ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΙΣ ΓΑΛΛΙΚΕΣ ΕΚΛΟΓΕΣ

Παρά το γεγονός ότι έχουμε σχετικά απομακρυνθεί από τη διεξαγωγή των προεδρικών και κοινοβουλευτικών εκλογών στη Γαλλία, είναι αλήθεια ότι αυτές εξακολουθούν να αποτελούν αντικείμενο αναφοράς τόσο από πολιτικούς σχολιαστές όσο και από διάφορες πολιτικές δυνάμεις. Κι αυτό είναι εύλογο γιατί τα αποτελέσματα που διαμορφώθηκαν και στις δύο εκλογικές αναμετρήσεις παρουσιάζουν μια γενικότερη σημασία και δείχνουν ορισμένες τάσεις που αναδεικνύονται από τις εκλογικές διαδικασίες, που αφορούν πολύ πέραν της Γαλλίας και που δικαιολογούν και το αντίστοιχο ενδιαφέρον που σημειώνεται.

Η βαρύτητα των γαλλικών εκλογών είχε τονιστεί ευθύς εξ αρχής από όλες τις πολιτικές δυνάμεις της χώρας μας. Ο Τύπος και γενικότερα τα ΜΜΕ τις κάλυψαν με εκτενείς αναφορές και αποστολές. Ομως τα αποτελέσματα που κατέγραψαν αυτές αντιμετωπίστηκαν με έναν κατ’ εξοχήν επιλεκτικό τρόπο τόσο από τα ΜΜΕ όσο και από τις άλλες πολιτικές δυνάμεις.

Η Νέα Δημοκρατία επεδίωξε να αξιοποιήσει, κατά κύριο λόγο, το εκλογικό κλίμα από τη νίκη της κεντροδεξιάς, για να τροφοδοτήσει τους δικούς της εκλογικούς στόχους. Αλλά, μ’ αυτήν την όχι και τόσο αθώα λογική, ταυτόχρονα, παρέκαμψε βασικές πλευρές των εκλογικών αποτελεσμάτων, που αφορούσαν την εφαρμοζόμενη πολιτική, την ευθύνη της οποίας είχε και η κεντροδεξιά. Στάθηκε κυρίαρχα στα ζητήματα της λεγόμενης «συγκατοίκησης» και τις τριβές που σημειώθηκαν ανάμεσα στον πρόεδρο Ζακ Σιράκ και τον κυβερνητικό συνασπισμό, που είχε ως κορμό τους σοσιαλιστές. Τις τριβές αυτές τις αναγόρευσε ως την κύρια αιτία δημιουργίας, και αιτιολόγησης κατά προέκταση, της μεγάλης δυσαρέσκειας που αδιαμφισβήτητα υπήρξε και εκφράστηκε από το γαλλικό λαό. Μια τέτιου είδους πολιτική αντιμετώπιση των εκλογών, φυσικά, βόλευε τη ΝΔ προκειμένου να αποφύγει μια άμεση συζήτηση γύρω από το περιεχόμενο του δικού της πολιτικού προγράμματος, ενώ τη βοηθούσε να καρπωθεί τη λαϊκή δυσαρέσκεια από την εφαρμογή μιας πολιτικής, με φορέα το ΠΑΣΟΚ, που σε τίποτα δε διέφερε από τη δική της.

Το ΠΑΣΟΚ και τα στελέχη του εστίασαν κυρίαρχα στην «ενότητα των αριστερών δυνάμεων», που, και μετά το αποτέλεσμα των γαλλικών εκλογών, όπως επανέλαβαν για άλλη μια φορά, είναι περισσότερο από ποτέ αναγκαία. Μετέφεραν, στα μέτρα τους, την επιχειρηματολογία της ΝΔ, περί τριβών της κεντροδεξιάς με την κεντροαριστερά. Φυσικά, όπως και η ΝΔ, δεν έκαναν λόγο για τη συγκεκριμένη πολιτική που εφάρμοσε η πιο «αριστερή κυβέρνηση της Ευρώπης» υπό τον Λιονέλ Ζοσπέν και τις ευλογίες του Ζακ Σιράκ. Κι αυτό βέβαια σκοπίμως.

Το ΠΑΣΟΚ έχοντας συνειδητοποιήσει ότι η πολιτική του προκαλεί μεγάλη δυσαρέσκεια στους εργαζόμενους και ότι αντιμετωπίζει το φάσμα μιας εκτεταμένης ήττας, στις δημοτικές και νομαρχιακές εκλογές, σε πρώτο επίπεδο, επιστράτευσε το τετριμμένο επιχείρημα της ενότητας των αριστερών δυνάμεων, προκειμένου να δείξει υποκριτικά ότι αποστασιοποιείται από την πολιτική της κυβέρνησης Ζοσπέν. Οτι η δική του πολιτική έχει κοινωνικό χαρακτήρα. Οπως γίνεται αντιληπτό με την κίνηση αυτή το ΠΑΣΟΚ επεδίωκε να προφυλαχτεί από την εμπεριστατωμένη κριτική του ΚΚΕ και την επί της ουσίας δρώσα αντιπολιτευτική του στάση, σε μια περίοδο που αναπτύσσονταν μεγάλοι αγώνες των εργαζομένων της χώρας μας, στην οργάνωση των οποίων πρωταγωνιστούσαν το ΚΚΕ και το ΠΑΜΕ. Ταυτόχρονα, βέβαια, αποσκοπούσε να μεταφέρει την πίεση του εκλογικού αποτελέσματος πάνω στο ΚΚΕ επαναφέροντας τον κίνδυνο της δεξιάς και ιδιαίτερα τη μικρή αύξηση των δυνάμεων του Λεπέν, εκμεταλλευόμενο τα αντιδεξιά αισθήματα του ελληνικού λαού.

Παράλληλα, με μια κίνηση « καρμπόν » χαρακτηριστική των μεθόδων που χρησιμοποιεί, ευνοούσε και ενίσχυε την εμφάνιση μικρολεπενίσκων τύπου Μ. Βορίδη στο πολιτικό προσκήνιο, με αντικειμενικό στόχο, από τη μια, να παρουσιάζει διογκωμένο τον ακροδεξιό κίνδυνο στη χώρα μας, από την άλλη, να αποσπάσει εκλογικές δυνάμεις από τη ΝΔ, σε περίπτωση καθόδου της ακροδεξιάς στις εκλογές, για να τη δυσκολέψει στους εκλογικούς της στόχους. Ακολούθησε σ’ αυτό το θέμα την ίδια τακτική που είχε ακολουθήσει και ο Φρανσουά Μιτεράν στη Γαλλία στο πρόσφατο παρελθόν, που ακολούθησαν επίσης από κοινού οι Ζακ Σιράκ και Λιονέλ Ζοσπέν στις πρόσφατες προεδρικές εκλογές, ο καθένας για τους δικούς του λόγους και ο ένας ενάντια στον άλλον.

