Η ΚΟΜΜΟΥΝΑ ΤΟΥ 1871

Χάρη στον αγώνα των Παριζιάνων, η μάχη της εργατικής τάξης
ενάντια στην τάξη και στο κράτος των καπιταλιστών
μπήκε σε μια νέα φάση. Οποιαδήποτε κι αν είναι η έκβαση, πρόκειται
για την κατάκτηση μιας καινούργιας αφετηρίας, με κοσμοϊστορική σημασία.

Μαρξ στον Kugelmann, 17/4/1871

 

Οταν έφθασε στο Παρίσι η είδηση για τη συνθηκολόγηση της Γαλλίας στην Πρωσσία, η Εθνοφρουρά αποφάσισε να κρατήσει τα όπλα και τα κανόνια της για να υπερασπίσει τη Δημοκρατία που είχε κηρυχθεί στις 4/9/1870 και που οι μοναρχικοί είχαν ήδη επιχειρήσει να ανατρέψουν. Τα τάγματα της Εθνοφρουράς έχοντας ήδη εκλέξει αντιπροσώπους για συντονισμό μεταξύ τους είχαν επίσης προχωρήσει (24/2/1871) στη δημιουργία ενός οργάνου που ονομάστηκε τότε Κεντρική Επιτροπή, επιφορτισμένο να καθοδηγεί τη δημοκρατική ομοσπονδιακή ένωση της Εθνοφρουράς. Την 1η/3/1871, η ΚΕ τοιχοκόλλησε μια προκήρυξη που τοποθετούσε την εξουσία της δίπλα στην αστική «δημοκρατική» κυβέρνηση. Στις 18/3, η ΚΕ απηύθυνε το ακόλουθο μανιφέστο:

«Οι προλετάριοι του Παρισιού, ανάμεσα στις χρεωκοπίες και προδοσίες των αρχουσών τάξεων, συνειδητοποίησαν ότι σήμανε γι’ αυτούς η ώρα να σώσουν την κατάσταση παίρνοντας στα χέρια τους τα δημόσια πράγματα. Κατάλαβαν ότι έχουν επιτακτικό καθήκον και απόλυτο δικαίωμα να γίνουν οι ίδιοι κύριοι των πεπρωμένων τους παίρνοντας της κυβερνητική εξουσία».

Η ΚΕ εγκαταστάθηκε στο Δημαρχείο, όρισε γενικές εκλογές για τις 26 Μάρτη, από τις οποίες προέκυψε η Κομμούνα του Παρισιού. Σε όλα τα δημόσια κτίρια και μνημεία της πρωτεύουσας υψώθηκε, για πρώτη φορά στην Ιστορία, η κόκκινη σημαία των εργαζομένων όλου του κόσμου. Σαν απότιση τιμής και σεβασμού προς τα γεγονότα αυτά, τα σοσιαλιστικά και κομμουνιστικά κόμματα που ιδρύθηκαν αργότερα και ανέλαβαν να συνεχίσουν το έργο και την παράδοση της Κομμούνας για την ανατροπή του καπιταλιστικού καθεστώτος συνηθίζουν να αποκαλούν το ανώτατο καθοδηγητικό τους όργανο Κεντρική Επιτροπή.

Γενικά, όταν λέμε «Μαρξισμός», πρέπει να καταλαβαίνουμε, ότι δεν μιλάμε απλά για ένα πνευματικό δημιούργημα του Μαρξ, αλλά για την επιστημονική αποτύπωση ολόκληρης της ιστορικής εμπειρίας που αποτελείται από ταξικούς αγώνες. Αυτοί, με τη σειρά τους, όρισαν τις στροφές και τις κορυφές της ανθρώπινης εξέλιξης. Ετσι λοιπόν, αν το προλεταριάτο δεν είχε φτάσει ακόμα, το 1871, σε τέτοιο βαθμό ωριμότητας για να κυβερνήσει τη Γαλλία, η γαλλική αστική τάξη δεν μπορούσε να κυβερνήσει πια, παρά μόνο με στρατοκρατική μορφή. Αυτή η στρατοκρατική μορφή διακυβέρνησης της Γαλλίας από την αστική τάξη αποτελεί το λεγόμενο Βοναπαρτισμό της Β΄ αυτοκρατορίας (1851-1870) που απαρτίζεται από μια συμμορία πολιτικών και βιομηχανικών τυχοδιωκτών και που επιτελεί μια ξέφρενη βιομηχανική ανάπτυξη, κάτι που πολλαπλασιάζει το γαλλικό προλεταριάτο. Η στρατοκρατία δημιουργεί ένα αίσθημα ασφάλειας σε ολόκληρη τη γαλλική αστική τάξη και όχι μόνο στο τμήμα της που ασκεί άμεσα την εξουσία. Η Ιστορία έχει αποδείξει ότι στις περιπτώσεις αυτές που η αστική τάξη νοιώθει να προστατεύεται, αυξάνει η διαφθορά, η καταλήστευση του πληθυσμού και τα εθνικιστικά και σοβινιστικά κηρύγματα που οδηγούν σε εξωτερικές περιπέτειες. Ετσι συνέβη και στη βοναπαρτιστική Γαλλία με το Γαλλογερμανικό πόλεμο του 1870.

