ΣΥΖΗΤΗΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ ΤΗΣ ΕΕ

Η ΕΕ σχεδιάζει το μέλλον της, ώστε μέσα από νέες πολιτικές να δυναμώσει σαν ιμπεριαλιστική ένωση-κέντρο, να γίνει «ένας δυναμικός πολιτικός παράγοντας στον κόσμο» όπως διακηρύσσει.

Επίσημα το έναυσμα δόθηκε με τη «δήλωση του Λάακεν» από τους αρχηγούς των κρατών-μελών στη σύνοδο κορυφής του Λάακεν (Δεκέμβρης 2001) με τη δημιουργία της Συντακτικής (ή Ευρωπαϊκής) Συνέλευσης. Ο ρόλος της Συνέλευσης είναι να προετοιμάσει τη νέα διακυβερνητική του 2004. Εχει αποκλειστικά γνωμοδοτικό χαρακτήρα, δεν αποφασίζει και θα τερματιστεί τον Ιούνη του 2003 με ελληνική προεδρία, δίνοντας τα συμπεράσματα των εργασιών της. Ωστόσο έχει απόλυτα ελεγχόμενη σύνθεση. Τα μέλη της συνέλευσης στη συντριπτική πλειοψηφία τους είναι εκπρόσωποι των κυβερνήσεων των χωρών της ΕΕ και των κοινοβουλίων τους. Προέρχονται κυρίως από τα κόμματα του δικομματισμού, προσηλωμένα στο «όραμα» της ΕΕ. Οι εργασίες της ξεκίνησαν τον Φλεβάρη του 2002 και, παρά την ελεγχόμενη σύνθεσή της, ξεδιπλώνονται αντιθέσεις ή παραλλαγές απόψεων στα διάφορα ζητήματα ως αποτέλεσμα του ενδοκοινοτικών ανταγωνισμών.

Ταυτόχρονα, καλλιεργούν κλίμα δημοκρατικοφάνειας με συζητήσεις και επαφές με οργανώσεις πολιτών, με μη κυβερνητικές οργανώσεις, με δημιουργία συνέλευσης των νέων κ.ά. Στην πλειοψηφία τους οι συζητήσεις γίνονται με ομάδες σύμφωνες με την καπιταλιστική ΕΕ. Συμβάλλουν στο στημένο σκηνικό αστικής δημοκρατικής νομιμότητας για τη λήψη αντιδραστικότερων μέτρων και ενδυνάμωση των κατασταλτικών πολιτικών και μηχανισμών, ενάντια στην εργατική τάξη και τα λαϊκά στρώματα. Συνεπώς πρόκειται για μορφές «κοινωνικού διαλόγου» χρήσιμες για τα σχέδιά τους. Είναι ένα σκηνικό φτιαγμένο έτσι που να αποκλείει κάθε ενοχλητική φωνή αμφισβήτησης της αποκρουστικής πολιτικής της ΕΕ και της δικτατορίας των ευρωπαϊκών μονοπωλίων.

Την εικόνα της Συνέλευσης ο Π. Κ. Ιωακειμίδης, (αναπληρωματικό μέλος της κυβέρνησης στην συνέλευση) περιγράφει σε πρόσφατο άρθρο του[1], ως εξής: «Οι ως σήμερα εργασίες της Συνέλευσης δείχνουν σαφή φιλοενοποιητική δυναμική. Η μεγάλη πλειοψηφία των μελών της Συνέλευσης έχει ταχθεί και επιχειρηματολογήσει υπέρ της εμβάθυνσης της ενοποίησης σε τομείς όπως η κοινή εξωτερική πολιτική και ασφάλεια (ΚΕΠΠΑ), η οικονομική πολιτική, η προστασία των εξωτερικών συνόρων για τη δημιουργία ενός γνήσιου «χώρου ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης» στην ΕΕ».