Ο ΣΥΝ βρέθηκε εντελώς μετέωρος στην κριτική του αφού είδε να καταρρέει το πολιτικό του πρότυπο. Αρχικά εξήγησε τη νίκη της δεξιάς στις προεδρικές εκλογές με το δάνειο επιχείρημα από το ΠΑΣΟΚ, ότι οι προοδευτικές δυνάμεις κατέβηκαν διασπασμένες, επιχείρημα φυσικά ιδιαιτέρως ανεπαρκές για να δικαιολογήσει το εκλογικό αποτέλεσμα με βάση την πολιτική που εφαρμόστηκε στη Γαλλία από την κεντροαριστερή κυβέρνηση. Στη συνέχεια προσπάθησε να αποστασιοποιηθεί από την προηγούμενη στάση υποστήριξης προς την κυβέρνηση συνασπισμού, μια θέση που, ως γνωστόν, προέκυπτε από την πολιτική του λογική, χωρίς να δώσει καμιά πειστική ερμηνεία για τα εκλογικά αποτελέσματα. Παρέκαμψε την πραγματικότητα μια και δε συμφωνούσε μαζί της.

Στην ίδια κατεύθυνση κινήθηκε και ο Τύπος ο προσκείμενος προς τις παραπάνω πολιτικές δυνάμεις, επικαλούμενος τα ίδια περίπου επιχειρήματα.

Είναι φανερό ότι η επιχειρηματολογία που αναπτύχθηκε από τις συγκεκριμένες πολιτικές δυνάμεις δεν επαρκεί για να καλύψει ικανοποιητικά, τουλάχιστον με στοιχειώδη πολιτικά κριτήρια, πολύ σημαντικές πλευρές των πολιτικών εξελίξεων στη Γαλλία, που αναδείχτηκαν με την ευκαιρία των εκλογών.

Οπως είναι γνωστό στη Γαλλία υπήρξε από αρκετό χρόνο, μέχρι και τις προεδρικές εκλογές του 2002, η λεγόμενη συγκατοίκηση. Αυτή αφορούσε τις βασικές πολιτικές δυνάμεις του πολιτικού συστήματος, οι οποίες και κατείχαν διαφορετικές θέσεις στη διακυβέρνηση της χώρας. Στην προεδρία είχε αναδειχτεί ο Ζακ Σιράκ από την πλευρά των δεξιών-κεντροδεξιών δυνάμεων. Η κυβέρνηση είχε σχηματιστεί από ένα συνασπισμό πολιτικών δυνάμεων, που είχε ως βασικούς εταίρους το Σοσιαλιστικό κόμμα, το Κομμουνιστικό κόμμα, τους Πράσινους-Οικολόγους και ορισμένες προσωπικότητες. Εξω από τη διακυβέρνηση της χώρας είχαν κρατηθεί οι ακροδεξιοί του Λεπέν και τα τροτσκιστικά κόμματα. Δηλαδή, η πολιτική που προωθήθηκε και εφαρμόστηκε από την κυβέρνηση και την προεδρία, στηρίχτηκε, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο και με συγκυριακές διαφοροποιήσεις, από ένα πλατύ φάσμα πολιτικών δυνάμεων.

Ο τονισμός αυτού του ζητήματος μπορεί να θεωρηθεί τυπικός από την άποψη της καταγραφής των πολιτικών δυνάμεων, είναι όμως σημαντικός, από την άποψη της αντιστοιχίας και της πολιτικής έκφρασης αυτών των δυνάμεων, μέσα στον γαλλικό λαό. Το ποσοστό που εκπροσωπούσαν τα κόμματα αυτά μέσα στο γαλλικό λαό ανερχόταν σ το 80% περίπου.

Είναι χαρακτηριστικό ότι κατά τη διάρκεια της προεκλογικής περιόδου, η αντιπαράθεση μεταξύ των δύο βασικών διεκδικητών του προεδρικού θώκου, του Ζακ Σιράκ και του Λιονέλ Ζοσπέν, περιορίστηκε σχεδόν αποκλειστικά σε ζητήματα ασφάλειας των πολιτών, την εγκληματικότητα, τους μετανάστες και τα αντίστοιχα θεσμικά πλαίσια που απαιτούνταν να προωθηθούν. Γίνεται φανερό ότι έλειπε η ουσιαστική αντιπαράθεση πάνω στην πολιτική που προωθήθηκε γιατί ακριβώς δεν υπήρχαν λόγοι διαφωνίας, ενώ το πεδίο της προεπιλεγμένης και ατύπως συμφωνημένης πολιτικής αντιπαράθεσης προσφερόταν και ευνοούσε την πολιτική επιχειρηματολογία του Λεπέν, που κατ’ εξοχήν στάθηκε σε τέτιου είδους ζητήματα.

Η πολιτική αυτή, όμως, με βάση τα δεδομένα αποτελέσματα του πρώτου γύρου των προεδρικών εκλογών, ουσιαστικά απορρίφθηκε από τον γαλλικό λαό. Η δυσαρέσκεια του γαλλικού λαού εκφράστηκε τόσο στο πρόσωπο του υποψήφιου προέδρου της κεντροδεξιάς Ζακ Σιράκ όσο και στο πρόσωπο του υποψηφίου των σοσιαλιστών Λιονέλ Ζοσπέν.

Για πρώτη φορά και με τόσο καθαρό τρόπο δύο υποψήφιοι της δεξιάς και των σοσιαλιστών συγκεντρώνουν την αποδοκιμασία του γαλλικού λαού με τόσο χαμηλά εκλογικά ποσοστά. Οι δύο υποψήφιοι έχασαν συνολικά περί τα 3,2 εκ. ψήφους. Πιο συγκεκριμένα ο Ζ. Σιράκ έχασε 682.520 ψήφους ή το το 4,6% της δύναμής του σε σχέση με τις προηγούμενες προεδρικές εκλογές του 1995. Ενώ ο Λ. Ζοσπέν έχασε 2.487.673 ψήφους ή το 30,55% της δύναμής του. Παράλληλα ο υποψήφιος του Κομμουνιστικού κόμματος Ρομπέρ Υ υπέστη μια συντριπτική ήττα, τέτιας έκτασης και σημασίας, ώστε οι πολιτικοί σχολιαστές άδραξαν την ευκαιρία για να μιλήσουν για την εξαφάνιση μιας ιστορικής δύναμης. Οι ψήφοι που έχασε ο Ρομπέρ Υ ανέρχονται στους 1.671.980 ή το 61% της δύναμής του σε σχέση με το 1995. Από τον υπόλοιπο χώρο της συγκατοίκησης οι μόνοι που διασώθηκαν σημειώνοντας αύξηση των ψήφων τους ήταν οι πράσινοι. Την ίδια στιγμή σημειώθηκε μια πολύ μικρή αύξηση της δύναμης του Λεπέν, της τάξης των 233.875 ψήφων, κάτι παραπάνω από 10% σε σχέση με το 1995. Στο χώρο των τροτσκιστών η βασική υποψήφια, η Αρλέτ Λαγκιγιέ, σημειώνει μια μικρή αύξηση, ενώ στο σύνολό του αυτός ο χώρος σχεδόν διπλασίασε τη δύναμή του σε σχέση με τις προηγούμενες προεδρικές εκλογές. Το πιο εντυπωσιακό στοιχείο, όμως, του πρώτου γύρου των προεδρικών εκλογών ήταν ο μεγάλος αριθμός των λευκών και των άκυρων, που ανήλθαν στα 997.262 ψηφοδέλτια και που προήλθαν κατά κύριο λόγο από το χώρο του ΓΚΚ. Να σημειωθεί επίσης και η αύξηση της αποχής.

