ΕΝΔΟΪΜΠΕΡΙΑΛΙΣΤΙΚΕΣ ΑΝΤΙΘΕΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟ ΠΕΤΡΕΛΑΙΟ ΤΗΣ ΚΑΣΠΙΑΣ

Η διαπάλη των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων και των διεθνικών μονοπωλίων για τον έλεγχο των ενεργειακών πηγών και οδών μεταφοράς γενικά δεν αποτελεί νέο φαινόμενο. Ειδικότερα για την ευρύτερη περιοχή της Κασπίας (Παρακασπιανή Κεντρική Ασία, Παραευξείνια Βαλκανική, Καύκασος) ο αναγνώστης της Ιστορίας θα συναντήσει συναρπαστικές σελίδες ανταγωνισμού των μεγάλων δυνάμεων για τον έλεγχο του συγκεκριμένου χώρου (π.χ. πλευρές του Ανατολικού ζητήματος, ιμπεριαλιστική εκστρατεία κατά της Σοβιετικής Ρωσίας του 1918 κλπ.).

Ωστόσο, η όξυνση των αντιθέσεων μετά τις ανατροπές στις σοσιαλιστικές χώρες και τη διάλυση της Σοβιετικής Ενωσης (περίοδος ’89-’91) είναι αναμφισβήτητη. Ο παράγοντας της δραματικής αλλαγής του συσχετισμού δυνάμεων υπήρξε βέβαια καταλυτικός, αλλά δεν είναι ο μοναδικός που εξηγεί το συγκεκριμένο γεγονός. Θα πρέπει να συνυπολογίσουμε επίσης ορισμένα βασικά δεδομένα στα οποία συγκλίνει το σύνολο των σχετικών αναλύσεων, όπως:

(α) Η πρόβλεψη για την αυξητική τάση που θα παρουσιάσει η παγκόσμια κατανάλωση ενέργειας.

(β) Το δεδομένο ότι το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο θα παραμείνουν οι βασικές ενεργειακές πηγές μέχρι το 2020.

(γ) Η σημασία των ενεργειακών αποθεμάτων της περιοχής της Κασπίας που την αναδεικνύουν σε χώρο ιδιαίτερης γεωπολιτικής σημασίας (σύμφωνα με εκτιμήσεις του Center for Strategic and International Studies (C.S.I.S.) και του Ινστιτούτου J.I.S.S. του Λονδίνου τα πραγματικά αποθέματα φτάνουν σε 90 δισ. βαρέλια πετρέλαιο και 270 τρισ. κυβικά μέτρα φυσικού αερίου).

Παρότι οι αναλυτές δεν εκτιμούν ότι η παραγωγή της περιοχής θα ξεπεράσει αυτή τη δεκαετία το 5% της παγκόσμιας ζήτησης, ο έλεγχος των συγκεκριμένων αποθεμάτων έχει ιδιαίτερη σημασία, όπως θα δούμε, για την ασφάλεια ενεργειακού εφοδιασμού των ιμπεριαλιστικών κέντρων.

Ειδικότερα η παγκόσμια κατανάλωση πετρελαίου το 2020 αναμένεται να αυξηθεί κατά 50%, από 77 εκατ. βαρέλια ημερησίως σήμερα σε 115 βαρέλια ημερησίως. Ο ΟΠΕΚ αναμένεται να καλύψει το 50% της ζήτησης αυτής με παραγωγή 55 εκατ. βαρέλια ημερησίως έναντι 32 εκατ. βαρελιών σήμερα. Η παραγωγή των χωρών της πρώην ΕΣΣΔ αναμένεται επίσης να διπλασιαστεί από 7,8 εκατ. βαρέλια σήμερα σε 14 εκατ. βαρέλια το 2020. (Αξίζει να σημειωθεί ότι το 1989 η ΕΣΣΔ βρισκόταν στην πρώτη θέση της παγκόσμιας παραγωγής ξεπερνώντας τα 11 εκατ. βαρέλια ημερησίως).

Αντιφατικές είναι οι εκτιμήσεις για τα συνολικά τεχνικά εκμεταλλεύσιμα ενεργειακά αποθέματα στον πλανήτη. Σύμφωνα με το Ινστιτούτο Γεωλογικών Επιστημών και Πρώτων Υλών του Αννόβερου τα διαθέσιμα αποθέματα μπορούν να καλύψουν τις σημερινές ανάγκες για τα επόμενα 100 χρόνια, χωρίς να συνυπολογίσει κανείς την ανάπτυξη νέων τεχνικών εξόρυξης και επεξεργασίας μη συμβατικών υδρογονανθράκων. Από την άλλη, με βάση ένα σενάριο του World Energy Cuncil (WEC) με τους σημερινούς ρυθμούς αύξησης της κατανάλωσης, η παραγωγή από τα γνωστά κοιτάσματα πετρελαίου δε θα μπορεί να ανταποκριθεί πλήρως στις απαιτήσεις μετά το 2020.

Τα κύρια πεδία όπου εστιάζεται το ενδιαφέρον των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων είναι αναμφισβήτητα η περιοχή της Μέσης Ανατολής και η περιοχή της Κασπίας. Οι χώρες μέλη του ΟΠΕΚ θεωρείται ότι κατέχουν πάνω από το 60% των παγκόσμιων αποθεμάτων πετρελαίου. Ταυτόχρονα, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επισημαίνει ότι τα αποδεδειγμένα αποθέματα της λεκάνης της Κασπίας ανέρχονται στο ίδιο επίπεδο με αυτά των ΗΠΑ, αλλά τα πιθανά αποθέματα ενδέχεται να υπερβαίνουν το 25% των αποδεδειγμένων αποθεμάτων της Μέσης Ανατολής.

Ιδιαίτερα για την ΕΕ το πρόβλημα της ενεργειακής κατανάλωσης αποτελεί μειονέκτημα στον ανταγωνισμό της με τις ΗΠΑ (οι οποίες διαθέτουν σημαντικά αποθέματα και πολιτικοστρατιωτικό ηγεμονικό ρόλο στις πετρελαιοπαραγωγικές περιοχές).

Η ενεργειακή κατανάλωση της ΕΕ καλύπτεται σήμερα κατά 41% από το πετρέλαιο και κατά 22% από το φυσικό αέριο. Η κάλυψη των ενεργειακών αναγκών της με εισαγόμενα προϊόντα ανέρχεται σήμερα στο 50%. Η Πράσινη Βίβλος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την ασφάλεια του ενεργειακού εφοδιασμού περιλαμβάνει την εκτίμηση ότι αν δε ληφθούν μέτρα, σε 20-30 χρόνια η ενεργειακή εξάρτηση της ΕΕ θα φτάσει στο 70%.

Ταυτόχρονα, σημαντικές αλλαγές αναμένονται και στον κλάδο διύλισης πετρελαίου τα επόμενα χρόνια. Οι παράγοντες που θα επηρεάσουν το μέλλον των Διυλιστηρίων είναι επιγραμματικά οι ακόλουθοι:

(α) Η θέσπιση ορίων στις εκλύσεις διοξειδίου του άνθρακα λόγω του «φαινομένου του Θερμοκηπίου».

(β) Η βιομηχανική παραγωγή αυτοκινήτων νέας «πράσινης» τεχνολογίας που θα χρησιμοποιούν διαφορετικά καύσιμα και λιπαντικά.

(γ) Οι εξελίξεις στη βιοτεχνολογία που θα επιτρέψουν τη βιολογική επεξεργασία του πετρελαίου.

Οι εξελίξεις αυτές θα διευρύνουν το πεδίο εκδήλωσης του μονοπωλιακού ανταγωνισμού και των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων στον ενεργειακό τομέα.

 

Η ΜΑΧΗ ΤΟΥ ΕΛΕΓΧΟΥ ΠΗΓΩΝ ΚΑΙ ΟΔΩΝ

Στην ευρύτερη περιοχή της πρώην Σοβιετικής Ενωσης βρίσκεται περίπου το 21% των εγνωσμένων παγκόσμιων αποθεμάτων (Ρωσία, Καζακστάν, Αζερμπαϊτζάν). Ιδιαίτερα η Ρωσία έχει μεγάλες εξαγωγικές δυνατότητες (παραγωγή 6,1 εκατ. βαρέλια/ημέρα, έναντι κατανάλωσης 3,1 εκατ. βαρέλια/ημέρα). Ετσι η Ρωσία καλύπτει ήδη το 35% των καταναλωτικών αναγκών της ΕΕ, με πρόβλεψη για ποσοστό που θα ξεπεράσει το 40%. Πρέπει όμως να σημειώσουμε ότι το 60% της ρωσικής παραγωγής προέρχεται από τη Δυτική Σιβηρία. Αντίθετα στην περιοχή της Κασπίας έχουν ιδιαίτερη βαρύτητα τα κοιτάσματα του Καζακστάν και του Αζερμπαϊτζάν.

Πρωταγωνιστές στον ανταγωνισμό για τον έλεγχο των πετρελαϊκών κοιτασμάτων και των οδών εξαγωγής έχουν αναδειχτεί αναμφισβήτητα οι ΗΠΑ, η Ρωσία και η ΕΕ. Αξίζει να σημειωθεί στο σημείο αυτό ότι υπάρχει πλήθος στελεχών της νέας αμερικανικής κυβέρνησης του προέδρου Μπους που προέρχονται από τον ενεργειακό τομέα, όπως ο αντιπρόεδρος Ντικ Τσέινι (πρ. διευθύνων σύμβουλος της Halliburton), η σύμβουλος Εθνικής Ασφάλειας Κοντολέζα Ράις (πρώην μέλος του Δ.Σ. της Chevron), η υπεύθυνη εμπορίου στο Υπ. Οικονομικών Κάθλιν Κούπερ (πρώην διευθύντρια ενεργειακών μονάδων Exxon Mobil) κλπ.

