Η ΕΠΙΔΡΑΣΗ ΤΩΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΕΞΕΛΙΞΕΩΝ ΣΤΗΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ

Στόχος του παρόντος σημειώματος είναι να καταγραφούν τα νέα δεδομένα στις οικονομικές εξελίξεις. Να αξιολογηθούν οι προβληματισμοί και η διαπάλη που αναπτύσσεται στη βάση των νέων δεδομένων για τις κατευθύνσεις στην άσκηση της αστικής οικονομικής πολιτικής, δηλαδή για την αποτελεσματικότερη πολιτική διαχείρισης στις νέες οικονομικές συνθήκες.

 

Α. ΓΙΑ ΤΗ ΔΙΕΘΝΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Τα νέα δεδομένα

Ηδη με την καταγραφή των εξελίξεων του α΄ εξαμήνου του 2002, είχαν αναιρεθεί οι προβλέψεις που είχαν γίνει στο τέλος του 2001. Η ετήσια προβολή τους οδήγησε σε αναθεώρηση των προβλέψεων προς τα κάτω.

Το ΔΝΤ τις αναθεώρησε στην Εξαμηνιαία Εκθεσή του. Για την ευρωζώνη εκτιμά 0,5% ανάπτυξη του ΑΕΠ για το 2002 και 2,3% το 2003. Ιδιαίτερα έντονες εκδηλώνονται οι ανησυχίες για τη Γερμανία (εκτίμηση του ΔΝΤ για 0,5% ανάπτυξη του ΑΕΠ το 2002). Ορισμένοι αναλυτές, όπως του Γερμανικού Ινστιτούτου Οικονομικών Ερευνών, φοβούνται για τη Γερμανία κρίση εκτεταμένη όπως της Ιαπωνίας.

Σύμφωνα με την πιο πρόσφατη πρόβλεψη, ο μέσος ετήσιος ρυθμός αύξησης του παγκόσμιου ακαθάριστου προϊόντος θα είναι 2,8% το 2002 (έναντι 2,2% το 2001) και 3,7% το 2003[1]. Ορισμένα Κέντρα Διεθνών Οικονομικών Μελετών δίνουν χαμηλότερες εκτιμήσεις.

Η Εξαμηνιαία Εκθεση του διεθνούς οίκου αξιολόγησης FITCH δίνει για το 2002 ρυθμό παγκόσμιου ΑΕΠ 1,5% (ύφεση όπως το 2001), για το 2003 2,5%. Εκτιμά ότι η παγκόσμια οικονομία είναι σε χειρότερη κατάσταση από εκείνη στη διάρκεια του Πολέμου του Κόλπου το 1990-1991 (όταν η Γερμανία και η Ιαπωνία αναπτύσσονταν με ταχύτερους ρυθμούς).

Ο όγκος του διεθνούς εμπορίου σε αγαθά και υπηρεσίες εκτιμάται ότι θα αυξηθεί με βραδύ ρυθμό, περί το 2% (έναντι της κατά 0,1% συρρίκνωσής του το 2001, ενώ η συρρίκνωση του όγκου του εμπορίου αγαθών ήταν 0,6%).

Η ουσία πέρα από τα νούμερα είναι ότι η μεταβολή του παγκόσμιου Ακαθάριστου Προϊόντος είναι στα επίπεδα του 2001, δηλαδή επίπεδο παγκόσμιας περιστολής (ή ύφεσης), ενώ είχαν προβλέψει μεγαλύτερη αύξηση. Συγκεκριμένα:

i) Δεν επαληθεύτηκαν οι προβλέψεις για την ΕΕ-15 και Ευρωζώνη (στη Γερμανία εκδηλώθηκε η μεγαλύτερη χρηματιστηριακή πτώση της τελευταίας 40ετίας). Στην Ευρωζώνη η μεταποίηση βρέθηκε σε ύφεση.

ii) Αβέβαιη παρουσιάζεται η ανάκαμψη για τις ΗΠΑ, αν και έχει μεγαλύτερο ρυθμό αύξησης ΑΕΠ (εκτίμηση για 2,2% το 2002) από την Ευρωζώνη. Ωστόσο, γίνονται ανακοινώσεις για νέα μείωση πωλήσεων και κερδών, π.χ. General Electrik, αλυσίδα Wel Mart. Συνεχίζεται ο μεγάλος αριθμός απολύσεων (στην περίοδο Μαΐου 2001 - Απριλίου 2002 έγιναν 1.780.000 απολύσεις - στοιχεία του Economic Policy Institute της Ουάσιγκτον). Αυξήθηκε το ποσοστό του πληθυσμού (11,7%) που ζει κάτω από το όριο φτώχειας, αν και εξακολουθεί να είναι κάτω εκείνου (15%) της δεκαετίας του 1980, και αφορά κυρίως Αφροαμερικανούς και ισπανόφωνους Αμερικανούς. Το μέσο ετήσιο εισόδημα των νοικοκυριών μειώθηκε το 2001/2002 κατά 2,2% (σε απόλυτα μεγέθη 42.228 δολ. έναντι 43.162).

Οικονομικοί αναλυτές αναδεικνύουν αντιφατικά στοιχεία με βάση τα οποία δεν μπορεί να τεκμηριωθεί ένα βέβαιο πέρασμα σε φάση ανόδου για την οικονομία των ΗΠΑ:

- Ο Στήβεν Ρόουτς[2], αναδεικνύει:

  • Τη μεγάλη απόκλιση τιμών των κατοικιών και ενοικίων (3πλάσια αύξηση τιμών από αύξηση ενοικίου στην 5ετία 1997-2002), που συνεπάγεται μεγάλη κερδοσκοπία.
  • Τις αποπληθωριστικές τάσεις (τάση πτώσης των τιμών των εμπορευμάτων λόγω μη πώλησής τους και όχι λόγω αύξησης της παραγωγικότητας της εργασίας).
  • Την εξέλιξη του εμπορικού ισοζυγίου το β΄ εξάμηνο του 2002, κατά το οποίο οι ΗΠΑ εισήγαγαν το 1/3 όσων αγαθών παρήγαγαν, πολύ πάνω του λόγου 20% που είχαν κατά την ανάκαμψη στις αρχές του 1990.
  • Τη συνεχή αύξηση του μεριδίου εισαγωγών των ΗΠΑ από χώρες όπως Κίνα, Ιαπωνία, οι οποίες έχουν κατάσταση αποπληθωρισμού.

- Ο Π. Σάμουελσον θεωρεί ότι ανεξαρτήτως πολέμου υπάρχουν πιθανότητες 30% για ένα «double dip» (κατά προσέγγιση, διπλή ύφεση).

- Στην Τριμηνιαία Εκθεση του ΙΟΒΕ καταγράφονται επίσης τα αντιφατικά στοιχεία εξέλιξης των οικονομικών δεικτών με βάση τα οποία τεκμηριώνεται ή όχι η ανάκαμψη (π.χ. υποχώρηση του δείκτη εμπιστοσύνης καταναλωτών και πτώση του βιομηχανικού δείκτη, ενώ αύξηση των παραγγελιών κεφαλαιουχικών αγαθών).

iii) Η Ιαπωνία παραμένει σε φάση περιστολής (μείωση κατά 0,5% του ΑΕΠ το 2002). Επί μια τετραετία συνεχίζεται η απαξίωση των εμπορευμάτων, το χρέος της γενικής κυβέρνησης ανέρχεται περίπου στο 145% του ΑΕΠ, ενώ τα ονομαστικά βραχυπρόθεσμα επιτόκια είναι σχεδόν μηδενικά. Δηλαδή η κρίση σ’ αυτήν είναι βαθιά και παρατεταμένη.

iv) Αρκετές από τις λεγόμενες αναπτυσσόμενες (δηλαδή με προϋποθέσεις για μεγαλύτερη επέκταση των καπιταλιστικών σχέσεων) οικονομίες, οι οποίες είναι πιο άμεσα συνδεδεμένες με τις ΗΠΑ, βρέθηκαν σε βαθιά οικονομική κρίση. Για το σύνολο των οικονομιών της Λατινικής Αμερικής αναμένεται συρρίκνωση του ΑΕΠ κατά 6% το 2002. Ειδικότερα, εκτιμάται συρρίκνωση του ΑΕΠ κατά 16% το 2002 στην Αργεντινή, συρρίκνωση κατά 11% στην Ουρουγουάη, κατά 6% στη Βενεζουέλα ενώ τα νομίσματά τους έχασαν πάνω από το 50% της αξίας τους.

