«ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΠΟΙΗΣΗ»: ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΄Η ΙΔΕΟΛΟΓΙΚΟ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΜΑ;

Τα καλοκαιρινά γεγονότα της Γένοβας έφεραν στην επιφάνεια με ιδιαίτερα έντονο τρόπο τη συζήτηση περί «παγκοσμιοποίησης». Ασφαλώς ο όρος δεν εμφανίστηκε με αφορμή την κινητοποίηση κατά των G7+1 ούτε καν ακόμα με το ξεκίνημα των κινητοποιήσεων κατά της «παγκοσμιοποίησης». Γεννήθηκε στις σχολές διοίκησης των μεγάλων πανεπιστημίων των ΗΠΑ στις αρχές της δεκαετίας του ’80, δηλαδή περίπου είκοσι χρόνια πριν!

Η «παγκοσμιοποίηση» αποτελεί ένα από τα πάμπολλα ιδεολογήματα που διοχετεύθηκαν μετά την αντεπανάσταση στις χώρες του υπαρκτού σοσιαλισμού (κάποια βεβαίως προϋπήρχαν). Μαζί με τη θεωρία του τέλους της ιστορίας (Φουκουγιάμα), τη θεωρία του τέλους της εργασίας και της εργατικής τάξης, την κυριαρχία του άυλου προϊόντος, την κατάργηση της ιδιοκτησίας μέσω των εξελίξεων που επιφέρουν οι νέες τεχνολογίες, τη θεωρία της κοινωνίας της πληροφορίας και της μεταβιομηχανικής κοινωνίας (Τόφλερ, Δερτούζος, Ρίφκιν κ.ά.), τη θεωρία της σύγκρουσης των πολιτισμών (Χάντιγκτον), τη θεωρία του κοινοτισμού (Ετζιόνι, Ρίφκιν), τη θεωρία της ανοιχτής κοινωνίας, της νέας οικονομίας και προσφάτως των ασύμμετρων χτυπημάτων, το ιδεολόγημα της «παγκοσμιοποίησης» υποτίθεται πως περιγράφει, εξηγεί και ενίοτε προτείνει λύσεις στα αδιέξοδα του σύγχρονου καπιταλισμού. Κανείς δεν πρέπει να υποτιμά (ούτε βεβαίως να υπερτιμά) τις όποιες αστικές και μικροαστικές επινοήσεις. Το συγκεκριμένο μάλιστα ιδεολογικό κατασκεύασμα της «παγκοσμιοποίησης» φαίνεται να χρήζει ιδιαίτερης μελέτης και αντιμετώπισης για τους εξής λόγους:

(i) Εχει υιοθετηθεί από ένα πλατύ φάσμα κοινωνικών φορέων (κόμματα, εκκλησίες, κινήσεις, περιοδικά κλπ.)

(ii) παρουσιάζεται με πολλές μορφές (νεοφιλελεύθερη, σοσιαλδημοκρατική κλπ.)

(iii) «δουλεύεται» με ένταση και αποτελεί ένα από τα βασικά «αναχώματα» και

(iv) συνδέεται με πολλά και κεντρικά ζητήματα της μαρξιστικο-λενινιστικής θεωρίας όσον αφορά στην απάντησή του.

Να σημειώσουμε πως η συγκεκριμένη χρονική φάση κατά την οποία ο όρος «παγκοσμιοποίηση» χρησιμοποιείται κατά κόρον ως εξήγηση «δια πάσα νόσον» είναι περίοδος κατά την οποία έχουμε εκδήλωση κρισιακών καταστάσεων ταυτόχρονα και στα τρία κέντρα του ιμπεριαλισμού, ενώ συγχρόνως υπάρχουν γωνιές του πλανήτη με λαϊκές εξεγέρσεις και σημάδια ανάκαμψης του λαϊκού κινήματος.

 

ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΠΟΙΗΣΗ Ή ΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΜΟΣ;

Πριν περάσουμε σε μια παρουσίαση των διαφόρων απόψεων για τη λεγόμενη παγκοσμιοποίηση είναι αναγκαίο να δοθεί το δικό μας στίγμα γύρω από αυτό το ζήτημα. Στο ερώτημα αν ο όρος παγκοσμιοποίηση αντανακλά μια νέα πραγματικότητα πρέπει κατ’ αρχήν να αντιτάξουμε το ερώτημα: ΠΟΙΟΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΧΑΡΑΚΤΗΡΑΣ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ ΣΤΗΝ ΟΠΟΙΑ ΖΟΥΜΕ;

Τα στοιχεία που έδινε ο Λένιν για να περιγράψει το νέο (τότε) και ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού (τον ιμπεριαλισμό) εξακολουθούν να ισχύουν και διατηρούν και σήμερα την επικαιρότητά τους:

1) Συγκέντρωση της παραγωγής και του κεφαλαίου που έχει φτάσει σε τέτια βαθμίδα ανάπτυξης, ώστε να δημιουργεί μονοπώλια που παίζουν αποφασιστικό ρόλο στην οικονομική ζωή.

2) Συγχώνευση του τραπεζικού κεφαλαίου με το βιομηχανικό και δημιουργία μιας χρηματιστικής ολιγαρχίας πάνω στη βάση αυτού του «χρηματιστικού κεφαλαίου».

3) Εξαιρετικά σπουδαία σημασία αποκτάει η εξαγωγή κεφαλαίου σε διάκριση από την εξαγωγή εμπορευμάτων.

4) Συγκροτούνται διεθνείς μονοπωλιακές ενώσεις των καπιταλιστών οι οποίες μοιράζουν τον κόσμο και

5) Εχει τελειώσει το εδαφικό μοίρασμα της γης ανάμεσα στις μεγαλύτερες καπιταλιστικές δυνάμεις[1].

Εκτός όμως από την περιγραφή των παραπάνω χαρακτηριστικών, ο Λένιν υποστήριζε πως ο ιμπεριαλισμός είναι καπιταλισμός που σαπίζει, πως δεν είναι τίποτα άλλο παρά η παραμονή της σοσιαλιστικής επανάστασης.

Η προσωρινή υποχώρηση του επαναστατικού κινήματος, οι ανατροπές που σημειώθηκαν στις χώρες του υπαρκτού σοσιαλισμού και η λυσσαλέα αντεπίθεση του κεφαλαίου δε σημαίνουν πως αναιρείται η λενινιστική ανάλυση. Τα ανά την υφήλιο λαϊκά κινήματα θα ανασυγκροτηθούν, η ταξική πάλη θα οξυνθεί κι άλλο, οι παραγωγικές δυνάμεις συγκρούονται βίαια με τις σχέσεις παραγωγής και αυτό θα ενταθεί, οι κοινωνικές επαναστάσεις θα πραγματοποιηθούν αναγκαστικά. Δεν πρέπει βεβαίως να ξεχνάμε πως η πορεία εξέλιξης του κινήματος ή της ανθρωπότητας δεν είναι ευθύγραμμη αλλά χαρακτηρίζεται από οπισθοχωρήσεις, συνεχείς παλινδρομήσεις, χωρίς αυτό να σημαίνει πως στην ιστορία δεν υπάρχει η σχέση αίτιου-αιτιατού και πως δε διέπεται από νομοτέλειες.

Το αναλυτικό πλαίσιο του ιμπεριαλισμού ως ανωτάτου σταδίου του καπιταλισμού αποκαλύπτει ότι ο όρος παγκοσμιοποίηση είναι ψευδεπίγραφος, συγκαλύπτει τη φύση και την κρίση του συστήματος. Γι’ αυτόν το λόγο επιμένουμε πως η εποχή μας δεν είναι εποχή παγκοσμιοποίησης, αλλά η εποχή του ιμπεριαλισμού, όπου είναι υπερώριμες οι υλικές προϋποθέσεις για την επαναστατική κατάργηση της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας.

 

ΤΑ ΚΥΡΙΑ ΣΗΜΕΙΑ ΤΗΣ ΘΕΩΡΙΑΣ ΤΗΣ «ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΠΟΙΗΣΗΣ»

Παρά τη μεγάλη ποικιλομορφία των απόψεων περί «παγκοσμιοποίησης» υπάρχουν κάποιοι «κοινοί παρονομαστές». Τα διάφορα αστικά και μικροαστικά ιδεολογικά ρεύματα κινούνται στο φόντο αυτών των κοινών σημείων, όμως, ασφαλώς υπάρχουν διάφορες αποχρώσεις παραλλαγές και διαφοροποιήσεις εντός και εκτός εισαγωγικών. Ακόμα και εσωτερικά οι διάφορες «σχολές» δεν εμφανίζονται με μονομπλόκ άποψη. Είναι όμως δυνατό να γίνουν διακριτά τα κοινά σημεία και αυτά θα προσπαθήσουμε να κωδικοποιήσουμε. Αλλωστε οι ομοιότητες και οι συμπτώσεις απόψεων είναι πολύ περισσότερες από τις όποιες διαφορές. Ανεξάρτητα όμως από το «ποσοτικό» ζήτημα (δηλαδή σε πόσα συμφωνούν ή διαφωνούν) στην ουσία του ζητήματος τα δήθεν αντίπαλα στρατόπεδα έχουν ταύτιση απόψεων. Μια αναλυτική παρουσίαση των απόψεων κατά ρεύμα ξεφεύγει από τα όρια του παρόντος άρθρου. Επιγραμματικά, οι «κοινοί παρανομαστές» είναι:

(i) Οι νέες τεχνολογίες θεωρούνται ως μία από τις βασικές, ίσως η βασικότερη αιτία της δημιουργίας των νέων εξελίξεων, του «παγκόσμιου χωριού», της όξυνσης των ανισοτήτων ή κατά μία άλλη εκδοχή θα αποτελέσουν εκείνο τον παράγοντα που θα μικρύνει το χάσμα των αντιθέσεων. (Να σημειωθεί η στενή σχέση αυτής της θέσης με τη θεωρία της μεταβιομηχανικής κοινωνίας).

(ii) Η πολιτική και η οικονομία εξηγούνται σε μεγάλο βαθμό με όρους αλληλεξάρτησης των εθνών κρατών. Το φαινόμενο αυτό εμφανίζεται συχνά ως νέο.

(iii) Συγχρόνως το έθνος-κράτος «υποχωρεί», «ξεπερνιέται» και έτσι μπαίνουμε σε εποχή «μεταεθνική», εποχή «μετακυριαρχίας». Θα λέγαμε πως αυτή η θέση δεν είναι παρά μετεξέλιξη της θέσης του Κάουτστκυ για τον ουλτραϊμπεριαλισμό.

(iv) Η «παγκοσμιοποίηση», επιπλέον, υποτίθεται πως συνιστά μια νέα κοινωνική – οικονομική πραγματικότητα της οποίας κύρια χαρακτηριστικά είναι: Η αλλαγή σε διάφορους ποσοτικούς δείκτες που αφορούν στην κίνηση κεφαλαίων και εμπορευμάτων. Η αλλαγή αυτή οδηγεί σε μία νέα «ποιότητα». Σε αυτήν τη «νέα» έκρηξη κινητικότητας κυριαρχούν απολύτως οι πολυεθνικές. Συνέπεια του γεγονότος αυτού είναι η δημιουργία μιας νέας πολιτικής ελίτ, μιας νέας κατηγορίας κυβερνητών του κόσμου όπως το ΔΝΤ, η ΠΤ, ο ΠΟΕ κλπ.

(v) Η «παγκοσμιοποίηση» εκτός των άλλων είναι αυτή που ευθύνεται και για την κατάργηση της τοπικότητας και του διαφορετικού και την επιβολή μιας πολιτιστικής ομοιομορφίας σε όλο τον κόσμο.

 

ΤΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΑ ΤΗΣ «ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΠΟΙΗΣΗΣ» ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΤΗΝ ΟΠΤΙΚΗ ΤΟΥ ΜΑΡΞΙΣΜΟΥ

ΓΙΑ ΤΟ ΡΟΛΟ ΤΩΝ ΝΕΩΝ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΩΝ

Η εντυπωσιακή επιστημονική και τεχνολογική ανάπτυξη (πληροφορική, ρομποτική, διαστημική, βιοτεχνολογία κλπ.) στον αιώνα μας ευνοεί την άνθιση αντιλήψεων που απολυτοποιούν το ρόλο τους. Ασφαλώς η αστική σκέψη θεωρεί τα επιστημονικά-τεχνολογικά επιτεύγματα ως αίτιο δημιουργίας του «παγκόσμιου χωριού», όχι γιατί θαμπώθηκε από την εξέλιξή τους αλλά γιατί αναλύει τα φαινόμενα από τη σκοπιά των συμφερόντων του κεφαλαίου και ενδιαφέρεται να συσκοτίσει τα πραγματικά αίτια των σύγχρονων προβλημάτων.