Βασική παράμετρος του ανταγωνισμού είναι η σύναψη διακρατικών συμμαχιών - αξόνων και αντιαξόνων που δεν περιορίζονται στο ενεργειακό ζήτημα, είναι ευμετάβλητοι και δεν έχουν σταθεροποιηθεί. Από τη μια ξεχωρίζει η προσπάθεια των ΗΠΑ να συγκροτήσουν ένα αντιρωσικό «άξονα» (Τουρκία, Αζερμπαϊτζάν, Γεωργία) και από την άλλη υπάρχει σήμερα η προσέγγιση της Ρωσίας με το Ιράν, την Αρμενία και τη Μολδαβία, καθώς και η προσπάθεια αναβάθμισης της συνεργασίας της με την ΕΕ. Σε άλλα κράτη όπως η Ουκρανία και το Καζακστάν δε διαγράφεται μέχρι στιγμής ένας σαφής προσανατολισμός όπως θα δούμε στη συνέχεια.

Σε πρόσφατη ομιλία της (11.4.2001) η ειδική απεσταλμένη των ΗΠΑ στην Κασπία πρέσβειρα Elisabeth Johnes διακήρυξε χωρίς περιστροφές ότι οι στρατηγικοί στόχοι της αμερικανικής πολιτικής στην Κασπία δεν περιορίζονται στον έλεγχο αξιόπιστων ενεργειακών πηγών και διελεύσεων των ενεργειακών προϊόντων στην περιοχή. Επιδιώκουν την προώθηση ενός βαθμού οικονομικής ενοποίησης των κρατών της Κασπίας και της Τουρκίας σε συνδυασμό με τη διασφάλιση της ηγεμονίας των αμερικανικών μονοπωλιακών ομίλων.

Ο ανταγωνισμός εκφράζεται ταυτόχρονα, όπως θα δούμε στη συνέχεια, και σε επίπεδο ισχυρών πετρελαϊκών εταιριών για τα ποσοστά συμμετοχής που καταλαμβάνουν στους διεθνείς μονοπωλιακούς ομίλους εκμετάλλευσης της περιοχής. Π.χ. σε έναν από τους βασικούς ομίλους εκμετάλλευσης κοιτασμάτων του Καζακστάν, τον Caspian Pipeline Consortium (CPC), συμμετέχουν τα αμερικανικά μονοπώλια Chevron, Mobil, Oryx με ποσοστό 25%, ενώ στον αντίστοιχο όμιλο του Αζερμπαϊτζάν, τον Azerbaijan International Operation Company (AIOC), η αμερικανική συμμετοχή (Exxon, BP Amoco, Penzoil, κλπ.) φτάνει το 41%.

Σχετικά με τον έλεγχο των πηγών, η διαμάχη φαινομενικά εστιάζεται στο νομικό χαρακτηρισμό της Κασπίας σαν Θάλασσας, όπως υποστηρίζει το Καζακστάν και το Αζερμπαϊτζάν (με τη στήριξη των ΗΠΑ) ή σαν Λίμνης όπως υποστηρίζουν η Ρωσία και το Ιράν. Η ρωσική ερμηνεία οδηγεί ουσιαστικά στην από κοινού εκμετάλλευση των υπαρχόντων κοιτασμάτων, ενώ η αμερικανική δίνει τη δυνατότητα σε μεμονωμένη εκμετάλλευση καθενός από τα προαναφερόμενα παρακασπιανά κράτη. Η διαμάχη κορυφώθηκε το 1994 όταν η AIOC ανακοίνωσε συμφωνίες για εκμετάλλευση κοιτασμάτων και η Ρωσία προειδοποίησε στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ (5.10.’94) ότι θα προβεί σε κάθε απαραίτητο μέτρο για να αποκαταστήσει την τάξη. Στη συνέχεια κατατέθηκαν διάφορες συμβιβαστικές προτάσεις χωρίς πρακτικό αποτέλεσμα.

Στα τέλη του Γενάρη του 2001 ο πρόεδρος Πούτιν επισκέφτηκε το Μπακού του Αζερμπαϊτζάν και συνυπέγραψε με τον ομόλογό του Αλίεφ μια επίσημη έκθεση, η οποία οριοθετεί τον πυθμένα της Κασπίας σε εθνικούς τομείς δραστηριότητας.

Είχε προηγηθεί ανάλογη προκαταρκτική συμφωνία της Ρωσίας με το Καζακστάν με βάση το ρωσικό σχέδιο. Ωστόσο η σημαντικότερη εξέλιξη στην οριοθέτηση των συνόρων προέκυψε από την επίσκεψη του Προέδρου του Ιράν Μοχάμεντ Χατάμι στη Μόσχα. Ο κ. Χατάμι διαφοροποιήθηκε από το σχέδιο της Ρωσίας, γιατί αφήνει ένα σχετικά μικρό μερίδιο στη χώρα του της τάξης του 13%. Ο πρόεδρος Πούτιν υποσχέθηκε να εξετάσει τροποποίηση του σχεδίου που να διασφαλίζει αύξηση του μεριδίου του Ιράν. Το βασικό, όμως, νέο στοιχείο στο ζήτημα αυτό ήταν η κοινή δήλωση των δύο προέδρων ότι δεν αναγνωρίζουν οποιαδήποτε σύνορα και δεν ενεργοποιούν διμερείς συμφωνίες μέσα στο θαλάσσιο χώρο προτού επικυρωθεί το τελικό νομικό καθεστώς και από τα πέντε παραθαλάσσια κράτη[1].

Φυσικά το ασαφές καθεστώς δεν εμποδίζει τα συγκεκριμένα κράτη να συνάπτουν ήδη συμφωνίες εκμετάλλευσης με μονοπωλιακούς ομίλους π.χ. το Ιράν έχει υπογράψει συμφωνία ύψους 226 εκ. δολαρίων με τη σουηδική εταιρία CVA Consultans για μια πλατφόρμα εξόρυξης στη θαλάσσια περιοχή του.

 

Η ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΗ ΕΠΙΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΑΓΩΓΟΥΣ

Σχετικά με τον έλεγχο των οδών εξαγωγής ανάμεσα σε ένα σύνολο προτεινόμενων και υπαρκτών αγωγών, ξεχωρίζουν τέσσερις (4) βασικές λύσεις - διαδρομές:

1. Ο αγωγός Μπακού - Τσεϊχάν (Αζερμπαϊτζάν - Γεωργία - Τουρκία) που μέχρι σήμερα προωθούν σαν βασική λύση οι ΗΠΑ και η Τουρκία (βλέπε Χάρτη).

2. Ο υπαρκτός βασικός ρωσικός αγωγός Μπακού - Νοβοροσίσκ.

3. Η «συμβιβαστική» λύση του αγωγού Μπακού - Σούπσα.

4. Οι αναλογικά οικονομικότερες προτάσεις του Ιράν προς το Αζερμπαϊτζάν είτε για αγωγό που θα οδηγεί στον Περσικό Κόλπο, είτε για διαδικασία ανταλλαγής (τροφοδοσία του Ιράν με αζέρικο πετρέλαιο στις βόρειες ακτές του και πώληση ιρανικού πετρελαίου στα τέρμιναλ του Νότου στους πελάτες των Αζέρων).

Η προσπάθεια των κυβερνήσεων των ΗΠΑ τη δεκαετία του ’90 εστιάστηκε στην εδραίωση δρόμων εξαγωγής πετρελαίου που δε θα ελέγχονταν από τη Ρωσία και το Ιράν. Οι κεντρικές επιλογές τους εκφράστηκαν με την πολιτική της υλοποίησης «πολλαπλών διαδρομών» των αγωγών, με καθοριστικό ζήτημα την κατασκευή του αγωγού Μπακού - Τσεϊχάν. Τα πρώτα χρόνια η επιλογή αυτή συνάντησε τις ισχυρές επιφυλάξεις των διεθνικών μονοπωλίων, λόγω του υψηλού κόστους κατασκευής του και του αυξημένου κινδύνου διασφάλισης της επένδυσης λόγω της πολιτικής αστάθειας στην περιοχή.

Η «αμερικανική» λύση δρομολογήθηκε με το τουρκοαζέρικο πετρελαϊκό πρωτόκολλο Elcimbey-Demirel (9.3.’93). Ωστόσο, με απόφαση στις 9.10.’95 ο AIOC προέκρινε τη ρωσική και τη γεωργιανή λύση σε σχέση με την τουρκική οδό. Ο AIOC απαρτίζεται από την BP Amoco (ηγετική δύναμη με 34%), τη ρωσική LukOil (10%), την αμερικανική Exxon (5%), την αζερική SOCAR (10%), τη νορβηγική StatOil (8,56%), την τουρκική Tpao (6,75%), την αμερικανική Penzoil (9,82%) κλπ.

Ακολούθησε νέα επίσημη απόρριψη από τον AIOC στις 29.10.’98 όπου διευκρινίστηκε ότι εκτός των 4,1 δισ. δολαρίων που απαιτούνται για την κατασκευή του αγωγού, η λειτουργία του θα προσαύξανε το κόστος μεταφοράς πετρελαίου κατά 500 εκ. δολάρια ετησίως. Η Αγκυρα πρότεινε προς στιγμήν, την ανάληψη από την ίδια του κόστους κατασκευής και συντήρησης, αλλά λίγο αργότερα υπέστη οικονομικό πλήγμα από τους γνωστούς καταστροφικούς σεισμούς. Τελικά, το Νοέμβρη του ’99 υπογράφηκε στην Κωνσταντινούπολη συμφωνία ανάπτυξης του αγωγού από την Τουρκία, το Αζερμπαϊτζάν και τη Γεωργία, παρουσία του προέδρου Κλίντον.

Σχετικά με την αξιολόγηση των οικονομικών δεδομένων οι πιο πρόσφατες πληροφορίες αναφέρουν:

(α) Σύμφωνα με το CSIS (8.’00) η AIOC παράγει σήμερα 115.000 βαρέλια/ημέρα και θα πλησιάσει την παραγωγή 800.000 βαρέλια/ημέρα το 2010. Θεωρητικά αυτή η ποσότητα μπορεί να κάνει τον αγωγό Μπακού-Τσεϊχάν βιώσιμο στις αρχές της άλλης δεκαετίας, εκτός αν διασφαλιστεί τροφοδοσία από το Καζακστάν, πράγμα που δε φαίνεται άμεσα πιθανό. Στο ίδιο μήκος κύματος το Eurasianet (17.2.’01) του Open Society Institute (Soros) δηλώνει ότι βασικές δυνάμεις της AIOC (Exxon Mobil, LukOil, Penzoil) δε φαίνονται πρόθυμες να συμβάλλουν οικονομικά και αμφισβητούν τη δυνατότητα διασφάλισης της αναγκαίας παραγωγής.

