ΑΓΩΝΕΣ ΚΑΙ ΕΜΠΕΙΡΙΕΣ ΣΤΟΝ ΕΝΑ ΧΡΟΝΟ ΑΠΟ ΤΟ 16ο ΣΥΝΕΔΡΙΟ

Η πραγματοποίηση του 16ου Συνεδρίου του ΚΚΕ, το Δεκέμβρη του 2000, εξόπλισε την εργατική τάξη και τους συμμάχους της, για τη συνέχεια της ταξικής πάλης σε συνθήκες που, τόσο διεθνώς, όσο και στη χώρα μας δεν μπορούν να χαρακτηριστούν καθόλου ήρεμες. Τα γεγονότα που διαδραματίστηκαν ολόκληρη την προηγούμενη χρονιά, δηλαδή αμέσως μετά τη λήξη των εργασιών του Συνεδρίου, επιβεβαιώνουν ακριβώς το αντίθετο. Το σύστημα εκδηλώνει ολοένα και πιο έντονα τα αδιέξοδά του, τις αντιφάσεις του, την όξυνση των κοινωνικών αντιθέσεων που μπορεί να παίρνουν και απότομο χαρακτήρα, αλλά και το φούντωμα των ταξικών αγώνων. Και σε αυτές τις συνθήκες, η παραπέρα ανάπτυξη της πολιτικής του Μετώπου, στη βάση του Προγράμματος του Κόμματος που επεξεργάστηκε και ψήφισε το 15ο Συνέδριο, η σχέση του Μετώπου με τη λαϊκή εξουσία, η επεξεργασία για τη λαϊκή οικονομία, πλούτισε την τακτική και τη στρατηγική του Κόμματος, τη μεταξύ τους σχέση, ώστε η πολιτική πάλη στις σημερινές συνθήκες να αναδεικνύει ακόμη πιο αποφασιστικά, αποτελεσματικά τη διέξοδο για την εργατική τάξη και τ’ άλλα λαϊκά στρώματα.

Ο χρόνος που πέρασε ήταν γεμάτος από γεγονότα στο διεθνή χώρο αλλά και στην Ελλάδα, που επέδρασαν στις οικονομικές, κοινωνικές και πολιτικές εξελίξεις. Το λαϊκό κίνημα στα δικά του μέτωπα πάλης, εναντιώθηκε σε κρίσιμους τομείς της στρατηγικής του κεφαλαίου και στην εντεινόμενη επιθετικότητά του.

Δύο ουσιαστικά ζητήματα που διαπερνούν τις αποφάσεις του Συνεδρίου, επιβεβαιώνονται μέσα από τις εξελίξεις. Το πρώτο, η πρόβλεψη ορισμένων γεγονότων, όπως η οικονομική κρίση, ο πόλεμος. Το δεύτερο, η βασική εκτίμηση ότι για την εργατική τάξη και τ' άλλα λαϊκά στρώματα αποτελεί μονόδρομο η ρήξη με το καθεστώς των μονοπωλίων και του ιμπεριαλισμού, η δημιουργία του αντιιμπεριαλιστικού αντιμονοπωλιακού δημοκρατικού μετώπου, που θα οργανώνει την πάλη ενάντια στις στρατηγικές επιλογές των μονοπωλίων, για την αλλαγή του συσχετισμού των δυνάμεων ως το επίπεδο της κατάκτησης της εξουσίας από την εργατική τάξη και τους συμμάχους της.

 

ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΙ ΣΤΟ ΦΟΝΤΟ ΤΗΣ ΚΡΙΣΗΣ

Στην απόφαση του 16ου Συνεδρίου «Για το Αντιιμπεριαλιστικό Αντιμονοπωλιακό Δημοκρατικό Μέτωπο» γίνονται ορισμένες εκτιμήσεις για τη σύγχρονη καπιταλιστική πραγματικότητα, όπως:

«Το ενδεχόμενο να ζήσει η ανθρωπότητα μια παγκόσμια κρίση είναι υπαρκτό, καθώς έχει προχωρήσει σε ανώτερο επίπεδο η κοινωνικοποίηση της εργασίας από τη μια και η συγκέντρωση του κοινωνικού πλούτου σε όλο και λιγότερα χέρια από την άλλη. Καθώς οι αντιθέσεις και ανταγωνισμοί ανάμεσα στα διάφορα περιφερειακά κέντρα του ιμπεριαλισμού, αλλά και οι ανταγωνισμοί εντός των κέντρων αυτών, γίνονται όλο και πιο άγριοι, ενώ οι κλασικές συνταγές αντιμετώπισης των κρισιακών φαινομένων ή κάποιες παραλλαγές τους αποδείχνονται ατελέσφορες».

«Οι αντικειμενικές συνθήκες μιας πιο γενικευμένης κρίσης που υπάρχουν θα διαμορφώσουν στην πορεία και αντικειμενικά στοιχεία πανεθνικής κρίσης σε μια ή περισσότερες χώρες, αλλού νωρίτερα αλλού αργότερα».

«Η όξυνση των ανταγωνισμών στο ιμπεριαλιστικό σύστημα, η αυξανόμενη στρατιωτικοποίηση, οι πολύμορφες εστίες πολέμου, η νέα κούρσα πυρηνικών εξοπλισμών που ετοιμάζεται, οδηγούν στο συμπέρασμα ότι οι λαοί πρέπει να επαγρυπνούν, γιατί ο κίνδυνος για γενικευμένη σύρραξη παγκόσμιας σημασίας εξακολουθεί να υπάρχει κι από μια άποψη να ενισχύεται».