Σε γενικές γραμμές θα λέγαμε πως η μεν σοσιαλδημοκρατία συντάσσεται με την απαισιόδοξη εκδοχή, ο δε κλασικός νεοφιλελευθερισμός με την αισιόδοξη, χωρίς όμως να λείπουν και οι «κριτικές» φωνές.

Σε άρθρα του «Le Μonde» ο Riccardo Petrella αναφερόμενος στο πέρασμα απ’ τους εθνικούς καπιταλισμούς στην παγκοσμιοποίηση αποφαίνεται πως είναι μια διαδικασία «που στηρίζεται όλο και λιγότερο στην κατοχή υλικών στοιχείων (γη, φυσικούς πόρους, μηχανήματα) και αναπτύσσεται χάρις στην κυριαρχία της σε μη υλικούς παράγοντες (επιστημονική γνώση, υψηλή τεχνολογία, πληροφορίες, επικοινωνίες, διαφήμιση, χρηματοπιστωτική δραστηριότητα). Η οικονομία από-υλοποιείται». Και συνεχίζει: «Θέλετε ένα σημάδι αυτής της από-υλοποίησης; Ανάμεσα στις πρώτες είκοσι βιομηχανικές επιχειρήσεις στον κόσμο συγκαταλέγονται σήμερα έξι εταιρείες του τομέα της μικροηλεκτρονικής και της πληροφορικής -πριν από είκοσι μόλις χρόνια δεν υπήρχε καμία»[2].

Ετσι ανάμεσα στις γνωστές θεωρίες περί άυλου προϊόντος -που εδράζονται στην αυταπάτη ότι το κεφάλαιο είναι πράγμα (μηχανήματα, υλικά στοιχεία) και όχι κοινωνική σχέση- η «παγκοσμιοποίηση» (η διεθνοποίηση του κεφαλαίου στις νέες συνθήκες θα λέγαμε εμείς) οφείλεται σε αυτές καθαυτές τις νέες τεχνολογίες. Αυτές είναι το αίτιο των όποιων αλλαγών. Τούτο το συμπέρασμα φαίνεται ακόμα πιο ξεκάθαρα σε άρθρο του ίδιου τεύχους του προαναφερθέντος περιοδικού: «Ζούμε στην αυτοκρατορία της τεχνολογίας. Ζούμε υπό την εξουσία της … Τη βλέπουμε να παραβιάζει σύνορα και να εκμεταλλεύεται καλλιεργήσιμες περιοχές και παραδοσιακές τεχνογνωσίες, μέχρι να τις εξαντλήσει εντελώς και να τις κάνει παρωχημένες και άχρηστες … Φαίνεται ότι ισχυρό εφαλτήριο που τροφοδοτεί την αδιάκοπη εμφάνιση νέων τεχνολογιών δεν είναι άλλο από την ίδια την επιθυμία, την επιθυμία που εξορισμού θα μένει ανικανοποίητη στο διηνεκές, την επιθυμία της νίκης, πραγματικής ή επιφαινόμενης, την επιθυμία του παιχνιδιού και της επιβολής, την επιθυμία να κινηθεί ο άνθρωπος πιο γρήγορα, πιο μακριά, πιο ψηλά, πιο βαθιά, από τον πυρήνα της ύλης ως τα όρια του σύμπαντος»[3].

Σύμφωνα λοιπόν με τις παραπάνω περισπούδαστες αναλύσεις αίτιο των αλλαγών είναι οι νέες τεχνολογίες. Αίτιο ανάπτυξης των νέων τεχνολογιών στη σημερινή φάση είναι η ανθρώπινη επιθυμία, η οποία υπάρχει με ένα μεταφυσικό τρόπο. Το κίνητρο του κέρδους και ο προσανατολισμός των ανθρώπινων αναγκών στην κατεύθυνση που θέλει το κεφάλαιο απουσιάζουν παντελώς.

Οσον αφορά στον κλασικό νεοφιλελευθερισμό η άποψή του για τις νέες τεχνολογίες δεν αποτελεί παρά μια μετεξέλιξη των τεχνοειδυλλιακών αντιλήψεων που εμφανίστηκαν περίπου εξήντα χρόνια πριν (Μπρζεζίνσκι, Ντάνιελ Μπελ, Φουραστιέ, Μπέρνχαμ κ.ά.) και κατά το πέρασμα του χρόνου πήραν διάφορες μορφές. Φθάνοντας στο σήμερα ο Ν. Νεγρεπόντης γράφει: «…ο ψηφιακός κόσμος προσφέρει μια νότα αισιοδοξίας. Οπως και μια δύναμη της φύσης, έτσι και την ψηφιακή εποχή δεν μπορείς να την αμφισβητήσεις ή να τη σταματήσεις. Εχει τέσσερις πολύ σημαντικές ιδιότητες, που θα συνεισφέρουν στον τελικό της θρίαμβο: την αποκέντρωση, την οικουμενικότητα, την αρμονικότητα και την ενδυνάμωση». Συμπληρώνοντας τη σκέψη του μας λέει πως «…στον ψηφιακό κόσμο, λύσεις που μέχρι σήμερα είχαν χαρακτηρισθεί ανεφάρμοστες αρχίζουν να είναι υλοποιήσιμες»[4].

Κατά τον Α. Ανδριανόπουλο η εκμετάλλευση παύει να υφίσταται και διερωτάται «Ποιανού ακριβώς την υπεραξία εκμεταλλεύεται όποιος διακυβεύει τα εισοδήματά του με επενδυτικές διακινδυνεύσεις στο χρηματιστήριο, σε ομόλογα, σε derivatives και σε options; O «εργαζόμενος της γνώσης» δε συμβάλλει με την οκτάωρη απασχόλησή του στην κατασκευή κάποιου προϊόντος επί του οποίου ο εργοδότης εξασφαλίζει κάποιο πρόσθετο αδικαιολόγητο κέρδος. Αντιθέτως, με την εξειδικευμένη του γνώση παράγει ένα αυτόνομο προϊόν ασκώντας εξουσία στον εργοδότη αν υπάρχει, με το μονοπώλιο που ασκεί πάνω στη συγκεκριμένη γνώση»[5].

Τελικά αυτές οι θεωρήσεις παρακάμπτουν και συσκοτίζουν τα ουσιαστικά ζητήματα:

- Ποιος έχει στην κατοχή του τα επιστημονικο-τεχνικά επιτεύγματα και για ποιο σκοπό;

- Αυτά είναι από μόνα τους καταστροφικά ή παίζει ρόλο από ποιόν χρησιμοποιούνται;

- Η ανάπτυξη της τεχνολογίας αλλάζει τις σχέσεις παραγωγής;

- Η εργατική τάξη υφίσταται λιγότερη εκμετάλλευση και καταργείται η παραγωγή υπεραξίας; Αν ναι, από πού πηγάζει το κέρδος;

O Μαρξ πολύ πριν τους αστούς και μικροαστούς διανοητές που νομίζουν πως ανακάλυψαν την Αμερική διαπίστωσε πως η επιστήμη μετατρέπεται σε άμεση παραγωγική δύναμη:

«… Η ιδιοποίηση της ζωντανής εργασίας από το κεφάλαιο αποκτά και από αυτή την άποψη στα μηχανήματα άμεση πραγματικότητα: Από τη μια μεριά αυτό που επιτρέπει στη μηχανή να εκτελεί την ίδια εργασία που εκτελούσε προηγούμενα ο εργάτης είναι η ανάλυση και η εφαρμογή χημικών και μηχανικών νόμων, που πηγάζει άμεσα από την επιστήμη. Η ανάπτυξη ωστόσο των μηχανημάτων σε αυτή την κατεύθυνση παρουσιάζεται μόνον όταν η μεγάλη βιομηχανία έχει φτάσει ήδη σε ανώτερη βαθμίδα και όλες οι επιστήμες έχουν αιχμαλωτιστεί στην υπηρεσία του κεφαλαίου και απ’ τη άλλη μεριά, όταν τα ίδια τα διαθέσιμα μηχανήματα ήδη προσφέρουν μεγάλους πόρους. Τότε η εφεύρεση γίνεται επιχείρηση και η εφαρμογή της επιστήμης στην ίδια την άμεση παραγωγή γίνεται σκοπιά που την καθορίζει και την παρακινεί»[6].

Ακόμα, κάνοντας κριτική στον Τζον Στιούαρτ Μιλ για το έργο του «Αρχές της Πολιτικής Οικονομίας», όπου υποστηρίζει ότι οι μηχανικές εφευρέσεις ανακουφίζουν τον καθημερινό μόχθο, γράφει: «Αλλά δεν είναι καθόλου αυτός ο σκοπός των μηχανών που χρησιμοποιούνται με κεφαλαιοκρατικό τρόπο. Οπως και κάθε άλλη ανάπτυξη της παραγωγικής δύναμης της εργασίας έτσι και η ανάπτυξή της με τις μηχανές έχει σκοπό να φθηναίνει τα εμπορεύματα και να συντομέψει το μέρος εκείνο της εργάσιμης ημέρας που χρειάζεται ο εργάτης για τον εαυτό του, για να μεγαλώσει το άλλος μέρος της εργάσιμης ημέρας του, που το δίνει δωρεά στον κεφαλαιοκράτη. Οι μηχανές είναι μέσο για την παραγωγή της υπεραξίας»[7].

Εν κατακλείδι θα λέγαμε πως για τα όποια προβλήματα ασφαλώς δεν ευθύνονται οι νέες τεχνολογίες αλλά η αντικοινωνική τους χρήση στο πλαίσιο του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Η χρήση τους επιδιώκει ή και έχει ως αποτέλεσμα: τη συγκέντρωση του κεφαλαίου, την όξυνση της ανισομετρίας μεταξύ κρατών και επιχειρήσεων, τον πολλαπλασιασμό της παραγωγικότητας και συνεπώς την τάση πτώσης του ποσοστού κέρδους, την αύξηση του βαθμού εκμετάλλευσης της εργατικής τάξης, την αύξηση της ταχύτητας διακίνησης εμπορευμάτων και της περιστροφής του κεφαλαίου, τις νέες δυνατότητες ιδεολογικής χειραγώγησης και καταστολής, τη δημιουργία νέων κοινωνικών φαινομένων (π.χ. εξάρτηση από το Διαδίκτυο), την εμφάνιση νέων εργασιακών ασθενειών κλπ.

 

ΓΙΑ ΤΟ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑ ΤΗΣ ΑΛΛΗΛΕΞΑΡΤΗΣΗΣ ΤΩΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΩΝ ΚΑΙ ΤΗ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΤΗΣ ΠΑΓΚΟΣΜΙΑΣ ΑΓΟΡΑΣ

Το φαινόμενο της αλληλεξάρτησης των οικονομιών και μαζί με αυτό η διαμόρφωση της παγκόσμιας αγοράς παρουσιάζονται ως καινοφανή ή τουλάχιστον ότι η επέκτασή της δημιούργησε μια νέα ποιότητα. Ωστόσο δε χρειάζεται να φέρεις την ταυτότητα του μαρξιστή προκειμένου να αποδείξεις ότι δεν είναι έτσι. Ηδη από την εποχή τους κιόλας οι ιδρυτές του μαρξισμού περιέγραψαν με μεγάλη ακρίβεια το φαινόμενο της διεθνοποίησης του κεφαλαίου. Εγραφαν συγκεκριμένα: «Η μεγάλη βιομηχανία δημιούργησε την παγκόσμια αγορά που την είχε προετοιμάσει η ανακάλυψη της Αμερικής. Η παγκόσμια αγορά έφερε τεράστια ανάπτυξη στο εμπόριο, στη ναυτιλία και τη συγκοινωνία της στεριάς … Σπρωγμένοι από την ανάγκη η αστική τάξη να βρίσκει μια κατανάλωση των προϊόντών της ολοένα πλατύτερη, απλώνεται επάνω σε όλη την υφήλιο. Τη χρειάζεται να χωθεί παντού, να εγκατασταθεί παντού, να κατασκευάσει παντού συγκοινωνίες. Με τον τρόπο που εκμεταλλεύεται η αστική τάξη την παγκόσμια αγορά έδωσε στην παραγωγή και στην κατανάλωση όλων των χωρών ένα χαρακτήρα κοσμοπολίτικο … Στη θέση της παλιάς εθνικής αυτάρκειας και αυτοτέλειας έρχεται μια ολόπλευρη επικοινωνία, μια ολόπλευρη αλληλεξάρτηση των εθνών»[8].

