριο αγροτικών προϊόντων. Τα κύρια βιοτεχνικά προϊόντα που εξάγονται είναι τα βαμβακερά νήματα που προορίζονται κυρίως για τις γερμανικές αγορές, τα οποία όμως αποτελούν πολύ μικρό ποσοστό των εξαγωγών, αφού στις ευρωπαϊκές αγορές κυριαρχούν τα αντίστοιχα προϊόντα της Αιγύπτου ή της Αμερικής.

Το εισαγωγικό εμπόριο αφορά κυρίως βιομηχανικά προϊόντα από τη Γαλλία, την Αγγλία, τις ιταλικές πόλεις, τη Γερμανία, τη Ρωσία, την Πολωνία. Ενα μέρος από τα προϊόντα αυτά προορίζεται για την εσωτερική κατανάλωση, ενώ ένα άλλο επανεξάγεται προς τρίτες χώρες.

Τα στοιχεία δείχνουν ότι το ελληνικό εμπορικό κεφάλαιο διαδέχτηκε στην Ανατολική Ευρώπη την κυριαρχία του βενετικού (μετά την οριστική αναδίπλωση της Βενετίας από τον Αιγαιακό χώρο) αλλά και του γαλλικού, που το ακολούθησε. Οι Ελληνες έμποροι εργάζονταν στην αρχή στην υπηρεσία γαλλικών οίκων, μέχρι που η οικονομική τους ακμή τους κατέστησε ικανούς να δουλεύουν για τη στήριξη των δικών τους συμφερόντων. Από αυτή την άποψη, είναι χαρακτηριστικά τα όσα αποδελτιώνει ο καθηγητής Σβορώνος από τον πρόξενο της Θεσσαλονίκης και επιθεωρητή εμπορίου Μπωζούρ, σχετικά με το εμπόριο της πόλης: «Οι Γάλλοι έμποροι δεν μπορούν πλέον να ισχυριστούν ότι διατηρούν έστω και ένα φαινομενικό ανταγωνισμό με τα καινούργια σπίτια της χώρας της οποίας, κατά τη διάρκεια των πολιτικών μας αναστατώσεων, αφυπνίσαμε την οικονομική δραστηριότητα σε βάρος μας. Ολες τους οι προσπάθειες σήμερα τείνουν κυρίως στο να μας εμποδίσουν να αναλάβουμε από τις απώλειές μας. Ενα από τα ελληνικά σπίτια αυτής της πόλης, ο Οίκος του κυρίου Νάνου Καυταντζόγλου, κατευθύνεται ανοιχτά προς αυτό το σκοπό και για να τον πετύχει, δεν φαίνεται να φοβάται κανενός είδους θυσία. Αυτός ο Οίκος μόνος του φορτώνει και στέλνει στη Μασσαλία όλα τα γαλλικά καράβια που προορίζονται γι’ αυτό το λιμάνι. Ικανοποιημένοι από την οικονομία στα έξοδα προμήθειας και από τη συνεργασία με έναν οίκο τόσο επιχειρηματικό και με μεγάλες εξαγωγικές δυνατότητες, οι έμποροί μας και οι καπεταναίοι μας εγκαταλείπουν σιγά - σιγά και συνηθίζουν να ξεχνούν τους δικούς μας εμπορευόμενους που είναι εγκατεστημένοι στον τόπο, οι οποίοι με τη σειρά τους κατηγορούν το κράτος για την εγκατάλειψη και την αδυναμία όπου μας έφεραν οι διευκολύνσεις που παραχωρήθηκαν στα λιμάνια μας στο ξένο εμπόριο και ξαναζητούν με όλη τους τη δύναμη τα παλιά προστατευτικά μέτρα σαν πηγή της περασμένης τους ευημερίας και σαν τελευταία ελπίδα στο σημερινό ναυάγιο» (1818)[3].

Εξι χρόνια πριν, ο πρόξενος της Θεσσαλονίκης Φουρκάντ έγραφε σχετικά με το ίδιο θέμα: «Γενικά, τα ελληνικά σπίτια συμμετείχαν πολύ ενεργητικά στο εμπόριο των αποικιακών. Δεν αναφέρω παρά τα κυριότερα από αυτά ... Οι Ελληνες έχουν πιο πολλές υποθέσεις για λογαριασμό τους, παρά με προμήθεια. Οι Ελληνες είναι οι πιο δραστήριοι παράγοντες αυτού του εμπορίου και οι μεγαλύτεροι μας εχθροί, συνδεδεμένοι με τα αγγλικά και τα γερμανικά σπίτια, που έχουν συμφέροντα στις ευρωπαϊκές βιομηχανίες, απωθούν και εξευτελίζουν τα βιομηχανικά μας προϊόντα. Η επίδρασή τους από αυτή την άποψη μας είναι θανάσιμη. Πλεονέχτες και ζηλότυποι, πιο πλούσιοι από τους δικούς μας εμπόρους, τους παίρνουν από τα χέρια το εμπόριο των βαμβακιών της Ανατολής που περνάει από το δρόμο της Κοστανίτσας...»[4].

