Η ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗ ΟΠΛΟ ΣΤΗΝ ΙΔΕΟΛΟΓΙΚΗ ΠΑΛΗ

Ενα από τα όπλα του ιδεολογικοπολιτικού αγώνα του Κόμματός μας είναι η Κομμουνιστική Επιθεώρηση - Θεωρητικό και πολιτικό όργανο της ΚΕ του ΚΚΕ. Στη θυελλώδη τελευταία δεκαετία του 20ού αιώνα, η ΚΟΜΕΠ είχε τη δική της συμβολή στον ιδεολογικοπολιτικό αγώνα που διεξήγε το Κόμμα μας στις πολύ δύσκολες συνθήκες που διαμόρφωσε παγκόσμια η επικράτηση της αντεπανάστασης στις πρώην σοσιαλιστικές χώρες της Ευρώπης και η παρόξυνση της επιθετικότητας του ιμπεριαλισμού. Σε άλλο άρθρο του παρόντος τεύχους παρουσιάζεται η 80χρονη ιστορική διαδρομή της ΚΟΜΕΠ. Στο παρόν άρθρο θα επιχειρήσουμε να σκιαγραφήσουμε το γενικότερο πλαίσιο στο οποίο εντάσσονται τα καθήκοντα της ΚΟΜΕΠ την τρέχουσα περίοδο.

Η ΚΟΜΕΠ, την τελευταία δεκαετία, προσπάθησε να συμβάλλει στην ιδεολογική δουλιά του Κόμματος με εκατοντάδες άρθρα προσέγγισης των εξελίξεων στο ιμπεριαλιστικό σύστημα και στην Ελλάδα, γενίκευσης των εμπειριών της ταξικής πάλης, εκλαΐκευσης της πολιτικής του Κόμματος, πληροφόρησης για κόμματα και κινήματα άλλων χωρών, κριτικής στα προγράμματα και την πολιτική των κομμάτων και ιδεολογικών ρευμάτων στη χώρα μας, με τη δημοσίευση κειμένων των θεμελιωτών του επιστημονικού κομμουνισμού, αρχειακού υλικού, υλικών από διεθνείς συναντήσεις κομμουνιστικών και εργατικών κομμάτων, προσεγγίσεις για ζητήματα σοσιαλιστικής οικοδόμησης, δημοσίευση παρεμβάσεων σε προσυνεδριακές και άλλες συζητήσεις που άνοιξε οργανωμένα το Κόμμα και τη δημοσίευση όλων των κομματικών ντοκουμέντων και ανακοινώσεων. Μια εικόνα αυτής της προσπάθειας δίνει το θεματικό ευρετήριο που προσφέρει η ΚΟΜΕΠ για τα 80χρονά της μαζί με το παρόν τεύχος.

Στις Θέσεις της ΚΕ για το 16ο Συνέδριο γίνεται η εκτίμηση ότι η ΚΟΜΕΠ διεύρυνε τον κύκλο των θεμάτων, ανέβασε το θεωρητικό πολιτικό επίπεδο και τίθενται στόχοι βελτίωσης: «Ο Ριζοσπάστης και η ΚΟΜΕΠ, οι εκδόσεις του Κόμματος γενικότερα, μπορούν και πρέπει να βελτιωθούν περισσότερο στο περιεχόμενο και τη μορφή, ώστε να αγκαλιάζουν ευρύτερο φάσμα θεμάτων ιδεολογικών, πολιτικών, κοινωνικών, ανάλογα με το χαρακτήρα της κάθε έκδοσης... Η ΚΟΜΕΠ έχει επίσης δυνατότητα να βελτιωθεί περισσότερο, στο βαθμό που στηριχτεί σε αρθρογραφία από όλα τα στελέχη, και αξιοποιηθούν όλες οι δυνάμεις που μπορεί να προσφέρουν. Το κυριότερο όμως ζήτημα αφορά την αλλαγή στάσης των στελεχών πριν απ' όλα και των μελών απέναντι στη μελέτη, στο διάβασμα, στο βιβλίο γενικότερα. Οι κομματικές οργανώσεις οφείλουν να έχουν πιο στενούς δεσμούς τόσο με το Ριζοσπάστη, όσο και με την ΚΟΜΕΠ και τη Σύγχρονη Εποχή. Να αξιοποιούν τα άρθρα και τα κείμενα, και ορισμένα βιβλία στην πολιτικοϊδεολογική δουλιά, για την άνοδο του πολιτικού, μορφωτικού επιπέδου και τη διεύρυνση της πληροφόρησης για τις εξελίξεις στην Ελλάδα και διεθνώς».

