ΤΑ ΝΑΡΚΩΤΙΚΑ ΣΑΝ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ ΦΑΙΝΟΜΕΝΟ

Α. ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΑ - ΜΕΘΟΔΟΛΟΓΙΚΑ ΖΗΤΗΜΑΤΑ

Τα ναρκωτικά σαν κοινωνικό φαινόμενο, σαν ακραία μορφή αλλοτρίωσης του ανθρώπου, είναι αποτέλεσμα των καπιταλιστικών κοινωνιών. Είναι αποτέλεσμα μιας βαθιάς κοινωνικής και οικονομικής κρίσης, που αφορά όλα τα επίπεδα των σημερινών κοινωνιών, τόσο σε βάθος όσο και σε πλάτος. Αυτή η βαθιά κοινωνική κρίση αντανακλάται στο επίπεδο της οικογένειας, διαπερνά την παιδεία, καθορίζεται από τις σχέσεις παραγωγής και διαχέεται μέσα στην εργασία και τον πολιτισμό. Αναπαράγεται από τη συντριπτική πλειοψηφία των ΜΜΕ και θεσμοποιείται από την αστική νομοθεσία.

Βέβαια ο τρόπος που αντιλαμβανόμαστε το πρόβλημα των ναρκωτικών καθορίζεται άμεσα από τη μέθοδο που χρησιμοποιούμε στην προσέγγισή του.

Στο βαθμό που η μέθοδος είναι επιστημονική, αγγίζουμε το ζήτημα των πλάνων και των μεθόδων μελέτης που αφορούν την κάθε επιστημονική έρευνα.

Υποθέσεις, πλάνα μελέτης, μέθοδοι, μεθοδολογικά και θεωρητικά πλαίσια αναφοράς παρεμβαίνουν σε όλα τα επίπεδα της έρευνας και καθορίζουν κατά κύριο λόγο, τόσο την αντίληψη που θα έχουμε για το αντικείμενο μελέτης, όσο και τον τρόπο εφαρμογής πάνω του των επιστημονικών συμπερασμάτων.

Γενικά, δύο βασικοί άξονες επιστημονικής μεθοδολογίας καθορίζουν την προσέγγιση του κόσμου: α) ο ιδεαλισμός και β) ο διαλεκτικός υλισμός. Για το διαλεκτικό υλισμό υπάρχει πάντα αντιστοιχία στα πλάνα μελέτης και στις μεθόδους έρευνας μέσα από μια συνεχή διαδικασία αλληλοσυσχέτισης. Στον ιδεαλισμό συναντάμε συνήθως μονοδιάστατες και αφηρημένες μεθοδολογικά προσεγγίσεις, δεδομένου ότι οι σκοποί και οι λόγοι αυτών των θεωρητικών προσπαθειών είναι ανεξάρτητοι, πολλές φορές, από τη μελέτη του αντικειμένου αυτού καθ’ εαυτού. Αυτό είναι καθοριστικό γιατί σε σχέση με τους σκοπούς και τις θεωρητικές προοπτικές θα καθοριστούν η παρατήρηση, η ανάλυση της συμπεριφοράς του υπό μελέτη αντικειμένου αλλά και η ερμηνεία του. Στο βαθμό που σκοποί και προοπτικές μιας οποιασδήποτε θεωρητικής προσπάθειας λαμβάνονται ανεξαρτήτως από το αντικείμενο μελέτης, τότε η τελευταία αποκτάει έναν αφηρημένο χαρακτήρα σε ό,τι αφορά το αντικείμενο αυτό καθ’ εαυτό.

Ετσι ανοίγει ο δρόμος για το διαχωρισμό κοσμοθεωρίας και μεθοδολογίας, στη βάση, ίσως, του δυϊσμού πραγμάτων και αξιών, που οδηγεί με τη σειρά του στο διαχωρισμό επιστήμης και ηθικής.

Η επιστήμη, στα πλαίσια της αστικής αντίληψης, υποβαθμίζεται ορισμένες φορές στο επίπεδο της επιστημονικής γλώσσας, με τέτιο τρόπο που τα όρια της επιστημονικής γλώσσας να θεωρούνται τα όρια του κόσμου και να γίνεται έτσι δυνατός ο διαχωρισμός των λεγόμενων «αναλυτικών» και «συνθετικών» προτάσεων διαπιστώσεων.

