ΣΥΝΑΣΠΙΣΜΟΣ: ΜΕ ΤΟ ΜΑΝΔΥΑ ΤΟΥ ΠΡΟΟΔΕΥΤΙΣΜΟΥ ΓΙΑ ΤΗ ΣΩΤΗΡΙΑ ΤΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ

Στο αστικό πολιτικό σύστημα, η ύπαρξη των διαφορετικών ταξικών συμφερόντων, των ταξικών αντιθέσεων, η δυναμική που ελλοχεύει στο εσωτερικό τους, η δύναμη που αποκτά η ταξική πάλη κάτω από την ανειρήνευτη δράση τους, αντιμετωπίζεται με μέσα, μηχανισμούς, πολιτικές δυνάμεις, σχέδια και τακτικές που ενεργούν ως ασφαλιστικές δικλείδες, ώστε να περιορίζονται, να εγκλωβίζονται οι κυριαρχούμενες κοινωνικές δυνάμεις.

Τέτιες σκέψεις ξεδιπλώνονται, σαν καταπιάνεσαι με το Συνασπισμό και τη δράση του. Γιατί κάθε φορά που αυτό το κόμμα παρεμβαίνει στην πολιτική σκηνή, εμφανίζεται σαν μια δύναμη εκτόνωσης των αναταραχών του αστικού πολιτικού συστήματος. Και δείχνει να ενδιαφέρεται τόσο γι’ αυτόν το ρόλο, ώστε διεκδικεί την αναγνώριση, ως ο μόνος ικανός γι’ αυτόν.

Η απόφαση του 3ου συνεδρίου του ΣΥΝ δημοσιεύτηκε στην Αυγή στις 24.9.2000, δηλαδή τρεις μήνες μετά τη λήξη των εργασιών του συνεδρίου, 24-27.6.2000. Σε αυτήν εκφράζεται το καταστάλαγμα των κατά καιρούς πολιτικών επεξεργασιών του ΣΥΝ, οι οποίες είναι γνωστές από την πολιτική του πρακτική γενικά, αλλά και στα διάφορα μέτωπα της λαϊκής πάλης για όλα τα μεγάλα κρίσιμα ζητήματα της ελληνικής και διεθνούς κοινωνικοπολιτικής πραγματικότητας. Συμπυκνώνεται γενικά και συγκεκριμένα ο χαρακτήρας του ως πολιτικού οργανισμού, η ταυτότητα των πολιτικών του θέσεων και τα κοινωνικά όρια του περιεχομένου τους.

Η στρατηγική του ΣΥΝ, που αποτυπώνεται στην απόφαση, είναι μια μορφή σοσιαλδημοκρατικής διαχείρισης που ξεπερνά την «κλασσική σοσιαλδημοκρατία» των πρώτων μεταπολεμικών δεκαετιών, ρέποντας προς το σύγχρονο νεοφιλελεύθερο περιεχόμενό της, όπως πολύ συγκεκριμένα εκφράζεται από το ΠΑΣΟΚ, παρ’ όλο που, με την τακτική της «προγραμματικής αντιπολίτευσης», για λόγους κομματικής επιβίωσης επιχειρεί να διαχωρίζεται από το ΠΑΣΟΚ. Η πολιτική του και η τακτική αυτή του προσδίδουν ένα συγκεκριμένο ρόλο στη λειτουργία του αστικού πολιτικού συστήματος: Να δρα ως ανάχωμα, ως μια ακόμη δύναμη απορρόφησης των κραδασμών που δημιουργούν η όξυνση των κοινωνικών αντιθέσεων και η δράση του εργατικού κινήματος. Οι θέσεις διατυπώνονται έτσι που να διαθέτουν μεν προπαγανδιστικό περιτύλιγμα ενός ιλουστρασιόν «προοδευτισμού», να τον κάνουν δε να διαγκωνίζεται για μια θέση στην ελίτ του «εκσυγχρονισμού». Ολο το κείμενο εκφράζει μια αγωνία. Να συμβάλει στην «αναπαλαίωση» ενός κοινωνικοοικονομικού συστήματος το οποίο ιστορικά έχει ξεπεραστεί, καθυστερεί την κοινωνική πρόοδο, είναι αντιδραστικό, εμφανίζοντας αυτή τη συμβολή σαν φιλολαϊκή και προοδευτική.

Στην απόφαση του 16ου Συνεδρίου του ΚΚΕ για «Τα καθήκοντα του Κόμματος μέχρι το 17ο Συνέδριο» περιέχεται η εξής εκτίμηση για το ΣΥΝ: «Η ηγεσία του ΣΥΝ αρνείται επίσημα το ΑΑΔ Μέτωπο και αναδιατυπώνει παλιές σοσιαλδημοκρατικές θέσεις που συγκαλύπτουν την ένταση της εκμετάλλευσης των εργαζομένων. Δέχεται την ιμπεριαλιστική διείσδυση στα Βαλκάνια και στηρίζει την επικίνδυνη για το λαό πολιτική, να ενισχυθεί η ιμπεριαλιστική πολιτική της ΕΕ».

Αλλά για να μην αδικούμε ένα πολιτικό κόμμα, ως προς τις προγραμματικές του θέσεις και την πολιτική του πρακτική, αποδίδοντάς του προθέσεις και ρόλο «σωτήρα» της απρόσκοπτης δράσης του αστικού πολιτικού συστήματος, «σωτήρα» του αστικού κοινωνικού ιστού που κινδυνεύει με διάρρηξη, θα αφήσουμε να μιλήσει το ίδιο το ντοκουμέντο της απόφασης του 3ου συνεδρίου του. Μόνο που η προσέγγισή μας σε αυτό έχει και συγκεκριμένα κριτήρια. Κριτήριο είναι η θέση και πρακτική στάση απέναντι στα μονοπώλια, τον ιμπεριαλισμό, δηλαδή κρίνουμε από τη σκοπιά των συμφερόντων της εργατικής τάξης και των άλλων καταπιεζόμενων λαϊκών στρωμάτων.