(β) Αντίθετα το Nixon Center (31.1.’01) και το Oil and Gas Journal (2.’01) ανακοινώνουν ότι έχει ήδη αρχίσει ο βασικός σχεδιασμός του έργου και ότι στην κατεύθυνση υλοποίησής του συμπλέει η BP και οι μικρότερες εταιρίες της AIOC με εξαίρεση τις Exxon Mobil και LukOil (πιθανή έκφραση και ενός ενδοαμερικανικού μονοπωλιακού ανταγωνισμού).

Ωστόσο ορισμένα πολιτικά και οικονομικά δεδομένα συνηγορούν στο ότι η αμερικανική προσπάθεια για την κατασκευή του αγωγού θα συνεχιστεί με εντονότερους ρυθμούς.

Στην πρόσφατη ομιλία της στο «John F. Kennedy School of Coverment» (11.4.’01) η πρέσβειρα των ΗΠΑ Elisabeth Johnes (ειδική απεσταλμένη για θέματα ενεργειακής πολιτικής στην Κασπία) συνέδεσε την κατασκευή για θέματα αγωγού με την προώθηση των στρατηγικών στόχων των ΗΠΑ που προαναφέραμε. Προέβλεψε επίσης ότι το επόμενο διάστημα δε θα μεταβληθεί θεαματικά η αμερικανική πολιτική απέναντι στο Ιράν, γεγονός που θα μπορούσε να τροποποιήσει τα βασικά αμερικανικά σχέδια. Ενθερμος υποστηρικτής του συγκεκριμένου αγωγού εμφανίζεται ο αντιπρόεδρος της νέας αμερικανικής κυβέρνησης Ντικ Τσέινι, ενώ άλλα μέλη της κυβέρνησης όπως ο υπουργός Ενέργειας Σπένσερ Αμπραάμ είναι περισσότερο επιφυλακτικά[2].

Ταυτόχρονα, στο οικονομικό επίπεδο, προστέθηκε η δυνατότητα κατασκευής ενός παράλληλου αγωγού μεταφοράς αερίου χωρίς σοβαρές πρόσθετες δαπάνες για μηχανολογικό εξοπλισμό[3]. Αξίζει να σημειωθεί ότι στις 12.2.2001 η Τουρκία υπέγραψε με το Αζερμπαϊτζάν μια συμφωνία αγοράς φυσικού αερίου που στοχεύει στη διοχέτευση 233 δισ. κυβικών ποδιών σε 15 χρόνια (κατά την επίσκεψη του Προέδρου Γκαϊντάρ Αλίεφ στην Τουρκία). Σημαντικά αποθέματα για την τροφοδοσία του συγκεκριμένου παράλληλου αγωγού με φυσικό αέριο έχουν εντοπιστεί στην αζέρικη πετρελαιοπηγή του ShehkDeniz.

Ενα ακόμα οικονομικό δεδομένο που δίνει ώθηση στην υλοποίηση του αγωγού αποτελεί η πρόσφατη δέσμευση (2.3.2001) του προέδρου του Καζακστάν Nursultan Ναζαρμπάγιεφ προς την Ελ. Τζόουνς ότι ένα τμήμα του πετρελαίου της νέας γιγαντιαίας πετρελαιοπηγής Kashagan θα διοχετευθεί μέσω του αγωγού Μπακού-Τσεϊχάν, εφόσον αυτός κατασκευαστεί. Στη συνάντηση επιδόθηκε προσωπικό μήνυμα του προέδρου Μπους στον πρόεδρο του Καζακστάν. Η γενικότερη επιλογή συνεργασίας του Καζακστάν στο πλαίσιο της συγκεκριμένης λύσης είχε δρομολογηθεί με την υπογραφή σχετικού συμφώνου Καζακστάν-Τουρκίας (19.11.’99).

Τα παραπάνω γεγονότα εξηγούν και τη σταδιακή αλλαγή της στάσης των πολυεθνικών BP Amoco & Chevron (σύμφωνα με το «The Wall Street Journal») που μαζί με άλλες έξι (6) εταιρίες του AIOC συμφώνησαν τελικά να χρηματοδοτήσουν σχετική προμελέτη για την κατασκευή του αγωγού, ύψους 26 εκ. δολαρίων. Σε περίπτωση θετικού αποτελέσματος θα ακολουθήσει αναλυτική μελέτη ύψους 100 εκ. δολαρίων, την οποία θα ακολουθήσει ένα διάστημα 32 μηνών για την κατασκευή των βασικών έργων υποδομής.

Σε πρόσφατη συνέντευξή του (3.5.2001) ο διευθυντής Δημοσίων Σχέσεων σε παγκόσμιο επίπεδο της BP Amoco κ. Haward Case[4] ξεκαθάρισε ότι μέχρι το Μάη θα είχε ολοκληρωθεί κατά 50% η πρώτη φάση της σχετικής προσπάθειας. Συμπύκνωσε δε τη μεταβολή της στάσης της BP με τη φράση: «Η οικονομικά συμφέρουσα λύση σε ένα πρόβλημα δεν είναι απαραίτητα η φθηνότερη στην κατασκευή της σχετικής υποδομής». Φυσικά η αμερικανική προσπάθεια δεν περιορίζεται στην υλοποίηση ορισμένων αγωγών. Ταυτόχρονα, οι ΗΠΑ ενεργοποιήθηκαν στην κατεύθυνση εδραίωσης διακρατικών συμμαχιών που θωρακίζουν εκτός των άλλων πολιτικοστρατιωτικά την προαναφερόμενη λύση. Βασικό βήμα ήταν η συγκρότηση του G.U.U.A.M (Γεωργία, Ουκρανία, Ουζμπεκιστάν, Αζερμπαϊτζάν, Μολδαβία) το 1997 σε αντιπαράθεση ουσιαστικά με την Κοινοπολιτεία Ανεξάρτητων Κρατών.

Η Ουκρανία το ’94 και το Καζακστάν το ’97 οργάνωσαν από κοινού γυμνάσια με το ΝΑΤΟ. Επίσης υπήρξε το σχέδιο προετοιμασίας Ουκρανο-γεωργιανού τάγματος για τη φρούρηση του γεωργιανού αγωγού Μπακού - Πότι Μπατουμί. Μεγάλη επιτυχία της αμερικανικής πολιτικής αποτέλεσε το 1999 η αποχώρηση της Γεωργίας και του Αζερμπαϊτζάν από το Αμυντικό Σύμφωνο της Κοινοπολιτείας Ανεξάρτητων Κρατών και η σύνδεσή τους με τη ΝΑΤΟϊκή «Συναιτερισμός για την Ειρήνη».

Την ίδια χρονιά έχουμε την επικύρωση του απροκάλυπτα επεκτατικού νέου δόγματος του ΝΑΤΟ τον Απρίλη του 1999 και την υλοποίηση της νέας δομής του ΝΑΤΟ για την αποτελεσματική εφαρμογή του. Στα πλαίσιο αυτό δεσπόζει στην περιοχή μας το στρατηγείο της Νάπολης με τέσσερα (4) υποστρατηγεία (Μαδρίτης, Βερόνας, Λάρισας, Σμύρνης). Στο υποστρατηγείο της Σμύρνης έχει ανατεθεί ουσιαστικά ο έλεγχος της περιοχής του Καυκάσου, της Μαύρης Θάλασσας, της Μέσης Ανατολής και του Αιγαίου. Το γεγονός αυτό σε συνδυασμό με τη στρατιωτική συμφωνία Ισραήλ - Τουρκίας υπογραμμίζει τον ιδιαίτερο ρόλο της Αγκυρας στην υλοποίηση των ιμπεριαλιστικών σχεδιασμών για την περιοχή και την οικοδόμηση ενός αντιρωσικού συνασπισμού. Αξίζει στο σημείο αυτό να σημειώσουμε ότι ο Κόλπος της Μερσίνας στον οποίο θα καταλήξει ο αγωγός Μπακού-Τσεϊχάν έχει εξαιρεθεί από τη Συνθήκη για τη μείωση των συμβατικών δυνάμεων στην Ευρώπη (CFE).

 

Η ΡΩΣΙΚΗ ΑΝΤΙΔΡΑΣΗ

Στον αντίποδα των κινήσεων του αμερικανικού ιμπεριαλισμού βρίσκεται η Ρωσία η οποία ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια έχει σημειώσει ορισμένες επιτυχίες.

Κατ’ αρχήν πέτυχε, όπως ήδη αναφέραμε, να επιβάλει σαν τη βασικότερη υπαρκτή λύση μεταφοράς τον αγωγό Μπακού-Νοβοροσίσκ (Απόφαση AIOC 9.5.’95). Σήμερα το Νοβοροσίσκ διακινεί το 50% περίπου των εξαγωγών πετρελαίου προς τη Δυτική Ευρώπη σύμφωνα με το CSIS. Η λύση αυτή ενισχύθηκε ακόμα περισσότερο μετά την ανακάλυψη από τη LukOil στις 13.2.2000 σημαντικών νέων αποθεμάτων στη ρωσική περιοχή της Κασπίας.

Ταυτόχρονα, η Ρωσία πέτυχε σ’ ένα βαθμό το στρατιωτικό έλεγχο της περιοχής της Τσετσενίας και ιδιαίτερα του Γκρόζνυ που αποτελεί κομβικό σημείο του ρωσικού αγωγού. Στις αρχές του 2000 έθεσε σε λειτουργία έναν παρακαμπτήριο μικρό αγωγό μέσω του γειτονικού Ταγκεστάν και απέκτησε εναλλακτική λύση τροφοδοσίας του αγωγού Μπακού-Νοβοροσίσκ. Παράλληλα κινείται σε ολόκληρη τη δεκαετία του ’90 για την αποτροπή της λύσης Μπακού-Τσεϊχάν ενεργοποιώντας πρωτοβουλίες οικονομικής συνεργασίας, αλλά και τη στρατιωτική της αποτρεπτική δύναμη (έλεγχο Κασπίας από ναυτική βάση Αστραχάν). Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Γ. Πριμακόφ σαν αρχηγός της ρωσικής αντικατασκοπείας το 1994 είχε χαρακτηρίσει τον τουρκοαζέρικο αγωγό σαν «απειλή για την εθνική ασφάλεια της Ρωσίας».