Η απόρριψη, με τέτιο τρόπο, της πολιτικής που εφαρμόστηκε αναδεικνύει δύο πλευρές των πολιτικών εξελίξεων στη Γαλλία πολύ ενδιαφέρουσες. Αφενός, η πλατιά συμμαχία των πολιτικών δυνάμεων που βρίσκονταν στη διακυβέρνηση της χώρας δεν κατόρθωσε να διασκεδάσει ή και να απορροφήσει τη μεγάλη δυσαρέσκεια του γαλλικού λαού. Ο γαλλικός λαός έστειλε ένα ηχηρό μήνυμα ότι δεν αποδέχεται μια αντεργατική, αντιλαϊκή πολιτική, την οποία την κατανοεί στις πραγματικές της διαστάσεις και δεν παρασύρεται ούτε από τη σύνθεση των δυνάμεων που την εφαρμόζουν, ούτε από τις μεγάλες κουβέντες που λέγονται σε ανάλογες περιπτώσεις, προκειμένου να συγκαλυφθεί το πραγματικό περιεχόμενο αυτής της πολιτικής. Την απέρριψε καθαρά. Αφετέρου, το εκλογικό αποτέλεσμα δείχνει τις βαθύτερες διεργασίες που συντελούνται στο εσωτερικό του γαλλικού λαού. Μπορεί η εφαρμογή μιας ενιαίας πολιτικής να διασκορπίζει τις οριοθετήσεις μεταξύ των κομμάτων που την ασκούν, αλλά, ταυτόχρονα, πρέπει να σημειωθεί ότι αναδεικνύει την ανάγκη για μια άλλη πολιτική. Αναδεικνύει ό,τι απουσιάζει από το πολιτικό προσκήνιο. Με άλλα λόγια δεν διασκορπίζει τα όρια μεταξύ των πολιτικών, μεταξύ μιας αντεργατικής και μιας εργατικής πολιτικής. Η διαπίστωση αυτή ενισχύεται από το γεγονός ότι ο γαλλικός λαός δεν ενέδωσε στο λαϊκισμό και τη δημαγωγία της ακροδεξιάς.

Φυσικά, η απόρριψη απ’ το γαλλικό λαό ενός αντεργατικού προγράμματος δεν μπορούσε να εκφραστεί και να μορφοποιηθεί με μια συγκεκριμένη πολιτική επιλογή, γιατί τέτια δυνατότητα στο επίπεδο των αντίστοιχων «επίσημων» πολιτικών δυνάμεων δεν υπήρχε. Σ’ αυτήν την κατεύθυνση δεν πρέπει να μείνει απαρατήρητη η αύξηση της εκλογικής δύναμης των τροτσκιστικών κομμάτων ως συνόλου. Το αδιαμφισβήτητο πάντως συμπέρασμα, που εξάγεται από τις γαλλικές εκλογές, και που έχει γενικότερη σημασία για το εργατικό και κομμουνιστικό κίνημα, είναι η ανάδειξη της ανάγκης για ένα συγκροτημένο πρόγραμμα εργατικής πολιτικής, που θα υπερασπίζεται τις κατακτήσεις και τα δικαιώματα της εργατικής τάξης και των άλλων εργαζομένων στις σημερινές συνθήκες. Ενα πρόγραμμα που θα δίνει τις κατευθύνσεις για την οργάνωση των αγώνων του εργατικού και κομμουνιστικού κινήματος σε εθνικό επίπεδο. Ταυτόχρονα, όμως, θα αντιπαρατίθεται στην ενιαία στρατηγική των μονοπωλίων και του κεφαλαίου διεθνώς εκφράζοντας τον προλεταριακό διεθνισμό καθημερινά στην πράξη με το συντονισμό των αγώνων και την ενιαία δράση. Ενα πρόγραμμα που θα υποτάξει την ανάπτυξη της ταξικής πάλης στο στόχο της κοινωνικής απελευθέρωσης των εργαζομένων, στο σοσιαλισμό, που θα αμφισβητήσει την εξουσία του μεγάλου κεφαλαίου και των πολιτικών εκπροσώπων του, που, τέλος, θα διεκδικήσει για λογαριασμό της εργατικής τάξης και των συμμάχων της την πολιτική εξουσία για την εγκαθίδρυση του εργατικού κράτους. Ενα τέτιο πρόγραμμα, φυσικά, έχει ανάγκη και από την ύπαρξη και δράση ενός επαναστατικού κόμματος, ενός κομμουνιστικού κόμματος. Αυτό το πρόγραμμα εργατικής πολιτικής απουσίαζε.

Το συμπέρασμα αυτό, προφανώς, δε διατυπώνεται για πρώτη φορά. Ακολουθεί το εργατικό και κομμουνιστικό κίνημα όλον τον εικοστό αιώνα. Εχει, όμως, μεγάλη σημασία να επαναδιατυπώνεται σ’ αυτούς τους χαλεπούς καιρούς, που το εργατικό και κομμουνιστικό κίνημα έχει δεχτεί μια ισχυρότατη ήττα, που η καπιταλιστική και ιμπεριαλιστική παντοκρατορία φαντάζει ακλόνητη, αναπότρεπτη και αδιαμφισβήτητη και που μεγάλα τμήματα των εργαζομένων διαπνέονται από αισθήματα ηττοπάθειας. Εχει τεράστια σημασία οι κομμουνιστές να αξιολογούν σε κάθε ιστορική στιγμή τις σχέσεις τους με τις λαϊκές μάζες, να διαπιστώνουν ότι η φωτιά υπάρχει και σιγοκαίει, ότι οι δυνάμεις είναι παρούσες και έτοιμες να επανακάμψουν και ότι η πορεία των πολιτικών εξελίξεων δεν καθορίζεται από την προσωρινή κυριαρχία των αστικών πολιτικών δυνάμεων, δεν είναι αποκλειστική τους υπόθεση. Ο ιστορικά αναγκαίος όρος που διαμορφώνει την πορεία των πολιτικών πραγμάτων, παρά τα όποια εμπόδια τα μεγάλα ή μικρά πισωγυρίσματα, είναι το κομμουνιστικό κόμμα να καθορίζει την πολιτική του στάση σε αντιστοιχία με τα ιστορικά καθήκοντα της εργατικής τάξης και των συμμάχων της. Σ’ αυτό το πλαίσιο οι κομμουνιστές εκλογικεύουν τα άμεσα καθήκοντα, την καθημερινή τους παρουσία, καθορίζουν την τακτική τους σε άμεση σύνδεση με τη στρατηγική τους, ξεκαθαρίζουν τις συμμαχίες τους και τη στάση τους απέναντι στην κυβέρνηση, ξεπερνούν τις δυσκολίες της ιστορικής συγκυρίας, αντλούν αισιοδοξία από τους κοινωνικούς αγώνες και την όξυνση της ταξικής πάλης για την προοπτική υλοποίησης των στόχων τους, ανατρέπουν συσχετισμούς, φθάνουν στη νίκη. Είναι προφανές ότι η επίδραση του υποκειμενικού παράγοντα στις εξελίξεις δεν είναι ανεξάρτητη απ’ τους αντικειμενικούς όρους. Το ζήτημα είναι αν η δράση του εξαντλεί τα όρια των αντικειμενικών δυνατοτήτων στη δοσμένη συγκυρία κι αυτό μπορεί να γίνει μόνο αν υπάρχει ένα τέτιο πρόγραμμα.