Η ταυτότητα, ο χαρακτήρας του περιοδικού ως θεωρητικό και πολιτικό όργανο της ΚΕ προσδιορίζει τον προσανατολισμό και την κατεύθυνση της αρθρογραφίας. Με τα άρθρα που φιλοξενήθηκαν στις σελίδες της έπρεπε να υπηρετούνται αλληλένδετοι δύο στόχοι. Να ανοίξουν και να αναδειχτούν θεωρητικές ιδεολογικές πλευρές των εξελίξεων και των ζητημάτων της ταξικής πάλης, να εκλαϊκεύεται η πολιτική του Κόμματος. Εμβάθυνση αλλά και λαϊκότητα και απλότητα όχι όμως λαθεμένη απλούστευση του σύνθετου είναι ένα όχι εύκολο πρόβλημα που πρέπει να επιλύεται με τη συγκεκριμένη σε κάθε τεύχος ύλη. Στην προσπάθεια αυτή η ΚΟΜΕΠ δέχτηκε από αναγνώστες και αναγνώστριες κριτικές παρατηρήσεις, από τις οποίες λίγες δεν ήταν βάσιμες. Ετσι ή αλλιώς οι κριτικές παρατηρήσεις, η άμεση επισήμανση οποιασδήποτε αδυναμίας στη Συντακτική Επιτροπή, η κατάθεση προτάσεων είναι αναγκαίες για τη βελτίωση του περιοδικού.

Η συμβολή στην αρθρογραφία από ένα πιο διευρυμένο κύκλο στελεχών και μελών παραμένει στόχος και προϋπόθεση για να πλουτιστεί η θεματολογία, να ανέβει η ποιότητα της ύλης, να ξεπεραστούν αδυναμίες που υπάρχουν. Χρειάζονται π.χ. περισσότερα άρθρα που να γενικεύουν την πείρα κομματικής δράσης και οικοδόμησης, που να αναδείχνουν τις εμπειρίες από την ανάπτυξη του εργατικού και γενικότερα μαζικού λαϊκού κινήματος, τα αιτήματα, τις μορφές πάλης κ.ο.κ..

Πρόβλημα παραμένει για το περιοδικό η άνοδος της κυκλοφορίας, η οργανωμένη αξιοποίησή του από τις κομματικές και κνίτικες οργανώσεις στη στήριξη της δράσης των κομμουνιστών. Υπάρχουν πολύ θετικές, περιορισμένες όμως προσπάθειες που άρθρα της ΚΟΜΕΠ χρησιμοποιήθηκαν ως υλικό για να συζητηθούν θέματα του ιδεολογικού μετώπου σε οργανώσεις. Υπάρχουν περιοχές της χώρας όπου η κυκλοφορία του περιοδικού είναι δυσανάλογα μικρή σε σχέση με το δυναμικό μελών και οπαδών.

Η διαδρομή της ΚΟΜΕΠ, τα θετικά και οι δυσκολίες της αντανακλούν με έναν τρόπο το επίπεδο της ιδεολογικής δουλιάς στις γραμμές του Κόμματος. Φυσικά όχι εξ ολοκλήρου, γιατί η ιδεολογική δουλιά διαποτίζει όλες τις λειτουργίες του κομματικού οργανισμού και τη δράση μας, γίνεται προσπάθεια να διεξάγεται με πολλές μορφές και σε όλη την κλίμακά του.