Με δεδομένο ότι η διαμόρφωση της αστικής εθνικής ενότητας στη Γερμανία πηγάζει από το Γαλλογερμανικό πόλεμο του 1870, είναι σωστό το ότι στις αρχές του τουλάχιστον, ο πόλεμος αυτός έχει προοδευτικό χαρακτήρα για τη Γερμανία που, επιτέλους, ενώνεται και το γερμανικό προλεταριάτο κερδίζει την ύπαρξή του σε εθνική κλίμακα και ορθώνεται συνολικά ενάντια στην αστική του τάξη. Για την από αιώνες όμως ενωμένη εθνικά Γαλλία, ο πόλεμος που διεξήγε η στρατοκρατία της αστικής της τάξης στόχευε αποκλειστικά στην προσάρτηση εδαφών, είχε δηλαδή από την αρχή ιμπεριαλιστικό χαρακτήρα. Γι’ αυτό και η ανατροπή του αυταρχικού βοναπαρτιστικού κράτους στη Γαλλία με την ήττα δημιουργεί ένα τέτοιο κενό εξουσίας, ώστε το γαλλικό προλεταριάτο αναδείχνεται σε δεσπόζουσα πανεθνική τάξη, πολύ περισσότερο αφού, μετά την ανατροπή του Βοναπαρτισμού, η προσάρτηση της Αλσατίας και Λορραίνης από τη Γερμανία μετατρέπουν τον πόλεμο σε ιμπεριαλιστικό και για τους Γερμανούς, κάτι που αρχίζει να καταλαβαίνει και η γερμανική εργατική τάξη. «Ευτυχώς, η πάλη των τάξεων είναι αρκετά προχωρημένη και στη Γαλλία και στη Γερμανία, ώστε κανένας εξωτερικός πόλεμος να μην μπορεί να πισωγυρίσει τον τροχό της Ιστορίας», έγραφε ο Μαρξ στον Ενγκελς στις 28/7/1870, δηλαδή αμέσως μετά την κήρυξη του πολέμου (19/7). Και, λίγες μέρες μετά, στις 8/8, διατύπωνε την πρόβλεψη: «Αν στο Παρίσι ξεσπούσε μια επανάσταση σε περίπτωση γαλλικής ήττας, μπορούμε να διερωτηθούμε αν θα είχε τα μέσα και τους αρχηγούς για να αντιτάξει μια σοβαρή αντίσταση στους Πρώσσους».

Με την απειλή, λοιπόν, μιας ταξικής επανάστασης που προοδευτικά θα απέβαινε υπέρ του προλεταριάτου και μετά τις γαλλικές συνθηκολογήσεις στο Σεντάν (1/9) και στο Μετς (27/10) που φέρνουν και την ανατροπή του Βοναπαρτισμού, η γαλλική αστική τάξη επιλέγει να νικηθεί από τη γερμανική αστική τάξη και να συνεννοηθεί με το νικηφόρο γερμανικό στρατό για να στραφεί ενάντια στη δική της εργατική τάξη, εξασφαλίζοντας έτσι την επιβίωση του αστικού καθεστώτος. Ηδη από τις 18/9/1870, ο Μαρξ γράφει στον Edward Spencer Beesly, ότι η Πρωσσία, αφού διακήρυξε ότι διεξάγει πόλεμο ενάντια στο Λουδοβίκο Βοναπάρτη και όχι στο γαλλικό λαό, τώρα η Πρωσσία πολεμάει ενάντια στο γαλλικό λαό και συνάπτει ειρήνη με το Βοναπάρτη. Για τους Γάλλους αστούς, άμεσο αίτημα αποτελούσε ο αφοπλισμός των εργατών. Οπως σημειώνει ο Ενγκελς στην «Εισαγωγή» που έγραψε για τον «Εμφύλιο πόλεμο στη Γαλλία» του Μαρξ, όταν η αστική τάξη κινδυνεύει να ανατραπεί, δε σταματάει μπροστά σε τίποτε και στις 18/3/1871 στέλνει στρατεύματα να αφοπλίσουν την Εθνοφρουρά από τα κανόνια που έχουν κατασκευαστεί στη διάρκεια της πολιορκίας του Παρισιού και που έχουν πληρωθεί με δημόσιες εισφορές. Αστραπιαία είναι η αντίδραση του εργαζόμενου λαού της πρωτεύουσας και η αστική κυβέρνηση της αντίδρασης αναγκάζεται να καταφύγει στις Βερσαλλίες (17χμ. από το Παρίσι), κάτω από την προστασία του γερμανικού στρατού. Τώρα τα πράγματα αρχίζουν να εξελίσσονται ραγδαία:

Στις 26/3 εκλέγεται και στις 28/3 ανακηρύσσεται η Κομμούνα του Παρισιού, που θα φτάσει να έχει 86 μέλη συνολικά[2]. Η ΚΕ της Εθνοφρουράς που ασκούσε την εξουσία ως τότε, την παραδίνει στην Κομμούνα.