Το αποτέλεσμα αυτού του διαχωρισμού είναι η με δύο τρόπους πραγματοποίηση της επιστημονικής εργασίας: α) πραγματοποιείται δηλαδή σαν παρατηρήση και β) σαν λογική ταξινόμηση. Η παρατήρηση και η λογική επιστημονική δράση διαχωρίζονται με τη σειρά τους, για να οδηγήσουν στο διαχωρισμό εμπειρίας και λογικής. Εδώ δε χρειάζεται ούτε θεωρία ούτε ανάλυση. Χρειάζεται απλώς παρατήρηση και ταξινόμηση. Δε χρειάζεται πολύ-παραγοντική, πολύ-αιτιακή προσέγγιση. Χρειάζεται μονοαιτιακή προσέγγιση και αιτιακή συνέχεια της κίνησης. Η μέθοδος δεν προσαρμόζεται στο υπό μελέτη αντικείμενο, αλλά το αντικείμενο είναι αυτό που προσαρμόζεται στην απόλυτη μέθοδο. Το δόγμα της απόλυτης μεθόδου εδώ είναι περισσότερο από προφανές και ο μονόδρομος του λάθους της αφηρημένης ανάλυσης είναι γεγονός. Στο λάθος της αφηρημένης ανάλυσης αντιστοιχεί το λάθος της αφηρημένης σύνθεσης και το μέτρο της πραγματικότητας προσδιορίζει κάθε φορά την κρίση της επιστήμης.

Στην αστική ιδεολογία, η επιστημονική συνείδηση δεν αντιλαμβάνεται την παραγωγή και την χρήση των οργάνων της γνώσης και έτσι η πραγματικότητα της νόησης μετατρέπεται σε θαύμα του πνεύματος.

Η αστική ιδεολογία, μη αποδεχόμενη τη θεωρία της αντανάκλασης, δεν αποδέχεται πως ο δρόμος της γνώσης της αλήθειας περνάει από τη ζωντανή θεώρηση προς την αφηρημένη νόηση και από την αφηρημένη νόηση προς την πράξη.

Ο θετικιστικός αγνωστικισμός με το νεοθετικισμό του Wittgenstein, τον εμπειριοκριτικισμό του Mach και του Avenarious, οι μελλοντολογικές θεωρίες του Ντάνιελ Μπελ για τη μεταβιομηχανική κοινωνία, του Τζέϊμς Μπέρνχαμ για την τεχνοκρατική επανάσταση, είναι μερικά παραδείγματα. Ο Βιολογισμός επίσης, σαν κυρίαρχη τάση της συντηρητικής επιστημονικής σκέψης, αναζητεί τη λύση στο πρόβλημα των ναρκωτικών σε επίπεδο γονιδίων και οδηγεί στη βιολογικοποίηση, στην ψυχιατρικοποίηση, στην ψυχολογικοποίηση όπου δίνεται έμφαση στο σύμπτωμα, μέσα από απόψεις που υποστηρίζουν πως γεννιέται κανείς τοξικομανής, πως η τοξικομανία είναι χρόνια υποτροπιάζουσα νόσος. Παρέχεται έτσι επιστημονική κάλυψη στις νεοφιλελεύθερες πολιτικές της διαχείρισης της βλάβης με τη χρησιμοποίηση νόμιμων ναρκωτικών ουσιών, που είναι τα υποκατάστατα, όπως η μεθαδόνη, η βουπρενορφίνη κλπ., καλύπτεται επίσης ένας ιδιότυπος κοινωνικός ρατσισμός, η χρησιμοποίηση των ναρκωτικών σαν μέσο καταστολής και κοινωνικού ελέγχου όλο και μεγαλύτερου αριθμού νέων ανθρώπων, η σχέση οικονομία-παραοικονομία κλπ.

