ΟΡΙΣΜΕΝΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΑΣΤΙΚΗΣ ΤΑΞΗΣ (Η περίπτωση του παροικιακού ελληνισμού της Ουγγαρίας)

Το πολυσύνθετο θέμα της Επανάστασης του ’21 αποτελούσε και εξακολουθεί να αποτελεί αντικείμενο επιστημονικής μελέτης για το πληρέστερο φώτισμα θεμελιακών προβλημάτων, που σχετίζονται κυρίως με τις ιδιομορφίες της αστικής ανάπτυξης, κατά την άμεση προεπαναστατική εποχή, το χαρακτήρα των φορέων της, την ιδεολογία της επανάστασης και τις κινητήριες δυνάμεις.

Γύρω από το πρόβλημα της καπιταλιστικής ανάπτυξης και των ιδιομορφιών της έχει γίνει αρκετή συζήτηση και έχουν διατυπωθεί διάφορες γνώμες και απόψεις. Είναι αναμφισβήτητα ένα πρόβλημα που απαιτεί παραπέρα μελέτη. Και αυτό γιατί το ζήτημα σε ποια βαθμίδα οικονομικής ανάπτυξης είχε φτάσει η προεπαναστατική Ελλάδα, έχει αποφασιστική σημασία για το σωστό προσδιορισμό του χαρακτήρα της επανάστασης, των κινητήριων δυνάμεών της και την πορεία της.

Ερευνώντας το θέμα της αστικής ανάπτυξης δεν είναι σωστό να καταλήξουμε στο συμπέρασμα ότι το βασικό χαρακτηριστικό της ελληνικής κοινωνίας στις αρχές του 19ου αιώνα είναι η μαζική αγροτική της διάσταση και η προκαπιταλιστική της δομή, αν και ο όρος «προκαπιταλιστική δομή» περικλείει μέσα του την έννοια ύπαρξης ορισμένων φύτρων, στοιχείων καπιταλιστικών σχέσεων, ούτε βέβαια, μπορούμε να υποστηρίξουμε ότι στα προεπαναστατικά χρόνια έχουμε λίγο-πολύ αναπτυγμένες καπιταλιστικές σχέσεις στον ελλαδικό χώρο, γιατί μια τέτια άποψη δε θεμελιώνεται επιστημονικά και δεν ανταποκρίνεται στο επίπεδο ανάπτυξης αυτών των σχέσεων.

Κατά το 18ο και τις αρχές του 19ου αιώνα έχουμε αναμφισβήτητα πολλά στοιχεία πρωταρχικής καπιταλιστικής ανάπτυξης, τόσο στον ελλαδικό χώρο, όσο και στο χώρο της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, καθώς και έξω από αυτόν, κυρίως στο χώρο του παροικιακού ελληνισμού, που εκτείνεται τόσο στην Ανατολική Ευρώπη, όσο και, στην Κεντρική και Δυτική Ευρώπη.

Βέβαια, κατά την έρευνά μας, δεν πρέπει να ψάχνουμε να βρούμε έναν τύπο καπιταλιστικής ανάπτυξης στα μέτρα της Γαλλίας ή της Αγγλίας, γιατί κάτι τέτιο δεν υπάρχει.

Το γεγονός όμως αυτό δεν πρέπει να μας οδηγήσει στο να αρνούμαστε να δούμε τις αλλαγές που συντελούνται με την παρακμή - αποσύνθεση της οθωμανικής στρατιωτικής φεουδαρχίας και το πέρασμα από τη μορφή του σπαχιλικιού στη μορφή του ιδιόκτητου τσιφλικιού, στην παραπέρα ανάπτυξη της εμπορευματικής παραγωγής και των χρηματικών σχέσεων.

Την αστική ανάπτυξη με τα ιδιαίτερα στοιχεία που την χαρακτηρίζουν δε θα μπορέσουμε να τη δούμε, αν επιχειρήσουμε να εξετάσουμε μεμονωμένα τον τρόπο με τον οποίο εμφανίζεται στον έναν είτε στον άλλο χώρο.