Οι εκτιμήσεις του 16ου Συνεδρίου, τόσο για την κρίση όσο και για την ενίσχυση του κινδύνου παγκόσμιας σύρραξης, επιβεβαιώνονται και από τις αστικές πηγές ιδιαίτερα μετά το τρομοκρατικό χτύπημα της 11ης Σεπτέμβρη. Ποιος άραγε μπορεί να προβλέψει με βεβαιότητα την εξέλιξη του 10ετούς πολέμου των ιμπεριαλιστών, με δεδομένη την ένταση της στρατιωτικοποίησης και των τριών ιμπεριαλιστικών κέντρων, αλλά και την τάση ενίσχυσης της αυτοτελούς πολιτικοστρατιωτικής δράσης της Ευρωπαϊκής Ενωσης, με τον ευρωστρατό να δρα σε ολόκληρο τον πλανήτη; Αλλωστε ο πόλεμος στο Αφγανιστάν συνεχίζεται, το ίδιο και στην Παλαιστίνη, ο Μπους απείλησε ευθέως Ιράν, Ιράκ και Λ. Δ. Κορέας, μακρύς είναι ο κατάλογος των υποψηφίων χωρών για την ανάπτυξη ανάλογων μετώπων, ενώ η σύρραξη μεταξύ Ινδίας-Πακιστάν, αν γενικευτεί, θα έχει απρόβλεπτες συνέπειες για τους λαούς της Ασίας και όχι μόνο.

Στις ΗΠΑ, ορισμένα στοιχεία είναι χαρακτηριστικά για πορεία προς κρίση. Οι απολύσεις έφτασαν στο 1.000.000 εργαζόμενους μέσα στο 2001. Χαρακτηρίζεται ως η μεγαλύτερη μείωση της απασχόλησης στα τελευταία 12 χρόνια. Οι κλάδοι με τις περισσότερες απολύσεις είναι αυτοί της πληροφορικής, των τηλεπικοινωνιών, των αερομεταφορών και του τουρισμού. Το Νοέμβρη του 2001 η ανεργία έφτασε στο 5,7% έναντι του 4% του 2000, ενώ το Δεκέμβρη σύμφωνα με στοιχεία του υπουργείου εργασίας των ΗΠΑ οι άνεργοι έφτασαν τα 8.300.000.

Η «Lucent Technologies», αμερικανική εταιρία, η μεγαλύτερη στον κόσμο που κατασκευάζει εξοπλισμό για τον κλάδο των τηλεπικοινωνιών και του διαδικτύου, είχε απώλειες 1,6 δισ. δολαρίων και προχώρησε στην απόλυση 16.000 εργαζομένων.

Η «Μπόινγκ», ο μεγαλύτερος όμιλος κατασκευής αεροσκαφών στον κόσμο, ανακοίνωσε το Σεπτέμβρη 30.000 απολύσεις εργαζομένων μέχρι τα τέλη του 2002, ενώ οι αμερικανικές αεροπορικές εταιρίες «United Airlines» και «US Airlines», ανακοίνωσαν το Σεπτέμβρη την απόλυση τουλάχιστον 20.000 εργαζομένων η πρώτη ή ποσοστό 20% του εργατικού της δυναμικού, ενώ η δεύτερη 11.000 εργαζομένων.

Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η χρεοκοπία του ενεργειακού κολοσσού Enron, μια από τις μεγαλύτερες επιχειρήσεις στον κόσμο.

Στην Ιαπωνία, ο ρυθμός ανάπτυξης του ΑΕΠ ήταν αρνητικός τόσο στο β΄ όσο και στο γ΄ τρίμηνο του 2001. Εκτιμάται ότι η Ιαπωνία περνά τη χειρότερη κρίση μετά το Β΄ παγκόσμιο πόλεμο. Το καλοκαίρι του 2001 το ποσοστό ανεργίας ήταν 5%, το μεγαλύτερο ποσοστό από το 1953, που ξεκίνησαν οι μετρήσεις της ανεργίας. Σύμφωνα με επίσημα στοιχεία της ιαπωνικής κυβέρνησης, οι άνεργοι τον Ιούλη ανέρχονταν σε 3,3 εκατομμύρια, με αυξητική τάση, ενώ σε εκατοντάδες ανέρχονται οι επιχειρήσεις που χρεοκόπησαν.

Η κατάσταση δεν είναι καλύτερη στην Ευρωπαϊκή Ενωση και κυρίως στην ευρωζώνη. Η οικονομία της ευρωζώνης παρέμεινε στάσιμη στο μεγαλύτερο μέρος του 2001.

Η βιομηχανική παραγωγή στην ευρωζώνη τον Οκτώβρη του 2001 μειώθηκε με ταχύτερο ρυθμό τους τελευταίους τρεις μήνες. Σύμφωνα με στοιχεία της Eurostat, η συνολική βιομηχανική παραγωγή συρρικνώθηκε κατά 1,4% σε μηνιαία βάση και 2,7% σε ετήσια. Ειδικότερα για τη Γερμανία, το υπουργείο Οικονομικών στη μηνιαία έκθεσή του για το Δεκέμβρη εκτιμά μεγαλύτερη ακόμη πτώση της οικονομίας (το ΑΕΠ στο γ΄ τρίμηνο του 2001 ήταν -0,1%), γεγονός το οποίο αποδίδεται στη συνεχιζόμενη πτώση της κατανάλωσης. Οι άνεργοι στη Γερμανία ήταν 4 εκατομμύρια τον περασμένο Δεκέμβρη, ενώ επίσημες πηγές, με δεδομένη την αυξητική τάση σε σχέση με τον περασμένο Νοέμβρη (από 9,2% αυξήθηκε στο 9,6%), ανησυχούσαν για ακόμη μεγαλύτερη αύξηση.

