Συνέντευξη: «ΤΟ ΤΑΞΙΚΟ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ ΚΑΙ ΟΙ ΣΤΟΧΟΙ ΤΟΥ Γ΄ ΚΟΙΝΟΤΙΚΟΥ ΠΛΑΙΣΙΟΥ ΣΤΗΡΙΞΗΣ 2000 - 2006»

Η κυβέρνηση και οι ποικιλώνυμοι απολογητές του ευρωπαϊκού ιμπεριαλιστικού κέντρου παρουσιάζουν το Γ΄ Κοινοτικό Πλαίσιο Στήριξης ως πανάκεια για την ευημερία του συνόλου της ελληνικής κοινωνίας. Η ΚΟΜΕΠ έθεσε μια σειρά ερωτήσεις για το θέμα αυτό στο Γιάννη Σκυλλά, μέλος του Τμήματος Οικονομίας της ΚΕ του ΚΚΕ.

ΕΡΩΤΗΣΗ: Ποιο είναι το ύψος του Γ΄ Κοινοτικού Πλαισίου Στήριξης (ΚΠΣ) και από πού προέρχονται τα χρήματα;

ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΚΥΛΛΑΣ: Το ύψος του Γ΄ ΚΠΣ ανέρχεται σε 17,5 τρισ. δρχ., τα οποία προέρχονται από το ΚΠΣ 15.075.392,6 εκατομμύρια δραχμές, από Ταμείο Συνοχής 1.987.594,8 εκατ. δρχ. και από τις κοινοτικές πρωτοβουλίες 400.000 εκατ. δραχμές.

Από το συνολικό ποσό των 17,5 τρισ. δραχμών η κοινοτική συμμετοχή είναι 8.860.730 εκατ. δρχ., η εθνική κρατική συμμετοχή 4.375.215 εκατ. δρχ. και η ιδιωτική συμμετοχή 3.827.042 εκατ. δρχ. Η δημόσια δαπάνη (κοινοτική και εθνική) αποτελεί το 78,3% και η ιδιωτική συμμετοχή αντιστοιχεί στο 21,7%.

ΕΡΩΤΗΣΗ: Πού στοχεύει το Γ΄ ΚΠΣ;

ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΚΥΛΛΑΣ: Οι πόροι του Γ΄ ΚΠΣ, όπως και κάθε ΚΠΣ, αποτελούν σε κοινοτικό και εθνικο-κρατικό επίπεδο συγκέντρωση της υπεραξίας των εργαζομένων, κεφάλαιο που χρησιμοποιείται με βάση κεντρικό σχεδιασμό (εθνικό - κρατικό με κοινοτική έγκριση) για την αναπαραγωγή του κοινωνικού κεφαλαίου στα πλαίσια όχι μόνο της εθνικής, αλλά και της ευρωενωσιακής αγοράς.

Τα έργα είναι κυρίως έργα υποδομής (μεταφορών, τηλεπικοινωνιών κλπ.) που διευκολύνουν την απελευθέρωση των αγορών. Στην υλοποίηση του σχεδιασμού δίνονται κίνητρα συμμετοχής του ιδιωτικού κεφαλαίου στα σχεδιασμένα έργα (με συγχρηματοδότηση ή «αυτοχρηματοδότηση», με συμβάσεις που εξασφαλίζουν μακροχρόνια εκμετάλλευση του έργου και μεγάλη κερδοφορία).

Οι άξονες του ΚΠΣ εξυπηρετούν έναν ορισμένο τεχνολογικό εκσυγχρονισμό στα πλαίσια της ευρωενωσιακής αγοράς, ώστε σταδιακά να βαθαίνει η ενοποίησή της. Π.χ. ο ηλεκτρονικός εκσυγχρονισμός των κεφαλαιαγορών (διασύνδεση χρηματιστηρίων διαφορετικών κρατών), γενικότερα του χρηματοπιστωτικού συστήματος, υποδομή διαμόρφωσης της χονδρικής ηλεκτρονικής αγοράς, ιδιαίτερα σε σημαντικούς κλάδους της μεταποίησης, ώστε να περιορίζεται το κόστος προμηθειών και να αυξάνει η ανταγωνιστικότητα των μονοπωλίων της ΕΕ έναντι εκείνων των ΗΠΑ και της Ιαπωνίας. Γι’ αυτό και οι ανάλογες στοχεύσεις σε προγράμματα εκπαίδευσης, κατάρτισης, πληροφορικής κλπ.

Γενικότερα, το Γ΄ ΚΠΣ είναι μέσο συγκεντροποίησης του κεφαλαίου, αφού τα επιχειρησιακά προγράμματα ευνοούν τις μεγάλες επιχειρήσεις και την ενδυνάμωση των μονοπωλίων.

Η ελληνική ολιγαρχία επιχειρεί να επιτύχει καλύτερη αξιοποίηση του Γ΄ ΚΠΣ σε σύγκριση με τα δύο προηγούμενα ΚΠΣ, ως προς τους εξής στόχους: α) την ταχύτερη ολοκλήρωση των υποδομών, β) τη μεγαλύτερη συμβολή του πακέτου στην αύξηση της κεφαλαιοποίησής της, γ) τη βελτίωση των υποδομών για την εξαγωγή κεφαλαίου και εμπορευμάτων στη Βαλκανική αγορά, στην Παρευξείνια ζώνη και προσφάτως στην Τουρκία.

Με το Γ΄ ΚΠΣ προγραμματίζεται μια διαρθρωτική παρέμβαση που αποβλέπει στη βαθύτερη ενσωμάτωση, οικονομική, κοινωνική, εκπαιδευτική, πολιτιστική στην ευρωενωσιακή διαδικασία, σύμφωνα και με το άρθρο 2 της Συνθήκης του Αμστερνταμ και τα προβλεπόμενα από τους σχετικούς διαρθρωτικούς κανονισμούς.

ΕΡΩΤΗΣΗ: Πώς κατανέμονται και πού στοχεύουν κατά τομέα οι πόροι του Γ΄ ΚΠΣ;

ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΚΥΛΛΑΣ: Στον τομέα των Μεταφορών (Οδικά, Λιμάνια, Αεροδρόμια, Αστικές Συγκοινωνίες) θα κατανεμηθεί το 23,4%. Ο προϋπολογισμός αυτός ανέρχεται σε 4,1 τρισ. δραχμές. Από το ποσό αυτό το 1,2 τρισ. δρχ. θα προέρθει από τον ιδιωτικό τομέα, αφού πολλά οδικά έργα θα γίνουν με τη μέθοδο της αυτοχρηματοδότησης.