Στη Γαλλία το Κομμουνιστικό κόμμα ακολούθησε ένα διαφορετικό δρόμο. Αποφάσισε να συμμετέχει στην κυβέρνηση. Προχώρησε μαζί με τους Σοσιαλιστές και τους Πράσινους στη συγκρότηση του πόλου της κεντροαριστεράς.Ο σχηματισμός της κυβέρνησης συνασπισμού δικαιολογήθηκε με κύριο επιχείρημα την αντιμετώπιση της νεοφιλελεύθερης πολιτικής της κεντροδεξιάς. Την αντιμετώπιση των μεγάλων προβλημάτων της ανεργίας, των κοινωνικών δικαιωμάτων των εργαζομένων, όπως είναι το δικαίωμα στην ασφάλιση, τη σύνταξη, την παιδεία, τα δημοκρατικά και συνδικαλιστικά δικαιώματα, τις ελευθερίες των εργαζομένων. Ακόμη οι εργασιακές σχέσεις, οι ιδιωτικοποιήσεις, η μείωση του χρόνου εργασίας, οι μισθοί και τα μεροκάματα, τα δικαιώματα των μεταναστών, η προστασία του περιβάλλοντος, η υπεράσπιση της ειρήνης και των δημοκρατικών σχέσεων μεταξύ των κρατών θα ήταν στο κέντρο της προσοχής αυτής της κυβέρνησης.

Ο απολογισμός της κυβέρνησης της κεντροαριστεράς είναι θλιβερός. Στο όνομα μιας αντινεοφιλελεύθερης πολιτικής εφάρμοσε μια νεοφιλελεύθερη πολιτική. Οχι μόνο δεν αντιμετώπισε τα μεγάλα και καυτά προβλήματα των εργαζομένων αλλά τα όξυνε ακόμη περισσότερο. Ακόμη κι αυτό το 35ωρο, που ήταν και το βασικότερο δικαιολογητικό και νομιμοποιητικό επιχείρημα από την πλευρά του κομμουνιστικού κόμματος για τη συμμετοχή του στην κυβέρνηση, που είχε αναγγελθεί με τυμπανοκρουσίες και είχε γίνει αντικείμενο έντονης αντιπαράθεσης με τις δυνάμεις της κεντροδεξιάς, εφαρμόστηκε αποκλειστικά και μόνο προς όφελος του μεγάλου κεφαλαίου. Αύξησε τον πραγματικό χρόνο εργασίας των εργαζομένων, μείωσε τους πραγματικούς μισθούς. Είναι χαρακτηριστικό, επίσης, ότι επί κεντροαριστερής διακυβέρνησης έγιναν περισσότερες ιδιωτικοποιήσεις απ’ ό,τι επί κεντροδεξιάς. Την ίδια στιγμή η κυβέρνηση εφάρμοζε τις κατευθύνσεις της Ευρωπαϊκής Ενωσης για τη διαμόρφωση των οποίων πρωταγωνιστούσε στις συνόδους κορυφής και που είχαν αντεργατικό περιεχόμενο, ενώ υπερασπίστηκε την πολιτική του ΝΑΤΟ και συμμετείχε στις πολεμικές επιχειρήσεις που οργάνωσε σε βάρος της Σερβίας, παράλληλα δε εξέφρασε την αλληλεγγύη της στη λεγόμενη αντιτρομοκρατική πολιτική των ΗΠΑ.

Παρά τις όποιες διαφοροποιήσεις και ενστάσεις πρόβαλε το ΓΚΚ απέναντι σ’ αυτή την πολιτική, στην πραγματικότητα την κάλυψε και ανέλαβε και τις αντίστοιχες κυβερνητικές ευθύνες που απέρρεαν από την εφαρμογή της. Η συμμετοχή του κάλυπτε τις όποιες διαφοροποιήσεις του. Και όχι μόνον αυτό. Δεν κινητοποίησε τους εργαζόμενους, προχώρησε στην πλήρη αποδέσμευσή του από τη CGT, στο όνομα της αυτονομίας του εργατικού κινήματος, και άφησε ανοιχτό το δρόμο για την εφαρμογή μιας αντιλαϊκής και αντεργατικής πολιτικής δίνοντας ισχυρό άλλοθι στις αστικές δυνάμεις στο σύνολό τους.

Το αποτέλεσμα είναι γνωστό. Τη συμμετοχή του στην κυβέρνηση την πλήρωσε πολύ ακριβά. Είναι στα πρόθυρα της πολιτικής περιθωριοποίησης ή της ενσωμάτωσης σ’ έναν κεντροαριστερό συνασπισμό. Υπέστη αυτό που υποτίθεται ήθελε να αποφύγει. Και κάτι άλλο. Στις κοινοβουλευτικές εκλογές οι σοσιαλιστές κατόρθωσαν να ανασυντάξουν τις δυνάμεις τους σε βάρος των συμμάχων τους και κυρίως σε βάρος του ΓΚΚ.

Αποδείχτηκε για άλλη μια φορά ό,τι ίσχυε για όλες τις κεντροαριστερές κυβερνήσεις. Πως η πολιτική της κεντροαριστεράς εξυπηρετεί τα συμφέροντα του μεγάλου κεφαλαίου. Οτι η θέση ενός κομμουνιστικού κόμματος είναι να αντιπαλεύει αυτήν την πολιτική και παράλληλα να οργανώνει την πάλη των εργαζομένων, την αντίστασή τους και τις διεκδικήσεις τους, συνδεδεμένες με την προοπτική της εργατικής εξουσίας.

Στους κόλπους του εργατικού και κομμουνιστικού κινήματος δεν μπορεί να υπάρχουν πλέον αυταπάτες για το ρόλο της σοσιαλδημοκρατίας. Παραπάνω από έναν αιώνα παρουσίας και πολιτικής δράσης της είναι αρκετός για να οδηγηθεί κανείς στο σαφές συμπέρασμα ότι πρόκειται για μια αστική πολιτική δύναμη που εξυπηρετεί τα συμφέροντα του μεγάλου κεφαλαίου.

Κεντροαριστερά και κεντροδεξιά έχουν καταλήξει σε μια ενιαία πολιτική πρόταση και στάση απέναντι στην εργατική τάξη και τον εργαζόμενο λαό, διαθέτουν κοινή στρατηγική και λιγότερο ή περισσότερο χρησιμοποιούν και τις ίδιες διαχειριστικές προτάσεις. Εχουν τους ίδιους στόχους. Θα μπορούσαν να συνεβρίσκονταν και σ’ ένα ενιαίο κόμμα, αν δεν εκπροσωπούσαν διαφορετικές μερίδες του μεγάλου κεφαλαίου.