 

Η ΙΔΕΟΛΟΓΙΚΗ ΔΟΥΛΙΑ, ΣΥΣΤΑΤΙΚΟ ΣΤΟΙΧΕΙΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΟΔΟ ΤΗΣ ΔΡΑΣΗΣ

Το Κόμμα αποτελεί ενότητα της επαναστατικής κοσμοθεωρίας με το εργατικό κίνημα. Στην ενότητα αυτή συνίσταται η ουσία του χαρακτήρα του ως πρωτοπόρου τμήματος της εργατικής τάξης. Η κατάκτηση της ενότητας θεωρίας-πράξης, ιδεολογίας-πολιτικής είναι μια διαρκής διαδικασία στο καμίνι της ταξικής πάλης, μιας και η θεωρία δεν είναι δόγμα αλλά οδηγός για δράση και η δράση είναι τυφλή χωρίς τη θεωρία. Το Πρόγραμμα και το Καταστατικό του Κόμματος αποτελούν τα θεμέλια για την οικοδόμηση της ενότητας ιδεολογίας - πολιτικής. Αν και αυτά είναι θεωρητικές «κοινές αλήθειες» για τους κομμουνιστές και τις κομμουνίστριες, η πραγματοποίησή τους στη ζωή είναι ένα σύνθετο, δύσκολο πρόβλημα, μια αλυσίδα με πολλούς κρίκους. Σε κάθε φάση αποκτά προτεραιότητα ο ένας ή άλλος κρίκος. Σε προηγούμενη φάση στην πρώτη σειρά έμπαινε το ζήτημα της επεξεργασίας νέου Προγράμματος του Κόμματος. Σήμερα, όπως υποδείχνουν οι αποφάσεις του 16ου Συνεδρίου, αποκτά προτεραιότητα η προσαρμογή της τακτικής στη στρατηγική σε όλα τα μέτωπα του ταξικού αγώνα.

Στην απόφαση του 16ου Συνεδρίου[1] τίθεται ως κεντρικό ζήτημα: «Να ανέβει η αφομοίωση της στρατηγικής του Κόμματος και η ικανότητα σύνδεσης της τακτικής με τη στρατηγική μας στην καθημερινή δράση. Η ζύμωση του Θέσεων του Κόμματος, η διάδοση του Προγράμματος, η πρόταση για το ΑΑΔΜ, η διάδοση της θεωρίας μας και η αναγκαιότητα του σοσιαλισμού, ιδιαίτερα στα πιο πρωτοπόρα τμήματα της εργατικής τάξης και της νεολαίας, να είναι καθημερινή».

Από τα παραπάνω προβάλλει με έντονο τρόπο η ιδεολογική μορφή του ταξικού αγώνα που διαποτίζει όλες τις πλευρές της κομματικής δράσης. Ετσι, τίθεται επί τάπητος η σχέση των κομμουνιστών με την κοσμοθεωρία μας σε αδιάσπαστη ενότητα με τη μεθοδολογία της, το επίπεδο αφομοίωσης του Προγράμματος, των αποφάσεων του 16ου Συνεδρίου και άλλων επεξεργασιών, η συστηματική παρακολούθηση του ιδεολογικού μετώπου ως όροι αναγκαίοι για τη δράση, τη συμβολή στην προσέγγιση των εξελίξεων στο σύγχρονο κόσμο, τη διαμόρφωση της πολιτικής γραμμής, την εκλαΐκευση, προπαγάνδα και ζύμωση στην εργατική τάξη, τα καταπιεζόμενα λαϊκά στρώματα. Για τη σωστή σύνδεση στρατηγικής-τακτικής «Εχει σημασία η γνώση του προγράμματος, της στρατηγικής μας, αλλά και η καλή γνώση του κάθε προβλήματος, η οξύτητά του, το επίπεδο συνείδησης, ο συσχετισμός δύναμης ώστε να επεξεργαζόμαστε στόχους, αιτήματα και συνθήματα που θα συγκινούν τα λαϊκά στρώματα, θα βαθαίνουν την αντιμονοπωλιακή συνείδηση και θα επιτυγχάνουν τη σύνδεση τακτικής-στρατηγικής. Σημαντικό ρόλο θα παίξει μέχρι το 17ο Συνέδριο η προβολή, η δράση και η επεξεργασία στόχων στην προοπτική της λαϊκής οικονομίας, δεμένα με τη λαϊκή εξουσία. Αυτοί οι στόχοι να αποτελέσουν το κύριο ζήτημα στην εργατική τάξη για τη συσπείρωση και συμμαχία με τη μικρομεσαία αγροτιά και τους μικρούς ΕΒΕ και αυτοαπασχολούμενους.