Για να καταλήξουμε σε σωστά συμπεράσματα επιβάλλεται, όπως η έρευνά μας στραφεί στην αστική ανάπτυξη σφαιρικά, στο σύνολό της και σε όλους τους χώρους όπου ζει και κινείται το ελληνικό στοιχείο. Εξετάζοντας σφαιρικά το όλο θέμα, δεν μπορεί παρά να διακρίνουμε, ότι κατά τους 17ο και 18ο αιώνες, τόσο στα πλαίσια της Οθωμανικής αυτοκρατορίας όσο και έξω από αυτά, αναπτύσσεται μια πολύπλευρη εμπορική δραστηριότητα. Πολυάριθμες ομάδες Ελλήνων διαθέτουν πολύ σημαντικά για την εποχή εμπορικά κεφάλαια. Και το γεγονός αυτό έχει μεγάλη σημασία γιατί - όπως τονίζει ο Μαρξ - το εμπορικό κεφάλαιο είναι ο πρόδρομος του βιομηχανικού κεφαλαίου σε κάθε χώρα, γιατί από το εμπορικό κεφάλαιο αρχίζει η συσσώρευση του κεφαλαίου και μετά αυτό μετατρέπεται σε βιομηχανικό.

Η ανάπτυξη της εμπορικής δραστηριότητας που είχε σαν επακόλουθο τη δημιουργία ενός αρκετά ισχυρού εμπορικού, εμποροεφοπλιστικού κεφαλαίου, συνέβαλε αναμφισβήτητα στο δυνάμωμα του εμπορικού στόλου, με τη ναυπήγηση μεγάλου αριθμού εμπορικών καραβιών, στη δημιουργία και ανάπτυξη σειράς βιοτεχνικών και εμπορικών κέντρων (Υδρα, Σπέτσες, Ψαρά, Αμπελάκια, Μαντεμοχώρια, Ζαγοροχώρια, Γιάννενα, Λάρισα, Θεσσαλονίκη), στη διεύρυνση των εξαγωγών της τουρκοκρατούμενης Ελλάδας. Με τη σειρά του αυτό επέδρασε στην ανάπτυξη διαφόρων γεωργικών καλλιεργειών όπως: της σταφίδας, του λαδιού, του καπνού, της μεταξουργίας, κ.ά. Σημειώνουμε, τη σημαντική από μεθοδολογική άποψη παρατήρηση του Ενγκελς ότι «Ηδη στο μεσαίωνα είχε αρχίσει η δημιουργία του, (σ.σ. του βιομηχανικού κεφαλαίου) και μάλιστα σε τρεις τομείς: στη ναυτιλία, στην εξορυκτική βιομηχανία και στην κλωστοϋφαντουργία[1]

Είναι επίσης γεγονός ότι τις τελευταίες δεκαετίες του 18ου αιώνα και στις αρχές του 19ου λόγω του αρπακτικού χαρακτήρα της οθωμανικής στρατιωτικής φεουδαρχίας, του εντεινόμενου συναγωνισμού του δυτικού καπιταλιστικού κεφαλαίου και μιας σειράς άλλων παραγόντων (όπως οι Ναπολεόντιοι πόλεμοι), το ελληνικό εμπορικό, εμποροεφοπλιστικό κεφάλαιο παρουσιάζει σημαντική υποχώρηση. Στασιμότητα και, σε ορισμένους χώρους υποχώρηση, παρουσιάζει επίσης και η βιοτεχνία καθώς και η πορεία εμπορευματοποίησης της τσιφλικάδικης παραγωγής.

Ολα αυτά, όμως, σε καμμιά περίπτωση δεν πρέπει να μας οδηγήσουν στο συμπέρασμα ότι έπαψαν να υπάρχουν οι καταβολές της προηγούμενης αστικής καπιταλιστικής ανάπτυξης. Το πρόβλημα που μπαίνει επιτακτικά για έρευνα είναι να βρούμε και να τεκμηριώσουμε επιστημονικά σε ποιο βαθμό έχει προχωρήσει η εμπορευματοποίηση της βιοτεχνικής και της τσιφλικάδικης παραγωγής και η χρησιμοποίηση της μισθωτής εργασίας.