Τα έργα υποδομών στις Μεταφορές, που η πραγματοποίησή τους έχει καθυστερήσει σύμφωνα με τους στοιχειώδεις όρους της καπιταλιστικής ανάπτυξης, επιλέγονται με προτεραιότητα τις ανάγκες των μονοπωλίων και όχι των εργαζομένων. Δεν ικανοποιούν, π.χ. φτηνές, ασφαλείς και πυκνές μαζικές συγκοινωνίες για τις λαϊκές ανάγκες. Οι σιδηροδρομικές μεταφορές είναι υποβαθμισμένες, με εξαίρεση τη σύνδεση Αθήνας-Θεσσαλονίκης. Να θυμίσουμε ότι η σιδηροδρομική ένωση Ρίου - Αντιρρίου αποκλείστηκε, αν και ήταν εφικτή από πλευράς κόστους και ωφέλιμη από πλευράς μεταφορικού έργου. Ακόμη, τα έργα υποδομής μεταφορών δεν είναι διασπαρμένα σε όλη τη χώρα, αλλά συγκεντρώνονται κυρίως στους κεντρικούς άξονες. Αυτό αποδεικνύει ότι στα κριτήρια των επιλογών δεν περιλαμβάνονται οι λαϊκές ανάγκες, αλλά κυρίως οι άμεσες ανάγκες της ολιγαρχίας.

Ακόμη, η ανάθεση του έργου με το σύστημα της αυτοχρηματοδότησης (παραχώρηση της εκμετάλλευσης του έργου στον κατασκευαστή για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα) αυξάνει το τίμημα χρήσης του έργου από τα λαϊκά στρώματα, αφού συμπεριλαμβάνεται σε αυτό μεγάλο και σίγουρο κέρδος. Πρόκειται για εμπορευματοποίηση της χρήσης των οδικών δικτύων. Χαρακτηριστικά αναφερόταν σε Εκθεση της Ten’ Hellas (Κοινοπραξία ΕΤΕΒΑ και Bank of America), ότι η διαδρομή Θεσσαλονίκη - Αθήνα, το 2005, θα κοστίζει σε διόδια 20.047 δραχμές.

― Στην ανάπτυξη του ανθρώπινου δυναμικού καταμερίζεται το 8,57% και αφορά την εκπαίδευση - κατάρτιση - απασχόληση. Ο προϋπολογισμός ανέρχεται σε 1,5 τρισ. δρχ. και αποσκοπεί στην προώθηση μιας σειράς στόχων, όπως: α) μια ορισμένη προσαρμογή στα μέσα παραγωγής και στην ευρωενωσιακή αγορά (π.χ. ηλεκτρονικός εκσυγχρονισμός των κρατικών υπηρεσιών, της σύνδεσης κεφαλαιαγοράς και του χρηματοπιστωτικού συστήματος, επομένως της ανάλογης εκπαίδευσης στην πληροφορική), β) προσαρμογή στη διάρθρωση της οικονομίας και ευελιξία στη στοιχειώδη κατάρτιση σε νέες επαγγελματικές ειδικότητες, γ) προσαρμογή στις νέες εργασιακές σχέσεις και περιοδική απορρόφηση μέρους ανέργων σε ανάλογα προγράμματα.

Πόροι πάνε για σεμινάρια ανέργων, προκειμένου να αμβλύνουν αντιδράσεις ενάντια στην αντιλαϊκή πολιτική της ΕΕ και της κυβέρνησης, να χειραγωγήσουν συνειδήσεις, να εξαγοράσουν τμήματα της εργατικής τάξης.

Πόροι διατίθενται για σεμινάρια που ενημερώνουν και προωθούν τις νέες εργασιακές σχέσεις και καλλιεργούν την ιδέα της ελαστικοποίησης, προκειμένου να εξοικειωθούν με το νέο τύπο εργαζόμενου, δηλαδή τον «απασχολήσιμο» και να γίνει συνείδηση στους εργαζόμενους. Ομως η ισχύς της ελαστικοποίησης θα αγκαλιάσει και τμήμα των εργαζομένων που σήμερα δουλεύουν με σταθερή δουλιά ή θεωρούν ότι έχουν για κάποια χρόνια σταθερή δουλιά.

Γενικότερα, πρόκειται για σχεδιασμένη παρέμβαση για την προσαρμογή της εργατικής δύναμης στις νέες μορφές οργάνωσης της παραγωγής και έντασης της εκμετάλλευσης, αλλά και παρέμβαση άμβλυνσης των συνεπειών της κρίσης για το κεφάλαιο. Στοχεύει στη μείωση της τιμής της εργατικής δύναμης, στην εξασφάλιση αποκλειστικά οφέλους για το κεφάλαιο από τη μείωση της αξίας της. Στην ουσία είναι μια μορφή διαχείρισης της καταστροφής παραγωγικών δυνάμεων.

― Για τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας κατευθύνεται το 11,43% των πόρων. Περιλαμβάνονται οι τομείς της βιομηχανίας, της έρευνας και τεχνολογίας, του τουρισμού και του εμπορίου και διατίθενται 2 τρισ. δρχ. Κυρίως ενισχύονται οι ίδιες σχεδόν βιομηχανίες που είχαν ήδη ενισχυθεί και από το Β΄ ΚΠΣ, σαν «γεφύρωση» μεταξύ του Β΄ και Γ΄ ΚΠΣ, όπως υποστηρίζουν.

Στον τομέα αυτό δίνεται στήριξη στην ντόπια πλουτοκρατία στην προσπάθεια διείσδυσής της στις «αναδυόμενες αγορές των Βαλκανικών και Παρευξείνιων χωρών», όπως χαρακτηριστικά αναφέρουν, αυξάνοντας μέσα από τις οικονομικές ενισχύσεις «την παραγωγικότητα των μεταποιητικών επιχειρήσεων και την εξαγωγιμότητα των προϊόντων τους».

Επίσης, δημιουργούνται όροι και περιβάλλον, μέσα από παροχή και άλλων κινήτρων, για την προσέλκυση εξυπηρέτηση ξένων άμεσων επενδύσεων (σε νέους για την ελληνική οικονομία κλάδους). Δημιουργούνται ευνοϊκοί όροι σύμφυσης ξένου και ντόπιου κεφαλαίου.

― Για την αγροτική ανάπτυξη και αλιεία διατίθεται το 7,42% του Γ΄ ΚΠΣ. Οι πόροι που διατίθενται ανέρχονται στο 1,3 τρισ. δρχ. Δεν προορίζονται για την ανάπτυξη των μικρομεσαίων αγροτικών νοικοκυριών. Θα χρησιμοποιηθούν για να βοηθηθεί η συγκέντρωση και συγκεντροποίηση της παραγωγής σε λίγους και το ξεκλήρισμα των πολλών.

Προτείνονται αναδιαρθρώσεις σε εσπεριδοειδή, ελιές, αμπέλια που αντιστοιχούν στο 25% των συνολικά καλλιεργούμενων εκτάσεων, που στόχο έχουν τη μείωση της αγροτικής παραγωγής. Την ίδια στιγμή η αγροτική απασχόληση μειώνεται κατά 2,5% κάθε χρόνο, ενώ το αγροτικό εμπορικό ισοζύγιο είναι ελλειμματικό και κάθε χρόνο το έλλειμμα αυξάνεται. Το 1977 ήταν 280,8 δισ. δραχμές και το 1998 έφτασε τα 317,5 δισ. δραχμές.