 

ΦΥΣΙΟΓΝΩΜΙΑ ΚΑΙ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΣΟΣΙΑΛΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΗΣ ΥΦΗΣ

Η απόφαση του 3ου Συνεδρίου αναφέρεται στο ιδρυτικό συνέδριο του ΣΥΝ, επιβεβαιώνοντας τη διατήρηση της φυσιογνωμίας και του χαρακτήρα του ως κόμμα: «Συγκροτούμε τη νέα δημοκρατική ριζοσπαστική Αριστερά πέρα από την παραδοσιακή σοσιαλδημοκρατία και το γραφειοκρατικό ολοκληρωτικό «σοσιαλισμό». Μια Αριστερά που υπερβαίνει τα διλήμματα και τις περιχαρακώσεις του ιστορικού σχίσματος του αριστερού κινήματος. Ξέρουμε ότι με την κατάρρευση των κοινωνιών του «υπαρκτού σοσιαλισμού» ο κύκλος του παραδοσιακού κομμουνιστικού κινήματος έκλεισε οριστικά. Και αυτό σημαίνει σαφή απόρριψη των χαρακτηριστικών του μονοκομματισμού, της κρατικής ιδεολογίας, του διπολισμού ως συστήματος ρύθμισης των διεθνών σχέσεων, του άτεγκτου κεντρικού σχεδιασμού, του μύθου της αντιπαράθεσης αντιπροσωπευτικής - άμεσης δημοκρατίας... Ξέρουμε όμως το ίδιο καλά ότι η παραδοσιακή σοσιαλδημοκρατία περνά και αυτή τη δική της κρίση... γνωρίζει τα δικά της όρια... έχει χάσει ακόμα και την προηγούμενη μεταρρυθμιστική πνοή, εγκλωβίζεται όλο και περισσότερο στις λογικές της νεοφιλελεύθερης διαχείρισης, ενσωματώνεται στις κυρίαρχες εθνικές ηγεμονικές βλέψεις, αδυνατεί να χαράξει μια εναλλακτική πρόταση για την Ευρώπη... Θέλουμε μια Αριστερά που θα απορρίπτει την αντίληψη που θεοποιεί το «μέσο» και ξεχνά το σκοπό ή απολυτοποιεί το σκοπό θεωρώντας ότι αυτός μπορεί να «αγιάζει τα μέσα». Μια Αριστερά που δε θα περιορίζεται στην άρνηση, στην υπέρβαση, αλλά θα στηρίζεται θετικά στη σύνθεση, στη ζωντανή σχέση ρήξης και μεταρρύθμισης... Συγκροτούμε λοιπόν το διακριτό ρεύμα της νέας δημοκρατικής - ριζοσπαστικής Αριστεράς... για να διαψεύσουμε σήμερα όσους βιάστηκαν να ταυτίσουν τα οράματα αυτά με τα γραφειοκρατικά καθεστώτα του λεγόμενου «υπαρκτού σοσιαλισμού» που κατέρρευσαν ή με την αποτυχία της σοσιαλδημοκρατίας... Αμετακίνητος στόχος του ΣΥΝ είναι ο σοσιαλιστικός μετασχηματισμός της κοινωνίας». Σε άλλο σημείο της απόφασης αναφέρει ότι «απορρίπτει απόψεις που τον οδηγούν σε συμπληρωματικό ρόλο ως προς το ΠΑΣΟΚ, αφού προτείνουν να είναι ο ΣΥΝ στο ακραίο αριστερό σημείο του πόλου όπου το ΠΑΣΟΚ οριοθετεί το λεγόμενο εκσυγχρονιστικό χώρο».

Ετσι λοιπόν ο ΣΥΝ προσπαθεί να οριοθετηθεί από την «παραδοσιακή σοσιαλδημοκρατία», δηλαδή από το ΠΑΣΟΚ, και φυσικά, από τον «επάρατο» κομμουνισμό. Αποτελεί παράδοση και θεμέλιο της ύπαρξης των κάθε απόχρωσης και προέλευσης σοσιαλδημοκρατικών δυνάμεων η αναζήτηση κάποιου «τρίτου δρόμου». Ο ΣΥΝ δεν αποτελεί εξαίρεση. Η εκτίμησή του για «αποτυχία της σοσιαλδημοκρατίας», δείχνει ότι παίρνει υπόψη την αρνητική επίδραση της πολιτικής της στις λαϊκές μάζες. Ο φραστικός διαχωρισμός από αυτήν, παρά το ότι στρατηγικά δεν έχει διαφορές, όπως θα δείξουμε στη συνέχεια, αποκαλύπτει ότι είναι κλασική περίπτωση πολιτικής δύναμης που θέλει να έχει κοινωνικές αναφορές στο λαό, έχοντας πολιτική διαχείρισης του συστήματος.

Ο ΣΥΝ απορρίπτει ολοκληρωτικά το σοσιαλισμό, τις κατακτήσεις του για τους λαούς που τον οικοδομούσαν, αλλά και για τους λαούς του κόσμου. Δεν ασκεί απλά κριτική σε λάθη, παραλείψεις ή στρεβλώσεις, αλλά τον συκοφαντεί, συνεισφέροντας στην αποτελεσματικότητα της αστικής προπαγάνδας, ενάντια στο σοσιαλισμό. Η αρνητική του στάση απέναντι στο σοσιαλισμό είναι μια ουσιαστική συνιστώσα της στρατηγικής και της δράσης του, που αντικειμενικά τον κατατάσσει στις πολιτικές δυνάμεις που δεν αρνούνται τα όρια του καπιταλισμού.

Στο κείμενο της απόφασης το περιεχόμενο του σοσιαλιστικού μετασχηματισμού παραμένει στο υπερπέραν της αοριστίας, ενώ σε ό,τι αφορά τη σχέση «ρήξης-μεταρρύθμισης», δεν προσδιορίζει τι ακριβώς θεωρεί ρήξη και με ποιόν. Ετσι μπορεί να ερμηνεύεται ανάλογα με το πώς τον βολεύει. Ταυτόχρονα, η τοποθέτηση «περί σκοπού που αγιάζει τα μέσα», η οποία κατ’ αρχήν θα μπορούσε να εκληφθεί ως μια κοινή συκοφαντία, κρύβει κάτι ουσιαστικότερο και βαθύτερο: ότι συμπαρατάσσεται με τις δυνάμεις που όχι μόνο αρνούνται την ταξική πάλη σε όλες τις μορφές της, αλλά κάνουν πολεμική στο εργατικό κίνημα γιατί την αναπτύσσει. Οσο για την απόρριψη της «απολυτοποίησης του σκοπού» δεν είναι τίποτε άλλο παρά το γνωστό, «Το κίνημα είναι το παν, ο τελικός σκοπός τίποτα», του Μπέρνσταϊν.

Η απόφαση του συνεδρίου δίνει επίσης απάντηση στο ζήτημα στρατηγικής συνεργασίας με το ΚΚΕ, λέγοντας κατηγορηματικά ότι την αρνείται. «Απορρίπτει επίσης κάθε λογική συμπληρωματικότητας απέναντι στο ΚΚΕ, που οδηγούν σε απόψεις περί στρατηγικής συνάντησης με το ΚΚΕ και δημιουργίας ενός «ενιαίου πόλου της Αριστεράς», θέση σωστή εφ’ όσον πραγματικά, προγραμματική και πολιτική άβυσσος χωρίζει τα δύο κόμματα.