Και η Τουρκία ανήκει στις αναπτυσσόμενες που βρέθηκαν σε κρίση (συρρίκνωση του ΑΕΠ κατά 7,4% το 2001, ανέκαμψε κατά το 2002 κυρίως λόγω ανόδου των εξαγωγών της μετά την υποτίμηση της τουρκικής λίρας το 2001, ενώ συνεχίσθηκε η πτωτική τάση για την ιδιωτική κατανάλωση και την επενδυτική ζήτηση)[3]. Η κρίση στην Τουρκία όξυνε τις κοινωνικές αντιθέσεις (1 εκατομμύριο απολύσεις, κλείσιμο χιλιάδων επιχειρήσεων).

 

ΑΝΗΣΥΧΙΕΣ ΚΑΙ ΑΝΤΙΘΕΣΕΙΣ ΤΟΥ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΤΙΚΟΥ ΚΟΣΜΟΥ

1. Φοβούνται το βάθος και τη γενίκευση της οικονομικής κρίσης σε διαστάσεις που επιδρούν ώστε να μην μπορεί η αστική πολιτική να διαχειριστεί τις συνέπειες και επομένως τον κίνδυνο να εκδηλωθεί πολιτική κρίση.

Οι ανησυχίες επικεντρώνονται στην περίπτωση εκδήλωσης απόλυτου συγχρονισμού της κρίσης μεταξύ των 3 κέντρων (ΗΠΑ, ΕΕ, Ιαπωνίας) που θα εκφράζει βαθύτερη κρίση. Τότε θα τείνουν να εκμηδενιστούν οι δυνατότητες διοχέτευσης των υπερσυσσωρευμένων κεφαλαίων μεταξύ των αγορών των τριών κέντρων.

Ενδεικτικό στοιχείο της υπερσυσσώρευσης των κεφαλαίων είναι η μακρόχρονη τάση πτώσης του μέσου ετήσιου ρυθμού αύξησης του ΑΕΠ. Κατά τη δεκαετία του 1990, οι πλούσιες χώρες με 1 δισ. κατοίκους είχαν μέση ετήσια αύξηση ΑΕΠ 2%. Την ίδια περίοδο, για 25 αναπτυσσόμενες με 3 δισ. κατοίκους η μέση ετήσια αύξηση ΑΕΠ είναι 5% (σ’ αυτές περιλαμβάνονται και η Κίνα, Ινδία, Μεξικό, Ινδονησία, Ταϋλάνδη, Βιετνάμ, Χιλή, Ουγγαρία). Ενώ 100 χώρες με 2 δισ. κατοίκους (οι μισές στην Αφρική) είχαν μέση ετήσια μείωση του ΑΕΠ κατά 1%[4].

Η πτωτική εξέλιξη των Αμεσων Ξένων Επενδύσεων (ΑΞΕ) είναι στοιχείο χαρακτηριστικό της συγχρονισμένης κρίσης υπερσυσσώρευσης, επομένως του περιορισμού των εξαγομένων κεφαλαίων για άμεσες επενδύσεις μεταξύ των τριών ιμπεριαλιστικών κέντρων.

Είναι χαρακτηριστικό ότι το 2001 οι εκροές κεφαλαίων για άμεσες επενδύσεις στις χώρες του ΟΟΣΑ έπεσαν κάτω από το επίπεδο του 1998 (1998à 666,7 δισ. δολάρια, 1999à 926,6 δισ. δολάρια, 2000à 1.285,6 δισ. δολ., 2001 (εκτίμηση)à 593,1 δισ. δολ). Ανάλογη είναι η εικόνα και για τις εισροές (1998à 522,6 δισ. δολ., 1999à 775,6 δισ. δολ., 2000à 1.274,0 δισ. δολ., 2001 (εκτίμηση)à 565,8 δισ. δολ.. Πηγή: ΟΟΣΑ).

Εάν παρατηρήσουμε τις παγκόσμιες εισροές κεφαλαίων για άμεσες επενδύσεις για μία και πλέον δεκαετία, θα διαπιστώσουμε την τάση να απορροφώνται σχεδόν κατά τα 2/3 τους από τις αναπτυγμένες χώρες (με κατώτερο 57% για το 1996 και 1997 και ανώτερο 79% για το 2000, πέφτοντας στο 70% το 2001) και το ήμισυ και πλέον αυτών να απορροφάται από την ΕΕ. Το ποσοστό απορρόφησης των παγκόσμιων ΑΞΕ από την ΕΕ κυμαίνεται περίπου μεταξύ 30-40% (με 38% για το 1998, 43% το 1999, 49% το 2000, 30% το 2001. Πηγή UNCTAD).

Τα στοιχεία (UNCTAD) για το 9μηνο 2002 δίνουν τις παγκόσμιες ΑΞΕ να μειώνονται κατά 27%, φθάνοντας στα 534 δισ. δολ. Η μεγαλύτερη μείωση στις εισροές είναι εκείνων προς τις ΗΠΑ, ύψους 44 δισ. δολ. (έναντι 124 δισ. δολ. το 2001). Μεγάλη πτώση παρουσιάζουν οι εισροές και προς Βρετανία, ανερχόμενες σε 12 δισ. δολ. (έναντι 54 δισ. δολ. το 2001). Οι μεγαλύτερες εισροές είναι προς Κίνα 50 δισ. δολ., προς Γαλλία 45 δισ. δολ., προς Γερμανία 45 δισ. δολ. Για 3ο συνεχόμενο έτος καθοδικές (μείωση 27%) είναι οι εισροές στη Λατινική Αμερική ύψους 62 δισ. δολ. Στα ασιατικά κράτη επίσης παρατηρείται πτωτική τάση (κατά 12%), συνολικό ύψος 90 δισ. δολ.

2. Υπάρχουν νέες καπιταλιστικές αγορές που παρουσιάζουν σημαντικούς ρυθμούς ανάπτυξης, σε φάση που μπορούν να απορροφήσουν μεγαλύτερες εισαγωγές κεφαλαίων, αλλά η γενικότερη πολιτική κατάσταση σ’ αυτές και οι ιμπεριαλιστικοί ανταγωνισμοί τις καθιστούν συγκρατημένες.

 

Η αγορά της Κίνας

Η πιο χαρακτηριστική είναι η αγορά της Κίνας, την οποία αστικές αναλύσεις την χαρακτηρίζουν ως μεταβαίνουσα προς την καπιταλιστική αγορά. Αγορά ασύλληπτων μεγεθών (με πληθυσμό 1,3 δισ.) για την καπιταλιστική Δύση. Το μερίδιο της απορρόφησης παγκοσμίων ΑΞΕ από τη Κίνα διπλασιάσθηκε εξ αιτίας της απόλυτης αύξησης των εισροών ΑΞΕ (49,3 δισ. δολ. το 2001 σύμφωνα με κρατικά στοιχεία Κίνας, και εκτίμηση UNCTAD ότι θα φθάνουν τα 50 δισ. δολ.) σε αυτήν και εξ αιτίας της συνολικής μείωσης των παγκοσμίων ΑΞΕ. Η αγορά της Κίνας είναι πεδίο ανταγωνισμού μεταξύ ΕΕ και ΗΠΑ για εμπορεύματα στρατηγικής σημασίας (ενέργειας, τηλεπικοινωνιών, μεταφορών κλπ.) Τον περασμένο Οκτώβριο υπογράφηκαν εμπορικές συμφωνίες για αμερικανικές επενδύσεις στην Κίνα στους τομείς τηλεπικοινωνιών, πετρελαίου, μηχανολογίας, ποτοποιΐας. Το ύψος των σινο-αμερικανικών συναλλαγών 80 δισ. δολ. Στα τέλη του 2001 οι αμερικανικές επενδύσεις στην Κίνα υπολογίζονται 35 δισ. δολ. Στην Ασιατική αγορά η Κίνα αποτελεί δυνάμει ανταγωνιστική απειλή για την Ιαπωνία (το 40% των εξαγωγών της Ιαπωνίας κατευθύνεται προς τις άλλες ασιατικές οικονομίες)[5] και εμμέσως για την επιρροή των ΗΠΑ στην Νοτιο-Ανατολική Ασία. Οι εξαγωγές της Κίνας έχουν ήδη αυξηθεί και το εμπορικό ισοζύγιό της είναι πλεονασματικό.