Χαρακτηριστική ήταν η ρωσική στήριξη στην Αρμενία στον Αρμενοαζέρικο πόλεμο (1993) και στην παγίωση της κατάληψης αζέρικων εδαφών από την Αρμενία μέσω της ειρηνευτικής ομάδας Μινσκ (Γαλλία, Ρωσία, ΗΠΑ). Η στήριξη επισφραγίστηκε με τη ρωσοαρμενική συμφωνία (Σεπτέμβρης ’97) που περιέλαβε και τον εξοπλισμό της Αρμενίας με S-300.

Μετά τη ΝΑΤΟϊκή επίθεση στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γιουγκοσλαβίας οι ρωσικές προσπάθειες στην περιοχή εντάθηκαν στην ίδια κατεύθυνση. Στο Καζακστάν εκτός από το ρωσοκαζάκικο πετρελαϊκό πρωτόκολλο (27.4.’96) η Ρωσία αξιοποιεί την ύπαρξη στρατευμάτων στο έδαφός του, καθώς και την ύπαρξη σημαντικής ρωσικής μειονότητας που ξεπερνά το 35% του πληθυσμού. Ρωσική επιτυχία αποτέλεσε η συμμετοχή του Καζακστάν στη συνεργασία των «5 της Σαγκάης» μαζί με την Κίνα, το Τατζικιστάν και το Κιργιστάν. Σύμφωνα επίσης με τον A. G. Frank («The Central Asian Big Oil Game») από κοινού με την Κίνα ωθεί το Καζακστάν στη μεταφορά μέρους του πετρελαίου του για κάλυψη κινέζικων αναγκών.

Το Γενάρη του 2001 είχαμε τη συμφωνία της αζέρικης SOCAR με τη LukOil για εξαγωγή 12 εκατ. βαρελιών αζέρικου πετρελαίου μέσω του αγωγού Μπακού-Νοβοροσίσκ (επίσκεψη του Πούτιν στο Μπακού). Κατά τη διάρκεια της ίδιας επίσκεψης ο Ρώσος πρόεδρος υπέγραψε συμφωνία που διασφαλίζει το ρωσικό έλεγχο στο στρατηγικής σημασίας για τον έλεγχο της περιοχής ραντάρ του Γκεμπελέ.

Ωστόσο, το τελευταίο διάστημα έχουν καταγραφεί ορισμένες κινήσεις διαφοροποίησης της πάγιας ρωσικής πολιτικής σχετικά με τον αγωγό Μπακού-Τσεϊχάν. Μέχρι και το 1999 η Ρωσία με δηλώσεις κυρίως του υπουργού Αμυνας Igor Sergeev κατηγορούσε τις ΗΠΑ ότι επιδιώκουν να την αποκόψουν από τα πετρέλαια της Κασπίας. Ομως, σε συνέντευξή του το Φλεβάρη του 2001, ο Ρώσος αναπληρωτής υπουργός Εξωτερικών Victor Kalyuzhny δήλωσε ότι η προώθηση του αγωγού Μπακού-Τσεϊχάν δεν αφορά ιδιαίτερα τη Ρωσία. Τη μεταβολή της ρωσικής θέσης επισήμανε με δηλώσεις της και η Αμερικανίδα πρέσβειρα Johnes[5].

Οι αιτίες αυτής της πιθανής μεταβολής φαίνεται ότι σχετίζονται με τη ρωσική επιθυμία να μετάσχει ενεργά και σε αυτήν την οδό στο βαθμό που υπάρχει δυναμική για την κατασκευή της (αλλαγή στάσης αμερικανικών Ομίλων κλπ.).

Στην κατεύθυνση αυτή φαίνεται ότι η ρωσική κυβέρνηση παίρνει υπόψη της δύο ακόμα πρόσφατα γεγονότα:

― Σύμφωνα με τους Financial Times (Energy Newsletter) και το Πρακτορείο Ειδήσεων για την Κασπία AMBO ο πρόεδρος της γεωργιανής «Georgian International Oil Corporation» πρότεινε την κατασκευή αγωγού σύνδεσης μεταξύ των αγωγών Μπακού-Νοβοροσίσκ και Μπακού-Τσεϊχάν κόστους 450 εκ. δολαρίων. Η πρόταση αυτή ανοίγει δρόμο για το σχεδιασμό μιας ευρύτερης συνεκμετάλλευσης του πετρελαίου της περιοχής.

― Τη σύναψη στην Astana, το φετινό Φλεβάρη, Μνημονίου συνεργασίας μεταξύ Γεωργίας-Τουρκίας-Αζερμπαϊτζάν-Καζακστάν για εξαγωγή καζακικού πετρελαίου μέσω του αγωγού Μπακού-Τσεϊχάν.

Η προσπάθεια εδραίωσης της ρωσικής επιρροής προς το Καζακστάν εντάθηκε μετά την επιβεβαίωση το φετινό Μάρτη ότι η νέα πηγή Kashagan που ανακαλύφθηκε, ξεπερνά 2,5 φορές σε μέγεθος τη βασική σημερινή πηγή Tengiz με αποθέματα 6-9 δισ. βαρέλια. Είναι χαρακτηριστικό ότι την ίδια περίοδο[6] ο πρόεδρος του Καζακστάν ανακοίνωσε τον προγραμματισμό των εγκαινίων του αγωγού που θα τροφοδοτεί από την πηγή Tengiz το ρωσικό Νοβοροσίσκ (αγωγός 990 μιλίων, με δυνατότητα μεταφοράς 600.000 βαρελιών ημερησίως).

Ενα μήνα αργότερα, σύμφωνα με το Ινστιτούτο στρατηγικών μελετών του Stratfor[7] κατηγόρησε τον όμιλο εξαγωγής πετρελαίου Tengizchevroil για περιβαλλοντικές παραβάσεις, γεγονός που ερμηνεύτηκε σαν άσκηση πίεσης της κυβέρνησης του Καζακστάν στον αμερικανικό όμιλο Chevron. Η Chevron συμμετέχει ενεργά στους διεθνείς ομίλους εκμετάλλευσης της πηγής Tengiz (Tengizchevroil με ηγετικό ρόλο και CPC), ενώ δε συμμετέχει στον όμιλο OKIOC που έχει αναλάβει την εκμετάλλευση της πηγής Cashagan.

Αν γενικότερα παρατηρήσουμε τα ποσοστά συμμετοχής των εταιριών των ΗΠΑ, Ρωσίας και ΕΕ, στους διεθνείς ομίλους εκμετάλλευσης θα δούμε ότι μέχρι σήμερα δεν έχει επιτευχθεί η αμερικανική πρωτοκαθεδρία στην περιοχή. Ετσι, στον όμιλο Caspian Line Consortium (CPC) που έχει ικανότητα εξαγωγής 1,34 εκ. βαρέλια την ημέρα η Ρωσία συμμετέχει με 24%, το Καζακστάν με 19%, οι αμερικανικές Chevron με 15% και Mobil με 7,5%, η ρωσοαμερικανική κοινοπραξία LukArco με 12,5%, η ρωσοβρετανική Rosneft - Shell με 7,5%, η βρετανική B.G. με 2%, η ιταλική Agip με 2%, η αραβική Oman με 7% κ.ά.. Αντίστοιχα στην Tengiz ChevrOil (TCO) υπάρχει σαφής αμερικανικός έλεγχος με τις Chevron (50%), Mobil (25%) και συμμετέχει το Καζακστάν με 20% και η Ρωσία με 5% μέσω της LukArco.

Τέλος, στον OIOC (Offshore Kazakhstan International Operating Company) είναι αναβαθμισμένη η ευρωπαϊκή παρουσία με την ιταλική Agip Eni (14,28%), τη βρετανική B.G. (14,28%), τη γαλλική Total Fina ELF (14,28%) που εξαγόρασε και το μερίδιο της BP, τη βρετανοολλανδική Royal Dutch/Shell (14,28%), τη βρετανονορβηγική κοινοπραξία Statoil/BP (14,28%), ενώ ισχυρή παραμένει και η αμερικανική παρουσία, Exxon Mobil (14,28%), BP Amoco (9,5%). Από τον OKIOC δηλαδή απουσιάζει η αμερικανική Chevron ενώ υπάρχει έμμεση ρωσική παρουσία λόγω της συμμαχίας της GazProm με την ιταλική Eni στην οποία θα επανέλθουμε.

Μια ακόμη σημαντική πλευρά των ρωσικών πρωτοβουλιών στοχεύει στην οικοδόμηση ενός σταθερού άξονα συνεργασίας με το Ιράν. Η προσπάθεια αυτή επισφραγίστηκε με τη συμφωνία Πούτιν-Χατάμι (κατά την προαναφερόμενη επίσκεψη του τελευταίου στη Μόσχα) που αφορά ρωσική βοήθεια για την κατασκευή πυρηνοκίνητου εργοστασίου παραγωγής ηλεκτρικού ρεύματος[8]. Ταυτόχρονα, Μόσχα και Τεχεράνη επανέλαβαν την υποστήριξή τους στην Αρμενία για την υπόθεση του Ναγκόρνο Καραμπάχ (που διεκδικεί το Αζερμπαϊτζάν). Είχε προηγηθεί η προσφορά της Iran National Oil Company προς τον AIOC για διακίνηση 800 χιλ. βερελιών/ημέρα αζέρικου πετρελαίου προς το Ιράν, μέσω της εμπορικής διαδικασίας της ανταλλαγής. Το Ιράν ζήτησε επίσης από τη Ρωσία να συμβάλλει ευρύτερα στις διαπραγματεύσεις του με το Αζερμπαϊτζάν και το Τουρκμενιστάν.