Στην ευρωζώνη, ο δείκτης PMI (δείκτης μεταποίησης) έπεσε το Σεπτέμβρη στο χαμηλότερο σημείο της τετραετούς ζωής του, δείχνοντας σημαντική πτώση στην παραγωγή, στις νέες παραγγελίες και στη συνολική δραστηριότητα. Ηταν ο έκτος συνεχής μήνας που ο μεταποιητικός τομέας σημείωνε πτώση στην ευρωζώνη. Το πλήγμα οφείλεται στην επιβράδυνση των επιχειρηματικών επενδύσεων και ιδίως στην πτώση των εξαγωγών.

Το ΔΝΤ εκτίμησε ότι η ανάκαμψη, παρά τις διαφορετικές προβλέψεις, δε γίνεται ορατή. Στη φετινή «Παγκόσμια Οικονομική Επισκόπηση», που έδωσε στη δημοσιότητα στην προτελευταία εβδομάδα του περασμένου Δεκέμβρη, εκτίμησε ακόμη ότι η παγκόσμια οικονομία αντιμετωπίζει τη μεγαλύτερη κρίση της τελευταίας δεκαετίας και ότι η ανάκαμψη θα καθυστερήσει τουλάχιστον ένα χρόνο, αφού θα εμφανίσει στο 2002 τους ίδιους σχεδόν ρυθμούς ανάπτυξης με το 2001. Το ΔΝΤ συμπληρώνει την εκτίμησή του με το γεγονός ότι η «ύφεση» πλήττει ολόκληρη την καπιταλιστική οικονομία. Χαμηλότεροι ρυθμοί ανάπτυξης (2,3%) της παγκόσμιας οικονομίας είχαν να εμφανιστούν από το 1993.

Αυτή η πραγματικότητα, οι ίδιες οι αντικειμενικές εξελίξεις δημιουργούν προϋποθέσεις για ανάταση του λαϊκού κινήματος. Χαρακτηριστικό το παράδειγμα της Αργεντινής, με τους εξεγερμένους στους δρόμους και την αδυναμία σταθερής κυβερνητικής διεξόδου. Σε διάστημα δύο εβδομάδων άλλαξαν πέντε κυβερνήσεις, κάτω από τη συνεχή παλλαϊκή δράση, με την τελευταία να συνεχίζει να δέχεται τα πυρά των διαδηλωτών. Οι κινητοποιήσεις εξαπλώθηκαν σε όλη τη χώρα. Εναντιώθηκαν στα κυβερνητικά μέτρα τα οποία επιδίωκαν την αντιμετώπιση της οικονομικής κρίσης από τη σκοπιά των συμφερόντων του κεφαλαίου και την ισχυροποίηση της οικονομίας σε συνθήκες εντεινόμενου διεθνούς ανταγωνισμού, μιας καπιταλιστικής οικονομίας με ισχυρή διαπλοκή με το αμερικάνικο κεφάλαιο. Οι συνέπειες της κρίσης έπεσαν δυσβάσταχτες στις πλάτες της εργατικής τάξης και των άλλων λαϊκών στρωμάτων με την άκρατη ένταση της εκμετάλλευσης, ραγδαία άνοδο της ανεργίας και της φτώχειας, εξαθλίωση κλπ. Το γεγονός ότι η κρίση αγκαλιάζει ολόκληρη την οικονομία, ότι υπάρχει αδυναμία διευρυμένης αναπαραγωγής του κεφαλαίου, οδηγεί σε απότομη όξυνση των ταξικών αντιθέσεων και αντικειμενικά σε άνοδο της λαϊκής δράσης. Η εξέλιξη θα εξαρτηθεί από τις δυνατότητες και την ετοιμότητα του υποκειμενικού παράγοντα.

Ομως το 2001 μπορεί να χαρακτηριστεί χρονιά που εκδηλώνεται σε μεγαλύτερο βαθμό η λαϊκή αφύπνιση σε πολλά μέρη του πλανήτη. Χαρακτηριστικές περιπτώσεις οι πολυεθνικές λαϊκές διαδηλώσεις, στο Γκέτεμποργκ, τη Γενεύη, τη Γένοβα, τις Βρυξέλες, που άρχισαν να αποκτούν πιο συντονισμένο και οργανωμένο χαρακτήρα, αλλά και πιο καθαρή αντίθεση στη διεθνή δράση του κεφαλαίου, έστω και με ασαφή τα αντικαπιταλιστικά χαρακτηριστικά, με αδύναμη ακόμη τη συνειδητοποίηση του πραγματικού, του ταξικού εχθρού, αλλά και της λαϊκής προοπτικής σε κάθε χώρα και διεθνώς.

Αυτή η εξέλιξη, κατώτερη των αναγκών για τους λαούς, με ανισόμετρη την ανάπτυξη των λαϊκών κινημάτων στις διάφορες χώρες, αλλά και με μια πολυμορφία στα ίδια τα κινήματα, ως προς τις δυνάμεις που τα συγκροτούν και τους στόχους τους, αναδεικνύει ότι η ταξική πάλη είναι ασίγαστη, οι αγώνες αναπτύσσονται κόντρα στην τακτική της ταξικής συνεργασίας, του «κοινωνικοεταιρισμού» και των «κοινωνικών διαλόγων». Αυτό είναι έτσι και αλλιώς επιβεβαιωμένο ιστορικά, όμως η αντεπανάσταση και η ανατροπή του σοσιαλιστικού συστήματος στην Ευρώπη, το πισωγύρισμα δηλαδή της κοινωνικής εξέλιξης, έδωσε τροφή στην αστική ιδεολογία για την προβολή της αντιεπιστημονικής άποψης περί του «τέλους της ιστορίας». Ουτοπική η επιδίωξή τους να ξεμπερδεύουν με τον ιστορικό υλισμό, με τη βασική αντίληψη ότι κινητήριος μοχλός της ιστορίας των ταξικών κοινωνιών είναι η ταξική πάλη.