Ετσι και αλλιώς, ανεξαρτήτως του πως καταμερίζεται η παραγωγή της Κίνας στο πληθυσμό της (χαμηλό κατά κεφαλήν ΑΕΠ), η Κίνα αποτελεί την 6η μεγαλύτερη οικονομική δύναμη στον πλανήτη μετά τις ΗΠΑ, την Ιαπωνία, τη Γερμανία, τη Βρετανία και τη Γαλλία (στοιχεία UNCTAD).

Γενικότερα, η διαδικασία επέκτασης των καπιταλιστικών σχέσεων και η συμμετοχή της Κίνας στη διεθνή καπιταλιστική οικονομία, μέσω του ΠΟΕ, είναι διαδικασία με κινδύνους εκρηκτικής όξυνσης των αντιθέσεων, τόσο στο εσωτερικό της όσο και στο διεθνή συσχετισμό. Ηδη καταγράφεται ανεργία 120 εκατομμυρίων και προβλέπεται αύξηση της ανεργίας κατά 40%, λόγω όξυνσης του ανταγωνισμού εντός ΠΟΕ και της προοπτικής μαζικότερου περιορισμού των απασχολουμένων στην αγροτική παραγωγή.

Το άνοιγμα της Κίνας προς τις καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής προσελκύει την εισροή ξένων κεφαλαίων, και τον μεταξύ τους ανταγωνισμό, παρ’ όλη τη σχετική τους επιφύλαξη για την πορεία των πολιτικών εξελίξεων[6].

 

Η Ρωσία

Μετά τις μεγάλες καταστροφές στη βιομηχανική και αγροτική παραγωγή της Ρωσίας, σαν αποτέλεσμα της καπιταλιστικής παλινδρόμησης, η καπιταλιστική αναπαραγωγή της πέρασε σε φάση αναζωογόνησης από το 2000 (με ρυθμό ανάπτυξης του ΑΕΠ κατά 9% το 2000 και 5% το 2001 και 2002), χωρίς να έχει προσεγγίσει το επίπεδο των αρχών της δεκαετίας του 1980. Παρά την καπιταλιστικοποίηση, την ύπαρξη φτηνού εργατικού δυναμικού, πρώτων υλών και πηγών ενέργειας, τις εμπορικές σχέσεις της με άλλες οικονομίες της Κοινοπολιτείας Ανεξαρτήτων Κρατών (ΚΑΚ) είναι ακόμη ιδιαίτερα χαμηλές οι ΑΞΕ στη Ρωσία[7].

Από την πλευρά της αστικής διερεύνησης των δυνατοτήτων προώθησης άμεσων ξένων επενδύσεων στη Ρωσία, έχουν καταγραφεί παράγοντες ανασταλτικοί όπως είναι η ακόμη ισχυρή δυνατότητα των εργατών στις επιχειρήσεις να παρεμποδίσουν την εφαρμογή αποφάσεων της διεύθυνσης όπως είναι οι απολύσεις[8].

Προς διερεύνηση είναι η νέα θέση της Ρωσίας στον οικονομικό χώρο της Ευρασίας, σε σχέση και με τη θέση άλλων δυνάμεων, όπως της Κίνας, με τον προσεταιρισμό πετρελαιοπαραγωγών κρατών όπως το Ιράν και το Ιράκ, την καπιταλιστική ανάπτυξη χωρών όπως η Ινδία, τις πιθανές ανακατατάξεις στις συμμαχίες κρατών της ευρύτερης πετρελαιοπαραγωγού περιοχής με τις ΗΠΑ και την ΕΕ.

Η Ρωσία και η Κίνα επιδιώκουν να προωθήσουν τα δικά τους συμφέροντα στην περιοχή, η καθεμιά επιδιώκει να οικοδομήσει ή να σταθεροποιήσει τις δικές της συμμαχίες, π.χ. Ρωσία - Ιράν, Ρωσία - Ιράκ.

Αλλωστε καπιταλιστικά αναπτυσσόμενη αγορά (πολυπληθής για τα μέτρα της Ευρώπης) είναι και αυτή της Μέσης Ανατολής κλπ. (Ιράν, Τουρκία), αγορά που εμπλέκεται με τον άμεσο έλεγχο πηγών ενέργειας (πετρέλαια), με διόδους πετρελαίου - φυσικού αερίου από Καύκασο προς Μεσόγειο/Ευρώπη.

Στην Τουρκία η κατάσταση είναι περίπλοκη. Αν και έχει δυνάμει μεγάλη αγορά εργατικού δυναμικού (όχι όμως συνολικά ανεβασμένο επίπεδο ειδίκευσης) και δυνατότητες έργων ενεργειακής και μεταφορικής διασύνδεσης Ευρώπης - Ασίας, προβληματίζει η καθυστέρηση στη συγκρότηση σύγχρονου καπιταλιστικού κράτους.

Οι οικονομίες της Βαλτικής, της Κεντρικής Ευρώπης, των Βαλκανίων

Γενικά βρίσκονται σε φάση αναζωογόνησης, με αυξητικούς ρυθμούς εξέλιξης του ΑΕΠ κατά το 2001-2002. Οι περισσότερες από αυτές τις οικονομίες είναι σχετικά μικρών μεγεθών. Το μεγαλύτερο μέρος αυτών επιδιώκει να ενσωματώσει στην επιρροή της η ΕΕ μέσω της ένταξής τους σ’ αυτήν. Ειδικότερα η Γερμανία έχει στενότερες οικονομικές σχέσεις με κράτη όπως η Πολωνία, η Τσεχία, η Κροατία. Οπως ήδη σημειώθηκε, η προσέλκυση ΑΞΕ σε μερικές από αυτές είναι αναλογικά πολύ σημαντικότερη εκείνων στη Ρωσία. Η Ελλάδα είναι μεταξύ των κρατών με σημαντικές επενδύσεις σε βαλκανικά κράτη.

3. Ενισχύεται ο ανταγωνισμός μεταξύ ΕΕ-ΗΠΑ.

Η ΕΕ, κυρίως η Γερμανία και η Γαλλία, αποκτούν μια δυναμική απογαλακτισμού από τη στενή σχέση/εξάρτηση που διαμορφώθηκε μεταπολεμικά με το Σχέδιο Μάρσαλ και τα ευρωδολάρια (μεγάλες επενδύσεις των ΗΠΑ στην Ευρώπη, ευρω/εξαγωγές στις ΗΠΑ). Επιδιώκουν να προωθήσουν μέσω της ΕΕ οικονομικές συμφωνίες (για εξαγωγή εμπορευμάτων και κεφαλαίων) με τις αγορές της Κίνας, Ρωσίας, Μέσης Ανατολής, Καραϊβικής.

Η Γαλλία (μέσω της Elf Akoitain) και η Ιταλία (Ens/Agip) έχουν επενδύσει στο Ιράν περί τα 3 δισ. δολ.

Η Γαλλία και η Γερμανία έχουν ενεργειακές επενδύσεις στο Ιράκ και έρχονται σε αντίθεση με τη προοπτική ελέγχου της πετρελαιαγοράς του από τις ΗΠΑ.

Η πολιτική της ΕΕ ενισχύει την επενδυτική της δραστηριότητα στη Μεσογειακή ζώνη. Η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων, μέσω νέου μηχανισμού για τις επενδύσεις και την εταιρική σχέση Ευρώπης - Μεσογείου (FEMIP) θα χορηγήσει κεφάλαια 8-10 δισ. ευρώ έως το 2006 στις μεσογειακές χώρες-εταίρους της ΕΕ, ενώ από το 1974 είχε χορηγήσει στις μεσογειακές χώρες μακροπρόθεσμα δάνεια συνολικού ύψους 12,6 ευρώ[9].