Παίρνω μια πλευρά: το παροικιακό εμπορικό κεφάλαιο, που όπως είναι γνωστό, κατά τους 17ο και 18ο και 19ο αιώνες παρουσιάζεται αρκετά αναπτυγμένο και διαδραματίζει σημαντικό ρόλο, τόσο στα πλαίσια της Οθωμανικής αυτοκρατορίας όσο και έξω από αυτά.

Θα αναφερθώ ιδιαίτερα, φυσικά σύντομα, στον παροικιακό ελληνισμό της Ουγγαρίας, ο οποίος σύμφωνα με την επίσημη ουγγρική ιστοριογραφία, διαδραμάτισε σπουδαίο ρόλο στο εμπόριο και στη διαμόρφωση του πρώϊμου καπιταλισμού της Ουγγαρίας του 18ου αιώνα[2].

Στην περιοχή της Ουγγαρίας και της Τρανσυλβανίας κατά τους 17ο και 18ο αιώνες συναντούμε πολυάριθμες ελληνικές κοινότητες. Πολλές από αυτές όπως οι κοινότητες των πόλεων: Πέστη, Βατς, Κέτσκεμετ, Μίσκολτς, Τοκάϊα, Εγκρι, Γκιουρ, Κόμαροφ, Ντίοσιγκ, Σιμπίου, Μπρασιόβ, Οράντεια, Κλουζ, Αλμπα, Ιούλια κ.ά. ξεχωρίζουν για την οικονομική και πνευματική τους άνθιση.

Σύμφωνα με σχετικές έρευνες Ούγγρων ιστορικών η εμφάνιση των Ελλήνων εμπόρων σε αυτές τις περιοχές αρχίζει από το 1541. Η αρχή της μαζικής εγκατάστασής τους στην περιοχή της Ουγγαρίας χρονολογείται από το 1687- 1718, ενώ η άνθιση των ελληνικών παροικιών εντοπίζεται μεταξύ 1718-1774.

Στα μέσα του 17ου αιώνα σημειώθηκε το πρώτο μεγάλο κύμα της εισροής των Ελλήνων στην Ουγγαρία. Η χρονολογία αυτή, σύμφωνα με τον Ούγγρο ιστορικό Οdon Fuves, συμπίπτει με την άνθιση των εμπορικών πόλεων της Μακεδονίας. Το δεύτερο και ισχυρότερο κύμα σημειώνεται ύστερα από το 1718 μετά από τη Συνθήκη Ειρήνης του Πασάροβιτς με τους Τούρκους. Με τη συνθήκη αυτή οι Ελληνες έμποροι απέκτησαν μια σειρά προνόμια, το μεγαλύτερο από τα οποία ήταν ότι σαν Τούρκοι υπήκοοι πλήρωναν μόνο 3% τελωνειακούς δασμούς, ενώ οι ντόπιοι έμποροι ήταν υποχρεωμένοι να πληρώσουν 33% και επιπλέον μια σειρά άλλους φόρους.

Οπως βλέπουμε οι Ελληνες έμποροι με το προνόμιο που απέκτησαν με τη Συνθήκη Ειρήνης του Πασάροβιτς στα 1739, βρίσκονταν σε εξαιρετικά προνομιακή θέση σε σχέση με τους ντόπιους εμπόρους. Λόγω των εξαιρετικά χαμηλών τελωνειακών δασμών ήταν σε θέση να πουλούν ασύγκριτα φτηνότερα τα προϊόντα τους και οι Ούγγροι να μη μπορούν να συναγωνιστούν μαζί τους.

Εκμεταλλευόμενοι λοιπόν το προνόμιο αυτό, καθώς και μια σειρά διατάγματα των Ούγγρων ιθυνόντων που πήραν υπό την προστασία τους τους Ελληνες εμπόρους και τους άφησαν χωρίς κανένα εμπόδιο να αναπτύξουν την εμπορική τους δραστηριότητα, κατάφεραν κατά το 17ο αιώνα να πάρουν στα χέρια τους σχεδόν ολόκληρο το εμπόριο στην Ουγγαρία[3].