Οι ιμπεριαλιστές αντιλαμβάνονται την ανάπτυξη της ταξικής πάλης ως τον πρώτο εχθρό τους και δεν έχουν άδικο. Η οικονομική κρίση που, ανεξάρτητα από ένταση, τα σημάδια της εμφανίζονται και στα τρία ιμπεριαλιστικά κέντρα (ΗΠΑ, Ευρωπαϊκή Ενωση, Ιαπωνία) από τα τέλη του 2000 και ιδιαίτερα μέσα στο 2001, δημιουργεί στις κυρίαρχες αστικές τάξεις πολλούς και μεγάλους φόβους για την πορεία του καπιταλισμού.

 

ΠΕΙΡΑ ΑΠΟ ΚΙΝΗΤΟΠΟΙΗΣΕΙΣ ΠΟΥ ΕΒΑΛΑΝ ΣΦΡΑΓΙΔΑ...

Οι κοινωνικοπολιτικές εξελίξεις στην Ελλάδα χαρακτηρίζονται από την επιμονή της κυβέρνησης στην επιβολή της πολιτικής των καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων, στρατηγικής σημασίας για το κεφάλαιο, αλλά και τη συμμετοχή της στην ιμπεριαλιστική δράση για την εξάπλωση της «νέας τάξης». Αυτή η πραγματικότητα έχει τη δική της συμβολή, ως αντικειμενική βάση για την ανάπτυξη των ταξικών αγώνων. Η ολοένα και πιο ενεργητική συμμετοχή της άρχουσας τάξης στην επιθετική δράση των ιμπεριαλιστικών συνασπισμών του ΝΑΤΟ και της ΕΕ, με όλα τα μέσα, και με τον πόλεμο, εκδηλώθηκε στην κυβερνητική απόφαση με στήριξη της ΝΔ για συμμετοχή της χώρας μας και στο νέο ιμπεριαλιστικό πόλεμο που κηρύχτηκε, στο όνομα της πάταξης της τρομοκρατίας, ενάντια στους λαούς του πλανήτη. Ταυτόχρονα, η κυβέρνηση απεμπολεί κυριαρχικά δικαιώματα όπως π.χ. στο Αιγαίο, στη ΝΑΤΟποίηση του οποίου είναι συνεργός. Συναποφασίζει για τον ευρωτρομονόμο και το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, για την ενίσχυση της διεθνούς κατασταλτικής συνεργασίας με ΗΠΑ και Ευρωπαϊκή Ενωση, ενισχύει αποφασιστικά τους κρατικούς κατασταλτικούς μηχανισμούς, στρατιωτικοποιεί την πολιτική ζωή (αλλαγή του δόγματος του στρατού και συμμετοχή του στις εσωτερικές εξελίξεις στο όνομα της προστασίας από την τρομοκρατία).

Οι αγώνες που αναπτύχθηκαν μέσα στο 2001, με κορυφαίες στιγμές τις μεγαλειώδεις κινητοποιήσεις για την κοινωνική ασφάλιση, την αντιπολεμική δράση, αλλά και τις πανελλαδικές κινητοποιήσεις της φτωχής και μεσαίας αγροτιάς, αποτελούν παρακαταθήκη για τη συνέχεια. Οι κομμουνιστές αποκόμισαν σημαντική πείρα δουλεύοντας στο έδαφός τους με βάση το Πρόγραμμα του Κόμματος και τις αποφάσεις του 16ου Συνεδρίου του ΚΚΕ.

Η πολιτική δουλειά του Κόμματος συνέβαλε σημαντικά στην κατανόηση της σημασίας των συγκεκριμένων μετώπων πάλης, από την άποψη της κρισιμότητάς τους για την εργατική τάξη και τ’ άλλα λαϊκά στρώματα. Ετσι στη διάρκεια της προετοιμασίας των αγώνων όσο και κατά την ανάπτυξή τους συγκροτήθηκαν πολύμορφες συσπειρώσεις πλατιών δυνάμεων, πλουτίζοντας την πείρα και τις γνώσεις μας σε αυτό το ζήτημα. Η συγκρότηση συσπειρώσεων πάνω σε προβλήματα-κρίκους που προωθούν την ενότητα δράσης της εργατικής τάξης και την κοινή δράση της με τ’ άλλα καταπιεσμένα λαϊκά στρώματα, αποτελεί συστατικό στοιχείο της δουλιάς για το Μέτωπο.

Η ανάδειξη μέσα από τις ίδιες τις κοινωνικοπολιτικές εξελίξεις, του προβλήματος-κρίκου και το ξεδίπλωμα της δράσης για την ανάπτυξη αγώνων γι’ αυτό το πρόβλημα συμβάλλει στην αποκάλυψη της πολιτικής του κεφαλαίου, αλλά και στην ανάδειξη των δύο δρόμων εξέλιξης της ελληνικής κοινωνίας του δρόμου των μονοπωλίων από τη μια πλευρά και του λαϊκού κοινωνικοπολιτικού μετώπου πάλης για τη λαϊκή εξουσία από την άλλη, όπως τους επεξεργάστηκαν τα 15ο και 16ο Συνέδρια του ΚΚΕ. Συμβάλλει στην κατανόηση του πραγματικού περιεχόμενου των κοινωνικών αντιθέσεων, που οξύνονται, αλλά και των πραγματικών συμφερόντων των λαϊκών δυνάμεων.