4. Ενισχύεται η τάση στρατιωτικοποίησης της οικονομίας.

Εδώ και ένα χρόνο, έχουν εκφρασθεί ανοικτά απόψεις ηγετικής μερίδας των ΗΠΑ ότι μέσω του πολέμου ενισχύεται δυναμικό τμήμα της βιομηχανίας και ξεπερνιέται η κρίση. Ορισμένες εκτιμήσεις δίνουν 10% αύξηση στα κέρδη της στρατιωτικής βιομηχανίας των ΗΠΑ από 11/9/2001[10].

Εχουν δει πολλές φορές τη δημοσιότητα πληροφορίες για έρευνα, σχεδιασμό παραγωγής μιας νέας γενιάς όπλων από τις ΗΠΑ, κατά παράβαση των διεθνών συνθηκών για τα βιολογικά και χημικά όπλα[11].

Η συζήτηση για το «κόστος του πολέμου» (διάφορες μελέτες δίνουν να εκτιμάται μεταξύ 100 και 200 δισ. δολ., ενώ εκείνο της «Καταιγίδας της Ερήμου» έχει εκτιμηθεί σε 80 δισ. δολ.) δεν είναι παρά η επιβεβαίωση του πως ο πόλεμος και η στρατιωτικοποίηση της οικονομίας δίνει διέξοδο στην κρίση υπερπαραγωγής[12].

Και η Γαλλία έχει ταχθεί υπέρ της αύξησης των στρατιωτικών δαπανών.

Αναλυτές και Ινστιτούτα, που αναδεικνύουν τις αντιθέσεις ΗΠΑ-ΕΕ, ήδη υπογραμμίζουν ότι οι ΗΠΑ θέλουν τον έλεγχο των αποθεμάτων του ΙΡΑΚ, πριν σταθεροποιηθούν άλλες συμμαχίες.

Το ίδιο ισχύει και για το Ιράν και την περιοχή του Καυκάσου.

Αποκαλύπτεται, δηλαδή, από τις αστικές πηγές ότι αποτελούν ιδεολογήματα κατάλληλα μόνο για μαζικό αποπροσανατολισμό οι απόψεις ότι αιτία της κρίσης είναι η άνοδος της τιμής του πετρελαίου ή πέρσι το πλήγμα στους δίδυμους πύργους.

 

ΕΝΔΟΚΟΙΝΟΤΙΚΕΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΕΣ ΑΝΤΙΘΕΣΕΙΣ

Στην αναζήτηση μέτρων ελέγχου της κρίσης αδύνατος κρίκος εμφανίζεται η ΕΕ γιατί το κοινό νόμισμα, ΕΥΡΩ, ως μέσο συγκόλλησης μη κοινών, ανισόμετρων αγορών, κινδυνεύει από τη χαλάρωση των στοιχείων που εξασφαλίζουν την κοινή νομισματική πολιτική[13]. Αντιστρόφως, η προσήλωση στην κοινή νομισματική πολιτική (Σύμφωνο Σταθερότητας)[14] περιορίζει τη δυνατότητα της εκτεταμένης κρατικής επενδυτικής παρέμβασης.

 

ΣΤΟ ΠΕΔΙΟ ΤΗΣ ΔΙΑΜΟΡΦΩΣΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ ΕΝΙΑΙΑΣ ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΗΣ ΠΡΟΩΘΗΣΗΣ ΟΡΙΣΜΕΝΩΝ ΑΝΑΔΙΑΡΘΡΩΣΕΩΝ ΑΝΑΠΤΥΣΣΟΝΤΑΙ ΑΝΤΙΘΕΣΕΙΣ ΕΝΤΟΣ ΤΗΣ ΕΕ

Η ΕΕ βρίσκεται μπροστά στο στόχο της διεύρυνσής της, με το χρονοδιάγραμμα ένταξης 10 νέων κρατών-μελών, σε συνθήκες που η κρίση έχει κτυπήσει την πόρτα ισχυρών οικονομιών της, όπως της Γερμανίας. Ετσι, βρίσκεται σε δυσκολία να προστατεύει τη λειτουργία του ευρώ, ως κοινού νομίσματος, σε συνθήκες απελευθέρωσης των αγορών μεταξύ ανισόμετρων οικονομιών και ταυτόχρονα να ακολουθήσουν κράτη-μέλη της πιο χαλαρή δημοσιονομική (αύξηση ελλειμμάτων) και νομισματική πολιτική (μείωση επιτοκίων), ώστε οι κρατικές δαπάνες να αποτελέσουν σημαντικό μοχλό ανάκαμψης.

Η διεύρυνση της ΕΕ αποτελεί μια αντιφατική διαδικασία. Από τη μια, η διεύρυνση συνιστά πεδίο ισχυροποίησης του κοινοτικού ιμπεριαλισμού, των θέσεών του στις αγορές της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, κυρίως στην αξιοποίηση αυτών των θέσεων για τη διείσδυση και τον έλεγχο της αγοράς στη Ρωσία, στην Παραευξείνια και Καυκάσια ζώνη. Από την άλλη, η ένταξη νέων κρατών-μελών στην ΕΕ οξύνει τα προβλήματα «συνοχής», τις αντιθέσεις μεταξύ των ισχυρών κρατών της Ενωσης για τη διαμόρφωση ενιαίων οικονομικών πολιτικών (π.χ. ενιαίας φορολογικής πολιτικής, για την πορεία απελευθέρωσης της αγοράς ενέργειας, για την αναγκαιότητα ύπαρξης ή όχι ενιαίας αγροτικής πολιτικής, για το πως χρηματοδοτούνται τα κοινοτικά ταμεία και άλλα).

Ηδη έχουν καταγραφεί σοβαρές αντιθέσεις, οι οποίες αναστέλλουν τη διαμόρφωση ενιαίων εξειδικευμένων πλευρών της οικονομικής πολιτικής. Συγκεκριμένα:

- Η Ελβετία, ως μέλος του Ενιαίου Ευρωπαϊκού χώρου, δε δέχεται την κατάργηση του τραπεζικού απόρρητου. Αντιδρά η Βρετανία (μιλώντας για επιβολή κυρώσεων), ενώ Λουξεμβούργο, Αυστρία δε θέλουν να έρθουν σε σύγκρουση με την Ελβετία.

Επίσης, η Ελβετία τάσσεται κατά της φορολόγησης των καταθέσεων.

- Η Γαλλία δε δέχεται να συρρικνώσει τουλάχιστον κατά 0,5% ετησίως το δημοσιονομικό έλλειμμα ξεκινώντας από το 2003.

Κρατά την απελευθέρωση ενέργειας στο 30% (ελάχιστη υποχρέωση), ενώ προσφάτως κέρδισε μια νέα παράταση στην πορεία απελευθέρωσης.

- Η Ελλάδα διεκδικεί σταδιακή, 10χρονου ορίζοντα, εναρμόνισή της με τον ειδικό φόρο κατανάλωσης καυσίμων.

- Η Γερμανία αντιδρά στους νέους κανόνες εξαγορών/συγχωνεύσεων.

- Μόλις 7 κράτη-μέλη (Σουηδία, Δανία, Φιλανδία, Βρετανία, Ολλανδία, Βέλγιο, Ισπανία) έχουν εφαρμόσει κατά 98,5% τις οδηγίες της Κομισιόν για την ενιαία εσωτερική αγορά. Αντιθέτως Γαλλία, Γερμανία, Ελλάδα, Ιρλανδία απέχουν πολύ. Εχει χαρακτηριστεί προκλητική η στάση της Γαλλίας στην απελευθέρωση της αγοράς ενέργειας.

- Οι εισφορές στα κοινοτικά ταμεία, ιδιαίτερα σε σχέση με τη διαμόρφωση της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής και την ένταξη νέων κρατών είναι ευρύ πεδίο αντιθέσεων.