 

Η ΥΠΟΚΛΙΣΗ ΣΤΟ «ΘΕΟ» ΤΗΣ «ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΠΟΙΗΣΗΣ»

Η απόφαση του συνεδρίου του ΣΥΝ τοποθετείται απέναντι στη λεγόμενη παγκοσμιοποίηση. «Στις αρχές του 21ου αιώνα, το πλαίσιο μέσα στο οποίο καλείται να δράσει η Αριστερά και να διατυπώσει τις στρατηγικές της προτάσεις, είναι το πλαίσιο της παγκοσμιοποίησης. Και μέσα σε αυτό το πλαίσιο, τίθενται με νέους όρους όλα τα μεγάλα κοινωνικά και πολιτικά προβλήματα. Απορρίπτουμε την άποψη ότι η παγκοσμιοποίηση ταυτίζεται νομοτελειακά με το νεοφιλελευθερισμό. Η ταύτιση αυτή είναι αποτέλεσμα συγκεκριμένων κοινωνικών και πολιτικών επιλογών... που εξυπηρετούν τα οικονομικά συμφέροντα των ΗΠΑ... τα συμφέροντα μεγάλων επιχειρηματικών, χρηματιστηριακών και τραπεζικών ομίλων, με παγκόσμιο και περιφερειακό ρόλο... τα συμφέροντα συγκεκριμένων κοινωνικών ομάδων και στρωμάτων των αναπτυγμένων χωρών... Η κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού ... και η ανάδειξη των ΗΠΑ ως της μόνης σήμερα υπερδύναμης, διαμόρφωσαν τους όρους, ώστε οι διαδικασίες της παγκοσμιοποίησης της οικονομίας να αξιοποιηθούν για την προώθηση σε πλανητική κλίμακα των νεοφιλελεύθερων επιλογών... Ο αγώνας κατά του νεοφιλελευθερισμού στις σημερινές συνθήκες παγκοσμιοποίησης απαιτεί μια Αριστερά που να διαθέτει όραμα για τον τρόπο οργάνωσης και διεύθυνσης του σύγχρονου κόσμου, για τη διαμόρφωση ενός δημοκρατικού πολυπολικού κόσμου, με αμυντικά περιφερειακά συστήματα και αξιόπιστους διεθνείς οργανισμούς. Η νέα παγκόσμια ρύθμιση και η πολιτική διακυβέρνηση της παγκοσμιοποίησης, σε αντίθεση με τη σημερινή κυριαρχία των δυνάμεων της αγοράς είναι οι μεγάλοι στόχοι που από την πλευρά της Αριστεράς πρέπει να τεθούν στην ημερήσια διάταξη των πολιτικών, κοινωνικών και θεωρητικών προταγμάτων».

Απ' όλα τα παραπάνω γίνεται φανερό ότι ο ΣΥΝ προσεγγίζει την «παγκοσμιοποίηση» ως ουδέτερη διαδικασία που παίρνει περιεχόμενο από τη μορφή καπιταλιστικής διαχείρισης και την υπερίσχυση των ΗΠΑ στο συσχετισμό δυνάμεων ανάμεσα στα ιμπεριαλιστικά κέντρα. Προβάλλει ως διέξοδο την ουτοπία της ρύθμισης του ιμπεριαλιστικού συστήματος. Ετσι οι θέσεις του κινούνται σε κατεύθυνση παρέμβασης στις εξελίξεις του καπιταλισμού.

Αυτή η θεώρηση πραγμάτων αποσπά την πολιτική από την οικονομία. Θεωρεί ότι η κυριαρχία των νόμων της αγοράς οφείλεται στη νεοφιλελεύθερη διαχείριση, ενώ με άλλη διαχείριση η «αγορά» μπορεί να τιθασευτεί για να μπει στην υπηρεσία των λαών. Κάτω από την «αγορά» συγκαλύπτει τις καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής. Αλλά εδώ πρόκειται για αντικειμενικούς νόμους της καπιταλιστικής οικονομίας. Υπάρχουν και δρουν πέρα και πάνω από τη θέληση των ανθρώπων και βάση τους είναι οι καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής, η ατομική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής. Οι αντιφάσεις και οι αντινομίες του καπιταλισμού είναι αναπόφευκτες, οφείλονται στους νόμους κίνησής του. Αυτοί γεννούν και αναπαράγουν τις κοινωνικές αλλά και τις παγκόσμιες ανισότητες, τις ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις, η όξυνση των οποίων είναι αντικειμενική. Η ίδια η ιστορική πείρα, εκτός από τη μαρξιστική ανάλυση, έχει αποδείξει ότι καμιά πολιτική διαχείρισης δεν εξάλειψε και δεν μπορούσε να το κάνει, τις κρίσεις, τις αντιθέσεις και την όξυνσή τους. Η αντίληψη περί φιλολαϊκής διαχείρισης της «παγκοσμιοποίησης» (ψευδώνυμο του ιμπεριαλιστικού συστήματος στις μέρες μας) είναι επικίνδυνη για τα λαϊκά συμφέροντα, πρώτ' απ' όλα γιατί εμποδίζει τη συνειδητοποίηση της αιτίας των προβλημάτων και δεύτερο γιατί υψώνει ανάχωμα στην ανάπτυξη της ενωμένης λαϊκής κοινωνικοπολιτικής πάλης σε αντιμονοπωλιακή - αντιιμπεριαλιστική κατεύθυνση.

 