Στο μέτωπο της Κοινωνικής Ασφάλισης δοκιμάστηκε η τακτική του Κόμματος στη σχέση της με τη στρατηγική. Πώς προετοιμάστηκε το Κόμμα γι’ αυτή την αναμέτρηση; Επεξεργάστηκε έγκαιρα ένα ολοκληρωμένο πλαίσιο θέσεων, που συνέδεε τους άμεσους στόχους διεκδίκησης για Κοινωνική Ασφάλιση καθολική, δημόσια, υποχρεωτική, στη βάση των σύγχρονων αναγκών των εργατικών και των άλλων λαϊκών οικογενειών, με το γεγονός ότι αυτή η λαϊκή απαίτηση μπορεί να πραγματοποιηθεί ολοκληρωμένα και οριστικά σε καθεστώς λαϊκής εξουσίας και λαϊκής οικονομίας. Ανέδειξε τη σύνδεση της πάλης για τα άμεσα ζητήματα με την προοπτική (τακτική - στρατηγική), ενώ αυτή η τακτική συνέβαλε στο να γίνονται αντιληπτές οι δύο αντικρουόμενες πολιτικές: αυτή των μονοπωλίων και αυτή του Μετώπου. Αυτή όμως η σύνδεση συνοδεύτηκε με δυσκολίες προσαρμογής των δυνάμεών μας και ανεπάρκειες.

Στην ίδια κατεύθυνση αναπτύχθηκε η δράση του Κόμματος στα μικροαστικά στρώματα (ΕΒΕ, Αγροτιά), με σκοπό την προετοιμασία κοινής διεκδικητικής πάλης. Επιδιώξαμε η οργάνωση των αγώνων να γίνει υπόθεση της ίδιας της εργατικής τάξης και των άλλων λαϊκών στρωμάτων και όχι μόνο των ηγεσιών των συνδικαλιστικών οργανώσεων. Ετσι, σε συνδυασμό με τις μαζικές διαδικασίες σε συνδικάτα (συνελεύσεις, συγκεντρώσεις), είχαμε τη συγκρότηση επιτροπών αγώνα σε τόπους δουλιάς, κλάδους, αλλά και σε πόλεις, προκειμένου να οργανωθεί από αυτές ο αγώνας. Ολη αυτή η δραστηριότητα συνέβαλε στην αντιπαράθεση των ίδιων των εργατών με την πολιτική και τις ηγεσίες άλλων πολιτικών κομμάτων, στελεχών τους στο συνδικαλιστικό κίνημα και πλάτυνε το μέτωπο δράσης υπέρ της αναγκαιότητας υπεράσπισης της Κοινωνικής Ασφάλισης, κόντρα στα σχέδια που εξυφαίνονται από την κυβέρνηση.

Αναδείχτηκε ακόμη η σημασία που έχει για το Μέτωπο ο ηγετικός ρόλος της εργατικής τάξης. Ηταν αυτή που έκανε την αρχή στους αγώνες και επέδρασε στη συνέχεια, ώστε να συμμετάσχουν οι ΕΒΕ και τμήματα των μικρομεσαίων αγροτών.

Η εμπειρία από την ανάπτυξη της αντιπολεμικής πάλης έχει τη δική της σημασία, από την άποψη της πείρας της πολύμορφης δράσης και της δημιουργίας πλατιών συσπειρώσεων.

Το Κόμμα μας καθόρισε ένα πλαίσιο δράσης με στόχο την πιο πλατιά αντιιμπεριαλιστική-αντιπολεμική συσπείρωση και πάλη. Το πλαίσιο αυτό απαρτιζόταν από ένα συνδυασμό στόχων πάλης, έτσι που το «όχι στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο», να συνοδεύεται με την «απεμπλοκή της Ελλάδας από τον πόλεμο», «να κλείσουν οι βάσεις του θανάτου», το «όχι στους τρομονόμους». Ηταν πλαίσιο πάλης με αντιιμπεριαλιστική αιχμή, με ταξικό κατά του κεφαλαίου περιεχόμενο, αλλά και με διεθνιστικό ταυτόχρονα και αποτελούσε βάση για πλατιές συσπειρώσεις και κλιμάκωση του αγώνα. Δυσκόλευε τη συμμετοχή της ελληνικής άρχουσας τάξης στην ιμπεριαλιστική δράση, ενώ άνοιγε μέτωπο αντίστασης στην εσωτερική καταστολή των συλλογικών δημοκρατικών δικαιωμάτων και ελευθεριών.

Ετσι, οργανώθηκε μεγάλη συσπείρωση πάνω από 100 συνδικαλιστικών οργανώσεων ενάντια στον ιμπεριαλισμό και τον πόλεμο, αλλά και για την απεμπλοκή της Ελλάδας, ενάντια στην κρατική τρομοκρατία με αιχμή τον ευρωτρομονόμο, σε συνδυασμό με τα αιτήματα για τα εργασιακά δικαιώματα, την κοινωνική ασφάλιση, τη δημοκρατία στους τόπους δουλιάς και την άνοδο του βιοτικού επιπέδου της εργατικής τάξης.

Ενισχύθηκε η δράση του αντιιμπεριαλιστικού φιλειρηνικού κινήματος, μέσα από τις επιτροπές του και στην κοινή τους δράση με άλλες κοινωνικές και μαζικές οργανώσεις, τους συλλόγους γυναικών κλπ. Γεγονός που εκφράστηκε με τα συλλαλητήρια, την ολονυκτία στην αμερικανική Πρεσβεία, το καραβάνι της ΟΓΕ στο ΝΑΤΟϊκό στρατηγείο στον Τύρναβο κλπ.

Ξεδιπλώθηκε πολύμορφη δράση από τις επιτροπές συσπείρωσης για τις λαϊκές ελευθερίες και την αλληλεγγύη, τόσο με συσκέψεις και συγκεντρώσεις με άλλους φορείς καταδίκης του ευρωτρομονόμου, όσο και με την Πανελλαδική τους σύσκεψη για το συντονισμό της δράσης τους.