Ολες αυτές οι «δυσκολίες»- αντιφάσεις στη λειτουργία της ΕΕ οδηγούν τμήμα των οικονομικών και πολιτικών εκπροσώπων του ευρωκοινοτικού ιμπεριαλιστικού κέντρου να αναζητούν τη διέξοδο στην ενίσχυση των μηχανισμών λήψης απόφασης και άσκησης ενιαίων κοινοτικών οικονομικών πολιτικών. Σε αυτή την κατεύθυνση κινείται το Σχέδιο «Συντάγματος» για την Ευρώπη, που επεξεργάσθηκε ο Ζισκάρ Ντ’ Εστέν ως πρόεδρος της Συντακτικής Συνέλευσης.

Το όλο ζήτημα βρίσκεται σε εξέλιξη. Αξίζει να σημειώσουμε ότι αστικές πολιτικές δυνάμεις από τη Γαλλία και τη Βρετανία αντιτίθενται σε μια νέα εκχώρηση αρμοδιοτήτων από το εθνο-κρατικό σε κοινοτικό κέντρο εξουσίας. (Ο Ντ’ Εστέν προβάλλει το θεσμό μονίμου προέδρου της ΕΕ, ενώ ο Ρ. Πρόντι αντιπροτείνει την αναβάθμιση της Κομισιόν σε δημοκρατική εκτελεστική εξουσία). Σε κάθε περίπτωση καθοριστική αναδεικνύεται η εξέλιξη της συμμαχίας μεταξύ Γαλλίας - Γερμανίας (ο επονομαζόμενος Γαλλογερμανικός άξονας), η οποία συχνά υφίσταται ρήγματα καθ’ όλη τη χρονική περίοδο από τη Συνθήκη του Μάαστριχτ και εντεύθεν.

Η ΚΕΫΝΣΙΑΝΗ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΚΡΙΣΗΣ, ΤΩΝ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΩΝ ΤΟΥ Β΄ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΑΝΑΣΥΓΚΡΟΤΗΣΗΣ

Η κεϋνσιανή οικονομική πολιτική ήταν η αστική πολιτική διαχείρισης όχι μιας οποιασδήποτε κρίσης, αλλά της κρίσης του μεσοπολέμου, η οποία εφαρμόστηκε σε έκταση κυρίως στις μεταπολεμικές συνθήκες της καπιταλιστικής Ευρώπης.

Σύμφωνα με την κεϋνσιανή υπόδειξη το κράτος αναλαμβάνει εκτεταμένη δραστηριότητα με σκοπό να καλύψει την πτώση των επενδύσεων του ιδιωτικού κεφαλαίου και να τονώσει τη ζήτηση (ακόμη και με άμεση ανάληψη μέρους της αναπαραγωγής της εργατικής δύναμης). Στόχος είναι να διευκολύνει την καπιταλιστική αναπαραγωγή.

Η πολιτική εκτεταμένων κρατικών επενδύσεων στηρίχθηκε στην προστασία τους μέσω του κρατικού μονοπωλίου (ιδιαίτερα σε στρατηγικής σημασίας επενδύσεις, όπως στην ενέργεια, στις επικοινωνίες) και με τις «ειδικές» τιμές χρήσης από τη βιομηχανία (π.χ. βιομηχανικό ρεύμα, κρατικές προμήθειες κλπ.).

Το κρατικό μονοπώλιο (το οποίο είναι πραγματική μορφή μονοπωλίου) συνδέεται με σύστημα κλειστής αγοράς (προστασίας της παραγωγής, εμπορίας του, αλλιώς δε διασφαλίζεται το μονοπώλιο) του συγκεκριμένου εμπορεύματος (π.χ. της ενέργειας, των τηλεπικοινωνιών, των μεταφορών).

Το κρατικό μονοπώλιο συγκυριακά αίρει την αντίθεση της καπιταλιστικής αναπαραγωγής, αλλά ταυτοχρόνως αναστέλλει τον καπιταλιστικό ανταγωνισμό στη συγκεκριμένη αγορά (π.χ. ενέργειας) μέσα στα πλαίσια της καπιταλιστικής οικονομίας. Ετσι διαμορφώνονται αντίρροπες τάσεις κατάργησής του. Η ιστορία της καπιταλιστικής εξέλιξης στα κράτη και των 5 ηπείρων επιβεβαιώνει αυτήν την κίνηση: το πέρασμα από το κρατικό μονοπώλιο στο ιδιωτικό κεφάλαιο με ανταγωνισμό (περισσότερες της μιας επιχειρήσεις) και αντιστρόφως.

Η βαθιά οικονομική κρίση και οι συνθήκες προετοιμασίας ιμπεριαλιστικού πολέμου (ή διαχείρισης των συνεπειών του) είναι το έδαφος για την εφαρμογή της κεϋνσιανής πολιτικής

Με εξαίρεση τη χιτλερική Γερμανία (και αυτή σε ορισμένους κλάδους) πουθενά δεν μπόρεσε να εφαρμοσθεί στο μεσοπόλεμο, με την έννοια του κρατικού μονοπωλίου.

Οι συνθήκες διαμορφώθηκαν μεταπολεμικά λόγω των πολύ μεγάλων καταστροφών και υιοθετήθηκε η κεϋνσιανή διαχείριση, κυρίως στην Ευρώπη, αλλά με προσαρμοσμένη μορφή και στην Ιαπωνία.

Τα κράτη, αρχικά με το Σχέδιο Μάρσαλ, ανέλαβαν την ανασυγκρότηση της παραγωγής, της καπιταλιστικής οικονομίας.

Πέραν των άμεσων κρατικών επενδύσεων, υποχρεώθηκαν να υιοθετήσουν πολιτική γενικευμένης δημόσιας στήριξης της εργατικής αναπαραγωγής (παιδεία, υγεία, πρόνοια), που αποτελούσε, για τις τότε συνθήκες, στήριξη προς το κεφάλαιο (κεφάλαιο και μισθωτή εργατική δύναμη συνιστούν όψεις της ίδιας κοινωνικής σχέσης).

Η μεγάλη κρατική ιδιοκτησία είχε διττή αποστολή, την καπιταλιστική αναπαραγωγή και την ενσωμάτωση του εργατικού κινήματος, σε διεθνείς συνθήκες ενίσχυσης των δυνάμεων της σοσιαλιστικής οικοδόμησης.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα για το ρόλο της ενσωμάτωσης του εργατικού κινήματος μέσω της μεγάλης κρατικής ιδιοκτησίας είναι το παράδειγμα της γαλλικής κρατικής μονοπωλιακής ενεργειακής επιχείρησης EdF. Η EdF ιδρύθηκε το 1946, και απασχολεί 162.000 εργαζόμενους. Το 1% του ετήσιου κύκλου εργασιών της EdF, που σήμερα ανέρχεται σε σχεδόν 300 εκατ. Ευρώ, διοχετεύθηκε σ’ ένα κοινωνικό ταμείο, που διαχειριζόταν το εργατικό συνδικάτο. Το προσωπικό της καταβάλλει μόλις το 1/10 της κανονικής τιμής για ηλεκτρικό ρεύμα και εισπράττει γενναιόδωρες συντάξεις[15].

Υπό ορισμένες συνθήκες, π.χ. στη Σουηδία (έμεινε εκτός πολέμου, γειτνίαση με ΕΣΣΔ) η εκτεταμένη κρατική ιδιοκτησία στήριξε γενικευμένη άνοδο της τιμής της εργατικής δύναμης (με σημαντικό τμήμα της αναπαραγωγής της μέσω των δημοσίων κοινωνικών υπηρεσιών) σε συνδυασμό με την καπιταλιστική παραγωγή (η λεγόμενη «μικτή οικονομία»). Στη συνέχεια εναρμονίσθηκε με τις διεθνείς τάσεις της απελευθέρωσης των αγορών και μείωσης της τιμής της εργατικής δύναμης.

Και το παράδειγμα της Σουηδίας επιβεβαιώνει ότι πολιτικές ρυθμίσεις σε εκτροπή από τους νόμους της καπιταλιστικής παραγωγής οδηγούν νομοτελειακά σε συνθήκες αναίρεσής τους[16].