 

Β. Η ΑΛΛΟΤΡΙΩΣΗ ΚΑΙ Η ΕΚΦΡΑΣΗ ΤΗΣ ΣΕ ΣΥΝΘΗΚΕΣ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΠΟΙΗΣΗΣ ΤΗΣ ΚΡΙΣΗΣ ΤΟΥ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΥ

Η παγκοσμιοποίηση της κρίσης του καπιταλισμού οδηγεί στη γενίκευση και στην όξυνση των φαινομένων της φτώχειας, της εκμετάλλευσης, του εθνικισμού, των αλλοτριωμένων σχέσεων, της ανεργίας, του πολέμου. Οξύνονται, επίσης, και οι αντιφάσεις που οδηγούν ένα νέο άνθρωπο να επιλέξει τη φυγή μπροστά σε μια κοινωνία που καραδοκεί να τον συνθλίψει.

Αντιλαμβάνεται ο σημερινός άνθρωπος, αλλά δυσκολεύεται να συνειδητοποιήσει, πως μέσα σε αυτές τις συγκεκριμένες κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες δημιουργούνται αλλοτριωμένες ανάγκες και αυτές με τη σειρά τους δημιουργούν αλλοτριωμένα συστήματα αξιών.

Βιώνει ο σημερινός άνθρωπος συναισθήματα φόβου, συναισθήματα ενός αφόρητου και βουβού ψυχικού πόνου, ενώ παράλληλα συγκλονίζεται από υπαρξιακά αδιέξοδα.

Η επιχειρούμενη πολιτιστική ομογενοποίηση, στα πλαίσια της όχι και τόσο «νέας τάξης» πραγμάτων, ισοπεδώνει την πολιτιστική διαφορετικότητα των λαών και με άξονα το επιχείρημα της κοινωνίας των πολιτών οδηγεί σε καταθλιπτικές ομοιομορφίες.

Απομονωμένος ο σημερινός άνθρωπος από τον εαυτό του και από τους άλλους, δυσκολεύεται να δημιουργήσει προσωπικές σχέσεις.

Εγκλωβισμένος μέσα στον πολιτισμό της σήψης και της παρακμής ανάγει την τέχνη σε ψυχαγωγία, την ψυχαγωγία σε φτηνή διασκέδαση, που στην ακραία μορφή της την εκφράζουμε με τον όρο «σκυλάδικο». Το «σκυλάδικο» δεν είναι τίποτα άλλο παρά η αδυναμία του ανθρώπου να εμπλακεί με προσωπικό τρόπο με την τέχνη, με τη μουσική.

Το ίδιο συμβαίνει και με τον έρωτα. Ο έρωτας προϋποθέτει μια ισχυρή προσωπική σχέση. Στο βαθμό που κάτι τέτιο δεν υπάρχει και η ζωή του ανθρώπου είναι γεμάτη από υποκατάστατα χαμένων ανθρώπινων σχέσεων, σε αυτό το βαθμό ο έρωτας μετατρέπεται σε σεξ και το σεξ στην ακραία μορφή του σε πορνεία. Δηλαδή σε εξαγορά χαμένων ανθρώπινων σχέσεων.

Ο Μαρξ υποστηρίζει ότι σε συνθήκες προσφοράς και ζήτησης οι ανθρώπινες ιδιότητες του εργάτη υπάρχουν μόνο εφόσον υπάρχουν για ένα κεφάλαιο ξένο προς αυτόν. Δηλαδή οι ανθρώπινες ανάγκες μπορούν να ικανοποιηθούν μόνο εάν συμβάλλουν στη συσσώρευση πλούτου.

Ετσι ο άνθρωπος δε συλλαμβάνεται πλέον σαν ενιαία και καθολική προσωπικότητα, αλλά σαν ένα ποσοτικό άθροισμα ικανοτήτων και δεξιοτήτων. Αυτός είναι ο αποσπασματικός άνθρωπος, ο κατακερματισμένος άνθρωπος. Μάλιστα η επιχείρηση κατακερματισμού της ανθρώπινης προσωπικότητας θεσμοθετήθηκε με την αντικατάσταση της εκπαίδευσης από την κατάρτιση στα πλαίσια της περιβόητης «εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης».