Στις 30/3 καταργείται η στρατολογία στον υπάρχοντα στρατό και μοναδικός στρατός ανακηρύσσεται η Εθνοφρουρά, όπου στο εξής πρέπει να κατατάσσονται όλοι οι μάχιμοι. Ολα τα ενοίκια που πληρώθηκαν στη διάρκεια της πολιορκίας του Παρισιού (Οκτώβρης-Απρίλης) θεωρούνται σαν μελλοντικά να πληρωθούν και καταργούνται όλες οι πωλήσεις που έχουν καταγραφεί στο ενεχυροδανειστήριο. Νομιμοποιούνται όλοι οι αλλοδαποί που έχουν εκλεγεί στην Κομμούνα, επειδή «η κόκκινη σημαία της Κομμούνας είναι σημαία της Παγκόσμιας Δημοκρατίας», λέει το σχετικό διάταγμα.

1/4: Ορίζεται ότι ο ανώτατος μισθός δε θα ξεπερνάει τα 600 FF (εργατικός μισθός).

2/4: Χωρισμός εκκλησίας από το κράτος. Κατάργηση όλων των πληρωμών για θρησκευτικούς λόγους. Μετατροπή της εκκλησιαστικής περιουσίας σε εθνική περιουσία.

8/4: Αφαίρεση από τα σχολεία όλων των θρησκευτικών στοιχείων, από εικόνες, προσευχές, δόγματα και, όπως λέει το διάταγμα, «από όλα εκείνα που ανήκουν στη σφαίρα της υποκειμενικής συνείδησης».

5/4: Σε αντίποινα για τους απανωτούς τουφεκισμούς Κομμουνάρων από το στρατό της κυβέρνησης των Βερσαλλιών, διάταγμα για φυλάκιση των ομήρων, που όμως δεν υλοποιήθηκε.

6/4: Καίγεται δημόσια η περιβόητη λαιμητόμος (guillotine) ανάμεσα σε λαϊκούς πανηγυρισμούς.

12/4: Απόφαση να καταστραφεί η στήλη της Place Vendome από το σίδερο των κανονιών των ηττημένων από το Ναπολέοντα Α΄ (1804-1809). Υλοποιήθηκε στις 16/5.

16/4: Επαναλειτουργία από τους εργάτες όσων εργοστασίων ήταν κλεισμένα από τους παλιούς τους ιδιοκτήτες. Οι εργάτες συνεταιρίζονται σε μεγάλες ενώσεις που βαθμιαία θα συνενωθούν.

20/4: Καταργείται η νυκτερινή εργασία των αρτοποιών. Τα γραφεία εύρεσης εργασίας και απασχόλησης που επί Β΄ αυτοκρατορίας βρίσκονταν υπό την εποπτεία της αστυνομίας, τώρα υπάγονται στα δημαρχεία των 20 διαμερισμάτων του Παρισιού.

30/4: Κλείνουν τα ενεχυροδανειστήρια, ως όργανα εκμετάλλευσης των εργατών.

5/5: Διατάσσεται η καταστροφή της εκκλησίας της Εξιλέωσης που είχε ανεγερθεί για την εκτέλεση του Λουδοβίκου ΙΣΤ΄.

Ετσι λοιπόν, φαίνεται καθαρά ότι, φτάνοντας στην εξουσία, η εργατική τάξη δεν μπορεί, έτσι απλά, να καταλάβει τον έτοιμο κρατικό μηχανισμό και να τον χρησιμοποιήσει για τους δικούς της σκοπούς. Η συγκεντρωτική εξουσία της αστικής τάξης με τα πανταχού παρόντα όργανά της, το μόνιμο στρατό, την αστυνομία, τη γραφειοκρατία, τον κλήρο, τα δικαστήρια, καλύπτεται πίσω από τον κοινοβουλευτισμό που δεν είναι τίποτε άλλο, παρά έλεγχος της άρχουσας τάξης πάνω στο πώς ασκείται η εξουσία. Ετσι, το πρώτο διάταγμα της Κομμούνας ήταν η άμεση κατάργηση του υφιστάμενου στρατού και η αντικατάστασή του από τον ένοπλο λαό. Αντί να είναι όργανο της αστικής κεντρικής εξουσίας, η αστυνομία απογυμνώθηκε άμεσα από τις πολιτικές της αρμοδιότητες και μεταβλήθηκε σε ένα όργανο υπεύθυνο και ανακλητό ανά πάσα στιγμή από την Κομμούνα. Από τα μέλη της Κομμούνας και κάτω, οι δημόσιες υπηρεσίες πληρώνονται με μισθούς εργάτη. Η Κομμούνα αποτελείτο από συμβούλους αιρετούς από καθολική ψηφοφορία και στα 20 διαμερίσματα του Παρισιού και ήταν βραχυπρόθεσμα ανακλητοί. Ολοι, εξάλλου, όσοι βρίσκονταν σε υπεύθυνες θέσεις ή ασκούσαν δημόσιες λειτουργίες ήταν ανακλητοί.