Οι συζητήσεις που έχουν ξεκινήσει είναι εμπλουτισμένες με μπόλικη υποκρισία για δημιουργία χώρου ευημερίας, ελευθερίας, ασφάλειας, δικαίου, αντιμετώπισης της τρομοκρατίας, εμπιστοσύνης των πολιτών, τελευταία για την άνοδο της ακροδεξιάς κλπ. - που στο όνομά τους παίρνονται μέτρα που έχουν να κάνουν με παρέμβαση στο πολιτικό σύστημα κάθε χώρας, δημιουργία νέων κατασταλτικών μηχανισμών, ενδυνάμωση του διευθυντηρίου της ΕΕ.

Στο πνεύμα του φαρισαϊσμού ο Τ. Γιαννίτσης αναπληρωτής Υπουργός Εξωτερικών, υπογράμμιζε σε ημερίδα που αφορούσε το διάλογο για το μέλλον της Ευρώπης στα πλαίσια της ευρωπαϊκής Συνέλευσης στις 18.6.2002[2], «την έλλειψη θεσμικών στοιχείων που να επιτρέπουν τη συμμετοχή του πολίτη στην ΕΕ, αναφέροντας ότι θεωρεί τους ευρωπαϊκούς θεσμούς αδιαφανείς και δύσχρηστους και υποστηρίζει ότι αυτό που χρειάζεται η Ευρώπη είναι η δημοκρατική νομιμοποίηση στα μάτια του Ευρωπαίου πολίτη. Αυτό μπορεί να γίνει με δύο τρόπους: πρώτον, με την ενσωμάτωση της Χάρτας Θεμελιωδών Δικαιωμάτων σε μια νέα συνθήκη και δεύτερο με την ενίσχυση της διαφάνειας στη διαδικασία λήψης αποφάσεων».

Ως βάση εκκίνησης θεωρούν όσα αντιδραστικά έχουν επιτευχθεί σε διάφορους τομείς: «Κατά την τελευταία δεκαετία, τέθηκαν οι βάσεις για μια πολιτική ένωση και ξεκίνησε η συνεργασία στους τομείς της κοινωνικής πολιτικής, απασχόλησης, ασύλου, μετανάστευσης, αστυνομίας, δικαιοσύνης, εξωτερικής πολιτικής ασφάλειας και άμυνας»[3], βάζοντας στη συνέχεια πλώρη για ακόμη πιο αντιδραστικά μέτρα. Μέτρα αντεργατικά και κατασταλτικά για την προστασία της ευρωπαϊκής πλουτοκρατίας. Μέτρα για τα οποία βιάζονται, φοβούμενοι την άνοδο του μαζικού λαϊκού κινήματος στην Ευρώπη. Ανησυχούν από τις μεγάλες κινητοποιήσεις που γίνονται στις περισσότερες ευρωπαϊκές πόλεις και έχουν σαν κύριο την αμφισβήτηση της ευρωπαϊκής πολιτικής που τσακίζει λαϊκά εισοδήματα και ελευθερίες. Μόνο τους τελευταίους μήνες είχαμε αρκετούς, μεγάλους απεργιακούς αγώνες και διαδηλώσεις, στη Γερμανία με παγγερμανική απεργία 850.000 οικοδόμων, στην Αθήνα με πανεργατικές απεργίες και συμβολικές καταλήψεις δημόσιων κτιρίων (Νομαρχίες, τράπεζες, Υπουργείο Οικονομίας κ.ά.), στην Ισπανία γενική απεργία σε όλη τη χώρα την παραμονή της συνόδου Κορυφής στη Σεβίλλη, σαν συνέχεια των μεγάλων διαδηλώσεων του Γκέτεμποργκ, της Γένοβας, της Αθήνας, της Βαρκελώνης κ.ά.