Σαφώς οι παραπάνω διαπιστώσεις εδράζονταν σε στοιχεία, στοιχεία που μπορεί να βρει κάποιος όχι μόνο στην εποχή των Μαρξ-Ενγκελς, αλλά και στη μέχρι σήμερα διαδρομή του καπιταλισμού. Αξίζει να σταθούμε σε μερικά από αυτά:

(α) Ο Ερικ Χομπσμπάουμ περιγράφοντας την οικονομική ανάπτυξη του καπιταλισμού κατά την περίοδο 1848-1875 γράφει: «Ανάμεσα στο 1820 και στο 1850 οι εξαγωγές βαμβακερών (αναφέρεται στην Αγγλία) είχαν αυξηθεί κατά 1.100 εκατομμύρια γιάρδες, αλλά μέσα στην δεκαετία 1850-1860 αυξήθηκαν κατά πολύ περισσότερα από 1.300 εκατομμύρια γιάρδες … Η εξαγωγή σιδήρου από το Βέλγιο υπερδιπλασιάστηκε ανάμεσα στο 1851 και το 1857. Στην Πρωσία στο διάστημα 1825-1850, είχαν ιδρυθεί 67 μετοχικές εταιρείες με συνολικό κεφάλαιο 45 εκατομμύρια τάλιρα, αλλά στο διάστημα 1851-1857 ιδρύθηκαν 115 τέτοιες εταιρείες - χωρίς να συνυπολογίσουμε τις σιδηροδρομικές εταιρείες - με συνολικό κεφάλαιο 114,5 εκατομμύρια τάλιρα ... Η απασχόληση αυξήθηκε ραγδαία, τόσο στην Ευρώπη, όσο και στις υπερπόντιες χώρες, όπου άνδρες και γυναίκες μετανάστευαν τώρα σε τεράστιους αριθμούς … Ανάμεσα στο 1800 και στο 1840 ο όγκος των διεθνών συναλλαγών δεν είχε καν διπλασιαστεί. Ανάμεσα στο 1850 και στο 1870 αυξήθηκε κατά 260%. Ο,τι μπορούσε να πουληθεί πουλιόταν … Ως το 1875 η Βρετανία είχε επενδύσει στο Εξωτερικό 1 δισεκατομμύριο λίρες στερλίνες – τα 3/4 αυτού του ποσού μετά το 1850 – ενώ οι γαλλικές επενδύσεις – σε ξένες χώρες υπερδεκαπλασιάστηκαν ανάμεσα στο 1850 και στο 1880»[9].

(β) Ο Κ. Βεργόπουλος γράφει: «Οι ΗΠΑ επενδύουν στο εξωτερικό, κατά την τρέχουσα δεκαετία του ‘90, 0,5% του ΑΕΠ τους, ενώ οι χώρες με εμπορικό πλεόνασμα, Ιαπωνία και Γερμανία, επενδύουν 1,6 % και 1,4% αντιστοίχως. Από μια άλλη πλευρά οι συσσωρευμένες επενδύσεις κεφαλαίων, εξωτερικής προελεύσεως, δεν αντιπροσωπεύουν στις ΗΠΑ παρά το 1,6 % του συνολικά επενδυμένου κεφαλαίου στη χώρα αυτή. Και περίπου 0,3% – 0,5% στις Ιαπωνία και Γερμανία.

Οσον αφορά τους χρηματιστικούς τίτλους πάσης φύσεως συσσωρευμένους στο εξωτερικό, αντιπροσωπεύουν σήμερα τα 2/3 του ΑΕΠ των 15 πλουσιότερων χωρών του ΟΟΣΑ. Πάντως, σύμφωνα με επίσημους υπολογισμούς, μόνο 2% των συσσωρευμένων τίτλων αντιπροσωπεύουν άμεσες επενδύσεις στο εξωτερικό. Για λόγους ιστορικούς και συγκριτικούς, ας αναφερθεί ότι στη διάρκεια 1870-1914, η Μεγάλη Βρετανία επένδυε ετησίως 8-10% του ΑΕΠ της και 50% του σχηματισμού κεφαλαίου της στο εξωτερικό, ενώ, παράλληλα, οι συσσωρευμένοι στο εξωτερικό χρηματιστικοί τίτλοι αντιπροσώπευαν το 1914 δύο φορές το ΑΕΠ της χώρας αυτής. Η εξειδικευμένη διερεύνηση του J. Tomlinson διαπιστώνει ότι η διεθνής εμπορική και χρηματιστική αλληλοδιείσδυση -δηλαδή το ύψος των χρηματιστικών και εμπορικών εισροών σε σχέση με το ΑΕΠ- τόσο για την Μεγάλη Βρετανία όσο και για τις λοιπές δυτικοευρωπαϊκές οικονομίες ήταν σαφώς ανώτερη στην περίοδο 1905-1914 σε σχέση με τις επιδόσεις της πρόσφατης δεκαετίας του ‘80»[10].

(γ) Επίσης, στοιχεία που έχουν να κάνουν με τις εξαγωγές εμπορευμάτων ως ποσοστό του ΑΕΠ αποδεικνύουν πως και πάλι δεν έχουμε να κάνουμε με νέα φαινόμενα εντελώς διαφοροποιημένα από αυτά που υπήρχαν. Παράδειγμα: Οι δυτικές αναπτυγμένες χώρες είχαν το 1890 εξαγωγές ως ποσοστό του ΑΕΠ το 11,7%, οι ΗΠΑ το 6,7%, η Δυτική Ευρώπη το 14,9% και η Ιαπωνία το 5,1%. Τα αντίστοιχα νούμερα για το 1992 ήταν 14,3%, 7,5%, 21,7% και 8,8%. Μάλιστα το ποσοστό αυτό έφτασε στο υψηλότερο σημείο την περίοδο που προηγήθηκε του Α΄ παγκοσμίου πολέμου[11].

Τα όσα παραθέσαμε αποδεικνύουν πως η κινητικότητα του κεφαλαίου, άλλοτε μεγαλύτερη άλλοτε μικρότερη, σαφώς και δεν είναι πρωτόγνωρο φαινόμενο αλλά χαρακτηρίζει έντονα, τουλάχιστον το ιμπεριαλιστικό στάδιο του καπιταλισμού.

Επιπλέον πρέπει να σημειώσουμε πως δεν υπάρχει γενικά αλληλεξάρτηση. Η αλληλεξάρτηση των οικονομιών γίνεται πάντα με τους όρους του ισχυρότερου κάτι που χαρακτηρίζει άλλωστε όλες τις ταξικές κοινωνίες. Η αλληλεξάρτηση άλλωστε συνδέεται και με πολλά παράπλευρα φαινόμενα: της ανισόμετρης ανάπτυξης, της οικονομικής και πολιτικής εξάρτησης, της θέσπισης ή της άρσης προστατευτισμών, των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων και των καπιταλιστικών ενοποιήσεων.

Ο νόμος της ανισόμετρης ανάπτυξης που διατύπωσε ο Λένιν, εξακολουθεί να ισχύει: «Η ανισομετρία και ο αλματικός χαρακτήρας της ανάπτυξης των διαφόρων επιχειρήσεων είναι αναπόφευκτα στις συνθήκες του καπιταλισμού»[12].

Τέλος οι υποστηρικτές της άποψης πως η έκρηξη της παγκόσμιας αγοράς είναι νέο φαινόμενο πρέπει να απαντήσουν και στο εξής ερώτημα: η επιβράδυνση των ρυθμών ανάπτυξης, η μείωση των κερδών διαφόρων μονοπωλίων, (π.χ. τηλεπικοινωνίες), η πτώση των λιανικών πωλήσεων, η βουτιά των χρηματιστηριακών δεικτών (με πιο χαρακτηριστική περίπτωση το NASDAQ), τα αδιέξοδα της ιαπωνική οικονομίας κ.ά. αντιστρέφουν άραγε την εικόνα που περιγράφουν και εν γένει το ιδεολόγημα της «παγκοσμιοποίησης»; (το ερώτημα ρητορικό).

 

ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΡΓΗΣΗ ΤΟΥ ΕΘΝΟΥΣ - ΚΡΑΤΟΥΣ

Κάτι παραπάνω από φανερή είναι η σχέση της αντίληψης που αναλύσαμε λίγο παραπάνω με την αντίληψη για την τάση κατάργησης του έθνους - κράτους. Βεβαίως πρόκειται για ένα από τα ζητήματα για το οποίο δεν υπάρχει ταύτιση απόψεων στους υποστηρικτές ή μη της «παγκοσμιοποίησης». Μια βασική άποψη υποστηρίζει την εξασθένηση του εθνικού κράτους λόγω της παντοδυναμίας του κεφαλαίου που «είναι πιο ευέλικτο από την εργασία». Ο Τζωρτζ Σόρος λέει πως «παραδοσιακά, εκείνο που προστάτευε το κοινό συμφέρον ήταν το εθνικό κράτος. Ομως, η βαθμιαία ενίσχυση και επέκταση της παγκόσμιας αγοράς κεφαλαίου έχει συρρικνώσει την κρατική εξουσία. Εφόσον το κεφάλαιο μπορεί πλέον να ξεφύγει από τα κράτη, ό,τι νόμους και αν εφαρμόζουν, όσους φόρους και αν ζητούν, οι κυβερνήσεις υποχρεώνονται να μετριάσουν τις απαιτήσεις τους»[13].

Το μελλοντικό μοντέλο, σύμφωνα με τους θιασώτες της συγκεκριμένης άποψης, υποτίθεται πως θα λειτουργεί με διάφορα έθνη ή φυλές που θα συνυπάρχουν λίγο-πολύ αρμονικά κάτω από τη χαλαρή διακυβέρνηση μερικών παγκόσμιων διοικητικών κέντρων.

Υπάρχει βέβαια και εκείνο το στρατόπεδο που αποτελείται είτε από σοσιαλδημοκράτες είτε από κλασικούς νεοφιλελεύθερους που εγείρουν ενστάσεις. Πρόκειται για μια ιδεολογική διαφοροποίηση στους κόλπους της αστικής τάξης: « παρά τα τροπάρια για την αδυναμία των εθνικών κυβερνήσεων βλέπουμε αυτές τις ίδιες κυβερνήσεις να συμβάλλουν πλήρως στην επεξεργασία και στην εφαρμογή της νέας ηγεμονικής πολιτικής οικονομίας στην οποία ήθελαν να «συμμετάσχουν» και όχι μόνο να «προσαρμοστούν». Αυτό το έχουν καταφέρει ενεργώντας ταυτόχρονα σε επίπεδο εθνικό, περιφερειακό, τοπικό και ευρωπαϊκό για να επανακαθορίσουν τους κανόνες του παιχνιδιού και να τους συντονίσουν με τη νεοφιλελεύθερη δόξα»[14].

Στο ίδιο μήκος κύματος τοποθετείται ο Α. Ανδριανόπουλος: «κανένας δεν μπορεί να επιβάλλει (σ.σ.: εννοεί την επιβολή μοντέλου κοινωνικής και οικονομικής πολιτικής που κατεδαφίζει τα συστήματα κοινωνικής προστασίας) σε εθνικές κυβερνήσεις πολιτικές με τις οποίες εκείνες θα διαφωνούσαν. Οι συνθήκες της παγκοσμιοποίησης σε καμιά περίπτωση δεν προϋποθέτουν ομοιογενή μοντέλα κοινωνικής και οικονομικής πολιτικής. Αυτό που απαιτείται, για την εισροή ξένων επενδύσεων και την ενίσχυση της κάθε εθνικής χρηματαγοράς από το διεθνές χρηματιστηριακό κεφάλαιο, είναι η εξασφάλιση συνθηκών οικονομικής σταθερότητας και ένα περιβάλλον επενδυτικής εμπιστοσύνης για προοπτικές οικονομικής ανάπτυξης. Η κάθε κυβέρνηση είναι υπεύθυνη για τον τρόπο εξασφάλισης αυτών των συνθηκών. Το κοινωνικό μοντέλο που θα ανταποκριθεί στα δεδομένα αυτά δεν το επιβάλλει κανένας απ’ έξω. Είναι της επιλογής της κάθε κυβέρνησης και του λαού που την εκλέγει»[15].