Το μεγαλύτερο μέρος των πόρων πηγαίνει σε δραστηριότητες, όπως: εξισωτική αποζημίωση, κίνητρα για εκριζώσεις, σεμινάρια και εκπαιδεύσεις, πρόωρη συνταξιοδότηση, στον αγροτοτουρισμό, σε καλλιέργειες αρωματικών και υποτροπικών φυτών που θα ανέρχονται κιόλας στο 8% των καλλιεργούμενων εκτάσεων.

Η διεύρυνση της ΕΕ με τα υποψήφια προς ένταξη κράτη της Κεντρικής - Ανατολικής Ευρώπης, που έχουν μεγάλο αγροτικό τομέα θα έχει επιπτώσεις κύρια στην ανταγωνιστικότητα γαλακτοκομικών προϊόντων και κρέατος της Ελλάδας.

Πάντως, ενίσχυση της παραγωγής σε μια σειρά από φυτικά και ζωικά προϊόντα, που θα αξιοποιούν τις ευνοϊκές εδαφοκλιματολογικές συνθήκες της χώρας και θα καλύπτουν εγχώριες αλλά και εξαγωγικές ανάγκες, δεν προβλέπεται από το Γ΄ ΚΠΣ.

Στην Αλιεία κύριος προσανατολισμός είναι η μείωση του αλιευτικού στόλου με την απόσυρση των σκαφών, την πρόωρη συνταξιοδότηση. Κύρια στοχεύεται η μείωση των απασχολούμενων στην παράκτια αλιεία και η ενίσχυση των ιχθυοκαλλιεργειών, όπου αναπτύσσονται μεγάλες επιχειρήσεις με εξαγωγικό προσανατολισμό.

― Για τη βελτίωση της ποιότητας ζωής που αφορά την προστασία του περιβάλλοντος, τον πολιτισμό, την υγεία και την πρόνοια, συνολικά θα δαπανηθούν 600 δισ. δραχμές. Η ιδιωτική συμμετοχή ανέρχεται σε 4,9 δισ. δραχμές.

Στην προστασία του περιβάλλοντος διατίθενται 220,38 δισ. δραχμές. Οι διαθέσιμοι πόροι θα κατευθυνθούν στην υλοποίηση μεγάλων και μεσαίου μεγέθους έργων και κυρίως αυτών που αφορούν την ύδρευση, την αποχέτευση - βιολογικό καθαρισμό και τη διαχείριση των απορριμμάτων, ενώ για μια ακόμη φορά η αντιπλημμυρική προστασία της χώρας τίθεται ουσιαστικά εκτός των κοινοτικών επιλογών.

Στον πολιτισμό διατίθενται 206,11 δισ. δραχμές.

Στην Υγεία - Πρόνοια διατίθενται 174,89 δισ. δραχμές. Η χρηματοδότηση περορίζεται ουσιαστικά στην ενίσχυση της υλικής υποδομής των Νοσοκομείων. Δεν καλύπτει τομείς πρωτοβάθμιας φροντίδας (πρόληψης, διάγνωσης, κλπ.) υγείας, στους οποίους επεκτείνεται το ιδιωτικό κεφάλαιο. Πρόκειται για επιλογές που περιορίζουν στο ελάχιστο την υποχρέωση του κράτους για την παροχή δωρεάν υγειονομικών και προνοιακών υπηρεσιών στο λαό και διευκολύνουν τη δράση του ιδιωτικού κεφαλαίου στον τομέα αυτό.

Με λίγα λόγια οι λαϊκές ανάγκες δε θα καλύπτονται στο μέλλον ούτε και από αυτό το σημερινό λειψό και υποβαθμισμένο σύστημα υγείας και πρόνοιας, αφού «οι παραδοσιακές δομές και λειτουργίες», δηλαδή ασφάλιση, δημόσια νοσοκομεία κ.ά. θα αντικατασταθούν από ευέλικτες δομές και σχήματα-ανώνυμες εταιρίες και ιδιωτικά Ιατρικά Κέντρα γι’ αυτούς που θα έχουν μεγάλα εισοδήματα, ενώ θα υπάρχουν στοιχειώδεις δημόσιες και εθελοντικού χαρακτήρα παροχές για τους έχοντες χαμηλά εισοδήματα.

― Για τη λεγόμενη κοινωνία της πληροφορίας, το συνολικό ύψος του προγράμματος ανέρχεται σε 967,5 δισ. δραχμές, από τα οποία τα 773,35 δισ. αφορούν δημόσιες δαπάνες (κοινοτικοί και εθνικοί πόροι), ενώ τα υπόλοιπα θα προέρθουν από ιδιωτική χρηματοδότηση.

Η χρηματοδότηση συμβάλλει στον εκσυγχρονισμό της οικονομικής και κατασταλτικής λειτουργίας του αστικού κράτους, στην προσαρμογή του εκπαιδευτικού συστήματος στις σύγχρονες ανάγκες του κεφαλαίου. Προωθεί τη διεύρυνση του ρόλου του ιδιωτικού κεφαλαίου στο χώρο αυτό. Θέσεις μάχης έχουν πάρει οι ελληνικές εταιρίες πληροφορικής για τη διεκδίκηση των έργων.

Με στόχο την ενίσχυση των θέσεών τους ενόψει των σχετικών διαγωνισμών που προετοιμάζονται να προκηρυχτούν, οι εταιρίες του κλάδου προχωρούν στη σύναψη των απαραίτητων στρατηγικών συνεργασιών με ομοειδείς εταιρίες, ενώ παράλληλα αρκετές από αυτές αυξάνουν την κεφαλαιοποίησή τους, ώστε να είναι έτοιμες να διεκδικήσουν αυτοχρηματοδοτούμενα έργα. Παράλληλα, άλλες, μεταξύ των οποίων η Logic Dis, ο Ομιλος Δέλτα-Singular και η Informer έχουν διαμορφώσει, ο μεν πρώτος Ομιλος με την Τραπεζα Eurobank-Ergasias, ο δεύτερος Ομιλος με την Alpha Bank και ο τρίτος με τον Ομιλο της Εθνικής Τραπέζης.

Συμμετοχή στα αυτοχρηματοδοτούμενα έργα αναμένεται να διεκδικήσουν είτε αυτόνομα είτε στα πλαίσια κοινοπρακτικών σχημάτων και ο Ομιλοι Altec, Πουλιάδης και Info-Quest. Δεδομένη θεωρείται και η διεκδίκηση ανάλογων έργων από τον Ομιλο της Intrasoft.

― Τέλος, κατανέμονται κονδύλια για την περιφερειακή ανάπτυξη. Πρόκειται για τα καθαρώς περιφερειακά -σχετικώς μικρά έργα- των οποίων ο συνολικός προϋπολογισμός θα φτάσει τα 3,7 τρισ. δραχμές.

Κατά περιφέρεια κατανέμονται:

ΠΕΠ Αν. Μακεδονίας - Θράκης 380,19 δισ. δραχμές.