Ο πρόεδρος του Ευρωκοινοβουλίου Πατ Κοχ[4], σε συνέντευξή του με τίτλο «ΑΝΕΜΟΣ ΑΛΛΑΓΗΣ», ανέφερε χαρακτηριστικά: «επί τέσσερις δεκαετίες ο δυτικός κόσμος είχε ένα είδος συνδετικού στοιχείου, το σιδηρούν παραπέτασμα. Αυτό το συνδετικό στοιχείο της εποχής του ψυχρού πολέμου εξαφανίστηκε με την κατάρρευση του τείχους του Βερολίνου και ύστερα της ίδιας της Σοβιετικής Ενωσης. Αυτό αποτέλεσε μια τεράστια αλλαγή. Από τότε έχουμε να αντιμετωπίσουμε το ζήτημα μιας πολιτικής Ευρώπης ... Τώρα βρισκόμαστε σε μια πολύ πιο πολιτική Ευρώπη σε τομείς όπως η μετανάστευση, το άσυλο, η ασφάλεια, η άμυνα, η καταπολέμηση της τρομοκρατίας, η δημιουργία της δύναμης ταχείας αντίδρασης».

Στο κέντρο των συζητήσεων όπως μας πληροφορεί ο Jean-Luk Dehaene, Αντιπρόεδρος της Συνέλευσης, βρίσκεται «η εκπόνηση μιας Συνταγματικής Συνθήκης. Σήμερα υπάρχουν έξι ή επτά συνθήκες, αλλά η ευρωπαϊκή ενοποίηση θα πρέπει να εκφράζεται σε μια Συνθήκη η οποία θα έχει όλα τα χαρακτηριστικά ενός Συντάγματος και στην οποία υπάρχει η Χάρτα των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων»[5].

Παρ’ όλες τις διακηρύξεις ο ανταγωνισμός ανάμεσα στα κράτη-μέλη καλά κρατεί, για να κερδίσει το καθένα όσο το δυνατό περισσότερα οφέλη για λογαριασμό της δικής του άρχουσας τάξης. Για το μελλοντικό σύνταγμα της ΕΕ η Αγγλία δια στόματος του Πρωθυπουργού Τόνυ Μπλερ «πιστεύει ότι ένα Σύνταγμα που δεσμεύει νομικά θα μπορούσε να υπονομεύσει την εθνική κυριαρχία της Μεγάλης Βρετανίας. Υποστηρίζει ένα Σύνταγμα για την οριοθέτηση των αρμοδιοτήτων ... η ΕΕ θα πρέπει να είναι υπερδύναμη αλλά όχι υπερκράτος»[6]. Ο Zακ Σιράκ τάσσεται «υπέρ ενός ευρωπαϊκού συντάγματος από επιτροπή … υπέρ μιας Ευρώπης με κοινή κυριαρχία, αλλά τα εθνικά κοινοβούλια να έχουν τον τελευταίο λόγο». Ο Γερμανός υπουργός εξωτερικών Φίσλερ τοποθετείται «υπέρ ενός ευρωπαϊκού συντάγματος που θα καθιστά σαφές τι θα πρέπει να ρυθμίζεται σε εθνικό και τι σε ευρωπαϊκό επίπεδο ... θεωρεί αναγκαίο το διαχωρισμό αρμοδιοτήτων ανάμεσα στην Ευρώπη και τα κράτη-μέλη, υποστηρίζει την κυρίαρχη λειτουργική ομοσπονδία, βασισμένη στα εθνικά κράτη». Ο πρωθυπουργός του Βελγίου τάσσεται υπέρ του συντάγματος και προτείνει ότι «ο διαχωρισμός ανάμεσα στην Ενωση και την κοινότητα δε θα πρέπει να υπάρχει. Στόχος η δημιουργία μιας ένωσης με νομική υπόσταση». Ο Πασκάλ Λαμί (επίτροπος εμπορίου) υποστηρίζει ότι «το συμβούλιο θα πρέπει να έχει τη δυνατότητα να σχεδιάζει μακροπρόθεσμες πολιτικές, η επιτροπή να γίνει πολιτικά ομογενής, τα μισά από τα μέλη του ευρωκοινοβουλίου θα πρέπει να εκλέγονται πιο άμεσα»[7].