Σημειώνουμε ότι δεν υφίστανται «καθαρές» πολιτικές «φιλελευθερισμού» ή «κρατισμού». Στην εκάστοτε επικρατούσα τάση συνυπάρχουν στοιχεία της άλλης και ο συνδυασμός των στοιχείων δίνει περισσότερες της μιας εναλλακτικές οικονομικές πολιτικές. Είναι η γνωστή συζήτηση για το «μείγμα» της οικονομικής πολιτικής. Σε στιγμές αμφισβήτησης της μιας ή άλλης τάσης αναπτύσσονται ιδεολογικο-πολιτικοί πόλοι, κόμματα υπεράσπισης πιο «καθαρών» θέσεων, π.χ. εθνικιστικά κόμματα που τάσσονται κατά της συμμετοχής στην ΕΕ, κατά της «παγκοσμιοποίησης», υπέρ της προστασίας της εγχώριας παραγωγής, ακόμη υπέρ της ανακατανομής του εισοδήματος, κλείσιμο συνόρων στους μετανάστες.

 

ΝΕΟΚΕΫΝΣΙΑΝΟΙ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΣΜΟΙ

Οι νεοκεϋνσιανοί οικονομολόγοι της Ευρώπης ζητούν μεγαλύτερη ευελιξία στην άσκηση της νομισματικής πολιτικής (και του Συμφώνου Σταθερότητας) ώστε να επιτρέπει τη διαμόρφωση πιο επεκτατικής εθνικής δημοσιονομικής πολιτικής σε συνθήκες (ύφεσης). Προβάλλουν το παράδειγμα της FED των ΗΠΑ ως αποτελεσματικότερο της ΕΚΤ της ΕΕ.

Επιχειρούν να παντρέψουν τα επεκτατικά «μείγματα» οικονομικής πολιτικής (διεύρυνση των ελλειμμάτων), με την ευρωενωσιακή αγορά των μονοπωλίων. Σε αυτή τη βάση αναζητούν λύσεις.

Είναι χαρακτηριστική η αναφορά του Θ. Πελαγίδη[17] στην πρόσφατη υπόδειξη του James Gallebraith: Να δεχθεί η ΕΚΤ να αγοράσει ομόλογα που θα εκδώσει η ίδια η ΕΕ και στη συνέχεια να διοχετευθούν τα χρήματα στις χώρες-μέλη χωρίς οι τελευταίες να υπερβούν τη δέσμευση πρωτογενούς δημοσιονομικού ελλείμματος 3% του ΑΕΠ.

Ωστόσο η ενίσχυση των κρατικών επιχορηγήσεων δεν αποτελεί αποκλειστική νεοκεϋνσιανή επιλογή.

Αρχικά η φιλελεύθερη κυβέρνηση Μπους ακολούθησε αυτό το μέτρο για τις αεροπορικές εταιρείες, ασφαλιστικές. Ακολούθησαν τα ευρωπαϊκά κράτη. Και στην Ιαπωνία οι κρατικές επιχορηγήσεις στις Τράπεζες, στην ουσία αποτελούν ανάληψη μεγάλου μέρους των επισφαλών δανείων τους. Κατά τη διάρκεια 1998 και 1999, είχε αναλάβει χρέη προβληματικών Τραπεζών ύψους 76 δισ. δολ. (ή 9,5 τρισ. γιέν).

Αλλο χαρακτηριστικό των νεοκεϋνσιανών τάσεων είναι ότι υπερασπίζονται ορισμένες επανακρατικοποιήσεις (100% στο κράτος, π.χ. France Telecom). Αναζητούν «παράθυρα» στο ευρωενωσιακό εποικοδόμημα για να εισάγουν ορισμένη πολιτική διαχείρισης της κρίσης (π.χ. «υπηρεσίες γενικού οικονομικού ενδιαφέροντος» που εξασφαλίζουν «ελάχιστες υπηρεσίες, σε συμφέρουσα για όλους τους πολίτες τιμή»). Βλέπουν ένα συμπληρωματικό ρόλο στο κρατικό «μονοπώλιο» που δεν αντιστρατεύεται τα συμφέροντα του ιδιωτικού τομέα.

Το ίδιο αντιφατικός είναι και ο αναδιανεμητικός στόχος της πολιτικής τους. Υποστηρίζουν κυρίως ορισμένα μέτρα τόνωσης της εγχώριας ζήτησης, αν προκύψει ανάγκη, κυρίως μέσω φοροελαφρύνσεων και επιδομάτων ανεργίας, φτώχειας κλπ., και όχι συνολική ανατροπή των αναδιαρθρώσεων στις εργασιακές σχέσεις. Και εδώ η «ευελιξία» δεν είναι αποκλειστικό νεοκεϋνσιανό προνόμιο .

Η περίοδος επιδότησης της ανεργίας στις ΗΠΑ ανέρχεται σε 5ετία. Ενώ η «Κοινωνική πλατφόρμα» των Εργατικών στη Βρετανία, για να χτίσουν νοσοκομεία και σχολεία, στηρίζεται στα «κίνητρα ιδιωτικής χρηματοδότησης» (τα RFI), τα οποία θα διαδραματίσουν πρωτεύοντα ρόλο στο πρόγραμμα της κυβέρνησης[18].

 

Β. ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Τα νέα δεδομένα

Η εξέλιξη της αναπαραγωγής στην Ελλάδα παρουσιάζεται σε διαφορετική φάση του κύκλου απ’ ό,τι στην ΕΕ. Τρέχει με αυξητικό ρυθμό (οι εκτιμήσεις που δίνονται διακυμαίνονται από 3,5-4%) αλλά έχει σημειωθεί ήδη επιβράδυνση σε σχέση με τις προβλέψεις. Ως ιδιαίτερα ανησυχητικές ενδείξεις σημειώνονται:

- Η στασιμότητα της βιομηχανικής παραγωγής (0,3% σε σύγκριση με το αντίστοιχο 10μηνο Ιανουαρίου-Σεπτεμβρίου του 2001), του τουρισμού και της αγροτικής παραγωγής. Η συνολική βιομηχανική παραγωγή για το 6μηνο ήταν (1,6%), ενώ μειώθηκε σημαντικά η παραγωγή κεφαλαιακών και διαρκών καταναλωτικών αγαθών σε σύγκριση με το αντίστοιχο 6μηνο του 2001.

Μεταξύ των επτά (7) σημαντικότερων από άποψη παραγωγής κλάδων της ελληνικής μεταποίησης που παράγουν πάνω από το 64% της συνολικής παραγωγής, τέσσερις (4) είναι της βιομηχανίας μη καταναλωτικών αγαθών (βασικών μετάλλων, μη μεταλλικών ορυκτών, εξοπλισμού μεταφορών και χημικών), αλλά παράγουν λιγότερο από το μισό της παραγωγής των επτά κλάδων, περίπου 30% επί του συνόλου της παραγωγής της μεταποίησης, ενώ οι υπόλοιπες τρεις (3) της βιομηχανίας καταναλωτικών παράγουν το 34%[19].

- Το ΙΟΒΕ επικεντρώνει την ανησυχία του και στο υψηλό ποσοστό της αγροτικής επί της συνολικής απασχόλησης (16%), τετραπλάσιο του μέσου όρου της ΕΕ (4%), με αποτέλεσμα να τροφοδοτεί την ανεργία[20].

- Η υπερχρέωση επιχειρήσεων /έλλειψη ταμειακής ρευστότητας (πραγματική αποπληθωρισμένη αύξηση των ακάλυπτων υποχρεώσεων » 13,5%) ιδιαίτερα στις ακτοπλοϊκές, επιχειρήσεις λιανικού εμπορίου (πλην τροφίμων), πληροφορικής. Ορισμένα παραδείγματα:

Ο όμιλος Alpha - Alpha Holdings (Αλαμανής) προσέφυγε σε αναχρηματοδότηση μεγάλου μέρους των χρεών του, λόγω κακής εξέλιξης των επενδύσεών του στον τουρισμό, την κτηματαγορά, πάρκα αναψυχής, σε Ελλάδα και ΗΠΑ[21].