ΕΥΡΩΕΝΩΣΙΑΚΗ ΠΛΕΙΟΔΟΣΙΑ

Η απόφαση του συνεδρίου σχετικά με την ευρωπαϊκή ενοποίηση αναφέρει: «Η ευρωπαϊκή ενοποίηση με δημοκρατικούς, κοινωνικούς και οικολογικούς όρους μπορεί να είναι η απάντηση των λαών της Ευρώπης στις μεγάλες προκλήσεις της παγκοσμιοποίησης. Και αυτή η προοπτική πρέπει να αποτελέσει τη σημαία της Ευρωπαϊκής Αριστεράς. Αυτό σημαίνει ότι θα ενισχυθούν οι διαδικασίες πολιτικής ενοποίησης, ότι θα προωθηθεί ένα ευρωπαϊκό Σύνταγμα, ότι θα υπάρξουν δημοκρατικά νομιμοποιημένα ευρωπαϊκά πολιτικά όργανα, ότι θα ενισχυθεί ουσιαστικά ο κοινοτικός προϋπολογισμός, ότι θα προωθηθεί η αμυντική ολοκλήρωση και θα υπάρξει χειραφέτηση από τη στρατιωτική και αμυντική κηδεμονία των ΗΠΑ, ότι θα διαμορφωθεί αυτόνομη κοινή εξωτερική πολιτική και πολιτική ασφάλειας στη λογική της κατάργησης του ΝΑΤΟ, ότι θα υπάρξουν θεσμοί και ρυθμίσεις στη λειτουργία και τον ανταγωνισμό της αγοράς, ότι θα αποτελεί βασικό στόχο το κοινωνικό κράτος και η καταπολέμηση της ανεργίας, ότι θα προωθηθεί η ουσιαστική φορολογική μεταρρύθμιση και εναρμόνιση, ότι η οικολογική πολιτική θα είναι όρος της ισόρροπης ανάπτυξης, ότι θα υπάρξει διαρκής προστασία και έλεγχος της δημόσιας υγείας και διατροφής... Η Ευρώπη μέσα από την οικονομική και πολιτική ενοποίηση μπορεί να συμβάλλει στη δημιουργία ενός πολυπολικού κόσμου και στην υπέρβαση του σημερινού status της μιας και μόνης υπερδύναμης».

Αυτές οι θέσεις και τυπικά και ουσιαστικά δε διαφέρουν από τις θέσεις των αστικών κομμάτων που εναλλάσσονται στη διακυβέρνηση της χώρας σχετικά με την ενσωμάτωση της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Ενωση και την πορεία της Ενωσης. Ο ΣΥΝ προβάλλει την αναγκαιότητα να προχωρήσει με γοργούς ρυθμούς η «πολιτική ενοποίηση». Σχετικά με αυτά τα ζητήματα, υπάρχουν κατευθύνσεις και αποφάσεις ιδιαίτερα από τις τελευταίες Συνόδους Κορυφής, που αποκαλύπτουν και την ενίσχυση της αντιδραστικοποίησης της Ευρωπαϊκής Ενωσης και την αντιδραστικοποίηση των κρατών - μελών της.

Συνδέει επίσης την «πολιτική ενοποίηση» της Ευρωπαϊκής Ενωσης με την κατάργηση του ΝΑΤΟ. Ο νέος ρόλος του και οι στρατιωτικοί σχεδιασμοί του, εξυπηρετούν, εκτιμά ο ΣΥΝ, τα συμφέροντα των ΗΠΑ. Προκειμένου λοιπόν να απεγκλωβιστεί η Ευρωπαϊκή Ενωση από το ΝΑΤΟ, θεωρεί αναγκαία την επιτάχυνση της πολιτικής ενοποίησης της Ευρωπαϊκής Ενωσης με την κοινή εξωτερική και αμυντική πολιτική της με όλους τους αναγκαίους θεσμούς, με δικό της στρατό. Βλέπει το ευρωπαϊκό ιμπεριαλιστικό κέντρο ως δυνάμει προοδευτικό αντίπαλο δέος στην επιθετική δράση του ΝΑΤΟ και των ΗΠΑ. «Ξεχνά» και τη συμμετοχή κρατών-μελών της ΕΕ στο ΝΑΤΟ και τη συνευθύνη της ΕΕ στην επίθεση κατά της ΟΔ Γιουγκοσλαβίας και πολλά άλλα.

Ο ΣΥΝ τοποθετείται ξεκάθαρα υπέρ της ενίσχυσης του ευρωπαϊκού ιμπεριαλιστικού κέντρου. Στηρίζει τις επιδιώξεις της άρχουσας τάξης ως προς αυτό, εμφανίζοντας μάλιστα την πολιτική του ως διεθνιστική ενώ είναι καθαρά κοσμοπολίτικη, χαρακτηρίζοντας ταυτόχρονα κάθε αντίσταση στην Ευρωπαϊκή Ενωση ως εθνικό απομονωτισμό. «Η Ευρωπαϊκή Αριστερά, οφείλει να συγκρουστεί με τάσεις αναδίπλωσης στα όρια του εθνικού κράτους από όπου και αν προέρχονται». Ομως, όσο προωθούνται οι διαδικασίες ενοποίησης τόσο ενισχύεται η δύναμη των συνασπισμένων αρχουσών ευρωπαϊκών τάξεων έναντι των λαών. Με τη στήριξη του διακρατικού κέντρου τα κράτη-μέλη ενισχύουν τόσο την ιδεολογική τους δράση για την υποταγή του λαού, όσο και την κατασταλτική (ενδυνάμωση αστυνομοκρατίας, Σέγκεν, αντιτρομοκρατικοί νόμοι κλπ.). Η ενίσχυση του εξωτερικού παράγοντα στη σχέση εθνικού-διεθνικού δεν αναιρεί στα εθνικά όρια την αντίθεση μονοπωλίων-λαού, την ενισχύει. Επομένως η πάλη της εργατικής τάξης και των άλλων λαϊκών στρωμάτων πρέπει να κατευθύνεται ενάντια στην πολιτική που εφαρμόζεται στη χώρα και την εξουσία που την ασκεί, να ξεδιπλώνεται παράλληλα προς τα έξω, να ενισχύει το συντονισμό, την κοινή δράση των λαϊκών κινημάτων. Με γερές βάσεις στο εθνικό επίπεδο μπορεί αποτελεσματικά να προωθείται η κοινή πάλη των λαών. Η ανατροπή της κυριαρχίας των μονοπωλίων στη χώρα του είναι η αφετηρία κάθε εργατικού λαϊκού κινήματος, στα πλαίσια των διεθνιστικών του καθηκόντων. Δεν είναι βέβαια τυχαία η γενικότερη προσπάθεια που γίνεται για να απαξιωθεί στη συνείδηση του λαού - με αξιοσημείωτη συμβολή του ΣΥΝ - το εθνικό πεδίο πάλης. Η αστική τάξη και η εξουσία της συγκροτούνται στο εθνικό επίπεδο. Ολες οι εξελίξεις που έχουμε στην εποχή μας, διακρατικοί συνασπισμοί και οι διακρατικομονοπωλιακές ρυθμίσεις όχι μόνο προϋποθέτουν το εθνικό κράτος, αλλά δεν μπορούν και να το υπερβούν, να το καταργήσουν. Η προσπάθεια να πειστεί ο λαός περί της αντικειμενικής απαξίωσης του εθνικού πεδίου πάλης, στην πραγματικότητα είναι μια προσπάθεια αφοπλισμού του κινήματος, χτυπήματος του αντιιμπεριαλιστικού αντιμονοπωλιακού αγώνα και της προοπτικής του, ακόμα και κάθε, έστω θολής, εναντίωσης στα ιμπεριαλιστικά κέντρα. Μια ανάλογη προσπάθεια γίνεται με τον τρόπο προβολής ως πανάκειας των κινητοποιήσεων κατά της λεγόμενης παγκοσμιοποίησης, όπου συμμετέχουν ανομοιογενείς δυνάμεις με διαφορετικό προσανατολισμό και επίπεδο συνείδησης, τύπου Σιάτλ, Πράγας κλπ. Αυτές, όσο και αν έχουν μια ορισμένη αξία ως εκφράσεις αντίστασης στις αναδιαρθρώσεις, δεν μπορούν να υποκαταστήσουν την πάλη στο εθνικό επίπεδο, όπως δείχνουν να επιθυμούν δυνάμεις σαν το ΣΥΝ. Πολύ περισσότερο που σοσιαλδημοκρατικές δυνάμεις στο διεθνές επίπεδο επιδιώκουν να χειραγωγήσουν και κατευθύνουν τη διαμαρτυρία και τα αιτήματα σε κανάλια τελείως ανώδυνα, τύπου φόρου Τόμπιν, προσπάθεια πολύ εμφανής και με αποτελέσματα στο Πόρτο Αλέγκρε.