Η Τρανσυλβανία περιοχή που σήμερα υπάγεται στη Ρουμανία είχε αναπτυγμένο εμπόριο με την Κωνσταντινούπολη ακόμη στο 16ο και 17ο αιώνα. Η περιοχή αυτή ήταν μια από τις βασικότερες αγορές των ανατολικών προϊόντων. Οι βασιλείς της Τρανσυλβανίας έπαιρναν πάντα υπό την προστασία τους τους μεσάζοντες του ανατολικού εμπορίου, τους Ελληνες. Το υπ’ αριθμόν 32 νομοθετικό διάταγμα π.χ. του 1609 έθετε τους Ελληνες άμεσα υπό την προστασία του εμπορικού επιμελητηρίου της Τρανσυλβανίας.

Στα χρόνια της ηγεμονίας του Γεωργίου Ράκοτσι Α΄ (1591-1648) η ανάπτυξη της γεωργίας παίρνει μεγάλες διαστάσεις. Με την ανάπτυξη αυτή, από τη μια, παρουσιάζεται αισθητή έλλειψη εργατικής δύναμης που καλύπτεται βασικά από τους φυγάδες των ηγεμονιών της Βλαχίας και της Μολδοβλαχίας και, από την άλλη, με την αύξηση της παραγωγής μεγαλώνουν οι εμπορικές δυνατότητες τις οποίες εκμεταλλεύονται οι Ελληνες έμποροι.

Στις 8 Ιούλη 1636 ο βασιλιάς Γεώργιος Ράκοτσι Α΄ υπογράφει διάταγμα στην πόλη Γκιουλαφεχιρβάρ, με το οποίο καθιερώνει ειδικά προνόμια για τους Ελληνες όπως: να εκλέγουν δικό τους δικαστή και να εμπορεύονται ελεύθερα, λιανικά και χοντρικά.

Στην εποχή του βασιλιά Απαφι Μιχαήλ (1668) το εμπόριο των πόλεων Μπρασόβ και Σιμπίου έζησε την ανθηρή του εποχή. Αυτό έπαιξε ρόλο στην άνθιση της οικονομικής ζωής της Τρανσυλβανίας. Την ίδια εποχή οι Ελληνες ήταν οι τραπεζίτες και οι έμποροι του βασιλιά Απαφι[4].

Για την πλούσια δραστηριότητα των Ελλήνων εμπόρων στην Ουγγαρία και την Τρανσυλβανία θα μπορούσαμε να αναφέρουμε πολλά. Περιοριζόμαστε σε μερικά μόνο χαρακτηριστικά παραδείγματα, που δείχνουν το σημαντικό ρόλο που διαδραμάτισαν στην καπιταλιστική ανάπτυξη των ουγγρικών πόλεων.

Οργανωμένοι σε εμπορικές κομπανίες μπόρεσαν να διαθέσουν μεγάλα κεφάλαια και να δημιουργήσουν στην Ουγγαρία πραγματικό εμπόριο με τη σημερινή σημασία της λέξης[5].

Η πλειοψηφία των Ελλήνων της Ουγγαρίας προέρχεται από τη Μακεδονία (Κοζάνη, Σιάτιστα, Καστοριά, Θεσσαλονίκη, Σέρβια, Σέρρες, Δοϊράνη, Βογατσικό, Μελένικο, Μοναστήρι, Σέλιτσα, Γκράμποβα, Μπέλες, Κλεισούρα, Μέγα Τούρνα, Κόρσοβα, Νάουσα καθώς και τη Μοσχούπολη). Λιγότεροι από την Ηπειρο, τη Θεσσαλία, τη Θράκη, τη Βουλγαρία, την Αδριανούπολη, την Κωνσταντινούπολη και τη Συρία, ενώ η πλειοψηφία των Ελλήνων της Τρανσυλβανίας προέρχεται από τους Ελληνες που ζούσαν στη Βλαχία.

Τα κυριότερα εμπορεύματα που μεταφέρουν οι Ελληνες έμποροι στην περιοχή της Ουγγαρίας και της Τρανσυλβανίας είναι: Ο πολύτιμος για την εποχή εκείνη κρόκος της Κοζάνης, που χρησιμοποιούσαν στις βαφές, το ακατέργαστο βαμβάκι των Σερρών, το μετάξι, τα κρασιά της Σιάτιστας, το λάδι, το ρύζι, καπνά από τη Μακεδονία, Αλβανία, Βουλγαρία και Τουρκία, αρώματα, αλάτι, λίπος, πιπέρι, σαπούνι, σταφίδα, υφάσματα διαφόρων χρωμάτων, δέρματα, πολύχρωμα νήματα, τα υφαντά της Νάουσας, οι αλατζάδες της Κοζάνης, μαχαίρια σαμαρινιώτικα και χρουπιστιανά[6].