Αυτή η πραγματικότητα δημιουργεί στον άνθρωπο έντονες ψυχικές συγκρούσεις, που στις μέρες μας εκφράζονται με την ένταση των ψυχικών επεισοδίων. Πράγματι, στην Αμερική παρατηρείται τα τελευταία χρόνια σημαντική αύξηση των ψυχώσεων.

Η ουσία του ανθρώπου μπορεί να εκδηλωθεί μόνο μέσα στη μη αλλοτριωμένη εργασία του, στην ελεύθερη δημιουργία, στην εκπλήρωση όλων των δυνατοτήτων και των αναγκών του, στην «κοινωνική ατομικότητα». Γιατί όπως υποστηρίζει ο Μαρξ «η ουσία του ανθρώπου ανάγεται στο σύνολο των κοινωνικών του σχέσεων».

Σε διαφορετική περίπτωση, αλλοτριωμένες ανάγκες δημιουργούν αλλοτριωμένα συστήματα αξιών, μέσα στη γενικότερη ανάγκη συσσώρευσης του κεφαλαίου, έτσι ώστε «κάθε άτομο μηχανεύεται τη δημιουργία μιας νέας ανάγκης στον άλλο, με σκοπό να τον υποχρεώσει να κάνει μια νέα θυσία, τοποθετώντας τον σε μια νέα εξάρτηση, η δε επέκταση της παραγωγής και των αναγκών γίνεται ο εφευρετικός και παντοτινός υπολογίσιμος δούλος στις απάνθρωπες εκλεπτυσμένες, αφύσικες και φαντασιωσικές ορέξεις».

Μέσα στο πλαίσιο της φετιχοποίησης της ζωής τα πράγματα την υποκαθιστούν και αποκτούν ταυτόχρονα «ανθρώπινες ιδιότητες».

Ετσι το φανταστικό υποκαθιστά το πραγματικό με τέτιο τρόπο που - σύμφωνα με τον Leontief - οι διάφορες σχέσεις των ανθρώπων με την πραγματικότητα είναι αντικειμενικά αντιφατικές. Οι αντιφάσεις τους γεννάνε έριδες που, μέσα σε ορισμένες συνθήκες, σταθεροποιούνται και μπαίνουν στη δομή της προσωπικότητας. Ετσι, το ιστορικό γεγονός του αποχωρισμού της αφαιρεμένης εσωτερικής δραστηριότητας από την πραγματική δραστηριότητα δε γεννάει μονάχα μονόπλευρη ανάπτυξη της προσωπικότητας, αλλά μπορεί να οδηγήσει σε ψυχολογική δυσαρμονία, σε χωρισμό της προσωπικότητας σε ξένες η μία στην άλλη σφαίρες: τη σφαίρα των εκδηλώσεων μέσα στην πραγματική ζωή και τη σφαίρα των εκδηλώσεων μέσα σε μια ζωή που δεν είναι παρά φανταστική ύπαρξη, μόνο γι’ αυτήν.

Κάτω από τις ίδιες διαδικασίες ο «κυβερνοχώρος» υποκαθιστά τον πραγματικό, φυσικό χώρο και μέσα από τη μόδα επιχειρείται μια πρόταση ζωής για μια ζωή που θα διαμεσολαβείται από τον Η/Υ.

Ενα τέτιο άτομο κυριαρχείται από την έλλειψη τόπου, χώρου, ελευθερίας λόγου και έργων και βιώνει την τραυματική αίσθηση της έλλειψης του «κοινωνικού του είναι».

Σε αυτές τις συνθήκες οι άνθρωποι μπαίνουν στην υπηρεσία των ρόλων και όχι οι ρόλοι στην υπηρεσία των ανθρώπων.

Αρκετές φορές η ρήξη των κοινωνικών σχέσεων, η δυσλειτουργία του συλλογικού, οδηγεί στην ανάγκη συμμετοχής σε μια ομάδα ανθρώπων με κοινά χαρακτηριστικά. Το φαινόμενο των groups (χούλιγκανς, συμμορίες νέων) δεν εκφράζει παρά τη διάρρηξη του κοινωνικού και την ανάγκη των νέων να λειτουργήσουν σε σχέση με τον «άλλο», γιατί μόνο έτσι οι ρόλοι αποκτούν υπόσταση και ενισχύονται, ενισχύοντας τις διαδικασίες ανάδειξης κοινωνικής ταυτότητας.