Ανάλογη πείρα βγήκε και από τις αγροτικές κινητοποιήσεις με πιο ξεκάθαρο αντικυβερνητικό και αντιευρωενωσιακό προσανατολισμό δράσης, αλλά και με τον πανελλαδικό συντονισμό τους, τη συγκρότηση της ΠΑΣΥ, κατάκτηση των αγώνων των προηγούμενων χρόνων. Σήμερα, πλατιά τμήματα των φτωχών και μεσαίων αγροτών κατανοούν από την πείρα που αποκόμισαν ότι με τη συγκεκριμένη πολιτική στην αγροτική οικονομία μπορούν να αντέχουν οι μεγάλοι καπιταλιστές αγρότες, ενώ οι ίδιοι οδηγούνται στο ξεκλήρισμα από τη γη τους. Περισσότεροι κατανοούν ότι δεν αρκούν τα ημίμετρα για να ξεφύγουν από το αδιέξοδο. Γεγονός που βοηθάει να συνδέουμε την πάλη για τα δικά τους προβλήματα με την προοπτική της λαϊκής οικονομίας και του παραγωγικού αγροτικού συνεταιρισμού, σε καθεστώς λαϊκής εξουσίας, αλλά και στη συσπείρωσή τους και την κοινή δράση με την εργατική τάξη.

 

Η ΤΑΚΤΙΚΗ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ

Η κυβέρνηση βιάζεται να ολοκληρώσει τις αναδιαρθρώσεις, όμως οι αντιδράσεις της εργατικής τάξης και των άλλων λαϊκών στρωμάτων την υποχρεώνουν να καταφεύγει σε ελιγμούς εκτόνωσής τους. Είναι χαρακτηριστική η μεθόδευση στο μέτωπο της Κοινωνικής Ασφάλισης μετά τις κινητοποιήσεις τον περασμένο Απρίλη και Μάη. Οι στόχοι παραμένουν οι ίδιοι με αυτούς που εμφάνισε ως καταιγίδα ο τότε υπουργός εργασίας Α. Γιαννίτσης. Από τότε που αναγκάστηκε να κάνει τον πρώτο ελιγμό, παίρνοντας υποτίθεται τα μέτρα πίσω, προκειμένου να αρχίσει ο διαβόητος διάλογος από μηδενική βάση, μέχρι σήμερα, δεν παραιτήθηκε καθόλου από τα σχέδιά της. Ακόμη και ο όρος «μηδενική βάση» υποδηλώνει πως οι μέχρι σήμερα κατακτήσεις δεν υπάρχουν.

Αρχισε λοιπόν η δημόσια προβολή διαφόρων εκδοχών των κυβερνητικών σχεδίων, μέσω διαρροών στον Τύπο που δεν επιβεβαιώνονταν, αλλά ούτε διαψεύδονταν, που περιστρέφονταν γύρω από το ζήτημα, ποια τμήματα της εργατικής τάξης δε θίγονται και ποια θίγονται: Οτι δεν πρόκειται να αυξηθούν τα ηλικιακά όρια συνταξιοδότησης πάνω από τα 65 χρόνια και δε θα θιχτούν αρνητικά οι κατώτερες συντάξεις. Οτι πρέπει να υπάρξουν αλλαγές που να μειώνουν τις ανισότητες στην Ασφάλιση ανάμεσα σε τμήματα της εργατικής τάξης, που σημαίνει ότι θα υπάρξει ισοπέδωση προς τα κατώτατα όρια. Οτι για να υπάρξει υποτίθεται ισότητα με τους άνδρες εργαζόμενους, αυξάνουν τα όρια συνταξιοδότησης των γυναικών, χρυσώνοντας το χάπι με δήθεν μέτρα-παροχές προστασίας της μητρότητας (άδειες χωρίς να χάνονται τα συντάξιμα χρόνια ή επιδόματα κατά τη διάρκεια αυτών των αδειών), όταν αυτά θα έπρεπε να εφαρμόζονται ήδη, χωρίς όποιες άλλες αρνητικές αλλαγές, ακριβώς λόγω του αναπαραγωγικού ρόλου του γυναικείου φύλου.

Αυτή η τακτική επιχειρεί να διασπάσει τους εργαζόμενους για να περάσουν τμηματικά οι αρνητικές αλλαγές στην Κοινωνική Ασφάλιση, χωρίς ενιαίο μέτωπο αντίστασης από την εργατική τάξη. Σε αυτό συμβάλλει και η τακτική των πλειοψηφιών των ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ, που περιόρισαν το πρόβλημα στη χρηματοδότηση του συστήματος Κοινωνικής Ασφάλισης και στη διατήρηση των κατώτατων ορίων, που με δεδομένο και το νόμο Σιούφα φέρνει σε χειρότερη μοίρα τις νέες γενιές εργαζομένων, όταν οι σύγχρονες ανάγκες της εργατικής τάξης, των άλλων λαϊκών στρωμάτων δεν καλύπτονται ούτε από τις ως τα σήμερα κατακτήσεις, που και αυτές βεβαίως αμφισβητούνται.

Ταυτόχρονα, περιορίζουν το σύστημα της κοινωνικής ασφάλισης μόνο στη συνταξιοδότηση, αφήνοντας έξω την υγεία και την πρόνοια. Αλλά ήδη οι αντιδραστικές μεταρρυθμίσεις στην υγεία εφαρμόζονται, τμηματικά επίσης, με πιο πρόσφατο παράδειγμα τα ιδιωτικά ιατρεία στα νοσοκομεία. Την ίδια στιγμή η κυβέρνηση ανοίγει την αντιπαράθεση με τους Πανεπιστημιακούς γιατρούς, στο όνομα δήθεν της αντιμετώπισης ενός προβλήματος που θα βελτιώσει την παροχή υπηρεσιών υγείας στο λαό, μηδαμινό ζήτημα μπροστά στη λαίλαπα της ιδιωτικοποίησης-εμπορευματοποίησης, αποπροσανατολίζοντας από αυτό που είναι το κύριο, ώστε να δημιουργούνται επιπλέον δυσκολίες στην ενότητα δράσης των εργαζομένων σε αυτό το μέτωπο.