Ο μεγάλος όγκος των εμπορευμάτων τους ήταν ελληνικής-βαλκανικής προέλευσης ή τουρκικής. Στην εμπορική τους δραστηριότητα αξιοποιούσαν επίσης και τα εσωτερικά προϊόντα, όπως: το χοιρινό κρέας, λαρδί, τα βόδια, τα δημητριακά, τα κρασιά των περιοχών Τοκαΐας και Εγρι και λοιπά προϊόντα της πλούσιας ουγγρικής πεδιάδας, τα οποία μεταφέρονταν βορειότερα στη Βιέννη, τη Λειψία και την Πολωνία[7].

Στην πόλη Τοκάια δημιουργήθηκε η δυναμικότερη ελληνική κοινότητα. Το 1769 οργανώθηκε σε εμπορική κομπανία, πήρε στα χέρια της και εκμεταλλεύτηκε για μεγάλο χρονικό διάστημα τα γνωστά κρασιά ολόκληρης της περιοχής. Οι Ελληνες της παροικίας της Εγρι με το εμπόριο των κρασιών της περιοχής πλούτισαν τόσο πολύ, ώστε το 1748 η εμπορική τους κομπανία κατάφερε να καταλάβει μία από τις πρώτες θέσεις μεταξύ των 10 ελληνικών εμπορικών κομπανιών, που υπήρχαν την εποχή εκείνη στην Ουγγαρία[8].

Οι πλούσιοι, για να μπορούν ανενόχλητα να παίρνουν μέρος στη δημόσια ζωή της Ουγγαρίας, κατέβαλαν προσπάθειες να αποκτήσουν τίτλους ευγενείας. Για το σκοπό αυτό διέθεταν ένα μέρος των κεφαλαίων τους για την αγορά σπιτιών και μεγάλων εκτάσεων γης. Αρκετοί από αυτούς απόκτησαν έτσι τον τίτλο του βαρώνου και του κόμητα.

Ενδιαφέρον παρουσιάζει η εξέλιξη της ελληνικής εμπορικής κομπανίας. Η μορφή αυτή οργάνωσης των Ελλήνων εμπόρων πέρασε διάφορα στάδια ανάπτυξης. Ξεκίνησε σαν απλή ένωση (εταιρία) αλληλοβοήθειας, για να εξελιχθεί με τον καιρό σε κομπανία με χαρακτήρα συντεχνίας. Και όταν αργότερα η κλειστή αυτή οργάνωση μετατράπηκε σε εμπόδιο για την παραπέρα ανάπτυξη εξαφανίστηκε και στη θέση της δημιουργήθηκε μια κομπανία νέας μορφής και ποιότητας, που είχε το χαρακτήρα της μετοχικής εταιρίας.

Αξίζει να τονίσουμε ότι στα μέσα του 18ου αιώνα, είναι ζήτημα αν υπήρχε ουγγρική πόλη, όπου ο καθοδηγητικός ρόλος στο εμπόριο δεν ήταν στα χέρια των Ελλήνων.

Κατά την 7η δεκαετία του 18ου αιώνα, όταν τα σημάδια αποσύνθεσης της Οθωμανικής αυτοκρατορίας έγιναν πιο έκδηλα, η Αυλή της Βιέννης αποφάσισε να θέσει τέρμα στην προνομιακή θέση των Ελλήνων εμπόρων στην Ουγγαρία. Στο μεταξύ έχει δυναμώσει το εγχώριο κεφάλαιο. Ετσι η Μαρία Θηρεσία, με διάταγμά της το 1774 προσπαθεί να περιορίσει την εμπορική δραστηριότητα των Ελλήνων[9].