Στο σημείο αυτό οφείλουμε να κάνουμε ορισμένες παρεκβάσεις: η πρώτη σχετίζεται με το είδος των οικονομικών σχέσεων που έδεναν τη Γαλλία με την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Πρόκειται για τις περίφημες «διομολογήσεις», τα ειδικά εμπορικά και τελωνειακά προνόμια που παρείχε η αυτοκρατορία από τον καιρό ακόμα του Σουλεϊμάν του Νομοθέτη, σε Γάλλους υπηκόους - φυσικά ή νομικά πρόσωπα. Συνηθίζεται να εκτιμώνται τα προνόμια αυτά ως ιμάντες πρόσδεσης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στη Γαλλία, με ημιαποικιακό τρόπο. Και είναι αλήθεια ότι οι Γάλλοι αξιοποίησαν με τον καλύτερο τρόπο τα προνόμια αυτά για να ενισχύσουν τη θέση της οικονομίας τους στην ανατολική Μεσόγειο. Είναι όμως επίσης αλήθεια - κάτι που φαίνεται όχι μόνο από τις δύο μαρτυρίες που παραθέσαμε αλλά και από πολλές άλλες - ότι οι ελληνικοί εμπορικοί οίκοι, το 18ο τουλάχιστον αιώνα (καθώς και στις αρχές του 19ου), μπορούσαν να τους ανταγωνίζονται όχι απλά επί ίσοις όροις αλλά και πολλές φορές από θέση προνομιακή.

Ενα άλλο ζήτημα που προκύπτει είναι το γεγονός ότι το αγγλικό κεφαλαίο δεν φαίνεται να εκπροσωπείται με τέτοια ισχύ στην Ανατολή, ώστε να δικαιώνεται κατ’ αρχήν η συνήθης θεωρία περί στενής πρόσδεσης του αντίστοιχου ελληνικού με αυτό. Ωστόσο, αυτήν ακριβώς την εποχή - 18ος αιώνας - παρατηρείται μια πρώτη στροφή της αγγλικής εμπορικής δραστηριότητας προς την Ανατολή. Το γεγονός αυτό σχετίζεται, μεταξύ άλλων, και με τη δημιουργία των ΗΠΑ - την απόσπαση δηλαδή από τη Μεγάλη Βρετανία της τέως αποικίας της που αποτελούσε και το βασικό της τροφοδότη σε σημαντικότατες πρώτες ύλες. Πάντως από τον ανταγωνισμό του αγγλικού και του γαλλικού εμπορίου, φαίνεται να βγαίνει κερδισμένο το ... ελληνικό που αξιοποιεί, κατά πώς δείχνουν οι παραπάνω μαρτυρίες, τις μεταξύ τους αντιθέσεις.

 

Η ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΤΗΣ ΝΑΥΤΙΛΙΑΣ

Βαρύνουσα οικονομική σημασία στον ελλαδικό χώρο κατέχει το ναυτιλιακό κεφάλαιο. Η ναυτιλία, κλάδος βιομηχανικός (και που, εξ άλλου, προϋποθέτει και την ανάπτυξη άλλων, βιομηχανικού χαρακτήρα κλάδων, όπως της ναυπηγικής) η οποία ευνοήθηκε από ένα πλέγμα διεθνών και εσωτερικών οικονομικών και πολιτικών συγκυριών, αποτέλεσε το βασικό κύτταρο των ελληνικών αστικών δραστηριοτήτων.

Αναφερθήκαμε προηγουμένως σε ορισμένα αίτια της μεγάλης ανάπτυξης της ελληνικής ναυτιλίας. Ας επιχειρήσουμε τώρα να τα κωδικοποιήσουμε:

Η αναδίπλωση των ελληνικών πληθυσμών προς τα νησιά, με τις περιορισμένες πλουτοπαραγωγικές τους πηγές, αλλά και με τη ναυτική παράδοση[5], συντέλεσε ώστε η οικονομική δραστηριότητα των κατοίκων τους να στραφεί προς το θαλασσινό εμπόριο. Η διαδικασία αυτή ευνοήθηκε από τους Οθωμανούς τούρκους, μεταξύ άλλων και επειδή η ναυσιπλοΐα δεν ανήκε στις παραδόσεις του νομαδικού και πολεμικού αυτού λαού.

Η αναδίπλωση των Βενετών από το Αιγαίο άφησε ελεύθερο το πεδίο στους οθωμανούς υπηκόους που επιτηδεύονταν σε αυτόν τον τομέα (δηλαδή στους Ελληνες) για την ανάπτυξη ναυτιλιακών δραστηριοτήτων.

Σοβαρός παράγοντας για την ανάπτυξη της ναυτιλίας των Ελλήνων σε πρωιμότερες περιόδους - όσο και αν αυτό, με σημερινούς όρους μας φαίνεται μη «ηθικά» αποδεκτό και περίεργο - ήταν η πειρατεία στην οποία επιδίδονταν με επιτυχία και η οποία χαρακτηρίζεται από πολλούς μελετητές ως «εξωοικονομικός τρόπος συσσώρευσης κεφαλαίου».

Δύο πολιτικά γεγονότα του τέλους του 18ου και των αρχών του 19ου αιώνα συντέλεσαν ακόμη περισσότερο στη διαδικασία αυτή. Το πρώτο είναι η περίφημη Συνθήκη του Κιουτσούκ Καϊναρτζή, ανάμεσα στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και τη Ρωσία. Σύμφωνα με αυτήν, τα ελληνικά πλοία μπορούσαν να μεταφέρουν ρωσικό σιτάρι με ρωσική σημαία, χωρίς να παρενοχλούνται από την Οθωμανική διοίκηση (αν βέβαια υποθέσουμε ότι αυτή η δεύτερη είχε καμμία πρόθεση να το κάνει). Το δεύτερο γεγονός είναι ο λεγόμενος «ηπειρωτικός αποκλεισμός»: το 1812 η Αγγλία επέβαλε αποκλεισμό στα γαλλικά και γαλλοκρατούμενα λιμάνια, στα πλαίσια των ναπολεόντειων πολέμων. Οι Ελληνες ναυτικοί έσπαγαν με πραγματικό ηρωισμό αυτόν τον αποκλεισμό, όχι για λόγους οιασδήποτε αλληλεγγύης προς τη ναπολεόντεια Γαλλία, αλλά για να διεξάγουν ... μαύρη αγορά, στην οποία επιδόθηκαν με χαρακτηριστική επιτυχία.