Σε σχέση με το κράτος, δηλαδή με την κεντρική εξουσία, η θρησκεία είναι μια καθαρά ιδιωτική υπόθεση του καθενός. Μετά τη διοίκηση, η Κομμούνα ασχολήθηκε και με το ιδεολογικό εποικοδόμημα, διατάσσοντας την άμεση κατάσχεση της περιουσίας όλων των εκκλησιών. Οπως λέει ο Μαρξ, οι παπάδες στάλθηκαν στην ιδιωτική ζωή για να συντηρούνται στο εξής από τις ελεημοσύνες των πιστών, όπως ακριβώς οι προκάτοχοί τους οι Απόστολοι που, αυτοί, δεν είχαν περιουσία. Ολόκληρο το εκπαιδευτικό σύστημα ανοίχτηκε στο λαό δωρεάν και εκκαθαρίστηκε ταυτόχρονα από οποιαδήποτε κρατική ή εκκλησιαστική παρέμβαση. Οι δικαστικοί λειτουργοί έχασαν με διάταγμα της Κομμούνας αυτή την ψεύτικη ανεξαρτησία που χρησίμευε μόνο και μόνο για να καλύπτει την αποκρουστική τους δουλικότητα στις αστικές κυβερνήσεις, στις οποίες εξάλλου δεσμεύονταν να υπακούουν με όρκο. Δημόσιοι υπάλληλοι και δικαστές έγιναν αιρετοί, υπεύθυνοι και ανακλητοί. Επίσης, σε ένα από τα πρώτα της διατάγματα, η Κομμούνα διακήρυξε, ότι τα έξοδα του πολέμου θα έπρεπε να πληρωθούν όχι από το λαό, αλλά από τους πραγματικούς υποκινητές του. Από όλα αυτά, προκύπτει ότι η Κομμούνα είχε σαν στόχο να καταργήσει αυτή την ταξική ιδιοκτησία που κάνει την εργασία των πολλών περιουσία των λίγων. Είχε σαν στόχο της την απαλλοτρίωση των απαλλοτριωτών και με τον τρόπο αυτό εμφανίστηκε στον κόσμο του 19ου αιώνα αυτό που όλοι οι σοβαροφανείς θεωρούσαν αδύνατο: ο κομμουνισμός, το φάντασμα που ως τότε πλανιόταν συνεχώς πάνω από την Ευρώπη. Σε μια πολιορκημένη πόλη, κάτω από συνεχή βομβαρδισμό όπως ήταν το Παρίσι την άνοιξη του 1871, έγινε αυτό το πρώτο ξεκίνημα. Και με την έννοια αυτή η εξουσία της Κομμούνας αποτελούσε τη μόνη πραγματικά εθνική κυβέρνηση που αντιπροσώπευε τα συμφέροντα του έθνους και του λαού, σε σχέση με το αστικό κράτος που, κατά την έκφραση του Μαρξ, εμφανίζεται σαν παρασιτικό απόστημα πάνω στην κοινωνία.