Το Κόμμα οφείλει να θέτει στην εργατική τάξη την αντίθεση κεφαλαίου-εργασίας με όλες τις εκφράσεις που παίρνει. Να αντιπαραθέσουμε στη νεοφιλελεύθερη επίθεση, στις καπιταλιστικές αναδιαρθρώσεις ένα ολοκληρωμένο πρόγραμμα στόχων και διεκδικήσεων που να εκφράζουν τις σύγχρονες ανεβασμένες ανάγκες των εργαζομένων, με βάση τις υλικές δυνατότητες που υπάρχουν σήμερα, τη συσσώρευση του πλούτου και τα επιτεύγματα της επιστήμης»[2].

Ας δούμε μια από αυτές τις πλευρές. Η επεξεργασία θέσεων, κατάλληλων στόχων και αιτημάτων, η σφυρηλάτηση των όπλων του ιδεολογικοπολιτικού αγώνα δεν είναι μια δουλιά ορισμένων «ειδικών» αλλά ολόκληρου του κομματικού δυναμικού μέσα από τη λειτουργία του Κόμματος, που ως βασικό της στοιχείο εμπεριέχει τη γενίκευση των εμπειριών της ταξικής πάλης. Αναπόφευκτα στο Κόμμα μας υπάρχει ένας καταμερισμός δουλιάς και μια ορισμένη εξειδίκευση σε διάφορους τομείς, όμως αυτό δε σημαίνει ότι παραιτούμαστε από τη συλλογική επεξεργασία των ζητημάτων. Θα ανοίγαμε το δρόμο στη μονομέρεια, στην όχι ολόπλευρη εξέταση των ζητημάτων, και από δω μέχρι το λάθος και την παρέκκλιση ο δρόμος δεν είναι μακρύς. Με τη συλλογική σκέψη, όπου συμβάλλει ο καθένας ατομικά, περνάμε από το ατομικό, στο ειδικό και στο γενικό, ώστε να επανέλθουμε πιο αποτελεσματικά στην πράξη, στην ταξική πάλη. Δεν πρόκειται λοιπόν για ζήτημα τυπικού δημοκρατισμού, να λέμε γνώμη γιατί αυτό επιβάλλει η δημοκρατική «δεοντολογία», αλλά για κάτι πολύ ουσιαστικότερο: για την κατάκτηση σωστής γνώσης για το συγκεκριμένο, προϋπόθεση για την επαναστατική στρατηγική και τακτική και για το σωστό συνδυασμό τους.

Είναι φυσικό ότι την πρωτογενή επεξεργασία για ένα ζήτημα θα την αναλάβει κάποιο τμήμα της ΚΕ, κάποια επιτροπή κλπ. Από εκεί και πέρα όμως είναι ζήτημα των οργάνων και οργανώσεων του Κόμματος να τη δεχτούν ή απορρίψουν, να την εμπλουτίσουν, διορθώσουν κλπ. Είναι θέμα κάθε κομμουνιστή προσωπικά να συμβάλει δημιουργικά στη συζήτηση που ανοίγει οργανωμένα το Κόμμα στο εσωτερικό του ή δημόσια. Μπορεί ένα βήμα συμβολής να είναι η κατάθεση της προσωπικής εμπειρίας από την πάλη. Μια πιο ουσιαστική συμβολή είναι να φωτίζουμε κριτικά αυτή την εμπειρία, να βγάζουμε γενικότερα συμπεράσματα ωφέλιμα για την κομματική δράση. Πράγμα που μας επαναφέρει στην ανάγκη της γνώσης. Δεν καταπιανόμαστε στα όρια του παρόντος άρθρου με το εξίσου ουσιαστικό ζήτημα των δεσμών με το κίνημα, την εργατική τάξη, τις λαϊκές μάζες γενικότερα.