Η ίδια η οθωμανική διοίκηση έδρασε πολλές φορές προστατευτικά σε σχέση με το εμπόριο των Ελλήνων. Τα διοικητικά και φορολογικά προνόμια που απολάμβαναν τα νησιά του Αιγαίου είναι χαρακτηριστικό δείγμα μιας πολιτικής όχι απλώς ανοχής, αλλά και ενθάρρυνσης των ναυτιλιακών δραστηριοτήτων των Ελλήνων από την πλευρά της Πύλης.

Τα πρώτα δείγματα της μεγάλης ανάπτυξης της ελληνικής ναυτιλίας ωστόσο, δε σημειώνονται στο Αιγαίο, αλλά στη Δυτική Ελλάδα (εννοούμε τη Δυτική Στερεά και όχι βέβαια τα βενετοκρατούμενα Ιόνια που βιώνουν κάτω από ιδιότυπο κοινωνικό - οικονομικό καθεστώς). Ενδεχομένως, η μεγαλύτερη ευκολία επαφής με τις σαφώς πιο πλούσιες και αναπτυγμένες αγορές της Δύσης ήταν και η αιτία για την ανάπτυξη αυτή. Οι πρώτες πόλεις οι οποίες δημιούργησαν σημαντικό εμπορικό στόλο (ναυπηγημένο μάλιστα κατά μεγάλο μέρος σε τοπικούς ταρσανάδες) είναι το Γαλαξίδι και το Μεσολόγγι. Παραθέτω ορισμένα ενδεικτικά στοιχεία: το 1764, ο εμπορικός στόλος της πόλης του Μεσολογγίου αριθμούσε 75 πλοία, από τα οποία τα 57 είχαν μάλιστα ναυπηγηθεί σε ελληνικούς ταρσανάδες. Σύμφωνα με τον Pouqueville, στις αρχές της δεύτερης δεκαετίας του 19ου αιώνα, τα πλοία «ελληνικών» συμφερόντων ανέρχονταν σε 615, συνολικής χωρητικότητας 153.590 τόνων, ενώ τα πληρώματα αποτελούνταν από 37.526 άτομα.

Σε αυτό το σημείο, εισάγονται άλλα δύο ζητήματα, πολύ σημαντικά για τους συνολικούς προβληματισμούς μας: το ζήτημα των σχέσεων ιδιοκτησίας στις ναυτιλιακές και ναυπηγικές επιχειρήσεις και το ζήτημα της ανάπτυξης της βιοτεχνίας - βιομηχανίας στον ελλαδικό χώρο, με αφορμή ακριβώς την ανάπτυξη της ναυπηγικής. Κατ’ αρχήν, θα πρέπει να τονίσουμε ότι τα πλοία δεν αναλάμβαναν μόνο τη μεταφορά προϊόντων ξένης ιδιοκτησίας, αλλά οι πλοιοκτήτες τα χρησιμοποιούσαν για να διεξαγάγουν εμπόριο με δικά τους προϊόντα. Γενικά, θεωρείται ότι η ιδιοκτησία στα πλοία ήταν εταιρικής μορφής και ότι σε αυτή την «εταιρεία» συμμετείχε και το πλήρωμα, το οποίο αναλογικά μοιραζόταν τόσο τα κέρδη όσο και τις ζημίες. Φαίνεται ωστόσο, ότι ο «αναλογικός» χαρακτήρας των εισπράξεων των κερδών από την πλευρά του πληρώματος, καλύπτει στην πραγματικότητα μια μορφή μισθοδοσίας. Είναι πολύ πιθανό κάτω από παλιότερες μορφές, να υπάρχει συγκαλυμμένη μισθωτή εργασία[6].

Στα ναυπηγεία πάντως, φαίνεται να ισχύει το σύστημα της μισθωτής εργασίας. Οι ελληνικοί ταρσανάδες θεωρούνταν πολύ αξιόλογοι και οι Ελληνες ναυπηγοί ιδιαίτερα ικανοί τεχνίτες. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι στους ελληνικούς ταρσανάδες μπορούσαν να ναυπηγηθούν μεγάλα πλοία, ανάλογης χωρητικότητας με αυτά που ναυπηγούνταν στην Ευρώπη. Δεν υπάρχουν σαφή στοιχεία ούτε για το ύψος των μισθών ούτε και για τον τρόπο με τον οποίο γινόταν η μισθοδοσία, αλλά πάντως δεν υπάρχουν επίσης στοιχεία που να πιστοποιούν συνιδιοκτησία στο σώμα του καραβιού, ως αμοιβή για τη συμμετοχή στη ναυπήγησή του[7].

Πέρα όμως, από το γεγονός αυτό, πρέπει να σημειώσουμε ότι η ανάπτυξη της ναυτιλίας αντανακλά και μια γενικότερη ένταση της επενδυτικής δραστηριότητας των Ελλήνων κεφαλαιούχων. Σύμφωνα με το Γ. Λεονταρίτη, ειδικά η ναυτιλιακή δραστηριότητα των Μεσολογγιτών συνδεόταν άμεσα με τις επιχειρηματικές και παραγωγικές δραστηριότητες της Ηπείρου (περιοχής με υψηλό βαθμό αστικής ανάπτυξης). Φαίνεται ότι Ηπειρώτες έμποροι έκαναν επενδύσεις στις ναυτιλιακές επιχειρήσεις του Μεσολογγίου ενώ μια άλλη, ενδιαφέρουσα πλευρά είναι ότι το ίδιο έκαναν και έμποροι από τη Κεφαλλονιά, την Ιθάκη και τη Ζάκυνθο, με σκοπό κυρίως να ξεφύγουν από τον ασφυκτικό παρεμβατισμό της βενετικής διοίκησης[8]. Αντίθετα, το εμπόριο της άλλης ναυτικής δύναμης της Στερεάς Ελλάδας, του Γαλαξιδίου, συνδεόταν ιδιαίτερα με τις παραγωγικές δραστηριότητες και το εμπόριο της Πελοποννήσου[9].