 

Γ. ΤΟ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ ΦΑΙΝΟΜΕΝΟ ΤΗΣ ΕΞΑΡΤΗΣΗΣ ΑΠΟ ΨΥΧΟΔΡΑΣΤΙΚΕΣ ΟΥΣΙΕΣ ΔΙΑΜΕΣΟΥ ΤΗΣ ΕΞΕΛΙΚΤΙΚΗΣ ΨΥΧΟΛΟΓΙΑΣ.
ΝΕΕΣ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ

Σύμφωνα με τον Wallon η ψυχολογία δε νοείται παρά σαν τη σχέση οργανικού και κοινωνικού. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο σκέψης, η ψυχολογική πραγματικότητα πρέπει να προσεγγίζεται πολυαιτιακά και με συγκεκριμένη θεώρηση.

Στην πράξη αυτό σημαίνει - κατά τον Vygotsky - τη χρησιμοποίηση μιας γενικής μεθοδολογίας, ώστε να αντιμετωπίζονται οι περιορισμοί, τόσο του αφαιρετικού αντικειμενισμού, όσο και του περιγραφικού υποκειμενισμού. Σε ό,τι προηγείται, περιγράφουμε ήδη με ένα σχηματικό τρόπο τα βασικά επιστημολογικά και μεθοδολογικά στοιχεία μιας τέτιας προσέγγισης.

Μας δίνεται έτσι η δυνατότητα να θεωρήσουμε την προσωπικότητα σαν ένα φυσικό και ψυχολογικό σύνολο με τρεις ουσιώδεις πλευρές: α) τη σωματική, β) τη συναισθηματική και γ) τη νοητική πλευρά. Αυτές οι πλευρές αποκτούν ψυχολογική υπόσταση διαμέσου μιας διαδικασίας κοινωνικοποίησης.

Το γίγνεσθαι της προσωπικότητας μπορεί να γίνει κατανοητό, παρατηρώντας το νέο άνθρωπο μέσα στην ανάπτυξή του, παίρνοντάς τον σαν αφετηρία και ακολουθώντας τον στην πορεία των διαδοχικών ψυχολογικών του φάσεων, μελετώντας τις αντίστοιχες ψυχολογικές πραγματικότητες χωρίς να τις θέτουμε στην a priori λογοκρισία του λογικού μας ορισμού.

Ο διαχωρισμός του παιδιού, του νέου ανθρώπου και της δραστηριότητάς τους από τις συνθήκες μέσα στις οποίες υπάρχουν είναι αδιανόητος. Για να συλλάβουμε σε κάθε περίοδο τη συμπεριφορά στο σύνολό της, πρέπει αρχικά να αναρωτηθούμε πάνω στο ποιο είναι το σύστημα και πώς επιβάλλεται στο νέο άνθρωπο, στο παιδί, ποιοι είναι οι υλικοί όροι της ύπαρξής του. Κατά συνέπεια, απαιτείται η κατανόηση της αιτιακής ασυνέχειας της ψυχονοητικής εξέλιξης, η μη γραμμική προσέγγισή της, καθώς και η διάκριση μεταξύ αιτιών και παραγόντων, που με τον έναν ή άλλο τρόπο παρεμβαίνουν σε αυτή την εξέλιξη.

Στην εξάρτηση από ψυχοδραστικές ουσίες, ένα από τα προβλήματα που αντιμετωπίζουμε είναι η δυσλειτουργία των διαδικασιών κοινωνικοποίησης, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τη λειτουργία της προσωπικότητας.

Κυρίως αυτό που παρατηρούμε άμεσα μοιάζει με μια διαδικασία αποδόμησης της προσωπικότητας και των λειτουργιών της. Η συνείδηση, η δραστηριότητα, η σημασία, το νόημα, η αντίληψη, η προσοχή, η μνήμη, ο χώρος, ο χρόνος χάνουν σιγά-σιγά την ψυχολογική, την ανθρώπινη σε τελευταία ανάλυση υπόστασή τους.