Το καθεστώς πολιορκίας από τη μια πλευρά και το γεγονός ότι η Κομμούνα αποτελούσε μια άγνωστη, πρώτη εμπειρία από την άλλη, έκαναν τα αξιόλογα για τη φρόνηση και τη μετριοπάθειά τους μέτρα της Κομμούνας ημιτελή. Χωρίς να τολμήσει να περάσει την είσοδο της Τράπεζας της Γαλλίας και να δεσμεύσει όλες τις αξίες και περιουσίες που βρίσκονταν εκεί[3], η Κομμούνα έδειξε ατολμία και αναποφασιστικότητα. Χωρίς να τολμήσει να βαδίσει αμέσως στις Βερσαλλίες για να μην επισύρει πάνω της την κατηγορία των αστών ότι προκαλεί εμφύλιο πόλεμο, κάτι που οι αστοί έκαναν ήδη ανενδοίαστα, η Κομμούνα έδειξε μαζί ηθικό ενδοιασμό και μεγαλοψυχία, που, όπως έγραφε ο Μαρξ[4], ένας εμφύλιος πόλεμος δε συγχωρεί. Από τη μια πλευρά, οι επαναστατικές Κομμούνες που δημιουργήθηκαν στις γαλλικές επαρχιακές πόλεις (Λυόν, Μασσαλία, Τουλούζη, Σαιντ-Ετιεν, Ναρβόννη κ.ά.) δεν μπόρεσαν να αντέξουν πάνω από λίγες μέρες. Ως τις 21/5, η κυβέρνηση του L. A. Thiers στις Βερσαλλίες μπόρεσε να συγκεντρώσει ένα στρατό 130.000, ο κύριος όγκος του οποίου προερχόταν από μονάδες που είχαν αιχμαλωτιστεί από τους Γερμανούς στο Σεντάν και στο Μετς, μετά από συμφωνία με τον Bismarck στα τέλη του πρώτου δεκαημέρου του Απρίλη. Στις διαδοχικές επιθέσεις του στρατού των Βερσαλλιών, οι Κομμουνάροι αντιστέκονται με ανδρεία και ενθουσιασμό, αλλά οι Γερμανοί που ελέγχουν τη Β. και Α. περίμετρο της πολιορκίας σύμφωνα με τους όρους της ανακωχής και επίσημα είναι ουδέτεροι, αφήνουν το στρατό των Βερσαλλιών να περάσει. Τα ανατολικό τμήμα του Παρισιού, όπου οι συνοικίες είναι εργατικές (σε αντίθεση με το δυτικό τμήμα της πόλης που αποτελεί παραδοσιακή κατοικία των πλουσίων), αμύνεται βήμα προς βήμα στα οδοφράγματα επί μια ολόκληρη εβδομάδα (21-28/5). Ακολουθεί μια γενική σφαγή αθώων, γυναικών και παιδιών. Οι αστικές πηγές ανεβάζουν σε 11.000 αυτούς που πέρασαν στρατοδικείο και εκτελέστηκαν. Γράφοντας στη μητέρα του, ο Ενγκελς (21/10/1871), αναφέρει 40.000 εκτελεσμένους. Νεώτεροι υπολογισμοί ανεβάζουν τον αριθμό σε 100.000 εκτελεσμένους, εξόριστους στις αποικίες, φυλακισμένους και καταδιωκόμενους πρόσφυγες σε ξένες χώρες. Συνολικά, το πρώτο αυτό φτερούγισμα στον ουρανό του προλεταριάτου που ονομάζεται Παρισινή Κομμούνα διάρκεσε 72 μέρες (18/3-28/5). Η Κομμούνα στη Μασσαλία διάρκεσε 10 μέρες και στις άλλες επαρχιακές πόλεις μόλις 2-3 μέρες.

Κατά τι είναι ηρωική η απόπειρα των Κομμουνάρων; Η ερώτηση ανήκει στον Λένιν[5] και βρίσκεται στο τρίτο κεφάλαιο του βασικού του έργου Το κράτος και η επανάσταση[6]. Και, εκλαϊκεύοντας τη σκέψη των Μαρξ και Ενγκελς, ο Λένιν προχωρούσε έτσι: Ιδιαίτερα η Κομμούνα απέδειξε, ότι η εργατική τάξη δεν μπορεί να αρκεστεί στο να καταλάβει έτοιμη την κρατική μηχανή και να την κάνει να λειτουργήσει για δικό της όφελος, γι’ αυτό χρειάζεται να καταστρέψει (zerbrechen, όπως έγραφε ο Μαρξ στον Kugelmann στις 12/4/1871) τον παλιό γραφειοκρατικό και στρατιωτικό μηχανισμό. Η Κομμούνα έκανε μια τέτοια απόπειρα επειδή, όπως έγραφε ο Μαρξ, ήταν βασικά μια εργατική κυβέρνηση, προϊόν του αγώνα ανάμεσα στην παραγωγική τάξη και στην τάξη των εκμεταλλευτών. Ηταν η πολιτική μορφή που βρέθηκε επιτέλους και που επιτρέπει να πραγματοποιηθεί η οικονομική χειραφέτηση της εργασίας. Επειδή, συνεχίζει ο Μαρξ, η πολιτική κυριαρχία του παραγωγού είναι αδύνατο να συνυπάρξει με τη διαιώνιση της κοινωνικής σκλαβιάς. Οταν χειραφετηθεί η εργασία, ο κάθε άνθρωπος γίνεται εργαζόμενος και η παραγωγική εργασία παύει να αποτελεί ταξικό χαρακτηριστικό.

Με την έννοια αυτή, το κράτος γεννιέται μαζί με την εμφάνιση μέσα στην κοινωνία των ταξικών διακρίσεων, με άλλα λόγια, μαζί με τη διάκριση της κοινωνίας σε τάξεις[7]. Ετσι, όπως το διατύπωνε ο Ενγκελς, ενώ το κράτος εμφανίζεται ως όργανο ολόκληρης της κοινωνίας δεν είναι στην πραγματικότητα τίποτε άλλο, παρά μια μηχανή για την καταπίεση μιας τάξης από μιαν άλλη, τόσο στη δημοκρατία όσο και στη μοναρχία. Ο Λένιν, λοιπόν, ανατρέχει στους όρους που χρησιμοποιεί ο Μαρξ στον Εμφύλιο πόλεμο στη Γαλλία για να αποδώσει το τι έκανε η Κομμούνα στο αστικό κράτος (καταστροφή της κρατικής εξουσίας, αστικό κράτος=παρασιτικό απόστημα, ακρωτηριασμός, εξόντωση, κατάργηση)[8], για να καταλήξει στο ότι, όλα αυτά που έπραξε η Κομμούνα (αντικατάσταση του υφιστάμενου στρατού από τον ένοπλο λαό, καθολική ψηφοφορία και ανακλητό όλων των δημοσίων προσώπων) συνιστούν μια γιγαντιαία μεταβολή των θεσμών σε θεσμούς άλλου τύπου, με άλλα λόγια μια μεταβολή της ποσότητας σε ποιότητα[9] και αυτή είναι η μεγαλύτερή της προσφορά[10].