Ο καθένας γνωρίζει από την εμπειρία του ότι η αστική ιδεολογία, ως κυρίαρχη στην κοινωνία μας και με επιπρόσθετο λόγο τον αρνητικό συσχετισμό των δυνάμεων, είναι δραστική στη διείσδυση στην επιρροή του Κόμματος και ασκεί πίεση και στις γραμμές μας. Ετσι η ιδεολογική πάλη διεξάγεται κάτω από πολύ δύσκολες συνθήκες. Η αστική τάξη στηρίζει την προώθηση της πολιτικής της με έντονη ιδεολογική πίεση προς τις μάζες. Η προώθηση των καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων συνοδεύεται από μια επιθετική προσπάθεια χειραγώγησης με την οποία αποθεώνεται η «αποτελεσματικότητα της ιδιωτικής πρωτοβουλίας» και η «οικονομία της αγοράς» ως μόνη βιώσιμη προοπτική για την κοινωνία και ο σοσιαλισμός ως μη βιώσιμο σύστημα. Χρησιμοποιείται η έννοια της παγκοσμιοποίησης κατά πολλούς και ποικίλους τρόπους με κοινό παρανομαστή τη συσκότιση του γεγονότος ότι πρόκειται για το ιμπεριαλιστικό σύστημα στις σύγχρονες συνθήκες των αυξανόμενων δυσκολιών, στη διευρυμένη αναπαραγωγή του κεφαλαίου και του συσχετισμού δυνάμεων που προέκυψε από την επικράτηση της αντεπανάστασης στις πρώην σοσιαλιστικές χώρες της Ευρώπης. Αλλοι από τους απολογητές του κεφαλαίου ισχυρίζονται ότι τα πράγματα δεν μπορούν να είναι παρά μόνο έτσι, άλλοι ότι το παγκόσμιο καπιταλιστικό σύστημα μπορεί να «ρυθμιστεί» επ' ωφελεία των λαών. Η συμμετοχή στις ιμπεριαλιστικές ενώσεις παρουσιάζεται ως «εθνικό συμφέρον», ως αδήριτη ανάγκη, αγκυροβόλιο σιγουριάς και ησυχίας σε έναν κόσμο που σπαράζεται από τους ανταγωνισμούς. Φυσικά η άρχουσα τάξη ποτέ δεν ξεχνά, το αντίθετο, ότι όπου δεν πίπτει λόγος πίπτει ράβδος, τρομονόμοι, νόμοι για την απαγόρευση των διαδηλώσεων, Σένγκεν, δυνάμεις ταχείας επέμβασης κ.ο.κ..

Μέσα σε αυτά τα πλαίσια, με δεδομένο τον αρνητικό συσχετισμό, ισχυροποιείται η αυθόρμητη τάση των λαϊκών δυνάμεων να αναζητούν τον «εύκολο» δρόμο για λύσεις, το «εφικτό», έτσι μπαίνοντας στο αδιέξοδο της υποταγής στους «επάνω» οδηγούνται σκαλί-σκαλί προς τα κάτω. Σε αυτό το δύσκολο περιβάλλον, αν το ιδεολογικοπολιτικό υπόβαθρο δεν είναι εξαιρετικά ισχυρό υπονομεύεται η δυνατότητά μας να προσανατολιζόμαστε σωστά σε κάθε στροφή του αγώνα. Ψαλιδίζεται η ικανότητά μας να δουλεύουμε με τέχνη μέσα στο κίνημα για να το μπολιάσουμε με στόχους πάλης στην προοπτική της λαϊκής οικονομίας και εξουσίας, που αποτελεί και τη μόνη διέξοδο για την εργατική τάξη και τις άλλες καταπιεζόμενες κοινωνικές δυνάμεις. Μειώνεται η συμβολή μας στο να συνειδητοποιήσουν οι εργαζόμενοι τις κοινωνικές διαδικασίες, που στην επιφάνεια παρουσιάζονται ως «πλίνθοι κέραμοι ατάκτως ερριμμένα», ως ενιαίο σύνολο που κυβερνάται από νομοτέλειες και κινείται προς την πρόοδο μόνο με τον κινητήρα της ταξικής πάλης.