Μια ακόμα αξιοσημείωτη ρωσική πρωτοβουλία ήταν η συγκρότηση στην Τεχεράνη στις 19.5, ενός Φόρουμ των εξαγωγικών χωρών Φυσικού Αερίου (G.E.C.F) από κράτη που ελέγχουν τα 2/3 των παγκόσμιων κοιτασμάτων. Εκτός της Ρωσίας συμμετέχουν το Ιράν, η Αλγερία, το Τουρκμενιστάν, η Νορβηγία, η Μαλαισία, η Νιγηρία, το Μπρούνεϊ, η Ινδονησία, το Ομάν[9].

Η Ρωσία έχει πετύχει μέχρι στιγμής να ανακόψει σε ένα βαθμό τη γενικότερη δυναμική του G.U.U.A.M.. Αξιοσημείωτα γεγονότα στην κατεύθυνση αυτή είναι:

(α) Η αγορά από τη ρωσική Γκάζπρομ (GazProm) των 4 από τα 6 διυλιστήρια της Ουκρανίας και η σχεδιαζόμενη αγορά του 51% του ουκρανικού δικτύου, καθώς και η συμφωνία μείωσης του ουκρανικού πετρελαϊκού χρέους που υπογράφηκε στη Σεβαστούπολη το 1996.

Ταυτόχρονα, η Ρωσία δρομολογεί τον αγωγό «Μπλου-Στριμ» που μπορεί να συνδέσει απ’ ευθείας τη Ρωσία με την Τουρκία παρακάμπτοντας εντελώς την Ουκρανία.

Τα γεγονότα αυτά θα πρέπει να συνδυαστούν με την παρουσία ρωσικού στρατού στα σύνορα Ουκρανίας-Μολδαβίας (στο Δνείστερο), την παρουσία της ρωσικής μειονότητας στην Ανατολική Ουκρανία (20% του συνολικού πληθυσμού) και των ρωσικών δυνάμεων φρούρησης των πρώην σοβιετικών βάσεων.

Η Ουκρανία εισάγει επίσης από τη Ρωσία το 80% του πετρελαίου που καταναλώνει ετησίως. Η πρόσφατη ενεργειακή και αμυντική συμφωνία που υπέγραψε ο πρόεδρος Πούτιν με τον ομόλογό του κ. Κούτσμα επιβεβαιώνει τη ρωσική επιρροή (Φλεβάρης 2001). Είναι μάλιστα χαρακτηριστικό ότι το δίμηνο Φλεβάρη-Μάρτη ξέσπασαν διαδηλώσεις της αντιπολίτευσης στο Κίεβο με αφορμή τη δολοφονία ενός δημοσιογράφου, τις οποίες εμμέσως ο πρόεδρος Κούτσμα απέδοσε σε δραστηριότητα εξωτερικών δυτικών κέντρων[10] (πράγμα πολύ πιθανό αν σκεφτεί κανείς ότι με άρθρο του στους Financial Times την ίδια περίοδο ο περιβόητος George Soros καλούσε τις κυβερνήσεις των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων να διακόψουν κάθε οικονομική συνεργασία με τον κ. Κούτσμα[11]). Σύμφωνα με τα δυτικά Πρακτορεία[12] την εδραίωση της πρόσφατης φιλορωσικής στροφής φέρεται να σηματοδοτεί και η επιλογή του Ανατόλι Κίνακ για το αξίωμα του πρωθυπουργού.

(β) Η κατάσταση στη Γεωργία, η οποία δεν έχει σταθεροποιηθεί εντελώς, (γεωργιανο-απχαζικός πόλεμος ’92-’94, Διακήρυξη της Ν. Οσσετίας για ένωση με τη Ρωσία το ’92, απόπειρες δολοφονίας Σεβαρντνάντζε το ’95 και ’98 κλπ.). Δε θα πρέπει να θεωρηθεί τυχαίο το γεγονός ότι η συμβιβαστική πρόταση στον ρωσοαμερικανικό ανταγωνισμό (αγωγός σύνδεσης των βασικών λύσεων Μπακού-Νοβοροσίσκ και Μπακού-Τσεϊχάν) προήλθε από τη συγκεκριμένη χώρα. Το μεγάλο χαρτί της ρωσικής διπλωματίας στη συγκεκριμένη χώρα είναι αναμφισβήτητα η αρμενική μειονότητα (περίπου 7% του πληθυσμού) που βρίσκεται συγκεντρωμένη στην περιοχή Javakhati στα σύνορα με την Αρμενία και την Τουρκία. Η συγκεκριμένη μειονότητα ζητά την παραμονή της ρωσικής στρατιωτικής βάσης του Akhalkalaki (3.000 ανδρών) που ανήκει στην περιοχή και έχει στρατηγική σημασία. Για να πετύχει μια συμφωνία παραμονής της βάσης 15 ετών, η Ρωσία προσφέρει επίσης ευνοϊκή ρύθμιση του πετρελαϊκού χρέους της Γεωργίας (179 δισ. δολάρια). Μέχρι στιγμής η γεωργιανή κυβέρνηση αντιπροτείνει συμφωνία 3 ετών[13].

(γ) Η πρόσφατη νίκη του Κομμουνιστικού Κόμματος στις εκλογές της Μολδαβίας που δυσκολεύει ακόμα περισσότερο την υλοποίηση των σχεδίων των ΗΠΑ.

Η Ρωσία αξιοποιεί επίσης, τη συμμετοχή της στον Οργανισμό Οικονομικής Συνεργασίας Ευξείνου Πόντου (ΟΣΕΠ) και στην Τράπεζα Ευξείνου Πόντου για να εδραιώσει τη ζώνη επιρροής της στην περιοχή.

Τέλος, ιδιαίτερη σημασία έχει η δέσμευση μακροχρόνιας ενεργειακής συνεργασίας μεταξύ ΕΕ και Ρωσίας, κατά τη συνάντηση Πρόντι - Πούτιν στο Παρίσι τον Οκτώβρη του 2000. Είναι χαρακτηριστική η δήλωση του προέδρου της Ρωσίας Βλαντιμίρ Πούτιν στη διάρκεια της συνάντησής του με τον προεδρεύοντα της ΕΕ Ζακ Σιράκ (πρόεδρο της Γαλλίας): «Η Ρωσία είναι έτοιμη να συνεισφέρει στη μακροπρόθεσμη ενεργειακή ανεξαρτησία της Ευρωπαϊκής ηπείρου».

Η συγκεκριμένη κατεύθυνση συνεργασίας επιβεβαιώθηκε και στην πρόσφατη συνάντηση Πούτιν - Πέρσον το Μάρτη του 2001 στη Στοκχόλμη (σουηδική προεδρία της ΕΕ) καθώς και με τη διευρυνόμενη επιχειρηματική συνεργασία της GazProm με την ιταλική Εnι. Την ανησυχία της αμερικανικής άρχουσας τάξης, αλλά και μερίδας της γερμανικής γι’ αυτή τη σταδιακή αναθέρμανση των σχέσεων ΕΕ-Ρωσίας φαίνεται να αντανακλά και η δημόσια «αποκάλυψη» εμπιστευτικής έκθεσης της γερμανικής Πρεσβείας στην Ουάσινγκτον, σύμφωνα με την οποία οι Μπους και Σρέντερ συμφώνησαν μυστικά να διατηρήσουν σε χαμηλό επίπεδο τις οικονομικές σχέσεις με τη Μόσχα[14].

 

Η ΔΡΑΣΗ ΤΗΣ ΕΕ

Γενικά η αντιμετώπιση της τάσης αύξησης της ενεργειακής εξάρτησης της ΕΕ από άλλες χώρες αποτελεί σήμερα ένα από τα κορυφαία προβλήματα του κοινοτικού ιμπεριαλισμού. Το γεγονός της υπεροχής των ΗΠΑ σε εγχώριες πηγές και αποθέματα, αλλά και σε πολιτική επιρροή στις κρίσιμες περιοχές (π.χ. Μέση Ανατολή) τροφοδοτεί την ανησυχία των κοινοτικών επιτελείων και οδηγεί στην ενεργοποίηση της ΕΕ στις ακόλουθες κατευθύνσεις:

(α) Προσπάθεια συγκράτησης της αύξησης της ζήτησης.

Για το σκοπό αυτό θα αξιοποιηθεί ένας συνδυασμός μέτρων φορολογικής πολιτικής, αξιοποίησης των τεχνολογιών εξοικονόμησης ενέργειας (π.χ. στα κτίρια), τομεακών πολιτικών (π.χ. αναζωογόνηση των σιδηροδρόμων κλπ.).

(β) Ενίσχυση εσωτερικών ενεργειακών πηγών και υποδομής.

Με βάση τη συγκεκριμένη κατεύθυνση αναπτύχθηκαν ήδη αρκετά προγράμματα και επιμέρους δράσεις στη δεκαετία του ’90 (π.χ. Πρόγραμμα Thermie για την προώθηση της ενεργειακής τεχνολογίας 1994-1997 και ιδιαίτερα το Πρόγραμμα Πλαίσιο 1998-2002).

Στα τέλη της δεκαετίας του ’90 ενεργοποιήθηκαν εμπορικά πέντε (5) νέοι αγωγοί φυσικού αερίου, μεταξύ των οποίων ο μακρύτερος υποθαλάσσιος αγωγός του κόσμου που συνδέει τη Γαλλία με τη Νορβηγία (κόστους 1 δισ. δολαρίων) και ο αγωγός σύνδεσης Μ. Βρετανίας με το Βέλγιο (κόστους 745 εκ. δολαρίων).

Παραμένουν επίσης οι κατευθύνσεις έντασης της δράσης στους τομείς των ανανεώσιμων και νέων (όπως το υδρογόνο) μορφών ενέργειας καθώς και της ανάπτυξης σταθμών πυρηνικής ενέργειας (ασφαλέστερης τεχνολογίας).

(γ) Η αντιπαράθεση με τις ΗΠΑ για την επιβολή αυστηρών όρων προστασίας του περιβάλλοντος, η οποία κορυφώθηκε με την άρνηση της αμερικανικής κυβέρνησης να δεσμευτεί για την κύρωση του Πρωτοκόλλου του Κυότο.