Η ΒΙΟΤΕΧΝΙΑ ΚΑΙ Η ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ. ΟΡΙΣΜΕΝΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΠΟΥ ΑΦΟΡΟΥΝ ΤΗ ΣΧΕΤΙΚΗ ΥΣΤΕΡΗΣΗ ΤΟΥΣ

Η σχέση της ανάπτυξης της ναυτιλίας με την ανάπτυξη άλλων παραγωγικών δραστηριοτήτων, μας περνά σε ένα άλλο ζήτημα, εξ ίσου σημαντικό: το θέμα των μη εμπορικού χαρακτήρα αστικών οικονομικών λειτουργιών των ελληνικών πληθυσμών. Κατά το 18ο και το 19ο αιώνα, φαίνεται ότι η οργάνωση της βιοτεχνικής παραγωγής ξεπερνά το στάδιο της μεσαιωνικού τύπου συντεχνίας. Λίγα είναι ωστόσο τα παραδείγματα που έχουν μελετηθεί με επάρκεια και, μάλιστα, με μια δόση ρομαντισμού (π.χ. τα Αμπελάκια της Θεσσαλίας που εμφανίζονται ως συνεταιρισμός, αλλά στην πραγματικότητα, πρόκειται για καπιταλιστική επιχείρηση). Πάντως, είναι πλέον πιστοποιημένο γεγονός ότι τα κεφάλαια που συσσωρεύονταν από το εμπόριο επενδύονταν και σε βιοτεχνικές-βιομηχανικές οικονομικές δραστηριότητες, αλλά και ότι πολλά από τα εμπορεύσιμα προϊόντα προέρχονταν από βιοτεχνίες «ελληνικών» συμφερόντων. Ο Β. Κρεμμυδάς μιλά για πραγματική βιομηχανική «έκρηξη» στο μεταίχμιο του 18ου και του 19ου αιώνα, αναφέροντας ως κύριες βιομηχανίες του ελλαδικού χώρου τη θαλάσσια βιομηχανία (στην οποία, κακώς κατά τη γνώμη μας, δε συμπεριλαμβάνει τη ναυτιλία, αλλά μόνο τη ναυπήγηση πλοίων), την υφαντουργία - νηματουργία και τη σαπωνοποιΐα[10]. Σύμφωνα με τον ίδιο, γύρω στα 1800 η βιομηχανική - βιοτεχνική παραγωγή θα πρέπει να ξεπερνούσε το 30% της συνολικής παραγωγής[11]. Ο Β. Κρεμμυδάς ισχυρίζεται ότι η άνθιση αυτή διακόπτεται λίγο πριν από την επανάσταση, κάτι που έχει την αντανάκλασή του και στη ναυτιλία και στο εμπόριο.

Το ζήτημα αυτό - της οπισθοδρόμησης στην ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων και των αιτίων που οδήγησαν σε αυτήν - είναι υπαρκτό και σημαντικό. Ισως δεν έχει διερευνηθεί ακόμη στην έκταση που πρέπει, καθώς, εξ άλλου και πολλά άλλα ζητήματα που σχετίζονται με την ανάπτυξη της βιοτεχνίας και της βιομηχανίας στον οθωμανοκρατούμενο χώρο. Οι πηγές, έμμεσες και άμεσες, σε σχέση με τις δραστηριότητες αυτές είναι σαφώς λιγώτερες από εκείνες που σχετίζονται με τη ναυτιλία και το εμπόριο.

Πάντως, ακόμα και κάτω από αυτές τις συνθήκες, η εικόνα του οθωμανοκρατούμενου ελλαδικού χώρου πριν από την επανάσταση δεν είναι εικόνα ενός χώρου που δε συμμετέχει στις διαδικασίες της μετάβασης στον καπιταλισμό. Αντίθετα, υπάρχουν ισχυρά φανερώματα αστικής ανάπτυξης και μια δραστήρια αστική τάξη που μπαίνει με αξιώσεις στο διεθνή χώρο και ανταγωνίζεται επί ίσοις όροις τις αστικές τάξεις της Γαλλίας και της Μεγάλης Βρετανίας. Μόνο που από αυτή την αστική τάξη λείπει κάτι βασικό για την περαίωση του ιστορικού της ρόλου: λείπει το εθνικό κράτος και η εσωτερική αγορά. Η αστική τάξη των Ελλήνων λειτουργεί μέσα στα πλαίσια της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Από την άλλη όμως, ακριβώς επειδή αναπτύσσει την εθνική της συνείδηση, σαν αποτέλεσμα των οικονομικών της δραστηριοτήτων, τείνει όλο και περισσότερο να αποκοπεί από αυτήν[12]. Το ευρύτερα οικονομικό και θεσμικό της πλαίσιο καθίσταται προοδευτικά ασφυκτικό. Ετσι λοιπόν, η ελληνική αστική τάξη αποκτά ιδεολογικούς προσανατολισμούς σαφώς επηρεασμένους από το γαλλικό διαφωτισμό όχι όμως τόσο με την έννοια της εξωτερικής επίδρασης όσο επειδή οι ανάγκες της εγγράφονται μέσα στο συνολικό πλαίσιο των αναγκών της αστικής τάξης εκείνης της εποχής οπουδήποτε στον κόσμο. Οι δυνάμει συμμαχίες της σχετίζονται οπωσδήποτε με αυτούς τους προσανατολισμούς: δεν είναι τυχαία η πίστη πολλών εκπροσώπων του ελληνικού διαφωτισμού στην επαναστατική, ακόμα και στη ναπολεόντεια Γαλλία ούτε και η μετέπειτα ιδεολογική και πολιτική στροφή προς τη Μεγάλη Βρετανία, για την οποία θα μιλήσουμε παρακάτω.