Παρόλα αυτά η ιδεολογική δουλιά στις γραμμές του κόμματος δεν ιεραρχείται ατομικά και συλλογικά στην αρμόζουσα θέση. Διαπιστώνονται περιπτώσεις που θέσεις και επεξεργασίες του Κόμματος δεν έχουν αφομοιωθεί γι’ αυτό δε διαποτίζουν τη δράση ή και δεν αξιοποιούνται στην ανάλυση και αντιμετώπιση συγκεκριμένων προβλημάτων ή και καθιστούν ευάλωτες κάποιες δυνάμεις στην επίδραση της αστικής και μικροαστικής άποψης. Αν και έχει πολύ περιορισμένο έδαφος η αντίληψη ότι μας φτάνει αυτό που βλέπουμε και ζούμε άμεσα, εμπειρικά, στην κοινωνία της ταξικής εκμετάλλευσης για να προσανατολιζόμαστε σωστά, στην πράξη, μπροστά στον όγκο των καθηκόντων του αγώνα, εξακολουθεί να εκδηλώνεται μια υποτίμηση. Αποτελεί αυτό ένα εμπόδιο στο ξεδίπλωμα της δράσης του Κόμματος έτσι που να αποδίδει το μέγιστο δυνατό αποτέλεσμα στα πλαίσια των ορίων που θέτουν οι αντικειμενικές συνθήκες.

Γι' αυτό στις αποφάσεις του 16ου Συνεδρίου τονίζεται ότι: «Η ιδεολογική δουλιά αποκτά βαρύνουσα σημασία, συστατικό στοιχείο για την άνοδο της δράσης, της καθοδηγητικής δουλιάς, της διαπάλης με άλλες πολιτικές δυνάμεις, με την καπιταλιστική εργοδοσία και τους πολυπλόκαμους μηχανισμούς του συστήματος. Η λειτουργία σχολών, η αξιοποίηση του Ριζοσπάστη, η ΚΟΜΕΠ, η αυτομόρφωση των στελεχών, η μελέτη αποτελούν μόνιμο κομματικό καθήκον και συστατικό στοιχείο για τη μαχητικότητα και αποτελεσματικότητα στη δουλιά μας. Το Κόμμα να βοηθήσει περισσότερο τη στήριξη και τη δραστηριότητα του Κέντρου Μαρξιστικών Ερευνών (ΚΜΕ), για την ανάπτυξη της επιστημονικής έρευνας και τη διάδοση της μαρξιστικολενινιστικής θεωρίας. Η συνεχής προσπάθεια ανόδου του ιδεολογικού επιπέδου, η γνώση το μαρξισμού-λενινισμού, η γνώση του προγράμματος είναι άρρηκτα δεμένη με τις αρχές λειτουργίας, το δημοκρατικό συγκεντρωτισμό. Εχει ιδιαίτερη αξία σήμερα η μαχητική υποστήριξη της θεωρίας μας, του προγράμματος, η υλοποίηση των αποφάσεων και η τήρηση του καταστατικού. Με αυτές τις αρχές θα ανεβαίνει η επαναστατική επαγρύπνηση, η αντιμετώπιση των ταξικών αντιπάλων και του αντικομμουνισμού»[3].

Μέσα σε αυτό το γενικότερο πλαίσιο εντάσσονται τα καθήκοντα, η προσφορά του περιοδικού. Η επέτειος των 80 χρόνων από την πρώτη έκδοση της ΚΟΜΕΠ, το Γενάρη του 1921, που γιορτάζουμε φέτος μπορεί και πρέπει να αποτελέσει αφορμή και σταθμό για την ποιοτική βελτίωσή της, την άνοδο της κυκλοφορίας της, το δυνάμωμα των δεσμών της με τις κομματικές και κνίτικες οργανώσεις. Αυτή θα είναι η καλύτερη τιμή για τη μακρόχρονη ιστορία της.

 


 

 

Η Ελένη Κατροδαύλη είναι μέλος της Γραμματείας της ΚΕ του ΚΚΕ, υπεύθυνη της Ιδεολογικής Επιτροπής της ΚΕ του ΚΚΕ.

 

 

[1] «Τα καθήκοντα του Κόμματος μέχρι το 17ο Συνέδριο».

 

 

[2] «Τα καθήκοντα του Κόμματος μέχρι το 17ο Συνέδριο».

 

[3] «Τα καθήκοντα του Κόμματος μέχρι το 17ο Συνέδριο».