Η συγκεκριμένη άρνηση προς την αντιπροσωπεία της ΕΕ, φέτος τον Απρίλη στην Ουάσινγκτον, προκάλεσε μάλιστα έντονες αντιδράσεις σε διακηρυκτικό επίπεδο, όχι μόνο από τον πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ρομάνο Πρόντι, αλλά και από το Βρετανό πρωθυπουργό Τόνι Μπλερ[15]. Η ΕΕ υστερεί στη «μάχη του πετρελαίου» και προσπαθεί στην πραγματικότητα να αναδείξει την τεχνολογία προστασίας του περιβάλλοντος («πράσινη τεχνολογία») και τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας σε βασική παράμετρο του ενδοϊμπεριαλιστικού ανταγωνισμού στον ενεργειακό τομέα, αλλά δε φαίνεται να τα καταφέρνει.

(δ) Προσπάθεια αναβάθμισης του οικονομικού και πολιτικού ελέγχου των ενεργειακών πηγών και οδών εκτός ΕΕ.

Η προώθηση αυτής της κατεύθυνσης δεν περιορίζεται φυσικά στις άμεσες ενέργειες που αφορούν τον ενεργειακό και ιδιαίτερα τον πετρελαϊκό τομέα. Πρωτεύοντα ρόλο παίζουν οι γενικότερες διακρατικές συμφωνίες και η επιβολή ενός θεσμικού πλαισίου ιμπεριαλιστικού ελέγχου περιοχών στρατηγικής σημασίας (π.χ. Σύμφωνο Σταθερότητας για τη Ν.Α. Ευρώπη και έλεγχος των ενεργειακών οδών στη Βαλκανική).

Ιδιαίτερα για το θέμα που εξετάζουμε κεντρικές πρωτοβουλίες της ΕΕ αποτελούν:

― Η καθιέρωση της Υπουργικής Συνδιάσκεψης των Υπουργών Ενέργειας των χωρών του Ευξείνου Πόντου και της Μεσογείου[16].

― Το Πρόγραμμα Inogate για τον εκσυγχρονισμό των υπαρχόντων συστημάτων μεταφοράς και τη δημιουργία συμπληρωματικών οδών υδρογονανθράκων από τις πρώην Σοβιετικές Δημοκρατίες στην κοινοτική αγορά.

― Η κοινοτική προσπάθεια υλοποίησης των κατευθύνσεων ττης Διακήρυξης της Βαρκελώνης (1995) για οικονομική συνεργασία των χωρών της Μεσογείου, η οποία δεν έχει ευοδωθεί μέχρι στιγμής.

Η Υπουργική Συνδιάσκεψη για τις επιπτώσεις των ενεργειακών προγραμμάτων στη Μεσόγειο και τη Μαύρη Θάλασσα έγινε στην Αθήνα στις 1-2 Ιούνη του 2000 (προπαρασκευαστική συνάντηση στη Σόφια, 8.3.2000). Εστίασε στην ανάγκη προστασίας των θαλάσσιων οδεύσεων, λόγω της αύξησης της ποσότητας πετρελαίου της Κασπίας που θα διακινηθεί προς την ΕΕ. Πέρα από τις τεχνικές λύσεις που προτάθηκαν (π.χ. προδιαγραφές δεξαμενόπλοιων), αποτέλεσε πεδίο διαπάλης για τις εναλλακτικές οδεύσεις, πέραν των θαλάσσιων δια των Στενών του Βοσπόρου.

Βέβαια εκτός από τις κεντρικές πρωτοβουλίες θα πρέπει να υπογραμμιστεί η δραστηριότητα των ευρωπαϊκών μονοπωλίων με αξιοσημείωτες επιτυχίες στο Καζακστάν και στο Αζερμπαϊτζάν. Ετσι, όπως ήδη αναφέραμε, έχει κατακτηθεί ηγετικός ιταλικός ρόλος και αξιοσημείωτη γαλλική παρουσία στο διεθνή όμιλο εκμετάλλευσης του καζακικού πετρελαίου OKIOC (από τις Agip/Eni και Total-Fine-Elf), ενώ ισχυρή είναι η συμμετοχή των Βρετανών και των Νορβηγών (BP Statoil) στον αντίστοιχο αζέρικο AIOC.

Παράλληλα, το 1998 το Ουκρανικό Κοινοβούλιο επικύρωσε συμφωνία συνεργασίας με την ΕΕ, χωρίς ωστόσο να έχουν γίνει ακόμα σημαντικά βήματα σε αυτή την κατεύθυνση. Η Ουκρανία συνορεύει με κράτη που είναι σήμερα υποψήφια για ένταξη στην ΕΕ (Ρουμανία, Ουγγαρία κλπ.). Η στροφή της ουκρανικής κυβέρνησης προς συνεργασία με τη Ρωσία και η αποπομπή του φερόμενου ως φιλικού προς την ΕΕ υπουργού Εξωτερικών φαίνεται ότι ανησυχεί την κοινοτική ηγεσία η οποία έσπευσε, δια του προέδρου της Κομισιόν Ρομάνο Πρόντι και του προεδρεύοντος της ΕΕ Γιόχαν Πέρσον, να προτείνει αναβάθμιση της οικονομικής συνεργασίας με το Κίεβο[17].

 

Η ΓΕΩΠΟΛΙΤΙΚΗ ΠΡΟΕΚΤΑΣΗ ΤΟΥ ΖΗΤΗΜΑΤΟΣ ΣΤΑ ΒΑΛΚΑΝΙΑ ΚΑΙ Η ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΟΛΙΓΑΡΧΙΑΣ

Μια αυτοτελής αναλυτική εξέταση των εξελίξεων στον ενεργειακό τομέα στα Βαλκάνια και του σημερινού ρόλου της Ελλάδας δεν μπορεί φυσικά ν’ αναπτυχθεί στο πλαίσιο του παρόντος άρθρου.

Ωστόσο, μια συνοπτική αναφορά είναι αναγκαία αφού σε σχέση με τη μεταφορά ενέργειας η Βαλκανική αποτελεί γεωγραφική προέκταση της Ζώνης της Κασπίας, αλλά και γέφυρα της Ευρώπης με τη Μέση Ανατολή.

Μάλιστα, το ενεργειακό πρόβλημα αποτελεί μια από τις σημαντικές αιτίες της μετατροπής των Βαλκανίων σε ένα από τα βασικά πεδία εκδήλωσης των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων. Στο πλαίσιο αυτό εκδηλώνεται και ο ανταγωνισμός των χρηματιστικών ολιγαρχιών των κρατών της περιοχής, αφού η μελλοντική γεωπολιτική σημασία κάθε κράτους θα εξαρτηθεί και από το ποιοι αγωγοί πετρελαίου και φυσικού αερίου θα υλοποιηθούν μεταξύ των ανταγωνιστικών επιλογών.

Η γενικότερη ιμπεριαλιστική επέμβαση για τον έλεγχο της περιοχής συνοψίζεται στους ακόλουθους βασικούς ιστορικούς σταθμούς:

― Επιβολή της ΝΑΤΟϊκής ηγεμονίας μέσω του Συμφώνου Σταθερότητας για τη Ν.Α. Ευρώπη, αλλά και προσχώρηση της Ρουμανίας, Βουλγαρίας και Αλβανίας στο ΝΑΤΟϊκό «Συνεταιρισμό για την Ειρήνη».

― Ανάθεση στο ΝΑΤΟϊκό στρατηγείο της Νάπολης και ιδιαίτερα στο υποστρατηγείο της Σμύρνης του επιχειρησιακού ελέγχου του Αιγαίου, της Μαύρης Θάλασσας, της περιοχής του Καυκάσου και της Μέσης Ανατολής.

― Δρομολόγηση της ένταξης της Βουλγαρίας και Ρουμανίας στην ΕΕ, καθώς και «ζώνης ελεύθερου εμπορίου» για τα κοινοτικά προϊόντα στην ΠΓΔΜ.

Στον ενεργειακό τομέα ξεχωρίζει η υπογραφή της Διακήρυξης για την κατοχύρωση «κοινού ευρωπαϊκού προσανατολισμού» της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας στη Ν.Α Ευρώπη, με στόχο τη συγκρότηση μιας κοινοτικά ελεγχόμενης διασυνδεδεμένης περιφερειακής αγοράς. Στις 10.9.’99 στη Σύνοδο αρμόδιων Υπουργών της Θεσσαλονίκης οι υπουργοί της Αλβανίας, Βουλγαρίας, Ρουμανίας, ΠΓΔΜ, Βοσνίας-Ερζεγοβίνης συνυπέγραψαν με την Επιτροπή της ΕΕ το τεχνικό και θεσμικό πλαίσιο που οδηγεί στην αναδιάρθρωση των σημερινών, κάθετα ολοκληρωμένων, κρατικών βιομηχανιών των Βαλκανικών χωρών. Ακολούθησε η προσάρτηση του ηλεκτρικού συστήματος Βουλγαρίας και Ρουμανίας στο διασυνδεδεμένο ευρωπαϊκό δίκτυο UKTE/CENTREL και η αποσύνδεσή του από το όμορο δίκτυο Ουκρανίας-Μολδαβίας-Τουρκίας, με την ενεργό σύμπραξη της ελληνικής ολιγαρχίας. Ταυτόχρονα, η Παγκόσμια Τράπεζα επιδότησε με 2 προγράμματα 45 εκατ. δολαρίων και 93 εκατ. δολαρίων τον εκσυγχρονισμό της βουλγάρικης ενεργειακής υποδομής[18] στην κατεύθυνση της προώθησης της «απελευθέρωσής» της.

Η ενδοϊμπεριαλιστική διαπάλη δεν περιορίζεται στην επιβολή των διαδρόμων των αγωγών, αλλά περιλαμβάνει και τις βαλκανικές πηγές πετρελαίου. Εδώ προηγούνται σταθερά οι ΗΠΑ. Ετσι, η αλβανική κυβέρνηση παραχώρησε, ήδη από το ’98, σε κοινοπραξία στην οποία ηγείται η αμερικανική Occidental (50%) και συμμετέχει η ελβετική Lundin Oil την έρευνα και εκμετάλλευση περιοχών που εκτιμούνται ως πλούσιες σε κοιτάσματα. Ολλανδική συμμετοχή εμφανίζεται στη ρουμάνικη RomPetrol που αυξάνει σημαντικά την παραγωγή και την κερδοφορία της μεταξύ 1998-2001. Με ποσοστά που ξεπερνούν το 70%, παραχωρήθηκαν για εκμετάλλευση πιθανών κοιτασμάτων στις αμερικανικές Triton Energy και Enterprise οι περιοχές του Ιονίου Πελάγους.