Παρόμοια τακτική εφαρμόζει η κυβέρνηση και σε άλλα μέτωπα. Για παράδειγμα, όταν ξεκίνησαν οι αγροτικές κινητοποιήσεις αρχές του Δεκέμβρη, δε δίστασε, προκειμένου να διασπάσει την ενότητα δράσης τους, να δηλώσει ακόμη και συμμετοχή στις κινητοποιήσεις των καπνοπαραγωγών, αλλά με στόχο την τρίχρονη παράταση των επιδοτήσεων, όταν η ίδια έχει συμφωνήσει στην κατάργησή τους. Πίστευε έτσι ότι με εξαγγελίες αποπροσανατολισμού ανά καλλιέργεια μπορεί να αποκρύψει το κύριο, που είναι το βίαιο ξεκλήρισμα από το χωράφι όλων των μικρομεσαίων αγροτών, ότι θα απομονώσει τους βαμβακοπαραγωγούς, περιορίζοντας την ανάπτυξη των πανελλαδικών κινητοποιήσεων μόνο στη Θεσσαλία, πιστεύοντας ότι έτσι θα υπονόμευε τους παναγροτικούς αγώνες. Ομως διαψεύστηκε.

Αυτή η τακτική που επιδιώκει τη διάσπαση του κινήματος έχει ένα ακόμη στόχο: Τον περιορισμό του αγώνα σε διεκδικήσεις προσωρινής ανακούφισης για τα λαϊκά στρώματα, μέσα από τον εξαναγκασμό να μειώνουν συνεχώς τις ανάγκες τους. Δηλαδή, «από το καθόλου, καλό είναι και το λίγο». Και κυρίως να παρεμποδίσει τη συνειδητοποίηση ότι πίσω από αυτά τα προβλήματα βρίσκεται η πολιτική που ενισχύει το μεγάλο κεφάλαιο και ότι προοπτικά η θέση των λαϊκών στρωμάτων θα γίνεται ολοένα και χειρότερη.

Αυτή την τακτική πρέπει να την παίρνουμε υπ’ όψη στη δράση μας, να την αποκαλύπτουμε μέσα στην εργατική τάξη, σε συνδυασμό με το ξεδίπλωμα της δικής μας τακτικής και την ολοκληρωμένη προβολή και ζύμωση της πολιτικής μας. Ετσι θα συνειδητοποιούν ολοένα και μεγαλύτερα τμήματα των λαϊκών δυνάμεων, ότι αυτή η πολιτική είναι βαθιά ταξική υπέρ του κεφαλαίου, γεγονός που απαιτεί να την καταπολεμούν στο σύνολό της, ώσπου να την ανατρέψουν για να υπάρξει διέξοδος υπέρ των πραγματικών συμφερόντων τους.

 

ΧΡΕΙΑΖΟΝΤΑΙ ΠΙΟ ΑΠΟΦΑΣΙΣΤΙΚΑ ΒΗΜΑΤΑ

Στην «Απόφαση του 16ου Συνεδρίου του ΚΚΕ για τα καθήκοντα του Κόμματος» αναφέρεται: «Στις σημερινές συνθήκες υπάρχει αναγκαιότητα... να γίνει συστηματική προσπάθεια, να διαμορφωθούν επιμέρους μέτωπα πάλης γύρω από αντιιμπεριαλιστικούς αντιμονοπωλιακούς στόχους και αιτήματα, μέτωπα συσπείρωσης ευρύτερων δυνάμεων που ορθώνουν ανάστημα στην πολιτική που ακολουθείται, διευκολύνουν τη συγκέντρωση δυνάμεων, επιταχύνουν διεργασίες, ενισχύουν τις προϋποθέσεις για τη συγκρότηση του ΑΑΔΜ. Τα μέτωπα αυτά μπορούν να αποτελέσουν πεδία συσπείρωσης και δοκιμασίας, να γίνουν χείμαρροι και ρυάκια, που μπορεί να οδηγήσουν στο ίδιο το μέτωπο».

Από τους μεγάλους αγώνες μέσα στο 2001 βγαίνει αβίαστα αυτό το βασικό συμπέρασμα, που δικαιώνει και επιβεβαιώνει την πολιτική του Κόμματος για τη συγκρότηση του Αντιιμπεριαλιστικού Αντιμονοπωλιακού Δημοκρατικού Μετώπου. Ηταν επιμέρους μέτωπα, στα οποία εξασφαλίστηκε σε σημαντικό βαθμό η ενότητα δράσης πλατιών τμημάτων της εργατικής τάξης, η κοινή δράση με τμήματα των μικροαστικών στρωμάτων της πόλης και του χωριού. Αναδείχτηκε πιο καθαρά η πρωταρχική σημασία που αποκτά η ενότητα από τα κάτω, η συσπείρωση σε κοινωνικό επίπεδο, η ταξική πάλη ως καθοριστικός παράγοντας για την αλλαγή συσχετισμού δύναμης σε πολιτικό επίπεδο.