 

ΤΟ ΖΗΤΗΜΑ ΤΩΝ ΠΑΡΟΙΚΙΩΝ

Μέχρι στιγμής δεν έχουμε αναφερθεί καθόλου στις ελληνικές παροικίες στην Ευρώπη. Υπάρχει μια διάχυτη άποψη που θέλει την αστική τάξη του ελληνισμού να διαμορφώνεται όχι μόνο εκτός ελλαδικού χώρου, αλλά και εκτός Οθωμανικής αυτοκρατορίας, παραγνωρίζοντας τη γένεση καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής μέσα σε αυτό το χώρο. Πάνω σε αυτή την αντίληψη, στηρίζεται και μία θεωρία που θέλει την Επανάσταση του ‘21 «εισαγόμενη», με την έννοια ότι υποκινήθηκε από τους έλληνες των παροικιών, για ιδεολογικούς κυρίως λόγους, αφού αυτοί ήρθαν εξ αντικειμένου πρώτοι σε επαφή με το γαλλικό διαφωτισμό.

Πιστεύουμε ότι τα στοιχεία που αναφέραμε προηγουμένως δε στοιχειοθετούν μια τέτοια αντίληψη, δεδομένης της σημαντικής οικονομικής δραστηριότητας των Ελλήνων αστών, μέσα στον ίδιο τον ελλαδικό χώρο (αλλά και τον ευρύτερο βαλκανικό). Από την άλλη πλευρά, δεν μπορούμε να αρνηθούμε την πραγματικά πλούσια παρουσία και οικονομική ζωή των Ελλήνων της διασποράς. Ωστόσο, δεν μπορούμε να θεωρήσουμε ότι αυτές οι παροικίες λειτουργούσαν ξεκομμένα και σε αντιπαράθεση με τα οικονομικά δρώμενα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Είναι γεγονός ότι οι Ελληνες, για να ξεφύγουν πολλές φορές από τις ασφυκτικές δεσμεύσεις του οθωμανικού νομοθετικού πλαισίου, κατέφευγαν σε χώρες εκτός αυτοκρατορίας (όπου αντίθετα έχαιραν πολλών προνομίων). Η δραστηριότητά τους όμως δεν ήταν αποκομμένη από το οθωμανικό κέντρο. Πολλές φορές έχουμε την περίπτωση επιχειρήσεων που λειτουργούν τόσο εντός αυτοκρατορίας, όσο και στο εξωτερικό. Αρκεί να παραθέσουμε την περίπτωση του πατρός Κοραή, ο οποίος είχε την έδρα των επιχειρήσεών του στη Σμύρνη (ήταν έμπορος υφασμάτων), αλλά σημαντικά παραρτήματα στο Αμστερνταμ και αλλού. Δεν πρόκειται λοιπόν για μια «εμφύτευση» αστικών δραστηριοτήτων και αστικής ιδεολογίας «απ’ έξω», αλλά για μια εξακτίνωση στις παροικίες δραστηριοτήτων που διενεργούνται και αναπτύσσονται μέσα στα πλαίσια της ίδιας της αυτοκρατορίας.

Μια άλλη πλευρά του ζητήματος των παροικιών είναι και η ακόλουθη: το γεγονός ότι το ελληνικό αστικό στοιχείο βρίσκεται και δρα τόσο μέσα στο χώρο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας όσο και έξω από αυτήν, δημιουργεί την εικόνα ενός πληθυσμού που, μέσα από τις κοινές οικονομικές του λειτουργίες, διαμορφώνει ενιαία εθνική συνείδηση, δεν παρουσιάζει όμως εδαφική συνοχή. Με αυτόν τον τρόπο, δυσκολεύει, για τους έλληνες, η επίλυση του εθνικού τους ζητήματος (είναι, εξ άλλου, ένα πρόβλημα που κληροδοτήθηκε και στον αιώνα μας και δεν επιλύθηκε οριστικά πριν από το 1923). Από την άλλη όμως, οι παροικίες συντελούν στη διευρυμένη αναπαραγωγή του ελληνικού κεφαλαίου, συντελώντας στην πρόοδο των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής, τόσο πριν όσο και - κυρίως - μετά την ίδρυση του ελληνικού κράτους. Σύμφωνα δε με τον καθηγητή Σβορώνο, στο βαθμό που οι ελληνικές παροικίες και οι ελληνικές αστικές δραστηριότητες εκδηλώνονται στην ευρύτερη περιοχή των Βαλκανίων, οι έλληνες λειτουργούν ως «μια διαβαλκανική αστική τάξη», συντελώντας στην εθνική αφύπνιση και των άλλων εθνών της περιοχής.