Στα χρόνια που ακολούθησαν το ξέσπασμα και τη συντριβή της Κομμούνας, ιδιαίτερα ο Φ. Ενγκελς επανήλθε πολλές φορές στο ζήτημα του ρόλου του κράτους. «Από την πλευρά της γραμματικής», έγραφε στον Αύγουστο Bebel στις 16-18/3/1875, «το να πει κανείς ελεύθερο κράτος σημαίνει το κράτος εκείνο που είναι ελεύθερο απέναντι στους πολίτες του, δηλαδή ένα κράτος με δεσποτική κυβέρνηση. Θα έπρεπε η φλυαρία πάνω στο κράτος να σταματήσει, ιδιαίτερα μετά την Κομμούνα, ... ενώ, μετά την εγκαθίδρυση του σοσιαλιστικού καθεστώτος, το κράτος διαλύεται από μόνο του (der Staat lost sich von sich selbst auf) και, τελικά, εξαφανίζεται.

Επειδή η κρατική εξουσία δεν είναι παρά ένας μεταβατικός θεσμός που τον χρησιμοποιεί κανείς στον αγώνα κατά τη διάρκεια της επανάστασης για να κατανικήσει με τη βία τους αντιπάλους του, είναι τελείως παράλογο να μιλάει κανείς για ένα «ελεύθερο λαϊκό κράτος». Βέβαια, αν το προλεταριάτο έχει ανάγκη από την κρατική εξουσία, δεν είναι καθόλου για να εγκαθιδρύσει την ελευθερία, αλλά για να εξοντώσει τους αντιπάλους του και, αμέσως μόλις μπορέσει να υπάρξει ζήτημα ελευθερίας, το κράτος θα έχει πάψει να υπάρχει σαν τέτοιο». Ετσι, μέχρι το κράτος να εξαφανιστεί, η μεταβατική μορφή της εξαφάνισής του θα είναι το προλεταριάτο οργανωμένο σε κυρίαρχη τάξη, η θρυλούμενη δικτατορία του προλεταριάτου που ταυτίζεται με την περίοδο του επαναστατικού μετασχηματισμού της καπιταλιστικής κοινωνίας σε σοσιαλιστική και, πιο πέρα, σε κομμουνιστική.

Οπως συμβαίνει σε παρόμοιες περιστάσεις, μετά από κάθε ήττα του εργατικού κινήματος, ο τρόμος της διεθνούς άρχουσας τάξης φτάνει σε παροξυσμό και επικρατεί η τρομοκρατία. Ετσι έγινε και στην περίπτωση της Κομμούνας του 1871 με τις ομαδικές εκτελέσεις, τις φυλακίσεις, τις εξορίες. Σε τέτοιες περιπτώσεις, το καπιταλιστικό κράτος υψώνει απειλητικά το ανάστημά του απέναντι στους εργαζόμενους όλου του κόσμου, όπως συνέβη και πρόσφατα, μετά την ανατροπή του υπαρκτού σοσιαλισμού, και επιτίθεται σε ολόκληρη τη γραμμή του κοινωνικού μετώπου. Αυτό που κατόρθωσαν τότε, δηλαδή μετά το 1871, οι συνασπισμένες αστικές τάξεις της Ευρώπης ήταν να προκύψει ένα διεθνές εργατικό κίνημα πιο ισχυρό, πιο ώριμο μετά την εμπειρία της Κομμούνας και πιο απειλητικό για τον καπιταλισμό που βρισκόταν ήδη στην εποχή του ιμπεριαλισμού. Μετά την αιματηρή καταστολή της πρώτης προσπάθειας του προλεταριάτου να αναδειχτεί σε κυρίαρχη κοινωνική τάξη και δύναμη, προέκυψε με οξύτητα το ακόλουθο ζήτημα: η εργατική τάξη είναι προορισμένη να ζει σε συνεχή υποχώρηση, όσον καιρό δεν παλεύει για τον εαυτό της, δηλαδή όσον καιρό δε διαθέτει ένα δικό της κόμμα, που θα την οδηγήσει στην κατάκτηση της κρατικής εξουσίας και στην κατάργηση ολόκληρης της καπιταλιστικής τάξης πραγμάτων.