Στο άρθρο του[8] ο καθηγητής Π. Κ. Ιωακειμίδης, (αναπληρωματικό μέλος της κυβέρνησης στη συνέλευση) περιγράφει τις αντιθέσεις, για το πώς θα εξελιχτεί πολιτικά η ΕΕ: «Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή υπέβαλε πρόσφατα πρόταση για την ανάπτυξη της ΕΕ... Η Επιτροπή εισηγείται την ανάπτυξη των πολιτικών της ΕΕ και την ενίσχυση του «κοινοτικού προτύπου»... όπου στο κοινοτικό, υπερεθνικό πρότυπο, ο κεντρικός ρόλος ανήκει στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, ως ο σχετικά ανεξάρτητος θεσμός που εκφράζει και προωθεί το συνολικό ευρωπαϊκό συμφέρον. Οι μεγαλύτερες χώρες-μέλη αποφάσισαν να αντιδράσουν με τέτιο τρόπο, ώστε στην πράξη μπορεί να ακυρώσει το ρόλο και την αποστολή της Συνέλευσης. Συγκεκριμένα, έχουν παρουσιάσει προτάσεις για τη μεταρρύθμιση του Συμβουλίου και του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, που αφ’ ενός μεν προκαταλαμβάνουν το έργο της Συνέλευσης, αφ’ ετέρου δε οδηγούν σε επικυριαρχία των μεγάλων κρατών στην ΕΕ, στη βάση ενίσχυσης του διακυβερνητικού προτύπου οργάνωσης της ΕΕ. Στην προσπάθεια αυτή πρωταγωνιστούν εμφανώς τρεις μεγάλες χώρες: Βρετανία, Ισπανία, Γαλλία ... Συνεπώς είναι εμφανές ότι με τη φιλοενοποιητική δυναμική που αναπτύχθηκε στη Συνέλευση και την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής φθάνουμε στη βασική πολιτική σύγκρουση για τη μελλοντική συγκρότηση της ΕΕ... Η σύγκρουση αυτή φαίνεται ότι θα είναι καθοριστική για τη μελλοντική πορεία της ενοποίησης... Η συντριπτική πλειοψηφία των μικρότερων κρατών-μελών έχει συμπαραταχθεί «πίσω» από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και στηρίζει το κοινοτικό πρότυπο για τη μελλοντική συγκρότηση της ΕΕ».

Για το ρόλο των εθνικών κοινοβουλίων αναπτύσσονται διάφορες απόψεις. Υπάρχει η άποψη της υποβάθμισής τους, μέσα από την αφαίρεση αρμοδιοτήτων και μεταφορά τους σε μια, κατά κάποιο τρόπο, τρίτη βουλή που θα δημιουργηθεί στο ευρωκοινοβούλιο. Συζητούν για το πώς καλύτερα θα γίνει «ανάμειξη των εθνικών κοινοβουλίων σήμερα στις δραστηριότητες της ΕΕ ... με τη δημιουργία ίσως μιας κοινοβουλευτικής επιτροπής (3η βουλή) που θα ελέγχει την αρχή της επικουρικότητας στην ευρωπαϊκή νομοθεσία»[9]. Πρόκειται για επιχείρηση επέμβασης στο πολιτικό σύστημα κάθε χώρας και συμπληρώνει την απόφαση για τη δημιουργία των ευρωκομμάτων, δηλαδή συνασπισμών κομμάτων (ευρωπαϊκά πολιτικά κόμματα) προσαρμοσμένων στο γράμμα και το πνεύμα των Συνθηκών, με τις προδιαγραφές της ιμπεριαλιστικής ιδεολογίας. Επιχειρούν να απαξιώσουν και με αυτόν τον τρόπο στις συνειδήσεις των λαών, το πρωταρχικό πεδίο ταξικής πάλης, που είναι το εθνικό πεδίο.