Η απόφαση είναι σαφής ως προς την εκτίμηση ότι είναι αναγκαία, υποχρεωτική και θετική η συμμετοχή της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Ενωση, κρίνοντας επίσης ως θετική την ένταξή της στην ΟΝΕ. «Για το ΣΥΝ το μέλλον της ελληνικής κοινωνίας είναι συνυφασμένο με το μέλλον της Ευρώπης, το χαρακτήρα, το εύρος και την κατεύθυνση της Ευρωπαϊκής Ενοποίησης. Επομένως, το κεντρικό ζήτημα της περιόδου που διανύουμε είναι η διαμόρφωση μιας συνολικής στρατηγικής για τη συμμετοχή και τη συμβολή της Ελλάδας στις ευρωπαϊκές διαδικασίες, για την αλλαγή τους. Για την Ελλάδα, η Ευρώπη είναι ο χώρος μέσα από τον οποίο μπορούν να υπάρξουν απαντήσεις για τη συνειδητή παρέμβαση της κοινωνίας, την αναβάθμιση της πολιτικής και μια νέα συγκρότηση του εθνικού κράτους... Αναμφισβήτητα η ένταξη στην οικονομική και νομισματική ένωση... αποτελεί σημαντική θετική εξέλιξη... η ένταξη στην ΟΝΕ διαμορφώνει ένα πλαίσιο για την καλύτερη αντιμετώπιση των μεγάλων οικονομικών, κοινωνικών και εθνικών προβλημάτων και κυρίως γιατί εξασφαλίζει μεγαλύτερες δυνατότητες να παρακολουθήσουμε και σε κάποιο βαθμό να επηρεάσουμε τις ευρωπαϊκές εξελίξεις που αποκτούν μια νέα και πολύ σημαντική δυναμική».

Ουσιαστικά εδώ προβάλλει τη δυνατότητα αλλαγής της αντιλαϊκής πορείας της ευρωπαϊκής καπιταλιστικής ενοποίησης. Προβάλλει τη δυνατότητα της «εύκολης» διεξόδου, καλλιεργώντας αυταπάτες ότι με διαχειριστική από τα πάνω πολιτική μπορεί να χαλιναγωγηθεί η επιθετική φύση του χρηματιστικού κεφαλαίου και του ιμπεριαλισμού. Γι' αυτό ο ΣΥΝ κρίνει «θετική εξέλιξη» τη συμμετοχή στην ΟΝΕ, παρ’ όλο το ταξικό περιεχόμενο των διαβόητων αναδιαρθρώσεων (εργασιακές σχέσεις, κοινωνική ασφάλιση κλπ.), που υποτίθεται αποδοκιμάζει με πολλά βέβαια «ήξεις - αφήξεις». Ασκεί κριτική στο ΠΑΣΟΚ γιατί τάχα μπορούσε να είναι διαφορετική η πορεία προς την ΟΝΕ, αναδεικνύοντας έτσι το αδιέξοδο της πολιτικής του που, ενώ δε διαφέρει επί της ουσίας από του ΠΑΣΟΚ, θέλει να την παρουσιάζει σαν γνήσια αντιπολιτευτική. Στην προκειμένη, όμως, περίπτωση στόχος (ΟΝΕ), και μέσα (πολιτική «σύγκλισης») δεν μπορούν να διαχωριστούν, ο στόχος καθορίζει τα μέσα.

 

ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΞΩΤΕΡΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Εδώ οι θέσεις του ΣΥΝ ταυτίζονται με τις κυβερνητικές. «Ο ΣΥΝ θεωρεί ότι η Ελλάδα ως χώρα-μέλος της Ευρωπαϊκής Ενωσης με την αμεσότερη επαφή και σχέση με τα Βαλκάνια, τη ΝΑ Ευρώπη και την περιοχή της Μαύρης Θάλασσας μπορεί και πρέπει να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στις εξελίξεις αυτής της κρίσιμης περιοχής. Αξιοποιώντας αυτή τη δυνατότητα μπορεί και πρέπει να αυξήσει κατακόρυφα το ειδικό βάρος στα πλαίσια της Ευρωπαϊκής Ενωσης και να ενισχύσει τη θέση της, από κάθε άποψη».

Μήπως η άρχουσα τάξη και η κυβέρνηση επιδιώκουν τίποτε το διαφορετικό;

Πιο ειδικά για τα Βαλκάνια εκτιμά ως «ψευδεπίγραφο το «Σύμφωνο Σταθερότητας», που διασπά την ενότητα του χώρου με την εξαίρεση της Γιουγκοσλαβίας». Βεβαίως, μετά την ανατροπή ουσιαστικά της κυβέρνησης Μιλόσεβιτς, την οποία ο ΣΥΝ χαιρέτησε ως σημαντικό βήμα για τη δημοκρατία στη Γιουγκοσλαβία, οξύνει ακόμη περισσότερο την κριτική του για πιο δραστική παρέμβαση της Ευρωπαϊκής Ενωσης, προκειμένου τα Βαλκάνια να μπουν αποφασιστικά στον «ευρωπαϊκό χώρο». Την κρίση στην περιοχή την αποδίδει μόνο στη δράση των ΗΠΑ, όπως επίσης και την κρίσιμη αποσταθεροποιητική κατάσταση στην ΠΓΔΜ, τις ένοπλες συγκρούσεις από το ΝΑΤΟαναθρεμμένο δήθεν απελευθερωτικό αλβανικό στρατό, τους κινδύνους διαμελισμού της. Δε διαφωνεί με την πιο ενεργητική παρέμβαση και της ελληνικής κυβέρνησης στην κρίση, ακόμη και με την αποστολή στρατού στη γειτονική χώρα, παρά το γεγονός ότι όλα αυτά εξυπηρετούν την ιμπεριαλιστική τάξη ενώ εγκυμονούν κινδύνους για γενικευμένο βαλκανικό πόλεμο.