Αυτός ο ενιαίος χαρακτήρας της πολιτικής, ανάμεσα στις πολιτικές δυνάμεις της αστικής τάξης, φανερώνει ότι η αντίθεση ανάμεσα στην αστική και εργατική τάξη έχει οξυνθεί στο έπακρο. Αποκαλύπτει ότι δεν υπάρχουν περιθώρια για έναν «προοδευτικό» ρεφορμισμό, που έστω θα προστατεύει το λαϊκό εισόδημα και τις εργατικές κατακτήσεις στα πλαίσια μιας δικαιότερης οικονομικής πολιτικής αναδιανομής. Αναδεικνύει ότι το σύνολο των αστικών μεταρρυθμίσεων που προωθούνται έχουν ως στόχο την αύξηση των κερδών των μονοπωλίων σε βάρος της τιμής της εργατικής δύναμης και του βιοτικού επιπέδου της εργατικής τάξης. Ξεκαθαρίζει ότι είναι ανεπίτρεπτο και παιδαριώδες παιγνίδισμα μια συμμαχία στα πλαίσια της κεντροαριστεράς για να αντιμετωπιστεί η ταυτόσημη πολιτική της κεντροδεξιάς. Φέρνει στην επικαιρότητα ως ζήτημα άμεσης προτεραιότητας την ανάγκη του προγράμματος εργατικής πολιτικής, που να συσπειρώνει επίσης τα άλλα καταπιεζόμενα κοινωνικά στρώματα.

Σ’ αυτήν την ανάγκη το ΓΚΚ δεν ανταποκρίθηκε. Εχοντας επηρεαστεί σοβαρά από τον κυβερνητισμό εγκλωβίστηκε σε μια κυβερνητική συμμαχία που το κατέστησε τον πιο αδύνατο κρίκο της, που του στέρησε ακόμη και το αίσθημα της αυτοσυντήρησης, θέτοντας την ιστορική του παρουσία υπό αμφισβήτηση. Φυσικά αυτός ο εγκλωβισμός ήρθε ως αποτέλεσμα μιας γενικότερης πορείας του ΓΚΚ, που διαφοροποίησε το χαρακτήρα και τις αρχές λειτουργίας του κόμματος, το ίδιο του το πρόγραμμα και τον ιστορικό του ρόλο και στόχο, που έσπασε τους δεσμούς του με την εργατική τάξη, που δεν αναγνώριζε τίποτα το θετικό στο σοσιαλισμό που γνωρίσαμε, αλλά, αντίθετα τον χαρακτήρισε ως τυραννικό καθεστώς. Είναι φανερό ότι στην πορεία του ΓΚΚ επέδρασαν αποφασιστικά οι αντεπαναστατικές αλλαγές της δεκαετίας του ’80, που το οδήγησαν να ενσωματώσει και να γοητεύεται από πολιτικές προτεραιότητες της αστικής πολιτικής.

Το γεγονός ότι το ΓΚΚ απέδωσε το εκλογικό αποτέλεσμα στην έλλειψη αποφασιστικότητας και τόλμης στην «ανανεωτική του πορεία» δείχνει ότι πολύ δύσκολα θα αποφύγει νέες δοκιμασίες, ότι δε βγήκαν τα αναγκαία συμπεράσματα.

Τελικά, βέβαια, το ΓΚΚ δεν απέφυγε ούτε την εκλογική του συντριβή ούτε την κατάρρευση της πολιτικής του στο όνομα της οποίας πολιτεύτηκε. Υποτίθεται ότι επέλεξε την κεντροαριστερή συμμαχία για να αποκλείσει την κεντροδεξιά από την κυβερνητική εξουσία και την εφαρμογή μιας νεοφιλελεύθερης πολιτικής. Τα πράγματα εξελίχτηκαν πολύ πιο τραγικά.

Πρώτον, η ίδια η κεντροαριστερά εφάρμοσε μια νεοφιλελεύθερη πολιτική με τη συγκατάθεση και τη συμμετοχή του ΓΚΚ.

Δεύτερον, το ΓΚΚ και οι άλλες πολιτικές δυνάμεις, εκτός από ένα τμήμα των Τροτσκιστών, ψήφισαν τον Ζακ Σιράκ για την προεδρία. Τον «επικεφαλής» του νεοφιλελευθερισμού.

Τρίτον, δόθηκε η δυνατότητα στον Ζακ Σιράκ να παρουσιαστεί με το φωτοστέφανο του υπερασπιστή και εγγυητή των δημοκρατικών δικαιωμάτων των εργαζομένων σε μια εποχή που αυτά δέχονται την ολομέτωπη επίθεση τόσο της κεντροδεξιάς όσο και της κεντροαριστεράς. Το γεγονός ότι χρησιμοποιήθηκαν ως δικαιολογίες η καταψήφιση του Λεπέν και η υπεράσπιση της δημοκρατίας, δηλαδή της αστικής δημοκρατίας, αυτής της δημοκρατίας που αφαιρεί τα δημοκρατικά δικαιώματα των εργαζομένων, αυτό δεν αλλάζει τα πράγματα. Απλώς αναδεικνύει τα δραματικά αδιέξοδα αυτής της πολιτικής.

Τέταρτον, δεν αποφεύχθηκε η επάνοδος της κεντροδεξιάς στην εξουσία. Αξιοποίησε κατά τον καλύτερο τρόπο τη συγκυρία και κέρδισε και τις κοινοβουλευτικές εκλογές σχηματίζοντας κυβέρνηση. Δηλαδή το τέλος της πορείας της συγκατοίκησης και της κεντροαριστερής διακυβέρνησης έφτασε στην αρχή της κεντροδεξιάς. Για να συνεχίσει την ίδια πολιτική.

Πέμπτον, ο εγκλωβισμός του ΓΚΚ στην κεντροαριστερά δεν του έδωσε τη δυνατότητα να αξιοποιήσει τη μεγάλη και δεδομένη δυσαρέσκεια του γαλλικού λαού. Να βοηθήσει να αποκοπούν από την επίδραση της αστικής πολιτικής μεγάλα τμήματα των εργαζομένων. Και κάτι πιο σημαντικό.

Αυτή η δυσαρέσκεια, «μπροστά στον ακροδεξιό κίνδυνο και την αναβίωση του φασισμού», χειραγωγήθηκε με τέτιο τρόπο ώστε να μεταστραφεί και να εκφραστεί ως υπεράσπιση των αστικών κοινωνικών και πολιτικών θεσμών, του αστικού πολιτισμού, ως υπεράσπιση της αστικής δημοκρατίας και μάλιστα στο πρόσωπο του Ζακ Σιράκ. Ολες, σχεδόν, οι πολιτικές δυνάμεις σύρθηκαν πίσω του. Ο «απατεώνας» εξαγνίστηκε, αναβαπτίστηκε, αλλά, ταυτόχρονα, πήρε και την εκδίκησή του από τον γαλλικό λαό που «τόλμησε» να τον αμφισβητήσει. Ο γαλλικός λαός εισέπραξε το μήνυμα ότι δεν πρέπει να τολμά να αμφισβητεί, γιατί μπροστά του θα ξεπροβάλλει πάντα ένας Λεπέν. Σε τελική ανάλυση θα πρέπει να αισθάνεται και ένοχος.