Η κλασική νεοφιλελεύθερη άποψη επιμένει στον περιορισμό του ρόλου του κράτους στο οικονομικό γίγνεσθαι -αυτό το κάνει άλλωστε για δεκαετίες- εννοώντας βεβαίως την προσφορά όλο και περισσότερων προνομίων από το κράτος στο κεφάλαιο και συγχρόνως την ενδυνάμωση όλων των κατασταλτικών μηχανισμών. Αυτό δε συνιστά διαφοροποίηση σε σχέση με τη σοσιαλδημοκρατία αφού η ίδια συνήθως ηγείται ή συναινεί με αυτές τις επιλογές.

Ας δούμε όμως κάτω από την οπτική του μαρξισμού όλη αυτή την επιχειρηματολογία. Αξίζει να θυμηθούμε πώς ο μαρξισμός αντιμετώπισε το ζήτημα του εθνικού κράτους και του κράτους γενικά. Το κράτος προηγήθηκε ιστορικά του έθνους και αυτό είναι αποδεκτό και από μη μαρξιστές. Το μεν κράτος ήταν αποτέλεσμα των ανειρήνευτων ταξικών αντιθέσεων και εμφανίστηκε μαζί με την πρώτη ταξική κοινωνία προκειμένου να υπερασπίσει και να διευρύνει τα συμφέροντα της κυρίαρχης τάξης. Το δε έθνος είναι μια ιστορική κατηγορία που αναπτύχθηκε κατά τη διαδικασία αποσύνθεσης της φεουδαρχίας και της μετάβασης στον καπιταλισμό. Κατά τη μετάβαση αυτή το καπιταλιστικό κράτος εδραιώθηκε κατά κανόνα στο επίπεδο του έθνους-κράτους ή σε κράτη με κυρίαρχη μια εθνότητα, με την ανάπτυξη των αγορών, τη δημιουργία οικονομικής κοινότητας, τη συγκέντρωση πληθυσμών σε μεγάλες γεωγραφικές περιοχές. Η συγκρότηση της οικονομίας ως σχέσεις παραγωγής, ως σχέσεις τάξεων πραγματοποιήθηκε σε αυτό το επίπεδο. Τα αστικά κράτη τάχθηκαν να οργανώνουν και να υπηρετούν τα συμφέροντα της «δικής» τους αστικής τάξης: να διασφαλίζουν τη διευρυμένη αναπαραγωγή του κεφαλαίου (ως σχέση και αξία) στο εσωτερικό και έναντι των εξωτερικών ανταγωνιστών. Το ζήτημα λοιπόν δεν τίθεται αν μπορούν ή όχι τα κράτη να «ελέγξουν» το κεφάλαιο, αλλά ότι τα κράτη δρουν για την εξασφάλιση των γενικών συμφερόντων του κεφαλαίου, που είναι συγκροτημένο ως κυρίαρχη τάξη στο χώρο τους, μέσα στις εκάστοτε συνθήκες κίνησής του, εσωτερικές και διεθνείς. Μετά από αυτή τη σύντομη αναφορά το ερώτημα που τίθεται είναι αν οι όροι δημιουργίας του κράτους - έθνους έχουν εκλείψει σήμερα (άλλο ένα ρητορικό ερώτημα).

Η επιχειρηματολογία περί κατάργησης του εθνικού κράτους δεν είναι παρά μια επανάληψη ή μετεξέλιξη της θεωρίας του Κάουτσκυ για τον υπερ-ιμπεριαλισμό. Ο Λένιν απαντώντας στην εν λόγω θεωρία έγραφε: «Από καθαρά οικονομική άποψη -γράφει ο Κάουτσκυ- δεν αποκλείεται ο καπιταλισμός να περάσει ακόμα μια νέα φάση: τη φάση της μεταφοράς της πολιτικής των καρτέλ στην εξωτερική πολιτική, τη φάση του ουλτραϊμπεριαλισμού, δηλαδή του υπέρ-ιμπεριαλισμού, της συνένωσης των ιμπεριαλιστών όλου του κόσμου και όχι της πάλης ανάμεσά τους, τη φάση του σταματήματος των πολέμων στις συνθήκες του καπιταλισμού, τη φάση της «από κοινού εκμετάλλευσης του κόσμου απ’ το διεθνικά – ενωμένο χρηματιστικό κεφάλαιο» … Μήπως τα διεθνή καρτέλ που ο Κάουτσκυ βλέπει ως έμβρυα του «υπερ-ιμπεριαλισμού», δεν μας προσφέρουν ένα παράδειγμα για το μοίρασμα και το ξαναμοίρασμα του κόσμου, για το πέρασμα από το ειρηνικό μοίρασμα στο μη ειρηνικό και αντίστροφα; … Στα πλαίσια του καπιταλισμού ποιο άλλο μέσο μπορεί να υπάρχει εκτός από τον πόλεμο για την εξάλειψη της αναντιστοιχία ανάμεσα στην ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων και της συσσώρευσης του κεφαλαίου, από την μια μεριά, και στο μοίρασμα των αποικιών και των «σφαιρών επιρροής» του χρηματιστικού κεφαλαίου από την άλλη;»[16].

Εχουν άραγε επικαιρότητα οι απόψεις του Λένιν; Ας δούμε ορισμένα σύγχρονα παραδείγματα που παρόμοιά τους συναντά κανείς και σε προηγούμενες περιόδους:

(α) Εάν σήμερα επαληθευόταν η θεωρία του υπερ-ιμπεριαλισμού καθώς και η θεωρία της τάσης κατάργησης των εθνών κρατών, θα είχαμε άραγε την επέμβαση των Αμερικάνων συνεπικουρούμενων και από την Ευρωπαϊκή Ενωση στη Γιουγκοσλαβία, στο Αφγανιστάν; Θα είχαμε τη διένεξη Ινδία - Πακιστάν, την Ιντιφάντα των Παλαιστινίων, το τσάκισμα των Κούρδων από την Τουρκία, την προετοιμασία επέμβασης από πλευράς ΗΠΑ σε Κολομβία και Βενεζουέλα;

(β) Η ανισομετρία και οι αντιθέσεις στις σημερινές συνθήκες όχι μόνο δεν τείνουν προς κατάργηση αλλά εντείνονται ραγδαία. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η μεγέθυνση του χάσματος μεταξύ αναπτυγμένων καπιταλιστικών χωρών και του «τρίτου κόσμου». Η ακόμα η περίπτωση της προσπάθειας μονοπώλησης του βοδινού κρέατος και της μπανάνας μεταξύ ΗΠΑ και ΕΕ, οι διαμάχες για το πετρέλαιο, το χάλυβα, η αντιπαράθεση Γαλλίας - Γερμανίας για την προοπτική πολιτικής ενοποίησης της ΕΕ, η μη συμμετοχή της Αγγλίας στη ζώνη του Ευρώ, η διαμάχη των αστικών τάξεων Ελλάδας - Τουρκίας για το Αιγαίο και τη διείσδυση στα Βαλκάνια είναι μόνο μερικά γεγονότα που έρχονται σε πλήρη αντίθεση με τους υποστηρικτές της θέσης περί κατάργησης του έθνους-κράτους.

(γ) Το κράτος όχι μόνο απλά συνυπάρχει με τα μονοπώλια αλλά συμπλέκονται στην κοινή τους επιδίωξη για τη μεγιστοποίηση των κερδών. Η σύμφυση αυτή γίνεται πολλές φορές με τέτια μορφή ώστε η εγγενής σαπίλα του συστήματος να βγαίνει στην επιφάνεια με αποκαλυπτικό τρόπο. Η εποχή της χρηματοδότησης του Χίτλερ από τα γερμανικά μονοπώλια, το σκάνδαλο του Watergate, η προώθηση συγκεκριμένων προέδρων στην Αμερική από τα ισχυρά μονοπώλια, η συμμαχία αμερικάνικου κράτους-άρχουσας τάξης της Χιλής και ΙΤΤ στο τσάκισμα του λαϊκού κινήματος της Χιλής, αλλά και προσφάτως η περίπτωση της εταιρείας ENRON δείχνουν ακριβώς αυτό το οποίο περιγράψαμε.

Ασφαλώς «το κεφάλαιο δεν έχει πατρίδα». Αυτό σημαίνει πως στην προσπάθεια μεγιστοποίησης των κερδών «ξανοίγεται» και εκτός των εθνικών συνόρων. Ωστόσο η εθνική βάση είναι και η κυρίαρχη. Η εξουσία του εκφράζεται και διασφαλίζεται από το αστικό κράτος. Οπως εύστοχα σημειώνεται στα ντοκουμέντα του ΚΚΕ για το 16ο Συνέδριο: «...Δυνάμωσε και αναβαθμίστηκε ο ρόλος των διακρατικομονοπωλιακών ρυθμίσεων έναντι των κρατικομονοπωλιακών ρυθμίσεων σε εθνικό επίπεδο, οι οποίες όχι μόνο δεν χάνουν το ρόλο τους αλλά λειτουργούν ως στήριγμα και αναγκαίο συμπλήρωμα των πρώτων»[17]. Δεν πρέπει να μας ξεγελάει το γεγονός πως η διεθνική δράση του κεφαλαίου εμφανίζεται ίσως περισσότερο έντονη τα τελευταία χρόνια αφού παρουσιάστηκαν νέα πεδία δράσης, όπως π.χ. στις πρώην σοσιαλιστικές χώρες. Η δράση του αστικού κράτους και του κεφαλαίου που κινείται σε διεθνές επίπεδο συνδέονται διαλεκτικά. Η μια καθορίζει και ενδυναμώνει την άλλη. Οι τάσεις προστατευτισμού και διεθνοποίησης συνυπάρχουν και αντιτίθενται. Αποφάσεις σε διεθνές επίπεδο ασφαλώς και παίρνονται, αυτό όμως γίνεται με τη συμμετοχή των εθνικών κρατών. Στη συνέχεια εξειδικεύονται και εφαρμόζονται σε επίπεδο εθνικού κράτους.

Ασφαλώς, η συμμετοχή του κάθε εθνικού κράτους στις αποφάσεις που λαμβάνονται σε παγκόσμιο επίπεδο δεν είναι «ισότιμη» αλλά εξαρτάται από την ισχύ του «εθνικού» κεφαλαίου που βρίσκεται πίσω από το κράτος και από το σύνολο της πολιτικής στρατιωτικής ισχύος του. Το κράτος όχι μόνο δεν αποδυναμώνεται, αλλά αντιθέτως ισχυροποιείται. Απόδειξη; Η διεύρυνση των κατασταλτικών μηχανισμών, οι αποφάσεις στην κατεύθυνση αφαίρεσης κεκτημένων, η θεσμοθέτηση νόμων που ευνοούν τη δράση του κεφαλαίου κλπ. Η παραχώρηση τέλος κρατικών τομέων στο ιδιωτικό κεφάλαιο δε σημαίνει αποδυνάμωση του κράτους αλλά επαλήθευση του ρόλου του.

 

ΓΙΑ ΤΗ ΝΕΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ-ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΠΟΥ ΔΙΑΜΟΡΦΩΝΕΤΑΙ

Η προηγούμενη θέση για κατάργηση του εθνικού κράτους συνοδεύεται από τη θέση για τη δημιουργία νέων μορφών εξουσίας. Πρόκειται για την εξουσία των πολυεθνικών καθώς και των παγκόσμιων οργανισμών, όπως του ΠΟΕ, του ΔΝΤ, της Παγκόσμιας Τράπεζας κ.ά. Ο ιδρυτής της επιθεώρησης «The Ecologist» γράφει: «Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου υποχρεώνει πλέον τις χώρες του Νότου να αποδέχονται κάθε είδους επένδυση από το εξωτερικό, να προσφέρουν «εθνική μεταχείριση» σε κάθε αλλοδαπή εταιρεία που εγκαθίσταται στο έδαφος τους και δραστηριοποιείται στον τομέα της γεωργίας, των ορυχείων, της βιομηχανίας και των υπηρεσιών, να καταργήσει τους τελωνειακούς δασμούς και τις ποσοστώσεις στις εισαγωγές σε όλα τα εμπορεύματα … Καμιά κυβέρνηση, ακόμα και στο Βορρά, δεν εξασκεί πλέον έλεγχο στις πολυεθνικές επιχειρήσεις»[18].