Αλλοι, όπως ο επίτροπος Μπαρνιέ τάσσονται κατά της δημιουργίας τρίτης βουλής στο Ευρωκοινοβούλιο... υπογραμμίζοντας όμως τη συμμετοχή των Επιτρόπων στις εργασίες των εθνικών κοινοβουλίων και τη στενή συνεργασία των εθνικών κοινοβουλίων με το Ευρωκοινοβούλιο»[10]. Στο ίδιο πνεύμα περίπου είναι και η τοποθέτηση του εκπροσώπου του ΠΑΣΟΚ, Π. Αυγερινού στη Συνέλευση όπου διατυπώνει τη διαφωνία του στη δημιουργία τρίτης βουλής, όμως υποστηρίζει «τα εθνικά κοινοβούλια θα μπορούσαν να διαδραματίσουν συμπληρωματικό ρόλο σε αυτόν του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, στους τομείς της ευρωπαϊκής πολιτικής, ασκώντας μεγαλύτερο έλεγχο στις κυβερνήσεις τους, προτείνοντας ... τη σύσταση μιας συμβουλευτικής επιτροπής για τον έλεγχο και εφαρμογή της αρχής της επικουρικότητας»[11].

Αντιθέσεις βέβαια για το μέλλον της Ευρώπης εκδηλώνονται και σε άλλα θέματα, στα κοινοτικά όργανα και συναντήσεις. Για παράδειγμα, στην προοπτική της διεύρυνσης της ΕΕ με νέες χώρες, το θέμα της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής (ΚΑΠ) και οι συζητήσεις για περικοπές στις κοινοτικές επιδοτήσεις (που αφορά κύρια τους μικρομεσαίους αγρότες), έχει δημιουργήσει μεγάλες προστριβές, που ίσως καθυστερήσουν το χρονοδιάγραμμα της διεύρυνσης. Εχουν δημιουργηθεί δύο «στρατόπεδα». Το ένα με πρωταγωνιστή τη Γερμανία, η οποία λόγω της παρατεταμένης οικονομικής ύφεσης μετά την 11η Σεπτέμβρη που την αγγίζει άμεσα, επιδιώκει δραστική μείωση των αγροτικών επιδοτήσεων. Το ζήτημα αυτό το συνδέει με μείωση των εισφορών της προς την ΕΕ για εξοικονόμηση πόρων που θέλει να διοχετεύσει στην οικονομία της, για να αντιμετωπίσει την ύφεση και να διατηρήσει τη θέση της σαν ισχυρή χώρα. Πίσω της στοιχίζονται η Ολλανδία, Βρετανία, Σουηδία, Φινλανδία, χώρες που εισάγουν κυρίως αγροτικά προϊόντα και τρόφιμα και έχουν περιορισμένη αγροτική οικονομία.

Στην άλλη «όχθη» είναι η Γαλλία, της οποίας τα αγροτοβιομηχανικά συγκροτήματα καρπώνονται τις περισσότερες αγροτικές ενισχύσεις και οι νότιες χώρες που έχουν περισσότερο αγροτικό πληθυσμό. Η ουσία της αντιπαράθεσης και των αλληλοεκβιασμών για την πορεία της διεύρυνσης στο όνομα της ΚΑΠ (αφού, αν δε λυθεί, δε θα μπορούν να προχωρήσουν στη διεύρυνση) είναι ποιες χώρες θα εξοικονομήσουν περισσότερα. Σε καμιά περίπτωση δεν ενδιαφέρονται για τη συρρίκνωση και το ξεκλήρισμα της μικρομεσαίας αγροτιάς. Εξάλλου η όλη πολιτική της ΚΑΠ έχει στόχο τη δημιουργία μεγάλων αγροτικών καπιταλιστικών εκμεταλλεύσεων.

Αντιθέσεις επίσης εκδηλώνονται και για το Σύμφωνο Σταθερότητας, αν θα συνεχιστεί με χαλαρότερους ή όχι ρυθμούς, όχι βέβαια από τη σκοπιά ανησυχίας για το επίπεδο ζωής και δικαιωμάτων των εργαζομένων. Η αστική τάξη κάθε χώρας επιδιώκει να αντιμετωπίσει την επιβράδυνση και επερχόμενη, όπως φαίνεται, κρίση με τη βελτίωση της θέσης και δύναμής της στον ενδοκοινοτικό ανταγωνισμό.