Ο Πετζετάκις αύξησε το μετοχικό κεφάλαιο και για να διατηρήσει το ποσοστό της δικής του συμμετοχής, έκανε δάνειο 14 εκατ. ευρώ με συναινετική προσημείωση ακινήτου του.

Στην ΑΝΕΚ, παρέμβηκαν οι 16 τράπεζες δανειστές της για τη διαμόρφωση νέου επιχειρησιακού προγράμματος.

Σύμφωνα με δηλώσεις του διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδας Ν. Γκαργκάνα (μετά τη συνάντηση με το Ν. Χριστοδουλάκη στις 15/10), ο δανεισμός στην Ελλάδα, ως ποσοστό ΑΕΠ 18%, είναι πολύ μικρότερος από εκείνον στην Ευρώπη (50%) και ΗΠΑ (70%).

Η Τράπεζα της Ελλάδας εστίαζε το ενδιαφέρον της στη διερεύνηση του βαθμού υπερχρέωσης των νοικοκυριών. Στην Ενδιάμεση Εκθεση 2002, η ΤτΕ εκτιμά ότι είναι υψηλοί οι ρυθμοί αύξησης τόσο των καταναλωτικών και των στεγαστικών δανείων που υποδηλώνουν την ανοδική τάση χρέωσης των νοικοκυριών, παρ’ ότι σημειώθηκε μικρή επιβράδυνση σε σχέση με το 2001. Ως προς τη χρηματοδότηση των επιχειρήσεων σημειώνει επιβράδυνση της πιστωτικής έκτασης προς όλους τους κλάδους, με εξαίρεση τη βιομηχανία και τον τουρισμό όπου σημειώθηκε επιτάχυνση[22].

- Οι αρνητικές εξελίξεις στο εξαγωγικό εμπόριο αντανακλούν την επιδείνωση της ανταγωνιστικής θέσης των ελληνικών εμπορευμάτων με την εισαγωγή του ευρώ. Το μερίδιο της Ελλάδας στις κοινοτικές εξαγωγές είναι 0,47%, ενώ του πληθυσμού είναι 2,5%. Οι εξαγωγές αποτελούν το 8,3% του ΑΕΠ Ελλάδας ενώ ο μέσος όρος στην ΕΕ είναι 28% του ΑΕΠ, στο 9μηνο 2001 υπήρξε μείωση εξαγωγών κατά 9% σε σχέση με το 2000[23].

Κατά την 5ετία 1995-2000, στη γεωγραφική διάρθρωση των ελληνικών εξαγωγών υποχώρησε το μερίδιο εξαγωγών προς την ΕΕ (από 60,6% το 1995 σε 43,6% το 2000), ενώ ανέβηκε το μερίδιο εξαγωγών προς τις χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης (από 14,5% το 1995 σε 20,7%) και το μερίδιο προς τις υπόλοιπες αγορές (από 24,9% το 1995 σε 35,7% το 2000)[24].

Το έλλειμμα του εμπορικού ισοζυγίου διευρύνθηκε στο 9μηνο Ιανουαρίου-Σεπτεμβρίου 2002 συγκριτικά με το αντίστοιχο του 2001 και μάλιστα με μεγαλύτερη διεύρυνση του ελλείμματος στο ισοζύγιο αγαθών (εκτός καυσίμων). Ο όγκος των εξαγωμένων αγαθών εκτός καυσίμων μειώθηκε κατά 10% (εκτίμηση), ενώ ο όγκος των εισαγομένων μειώθηκε κατά 1,5%. Η συμμετοχή κάθε κατηγορίας προϊόντος στο σύνολο της εισαγωγικής δαπάνης (περίοδος Ιανουαρίου-Αυγούστου) ως εκατοστιαία μεταβολή κινείται αρνητικά για τις πρώτες ύλες (εκτός καυσίμων) και ημικατεργασμένα προϊόντα, για τα κεφαλαιακά αγαθά, τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές και τα εξαρτήματά τους, ενώ κινείται θετικά για τα τρόφιμα/ποτά/ καπνό, καταναλωτικά αγαθά (διαρκή και μη), ενσύρματη και κινητή τηλεφωνία, επιβατικά αυτοκίνητα. Στην ανάλογη εκατοστιαία συμμετοχή και την εκατοστιαία μεταβολή τους στις εξαγωγικές εισπράξεις, η εξέλιξη είναι αρνητική για τα διαρκή καταναλωτικά αγαθά και τις πρώτες ύλες (εκτός καυσίμων)[25].

Τα στοιχεία αυτά υποδηλώνουν την επιδείνωση της ανταγωνιστικής θέσης της ελληνικής βιομηχανίας στη διεθνή αγορά.

- Είναι σχεδόν κοινή η εκτίμηση ότι μετά τους Ολυμπιακούς Αγώνες εξαντλείται η ανοδική φάση για την ελληνική αναπαραγωγή. Η ετήσια αύξηση του ΑΕΠ η οφειλόμενη στις κοινοτικές εισροές υπολογίζεται μεταξύ 35-50% της συνολικής ετήσιας αύξησης ενώ οι καθαρές κοινοτικές εισροές υπολογίζονται γύρω στο 3,5% ως ποσοστό του ΑΕΠ.

Αυτή η διαπίστωση δε συνεπάγεται την παντελή παύση εισροής κοινοτικών πόρων. Ο γεν. διευθυντής της Διεύθυνσης Περιφερειακής Πολιτικής της Κομισιόν, Γκ. Κράουζερ (σε ομιλία του στην Αθήνα, 24/10/2002) ισχυρίσθηκε ότι:

«Τα κοινοτικά κονδύλια δε θα κατευθυνθούν αποκλειστικά στις φτωχές χώρες. Θα ληφθεί υπόψη κατά πόσο οι επενδυτικές δαπάνες που πραγματοποιούνται από τις χώρες Συνοχής αναλαμβάνονται από κοινοτικές επιχειρήσεις (επιστρέφουν σε κοινοτικές χώρες, συνεισφέροντας στο κοινοτικό ΑΕΠ)». Υποστήριξε ότι είναι δύσκολος ο υπολογισμός, αλλά κατά προσέγγιση το 40% των κοινοτικών κονδυλίων προς τη Πορτογαλία έχει επιστραφεί στην ΕΕ.

Υπολογίζεται[26] με τα υπάρχοντα κριτήρια ότι οι εισροές από Κοινοτικά Ταμεία προς την Ελλάδα θα περιορίζονται σε 2,8 δισ. ευρώ το 2007 (μείωση κατά 17%) και σε 1,4 δισ. ευρώ το 2013 (μείωση κατά 34%) εάν ενταχθούν 10 νέες χώρες το 2005[27].

Τόσο στην Εκθεση του ΙΟΒΕ όσο και στην Εκθεση της Τράπεζας της Ελλάδας είναι εμφανείς οι ανησυχίες για την προοπτική εκδήλωσης της κρίσης και οι προβληματισμοί για τον τύπο της διαχείρισής της, το «μείγμα» της οικονομικής πολιτικής.

 

ΤΟ «ΜΕΙΓΜΑ» ΤΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΣΤΗΝ ΠΡΟΟΠΤΙΚΗ ΤΗΣ ΚΡΙΣΗΣ

Ο Κρατικός Προϋπολογισμός του 2003 αποτελεί κράμα στοιχείων νεοφιλελεύθερης και νεοκεϋνσιανής διαχείρισης, αντανακλά την προοπτική (ως εκτίμηση) εκδήλωσης της κρίσης σε ένα νέο κύκλο.

Τα νεοφιλελεύθερα στοιχεία του αποτελούν:

- Η περιοριστική εισοδηματική πολιτική, οι αυξήσεις συνολικά κάτω των περσινών, στην πραγματικότητα ονομαστικές αυξήσεις κάτω του πληθωρισμού. Ταυτοχρόνως, με ευελιξία προχωρά σε αυξήσεις στις συντάξεις ορισμένων κρατικών υπαλλήλων (πανεπιστημιακών, δικαστικών κλπ., συμπεριλαμβάνονται και τα επιδόματα).

- Το πρόγραμμα ιδιωτικοποιήσεων.