Παρόμοιους ισχυρισμούς συναντάει κανείς άφθονους σε όλες τις αναλύσεις περί «παγκοσμιοποίησης». Η πρώτη μας ένσταση σε τέτοιους είδους αναλύσεις είναι πως ο όρος μονοπώλια είναι εξαφανισμένος. Δεν πρέπει να ξεχνάμε πως οι πολυεθνικές είναι πρώτα απ’ όλα μονοπώλια. Η δεύτερή μας παρατήρηση έχει να κάνει με το ότι ο δυναμικός τους ρόλος στη διαμόρφωση της πολιτικής και της οικονομίας παρουσιάζεται πάλι ως νέο φαινόμενο ενώ δεν είναι. Σημειώνουμε ενδεικτικά πως σε βιβλίο γραμμένο εικοσιένα χρόνια πριν αναφέρεται: «Οι πολυεθνικές ελέγχουν το ένα τρίτο της βιομηχανίας του καπιταλιστικού κόσμου, περί το μισό του εμπορίου του, το μεγαλύτερο μέρος του πιστωτικού-χρηματιστικού συστήματος, ουσιαστικά όλη τη σύγχρονη τεχνολογία και σχεδόν τα 9/10 των άμεσων επενδύσεων των δυτικών χωρών στο εξωτερικό. Από τα χέρια τους περνά το 70% του ΑΕΠ της Ολλανδίας, το 53% του ΑΕΠ της Μ. Βρετανίας, το 30% του ΑΕΠ της Ιταλίας, το 28% του ΑΕΠ της Δ. Γερμανίας και το 20% του ΑΕΠ της Γαλλίας. Οι εταιρείες αυτές πραγματοποιούν το 50% όλων των εξαγωγών από τις ΗΠΑ[19]».

Η τρίτη μας αντίρρηση σχετίζεται με την παντοδυναμία εκείνων των παγκόσμιων οργανώσεων η δράση των οποίων εξυπηρετεί τα διεθνικά μονοπώλοα. Παγκόσμιες καπιταλιστικές οργανώσεις, όπως το ΔΝΤ, η Παγκόσμια Τράπεζα κ.ά., εκφράζουν την τάση συμμαχιών των εθνο-κρατικά συγκροτημένων κεφαλαίων στη βάση του κάθε φορά συσχετισμού δυνάμεων, αλλά πρόκειται για συμμαχίες εύθραυστες και ευμετάβλητες, με αντιθέσεις και συγκρούσεις. Το πρόσφατο παράδειγμα της Αργεντινής και οι αντιπαραθέσεις για το ρόλο του ΔΝΤ, η διαμάχη Γαλλίας - Γερμανίας στα κοινοτικά όργανα για το αεροδρόμιο των Σπάτων, η πολυμερής συμφωνία επενδύσεων (ΜΑΙ) που δεν προχώρησε έπειτα από ενστάσεις του γαλλικού κεφαλαίου δείχνουν ανάγλυφα αυτό το γεγονός. Παράλληλα δεν πρέπει λοιπόν να ξεχνάμε πως οι «υπερεθνικές» οργανώσεις απαρτίζονται από εκπροσώπους «εθνικών κεφαλαίων», πολιτικών εκπροσώπων των κατά τόπους αστικών τάξεων ή ακόμα από τους ίδιους τους αστούς διαφορετικής εθνικής προέλευσης με διαφορετικές συχνά επιδιώξεις και διαφορετικά συμφέροντα.

Σήμερα η αξία της παραγωγής από την πλευρά των πολυεθνικών φτάνει στο 25% της παγκόσμιας παραγωγής. Μόλις το 1/3 από αυτό το ποσοστό, δηλαδή περίπου το 8,3%, πραγματοποιείται σε χώρες εκτός εθνικών ορίων. Το 25% δεν είναι βεβαίως αμελητέο νούμερο είναι όμως μόνο το 1/4 της παγκόσμιας παραγωγής και ασφαλώς ακόμα μικρότερο είναι το 8,3%, δηλαδή μόλις το 1/12 της παγκόσμιας παραγωγής.

Δεν ισχυριζόμαστε ότι ο ρόλος των διεθνικών μονοπωλίων και των παγκόσμιων ιμπεριαλιστικών οργανώσεων είναι ανάξιος παρατήρησης. Η επικέντρωση όμως αποκλειστικά στο ρόλο τους έχει σοβαρές πολιτικές επιπτώσεις: εξαγνίζει τις «εθνικές» κυβερνήσεις και τις καθιστά άμοιρες ευθυνών ή παρουσιάζει τις επιλογές τους ως αναγκαστικές κάτω από την πίεση «υπερεθνικών» οργάνων, παραβλέπει τη σχέση εθνικού - διεθνικού στην οικονομία, εξαφανίζει τη συμμετοχή μεγάλων ή μικρών καπιταλιστικών κρατών στη διαμόρφωση παγκόσμιων αποφάσεων και τελικά αποπροσανατολίζει το κίνημα, βάζοντάς του μονοδιάστατα καθήκοντα που δεν το βοηθούν ούτε στην ανάπτυξή του ούτε στην αποτελεσματικότητά του. Μάλιστα η διαδικασία κάθαρσης των «εθνικών» κυβερνήσεων δε γίνεται έμμεσα αλλά πολλές φορές χωρίς προσχήματα: «η παγκοσμιοποίηση καθιστά δύσκολο για τις κυβερνήσεις να ενισχύσουν την κρατική νομοθεσία. … Καθώς οι επενδυτές λαμβάνουν υπόψη στις αποφάσεις τους την εργατική νομοθεσία και τον τρόπο που εφαρμόζεται είναι μεγάλος ο πειρασμός για τις κυβερνήσεις να μετριάσουν ή να μην εφαρμόζουν τα μέτρα προστασίας των εργαζομένων ή ακόμα και να κλείνουν τα μάτια στις παραβιάσεις τους»[20].

 

Η «ΑΠΑΝΤΗΣΗ» ΜΕΣΩ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΤΗΣ ΡΥΘΜΙΣΗΣ

Μπροστά σε όλα τα «νέα» φαινόμενα που διαπιστώνονται προτείνονται και οι ανάλογες λύσεις. Κυριαρχεί η πρόταση για πολιτική της ρύθμισης και οι φωνές για την επιστροφή του Κέυνς. Αυτά είναι που θα «επανασυντονίσουν το απορυθμισμένο σύστημα». Οι προτάσεις αυτές αποτελούν το κεντρικό σκεπτικό της σοσιαλδημοκρατίας, προσφάτως όμως όλο και περισσότεροι νεοφιλελεύθεροι προσχωρούν στο ίδιο σκεπτικό.

Πριν να δούμε τις προτάσεις αυτές, αξίζει να κάνουμε μια μικρή έστω ιστορική αναδρομή σχετικά με τον Κέυνς και τη σκέψη του. Ο Κέυνς θεωρήθηκε ως «επαναστάτης» της αστικής πολιτικής οικονομίας. Η θεωρία του αποτέλεσε τη γενική θεωρία της κρατικομονοπωλιακής ρύθμισης και εμφανίστηκε τη δεκαετία του ’30. Θεμελίωνε ένα ευρύ πρόγραμμα παρέμβασης του κράτους στην καπιταλιστική οικονομία. Ουσιαστικά «απαντούσε» στην ισχυρότατη κρίση του καπιταλισμού την περίοδο του ’29-’33, υποστήριζε πως η αιτία των υφέσεων βρίσκεται στην έλλειψη αγορών. Απέρριπτε τη μέχρι τότε κυρίαρχη αστική άποψη για την ανεργία, σύμφωνα με την οποία η ανεργία είναι εθελοντικού χαρακτήρα. Αντιθέτως θεωρούσε πως είναι αναγκαστικό φαινόμενο. Συμπέραινε τελικά πως οι ασθένειες του καπιταλισμού είναι ιάσιμες κάτω από την ενεργή παρέμβαση του αστικού κράτους στην οικονομία. Η ανάλυση του Κέυνς περνάει από το μικροοικονομικό στο μακροοικονομικό επίπεδο και τον ενδιέφερε η πραγματοποίηση του κεφαλαίου. Αυτό σημαίνει πως έβλεπε πιο μακριά σε σχέση με τους προγενέστερούς του αστούς αναλυτές.

Ωστόσο, όπως ήταν αναμενόμενο, η κεϋνσιανού τύπου διαχείριση στάθηκε ανίκανη να εξαλείψει τις εγγενείς στον καπιταλισμό κρίσεις. Μάλιστα, απαξιώθηκε ως μορφή διαχείρισης κατά τη δεκαετία του 1970, οπότε επικράτησε ο λεγόμενος στασιμοπληθωρισμός (χαμηλοί ρυθμοί ανάπτυξης, ανεργία, πληθωρισμός), με αποτέλεσμα να την αρνηθούν ακόμη και τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα, υιοθετώντας νεοφιλελεύθερα οικονομικά προγράμματα, την πολιτική των καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων.

Οι σύγχρονοι συνεχιστές του Κέυνς προτείνουν στις νέες συνθήκες πολιτική παρεμβάσεων που βέβαια απέχει πολύ από την κλασική σοσιαλδημοκρατική μεταπολεμική διαχείριση. Ας δούμε μερικά παραδείγματα:

(α) «Στη διάρκεια των τελευταίων ετών η «Monde Diplomatique» έχει επανειλημμένως αναφερθεί με άρθρα της στις έρευνες και στα πειράματα που γίνονται για την εξέλιξη της ανθρώπινης εργασίας σε ένα σύστημα ολοένα και περισσότερο αυτοματοποιημένο για τη μείωση του χρόνου εργασίας, χωρίς να επηρεαστεί αρνητικά το βιοτικό, επίπεδο, για το μοίρασμα των κερδών της παραγωγικότητας, ανάμεσα στις επιχειρήσεις και στους υπαλλήλους …»[21].

(β) «Τα άτομα, οι επιχειρήσεις, τα κράτη, οι διεθνείς οργανισμοί πρέπει να αναλάβουν τις ευθύνες τους στην προαγωγή της αρμονίας των κοινωνιών και των ανθρώπων μεταξύ τους και με το περιβάλλον τους … Οφείλουμε να μάθουμε να χαλιναγωγούμε την πλεονεξία μας. Οι πιο πλούσιοι, αυτοί που έχουν παρασυρθεί στη δίνη της σπατάλης, πρέπει να αναμορφώσουν τον τρόπο ζωής τους, να μετριάσουν την κατανάλωση που κάνουν, να μάθουν τη λιτότητα»[22].

(γ) «Κατά το πρότυπο των εθνικών χρηματιστηρίων, ένα παγκόσμιο χρηματιστήριο συναλλάγματος θα χρησίμευε για να βάλει τάξη στις συναλλαγές. Θα διαχειρίζονταν ηλεκτρονικά εντολές αγορών και πωλήσεων ακριβώς όπως γίνεται στο εντελώς αυτοματοποιημένο χρηματιστήριο του Τόκιο»[23].

(δ) «Οι κοινωνικοί εταίροι σημείωσαν πρόσφατα μερικά σημαντικά βήματα με τη συμφωνία της 6ης Σεπτεμβρίου ‘95 σχετικά με την προοδευτική συνταξιοδότηση σε συνδυασμό με ταυτόχρονες προσλήψεις, καθώς και εκείνη της 31ης Οκτωβρίου, τη μείωση του ωραρίου εργασίας … μένει να ενισχυθεί η στρατηγική αυτής της λογικής και συγκροτημένης ανακατανομής εργασίας …»[24].

(ε) Απολύτως εναρμονισμένοι με όλη αυτήν την ενσωματωμένη προτασεομανία είναι οι απανταχού σοσιαλδημοκράτες και φυσικά ο ΣΥΝ. Στη συνάντηση του συμβουλίου της σοσιαλιστικής διεθνούς που πραγματοποιήθηκε στη Γενεύη το 1998 βρίσκει κανείς προτάσεις όπως την επιβολή ενός κώδικα συμπεριφοράς μεταξύ παραγόντων και χρηματιστικών αγορών, την οργάνωση ενός παγκόσμιου συστήματος παρακολούθησης δημοσιονομικών κινδύνων, την αύξηση του ταμείου εκτάκτων περιπτώσεων του ΔΝΤ, την ενθάρρυνση των περιφερειακών ολοκληρώσεων, τη διεύρυνση των G7 μέσα στα πλαίσια του ΟΗΕ κλπ. Παρόμοιες προτάσεις συναντώνται και στις πολιτικές αποφάσεις της ΚΠΕ του ΣΥΝ, όπως για παράδειγμα την παρέμβαση της ΕΕ στις διαδικασίες παγκοσμιοποίησης από τη σκοπιά των αντιλήψεων του κοινωνικού κράτους, γενικά την αναδιανομή του πλούτου, την ιδέα της νέας παγκόσμιας ρύθμισης και το στόχο της δημοκρατικής πολιτικής διακυβέρνησης της παγκοσμιοποίησης κλπ.[25].