Με το παραπάνω βασιλικό διάταγμα, η εγκατάσταση των Ελλήνων και η συνέχιση της εμπορικής τους δραστηριότητας εξαρτήθηκε από την κατάθεση του λεγόμενου όρκου πίστεως, που σήμαινε ταυτόχρονα και ανάληψη ουγγρικής υπηκοότητας. Μόνο με τους όρους αυτούς χορηγούνταν στους Ελληνες το δικαίωμα της εγκατάστασης και της ανάπτυξης εμπορικής δραστηριότητας.

Ολα αυτά τα περιοριστικά μέτρα είχαν βέβαια σοβαρές επιπτώσεις στην εμπορική δραστηριότητα των Ελλήνων γενικά, γιατί ίσχυε και γι’ αυτούς πια το γενικό δασμολογικό σύστημα, που αποτελούσε σοβαρό εμπόδιο στη συσσώρευση του κεφαλαίου, αλλά δε στάθηκαν ικανά να διακόψουν τις σχέσεις τους με την Ελλάδα. Και αυτό, γιατί ο Ελληνας έμπορος κατά κανόνα αποτελούσε μια κομπανία με τον αδελφό του, το παιδί του ή άλλο συγγενή του, από τους οποίους ο ένας έμενε στην Ουγγαρία για τη διεκπεραίωση του εμπορίου, ενώ ο άλλος ασχολούνταν με την αγορά εμπορευμάτων ή με τη μεταφορά τους. Οταν τα μέσα του 18ου αιώνα πέρασαν στη νέα μορφή της κομπανίας, η οποία όπως τονίστηκε είχε το χαρακτήρα μετοχικής εταιρείας, ο ένας από τους μετόχους ήταν μόνιμα εγκατεστημένος στην Ουγγαρία έχοντας την ουγγρική υπηκοότητα, ενώ ο άλλος παρέμενε Τούρκος υπήκοος. Ετσι, ενώ ο πρώτος μπορούσε να εμπορεύεται ελεύθερα, γιατί τα διατάγματα περί μέτρων περιορισμού δεν τον αφορούσαν, ο δεύτερος, σαν Τούρκος υπήκοος μπορούσε να μεταφέρει από τα σύνορα τα τουρκικά προϊόντα με χαμηλό τελωνειακό δασμό, δηλαδή 3%.

Με τον καιρό, όταν το ντόπιο κεφάλαιο άρχισε να δυναμώνει και ταυτόχρονα να δυναμώνει και ο ανταγωνισμός του γαλλικού, αγγλικού κλπ. κεφαλαίου, ο εμπορικός ρόλος και οι δραστηριότητες γενικά των Ελλήνων άρχισαν να περιορίζονται. Το παροικιακό κεφάλαιο άρχισε να εκτοπίζεται. Επομένως, το πρόβλημα δημιουργίας μιας εθνικής εστίας, η οποία θα έδινε τη δυνατότητα να μεταφέρουν και αξιοποιήσουν τα κεφάλαιά τους, έμπαινε επιτακτικά για τους Ελληνες των παροικιών.

Θα ήταν παράλειψη, αν δεν αναφερόμασταν σύντομα στο ρόλο που διαδραμάτισε ο παροικιακός ελληνισμός όχι μόνο στο ξεκίνημα και στην ανάπτυξη του εξωτερικού εμπορίου και στο δυνάμωμα και άπλωμα της εσωτερικής αγοράς που βοήθησε την ανάπτυξη της εθνικής συνείδησης των υπόδουλων Ελλήνων, αλλά και στην ιδεολογική προετοιμασία της επανάστασης.

Οι Ελληνες του εξωτερικού βοηθούσαν με κάθε τρόπο τις ιδιαίτερες πατρίδες τους, «τας οποίας ευεργέτουν δια μεγάλων δωρεών, δια των οποίων ίδρυον εκπαιδευτήρια και επροίκιζον ταύτα δια μεγάλων χρηματικών κεφαλαίων. Τα εκπαιδευτήρια δε ταύτα ανεδείχθησαν φυτώρια εθνικά εις τα οποία προσήρχοντο και εδιδάσκοντο τα τέκνα των Ελλήνων παρά των μεγάλων εθνικών διδασκάλων, ως πχ. Ευγενίου του Βουλγάρεως, όστις επί συνεχή έτη διηύθυνε τα εκπαιδευτήρια της Κοζάνης. Η Κοζάνη, η Σιάτιστα, η Καστοριά και αι λοιπαί πόλεις της Δ. Μακεδονίας, δια των λαμπρών αυτών εκπαιδευτηρίων τα οποία ωφείλοντο εις τους εν Αυστροουγγαρία ξενητεμένους πατριώτας των, ανεκτιμήτους προσέφερον υπηρεσίας εις το Γένος», γράφει ο Θεόδωρος Μ. Νάτσινας[10].