ΠΕΠ Κεντ. Μακεδονίας 473,81 δισ. δραχμές.

ΠΕΠ Δυτ. Μακεδονίας 187,43 δισ. δραχμές.

ΠΕΠ Ηπείρου 231,68 δισ. δραχμές.

ΠΕΠ Θεσσαλίας 313,40 δισ. δραχμές.

ΠΕΠ Ιονίων Νήσων 126,88 δισ. δραχμές.

ΠΕΠ Δυτική Ελλάδα 266,26 δισ. δραχμές.

ΠΕΠ Στερεάς Ελλάδας 297,47 δισ. δραχμές.

ΠΕΠ Αττικής 541,37 δισ. δραχμές.

ΠΕΠ Πελοποννήσου 238,06 δισ. δραχμές.

ΠΕΠ Βορείου Αιγαίου 185,97 δισ. δραχμές.

ΠΕΠ Νοτίου Αιγαίου 204,45 δισ. δραχμές.

ΠΕΠ Κρήτης 241,61 δισ. δραχμές.

Με άξονα τα Περιφερειακά Προγράμματα (ΠΕΠ) προβάλλεται έντονα το σύνθημα της περιφερειακής ανάπτυξης και της σμίκρυνσης των περιφερειακών ανισοτήτων. Η πραγματικότητα βέβαια, είναι εντελώς διαφορετική. Σύμφωνα με τη δεύτερη Εκθεση για την Οικονομική και Κοινωνική Συνοχή, «η Ηπειρος συνεχίζει να είναι -μετά από δύο πλουσιοπάροχα κοινοτικά πακέτα -η φτωχότερη περιοχή της Ευρώπης». Αλλες τρεις περιοχές, η Κεντρική Μακεδονία, η Στερεά Ελλάδα και η Πελοπόννησος γνώρισαν μια πανευρωπαϊκή πρωτοτυπία: σε διαδικασία σύγκλισης και μετά από μια σειρά κοινοτικών χρηματοδοτήσεων έγιναν φτωχότερες, οι κάτοικοι παρατηρούν το εισόδημά τους να μειώνεται έως και 8% τα τελευταία χρόνια.

Στο ίδιο το κυβερνητικό Σχέδιο Ανάπτυξης 2000-2006 αναγνωρίζεται ότι οι ανισότητες στο κατά κεφαλήν ΑΕΠ διευρύνονται και υπάρχουν Νομοί που το κατά κεφαλήν ΑΕΠ είναι μικρότερο του 65% του μέσου όρου της χώρας (π.χ. στους Νομούς Χίου, Καστοριάς, Ροδόπης, Αρτας, Γρεβενών, Θεσπρωτίας, Ευρυτανίας).

Την ίδια στιγμή το 22% του πληθυσμού παραμένει ακόμη σε συνθήκες φτώχειας (ζει με εισόδημα μικρότερο από το 60% του εθνικού κατά κεφαλήν εισοδήματος).

Μέσα στη δεκαετία του 1990 το κατά κεφαλήν εισόδημα της Κεντρικής Μακεδονίας μειώθηκε από το 63% στο 60%. Της Πελοποννήσου από το 58% στο 57%, της Στερεάς Ελλάδας από το 72% στο 64%, ενώ της Ηπείρου παρέμεινε αμετάβλητο στο 43%. Στα υπόλοιπα κράτη-μέλη μείωση παρατηρήθηκε μόνο σε μια περιφέρεια της Ιταλίας και σε δύο της Αγγλίας (η οποία όμως δεν έλαβε πόρους από τα Ταμεία Συνοχής).

Σε όρους πραγματικής αγοραστικής δύναμης μόνο η Στερεά Ελλάδα αγγίζει τον κοινοτικό μέσο όρο. Στον αντίποδα, το εισόδημα των Ηπειρωτών είναι χαμηλότερο, όχι μόνο όλων των Ευρωπαίων, αλλά και των Κυπρίων, των Τσέχων και των Σλοβάκων που βρίσκονται υπό ένταξη. Αγγίζει μόλις το 49% του κοινοτικού μέσου όρου.

ΕΡΩΤΗΣΗ: Η κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι με το Γ΄ ΚΠΣ η Ελλάδα θα κατακτήσει «ισότιμη» θέση στην ΟΝΕ. Πόσο ευσταθεί αυτός ο ισχυρισμός;

ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΚΥΛΛΑΣ: Πράγματι, η κυβέρνηση, όπως διατυπώνεται στα κείμενα που υπέβαλε στην ΕΕ, ισχυρίζεται ότι με το Γ΄ ΚΠΣ φιλοδοξεί να καταστήσει την Ελλάδα «ισότιμη» στα πλαίσια της ΟΝΕ και να διαδραμματίσει έναν ιδιαίτερο ρόλο στη Νότιο- Ανατολική Ευρώπη.

Το περί ισοτιμίας σύνθημα είναι απλώς και μόνο δημαγωγικό, «στάχτη στα μάτια» των λαϊκών μαζών για να υπομένουν την εκάστοτε περιοριστική εισοδηματική πολιτική, τις αντιλαϊκές συνέπειες από την ενσωμάτωση της ελληνικής οικονομίας στην ευρωενωσιακή αγορά, τις αντιλαϊκές αλλαγές στις εργασιακές σχέσεις, στο Ασφαλιστικό σύστημα, στους τομείς της Παιδείας, Υγείας, Πρόνοιας.

Εξάλλου, καμιά οικονομία κράτους-μέλους δεν είναι ισότιμη ή ισοδύναμη με άλλη. Η ανισόμετρη καπιταλιστική ανάπτυξη χαρακτηρίζει τις οικονομίες και στα πλαίσια της ευρωζώνης. Ας μην ξεχνάμε ότι η ανισομετρία δεν άρθηκε ούτε μεταξύ των πολιτειών των ΗΠΑ ούτε στα πλαίσια της γερμανικής ενοποίησης. Οι εξελίξεις της τελευταίας δεκαετίας επιβεβαιώνουν ότι η ανισομετρία βάθυνε ακόμη και στα πλαίσια ενός κράτους-μέλους της ΕΕ, π.χ. στην Ελλάδα, όπως αναφέραμε προηγουμένως, βάθυνε η ανισόμετρη ανάπτυξη μεταξύ Αττικής και Ηπείρου ή της Πελοποννήσου. Το ίδιο παρατηρήθηκε και στην Ιταλία.

Βεβαίως, στα πλαίσια της ανισόμετρης καπιταλιστικής ανάπτυξης μπορεί να προκύψουν αλλαγές στην οικονομική θέση, ενδεχομένως και στη γενικότερη δύναμη ενός κράτους, εντός ή εκτός της ΕΕ. Για παράδειγμα, κατά την τελευταία πενταετία σημειώθηκε βελτίωση της οικονομικής θέσης της Ιρλανδίας στα πλαίσια της ΕΕ, μετρουμένης κυρίως με όρους κατά κεφαλήν ΑΕΠ.