(στ) Μεγάλη συζήτηση έχει γίνει και για τον περίφημο φόρο Τόμπιν. Αναφερόμαστε στην πρόταση του ομώνυμου Αμερικανού οικονομολόγου, ο οποίος πρότεινε το 1992 τη φορολόγηση των διασυνοριακών κινήσεων κεφαλαίου, καθώς κατέρρεε το σύστημα καθορισμού των συναλλαγματικών ισοτιμιών Bretton Woods. Οσον αφορά στον τρόπο εφαρμογής του, μερικοί προτείνουν τη φορολόγηση μόνο των βραχυπρόθεσμων συναλλαγών και άλλοι το διαχωρισμό ανάμεσα στις κερδοσκοπικές και στις μη κερδοσκοπικές επιχειρήσεις ενώ το ύψος του φόρου κυμαίνεται ανάμεσα στο 0,1% και το 1% της αξίας κάθε διασυνοριακής συναλλαγής. Το κωμικό της υπόθεσης είναι πως ο ίδιος ο εμπνευστής της ιδέας αποκήρυξε τους οπαδούς του «φόρου Τόμπιν», αφού ο ίδιος υποστηρίζει ότι η «παγκοσμιοποίηση» δεν είναι συνομωσία και δηλώνει υποστηρικτής του ΔΝΤ, του ΠΟΕ και της Παγκόσμιας Τράπεζας.

Οι παραπάνω ενδεικτικές προτάσεις είναι και ουτοπικές (θα δεχτούν άραγε οι αστοί να μειώσουν την κατανάλωσή τους;) και κυρίως προτάσεις ενσωμάτωσης ενταγμένες στην κυρίαρχη λογική. Ακριβώς για αυτό το λόγο δε βρίσκει κανείς ουσιαστικές διαφορές στις προτάσεις των δύο αντίπαλων υποτίθεται στρατοπέδων. Οι νεοφιλελεύθεροι δε διστάζουν να μιλήσουν και αυτοί για την αναγκαιότητα ρυθμίσεων και παρέμβασης του κράτους, μιας που αυτό εκφράζει στη συγκεκριμένη φάση τις ανάγκες του κρατικομονοπωλιακού καπιταλισμού να «προλάβει τα χειρότερα». Μάλιστα, στην ίδια τη μητρόπολη του καπιταλισμού γίνονται οι πιο εντυπωσιακές κρατικές παρεμβάσεις, εννοείται προς όφελος του κεφαλαίου. Για παράδειγμα πριν μόλις λίγους μήνες η κυβέρνηση των ΗΠΑ εξήγγειλε ένα πακέτο μέτρων «τόνωσης της οικονομίας» του οποίου η αξία θα κυμαίνεται από 60 έως 75 δισ. δολάρια, τα επιτόκια μειώνονται αδιάκοπα από την ομοσπονδιακή τράπεζα των ΗΠΑ έχοντας φτάσει στο 2,5% (σε επίπεδο που βρισκόταν πριν το ’62), ενώ αποφασίστηκε η χορήγηση 15 δισ. δολαρίων στις πληγείσες από το τρομοκρατικό χτύπημα εταιρείες.

Από όλα αυτά γίνεται φανερό πως η παρέμβαση του κράτους στα οικονομικά δρώμενα είναι ή προτείνεται να είναι ακόμα πιο αποφασιστική προς όφελος του κεφαλαίου σε σχέση με τον καιρό του Κέυνς.

Να σημειώσουμε τέλος πως στη λογική της ρύθμισης κινούνται και οι λεγόμενες Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις (ΜΚΟ), καθώς και η επίσημη εκκλησία (Ορθόδοξη και Καθολική). Οι ΜΚΟ έχουν γνωρίσει αξιοσημείωτη ανάπτυξη τα τελευταία χρόνια με γνωστότερη απ’ όλες της ATTAC. Σε γενικές γραμμές τα αιτήματά τους είναι:

- Η εξασφάλιση δημοκρατίας/λαϊκής κυριαρχίας.

- Η υποστήριξη του τοπικού.

- Η οικολογική βιωσιμότητα.

- Η υπεράσπιση οικονομικών και ανθρώπινων δικαιωμάτων.

- Η εξασφάλιση τροφής και η ασφάλεια τροφίμων.

- Η απαγόρευση εμπόρευσης ορισμένων αγαθών και υπηρεσιών.

- Η άμβλυνση των κοινωνικών ανισοτήτων.

- Η πολιτιστική, βιολογική, οικονομική και κοινωνική ποικιλότητα.

(Χρησιμοποιούμε την ορολογία που οι ίδιες οι ΜΚΟ χρησιμοποιούν).

Αυτό που πρέπει να σημειώσουμε είναι πως τα αιτήματα των ΜΚΟ λειτουργούν σαν συγκοινωνούντα δοχεία με τ’ αντίστοιχα της σοσιαλδημοκρατίας. Γι’ αυτό άλλωστε ο χαρακτηρισμός ΜΚΟ πρέπει να θεωρείται ψευδεπίγραφος. (Παρακάτω θα εξηγήσουμε και για ποιους άλλους λόγους ο συγκεκριμένος χαρακτηρισμός δεν έχει καμιά βάση).

 

ΟΙ «ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΕΣ» ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

Παράλληλα με τις προτάσεις ρύθμισης που περιγράψαμε παραπάνω, υπάρχει ένα ακόμα «πακέτο» προτάσεων που για λόγους μεθοδολογίας και μόνο θα τις ονομάσουμε «εναλλακτικές». Πρόκειται για προτάσεις που υποτίθεται ότι ξεφεύγουν από τα τετριμμένα και αποτελούν νησίδες ουτοπίας μέσα στη σύγχρονη πραγματικότητα. Οι προτάσεις αυτές είναι μάλιστα το περιεχόμενο και το απότοκο συγχρόνως της «αντιπαράθεσης» φιλελευθερισμού - κοινοτισμού.

Πρωταγωνιστής στα τελευταία χρόνια αυτής της «αντιπαράθεσης» ή τουλάχιστον ένας εκ των πρωταγωνιστών φαίνεται να είναι ο Jeremy Rifkin, γνωστός κυρίως από το έργο του «Το τέλος της εργασίας και το μέλλον της». Ο Jeremy Rifkin μπροστά στα προβλήματα που ανακύπτουν κατά τη διάρκεια της «σύγχρονης τρίτης βιομηχανικής επανάστασης» προτείνει τη δημιουργία ενός τρίτου τομέα, πέραν της αγοράς και του δημοσίου, της κοινοτικής οικονομίας. Μιλάει για συνεταιριστικά διαρθρωμένες οικονομικές μονάδες με στόχο την ικανοποίηση των κοινωνικών αναγκών και όχι την αύξηση των κερδών. Η ανάπτυξη ενός τέτιου μοντέλου κατά τον Jeremy Rifkin θα δώσει λύση στο πρόβλημα της απασχόλησης και θα συμβάλει σε μια δημοκρατική αναδιάρθρωση της σημερινής κοινωνίας.

Υπάρχουν λοιπόν αρκετοί πρόθυμοι να εκλαϊκεύσουν την «εναλλακτική» πρόταση, να σχεδιάσουν ένα «φρέσκο» τρίτο δρόμο, κάνοντας επιμέρους προτάσεις, αλλά και δίνοντας έμπρακτα παραδείγματα (πάντα στο πνεύμα «απάντησης» στη φιλελεύθερη «παγκοσμιοποίηση»). Ετσι:

α) Κατά τον Philippe Baque χρειαζόμαστε πυρήνες εναλλακτικής οικονομίας που θα τους προωθήσει ένα αντίστοιχο κίνημα, το οποίο «έλκει τις ρίζες του από τις αγροτικές κοινότητες, που τόσο υμνήθηκαν το Μάη του ’68...»[26]. Ας δούμε λοιπόν πώς κατά το Philippe Baque υλοποιείται ήδη ένα τέτιο πρόγραμμα εναλλακτικής οικονομίας: «Την εποχή της γέννησής του, το 1981, το Γραφείο Συνδέσμου για την Ανάπτυξη μιας Εναλλακτικής Οικονομίας (Aldea) είχε ως πρώτιστη μέριμνα να ιδρύσει ένα τραπεζικό οργανισμό που να μπορεί να αντλεί από τα αποθέματα της λαϊκής αποταμίευσης με σκοπό τη χρηματοδότηση εναλλακτικών επιχειρήσεων. Το πρώτο βήμα προς αυτήν την κατεύθυνση το έκανε ένας όμιλος επενδυτών με την επωνυμία «Les Cigales» (τα τζιτζίκια), που σκοπό του είχε την αποκεντρωτική και εναλλακτικού τύπου διαχείριση της λαϊκής αποταμίευσης. Οι οργανωμένες αυτές ομάδες επενδυτών αποτελούν ενώσεις δεκαπέντε έως είκοσι φυσικών προσώπων, που συνενώνουν τις εισφορές τους προκειμένου να συμμετάσχουν στο κεφάλαιο εταιρειών οι οποίες δεν κατορθώνουν να εξασφαλίσουν τη χρηματοδότησή τους από τις παραδοσιακές τράπεζες. Οι επενδυτές καθοδηγούν και συμβουλεύουν την επιχείρηση, η οποία οφείλει να πληροί ορισμένα κριτήρια: εξυπηρέτηση κοινωφελών σκοπών, προστασία του περιβάλλοντος, αυτοδιαχείριση ή καθεστώς αλληλέγγυου και εις ολοκλήρου ευθύνης. Περίπου εκατό τέτιοι όμιλοι επενδυτών έχουν διασπαρεί σε ολόκληρη τη Γαλλία και συμμετέχουν στο κεφάλαιο διακοσίων πενήντα επιχειρήσεων με ποσά που κυμαίνονται από 20.000 ως 80.000 γαλλικά φράγκα. Με αυτόν τον τρόπο έχουν συμβάλλει στη δημιουργία τουλάχιστον 1000 θέσεων εργασίας»[27].

β) Σε άρθρο του «Βήματος» εμφανίζονται ακόμα πιο «προωθημένες» προτάσεις. Πρότυπο ανάπτυξης θεωρείται, έστω και έμμεσα, οικογένειες που «ταΐζουν κατσίκες και τις χρησιμοποιούν ως μέσο πληρωμής για το γιατρό», «νέοι που παρακολουθούν μαθήματα ραπτικής και ράβουν μόνοι τα ρούχα τους», «φυλές που συλλέγουν βότανα και τα πουλάνε» κ.ά.[28].

γ) Σε ένθετο αφιέρωμα της «Ελευθεροτυπίας» εξυμνούνται τα Τοπικά Σύμφωνα Απασχόλησης (νέες μορφές εργασιακής και συνειδησιακής ομηρίας) και η «κοινωνική οικονομία» παρουσιάζεται ως το ανθρώπινο πρόσωπο του καπιταλισμού!

Ανάμεσα σε όλα αυτά συναντώνται και όμορφες λέξεις όπως «διατήρηση της τοπικότητας», «ενίσχυση της πολυπολιτισμικότητας» κλπ. Σημειώνουμε λοιπόν πως:

ÿ Οι προτάσεις αυτές είναι ένα μίγμα και μια μετεξέλιξη σοσιαλδημοκρατικών- αναρχικών θέσεων (ένα μίγμα τελευταία της μόδας με πρώτο διδάξαντα τον Τσόμσκι).

ÿ Αυτοί οι ίδιοι οι φορείς των προτάσεων χαρακτηρίζουν το μαρξισμό ως ουτοπικό και ξεπερασμένο. Οφείλουν λοιπόν να απαντήσουν στο εξής απλό ερώτημα: Πώς είναι δυνατό άραγε, αν υποθέσουμε πως τα νέα συνεταιριστικά μοντέλα πληθύνουν, να επιβιώσουν όταν τα μονοπώλια «οσμισθούν» χρήμα;

Είναι αυταπάτη να πιστεύουμε πως οι συνεταιρισμοί γενικά μπορούν να συναγωνιστούν τα μονοπώλια. Εκτός αν μετατραπούν οι ίδιοι σε μονοπώλια. Αυτό που μπορούν να κάνουν είναι να δίνουν ανάσες, έστω και πρόσκαιρα, σε κάποια στρώματα εργαζομένων. Αυτό έχει αποδείξει η ιστορία των συνεταιρισμών εδώ και δυόμιση αιώνες.