Στην Ιστορία του Ελληνικού Εθνους, τόμος 10, σελ. 174, αναφέρεται χαρακτηριστικά ότι η εισροή των χρημάτων από τους Ελληνες της Ουγγαρίας αναζωογονούσε τις φτωχές ορεινές κοινότητες της ελληνικής χερσονήσου και συντελούσε στην οικοδόμηση νέων, μεγαλύτερων και ωραιότερων σπιτιών, στην ίδρυση εκκλησιών, στο μεγάλωμα των χωριών ή και στη διαμόρφωσή τους σε κωμοπόλεις και πόλεις και τέλος στη βαθμιαία δημιουργία εκπροσώπων της αστικής τάξης.

Οι Ελληνες των παροικιών της Αυστροουγγαρίας πρόσφεραν μεγάλες υπηρεσίες στην προετοιμασία του μεγάλου αγώνα για την απελευθέρωση της πατρίδας. Και την προετοιμασία αυτή, όπως γράφει ο Θεόδωρος Μ. Νάτσινας στο βιβλίο του: Οι Μακεδόνες Πραματευτάδες εις τας χώρας Αυστρίας και Ουγγαρίας, άρχισαν «δια της καλλιεργείας της πνευματικής αναπτύξεως του έθνους και αυτών».

Είναι γνωστό πως η πρώτη ελληνική εφημερίδα εκδόθηκε στη Βιέννη στις 31 Δεκέμβρη του 1790. «Δια ταύτης», γράφει ο Νάτσινας, «εκράτουν ενήμερον τόσον το εν Αυστροουγγαρία Ελληνικόν στοιχείον, όσον και εν ταις ελληνικαίς χώραις, όλων των συμβαινόντων εν Ευρώπη και ιδία των κατά την Γαλλικής Επανάστασιν».

«Με την ανεκτική και φιλελεύθερη στάση των Ούγγρων απέναντι όλων γενικά των Εθνοτήτων, αρκετοί Ελληνες σπούδασαν στα ουγγρικά κατώτερα ή ανώτερα εκπαιδευτικά ιδρύματα και διακρίθηκαν, όπως πχ. ο ιατροφιλόσοφος Δημ. Νικ. Καρακάσης από τη Σιάτιστα, ο ιερομόναχος Δωρόθεος από την Ιθάκη, ο ιερομόναχος Αμφιλόχιος, από τα Ιωάννινα, ο Κοζανίτης ιατροφιλόσοφος Γεώργιος Κωνσταντίνου Σακελλαρίου, ο Δημήτριος Παναγιώτου Γοβδελάς, ο καστοριανός παιδαγωγός Ιωάννης Εμμανουήλ, ο Μοσχοπολίτης Κωνστ. Χατζή Γεωργίου Τζεχάνης, ο σοφός δάσκαλος των ελληνικών σχολείων του Temesvar Pesth και του Ζέμουν, ο καστοριανός ποιητής Αθανάσιος Χριστόπουλος, ο ονομαζόμενος «Νέος Ανακρέων», ο σιατιστινός έμπορος και λόγιος Γεώργιος Ζαβίρας (1774-1807), που έγραψε το έργο «Νέα Ελλάς ή ελληνικόν θέατρο» και άλλα έργα.