Φαίνεται λοιπόν ότι ξεδιπλώνονται κατ’ αρχήν οι αντιθέσεις ισχυρών και λιγότερο ισχυρών χωρών. Οι ισχυρές δεν είναι διατεθειμένες να παραχωρήσουν περισσότερες δικαιοδοσίες στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, αλλά προτιμούν να παίρνονται οι αποφάσεις σε όργανα διακρατικά, όπως τα συμβούλια υπουργών όπου μέσα από πλειοψηφίες και συμμαχίες των ισχυρών, θα καρπώνονται περισσότερα, οξύνοντας παραπέρα την ανισόμετρη ανάπτυξη μεταξύ των χωρών. Από την άλλη οι λιγότερο ισχυρές χώρες όπως Βέλγιο, Ελλάδα κ.ά., ενδιαφέρονται για ισχυρότερη Ευρωπαϊκή Επιτροπή, γιατί πιστεύουν ότι θα περιορίζουν την ανισοτιμία και θα εξασφαλίζουν περισσότερα για τη δική τους αστική τάξη. Μερικές μικρές πληθυσμιακά χώρες, π.χ. Ιρλανδία, προσπαθούν να υπερασπιστούν τη διατήρηση του δικαιώματος του βέτο.

Για το μέλλον της Ευρώπης, στη Συντακτική Συνέλευση, η ελληνική κυβέρνηση έχει τοποθετηθεί «υπέρ της διεύρυνσης των αρμοδιοτήτων της ΕΕ σε πολιτικές όπως: Εξωτερική πολιτική και πολιτική άμυνας με την ανάπτυξη ενός συλλογικού συστήματος ασφάλειας και αλληλεγγύης, πολιτική φορολογίας, απασχόληση, περιβάλλον, αστυνομική και ποινική συνεργασία», ενώ ο Π. Αυγερινός εκπρόσωπος του ΠΑΣΟΚ, υποστηρίζει ότι «η σύνταξη μιας συνταγματικής συνθήκης θα μπορούσε να συμβάλλει στην ενίσχυση της πολιτικής νομιμοποίησης». Η Μαριέττα Γιαννάκου από τη ΝΔ, αποκαλυπτική και αυτή στην υπεράσπιση της πλουτοκρατίας, τονίζει ότι «Η Συνθήκη του Μάαστριχτ εξάλειψε το σοσιαλισμό και επέβαλε την κοινωνική οικονομία της αγοράς ... Ο πολίτης νοιώθει αποξενωμένος από το κέντρο λήψης αποφάσεων στις Βρυξέλλες και γι’ αυτό πρέπει με κάποιους τρόπους να γίνει συμμέτοχος στη συζήτηση για το Μέλλον της Ευρώπης». Ενώ οι θέσεις του ΣΥΝ είναι γνωστές για την προσήλωση στην ενίσχυση της πολιτικής ενοποίησης της ΕΕ. Γι’ αυτό, εξάλλου, ορίστηκε εκπρόσωπος στη Συντακτική Συνέλευση ο Ν. Κωνσταντόπουλος, σαν αναπληρωματικό μέλος του ΠΑΣΟΚ, ενώ το ΚΚΕ αγνοήθηκε πλήρως αν και τρίτο κόμμα στη Βουλή!

Οι υπερασπιστές των συμφερόντων της ελληνικής πλουτοκρατίας ενδιαφέρονται και προωθούν την αμεσότερη και πιο βαθιά πρόσδεση στην ΕΕ για να κατοχυρώνουν και διασφαλίζουν τα συμφέροντα τους, μέσα από ευρωκοινοτικές αντιλαϊκές αποφάσεις και όργανα. Ταυτόχρονα, ονομάζουν αποξένωση τη λαϊκή δυσαρέσκεια και αγανάκτηση και προσπαθούν να βρουν μεθόδους απορρόφησής της, όπως φόρουμ συζητήσεων και κοινωνικούς διαλόγους.