Παρατηρούμε επίσης μια αδυναμία περάσματος από τη συναισθηματικότητα στην προσομοίωσή της, από την προσομοίωση στην εικόνα, από την εικόνα στην αφηρημένη ιδέα.

Σύμφωνα με τον Wallon η προσομοίωση δεν είναι η έκφραση της ανάγκης για αντανάκλαση της προσωπικότητας, αλλά της δράσης πάνω σε αυτήν με τη διαμεσολάβηση του άλλου ή του ενδιαφέροντος για τον άλλον.

Εδώ να αναζητηθούν οι «μαγικές αναπαραστάσεις» διαμέσου των οποίων τα πράγματα καλούνται να μοιάσουν στην εικόνα που ο τοξικομανής τους προσδίδει - μιμούμενος το όνειρο για μια ονειρική ζωή κλπ. Η ουσία δίνει αυτή ακριβώς τη δυνατότητα «γοητεύοντας» με τις μαγικές της ιδιότητες. Η ζωή του τοξικομανή είναι η μίμηση του εφιάλτη του κόσμου των ουσιών.

Πρέπει ο τοξικομανής με τη βοήθεια της γλώσσας να μάθει να αντικειμενοποιεί αυτό που σκέφτεται, να ξεδιπλώνει την αντίληψή του μέσα στο χρόνο, να αναπαριστά το νοητικό περιεχόμενο του συνομιλητή του, ώστε να απελευθερωθεί από το πλαίσιο μιας συναισθηματικότητας που τον εγκλωβίζει σε προηγούμενα ψυχονοητικά στάδια.

Ο τοξικομανής καλείται να μάθει να ανακαλύπτει: Την ταυτότητα, εκεί που η πολλαπλότητα των φαινομένων τον εμποδίζει να αναγνωρίσει. Την πλειονότητα, εκεί που η σύγκριση των προφανώς όμοιων αντικειμένων του κρύβει τη διαφορετικότητά τους. Οφείλει επίσης να διακρίνει μέσα στη διαδοχή των γεγονότων την καθαρή και απλή σειρά, δηλαδή να ιεραρχεί, να βάζει προτεραιότητες. Οφείλει να διακρίνει την τελικότητα και την αιτιότητα.

Ο εξαρτημένος δεν μπορεί να ξεχωρίσει τα πράγματα από την εμπειρία, να διαχωρίσει την αντικειμενική πραγματικότητα από την υποκειμενικότητα, ούτε να μπει ο ίδιος στη θέση των πραγμάτων, την ίδια στιγμή που νοιώθει η συνείδηση των πάντων.

Αυτή η δυσκολία μεταφράζεται στον εξαρτημένο νέο από την αδυναμία του να διακρίνει μέσα στις καταστάσεις το συναισθηματικό από το αντικειμενικό, το παρελθόν από το παρόν, το επιθυμητό και το πραγματικό. Ολα μπορεί να είναι μέσα σε όλα, αλλά από το ένα αντικείμενο στο άλλο, δε βρίσκει τίποτα το όμοιο.

Η προσέγγιση του προβλήματος της εξάρτησης από την πλευρά της εξελικτικής ψυχολογίας αναδεικνύει ένα νέο επίπεδο θεώρησης, παρατήρησης και ανάλυσης και υπόσχεται απάντηση σε πλήθος ερωτημάτων. Π.χ. πώς δομείται η αντίληψη του τοξικομανή και πως συνδέεται με τη συνείδησή του; Με λίγα λόγια, ποιος είναι ο ρόλος της δραστηριότητας του άλλου; Μέσα από την αλληλοσχέση με τους άλλους πώς αντανακλάται ο κόσμος; Ποιος ο ρόλος που οι διάφορες σημασιολογικές καταστάσεις παίζουν για τον εξαρτημένο; Ποιος ο ρόλος του συμβολικού, της μίμησης, του χώρου, του χρόνου;



Ο Ηλίας Μιχαλαρέας είναι Διδάκτωρ Ψυχολογίας, πρόεδρος Π.Ε.Ν.ΟΨΥ. Κείμενο ομιλίας στο Α΄ Πανελλήνιο Συνέδριο του ΕΣΥΝ, 26.4.2001.