ÿ Τελικά, οι προτάσεις είτε ανήκουν στο πρώτο είτε στο «εναλλακτικό» πακέτο, είτε προέρχονται από σοσιαλδημοκράτες «κλασικούς» ή «αριστερούς» είτε από κοινοτιστές είτε από επιθετικούς νεοφιλελεύθερους είτε από «κόκκινους μονεταριστές», έχουν ένα κοινό στόχο: τη διάσωση του συστήματος, το ξεπέρασμα των κρίσεων, τη μεγιστοποίηση των κερδών, την απορρόφηση των κοινωνικών κραδασμών.

 

«ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΠΟΙΗΣΗ», ΚΙΝΗΤΟΠΟΙΗΣΕΙΣ ΚΑΙ ΛΑΪΚΟ ΚΙΝΗΜΑ

Ο κατάλογος των κινητοποιήσεων κατά της «παγκοσμιοποίησης» έχει αρχίσει ήδη να γίνεται μακρύς: Σιάτλ (Νοέμβριος ΄99), Ουάσινγκτον (Ιανουάριος ’00), Νταβός (Φεβρουάριος ’00), Μπανγκόγκ (Φεβρουάριος ’00), Λισσαβώνα (Μάρτιος ’00), Μελβούρνη (Σεπτέμβριος ’00), Πράγα (Σεπτέμβριος ’00), Νίκαια (Δεκέμβριος ’00), Πόρτο Αλέγκρε (Φεβρουάριος ’01), Κεμπέκ (Απρίλιος ’01), Γκέτεμποργκ (Ιούνιος ’01), Γένοβα (Ιούλιος ’01), Ουάσινγκτον (Σεπτέμβριος ’01), Βρυξέλλες (Δεκέμβριος ’01), Πόρτο Αλέγκρε και Νέα Υόρκη (Ιανουάριος ’02), Βαρκελώνη και Μεξικό (Μάρτης ’02).

Οι κινητοποιήσεις δεν ήταν όλες το ίδιο μαζικές ούτε με ξεκάθαρο πάντα προσανατολισμό. Υπήρχε πράγματι ένα πολύμορφο πλήθος, τα ΜΜΕ τόνιζαν έντονα αυτό το γεγονός, όμως υπήρξαν από μεγάλα τμήματα των διαδηλωτών αντιμονοπωλιακά-αντιιμπεριαλιστικά συνθήματα. Ενα είναι σίγουρο: Σε όλες τις μέχρι τώρα κινητοποιήσεις διασταυρώνονται και θα διασταυρώνονται πολιτικές γραμμές. Η επικράτηση εκείνης ή της άλλης θα κρίνει και την αποτελεσματικότητα και προοπτική του λαϊκού κινήματος ανά τον κόσμο.

Εχει ενδιαφέρον και αξία να θυμηθούμε πώς ορισμένα πολιτικά κόμματα αντιμετώπισαν αυτές τις κινητοποιήσεις και ειδικά της Γένοβας. Ο ΣΥΝ και από κοντά το ΠΑΣΟΚ φρόντισαν ταχέως και επιμελώς να «χαϊδεύουν ευχάριστα τα αυτιά του κινήματος». Στελέχη του ΠΑΣΟΚ και η νεολαία ΠΑΣΟΚ υποστήριξαν αναφανδόν την κινητοποίηση της Γένοβας, υιοθέτησαν «ριζοσπαστικά» αιτήματα, μίλησαν για κρίση του καπιταλισμού ή δεν είχαν πρόβλημα (πιο σωστά δεν ντράπηκαν) να δίνουν συνεντεύξεις κάτω απ’ το πορτραίτο του Τσε. Παρ’ όλα αυτά οι ιδεολογικοί καθοδηγητές τους (βλέπε Μουζέλης) διαμαρτυρήθηκαν γιατί η σοσιαλδημοκρατία «έχασε μια χρυσή ευκαιρία να επανασυνδεθεί με τα κινήματα». Με άλλα λόγια: έχασε την ευκαιρία να παίξει πιο έντονα το ρόλο του «κυματοθραύστη» και αυτό βεβαίως είναι επικίνδυνο γιατί «ουδείς γνωρίζει που θα προσκρούσει το επόμενο κύμα...». Τόσο το ΠΑΣΟΚ όσο και ο ΣΥΝ αποθέωσαν το αυθόρμητο, έβγαλαν ψευτοαντιιμπεριαλιστικές κορώνες και έτρεξαν να αποκομίσουν οφέλη, αδιαφορώντας στην πραγματικότητα για το ίδιο το κίνημα. Η ανάπτυξη του κινήματος σε εθνικό επίπεδο τους αφήνει αδιάφορους, αυτό μάλιστα μας το υπενθυμίζουν με διάφορους τρόπους. Δυστυχώς ακόμα και διανοούμενοι, που συχνά ασκούν στη σοσιαλδημοκρατία σκληρή κριτική, «φαλτσάρουν» όταν πρόκειται για την ανάπτυξη του κινήματος: «...μόνο ένα διεθνές κίνημα έχει νόημα στη σημερινή διεθνοποιημένη οικονομία...»[29]. Οι θεωρήσεις αυτές γεννάνε και ορισμένα «αφελή» ερωτήματα: Το κίνημα πρέπει ή όχι να κινητοποιείται στο πλαίσιο κάθε χώρας; Για παράδειγμα οι κινητοποιήσεις μαθητών, αγροτών, εργαζομένων για το ασφαλιστικό κλπ. είχαν νόημα; Αν όχι το κίνημα πρέπει να περιφέρεται μόνο από χώρα σε χώρα; Οι εργάτες που αντιμετωπίζουν κλαδικά προβλήματα χρειάζεται να απεργούν;

Ας αφήσουμε όμως τα ρητορικά ερωτήματα. Η ανάπτυξη του κινήματος στο πλαίσιο της κάθε χώρας είναι αυτή που συμβάλλει και στην ανάπτυξή του σε διεθνές επίπεδο. Οπως ακριβώς συνδέονται η «εθνική» οικονομία με τις διεθνείς οικονομικές εξελίξεις και οι επιμέρους πολιτικές με τους παγκόσμιους οργανισμούς, έτσι δεν μπορεί και το κίνημα να αναπτύσσεται μόνο ή κυρίως με τέτιες διεθνείς κινητοποιήσεις. Οι Μαρξ-Ενγκελς έγραφαν: «Η πάλη του προλεταριάτου ενάντια στην αστική τάξη είναι πρώτ’ απ’ όλα εθνική, αν όχι στο περιεχόμενό της σίγουρα όμως στη μορφή της. Είναι ολοφάνερο πως το προλεταριάτο κάθε χώρας πρέπει να ξεμπερδεύει πρώτα με τη δική του αστική τάξη»[30].

Η ιδεολογική διαπάλη σχετικά με τον προσανατολισμό του κινήματος θα είναι τόσο σκληρή όσο και αποφασιστική για το μέλλον του.

Η ένταση της διαπάλης είναι υπαρκτή για απλούς λόγους: Ο αντίπαλος πάντα φροντίζει να δρα με την τακτική του «Δούρειου Ιππου». Σε αυτήν μάλιστα τη συγκυρία ο «ίππος» εμφανίζεται με διάφορες μορφές και με ικανότητα συνεχούς προσαρμογής. Τα διάφορα ανά τον κόσμο φόρουμ (όχι πάντα όλα), οι «μεταλλαγμένοι» κομμουνιστές, τα κλασικά σοσιαλδημοκρατικά κόμματα και οι ΜΚΟ συμπλέουν αταλάντευτα σε ήδη χαραγμένες πορείες. Παρ’ όλο που συχνά εμφανίζονται τμήματα του περιγραφόμενου μπλοκ δυνάμεων να αντιδρούν δυναμικά (ασκήσεις σύγκρουσης με τους κατασταλτικούς μηχανισμούς), αυτό από μόνο του δεν σημαίνει τίποτα, επειδή ο προσανατολισμός του κινήματος δεν κρίνεται από την έκταση της σύγκρουσης με την αστυνομία. Οι μορφές πάλης δεν υπάρχουν ανεξάρτητα από το περιεχόμενό τους. Επιπλέον συχνά καλλιεργούνται και απόψεις που ακόμα και αυτές τις μορφές πάλης τις βάζουν στο περιθώριο. Ας «θαυμάσουμε» μερικές τέτιες «μετανεωτερικές» απόψεις: «Σε μερικές περιπτώσεις οι ΜΚΟ είναι πολύ ευφάνταστες, όπως για παράδειγμα η Γκρίνπις που το Μάρτιο αγόρασε μετοχές αξίας 250.000 ευρώ της αγγλο-ολλανδικής πετρελαϊκής Royal Dutch Shell, με σκοπό να την πιέσει να κάνει περισσότερες επενδύσεις στον τομέα της ηλιακής ενέργειας ... Η τακτική αυτή, της πίεσης των πολυεθνικών μέσω των μετόχων (ο λεγόμενος «ακτιβισμός των μετοχών») γνωρίζει σταδιακή εξάπλωση σε ΗΠΑ και Ευρώπη ... Από την άλλη όμως, ακόμα και οι πιο αγωνιστικές ΜΚΟ αναγκάζονται με το πέρασμα του χρόνου να βάλουν νερό στο κρασί τους και να κάτσουν στο ίδιο τραπέζι με τις πολυεθνικές, αναζητώντας κοινές πρακτικές λύσεις στο πλαίσιο της αγοράς, οδηγώντας συχνά σ’ ένα σχίσμα «αγωνιστών»-«ρεαλιστών» στο εσωτερικό αυτών των οργανώσεων, αντίστοιχο με αυτό που χωρίζει τους Πράσινους της Γερμανίας»[31].

Θα θέλαμε σε αυτό το σημείο να ανοίξουμε μια παρένθεση σχετικά με το ρόλο των λεγόμενων ΜΚΟ στο κίνημα. Πρώτα απ’ όλα να επισημάνουμε πως υπάρχει θεσμοθέτηση της αποδοχής και της δράσης τους από το επίσημο κράτος καθώς και κατεύθυνση χρηματοδότησής τους. Η πραγματικότητα αυτή συνδυάζεται με τη στάση τους στους βομβαρδισμούς της Γιουγκοσλαβίας (ούτε καν για την οικολογική καταστροφή μιλήσανε), με τη θέση τους στα εμπάργκο, όπως και στις συγκρούσεις που διεξήχθησαν στη Ζιμπάμπουε, όπου η ευαισθησία για τους «κακόμοιρους» λευκούς αποικιοκράτες περίσσευε. Μαζί με όλα αυτά το πλαίσιο αιτημάτων τους είναι περιορισμένο, κινείται σε κατεύθυνση ενσωμάτωσης ενώ επαναφέρουν την άποψη για «ανεξαρτησία» των κινημάτων και μη αναγκαιότητα σύνδεσής τους με το εργατικό κίνημα.

Το γεγονός πως η αστική τάξη ενδιαφέρεται σφόδρα για το πού θα πάει το κίνημα, φάνηκε ακόμα πιο ξεκάθαρα με αφορμή την κινητοποίηση της Γένοβας, ακριβώς γιατί αυτή η κινητοποίηση έκανε ένα βήμα πιο μπροστά σε σχέση με τις προηγούμενες: Εμφανίστηκαν ιδιαίτερα συγκροτημένες οι ταξικές δυνάμεις, κυριάρχησαν συνθήματα που αμφισβητούσαν ευθέως τον ιμπεριαλισμό, ακούσθηκαν συνθήματα κατά της ΕΕ κλπ. Ετσι:

α) «Παίχτηκε» για άλλη μια φορά το γνωστό σενάριο με τη δράση των αναρχοφασιστών καθοδηγούμενων από την ιταλική ασφάλεια.

β) Τα ΜΜΕ σε όλο τον κόσμο εξαφάνισαν κυριολεκτικά το περιεχόμενο της κινητοποίησης και πρόβαλλαν κατά κόρο τα επεισόδια που έγιναν.

γ) Η δολοφονία του νεαρού Ιταλού «ντύθηκε» με μπόλικη δόση «ανθρωπισμού» και το γεγονός παρουσιάστηκε με τέτιο τρόπο ώστε έχασε την ουσία του.