Στο πανεπιστημιακό τυπογραφείο της Βούδας καθώς και στο τυπογραφείο Tzattner και Karolyi της Πέστης που ονομάζεται σε πολλές εκδόσεις «Ελληνικόν τυπογραφείον», τυπώθηκαν αλφαβητάρια, αναγνωστικά, εγχειρίδια γραμματικής, ρητορικής, λεξικά, ιερές ιστορίες, κατηχήσεις, ψαλτήρια, έργα αστρονομίας, γεωμετρίας, ιστορίας, φυσικής ιστορίας, βοτανικής, παιδαγωγικής κλπ., που συνετέλεσαν στην αφύπνιση και στο διαφωτισμό των Ελλήνων και γενικά την ανύψωση του πνευματικού τους επιπέδου»[11].

Στις παροικίες της Ουγγαρίας έζησε επίσης κατά καιρούς και ο κοζανίτης Γεώργιος Λασσάνης (1796-1870), αγωνιστής, πολιτικός και συγγραφέας, μέλος της Φιλικής Εταιρείας, ο οποίος από το 1820 ακολούθησε τον Αλ. Υψηλάντη σαν αξιωματικός του Ιερού Λόχου. Μετά την καταστροφή του Δραγατσανίου, πιάστηκε και φυλακίστηκε στην Αυστρία. Αποφυλακίστηκε ύστερα από επέμβαση του Τσάρου και το 1828 κατέβηκε στην Ελλάδα, όπου πήρε μέρος στον αγώνα σαν στρατοπεδάρχης της Αν. Ελλάδας. Με την διαθήκη του ίδρυσε τον «Λασσάνειον δραματικόν αγώνα».

Και όταν κηρύχθηκε η ελληνική επανάσταση, γράφει ο Θεόδωρος Μ. Νάτσινας, οι παροικίες της Αυστροουγγαρίας και ιδιαίτερα η παροικία της Βιέννης έγινε ο κυριότερος σταθμός «όλων εκείνων, οι οποίοι ήρχοντο δια να καταβώσι εις την Ελλάδα και να αγωνισθούν υπέρ της ελευθερίας αυτής, και οι πραματευτάδες υπεδέχοντο αυτούς και τους παρείχον πάσαν υλικήν και ηθικήν συνδρομήν, δια να φθάσουν ασφαλώς εκεί».



Ο Χρήστος Τσιντζιλώνης είναι μέλος του Τμήματος Ιστορίας της ΚΕ του ΚΚΕ.
Το άρθρο στηρίχτηκε στην παρέμβαση του συγγραφέα του, κατά το Επιστημονικό Συμπόσιο για την Επανάσταση του 1821, που διοργάνωσε το ΚΜΕ, το 1981.

[1] Συμπλήρωμα και Επίλογος στο ΙΙΙ βιβλίο του «Κεφαλαίου», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», τόμος τρίτος, σελ. 1111.

[2] Odon Fuves: «Οι Ελληνες της Ουγγαρίας», Θεσσαλονίκη, 1965.

[3] Shafer Laszlo: «Ο πρωτεύων ρόλος των Ελλήνων τον καιρό της καπιταλιστικοποίησης της Ουγγαρίας», Βουδαπέστη, 1930.

[4] Szadeczky B.: «Ο συνέταιρος του ηγεμόνα Απαφι Μιχαήλ». Περιοδικό «Αιώνες», 49/1915.

[5] Βihari Jozsef-Odon Fuves: «Επιτάφιες επιγραφές και βιβλία Ελλήνων της Εγρι», Εγρι 1959.

[6] «Ιστορία του Ελλληνικού Εθνους», τόμος 10, σελ. 172.

[7] Χρήστος Τσιντζιλώνης: «Ο Ελληνισμός κατά το 17ο, 18ο και 19ο αιώνες στην περιοχή της ουγγρικής Μεσοποταμίας και Τρανσυλβανίας». Περιοδικό «Ελεύθερο Πνεύμα» (17 και 18), 1975.

[8] Odon Fuves: «Στοιχεία για την ιστορία των Ελλήνων της Εγρι», Βουδαπέστη, 1958.

[9] Imre Szanto: «Η Εγρι κατά το 18ο αιώνα», Εγρι, 1954.

[10] Θεόδωρος Μ. Νάτσινας: «Οι Μακεδόνες Πραματευτάδες εις τας χώρας Αυστρίας και Ουγγαρίας», Θεσσαλονίκη, 1939.

[11] Ιστορία του Ελληνικού Εθνους, τόμος 11, σελ. 234-235.