 

ΜΕΘΟΔΟΛΟΓΙΚΑ ΖΗΤΗΜΑΤΑ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΑΣΤΙΚΗΣ ΤΑΞΗΣ, ΤΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ ΤΗΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΔΙΕΘΝΩΝ ΣΥΜΜΑΧΙΩΝ ΤΗΣ

Στη μέχρι τώρα αναδρομή μας, αναφερθήκαμε στις βασικές οικονομικές δραστηριότητες που ανέπτυξαν οι Ελληνες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, κυρίως στο εσωτερικό της, με αντανάκλαση και στις παροικίες του εξωτερικού. Από ένα ιστορικό σημείο και μετά, η διαμορφούμενη ελληνική αστική τάξη (και το νεοσύστατο ελληνικό κράτος) συνεργάστηκε πολύ στενά με την ισχυρότερη καπιταλιστική δύναμη της εποχής, τη Μεγάλη Βρετανία, η οποία, μετά και τη γαλλική επανάσταση και τους ναπολεόντειους πολέμους, πέτυχε να εκτοπίσει από την ανατολική Μεσόγειο την ανταγωνίστριά της Γαλλία και να τη διαδεχθεί ως κυρίαρχη οικονομικά και πολιτικά δύναμη της περιοχής. Η συνεργασία αυτή ήταν αποτέλεσμα των οξυμένων αναγκών των επαναστατημένων ελλήνων - και αργότερα του ελληνικού κράτους - να αποκτήσουν ισχυρά διεθνή ερείσματα, σε μια εποχή κατά την οποία δεν είχε λυθεί ούτε το εθνικό πρόβλημα ούτε το λεγόμενο «ανατολικό ζήτημα»[13]. Ταυτόχρονα, η ίδια η επανάσταση κινδύνευε πολλές φορές να καταπνιγεί, αφού η παρακμάζουσα Οθωμανική Αυτοκρατορία διατηρούσε ωστόσο αρκετά ισχυρή στρατιωτική μηχανή, δεχόμενη και τη βοήθεια του Μωχάμετ Αλυ της Αιγύπτου. Μέσα σε ένα διαμορφωμένο πλέγμα διεθνών συμφερόντων και συγκρούσεων, η ελληνική αστική τάξη επέλεξε ως ισχυρό «σύμμαχο» και «εταίρο» τη Μεγάλη Βρετανία, θεωρώντας ότι διασφαλίζει έτσι καλύτερα τα συμφέροντά της και, χωρίς αυτό το στοιχείο, ειδωμένο με βάση τις ανάγκες της εποχής, να αποτελεί κάποιου είδους ηθική «μομφή».

Κάτω από αυτούς τους όρους, η «συνεργασία» υπήρξε αναμφίβολα ετεροβαρής, δεδομένης της διαφοράς στην οικονομική δυναμικότητα των δύο αστικών τάξεων (και των δύο κρατών αργότερα). Ο ετεροβαρής αυτός χαρακτήρας επιτάθηκε λόγω της σύναψης δανείων από τη Μεγάλη Βρετανία, στην οποία προέβησαν οι επαναστατικές κυβερνήσεις. Η Ελλάδα μπήκε λοιπόν ως χώρα στο καπιταλιστικό σύστημα και στη νέα εποχή από θέση εξ ορισμού δυσχερή και εξαρτημένη. Η θέση αυτή την κατέστησε πολύ πιο ευάλωτη στις πολιτικές και στρατιωτικές επεμβάσεις των μεγάλων δυνάμεων που έγιναν φανερές ήδη από τη διαδικασία συγκρότησης του ελληνικού κράτους, με την επιβολή ενός ιδιότυπου καθεστώτος τριεθνούς «προστασίας» από τις μεγάλες δυνάμεις της εποχής. Η προϊστορία αυτή αντανακλάται και στις κατά καιρούς επιλογές διακρατικών συμμαχιών από την άρχουσα τάξη της Ελλάδας και τα κόμματα που την εκπροσωπούσαν, ενώ ερμηνεύει και τη θέση της χώρας μας στο ιμπεριαλιστικό σύστημα. Ομως, σε καμμία περίπτωση η διαδικασία αυτή δεν αναιρεί τον εγγενή χαρακτήρα των μεταβολών στις οικονομικές και κοινωνικές εξελίξεις στην Οθωμανική αυτοκρατορία, μεταβολών που οδήγησαν στη δημιουργία ελληνικής αστικής τάξης και τη συγκρότηση ελληνικού κράτους σαφώς αστικού χαρακτήρα. Η αλληλοσύνδεση των αρχουσών τάξεων των εθνών-κρατών δεν αφορά μόνο τις σχέσεις Ελλάδας-Μεγάλης Βρετανίας ούτε γενικά τη σχέση ανάμεσα σε ισχυρότερες οικονομικά και ασθενέστερες καπιταλιστικές χώρες. Αφορά όλες τις χώρες που συμμετέχουν στο καπιταλιστικό σύστημα και, πολύ περισσότερο, στο σύστημα του ιμπεριαλισμού, χωρίς να αναιρεί το αυθύπαρκτο και τις πρωτοβουλίες (οικονομικές, πολιτικές, εν τέλει ιστορικές) κάθε εθνικής αστικής τάξης. Ούτε, βέβαια, από την άλλη πλευρά, αναιρεί τον «ετεροβαρή» όπως περιγράψαμε πιο πάνω, χαρακτήρα αυτών των διακρατικών σχέσεων.