δ) Οι βρυκόλακες του αντικομμουνισμού βγήκαν για άλλη μια φορά στην επιφάνεια: Οι υπέρμαχοι της «παγκοσμιοποίησης» ταυτίστηκαν με τη «σταλινική εκδοχή του κομμουνισμού», αφού «και οι δυο όσους διαφωνούν μαζί τους τους χαρακτηρίζουν αδαείς». Ακόμα «δεν μπορούν μερικοί εκατοντάδες θαυμαστές της Παπαρήγα» να κλείνουν τους δρόμους[32]. Ομως ορισμένοι προχωράνε και άλλο αφού οι «παλαιοκομμουνιστές» αποτελούν τροχοπέδη για τα ελεύθερα πνεύματα της αριστεράς: «Οσοι, όπως ο Φ. Κάστρο, γαντζώνονται απελπισμένα στις τελευταίες καρναβαλίστικες ενσαρκώσεις ενός πεθαμένου μοντέλου, με σκοπό να αντισταθούν στην έπαρση των νικητών και να σώσουν από το ναυάγιο ό,τι απέμεινε όρθιο, δεν πετυχαίνουν τίποτα άλλο από το να παρατείνουν την πνευματική παραλυσία και να καθυστερούν την ανάδειξη ενός καινούργιου, δημοκρατικού «κοινωνικού συμβολαίου». Η επιβίωσή τους δρα όπως ένα σκιάχτρο: εμποδίζει τα ελεύθερα πνεύματα της αριστεράς ...»[33].

Το σύνθημα «ένας άλλος κόσμος είναι εφικτός» θα παραμείνει άλλος ένας αόριστος βερμπαλισμός, όσο δεν ξεκαθαρίζεται για ποιο κόσμο παλεύει το κίνημα και πώς. Βεβαίως και είναι εφικτός ένας άλλος κόσμος που μπορεί να είναι μόνο ο σοσιαλισμός, αλλά μέσα από επαναστατικές διαδικασίες και όχι με αυθόρμητα ξεσπάσματα και το πετροβόλημα των Μακ Ντόναλτς και απλά και μόνο την υπεράσπιση του ροκφόρ...

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

1. Β. Ι. Λένιν: «Ο ιμπεριαλισμός ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή».

2. Κ. Μαρξ-Φρ. Ενγκελς: «Το Κομμουνιστικό Μανιφέστο», εκδ. «Αλφειός».

3. Κ. Μαρξ: «Το Κεφάλαιο», τ. 3, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή».

4. Β. Σετίνιν: «Οι Πολυεθνικές Εταιρείες», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή».

5. ΚΜΕ: «Προσεγγίσεις στην κατάσταση της εργατικής τάξης», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή».

6. Χ. Πάττκε: «Πως γίνεται κανείς πρόεδρος των ΗΠΑ», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή».

7. Σ. Μέτσεφ: «Σύγχρονες αστικές οικονομικές θεωρίες», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή».

8. Γ. Σαχναζάροφ: «Το φιάσκο της μελλοντολογίας», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή».

9. Οικονομική Σχολή του Πανεπιστημίου Λομονόσοφ: «Πολιτική Οικονομία», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή».

10. Κ. Βεργόπουλος: «Παγκοσμιοποίηση, η μεγάλη χίμαιρα», εκδ. «Νέα Σύνορα» - Λιβάνης.

11. Μ. Δελιβάνη-Νεγρεπόντη: «Συνωμοτική «παγκοσμιοποίηση»», εκδ. «Παπαζήση».

12. Δ. Κατσορίδας: «Ο μύθος της παγκοσμιοποίησης:, εκδ. «Καμπύλη/Ρωγμή».

13. Ε. Χοπσμπάουμ: «Η εποχή του κεφαλαίου», Μορφωτικό Ιδρυμα Εθνικής Τράπεζας.

14. Τ. Ρίφκιν: «Το τέλος της εργασίας και το μέλλον της», εκδ. «Νέα Σύνορα» - Λιβάνης.

15. Σ. Παππάς: «Απ’ τον ιμπεριαλισμό στην παγκοσμιοποίηση».

16. Ν. Μουζέλης: «Για έναν εναλλακτικό τρίτο δρόμο», εκδ. «Θεμέλιο».

17. Ο. Μπεκ: «Τι είναι παγκοσμιοποίηση», εκδ. «Καστανιώτη».

18. Π. Κρούγκμαν: «Η μεγάλη κάμψη», εκδ. «Καστανιώτη».

19. Τζ. Σόρος: «Η κρίση του παγκόσμιου καπιταλισμού», εκδ. «Νέα Σύνορα» - Λιβάνης.

20. Τ. Φρίντμαν: «Το Lexus και η ελιά», εκδ. «Ωκεανίδα».

21. Α. Ανδριανόπουλος: «Η παγκοσμιοποίηση και οι εχθροί της», εκδ. «Libro».

22. Ν. Νεγρεπόντης: «Ψηφιακός κόσμος», εκδ. «Καστανιώτη».

23. Αναστασίου: «Παγκοσμιοποίηση και ορθοδοξία», εκδ. «Ακρίτας».

24. Θ. Παπαθανασίου: «Κοινωνική δικαιοσύνη και ορθόδοξη θεολογία», εκδ. «Ακρίτας».

25. Ιερόθεου: «Η ΕΕ και η πολιτιστική μας παράδοση».

26. Η΄ Πανελλήνιο Θεολογικό Συνέδριο, Αθήνα 3-5 Σεπτέμβρη 1999.

27. Αμιτάϊ Ετζιόνι: «Η κοινωνία της υπευθυνότητας», εκδ. «Καστανιώτη».

28. Hitst & Thompson: «Η παγκοσμιοποίηση σε αμφισβήτηση», εκδ. «Παπαζήση».

29. Αλαίν Τουραίν: «Πως να ξεφύγουμε απ’ το φιλελευθερισμό;», εκδ. «Πόλις».

 

ΠΕΡΙΟΔΙΚΑ - ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

1. «Κομμουνιστική Επιθεώρηση», τ. 3, 2001, Ελ. Μπέλλου: «Παγκοσμιοποίηση: Μύθος ή συγκάλυψη της καπιταλιστικής φύσης του σύγχρονου κόσμου;».

2. «Επιστημονική Σκέψη», τ. 39, αφιέρωμα στις νέες τεχνολογίες.

3. «Le Monde Diplomatique», τεύχη 10, 11, 13, 15.

4. «Ελευθεροτυπία», 22.4.2000, αφιέρωμα στις πολυεθνικές.

5. «Ελευθεροτυπία», 1.7.2000, αφιέρωμα στο κίνημα της αντι-παγκοσμιοποίησης.

6. «Ελευθεροτυπία», 2.12.2000, αφιέρωμα στις Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις.

7. «Ελευθεροτυπία», 29.5.2001, αφιέρωμα στην κοινωνική οικονομία.

8. «Οικονομικός Ταχυδρόμος», 26.5.2001 και 29.9.2001.

9. «Βήμα», 22.10.2000, αφιέρωμα: Το κράτος ή το έθνος.

10. «Βήμα», 26.11.2000, αφιέρωμα: Κοινοτισμός.

11. «Καθημερινή», 15.8.2001, αφιέρωμα: Παγκοσμιοποίηση, ελπίδα ή εφιάλτης.

 

ΝΤΟΚΟΥΜΕΝΤΑ

1. Πρόγραμμα του ΚΚΕ, εκδ. ΚΕ του ΚΚΕ.

2. Ντοκουμέντα 16ου Συνεδρίου, εκδ. ΚΕ του ΚΚΕ.

3. Πολιτική Απόφαση ΚΠΕ του ΣΥΝ (20-21 Οκτώβρη 2001).

4. Συνάντηση του Συμβουλίου Σ.Δ. Ανάκτορο των Εθνών, Ηνωμένα Εθνη, Γενεύη 23-24.11.1998. Δηλώσεις και Αποφάσεις.

 

Internet

1. www. andrianopoulos.gr

2. www.democracynature.org



Ο Βασίλης Λιόσης είναι μέλος της Ιδεολογικής Επιτροπής της ΚΟΑ του ΚΚΕ.

[1] Οταν ο Λένιν αναφέρεται στο «τέλειωμα του εδαφικού μοιράσματος» εννοεί το αποικιοκρατικό σύστημα εκείνης της εποχής.

[2] «Le Monde Diplomatique», τ. 10, σελ. 10. Ελληνική έκδοση.

[3] «Le Monde Diplomatique»: τ. 10, σελ. 27, Ελληνική έκδοση.

[4] Ν. Νεγρεπόντης: «Ψηφιακός κόσμος», εκδ. «Καστανιώτης», σελ. 234-236.

[5] Α. Ανδριανόπουλος: «Η γοητεία της «Νέας Οικονομίας»», www.andrianopoulos.gr.

[6] Κ. Μαρξ: «GR UNDRISSE», τόμος Β΄, εκδ. «Στοχαστής», σελ. 535-537.

[7] Κ. Μαρξ: «Το Κεφάλαιο», τ. 1, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 386. (Η υπογράμμιση δική μας).

[8] Κ. Μαρξ - Φρ. Ενγκελς: «Το Κομμουνιστικό Μανιφέστο», εκδ. «Αλφειός», μετ. Γ. Κορδάτου, σελ. 54-58.

[9] Ε. Χομπσμπάουμ: «Η εποχή του κεφαλαίου». Μορφωτικό Ιδρυμα Εθνικής Τράπεζας, σελ. 55 - 61.

[10] Κ. Βεργόπουλος: «Παγκοσμιοποίηση. Η μεγάλη χίμαιρα», εκδ. «Νέα σύνορα» – Α. Α. Λιβάνη, σελ. 88-89. (Η υπογράμμιση δική μας).

[11] Πηγή: P. Baircoch, 1996.

[12] Β. Ι. Λένιν: «Ο ιμπεριαλισμός, ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού», σελ.61. (Η υπογράμμιση δική μας).

[13] Τζωρτζ Σόρος: «Παγκοσμιοποίηση, ελπίδα ή εφιάλτης;». Ειδική έκδ. εφημ. «Καθημερινή», 15.8.01, σελ. 7.

[14] N. Burgi & P. Golub: «Le Monde Diplomatique», ένθετο στην εφημ. «Ελευθεροτυπία», 4.6.00, σελ. 74.

[15] Α. Ανδριανόπουλος: «Η παγκοσμιοποίηση και οι εχθροί της». Εκδ. «Libro», σελ. 31-32.

[16] Β. Ι. Λένιν: «Ιμπεριαλισμός». Μικρή Μαρξιστική Βιβλιοθήκη, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 96-99. (Η υπογράμμιση δική μας).

[17] Ντοκουμέντα 16ου συνεδρίου ΚΚΕ, σελ. 137.

[18] Edward Goldsmith: «Le Monde Diplomatique», τ. 13, σελ. 50.

[19] Β. Σετίνιν: «Οι πολυεθνικές εταιρείες», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 8-9.

[20] «Le Monde Diplomatique», τ. 10, σελ. 63. (Η υπογράμμιση δική μας).

[21] «Le Monde Diplomatique», τ. 10, σελ. 80.

[22] «Le Monde Diplomatique», τ. 10, σελ. 95.

[23] «Le Monde Diplomatique», τ. 13, σελ. 91.

[24] «Le Monde Diplomatique», τ. 15, σελ. 96. (Ολες οι υπογραμμίσεις δικές μας).

[25] Πολιτική Απόφαση της ΚΠΕ του ΣΥΝ. «Αυγή», 28.10.01.

[26] «Le Monde Diplomatique», τ. 13, σελ. 54.

[27] «Le Monde Diplomatique», τ. 13, σελ. 54.

[28] Γαλατεία Λασκαράκη: «Βήμα», 16 Απριλίου 2000, σελ. 14-15.

[29] Τάκης Φωτόπουλος: www.democracynature, συνέντευξη σε εφημερίδα του Μεσολογγίου.

[30] Κ. Μαρξ - Φρ. Ενγκελς: «Το Κομμουνιστικό Μανιφέστο», εκδ. «Αλφειός», μετ. Γ. Κορδάτος, σελ. 69. (Η υπογράμμιση δική μας).

[31] Π. Δρακόπουλος: Αφιέρωμα «Ελευθεροτυπία», 22 Απριλίου 2000, σελ. 13.

[32] Ρ. Σωμερίτης: «Τα μαθήματα της Γένοβας». «Βήμα», 29.7.2001.

[33] Juan Goytisolo: «Le Monde Diplomatique», τ. 13, σελ. 75. (Η υπογράμμιση δική μας).