Η ελληνική οικονομία με όρους καπιταλιστικού ανταγωνισμού ήταν και παραμένει στην τελευταία θέση στην ΕΕ και στην Ευρωζώνη. Ταυτόχρονα, σημείωσε τάση μείωσης του χάσματος του κατά κεφαλήν ΑΕΠ από τον αντίστοιχο μέσο όρο της ΕΕ, κατά την τελευταία πενταετία. Πάνω σε αυτό το στοιχείο οικοδομεί η κυβέρνηση το σύνθημά της, περί «ισότιμης» Ελλάδας.

Ομως, παράλληλα, το εμπορικό έλλειμμα (καθαρές εισαγωγές) διευρύνθηκε, αυξανόμενο κατά 29,84% το 2000 έναντι του 1999. Σημαντικές αλλαγές έγιναν στη διάρθρωση του ελληνικού εξωτερικού εμπορίου κατά γεωγραφική περιοχή. Οι αλλαγές αποτυπώνουν τον περιορισμό των ελληνικών εξαγωγών στην ΕΕ, ως μεριδίου επί του συνόλου των εξαγωγών και την αύξησή τους στις Βαλκανικές και στις χώρες της Κεντρικής Ευρώπης και της πρώην ΕΣΣΔ. Η τάση περιορισμού των ελληνικών εξαγωγών προς την ΕΕ, ως μεριδίου των συνολικών εξαγωγών διαμορφώνεται κατά τη δεκαετία του 1990. Το 1990 οι ελληνικές εξαγωγές προς την ΕΕ αποτελούσαν το 68% του συνόλου των ελληνικών εξαγωγών, ενώ το 1999 περιορίστηκαν στο 51%. Ταυτόχρονα, όλο και εντονότερα διατυπώνεται η ανησυχία για το ενδεχόμενο νέας επιδείνωσης στην ανταγωνιστικότητα των ελληνικών εμπορευμάτων στην ΕΕ, σαν αποτέλεσμα της διεύρυνσής της με κράτη όπως η Πολωνία, η Τσεχία, η Ουγγαρία με εμπορεύματα ανταγωνιστικά με αυτά της Ελλάδας. Το σύνολο των εξαγωγών και των εισαγωγών της χώρας, ως ποσοστό του ΑΕΠ, παραμένει λίγο πάνω από το 15%, όταν στις άλλες μικρές οικονομίες το ποσοστό αυτό υπερβαίνει τα 41%. Κατά την περίοδο ένταξης της Ελλάδας στην ΕΕ (1992-2000) εντάθηκε η εισαγωγική διείσδυση στην Ελλάδα, κυρίως από τα κράτη-μέλη της ΕΕ (Γερμανία, Ιταλία, Γαλλία, Ολλανδία), αλλά και τρίτες χώρες (π.χ. Ν. Αφρική, Τυνησία) με τις οποίες η ΕΕ κλείνει συμφωνίες ευνοϊκές, κυρίως για τα ισχυρά βιομηχανικά κράτη-μέλη της. Περιορίστηκε η ελληνική εξαγωγική επίδοση στην αγορά της ΕΕ, επιδεινώθηκε η ελλειμματικότητα του εμπορικού ισοζυγίου της Ελλάδας στην ευρωενωσιακή αγορά.

Η λειτουργία της ελληνικής οικονομίας στα πλαίσια του κοινού ευρωπαϊκού νομίσματος ΕΥΡΩ, συνολικά θα επιδεινώσει την ανταγωνιστική της θέση. Αμεσα επιβαρυντικές θα είναι οι συνθήκες ανταγωνισμού και με τις αγορές των υπό ένταξη κρατών. Τις αρνητικές συνέπειες θα πληρώσουν οι εργαζόμενοι και συνταξιούχοι, οι μικρομεσαίοι αγρότες και οι μικρές επιχειρήσεις στη βιοτεχνία και το εμπόριο. Το όφελος θα είναι για τα μονοπωλιακά μεγαθήρια και τις δορυφορικές επιχειρήσεις γύρω από αυτά.

Κατά τη διαδικασία της σύγκλισης έχουμε μια ορισμένη ενίσχυση της θέσης των μονοπωλιακών Ομίλων από την Ελλάδα και βελτίωση της ανταγωνιστικής θέσης της ελληνικής οικονομίας σε διεθνές επίπεδο.

Αναβαθμίστηκε, ακόμη και στην ευρωενωσιακή αγορά, η θέση ορισμένων μονοπωλιακών Ομίλων από την Ελλάδα, όπως είναι ο ΟΤΕ και η Εθνική Τράπεζα. Το ελληνικό εφοπλιστικό κεφάλαιο κατέχει ηγεμονική θέση στην ΕΕ (1η θέση ο υπό ελληνική σημαία εμπορικός στόλος αντιπροσωπεύοντας το 43,4% της κοινοτικής ναυτιλιακής δύναμης) και παγκοσμίως την 4η θέση κατέχει ο υπό ελληνική σημαία στόλος, καθώς και την 1η θέση με 16,3% της παγκόσμιας χωρητικότητας καταλαμβάνει ο ελληνόκτητος στόλος.

Αναβάθμισαν τη θέση τους και στην ευρωενωσιακή αγορά με εξαγωγή κεφαλαίων και εξαγορές μια σειρά επιχειρήσεις με έδρα την Ελλάδα. Ταυτόχρονα, κατέκτησαν μια από τις πρώτες θέσεις στα μερίδια αγοράς του κλάδου τους ή σε κάποιο από τα προϊόντα τους, π.χ. Μαΐλλης, Αργυρομεταλλευμάτων και Βαρυτίνης, Intralot, Frigoglass, Eurodrip, Flexopack, Coca-Cola 3E, Κλωστήρια Ναούσης, Πλαστικά Θράκης, Επιχειρήσεις Αττικής.

Κατά το 2000, σημειώθηκε για πρώτη φορά καθαρή εκροή κεφαλαίων για άμεσες επενδύσεις της τάξης των 1.116,2 εκατ. ΕΥΡΩ.

Βελτίωση σημειώθηκε στην ανταγωνιστική θέση της ελληνικής οικονομίας εκτός ΕΕ, σε διεθνές επίπεδο. Σύμφωνα με τα κριτήρια που συντάσσεται η αξιολόγηση ανταγωνιστικότητας από το World Economic Forum, η ελληνική οικονομία, από άποψη ανταγωνιστικότητας ανήλθε στην 34η θέση το 2000 από την 41η θέση που βρισκόταν το 1999.

Επομένως, θα μπορούσε να υποστηριχτεί ότι μια ορισμένη άνοδος στην καπιταλιστική παραγωγή και συσσώρευση στην Ελλάδα, που εκφράστηκε με βελτίωση των ρυθμών μεταβολής του ΑΕΠ συγκριτικά με τον αντίστοιχο μέσο όρο στην ΕΕ και με άνοδο του κατά κεφαλήν ΑΕΠ, ως ποσοστού του μέσου όρου της ΕΕ, δεν ήταν αποτέλεσμα της βελτίωσης της θέσης της ελληνικής οικονομίας στην ΕΕ, αλλά αποτέλεσμα βελτίωσης της καπιταλιστικής ανταγωνιστικής της θέσης στη Βαλκανική και στην ευρύτερη περιφέρεια της Νοτιο-Ανατολικής Μεσογείου.