Παρ’ όλα αυτά τα προβλήματα, ο έντονα αστικός χαρακτήρας της επανάστασης και του κράτους που προέκυψε από αυτήν, φάνηκε από πολύ νωρίς: από τα ίδια τα συντάγματα που ψηφίστηκαν κατά τη διάρκεια της επανάστασης τα οποία ήταν τα προοδευτικότερα και ριζοσπαστικότερα της εποχής. Αρκετή συζήτηση γίνεται και για την παρουσία ισχυρών φεουδαρχικών καταλοίπων στο ελληνικό κράτος. Αν προσεγγίσουμε όμως το ζήτημα με όρους οικονομικούς και κοινωνικούς, με όρους σχέσεων παραγωγής, θα δούμε το εξής: Στο νεοσύστατο ελληνικό κράτος, το 1832, κυρίαρχη παραγωγική μονάδα στην αγροτική οικονομία ήταν ο μικρός ελεύθερος κλήρος και όχι η εκτεταμένη γαιοκτησία φεουδαρχικού τύπου (με εξαίρεση ορισμένα τσιφλίκια στην Αττική και τη Βοιωτία). Το δε αγροτικό πρόβλημα που αντιμετώπισε το 1881, με την ενσωμάτωση της Θεσσαλίας είναι ζήτημα που συνδέεται περισσότερο με τη βίαιη αποσύνθεση του φεουδαρχικού συστήματος που επέβαλε η ένταξη της θεσσαλικής έγγειας ιδιοκτησίας στο αστικό ελληνικό νομοθετικό πλαίσιο, καταργώντας την πρόσδεση του χωρικού στη γη και δημιουργώντας στρατιές ακτημόνων ή ενοικιαστών των κλήρων.

Ωστόσο, το ίδιο αυτό ζήτημα (της κυριαρχίας του μικρού ελεύθερου κλήρου) έχει και μια άλλη πλευρά. Ο καλλιεργητής δεν αφήνει εύκολα τη γη του: το γεγονός αυτό υπήρξε ένας από τους καθοριστικούς παράγοντες εξ αιτίας των οποίων δε δημιουργήθηκε μαζική εργατική τάξη, μέχρι τουλάχιστον το τέλος του περασμένου αιώνα, «μπλοκάροντας» ενδεχομένως τις διαδικασίες εκβιομηχάνισης της χώρας. Ολα αυτά όμως είναι ζητήματα τα οποία απαιτούν ουσιαστική και βαθεία μελέτη που, πιστεύουμε, θα βοηθήσει και σε μια αρτιότερη εκτίμηση όχι μόνο των ιστορικών γεγονότων από μαρξιστική σκοπιά, αλλά και των σημερινών δρώμενων και απαιτήσεων της ελληνικής κοινωνίας. Εμείς, σε αυτή τη σύντομη παρουσίαση, απλώς επιδιώξαμε να θέσουμε ορισμένους μεθοδολογικούς προβληματισμούς, υποσχόμενοι να επανέλθουμε σε αυτούς σε προσεχή τεύχη του περιοδικού μας ώστε να συμβάλουμε, στα μέτρα των δυνατοτήτων μας, στην καλύτερη διερεύνησή τους.

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Ιστορία του Ελληνικού Εθνους (Εκδοτική Αθηνών): Τόμοι Ι΄ και ΙΑ΄ («Ο ελληνισμός υπό ξένη κυριαρχία - Λατινοκρατία, Τουρκοκρατία, 1453-1821»).

Νίκος Γ. Σβορώνος: «Ανάλεκτα Νεοελληνικής Ιστορίας και Ιστοριογραφίας», Ιστορική Βιβλιοθήκη, Θεμέλιο, 1982.

Βασίλης Κρεμμυδάς: «Εισαγωγή στην ιστορία της νεοελληνικής κοινωνίας (1700 - 1821)», εκδ. Εξάντας, 1988.

Γ. Λεονταρίτης: «Ελληνική εμπορική ναυτιλία (1453-1850)». Εταιρεία Μελέτης Νέου Ελληνισμού - Μνήμων, 1981 (Θεωρία και Μελέτες Ιστορίας 1).

Βασ. Βλ. Σφυρόερα: «Επισκόπηση -Οικονομική και Δημογραφική- του Τουρκοκρατούμενου ελληνικού χώρου (1669-1821)». Αθήνα, 1979.

Σπ. Ασδραχά: «Ζητήματα ιστορίας». (Ιστορική Βιβλιοθήκη), εκδ. «Θεμέλιο».

Ν. Τοντόροφ: «Η βαλκανική πόλη (15ος-19ος αιώνας)», τόμος Β΄. (Ιστορική Βιβλιοθήκη), εκδ. «Θεμέλιο», 1986.

Γ. Ζεύγου: «Σύντομη μελέτη της νεοελληνικής ιστορίας», μέρος Α΄ - «Τα νέα βιβλία Α.Ε.». Αθήνα, 1945.



Η Δώρα Μόσχου είναι μέλος του Τμήματος Ιστορίας της ΚΕ του ΚΚΕ.

[1] Εδώ, κρίνω σκόπιμη μια διευκρίνιση, σχετικά με την ορολογία που χρησιμοποιώ: όπου αναφέρεται ο όρος «ελληνικός», αναφέρεται καταχρηστικά. Η μακρά περίοδος της Οθωμανικής κυριαρχίας είναι η εποχή κατά την οποία λαοί και εθνότητες που συγκατοικούσαν στον ελλαδικό χώρο αποτέλεσαν το πρόπλασμα για τη διαμόρφωση του ελληνικού έθνους, μέσα από τη συμβίωση σε κοινό γεωγραφικό χώρο, την κοινή οικονομική δραστηριότητα, την κοινή γλώσσα (την ισχυρή σε παράδοση ελληνική) και την κοινή νοοτροπία και κουλτούρα. Εν γένει, με την αναφορά σε «Ελληνες» εννοώ τους ορθόδοξους κατά τεκμήριο και, ως επί το πλείστον ελληνόφωνους πληθυσμούς της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

[2] Οσον αφορά τη βιοτεχνία του ορεινού χώρου, μπορούμε να παρατηρήσουμε ότι στηρίζεται κατά μεγάλο μέρος σε μια αγροτικού χαρακτήρα δραστηριότητα, την κτηνοτροφία. Οπως θα δούμε παρακάτω, βασική μορφή της βιοτεχνίας στον τουρκοκρατούμενο ελλαδικό χώρο ήταν η υφαντουργία που σχετίζεται άμεσα με την παραγωγή υφαντικών υλών, άρα και μαλλιού.