Το άλλο επίσης μεγάλο θέμα εξωτερικής πολιτικής που συμφωνεί με την κυβέρνηση είναι η αποφάσεις του Ελσίνκι. «Ο ΣΥΝ έχει αναγνωρίσει ορισμένα θετικά βήματα στην εξωτερική πολιτική της τελευταίας περιόδου... Για παράδειγμα, εκτιμήσαμε θετικά την απόφαση του Ελσίνκι για τα Ελληνοτουρκικά, το Κυπριακό και τα Ευρωτουρκικά». Ομως, οι αποφάσεις του Ελσίνκι, συμβάλλουν στην προοπτική της διχοτόμησης της Κύπρου, της ΝΑΤΟποίησης του Αιγαίου, της εκχώρησης κυριαρχικών δικαιωμάτων του λαού στους ιμπεριαλιστικούς οργανισμούς και ενώσεις. Αλλά φαίνεται ότι η ηγεσία του ΣΥΝ δε διαφοροποιείται από αυτή την προοπτική. Ισα-ίσα, στα πλαίσια αναθεώρησης του Συντάγματος προτείνει την «εναρμόνιση και τον καθορισμό των σχέσεων μεταξύ υπερεθνικών και εθνικών οργάνων», δηλαδή την προσαρμογή στην Ευρωπαϊκή Ενωση με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την εργατική τάξη και τ' άλλα λαϊκά στρώματα.

 

ΟΤΑΝ ΟΙ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΤΙΚΕΣ ΑΝΑΔΙΑΡΘΡΩΣΕΙΣ ΚΑΘΑΓΙΑΖΟΝΤΑΙ

Ο ΣΥΝ προβάλλει απροκάλυπτα ως δύναμη στήριξης του καπιταλιστικού εκσυγχρονισμού των αναδιαρθρώσεων με «ανθρώπινο πρόσωπο». Συγκεκριμένα αναφέρει τα εξής:

«Οι αναχρονισμοί, οι καθυστερήσεις και οι στρεβλώσεις του ελληνικού καπιταλισμού πρέπει να ξεπεραστούν... Στην Ελλάδα σήμερα πρέπει να μπουν οι βάσεις για μια ανάπτυξη που δε θα στηρίζεται στην απορύθμιση της αγοράς εργασίας, που δε θα στηρίζεται στη φτηνή εργασία, που δε θα στηρίζεται στην κατασπατάληση των φυσικών πόρων, που δε θα αναζητά την ανταγωνιστικότητα αποκλειστικά στο χαμηλό κόστος, που δε θα στηρίζεται στη συρρίκνωση του κοινωνικού κράτους και στην άδικη φορολογία, που δε θα είναι συμφιλιωμένη με υψηλά ποσοστά ανεργίας. Η πορεία για την είσοδο της χώρας στην ΟΝΕ δε θα έπρεπε να έχει αυτά τα χαρακτηριστικά. Σε κάθε περίπτωση σήμερα, η συμμετοχή στην ΟΝΕ, πρέπει να αξιοποιηθεί για να προωθηθεί μια τέτοιου είδους συνολική πολιτική για την ανάπτυξη της χώρας. Κατ' αυτόν τον τρόπο η Ελλάδα θα σταθεροποιήσει τη θέση της στο ανταγωνιστικό περιβάλλον της ΟΝΕ και θα έχει μια δημιουργική συμβολή στη συνολική πορεία της ενοποίησης... για να υλοποιηθεί αυτή η προοπτική απαιτείται ένα σύνολο διαρθρωτικών αλλαγών στο κράτος, την οικονομία, το πολιτικό σύστημα».

Πώς μπορεί να γίνει αυτό κατά το ΣΥΝ; «Απαιτείται ένα ευρύτατο μεταρρυθμιστικό σχέδιο που θα ανατρέπει δομές, θα αναδιανέμει τον πλούτο και θα κατανέμει τα βάρη και τα ωφελήματα δίκαια, θα αναδιατάσσει εξουσίες, θα αλλάζει τον τρόπο λήψης των αποφάσεων και τα κριτήρια των επιλογών, θα εξασφαλίζει ορθολογική αξιοποίηση των πόρων και των θυσιών».

Βεβαίως, «ο ΣΥΝ είναι ξένος προς τις αντιλήψεις του κρατισμού... είναι αντίθετος προς τις νεοφιλελεύθερες αντιλήψεις ιδιωτικοποίησης του δημόσιου τομέα και της θεοποίησης της αγοράς...». Θεωρεί ότι χρειάζεται «αποτελεσματικός δημόσιος τομέας ... όπου η παρουσία του θα δημιουργεί προϋποθέσεις ανάπτυξης και του ιδιωτικού τομέα σε νέα πλαίσια». Ταυτόχρονα αναγνωρίζει ότι «η ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας, αναμφισβητήτως πρέπει να είναι κεντρική επιδίωξη όλων των εφαρμοζόμενων πολιτικών... ο ανταγωνισμός ή θα είναι υγιής ...ή αγοραίος...»

Εδώ ο ΣΥΝ, αποδεχόμενος τα πλαίσια του καπιταλισμού και της καπιταλιστικής ενοποίησης, αποδέχεται και τον καπιταλιστικό ανταγωνισμό. Ο διαχωρισμός του σε υγιή και αγοραίο, λες και υπάρχει ανταγωνισμός έξω από την αγορά, γίνεται σκόπιμα για να συγκαλύψει την ουσία της πολιτικής του. Αλλά η διεκδίκηση καλύτερης ανταγωνιστικής θέσης στην καπιταλιστική οικονομία σημαίνει ένταση της εκμετάλλευσης, προώθηση αλλαγών για αύξηση των κερδών, της αποσπώμενης υπεραξίας, δηλαδή ακριβώς αυτό που γίνεται σήμερα με τις καπιταλιστικές αναδιαρθρώσεις. Ο ανταγωνισμός είναι ουσιώδες στοιχείο κίνησης του καπιταλισμού και του ΚΜΚ γιατί το μονοπώλιο δεν καταργεί τον ανταγωνισμό αλλά υπάρχει πάνω και δίπλα από αυτόν (Λένιν). Είναι το οξυγόνο για να αναπνέει, μέσω του ανταγωνισμού επιβάλλονται οι εσωτερικοί νόμοι της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής, μέσω του ανταγωνισμού τους κατανοεί ο κεφαλαιοκράτης ως ατομικά κίνητρα[1]. Ο ανταγωνισμός περιλαμβάνει και τον ανταγωνισμό στην αγορά εργασίας, ανάμεσα στους εργάτες, που δυναμώνει με την αύξηση της ανεργίας, με όλα τα σκληρά επακόλουθα. Είναι αδύνατο να συμβεί αυτό που και το ΠΑΣΟΚ υιοθετεί ως σύνθημα: «οικονομία της αγοράς, αλλά όχι κοινωνία της αγοράς».