Η καπιταλιστικοποίηση των οικονομιών της Βαλκανικής, η συγκυρία των διαφορετικών φάσεων στον κύκλο της κρίσης που βρέθηκαν άλλα κράτη μεσαίας κεφαλαιοποίησης (στη φάση ύφεσης πρόσφατα η Τουρκία, τα προηγούμενα χρόνια άλλες «αναδυόμενες» αγορές της Ν. Α. Ασίας και της Λατινικής Αμερικής) σε σχέση με την Ελλάδα (ανοδική φάση), η αύξηση του βαθμού εκμετάλλευσης (μείωση της αξίας και της τιμής της εργατικής δύναμης) και οι συντονισμένες κοινοτικές πολιτικές για την προώθηση των καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων συνέβαλαν στο παραπάνω αποτέλεσμα.

ΕΡΩΤΗΣΗ: Η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι στο βαθμό που βελτιώνεται η ανταγωνιστική θέση της ελληνικής οικονομίας και προωθείται η «σύγκλιση» θα ωφελούνται όλες οι κοινωνικές δυνάμεις. Πώς σχολιάζετε αυτή την άποψη;

ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΚΥΛΛΑΣ: Θεμελιακή θέση του ΚΚΕ είναι ότι η εκτίμηση των οικονομικών αποτελεσμάτων είναι εκτίμηση της εξέλιξης διαφορετικών ταξικών συμφερόντων σε μια δοσμένη ταξική κοινωνία και όχι απλά αποτύπωση οικονομικών δεικτών, που προκύπτουν ως αποτέλεσμα περισσότερο ή λιγότερο καλής διαχείρισης ή μεθόδου λογιστικής απεικόνισης.

Επομένως, το κριτήριο δεν είναι μόνο αν υπήρχε άνοδος της καπιταλιστικής παραγωγής, πορεία σύγκλισης ή απόκλισης από εκείνη της ΕΕ, αλλά ποιος ωφελήθηκε και ποιος βλάφτηκε από την όποια ενδεχόμενη ανάπτυξη και πορεία «σύγκλισης» στο παρελθόν και ως πρόβλεψη στο μέλλον. Σήμερα υπάρχει πλούσια πείρα με βάση την οποία μπορεί να κριθεί ποιος κερδίζει και ποιος χάνει. Θα παραθέσω σχετικά στοιχεία.

Τα οφέλη της ολιγαρχίας ήταν υψηλά κέρδη.

― Η εξέλιξη της κερδοφορίας σύμφωνα με έρευνα της ICAP για την ελληνική βιομηχανία κατά το 1999, σε δείγμα 4.561 βιομηχανιών, τα καθαρά προ φόρων κέρδη αυξήθηκαν κατά 48,73% .

Ας σημειωθεί ότι η αύξηση της κερδοφορίας ήταν πολύ μεγαλύτερη από την αύξηση του κύκλου εργασιών.

― Χαρακτηριστική είναι η εξέλιξη του δείκτη καθαρά κέρδη ανά προσωπικό στη βιομηχανία, κατά την πενταετία 1995-1999. Από -0,06% το 1996 εκτινάχτηκε στο 35,19% το 1999.

― Σύμφωνα με επεξεργασία λογιστικών στοιχείων για 278 εισηγμένες επιχειρήσεις στο ΧΑΑ, πραγματοποιήθηκαν κέρδη 2 τρισ. δρχ. το 2000, έναντι 2,3 τρισ. δρχ. το 1999. Η εμφανιζόμενη μείωση της κερδοφορίας συγκριτικά με το 1999 οφείλεται στις επιχειρήσεις του χρηματοοικονομικού τομέα και στις μειωμένες αποδόσεις, πάντα σε σύγκριση με το 1999, των επενδύσεων χαρτοφυλακίου (λόγω μεγάλης πτώσης των τιμών στο ΧΑΑ).

Οι ζημιές των εργατικών εισοδημάτων.

― Οι κατώτατες αποδοχές των εργατοϋπαλλήλων με δείκτη σύγκρισης 1980=100 βρίσκονται στο 106,3 το 1999, κάτω του επιπέδου του 1989 (112,8), 1990 (109,8) και, βεβαίως πολύ πιο κάτω από το 1984 (123,0) χρονιά με το μεγαλύτερο δείκτη της 25ετίας. Το ίδιο παρατηρούμε και για το κατώτατο ημερομίσθιο άγαμου εργάτη χωρίς προϋπηρεσία, ενώ οι εβδομαδιαίες αποδοχές των εργατών της Μεταποίησης βρίσκονται (117,0) ελάχιστα υψηλότερα του επιπέδου του 1989 (116,0).

― Το διαθέσιμο εισόδημα μέσου μισθωτού με βάση σύγκρισης 1980=100, είναι 100,2. Δηλαδή βρίσκεται στα επίπεδα του 1980, χαμηλότερο των ετών 1978 (103,2), 1985 (102,5), 1979 (101,4), 1990 (101,2), έτη με το μεγαλύτερο δείκτη της 25ετίας. Αν συγκρίνουμε την πορεία αυτού του δείκτη με την πορεία των μέσων προ φορολογίας αποδοχών στο σύνολο της οικονομίας, θα διαπιστώσουμε ότι την όποια αύξηση των αποδοχών κατά την περίοδο 1995-1999 σχεδόν τη ροκανίζει η φορολογία.

― Η Ελλάδα παρουσιάζει τη δεύτερη (μετά την Πορτογαλία) μεγαλύτερη απόκλιση μεταξύ πλούτου και φτώχειας στην ΕΕ, καθώς και το δεύτερο (μετά την Πορτογαλία) χαμηλότερο επίπεδο μικτών ετήσιων αποδοχών σε ΕΥΡΩ (σύμφωνα με στοιχεία της Eurostat).

― Ο μέσος ελληνικός μισθός αντιστοιχεί στο 65% του αντίστοιχου της ΕΕ, συγκρινόμενος με βάση την αγοραστική του δύναμη.

― Στην Ελλάδα εργάζονται περισσότερο, δηλαδή 1,940 ώρες ετησίως, έναντι 1660 ωρών που είναι ο αντίστοιχος μέσος όρος της ΕΕ, αλλά αμείβονται με χαμηλότερους μισθούς.

― Οι κατώτατοι μισθοί και ημερομίσθια στην Ελλάδα τον Ιανουάριο του 2001, εκφρασμένοι σε ΕΥΡΩ, αποτελούσαν το 42,29% των αντίστοιχων της Γαλλίας, το 43,13% της Βρετανίας, το 40,97% του Βελγίου, το 39,69% της Ολλανδίας, το 46,59% της Ιρλανδίας, το 90,51% της Ισπανίας και το 117,43 της Πορτογαλίας.