«Θέλουμε να καταργήσουμε τις τάξεις», έλεγε ο Ενγκελς στο λόγο του της 21/9/1871 στη συνδιάσκεψη της Διεθνούς στο Λονδίνο. «Με ποιον τρόπο θα το κατορθώσουμε; Με την πολιτική κυριαρχία του προλεταριάτου ... Λοιπόν, όποιος επιθυμεί το σκοπό, οφείλει να θέλει επίσης και τα μέσα, την πολιτική πράξη που προετοιμάζει την επανάσταση, διαπαιδαγωγεί τον εργάτη και που, χωρίς αυτήν, το προλεταριάτο θα εξαπατάται και θα απογοητεύεται κάθε φορά μετά τη μάχη ... Η πολιτική που πρέπει να κάνουμε πρέπει να είναι η πολιτική του προλεταριάτου. Το κόμμα των εργατών δεν πρέπει να βρίσκεται στην ουρά οποιουδήποτε αστικού κόμματος, αλλά πρέπει πάντα να υπάρχει σαν αυτόνομο κόμμα που έχει τη δική του πολιτική και επιδιώκει τους δικούς τους σκοπούς». Στο άρθρο 7Α της απόφασης του γενικού Συνέδριου της Διεθνούς στη Χάγη (2-7/9/1872) οι Μαρξ και Ενγκελς έγραφαν: «Στον αγώνα του ενάντια στη συλλογική εξουσία των αρχουσών τάξεων, το προλεταριάτο δεν μπορεί να κάνει οτιδήποτε σαν τάξη παρά μόνο αν συγκροτηθεί σε δικό του πολιτικό κόμμα, διαφορετικό από τα άλλα και αντίθετο προς όλα τα παλαιά κόμματα που δημιούργησαν οι άρχουσες τάξεις. Αυτή η συγκρότηση του προλεταριάτου σε πολιτικό κόμμα είναι απαραίτητη για να εξασφαλίσει το θρίαμβο της κοινωνικής επανάστασης και τον ανώτατο σκοπό του: την κατάργηση των τάξεων».

Ο αγώνας που άρχισε η Κομμούνα το 1871 συνεχίστηκε από τα κόμματα που ίδρυσε η εργατική τάξη και, τα περισσότερα από αυτά, μετονομάστηκαν σε κομμουνιστικά. Το 1918, ο Λένιν, εξυμνώντας την Κομμούνα του 1871, θεωρούσε ότι τα Σοβιέτ ακολουθούσαν τον ίδιο δρόμο[11]. Τέλος, απέναντι στον τρόμο που αισθάνεται ο οποιοσδήποτε υποκριτής, ημιμαθής ή αναθεωρητής απέναντι στην ιερόσυλη έκφραση «Δικτατορία του προλεταριάτου», θα μπορούσε κανείς να απαντήσει με τα λόγια του Ενγκελς: «Λοιπόν, κύριοι, θέλετε να μάθετε με τι πράγμα μοιάζει επιτέλους αυτή η δικτατορία; Κοιτάξτε την Κομμούνα στο Παρίσι. Αυτή ήταν η δικτατορία του προλεταριάτου».



Ομιλία του Τηλέμαχου Λουγγή, Προέδρου του Κέντρου Μαρξιστικών Ερευνών, διευθυντή ερευνών στο Εθνικό Ιδρυμα Ερευνών, στην εκδήλωση για τα 130 χρόνια από την Παρισινή Κομμούνα, στην αίθουσα Συνεδρίων του ΚΚΕ, Αθήνα, 30.5.2001.
Το κείμενο ακολουθεί πιστά τον περίφημο Εμφύλιο πόλεμο στη Γαλλία 1871, του Καρλ Μαρξ μαζί με την εκπληκτικής διαύγειας εισαγωγή του Φρήντριχ Ενγκελς. Η πληρέστερη σύντομη και ακριβής εξιστόρηση της Κομμούνας συνολικά, από τους A. I. Molok και B. A. Dunaevskii στη Sovetskaja Istoricheskaja Entsiklopedija, τόμος 10, 1967, στήλες 834-848, όπου και αναλυτική αναγραφή όλων των πηγών και της βιβλιογραφίας ως το 1967. Αντίθετα, στο Nouveau Larousse illustre του 1903, τόμος 3, σελ. 148, που διαλαλεί αμεροληψία και πλουραλισμό απόψεων στον πρόλογο του πρώτου τόμου του, η εξιστόρηση της Κομμούνας θυμίζει στον έλληνα αναγνώστη την έκθεση του λόρδου Σιτρίν για τα Δεκεμβριανά του 1944. Τα ελάσσονα έργα των Μαρξ - Ενγκελς σχετικά με την Κομμούνα έχουν ανατυπωθεί στο Marx - Engels, La Commune de 1871, ed. 10/18, Paris 1971. Οπου αναφέρονται άλλα έργα των Μαρξ - Ενγκελς, αυτό γίνεται σε παρένθεση. Τα σχετικά με την Κομμούνα σχόλια του Β. Ι. Λένιν αναφέρονται στην οικεία σημείωση 5, πιο κάτω. Θα έπρεπε ακόμα να σημειωθεί το έργο του παράγοντα του γαλλικού και διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος J. Duclos, A la conquete du ciel. La Commune de Paris, presage d’ un monde nouveau, Paris 1957 (και ρωσική μετάφραση, Μόσχα 1962).