Ο ΣΥΝ προβάλλει τη δυνατότητα αντιμετώπισης προβλημάτων, όπως της ανεργίας που είναι σύμφυτη με τον καπιταλισμό, στα πλαίσια της «δίκαιης» φορολογίας, της «δίκαιης» κατανομής βαρών κλπ. Αυτό βέβαια είναι αδύνατο. Ακόμη και στην περίπτωση που κάτω από ορισμένες συνθήκες αποσπώνται κατακτήσεις, αυτό γίνεται όταν η κατεύθυνση της ταξικής πάλης της εργατικής τάξης και των συμμάχων της δεν περιορίζεται στη μερική βελτίωση της θέσης τους στον καπιταλισμό, αλλά στην ανατροπή της πολιτικής και της εξουσίας των μονοπωλίων. Και σε αυτή την προοπτική, φράζει το δρόμο η πολιτική του ΣΥΝ όπως τη γνωρίσαμε μέχρι τώρα και όπως παρουσιάζεται με την απόφαση του συνεδρίου του.

Είναι επίσης χαρακτηριστική η τοποθέτηση για τη σχέση ιδιωτικού - δημόσιου τομέα. Θέλει το δημόσιο τομέα να υπηρετεί τον ιδιωτικό κάτι που, εξάλλου, είναι στη φύση του κρατικού τομέα στις συνθήκες του καπιταλισμού. Βέβαια η πάλη της εργατικής τάξης μπορούσε να επιδρά πιο αποτελεσματικά σε αυτόν, για απόσπαση κατακτήσεων όπως π.χ. στους τομείς της υγείας, παιδείας, πρόνοιας, στη μισθολογική τιμολογιακή πολιτική των ΔΕΚΟ κλπ. Προβάλλοντας την άποψη για μη πλήρη ιδιωτικοποίηση, σε συνδυασμό με την αντίθεση στον «κρατισμό», ακυρώνει ακόμη και αυτή τη φραστική τοποθέτηση για δημόσιο τομέα ικανό να ασκεί κοινωνική πολιτική, ενώ ουσιαστικά η συγκεκριμένη θέση υποσκάπτει τα θεμέλια της πάλης ενάντια στις ιδιωτικοποιήσεις. Η πάλη, βεβαίως, του εργατικού κινήματος ενάντια στις ιδιωτικοποιήσεις δε σημαίνει αποδοχή και στήριξη του σημερινού δημόσιου τομέα. Η πάλη αυτή πρέπει να γίνεται γιατί παλεύοντας οι εργαζόμενοι ενάντια στην αντιδραστική επίθεση μπορεί σε κάποια σημεία να την αναχαιτίσουν, να την παρεμποδίσουν, να την αμβλύνουν και ταυτόχρονα αναπτύσσεται η ταξική συνείδηση, συνειδητοποιούνται οι αιτίες των προβλημάτων, η προοπτική της λύσης τους με τη λαϊκή οικονομία και εξουσία.

Γενικά όλες οι θέσεις της απόφασης συγκροτούν ενιαία πολιτική στήριξης των καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων. Και όσα αναφέρονται περί δίκαιης αναδιανομής του πλούτου, δηλαδή καπιταλισμός με «ανθρώπινο πρόσωπο» είναι ουτοπία. Ο ΣΥΝ προσβλέπει στη νομή της εξουσίας, με το σπάσιμο της αυτοδυναμίας του ΠΑΣΟΚ, ονομάζοντας τη φιλοδοξία αυτή «εναλλακτική πρόταση διακυβέρνησης». Από τα παραπάνω επιβεβαιώνεται ότι υπάρχουν όλες οι προϋποθέσεις σε προγραμματικό επίπεδο, ώστε να αξιοποιηθεί εφόσον προκύψουν ανάλογες εξελίξεις, σε κυβερνητικά κεντροαριστερά σχήματα, τη «μεταφιλελεύθερη διακυβέρνηση» όπως την ονομάζει. Οι διαφορές του με το ΠΑΣΟΚ, στον κεντρικό άξονα της πολιτικής, είναι αδιόρατες.

Αποκαλυπτικοί, ως προς αυτό, είναι οι στόχοι που προτείνει για κοινή δράση, για «μέγιστη δυνατή συσπείρωση κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων έναντι της κυβερνητικής πολιτικής», που καταγράφει στην επιστολή απάντησης σε σχετική πρωτοβουλία του ΔΗΚΚΙ. Ετσι προτείνει κοινή δράση σε στόχους που δεν έχουν αντιμονοπωλιακή αντιιμπεριαλιστική κατεύθυνση, ούτε εναντίωση στην ταξική ουσία της εφαρμοζόμενης υπέρ του μεγάλου κεφαλαίου κυβερνητικής πολιτικής. Σε πολλά από αυτά τα ζητήματα έχει ήδη πάρει θέσεις αποπροσανατολιστικές και αντίθετες με τα συμφέροντα των εργαζομένων, έχει δώσει σαφή δείγματα γραφής με τη στάση του στο εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα, τη συμμετοχή στους «κοινωνικούς διάλογους», την πολεμική κατά του ΠΑΜΕ. Αναφερόμενα σημεία είναι:

Το ασφαλιστικό και η υπεράσπιση των εργασιακών δικαιωμάτων, όπου οι θέσεις του, ως προς το ασφαλιστικό είναι ταυτόσημες με αυτές που προβάλλει η πλειοψηφία της ηγεσίας της ΓΣΕΕ. Με δεδομένη την αποδοχή της ενίσχυσης της ανταγωνιστικότητας, άρα και των μεγαλοεπιχειρηματιών, η υπεράσπιση των εργασιακών δικαιωμάτων καταντά κενή φράση, ενώ δείγματα «αγωνιστικής» γραφής έχει δώσει ο ΣΥΝ, στηρίζοντας τον κοινωνικό διάλογο καρατόμησης των εργασιακών δικαιωμάτων.