― Η Ελλάδα κατέχει την 5η χειρότερη θέση στις κοινωνικές δαπάνες ως ποσοστό του ΑΕΠ (24,5%), με μέσο όρο της ΕΕ-15 και της Ευρωζώνης 27,7%, αλλά με καθοδική τάση από το 1993.

― Επίσης κατέχει την 3η χειρότερη θέση στις Δημόσιες Δαπάνες Υγείας ως ποσοστού του ΑΕΠ (4,9%).

Η πραγματικά τελευταία θέση της ελληνικής οικονομίας στην ΕΕ αποτυπώνεται στους λεγόμενους κοινωνικούς δείκτες, που παρά την όποια σχετικότητα ή ανακρίβειά τους, δείχνουν συγκριτικά τη θέση της ελληνικής λαϊκής πλειοψηφίας στα πλαίσια της ευρωενωσιακής αγοράς.

ΕΡΩΤΗΣΗ: Η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι με το Γ΄ ΚΠΣ θα δημιουργηθούν νέες θέσεις εργασίας και θα μειωθεί η ανεργία. Εχει βάση αυτή η πρόβλεψη;

ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΚΥΛΑΣ: Κατά τις κυβερνητικές εκτιμήσεις θα δημιουργηθούν την περίοδο 2000-2006, 300.000 νέες θέσεις εργασίας. Από το σύνολο των θέσεων αυτών οι 150.000 θέσεις θα είναι «οι καθαρά νέες θέσεις» που θα δημιουργηθούν και θα συμβάλουν στη μείωση της ανεργίας. Οι υπόλοιπες 150.000 θέσεις εργασίας θα καλυφτούν από τις μετακινήσεις των εργαζομένων από τη μια θέση εργασίας στην άλλη.

Κατά την υλοποίηση του Β΄ ΚΠΣ (1994-1999) ο μέσος ετήσιος ρυθμός αύξησης του ΑΕΠ σε σταθερές τιμές ήταν 2,6% και η αύξηση της απασχόλησης ήταν γύρω στο 1%.

Η αύξηση αυτή της απασχόλησης ήταν τελείως ανεπαρκής για να απορροφήσει την αύξηση του εργατικού δυναμικού στην ίδια περίοδο. Ετσι το ποσοστό ανεργίας από το 8,9% το 1994 αυξήθηκε στο 11,7% το 1999.

Για την περίοδο του Γ΄ ΚΠΣ (2000-2006) ο ετήσιος ρυθμός αύξησης της ΑΕΠ κατά την κυβέρνηση θα είναι γύρω στο 5% και ο ρυθμός αύξησης της απασχόλησης γύρω στο 2,5% και έτσι προβάλλεται ο επιδιωκόμενος στόχος της μείωσης της ανεργίας.

Σύμφωνα, όμως, με μια σειρά διεθνείς καπιταλιστικούς οργανισμούς (ΟΟΣΑ, ΔΝΤ, Ευρωπαϊκή Επιτροπή) το φάντασμα της ανεργίας θα συνεχίσει να πλανάται πάνω από την ελληνική κοινωνία. Αναμένεται ότι ο δείκτης θα παραμείνει στάσιμος σχεδόν στο 9,7% το 2006 (από το 10% το 2002). Στη ζώνη του ΕΥΡΩ η μέση ανεργία εκτιμάται ότι θα διαμορφωθεί τότε στο 7,7%.

Βέβαια, θα πρέπει να συνυπολογιστεί για το τι θέσεις εργασίας γίνεται λόγος, γιατί ως θέσεις εργασίας υπολογίζονται και αυτές της μερικής απασχόλησης, οι οποίες, σύμφωνα με τα στοιχεία της Ερευνας Εργατικού Δυναμικού της ΕΣΥΕ-1999, κατά την περίοδο 1988-1999 αυξήθηκαν κατά 15%, έναντι αύξησης κατά 7,3% των θέσεων πλήρους απασχόλησης. Ακόμη, όπως είναι γνωστό, διαγράφονται από τα δελτία ανεργίας όσοι παρακολουθούν τα ποικιλώνυμα σεμινάρια κατάρτισης.

ΕΡΩΤΗΣΗ: Ποιες είναι οι εκτιμήσεις σας για την πορεία «σύγκλισης» με βάση τα στενά ταξικά κριτήρια της αστικής πολιτικής. Θα επιτευχθούν οι φιλοδοξίες κυβερνητικών στελεχών για «σύγκλιση» - εξίσωση του ελληνικού κατά κεφαλήν ΑΕΠ με το μέσο όρο της ΕΕ ως το 2010;

ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΚΥΛΑΣ: Η κυβέρνηση διαμόρφωσε επικαιροποιημένο «Πρόγραμμα Σύγκλισης και Σταθερότητας 2001-2004» και στόχους για την πρώτη δεκαετία του 21ου αιώνα, στη βάση εκτιμήσεων και προβλέψεων για την εξέλιξη των μακροοικονομικών δεικτών που δεν άντεξαν ούτε στην πάροδο του α΄ τριμήνου του 2001.

Επρόκειτο για υπεραισιόδοξες (ή συνειδητά υπερτιμημένες) προβλέψεις εξέλιξης της μεταβολής του ΑΕΠ, που δεν υπολόγιζαν ούτε την πραγματικότητα της μεγάλης οικονομικής επιβράδυνσης στις ΗΠΑ, της σημαντικής επιβράδυνσης στην ΕΕ, αλλά και της επιβράδυνσης της ελληνικής Μεταποίησης. Το ίδιο μη ρεαλιστικές εκτιμήσεις περιελήφθησαν στο επικαιροποιημένο Πρόγραμμα για την εξέλιξη του πληθωρισμού.

Ηδη, από το τέλος του 2000, όλες οι εκτιμήσεις των διεθνών οικονομικών επιτελείων έδιναν ρυθμούς μεταβολής του ΑΕΠ χαμηλότερους εκείνων της ελληνικής κυβέρνησης, ενώ στην πορεία είναι σαφής η τάση συνολικής αναθεώρησης προς τα κάτω όλων των προβλέψεων.

Σύμφωνα με τις μεσοπρόθεσμες εκτιμήσεις του ΟΟΣΑ για την ελληνική οικονομία 2002-2006, ο ρυθμός αύξησης του ΑΕΠ θα φτάσει το 4,4% το 2002. Ομως θα επιβραδυνθεί σημαντικά στη συνέχεια για να καταλήξει σε μέσο ρυθμό πενταετίας 2002-2006 στο 3,4%. Πρόσφατα η κυβέρνηση αναθεώρησε τις εκτιμήσεις της για το ρυθμό μεταβολής του ΑΕΠ το 2001 σε 4,7% (από το 5% του Προγράμματος σταθεροποίησης και σύγκλισης). Οι προβλέψεις διεθνών οργανισμών και χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων κυμαίνονται μεταξύ 3,7 - 4,5% για το 2001 και 3,8 - 4,8% για το 2002. Μελέτη του ΙΟΒΕ εκτιμά ότι χρειάζεται πάνω από 5% μέσος ετήσιος ρυθμός ανάπτυξης για την περίοδο 2000-2015, ώστε να επιτευχθεί ουσιαστική σύγκλιση του κατά κεφαλήν ΑΕΠ της Ελλάδας με το μέσο Κοινοτικό. Βεβαίως, δεν αναφερόμαστε σε μια ορισμένη σύγκλιση που μπορεί να επέλθει (γύρω στο 85%) και σαν αποτέλεσμα διεύρυνσης της ΕΕ με κράτη που έχουν κατά κεφαλήν ΑΕΠ (σε ισοδύναμες μονάδες) μικρότερο εκείνου της Ελλάδας.