Ο επανεγκλωβισμός της λαϊκής δυσαρέσκειας εκ μέρους των αστικών πολιτικών δυνάμεων, με τη συνδρομή του ΓΚΚ, είναι ένα μεγάλο μάθημα καθημερινής πολιτικής πρακτικής για το κομμουνιστικό και εργατικό κίνημα που δεν μπορεί να περάσει απαρατήρητο. Δείχνει, από μια πλευρά, το πως γίνεται η αναπαραγωγή της αστικής δημοκρατίας και ιδεολογίας, δείχνει επίσης το ποια πρέπει να είναι η θέση και η στάση ενός επαναστατικού κόμματος μέσα στο αστικό πολιτικό σύστημα. Και εδώ πλέον πρέπει να τονιστεί μια ιδιαιτέρως σημαντική παρατήρηση, που δείχνει τη σχέση ανάμεσα στη στάση που κράτησε το ΓΚΚ και τη στάση των λαϊκών μαζών.

Ο χώρος της Δεξιάς- κεντροδεξιάς στις προεδρικές εκλογές του 1995 είχε συγκεντρώσει το 39,42% των ψηφισάντων. Στις πρόσφατες εκλογές συγκέντρωσε το 26,72% των ψηφισάντων. Δηλαδή παρατηρήθηκε μια μετακίνηση ψηφοφόρων της τάξης του 32,28%. Αντίστοιχη μετακίνηση ψηφοφόρων παρατηρήθηκε και στο Σοσιαλιστικό κόμμα και ήταν της τάξης του 30,55%, ενώ στο Γαλλικό κομμουνιστικό κόμμα το ποσοστό αυτό ανέρχεται στο 61%. Οι τρεις αυτοί χώροι ήταν και ο κορμός της συγκατοίκησης. Δηλαδή, η δυσαρέσκεια εκφράστηκε πάνω απ’ όλα για τις δυνάμεις της συγκατοίκησης που στήριζαν και εφάρμοζαν μια αντιλαϊκή και αντεργατική πολιτική. Και το μεγαλύτερο πρόβλημα σημειώνεται στο ΓΚΚ.

Κλείνοντας η περίοδος της ταυτόχρονης κεντροαριστερής και κεντροδεξιάς διακυβέρνησης στη Γαλλία, της λεγόμενης συγκατοίκησης, για να ακολουθήσει μια νέα περίοδος της κεντροδεξιάς, η διαπίστωση είναι ότι ο κύκλος έκλεισε με βαρύτατο το τίμημα για το ΓΚΚ. Ουσιαστικά το ΓΚΚ ήταν η μόνη πολιτική δύναμη που βγήκε από κάθε άποψη χαμένη και υπονόμευσε τη μελλοντική του πορεία.

Η πολιτική της κεντροδεξιάς και της κεντροαριστεράς έθρεψε το λαϊκισμό και τη δημαγωγία της ακροδεξιάς του Λεπέν, ο οποίος εμφανίστηκε ως υπερασπιστής των εργαζομένων, χρησιμοποιώντας το απίστευτο επιχείρημα ότι «στα κοινωνικά προβλήματα αισθάνεται αριστερός». Και μέσα απ’ αυτόν τον πολιτικό εκχυδαϊσμό γίνεται φανερή η απουσία ενός προγράμματος συσπείρωσης αντιμονοπωλιακών αντιιμπεριαλιστικών δυνάμεων, ενός προγράμματος εργατικής πολιτικής, που θα έπρεπε να κλείνει το δρόμο στην ακροδεξιά, να μην της επιτρέπεται να παρουσιάζεται ακόμη και με αριστερές μεταμφιέσεις κάνοντας, με δανεικά, επίδειξη του υποτιθέμενου κοινωνικού της προσώπου και να παρασύρει ακόμη και τμήματα ψηφοφόρων του ΓΚΚ.

Η ενίσχυση της ακροδεξιάς στη Γαλλία ήταν πολύ μικρή, σε σχέση με τις προηγούμενες προεδρικές εκλογές. Αν όμως επιχειρηθεί μια χρονική αναγωγή της πορείας της ακροδεξιάς στη Γαλλία, τουλάχιστον για το πρόσφατο παρελθόν, το συμπέρασμα είναι ότι απέκτησε ερείσματα μέσα στη γαλλική κοινωνία. Κατόρθωσε να κερδίσει ένα εκλογικό ποσοστό που τη σταθεροποιεί ως πολιτική δύναμη, να διατυπώνει ένα πολιτικό λόγο που βρίσκει μια σχετική ανταπόκριση στο γαλλικό λαό, στα πιο καθυστερημένα τμήματά του, και τελικά, έστω και κάτω απ’ αυτές τις συνθήκες, να διεκδικεί την προεδρία της Γαλλίας. Στο σύνολό της η ακροδεξιά ξεπερνάει το 20% του εκλογικού σώματος.

Παρακάμπτοντας την πάγια και επαληθευμένη εκτίμηση ότι η ακροδεξιά ενισχύεται από τα κρισιακά κοινωνικά φαινόμενα της ίδιας της καπιταλιστικής κοινωνίας και την πολιτική των αστικών πολιτικών δυνάμεων, που ισχύει και για το σήμερα, ο δεύτερος σημαντικότερος παράγοντας που επιτρέπει την ενίσχυση της ακροδεξιάς είναι η αποδυνάμωση του κομμουνιστικού και εργατικού κινήματος. Οι εξελίξεις στην Ιταλία προηγήθηκαν σε σχέση με άλλες χώρες και είναι σημαδιακές ως προς αυτό το θέμα.

Η εγκατάλειψη εκ μέρους του Ιταλικού ΚΚ του προγράμματός του και η μετάλλαξή του σε ένα σοσιαλδημοκρατικό κόμμα, σε συνδυασμό με τη γενικότερη κρίση του κομμουνιστικού κινήματος και την αναδιάταξη του ιταλικού πολιτικού συστήματος, έδωσαν τη δυνατότητα στη φασιστική δεξιά να παρουσιαστεί ως μια πολιτική δύναμη που αποδέχεται τους κανόνες της αστικής κοινοβουλευτικής δημοκρατίας. Η κίνηση αυτή αποσκοπούσε στην αποκάθαρση των φασιστικού κόμματος από το πρόσφατο παρελθόν του, το οποίο ήταν βαθιά χαραγμένο στη μνήμη του ιταλικού λαού και των εργαζομένων. Η εξέλιξη αυτή έγινε δεκτή, ως προς την πολιτική της σημασία, και από τις πολιτικές δυνάμεις, εκτός από την Κομμουνιστική Επανίδρυση, που προέκυψαν από τη διάλυση του ΙΚΚ. Αντίστοιχες κινήσεις παρατηρούνται και σε άλλες χώρες της Ευρώπης. Σήμερα, αυτές οι «μεταλλαγμένες» δυνάμεις της φασιστικής δεξιάς έχουν αναλάβει και κυβερνητικές ευθύνες. Σε άλλες χώρες που τα κομμουνιστικά κόμματα είτε διαλύθηκαν τελείως είτε ήταν πολύ αδύνατα τα πράγματα διευκολύνθηκαν ακόμη περισσότερο, όπως στην Αυστρία, Ολλανδία κλπ. Εκείνο, δηλαδή, που παρατηρείται είναι μια προσπάθεια αποκάθαρσης των φασιστικών δυνάμεων και ένταξής τους ανοιχτά στο πολιτικό σύστημα της κάθε χώρας. Ο στόχος αυτής της κίνησης είναι η συσπείρωση όλων των αστικών πολιτικών δυνάμεων που θα υπερασπίζονται την αστική δημοκρατία.