Πολύτιμη λοιπόν η εμπειρία από τη δράση μέσα στο 2001, από την άποψη της επεξεργασίας της τακτικής μας ώστε να υπηρετεί πιο αποτελεσματικά τη στρατηγική. Γενικεύοντας αυτή την εμπειρία βελτιώνουμε την ικανότητα να δουλεύουμε πιο αποτελεσματικά με τη στρατηγική του Κόμματος. Αλλά δε φτάνει. Εχουμε πολύ δρόμο ακόμη ώστε να μπορούμε κάθε φορά να συνδέουμε σωστά στη δράση την τακτική με τη στρατηγική, έτσι που να προωθείται στη ζωή η πολιτική του κοινωνικοπολιτικού λαϊκού μετώπου πάλης για τη λαϊκή εξουσία. Η απόφαση της ΚΕ «Για τον απολογισμό δράσης της ΚΕ, τα συμπεράσματα από τη δράση του Κόμματος» έθεσε το εξής ζήτημα: «Η ΚΕ πρέπει να επιμείνει με μεγαλύτερη σταθερότητα στην πιο ζωντανή και δημιουργική καθοδήγηση των οργανώσεων και των αντίστοιχων τομέων δουλιάς, στο πνεύμα των αποφάσεων του 16ου Συνεδρίου, της εισήγησης της απερχόμενης ΚΕ, η οποία φώτισε πιο ολοκληρωμένα ζητήματα της καθοδηγητικής δουλιάς, της εσωκομματικής ζωής, σχετικά με τους δεσμούς του Κόμματος με την εργατική τάξη, τη νεολαία. Παραμένει βασικό καθήκον να βοηθηθούν οι Κομματικές Οργανώσεις Βάσης να αποκτήσουν μεγαλύτερη ικανότητα στην εκλαΐκευση της πολιτικής μας πρότασης για το Μέτωπο, για την προοπτική της λαϊκής οικονομίας και εξουσίας».

Ενώ σε άλλο σημείο της απόφασης αναφέρεται ότι: «Φάνηκε, όμως, ακόμα πιο ανάγλυφα, η δυσκολία να δουλεύουμε, στο ύψος των απαιτήσεων, με βάση τη στρατηγική του Κόμματος. Με καθυστέρηση και όχι σε όλη την κλίμακα της δουλιάς μας προβλήθηκαν θέσεις και στόχοι που απαντούν στις σύγχρονες ανάγκες. Κάτω από την πίεση των προβλημάτων που δημιουργούν οι ιδιωτικοποιήσεις, παρατηρείται το φαινόμενο να μην προβάλλεται σωστά και ολοκληρωμένα η θέση μας για την παραμονή στον κρατικό τομέα, πράγμα που μπορεί να ερμηνευτεί ως υπεράσπιση του κρατικού καπιταλιστικού τομέα, ως εξιδανίκευση της πολιτικής των κρατικοποιήσεων, όπως πραγματοποιήθηκαν και λειτούργησαν από τις κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ, ή στις άλλες καπιταλιστικές χώρες. Η πάλη κατά των ιδιωτικοποιήσεων, η προβολή των αιτημάτων για δημόσιο χαρακτήρα επιχειρήσεων στρατηγικής σημασίας και τομέων κοινωνικών υπηρεσιών, μπορεί και πρέπει να γίνεται μέσα από συγκεκριμένα αιτήματα και μέτωπα πάλης, που συσπειρώνουν ευρύτερες λαϊκές μάζες και ταυτόχρονα βοηθούν στην κατανόηση της αναγκαιότητας του Μετώπου και της πάλης για λαϊκή οικονομία. Θα τα καταφέρουμε καλύτερα σ' αυτή την κατεύθυνση αν δώσουμε περισσότερο βάρος ως ΚΕ, αλλά και οι ΚΟ στην πληρέστερη επεξεργασία των θέσεών μας, με βάση τις εξελίξεις, κατά τομέα και κλάδο οικονομίας».

Μπροστά μας βρίσκεται το ξεδίπλωμα ακόμη μεγαλύτερης επίθεσης της άρχουσας τάξης με τις καπιταλιστικές αναδιαρθρώσεις. Χρειάζεται στη βάση της πείρας των αγώνων, της δράσης μας σε αυτούς, σε συνδυασμό με τη συστηματική ενασχόληση με τη θεωρητική-ιδεολογικοπολιτική δουλειά, να μπορούμε να συνδέουμε την αντίθεση στις καπιταλιστικές αναδιαρθρώσεις με την προοπτική της λαϊκής οικονομίας. Το ίδιο βεβαίως χρειάζεται και με τους στόχους πάλης στο αντιιμπεριαλιστικό κίνημα. Να συνδέουμε την αντίθεση στους ιμπεριαλιστικούς οργανισμούς και ενώσεις, την πάλη για απεγκλωβισμό από αυτούς, την υπεράσπιση των κυριαρχικών δικαιωμάτων του λαού, με το ζήτημα να επιλέξει ο λαός μας το κοινωνικοοικονομικό σύστημα που θέλει να ζήσει, προβάλλοντας την ανάγκη και την προοπτική του κοινωνικοπολιτικού μετώπου πάλης για τη λαϊκή εξουσία, σε συνδυασμό με την ισότιμη και αμοιβαία επωφελή συνεργασία των λαών σε όλους τους τομείς.

Οσο πιο αποτελεσματικά δρούμε σε αυτή την κατεύθυνση, τόσο πιο ολοκληρωμένα το εργατικό κίνημα θα εξασφαλίζει τον ταξικό του προσανατολισμό, τόσο θα ενισχύεται η ενότητα δράσης στη βάση, οι συσπειρώσεις, τόσο θα δημιουργούμε τις προϋποθέσεις συγκρότησης του αντιιμπεριαλιστικού, αντιμονοπωλιακού, δημοκρατικού μετώπου πάλης για τη λαϊκή εξουσία, αλλά θα ισχυροποιείται και το ΚΚΕ, πρωταρχικός παράγοντας για το Μέτωπο.



Ο Στέφανος Λουκάς είναι μέλος της ΚΕ του ΚΚΕ.