ΕΡΩΤΗΣΗ: Ωστόσο, η κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι ο μεγαλύτερος ρυθμός μεταβολής του ΑΕΠ στην Ελλάδα, σε σύγκριση με το μέσο όρο της ΕΕ, είναι ενδεικτικός του δυναμισμού της ελληνικής οικονομίας. Πώς το σχολιάζετε;

ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΚΥΛΛΑΣ: Θα πρέπει να υπολογίζονται και άλλες παράμετροι: Η ελληνική μεταποίηση εξακολουθεί να καταλαμβάνει την τελευταία θέση τόσο στη ζώνη ΕΥΡΩ όσο και στην ΕΕ-15, ενώ η ανταγωνιστική της θέση στην ευρωενωσιακή αγορά παρουσίασε επιδείνωση.

Για την 3ετία 1997-1999, οι μέσοι ετήσιοι ρυθμοί μεταβολής της Μεταποίησης στην Ελλάδα (1990:0,5, 1998:3,4, 1997:1,0) είναι μικρότεροι των αντίστοιχων της ζώνης ΕΥΡΩ (1999:1,6,1998:4,6, 1997:5,0).

Η Ελλάδα αν και έχει επενδύσεις παγίου κεφαλαίου ως ποσοστό του ΑΕΠ 22,1 για το 1998, συγκριτικά ανεβασμένες σε σχέση με τα άλλα κράτη-μέλη της ΕΕ (είναι 2η μετά την Πορτογαλία), ωστόσο έχει τη μεγαλύτερη μείωση του μέσου όρου του δείκτη μεταξύ της δεκαετίας 1981-1990 σε σύγκριση με εκείνο της δεκαετίας 1971-1980.

Την ίδια τάση αύξησης του ελλείμματος παρουσίασε και το ισοζύγιο Τρεχουσών Συναλλαγών αυξανόμενο κατά 74,39% το 2000, σε σχέση με το 1999 φτάνοντας τα 8,37 δισ. ΕΥΡΩ (έναντι 4,8 δισ. ΕΥΡΩ το 1999), ενώ το 1999 σε σχέση με το 1998 είχε αυξηθεί κατά 46,07% (έναντι 3,27 δισ. ΕΥΡΩ το 1998).

Οι άμεσες ξένες επενδύσεις, δηλαδή ξένες επενδύσεις για τη σύσταση ή εξαγορά επιχειρήσεων και όχι για αγορά μετοχών και ομολόγων στην Ελλάδα, ως ποσοστό του ΑΕΠ είναι μόλις 1,2%, όταν στις άλλες μικρές χώρες είναι 5,8%. Ωστόσο, οι επενδύσεις των επιχειρήσεων βρίσκονται σε σχετικά υψηλά επίπεδα (18,9% του ΑΕΠ), όταν στις άλλες μικρές χώρες είναι 17,9%. Η παραγωγικότητα της εργασίας φτάνει μόλις το 77,6% του ευρωπαϊκού μέσου όρου και το επίπεδο των τιμών βρίσκεται στο 79% των ευρωπαϊκών τιμών.

Η απασχόληση στην Ελλάδα παραμένει στο 55% του πληθυσμού, όταν στις άλλες ευρωπαϊκές χώρες ξεπερνά το 63% και στις ΗΠΑ το 73%. Η αύξηση της απασχόλησης κινείται με αργό ρυθμό, ενώ η ανεργία των νέων είναι σχεδόν διπλάσια από τις ΗΠΑ.

Επομένως, με αυτούς τους ρυθμούς και όρους θα αποδειχτούν φρούδες οι ελπίδες για «σύγκλιση» ως το 2010. Πέραν τούτου θα πρέπει να προσέξουν οι εργαζόμενοι ότι όλοι όσοι μιλούν για την πορεία σύγκλισης -ΣΕΒ, ΙΟΒΕ, ΟΟΣΑ, Ευρωπαϊκή Επιτροπή- ως κύρια προϋπόθεση θέτουν την ταχύτερη προώθηση. Αυτό σημαίνει νέο κύμα απόλυτης και σχετικής επιδείνωσης της ζωής τους.

ΕΡΩΤΗΣΗ: Συνοψίζοντας, ποιο είναι το τελικό σας συμπέρασμα;

ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΚΥΛΛΑΣ: Πηγή των κοινωνικών εισροών είναι η υπεραξία των εργαζομένων στα κράτη-μέλη της ΕΕ, μεταξύ αυτών και της Ελλάδας. Διοχετεύονται για τις ανάγκες μιας ορισμένης ενοποίησης των αγορών της ΕΕ, ώστε να ενισχύεται συνολικά η ΕΕ ως ιμπεριαλιστικό κέντρο έναντι των ΗΠΑ και της Ιαπωνίας. Τα οφέλη είναι για τη ντόπια ολιγαρχία και οι αρνητικές συνέπειες για τους εργαζόμενους.

Γνωστό είναι ότι η αντίληψη του ΚΚΕ για την οικονομική ανάπτυξη είναι ταξική, λαϊκή. Οι βάσεις για τη λαϊκή οικονομία -η κοινωνικοποίηση των βασικών και συγκεντρωμένων μέσων παραγωγής, ο κεντρικός σχεδιασμός για την αξιοποίησή τους, κλπ.- έρχονται σε πλήρη ρήξη με την ΕΕ και βεβαίως προϋποθέτουν τη λύση του πολιτικού ζητήματος. Παρ’ όλα αυτά, το ΚΚΕ στηρίζει αιτήματα που διαμορφώνουν εργατικά συνδικάτα, αγροτικές οργανώσεις, άλλες μαζικές οργανώσεις, φορείς αυτοαπασχολούμενων και μικρών επιχειρήσεων, αιτήματα που διεκδικούν τη στήριξη του λαϊκού εισοδήματος ενάντια στις επιδιώξεις της ντόπιας και κοινοτικής ολιγαρχίας, της ελληνικής κυβέρνησης και των κέντρων της ΕΕ. Το κόμμα μας στηρίζει την αγωνιστική, μαχητική διεκδίκηση και σύγκρουση που αναμφισβήτητα είναι και ο μόνος δρόμος όχι μόνο για δημιουργία προϋποθέσεων ριζικά διαφορετικής πολιτικής, αλλά ακόμη και για συγκράτηση ή και απόσπαση κατακτήσεων.