[2] Για την Ιστορία, αναφέρονται εδώ, με αλφαβητική σειρά, τα πιο γνωστά ονόματα από τους Κομμουνάρους του 1871: Amouroux, Arnould, Avrial, Billioray, Camelinat, Champy, Clement, Cluseret, Courbet, Cournet, Delescluse, Dereure, Dupont (Clovis), Ferre (Theophile), Flourens, Gambon, Grasset, Johannard, Jourde, Langevin, Lefrancais, Longuet, Meline, Miot, Parent (Ulysse), Parisel, Pothier, Prethot, Pyat (Felix), Ranc, Rastoul, Regere, Rigault (Raoul), Trinquet, Urbain, Vaillant, Vallis (Jules), Varlin, Verdure, Vesinier, Viard. Στρατιωτικοί της Κομμούνας διετέλεσαν κατά σειρά οι Cluseret, Duval, Eudes, Bergeret και Dombrowski (Πολωνός). Στις 22/5/1871 έγινε η τελευταία συνεδρίαση της Κομμούνας, όπου η εξουσία μεταβιβάστηκε και πάλι στην ΚΕ της Εθνοφρουράς. Στις 24 και 26/5, κάτω από την άγρια επίθεση του στρατού των Βερσαλλιών, η Κομμούνα προχώρησε σε εκτελέσεις ομήρων.

[3] Περίπου 3 δισεκατομμύρια FF. Η Κομμούνα πήρε από εκεί για τις ανάγκες της μόνο ...15 εκατομμύρια FF. Βλ. Μαρξ στον F. Domela Nieuwenhuis, 22/2/1881.

[4] Μαρξ στον Kugelmann, 12/4/1871.

[5] Η Κομμούνα του 1871 απασχόλησε ιδιαίτερα τη θεωρητική σκέψη του Β. Ι. Λένιν, όπως φαίνεται από τις αναφορές στα βασικά του έργα Τι να κάνουμε; (1902). Το κράτος και η επανάσταση (1917), όπου της αφιερώνει πολλές σελίδες, Η προλεταριακή επανάσταση και ο αποστάτης Κάουτσκυ (1918), με επίσης αρκετές αναφορές. Αξίζει επίσης να αναφερθούν οι θεμελιώδεις ακόλουθες σύντομες αναφορές που κάνει ο Λένιν στην Κομμούνα: Ο πόλεμος και η ρωσσική σοσιαλδημοκρατία (1914). Το πολεμικό πρόγραμμα της προλεταριακής επανάστασης (1916). Για τα καθήκοντα του προλεταριάτου στην τωρινή επανάσταση (1917). Τα καθήκοντα του προλεταριάτου στην επανάστασή μας (1917). Εισήγηση στην 7η (απριλιανή) Πανρωσική συνδιάσκεψη του ΣΔΕΚΡ (Μπ) (1917). Για τους συμβιβασμούς (1917). Πώς να οργανώσουμε την άμιλλα (1918). Εισήγηση στο 7ο έκτακτο Συνέδριο του ΡΚΚ (Μπ) (1918).

[6] Πέρα από το ότι, η μοναδική διόρθωση στον τελευταίο πρόλογο (1872) του Κομμουνιστικού Μανιφέστου έγινε από τους Μαρξ και Ενγκελς πάνω στη βάση της εμπειρίας της Κομμούνας.

[7] Β. Ι. Λένιν, Περί του κράτους (1919), Εκλεκτά έργα ΙΙΙ, Μόσχα 1973, σ. 193.

[8] Β. Ι. Λένιν, Το κράτος και η επανάσταση (1917), Εκλεκτά έργα ΙΙ, Μόσχα 1973, 255-258.

[9] Β. Ι. Λένιν, Το κράτος και η επανάσταση (1917), Εκλεκτά έργα ΙΙ, Μόσχα 1973, σελ. 259.

[10] Β. Ι. Λένιν, Η προλεταριακή επανάσταση και ο αποστάτης Κάουτσκυ, Εκλεκτά έργα ΙΙΙ, Μόσχα 1973, σελ. 11.

[11] Β. Ι. Λένιν, Πώς θα οργανώσουμε την άμιλλα (1918), Εκλεκτά έργα ΙΙ, Μόσχα 1973, σελ. 474, και Εισήγηση στο 7ο έκτακτο Συνέδριο (1918), στο ίδιο, σ. 561.