Το γεγονός αυτό σχετίζεται με την παραπέρα αντιδραστικοποίηση του καπιταλιστικού συστήματος και την αντίστοιχη θωράκισή του. Είναι αξιοσημείωτο ότι σημαντικό ρόλο σ’ αυτήν την κατεύθυνση προσφέρουν τα ΜΜΕ και ειδικότερα τα τηλεοπτικά. Κατά τη διάρκεια της συζήτησης που έγινε στη χώρα μας για την τρομοκρατία, με την ευκαιρία της σύλληψης μελών της 17 Νοέμβρη, είχαν τη δυνατότητα να παρελάσουν από τα «παράθυρα» της τηλεόρασης αρκετοί ακροδεξιοί έως και βασιλικοί επίτροποι της χούντας, που υπεράσπιζαν την αστική δημοκρατία στο όνομα της καταπολέμησης της αριστερής τρομοκρατίας που έχει τη ρίζα της στο Μαρξισμό- Λενινισμό. Πίεζαν για μια παραπέρα ιδεολογική συντηρητικοποίηση την ελληνική κοινωνία εξαγνίζοντας ακόμη και βασανιστές της χούντας, αποσιωπώντας το ρόλο των μυστικών υπηρεσιών, ταυτίζοντας την επαναστατική βία με το έγκλημα, καλλιεργώντας την ιδεολογική τρομοκρατία.

Στη Γαλλία βέβαια ο Λεπέν δεν είχε ακριβώς την ίδια πορεία που σημειώθηκε στην περίπτωση της Ιταλίας. Ούτε ανέλαβε κυβερνητικές ευθύνες ούτε έγινε επίσημος εταίρος κανενός κόμματος. Αντιμετωπίστηκε από τα κόμματα ως μέγας κίνδυνος για τις δημοκρατικές παραδόσεις και τα κοινοβουλευτικά δεδομένα, διαμορφώθηκε μια ισχυρή συσπείρωση ενάντιά του. Είναι φανερό ότι ο γαλλικός λαός δε θα ανεχόταν μια ανάλογη εξέλιξη. Ομως, τόσο οι σοσιαλιστές, από τον καιρό του Μιτεράν, όσο και οι δεξιές δυνάμεις ερωτοτροπούσαν μαζί του, τον χρησιμοποιούσαν ο ένας ενάντια στον άλλο. Τον βοηθούσαν να συγκεντρώνει τις υπογραφές για την κάθοδό του στις προεδρικές εκλογές, τον τροφοδοτούσαν ποικιλοτρόπως. Κι αυτό το παιγνίδι ήταν και γνωστό και πάνω απ’ όλα το εκμεταλλευόταν ο ίδιος ο Λεπέν για να ενισχύσει την πολιτική του και να νομιμοποιεί την παρουσία του. Τελικά, δηλαδή, σοσιαλιστές, δεξιές δυνάμεις και ακροδεξιοί αποδείχτηκαν συγκοινωνούντα δοχεία και όλοι μαζί εργάζονταν για την ισχυροποίηση της αστικής δημοκρατίας .

Το κυριότερο, όμως, που πρέπει να τονιστεί, είναι ότι μπορεί το ΓΚΚ να μην είχε καμιά σχέση με τον Λεπέν και το χώρο του, και δεν είχε, η απουσία όμως εργατικού αντιπολιτευτικού λόγου βοήθησε στο να μην ξεσκεπάζεται το άθλιο παιγνίδι μεταξύ των τριών άλλων κομμάτων. Να μην αντιμετωπίζεται η αναβίωση της ακροδεξιάς ως συστατικής δύναμης της αστικής δημοκρατίας, να μην υποδεικνύεται η διέξοδος στην κατεύθυνση της εργατικής δημοκρατίας, να επιτρέπεται η επίδραση του ακροδεξιού λαϊκισμού, με τη μορφή της αριστερής κοινωνικής ευαισθησίας, στις γραμμές του ΓΚΚ και γενικότερα στο γαλλικό λαό.

Αλλά η απουσία αντιμονοπωλιακής αντιιμπεριαλιστικής αντικαπιταλιστικής πολιτικής πρότασης από το ΓΚΚ έδωσε παράλληλα τη δυνατότητα να εμφανίζονται ως οι μόνοι υπερασπιστές των δικαιωμάτων της εργατικής τάξης τα τροτσκιστικά κόμματα. Το σκηνικό που αποκρυσταλλώθηκε μετά τη συμμετοχή του ΓΚΚ στον πόλο της κεντροαριστεράς είναι από τη μια πλευρά, στη δεξιά, ο Λεπέν με τη αχαλίνωτη δημαγωγία του. Στο κέντρο, η κεντροδεξιά στην προεδρία η κεντροαριστερά στην κυβέρνηση. Στην άλλη πλευρά, στην αριστερή, οι τροτσκιστές, που ως σύνολο στις προεδρικές εκλογές λαμβάνουν ένα αξιοσημείωτο ποσοστό. Στις κοινοβουλευτικές εκλογές, όπως είναι γνωστό, οι τροτσκιστές επανήλθαν στα συνηθισμένα τους ποσοστά, το ΓΚΚ επανέκτησε ένα πολύ μικρό ποσοστό των δυνάμεων του, φτάνοντας στο 4,8%, αλλά επαναβεβαίωσε την αλματώδη πτώση του, δεδομένου ότι έχασε το 50% περίπου της δύναμης που διέθετε στις προηγούμενες κοινοβουλευτικές εκλογές. Οι κύριες απώλειες σημειώνονται προς τους σοσιαλιστές. Ασφαλώς την εξέλιξη αυτή την επηρέασε το πως διαμορφώθηκε το δίδυμο των προεδρικών εκλογών στο δεύτερο γύρο και το αποτέλεσμά τους, που άσκησε σοβαρή επίδραση και στους τροτσκιστές. Αλλωστε ένα τμήμα τους, όπως ήδη έχει τονιστεί, υποστήριξε τον Ζακ Σιράκ, μέσα από το τέχνασμα της κατά συνείδηση ψήφου. Αξίζει εδώ να τονιστεί, σε σχέση με την επαναφορά των τροτσκιστών στα συνηθισμένα τους ποσοστά, ότι δεν καθιερώθηκαν ως εργατική εναλλακτική πολιτική πρόταση. Γεγονός που δείχνει ότι τα ιδεολογικά ρεύματα, έτσι όπως αυτά καταστάλαξαν τον εικοστό αιώνα, εξακολουθούν να παραμένουν επίκαιρα.