[3] Νίκος Γ. Σβορώνος: Ανάλεκτα νεοελληνικής ιστορίας και ιστοριογραφίας. Κεφ. Β΄-5. (Οι συνέπειες της οικονομικής δραστηριότητας των Ελλήνων της Βαλκανικής Χερσονήσου στο 18ο αιώνα). Εκδ. «Θεμέλιο» - Ιστορική Βιβλιοθήκη, 1982.

[4] Νίκος Γ. Σβορώνος: Ανάλεκτα νεοελληνικής ιστορίας και ιστοριογραφίας. Κεφ. Β΄-5. (Οι συνέπειες της οικονομικής δραστηριότητας των Ελλήνων της Βαλκανικής Χερσονήσου στο 18ο αιώνα). Εκδ. «Θεμέλιο» - Ιστορική Βιβλιοθήκη, 1982.

[5] Η ναυτική παράδοση είναι ισχυρότατη και παλαιότατη στον ελλαδικό και ευρύτερο αιγιακό χώρο. Πέρα από τις περιορισμένες πλουτοπαραγωγικές πηγές, η ανάγκη για εξεύρεση τροφής και για επικοινωνία ώθησε από τους αρχαιότατους χρόνους τους κατοίκους των νησιών, κυρίως του Αιγαίου (αλλά και των παραλίων) να στραφούν στην εξερεύνηση των θαλασσινών δρόμων. Ετσι αναπτύχθηκαν σημαντικοί πολιτισμοί, από την αυγή ακόμα της ανθρώπινης ιστορίας, για παράδειγμα ο κυκλαδικός αλλά και ο μινωικός πολιτισμός.

[6] Χαρακτηριστικό από αυτή την άποψη είναι αυτό που γράφει ο Β. Κρεμμυδάς: «Δε χωρεί μάλιστα αμφιβολία ότι η κακή τροφοδοσία των πληρωμάτων - οι ίδιοι οι εφοπλιστές έχουν επαινέσει το «λιτοδίαιτον» των Ελλήνων ναυτικών - σε μια στιγμή βέβαια που η προσφορά εργασίας υπερκάλυπτε τη ζήτηση, καθώς και η επένδυση της αμοιβής του, του μεριδίου τους στη σερμαγιά του φορτίου ήταν από τους βασικότερους τρόπους για την αύξηση των κερδών των εφοπλιστών». (Βασίλης Κρεμμυδάς: «Εισαγωγή στην ιστορία της νεοελληνικής κοινωνίας (1700-1821)». Εκδ. Εξάντας, 1988, σελ. 129).

[7] Βασίλης Κρεμμυδάς: «Εισαγωγή στην ιστορία της νεοελληνικής κοινωνίας (1700-1821)». Εκδ. Εξάντας, 1988, σελ. 129.

[8] Οι βενετοί ασκούσαν μια αυστηρή μερκαντιλλιστική πολιτική, σύμφωνα με την οποία επέβαλαν σε όλους τους εμπόρους που προέρχονταν από τις αποικίες τους να μεταφέρουν πρώτα τα εμπορεύματά τους στη Γαληνοτάτη, από όπου και διοχετεύονταν στις άλλες αγορές.

[9] Γεώργιος Λεονταρίτης: «Ελληνική εμπορική ναυτιλία (1453 - 1850)». Εταιρεία Μελέτης Νέου Ελληνισμού - Μνήμων, 1981, Θεωρία και Μελέτες Ιστορίας 1.

[10] Θα πρέπει να προσθέσουμε ότι άλλος ένας βιομηχανικός κλάδος δεν ήταν άγνωστος στον ελλαδικό χώρο: πρόκειται για την εξορυκτική δραστηριότητα, με χαρακτηριστικό - και ίσως όχι τόσο μελετημένο - παράδειγμα τα Μαντεμοχώρια της Χαλκιδικής. Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με την ανάπτυξη της ναυτιλίας και της υφαντουργίας, έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, αν αναλογιστούμε ότι, σύμφωνα με τον Ενγκελς, η «δημιουργία του βιομηχανικού κεφαλαίου είχε αρχίσει ήδη από το Μεσαίωνα και μάλιστα σε τρεις τομείς: στη ναυτιλία, στην εξορυκτική βιομηχανία και στην κλωστοϋφαντουργία» (Συμπλήρωμα και επίλογος στο ΙΙΙ Βιβλίο του «Κεφαλαίου», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», τόμος Γ΄, σελ. 1111).

[11] Β. Κρεμμυδάς, ό.π.

[12] Μια συνηθισμένη λαθροχειρία ορισμένων αστών Τούρκων ιστορικών είναι η εξής: ισχυρίζονται ότι οι Ελληνες δεν είχαν λόγο να «αποστατήσουν» από την αυτοκρατορία, αφού μέσα στα πλαίσιά της περνούσαν καλά. Πέρα από το γεγονός ότι δεν περνούσαν όλοι οι Ελληνες (ούτε εξ άλλου όλοι οι Μωαμεθανοί ή οι άλλοι Βαλκάνιοι) καλά στην οθωμανική αυτοκρατορία, ακριβώς επειδή μια όχι ασήμαντη μερίδα των Ελλήνων «περνούσε καλά» (και αναφέρομαι στην αστική τάξη) ακριβώς γι’ αυτό «όφειλαν», με ιστορικούς όρους, να επαναστατήσουν και να συγκροτήσουν δικό τους, εθνικό κράτος.

[13] Το ζήτημα δηλαδή της διατήρησης ή της διάλυσης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.