Η ρωσική παρουσία είναι επίσης ισχυρή, αφού η Gazprom αποτελεί σήμερα τον αποκλειστικό τροφοδότη φυσικού αερίου της ρουμάνικης RomGaz, το βασικό προμηθευτή της Ελλάδας μέσω της κοινοπραξίας Προμηθέας Gaz και επιπλέον έχει εξαγοράσει το βασικό βουλγάρικο διυλιστήριο Neftochim στο στρατηγικό για τη μεταφορά του πετρελαίου κόμβο, του Μπουργκάς.

Η διαμάχη μεταξύ των βαλκανικών κρατών επικεντρώνεται μέχρι τώρα στην επιβολή της βασικής διαδρομής μεταφοράς από το βουλγάρικο Μπουργκάς, όπου αντιμάχονται η ελληνική πρόταση (Μπουργκάς-Αλεξανδρούπολη), η αλβανική (Μπουργκάς-Σκόπια-Αυλώνα) και η τουρκική (Μπουργκάς-έξοδος στην Ανατολική Θράκη). Η τελική επιλογή της διαδρομής από τα ιμπεριαλιστικά κέντρα είναι άμεσα συνδεδεμένη με τη λύση που θα δοθεί στα κρίσιμα μέτωπα του Κοσσόβου, του Τέτοβο και του Μαυροβουνίου και γενικότερα στη διαμόρφωση του Χάρτη της περιοχής.

Ωστόσο, σύμφωνα με δημοσιογραφικές πληροφορίες, πρόσφατη έκθεση του Αμερικανού αντιπροέδρου Τσέινι αναφέρει ότι το ήδη μικρό αμερικανικό ενδιαφέρον για τη μεταφορά πετρελαίου μέσω Μπουργκάς, έχει πλέον εξανεμιστεί και οι ΗΠΑ προωθούν ανοικτά την πετρελαϊκή σύνδεση Ελλάδας-Τουρκίας, που είναι ασφαλέστερη και οδηγεί σε μείωση της ρωσικής επιρροής. Αυτή η λύση δεν μπορεί να θεωρηθεί απίθανη, αφού παρόμοια επιλογή έχει ήδη δρομολογηθεί για τη μεταφορά φυσικού αερίου.

Ομως η συγκεκριμένη λύση δεν είναι η πιο συμφέρουσα για την ελληνική χρηματιστική ολιγαρχία, αφού της αφαιρεί ένα μελλοντικό συγκριτικό πλεονέκτημα έναντι της Τουρκίας, το οποίο διασφαλίζεται με τη λύση Μπουργκάς-Αλεξανδρούπολης.

Γενικότερα ο στόχος της ελληνικής άρχουσας τάξης είναι η μετατροπή της χώρας σε ενεργειακό κόμβο της περιοχής.

Ο στόχος αυτός είναι ρεαλιστικός για τον ελληνικό καπιταλισμό αν λάβουμε υπόψη τα σύγχρονα γεωπολιτικά δεδομένα. Η δυνατότητα αυτή δεν προκύπτει κυρίως από τη γεωγραφική θέση της Ελλάδας, αλλά από την οικονομική της θέση συγκριτικά με τους γείτονές της. Η Ελλάδα είναι το μόνο μέλος της ΕΕ στη Βαλκανική, συμμετέχει με 16,5% στην Παρευξείνια Τράπεζα Εμπορίου και Ανάπτυξης (όπως και η Ρωσία, Τουρκία), διαθέτει το πιο ανεπτυγμένο τραπεζικό σύστημα στην περιοχή των Βαλκανίων. Αλλά και γεωγραφικά η Θράκη (Μπουργκάς-Αλεξανδρούπολη) και το Αιγαίο (Θαλάσσια μεταφορά) μπορεί να παίξουν σημαντικό ρόλο.

Ταυτόχρονα, εκτός από μέλος της ΕΕ και της Οικονομικής Συνεργασίας χωρών Ευξείνου Πόντου (ΟΣΕΠ), η Ελλάδα συμμετέχει σαν δύναμη επιβολής (διευκολυντής) στο Σύμφωνο Σταθερότητας για τη Ν.Α. Ευρώπη. Ετσι, η άποψη ότι επειδή η Ελλάδα αποτελεί απόληξη του ενεργειακού δικτύου δεν μπορεί να παίξει ιδιαίτερο ρόλο στη διαμόρφωση της ενιαίας αγοράς, δεν ευσταθεί. Οπως τονίζει ο καθηγητής Δ. Μαυράκης σε συνέντευξη στο περιοδικό «Ενέργεια» (7-8.’98) «δεν πρέπει να θεωρούμε τα δίκτυα μόνο ως καλώδια, αλλά ως οικονομικές και εμπορικές πράξεις που δημιουργούνται με αφορμή τα δίκτυα».

Ο γενικός αυτός στόχος εξειδικεύεται και στο κυβερνητικό Σχέδιο Ανάπτυξης 2000-2006 με συγκεκριμένους στόχους για το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο, όπως:

― Η κατασκευή του αγωγού Μπουργκάς-Αλεξανδρούπολης, καθώς και του αγωγού Θεσσαλονίκης - Σκοπίων.

― Η διασφάλιση της πρόσβασης της χώρας σε εναλλακτικές πηγές φυσικού αερίου και η ανάδειξη του φυσικού αερίου σε στρατηγικό καύσιμο την επόμενη δεκαετία.

Ηδη γίνονται σημαντικά βήματα προώθησης αυτού του σχεδιασμού. Χαρακτηριστικές είναι οι δηλώσεις της υπουργού Εξωτερικών της Βουλγαρίας κ. Μιχαήλοβα μετά τη συνάντησή της στην Αθήνα (Φλεβάρης 2001) με τον ομόλογό της κ. Γ. Παπανδρέου για προώθηση του αγωγού Μπουργκάς-Αλεξανδρούπολης, σε συνδυασμό με τις αξιώσεις της για τη διασφάλιση ελληνικών διευκολύνσεων στην πρόσβαση της Βουλγαρίας στα λιμάνια της Θεσσαλονίκης και της Αλεξανδρούπολης.

Είχαμε επίσης το Μνημόνιο ενεργειακής σύνδεσης Ελλάδας-ΠΓΔΜ (11 Μάρτη 1999). Πρόσφατα η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Ανασυγκρότησης και Ανάπτυξης[19] ενέκρινε στην Ελλάδα δάνειο ύψους 50 εκατ. δολαρίων για την κατασκευή του πετρελαιαγωγού Σκοπίων-Θεσσαλονίκης, συνολικού κόστους 105 εκατ. δολαρίων (συμμετοχή στη χρηματοδότηση των ΕΛ.ΠΕ με 55 εκατ. δολάρια). Αξίζει να σημειώσουμε ότι τα ΕΛ.ΠΕ εξαγόρασαν ήδη το διυλιστήριο ΟΚΤΑ στα Σκόπια.

Αντίστοιχα βήματα γίνονται και για την εμπλοκή της χώρας σαν ενδιάμεσου κρίκου του Νοτίου Αγωγού Φυσικού Αερίου (ΝΑΦΑ) που θα συνδέσει το Αζερμπαϊτζάν και το Ιράν με την Ιταλία (γενικότερα με την ΕΕ). Για το σκοπό αυτό υπογράφηκε ήδη το Γενάρη του 2001 σχετική ελληνοτουρκική διακρατική συμφωνία (Καλλουδιώτης - Γκιτκουτέν), καθώς και Μνημόνιο συνεργασίας μεταξύ ΔΕΠΑ και τουρκικής BOTAS. Είχε προηγηθεί, τον Ιούλη του 2000, Μνημόνιο τριμερούς συνεργασίας μεταξύ ΕΕ-Ελλάδας και Τουρκίας στο πλαίσιο του προγράμματος INOGATE για τη διακρατική μεταφορά πετρελαίου και φυσικού αερίου στην Ευρώπη και σχετικό Μνημόνιο ΔΕΠΑ - Shell το 1999. Το θεσμικό πλαίσιο του προγράμματος έχει υπογραφεί από 18 χώρες. Εξάλλου η ΔΕΠΑ με τη Shell έχουν εξετάσει τη δυνατότητα πώλησης υγροποιημένου αερίου στην Τουρκία από τη Ρεβυθούσα (1999) όταν η ζήτηση είναι αυξημένη. Το 2000 συνάφθηκε σχετική σύμβαση με την Αλγερινή SONATRACH που τροφοδοτεί τη Ρεβυθούσα.

Παράλληλα, έχει δρομολογηθεί και ο υποθαλάσσιος αγωγός Ελλάδας - Ιταλίας (Οτράντο - Ηγουμενίτσας) μήκους 180 χλμ., αρχικού προϋπολογισμού 170 δισ. δρχ. μέσω του προγράμματος Intereg (συνεργασία ΔΕΠΑ-Eni). Η υλοποίηση του αγωγού αυτού είναι ένα από τα θέματα της ατζέντας της Συνόδου Κορυφής INOGATE που θα γίνει τον ερχόμενο Ιούνη.

Το σύνολο των προαναφερόμενων εξελίξεων επιδρά αντιφατικά και στις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Η ελληνική ολιγαρχία επιχειρεί γενικά να αξιοποιήσει τη συγκυριακά δυναμικότερη πορεία της ελληνικής οικονομίας (λόγω της κρίσης στην Τουρκία) και του μεγαλύτερου βαθμού ανάπτυξης των καπιταλιστικών σχέσεων στην ελληνική οικονομία. Η τουρκική ολιγαρχία αξιοποιεί τη στρατιωτική και πολιτική της υπεροχή, η οποία εδράζεται και σε ορισμένα γεωπολιτικά πλεονεκτήματά της, και ιδιαίτερα τη συμβολή της στην ενεργοποίηση οδών μεταφοράς πετρελαίου, όπου δε θα υπάρχει ρωσικός έλεγχος. Ο στρατιωτικός ρόλος της Τουρκίας στην περιοχή, ιδιαίτερα μετά την υπογραφή στρατηγικών συμφωνιών με το Ισραήλ και το Πακιστάν, αλλά και το σημαντικό μέγεθος της εσωτερικής της αγοράς είναι δύο πλευρές που εξηγούν την υψηλή χρηματοδοτική στήριξη από την ΕΕ και τις ΗΠΑ (μέσω ΔΝΤ).