Το γεγονός ότι τελικά σημαντικές δυνάμεις του ΓΚΚ ενσωματώνονται στους σοσιαλιστές αυτό οφείλεται στην έλλειψη του προγράμματος εργατικής πολιτικής εκ μέρους του, παρά στο ότι το κομμουνιστικό κίνημα δεν έχει πλέον λόγο ύπαρξης. Τα αποτελέσματα των γαλλικών εκλογών αποδεικνύουν το ακριβώς αντίθετο.

Η παραπάνω ανάλυση μπορεί να γενικευτεί και για άλλες χώρες, που το εργατικό κίνημα ήταν αναπτυγμένο, που δείχνει να αναζωπυρώνεται και να παίρνει όλο και πιο πολύ αντικαπιταλιστικά και αντιιμπεριαλιστικά χαρακτηριστικά, που διέθεταν ισχυρά κομμουνιστικά κόμματα. Το συμπέρασμα είναι καίριας σημασίας. Το κομμουνιστικό κίνημα δέχτηκε ένα σημαντικό χτύπημα από τον αντίπαλο. Οσο όμως και ισχυρό να ήταν το χτύπημα αυτό δε στάθηκε ικανό να το εξαφανίσει. Η ανασύνταξή του είναι ζήτημα χρόνου. Οι δυνάμεις υπάρχουν, ζώσες και διατεθειμένες να ενεργοποιηθούν. Η εργατική τάξη, γενικότερα οι εργαζόμενοι και οι άλλες κοινωνικές δυνάμεις οι σύμμαχες με την εργατική τάξη, γίνεται καθαρό, και από τις εξελίξεις στη Γαλλία, πως δεν μπορούν να αναμένουν ουσιαστική καλυτέρευση της θέσης τους μέσα στα σημερινά κοινωνικά πλαίσια. Δεν μπορούν να επιδοθούν στη σισύφεια προσπάθεια του εξανθρωπισμού του καπιταλισμού, της διαμόρφωσης κοινωνικού προσώπου της αγοράς και των δυνάμεών της. Ο καπιταλισμός δεν πάσχει από κανόνες καλής συμπεριφοράς. Η αποδοχή της αγοράς οδηγεί νομοτελειακά στην αναπαραγωγή του συστήματος και της ιδεολογίας του, άρα και της πολιτικής του. Είναι επικίνδυνη αυταπάτη να ελπίζει κανείς ότι μέσα από κεντροαριστερά σχήματα μπορεί να καταλήξει σε αριστερή πολιτική, πολύ περισσότερο σε κοινωνικές ανατροπές και στο σοσιαλισμό. Το μόνο που εξασφαλίζει ο εγκλωβισμός των κομμουνιστικών κομμάτων σε κεντροαριστερά σχήματα είναι η ενσωμάτωση στο καπιταλιστικό σύστημα των λαϊκών μαζών και των ίδιων των κομμάτων.

Οι γαλλικές εκλογές έδειξαν πως υπάρχουν οι δυνάμεις στην κοινωνία και ότι μπορούν να ενεργοποιηθούν, να οργανωθούν, να δράσουν, να έρθουν σε σύγκρουση με τα μονοπώλια και το μεγάλο κεφάλαιο, να αντισταθούν στην καπιταλιστική βαρβαρότητα, στο δρόμο για την κατάκτηση της εξουσίας ,για το σοσιαλισμό. Κι αυτό είναι ένα χαρμόσυνο μήνυμα που φέρνει αισιοδοξία και αποφασιστικότητα. Μερικά χρόνια μετά την ανατροπή του σοσιαλισμού στην Ευρώπη,οι συνειδήσεις αλλάζουν, υπάρχει συσσωρευμένη εμπειρία από τα «οράματά» της ελεύθερης αγοράς και την εφαρμογής τους, υπάρχει μεγάλη δυσαρέσκεια από την εφαρμοζόμενη πολιτική, όπως δείχνουν και οι μεγάλες συγκεντρώσεις και οι πορείες των εργαζομένων και της νεολαίας στη Βαρκελώνη, στο Γκέτεμποργκ, στη Γένοβα, στη Σεβίλλη. Τα αντικαπιταλιστικά και αντιιμπεριαλιστικά συνθήματα πυκνώνουν. Οι εργατικοί αγώνες δυναμώνουν.

Αν το μείζον συμπέρασμα από τις γαλλικές εκλογές είναι η απουσία ενός προγράμματος εργατικής πολιτικής, τότε το μείζον συμπέρασμα για την εργατική πολιτική είναι ότι πρέπει να αντιμετωπίσει την ενιαία πολιτική των αστικών δυνάμεων είτε αυτή παρουσιάζεται στην κεντροαριστερή διαχειριστική της εκδοχή είτε στην κεντροδεξιά της αντίστοιχη. Γι’ αυτό το λόγο πρέπει το κομμουνιστικό κίνημα να προβληθεί ως δύναμη και πολιτική πρόταση. Τίποτα πιο ζωτικό, τίποτα πιο επίκαιρο δεν υπάρχει πέρα από την αναγκαιότητα του σοσιαλισμού, πέρα από την ανάγκη της κοινωνικής χειραφέτησης της εργατικής τάξης και των άλλων εργαζομένων. Λίγα χρόνια μετά τις ανατροπές είναι αρκετά για να συνειδητοποιηθεί η ανάγκη της ανασύνταξης του κομμουνιστικού κινήματος, της ανάπτυξης των εργατικών αγώνων. Μπροστά υπάρχει η αντεπίθεση. Και είναι κοινωνική απαίτηση, η ενότητα αλλά και η συσπείρωση της εργατικής τάξης και των άλλων εργαζομένων να σφυρηλατηθεί γύρω από ένα πρόγραμμα εργατικής πολιτικής.

Το ΚΚΕ μέσα από την πρότασή του για τη λαϊκή εξουσία και τη λαϊκή οικονομία, εργάζεται για τη δημιουργία του μετώπου των κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων που θα αντιπαλέψουν τις δυνάμεις της κεντροαριστεράς και της κεντροδεξιάς, την αναβίωση της ακροδεξιάς, την ιμπεριαλιστική επιθετικότητα, την αφαίρεση των κοινωνικών κατακτήσεων των εργαζομένων, που θα ανοίξουν το δρόμο για την κατάκτηση της λαϊκής εξουσίας.

Καθημερινά με σχέδιο, πείσμα, αγωνιστικότητα, θα κερδίζεται βήμα το βήμα το έδαφος της αντεπίθεσης. Οι προϋποθέσεις υπάρχουν κι αυτό πρέπει να κρατηθεί ως μέγα κρατούμενο από τι γαλλικές εκλογές.



Ο Παναγιώτης Γεωργιάδης είναι μέλος της ΚΕ του ΚΚΕ και διευθυντής του Κέντρου Μαρξιστικών Ερευνών.