Ομως η πραγματικότητα είναι άλλη. Η λαϊκή δυσαρέσκεια μετατρέπεται όλο και πιο έντονα σε αγώνα και πάλη. Αυτό δείχνουν οι μεγάλες κινητοποιήσεις, που πρέπει να γίνουν ακόμη μεγαλύτερες, ορμητικότερες μέχρι να ισοπεδώσουν την καπιταλιστική βαρβαρότητα και στη θέση της να επιβάλουν ένα σύστημα ποιοτικά ανώτερο, σε όφελος της εργατικής τάξης και των λαϊκών στρωμάτων, το σοσιαλισμό. Ο δρόμος υπάρχει είναι το αντιιμπεριαλιστικό δημοκρατικό μέτωπο.

Το ΚΚΕ θεωρεί ότι το μέλλον της Ευρώπης, με όποια μορφή και έκδοση το οραματίζονται οι κυβερνήσεις και τα κόμματα των ευρωπαϊκών μονοπωλίων, θα είναι αντιδραστικότερο, σκοτεινότερο και πιο επικίνδυνο για τα κατακτημένα δικαιώματα και ελευθερίες των λαών. Στόχος τους είναι η φτηνή αμοιβή και το ξεζούμισμα της εργατικής δύναμης για τον πλούτο των μονοπωλίων, η παραπέρα επέμβαση στο πολιτικό σύστημα κάθε χώρας για να αποδυναμωθεί ο ρόλος των κομμάτων εκείνων που αντιτίθεται στο ρόλο της ΕΕ, η οικοδόμηση ενός σιδηρού κατασταλτικού αστυνομικοστρατιωτικού πλέγματος, ενάντια στα λαϊκά κινήματα.

Το μαζικό λαϊκό κίνημα θα πρέπει να αξιοποιήσει τις ενδοκοινοτικές και ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις, τις καθυστερήσεις στην προώθηση των αντιδραστικών μέτρων και πολιτικών, ώστε να δυναμώσει πιο πολύ και να εντείνει τον αγώνα ενάντια στην ΕΕ, το ιμπεριαλιστικό σύστημα γενικά. Το ΚΚΕ θα δώσει πρωτοπόρο παρόν σε όλες τις λαϊκές κινητοποιήσεις και μορφές πάλης που θα αναπτυχθούν, ενάντια στις νέες αντιδραστικές εξελίξεις της ΕΕ.

 


Η Διαμάντω Μανωλάκου είναι μέλος της ΚΕ του ΚΚΕ και υπεύθυνη του Τμήματος Ευρωπαϊκής πολιτικής.

[1] Οικονομικός Ταχυδρόμος Φ. 25, στις 22 Ιούνη 2002.

[2] Ενημερωτικό δελτίο ΕΚΕΜ, αρ. 4, Ιούνης 2002, σελ. 27-28.

[3] «Δήλωση Λάακεν», Συμβούλιο Κορυφής, Δεκέμβρης 2001.

[4] Περιοδικό «Ευρωπαϊκός Διάλογος». Ενημερωτική επιθεώρηση του Ευρωπαϊκού κοινοβουλίου, 1/2002, σελ. 5.

[5] ΕΚΕΜ, αρ. 4, σελ. 27.

[6] Δελτίο 2 του ΕΚΕΜ, σελ. 14, Μάης 2002.

[7] Δελτίο 2, ΕΚΕΜ, σελ. 15, 16, Μάης 2002.

[8] «Οικονομικός Ταχυδρόμος», Φ. 25, 22 Ιούνη 2002.

[9] Δελτίο ΕΚΕΜ, αρ. 4, σελ. 14.

[10] ΕΚΕΜ Ιουνίου 2002, αρ. 4, σελ.14.

[11] Στο ίδιο, το παραπάνω, σελ. 15.