Η τελική επιλογή των δρόμων του πετρελαίου θα καθορίσει και στις ελληνοτουρκικές σχέσεις νέα πεδία συνεργασίας, αλλά και αναζωπύρωση της έντασης του ανταγωνισμού. Ετσι, από τη μια η υιοθέτηση ελληνοτουρκικών αγωγών μεταφοράς πετρελαίου και αερίου μπορεί να συμβάλει στην κατεύθυνση της σύμπραξης για την εκμετάλλευση της περιοχής. Αντίθετα η αναβάθμιση της σημασίας της Αλεξανδρούπολης (υλοποίηση αγωγού Μπουργκάς-Αλεξανδρούπολης), του Αιγαίου (δρόμος θαλάσσιας μεταφοράς πετρελαίου) και της Βόρειας Κύπρου (χώρος στρατηγικής σημασίας για τον έλεγχο της εξόδου Μπακού-Τσεϊχάν) ενδέχεται να οξύνουν πλευρές του ελληνοτουρκικού ανταγωνισμού. Με αυτό το ενδεχόμενο συνδέονται και τα γνωστά γεγονότα κατά τη διάρκεια της ΝΑΤΟϊκής άσκησης «Destined glory» τον Οκτώβρη του 2000. Η πιθανότητα εύρεσης σημαντικών κοιτασμάτων πετρελαίου νοτίως της Κύπρου είναι μια ακόμη παράμετρος που μπορεί να πυροδοτήσει την κατεύθυνση της έντασης του ανταγωνισμού. Φυσικά το ζήτημα του πετρελαίου είναι μία μόνο από τις παραμέτρους του σύνθετου θέματος των ελληνοτουρκικών σχέσεων.

 

ΑΝΤΙ ΕΠΙΛΟΓΟΥ

Το σύνολο των προαναφερόμενων εξελίξεων δείχνει ότι βρισκόμαστε μπροστά σε μια ρευστή και γρήγορα μεταβαλλόμενη κατάσταση. Τα αντικειμενικά δεδομένα δεν επιτρέπουν σήμερα μια ασφαλή πρόβλεψη για τις επιλογές των οδών μεταφοράς που θα υλοποιηθούν τελικά στην περιοχή της Κασπίας και οι οποίες θα εξαρτηθούν από τη γενικότερη μεταβολή του συσχετισμού των δυνάμεων το επόμενο διάστημα.

Ωστόσο, γίνεται φανερό ότι στην κρίσιμη δεκαετία του ’90 οι ΗΠΑ δεν πέτυχαν να ελέγξουν σε σημαντικό βαθμό την περιοχή και να υλοποιήσουν με επιτυχία μεγάλο μέρος των επίσημα διακηρυγμένων σχεδιασμών τους. Η σθεναρή ρωσική αντίδραση και η αξιοσημείωτη κοινοτική παρουσία εξηγούν σε ένα βαθμό το γεγονός αυτό. Θα πρέπει, όμως, να σημειώσουμε ορισμένα βήματα προόδου της αμερικανικής πολιτικής στο πολιτικό επίπεδο, (σταδιακή σφυρηλάτηση του άξονα Τουρκίας-Γεωργίας-Αζερμπαϊτζάν) και στο οικονομικό επίπεδο (εδραίωση της δράσης των Chevron-Texaco, Exxon Mobil και BP Amoco) που οξύνουν αντικειμενικά τον ενδοϊμπεριαλιστικό ανταγωνισμό στην περιοχή.

Η συγκεκριμένη όξυνση των αντιθέσεων αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο μιας πολεμικής ανάφλεξης στην περιοχή, καθώς η επίτευξη στέρεου συμβιβασμού των ιμπεριαλιστικών κέντρων δε φαίνεται εύκολη υπόθεση...

Από το σύνολο των ανοιχτών ζητημάτων η υλοποίηση του αγωγού Μπακού-Τσεϊχάν παραμένει ένα από τα κρισιμότερα σημεία για την έκβαση ιδιαίτερα του αμερικανορωσικού ανταγωνισμού στην περιοχή.

Ταυτόχρονα, οι «μεγάλες εκκρεμότητες» στην περιοχή της Κασπίας μεταφέρουν την όξυνση της διαπάλης στο θέμα της επιλογής των τελικών δρόμων μεταφοράς στη Βαλκανική και ασκούν αντιφατική επίδραση στις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Οι περιοχές της Θράκης, του Αιγαίου και της Κύπρου αναδεικνύονται αντικειμενικά σαν πιθανές εστίες έντασης του ελληνοτουρκικού ανταγωνισμού στη γεωπολιτική πλευρά του ενεργειακού ζητήματος.

Η σοβαρότητα των συγκεκριμένων εξελίξεων έρχεται να υπογραμμίσει τη σημασία της αντιΝΑΤΟϊκής και γενικότερα αντιιμπεριαλιστικής πάλης για το μέλλον της Βαλκανικής.

Η όξυνση των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων για τον έλεγχο των πηγών και των οδών μεταφοράς της ενέργειας αποτελεί θανάσιμο κίνδυνο για την ειρήνη και τα κυριαρχικά δικαιώματα των χωρών της ευρύτερης περιοχής. Η εξέλιξη αυτή αναδεικνύει αντικειμενικά την ανάγκη να λυθεί το πρόβλημα της ιδιοκτησίας των ενεργειακών πηγών και οδών καθώς και του κεντρικού σχεδιασμού της ενεργειακής πολιτικής, σύμφωνα με τα λαϊκά συμφέροντα.

Σε τελευταία ανάλυση, η προάσπιση των συμφερόντων όλων των λαών της Βαλκανικής φέρνει ορμητικά στο προσκήνιο το πραγματικό πολιτικό δίλημμα για τη χώρα και την περιοχή: Σοσιαλισμός ή βαρβαρότητα;

 

ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:

1. C.S.I.S: «The changing Geopolitics of Energy», 1998.

2. USA - Energy Infosmation Administration - International Energy Outlook.

3. C.S.I.S / Caspian Energy Update, U.S. Caspian Pipeline Policy (24.8.00).

4. Eurasianet org./A. Apostolou: «Changinig US Administration Provides Opportunity for Review of Caspian Policy (17.2.2001).

5. Nixon Center: «Caspian Policy and Future of BTC Pipeline» (31.1.2001).

6. Caspian Oil Industry News 2000-2001.

7. AG Frank: «The Central Asian Big Oil Game», 1999.

8. Elisabeth Johnes: «U.S.Caspian Energy Diplomacy», J. F. Kennedy School of Goverment 11.4.2001.

9. Stratfor Analysis: «Chevron: At Risk in Kazakhstan», 11.5.2001.

10. Defensor Pacis, τ. 8, (4.2001).

11. Επιτροπή Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων: «Προς μια ευρωπαϊκή στρατηγική για την ασφάλεια του ενεργειακού εφοδιασμού», Com (2000), 769 τελικό.

12. Επιτροπή Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων: «Ο πετρελαϊκός εφοδιασμός της ΕΕ», Com (2000), 631 τελικό.

13. Σχέδιο Ανάπτυξης της κυβέρνησης 2000-2006.

14. Το Παρατηρητήριο της Ενέργειας, εκδ. ΙSTAME, Δεκέμβρης 2000.

15. Ιωάννης Λουκάς: «Η γεωπολιτική», εκδ. «Τροχαλία».

16. Συλλογικό έργο: «Γεωπολιτική και Ελλάδα» εκδ. «Εσοπτρον».

17. Συλλογικό έργο: «Το Κόσσοβο και οι Αλβανικοί πληθυσμοί». Ιδρυμα Μελετών Χερσονήσου του Αίμου.



Ο Μάκης Παπαδόπουλος είναι μέλος του Τμήματος Οικονομίας της ΚΕ του ΚΚΕ.

[1] «Ελευθεροτυπία» & «Επενδυτής», 18.3.2001.

[2] «Ημερησία», 19 και 26.5.2001, «Εξπρές», 9.5.2001, κ.ά.

[3] Σεμινάριο: «Θάλασσα αστάθειας»: Πολιτικές και αγωγοί στην Κασπία», 10.4.2001, του Davis Center for Russian Studies.

[4] EURASIA NET, 9.5.2001.

[5] Αρθρο του Michel Lelyveld στο site του Radio Europe και oμιλία Elisabeth Johnes, 11.4.2001.

[6] Monthly Energy Chronology της Energy Information Administration (26.3.2000).

[7] Stratfor Special Reports «Chevron: At Risk in Kazakhstan», 11.5.2001.

[8] «Επενδυτής», 17.3.2001 και «Ελευθεροτυπία», 18.3.2001.

[9] «Ναυτεμπορική», 21.5.2001.

[10] «Καθημερινή», 17.2. και 10.3.2001.

[11] «Financial Times», 2.3.2001.

[12] Γαλλικό Πρακτορείο, Ρόιτερς, «Καθημερινή», 23.5.2001.

[13] Anna Abrahamian «Armenian-Georgian Relations», Defensor Pacis, τ. 8.

[14] «Καθημερινή», 23.5.2001.

[15] «Καθημερινή», 7 και 8.4.2001.

[16] Ενημερωτικό Δελτίο της Ομάδας Ενεργειακής Πολιτικής του Πανεπιστημίου Αθηνών, τ. 2.

[17] «International Herald Tribune», 22.5.2001.

[18] Ενημερωτικό Δελτίο της ελληνικής Πρεσβείας στη Σόφια, Νο 6, (3.3.2001).

[19] Μακεδονική Ραδιοφωνία, 1.2.2001.