Η απασχόληση και η καθιέρωση του 35ωρου, όπου κυριαρχούν οι αυταπάτες για αντιμετώπιση της ανεργίας στο καπιταλισμό με την καθιέρωση του 35ώρου, και μάλιστα ψευδεπίγραφου, αφού όπως είναι γνωστό η παράταξή του στη ΓΣΕΕ είχε συμφωνήσει με τα Τοπικά Σύμφωνα Απασχόλησης που είναι πολιορκητικός κριός ενάντια στις εργασιακές και μισθολογικές κατακτήσεις των εργαζομένων.

Η ανάπτυξη του μαζικού κινήματος και η οργανωτική ενότητα του συνδικαλιστικού κινήματος. Με τις εμπειρίες από την ως τώρα δράση του, αυτός ο στόχος μπορεί να ερμηνευτεί ως εξής: Με την πλειοψηφία ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ, ενάντια στον ταξικό προσανατολισμό του συνδικαλιστικού κινήματος, την ταξική ενότητα δράσης της εργατικής τάξης, ενάντια στο μοχλό αυτής της προοπτικής, το ΠΑΜΕ. Δηλαδή με τις δυνάμεις του κεφαλαίου μέσα στο εργατικό κίνημα για την ακόμη πιο ολοκληρωτική ενσωμάτωση της εργατικής τάξης, για την εγκατάλειψη της ταξικής πάλης και την κυριαρχία της ταξικής συνεργασίας και του «κοινωνικού εταιρισμού.

Η καθιέρωση της απλής αναλογικής. Αυτή θεωρείται από το ΣΥΝ σαν βασικός κρίκος για να αλλάξει η ασκούμενη πολιτική με κυβερνήσεις συνεργασίας. Αυτή η αντίληψη δοκιμάστηκε στις «κεντροαριστερές» κυβερνήσεις της ΕΕ. Τα κόμματα δεν αλλάζουν πολιτική αν πάψουν να είναι αυτοδύναμα, αν είναι στην κυβέρνηση ή στην αντιπολίτευση. Απλά αλλάζουν τόνο για τις συγκεκριμένες ανάγκες της διακυβέρνησης ή της αντιπολίτευσης. Το ΠΑΣΟΚ βρέθηκε στην αντιπολίτευση αλλά καθόλου δεν άλλαξε την πολιτική του. Αλλαγή της ασκούμενης πολιτικής προϋποθέτει αλλαγή συσχετισμού δυνάμεων, αλλαγή στο επίπεδο της εξουσίας που μόνο με αγώνα μπορεί να κατακτηθεί. Για το ΣΥΝ τα πάντα είναι θέμα «πολιτικής κουλτούρας», παλιότερα «ήθους και ύφους» της πολιτικής. Χαρακτηριστικά σε συνέντευξη του προέδρου του ΣΥΝ[2] αναφέρεται: «τελικά θα φανεί όσο περνάει ο καιρός ότι ο μόνος οργανωμένος πολιτικός και δημοκρατικός τρόπος για να αλλάξει το πολιτικό σκηνικό είναι η αλλαγή του εκλογικού συστήματος, η απλή αναλογική, η οποία θα διαμορφώσει πολιτική κουλτούρα προγραμματικών συμφωνιών και κυβερνήσεων συνεργασίας, ανατρέποντας τον ιδεολογισμό των ισχυρών κυβερνήσεων και των μονοκομματικών ηγεμονισμών». Αυτό που μπορεί να δώσει η απλή αναλογική είναι η εναρμόνιση ποσοστού ψήφων και ποσοστού εδρών. Γι’ αυτό το θέμα εξάλλου υπήρξε κοινή πρόταση νόμου στη Βουλή.

Τα θέματα οικολογίας, περιβάλλοντος και δικαιωμάτων, οι σχέσεις Εκκλησίας κράτους και άλλα θέματα που αφορούν τη Συνταγματική Αναθεώρηση. Ουσιαστικά εδώ πρόκειται για αστικούς εκσυγχρονισμούς, που έχουν σχέση με το Σύνταγμα. Εννοεί την ανάγκη ρυθμίσεων καλύτερης λειτουργίας της αστικής δημοκρατίας που δεν εστιάζονται στην ουσία της. Στα πλαίσια αυτά, το παράδειγμα του τρόπου ενασχόλησής του με τη λεγόμενη διαπλοκή πολιτικών και οικονομικών συμφερόντων είναι χαρακτηριστικό μιας δύναμης που θεωρεί τη μορφή των θεσμών και τον τρόπο λειτουργίας ως το καθοριστικό και όχι τον ταξικό χαρακτήρα τους, την ταξική τους φύση. Ετσι περιορίζεται στη διεκδίκηση κάποιων αστικών εκσυγχρονισμών στα πλαίσια του συστήματος, η πάλη για τη διεκδίκηση των οποίων δεν απαντά στα άμεσα μεγάλα και κρίσιμα προβλήματα της εργατικής τάξης και των άλλων λαϊκών στρωμάτων.

Αυτή η τακτική ενσωματώνει και υποτάσσει την εργατική τάξη και τους συμμάχους της στην κυριαρχία του κεφαλαίου. Αλλωστε στην απόφαση του συνεδρίου του αναφέρει ότι: «Με το πρόγραμμά του και με την εναλλακτική πρόταση εξουσίας σκοπεύει σε μια μεταφιλελεύθερη πολιτική και διακυβέρνηση. Θέλει να συμβάλλει στη διαμόρφωση των προϋποθέσεων για τον προοδευτικό εκσυγχρονισμό της χώρας, την αλλαγή του τρόπου οργάνωσης του κράτους και των περιφερειακών δομών, την αλλαγή του μοντέλου διακυβέρνησης».

Γι' αυτό και συνδέει την εφαρμογή του προγράμματός του με «τις προϋποθέσεις αλλαγής του δικομματισμού, την αλλαγή του εκλογικού νόμου και τη μη ύπαρξη αυτοδυναμίας», προκειμένου να δημιουργηθούν προϋποθέσεις για συμμετοχή του σε κυβέρνηση διαχείρισης του συστήματος. Στη νομή της αστικής εξουσίας και την κυβερνητική συνδιαχείρισή της προσβλέπει, γι’ αυτό και προβάλλει ως στρατηγική το σπάσιμο του δικομματισμού. Η «Κεντροαριστερά» είναι ο απώτερος στόχος του και γι’ αυτόν είναι έτοιμος «να παραδώσει την ψυχή του στην κόλαση».



Ο Στέφανος Λουκάς είναι μέλος της ΚΕ του ΚΚΕ.

[1] Κ. Μαρξ: «Το Κεφάλαιο», τ. Ι, σελ. 331.

[2] «ΕΞΟΥΣΙΑ», 15.2.2001.