Τα νεοκεϋνσιανά στοιχεία του αποτελούν:

- Η αύξηση του αφορολογήτου ορίου και ορισμένες άλλες ρυθμίσεις διαχείρισης κοινωνικών εντάσεων.

- Οι προϋπολογιζόμενες δαπάνες του ΠΔΕ ανέρχονται στο 6,2% του ΑΕΠ (2002 ήταν 5,9%, 2001 6%). Οι δαπάνες του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων προβλέπονται αυξημένες κατά 12,91% το 2003/2002 ενώ κατά 0,71% το 2002/2001[28]. Ενα μέρος χρηματοδοτείται από την έγκριση του 1,5 δισ. ευρώ για το κλείσιμο του Β΄ ΚΠΣ.

Οι αναλογίες στο συνδυασμό των κρατικών παραγωγικών επενδύσεων και το πρόγραμμα ιδιωτικοποιήσεων ως σύνθεση κεϋνσιανών και νεοφιλελεύθερων μέτρων είναι από τα κύρια στοιχεία στη διαμόρφωση του λεγόμενου «μείγματος» της οικονομικής πολιτικής. Σε συνδυασμό και με τα μέτρα της «κοινωνικής» πολιτικής, διαμορφώνονται εναλλακτικές προτάσεις διαχείρισης.

Ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδας Ν. Γκαργκάνας προτείνει να μην επηρεασθούν οι απελευθερώσεις, οι ιδιωτικοποιήσεις ενέργειας, προϊόντων και μεταφορών, οι διαρθρωτικές αλλαγές να μην επηρεασθούν από τους πολιτικούς κύκλους. Προτείνει συγκράτηση μισθών και τιμών εμπορευμάτων, μείωση του κόστους εργασίας με ενίσχυση του ανταγωνισμού και σπάσιμο της ακαμψίας στην αγορά εργασίας.

Ο Τζόναθαν Γουίλμοτ, αναλυτής της Credit Swisse First Boston (CSFB)[29] ισχυρίζεται ότι οι κυβερνήσεις πρέπει να παρεμβαίνουν για να καλύψουν το κενό από τη μείωση των δαπανών των επιχειρήσεων. Υποστηρίζει ότι στην Ελλάδα υφίσταται το σωστό «μείγμα».

Το ΙΟΒΕ κάνει κριτική στο «μείγμα» του ΚΠ 2003. Θεωρεί ότι έχει επεκτατικό χαρακτήρα (συγκριτικά με τις κατευθύνσεις που είχε διαγράψει η κυβέρνηση για το 2003 κατά τη προηγούμενη χρονιά). Η κύρια αντίθεσή του εστιάζεται στη μισθολογική πολιτική της κυβέρνησης, και στην επέκταση των λειτουργικών δαπανών, ενώ συμφωνεί με τη φορολογική μεταρρύθμιση και τις προβλεπόμενες ασφαλιστικές αναδιαρθρώσεις. Θεωρεί ότι ο ΚΠ 2003 θέτει σε δεύτερη μοίρα τις ανάγκες δημοσιονομικής προσαρμογής, με αποτέλεσμα την αύξηση των ελλειμμάτων. Η κριτική του εστιάζεται και στην κύρια επιλεγείσα μέθοδο (τη μετοχοποίηση) των ιδιωτικοποιήσεων για εισπρακτικούς λόγους (κυρίως πώληση μικρών μειοψηφικών πακέτων σε ιδιώτες - θεσμικούς και ευρύ κοινό - και όχι με μεταβιβάσεις πακέτων μετοχών σε στρατηγικούς επενδυτές).

Και η ΝΔ διαφωνεί σχετικά με το «μείγμα» νεοφιλελεύθερων και νεοκεϋνσιανών στοιχείων της κυβερνητικής πολιτικής. Η κριτική της εστιάζεται στα εξής σημεία:

- Η κυβέρνηση ενδιαφέρθηκε για την ονομαστική και όχι για την πραγματική σύγκλιση και τις αναδιαρθρώσεις.

- Στο Γ΄ ΚΠΣ δε σχεδιάσθηκε κανένα νέο μεγάλο έργο.

- Τάσσεται υπέρ της αναθεώρησης του Συμφώνου Σταθερότητας, (σε αντίθεση με την κυβέρνηση). Υποστηρίζει ότι το πρόβλημα δημοσιονομικής διαχείρισης στην Ελλάδα είναι η σπατάλη στις δημόσιες δαπάνες. (Στο σημείο αυτό συμπίπτει και η κριτική του ΣΕΒ). Ασκεί κριτική στις εκτεταμένες προσλήψεις και στην καθυστέρηση της ελαστικοποίησης της εργασίας στο δημόσιο. (Ο ΣΕΒ κάνει δριμεία κριτική στον ΚΠ και εξαιτίας της αύξησης των δαπανών σε σχέση με το προσχέδιο, για αποδοχές προσωπικού, ασφάλισης, περίθαλψης, λειτουργικές δαπάνες).

- Κριτική στις μετοχοποιήσεις, που είχαν εισπρακτικό χαρακτήρα. Υπέρ των ιδιωτικοποιήσεων και της μεγαλύτερης απελευθέρωσης των αγορών (συμπίπτει και ο ΣΕΒ).

- Κριτική στη δημιουργική λογιστική μέσω της οποίας υποτιμάται το πραγματικό ύψος των ελλειμμάτων και του χρέους.

Η ΝΔ θέτοντας ως στόχους το τρίπτυχο: ανάπτυξη - παραγωγικότητα - κοινωνική συνοχή, δε διαφοροποιείται ουσιαστικά από αυτούς της κυβέρνησης ΠΑΣΟΚ. Δίνει έμφαση στη διαφοροποίησή της ως προς τα μέσα προώθησης των στόχων. Υποστηρίζει την ουσιαστική απελευθέρωση των αγορών και τις ουσιαστικές ιδιωτικοποιήσεις σε συνδυασμό με τον περιορισμό και τη βελτίωση των δημοσίων οικονομικών, τα οποία θεωρεί συμβατά και με τη μείωση της άμεσης φορολογίας.

Τα μέτρα της τόνωσης της ζήτησης (φορολογικές ελαφρύνσεις) που πήρε η κυβέρνηση είχαν την αποδοχή του ΣΕΒ, ενώ η ΝΔ τα έκρινε ανεπαρκή και κατέκρινε την έλλειψη νέας μείωσης της φορολογίας των κερδών των επιχειρήσεων, αλλά τάχθηκε και υπέρ μεγαλύτερου αφορολόγητου ορίου των εισοδημάτων των μισθωτών.

Τα μέτρα τόνωσης της ρευστότητας των επιχειρήσεων/συγκέντρωσης κεφαλαίου (π.χ. ελαστικότεροι όροι έκδοσης εταιρικών ομολόγων) είχαν αποδοχή από ΝΔ και ΣΕΒ.

Επιπλέον, ο ΣΕΒ δήλωσε την αμέριστη υποστήριξή του προς την οικονομική πολιτική της κυβέρνησης, διαφοροποιούμενος μόνο στο δικαίωμα διοίκησης των ΔΕΚΟ, τασσόμενος υπέρ της δυνατότητας εκχώρησής του σε ιδιώτες. Δίνει έμφαση στην προσέλκυση ξένων επενδύσεων με άρση της γραφειοκρατίας και πολυνομίας και τάσσεται υπέρ της τήρησης του Συμφώνου Σταθερότητας.

Ο υπουργός Οικονομίας Ν. Χριστοδουλάκης άνοιξε διάλογο με εκπροσώπους 7 «κοινωνικών» φορέων για την Οικονομική πολιτική του 2003.

Οι συνδιαλεγόμενοι βασικά είναι οι διάφορες φυσικές ενώσεις του κεφαλαίου, οι οποίοι διαπραγματεύονται το μέγεθος της συμμετοχής τους στην πίττα του Γ΄ ΚΠΣ (π.χ. η Εθνική Ομοσπονδία Εμπορίου ζήτησε μεγαλύτερη συμμετοχή του εμπορικού τομέα, μείωση της φορολογίας). Στο «διάλογο» πήραν μέρος οι πλήρως ενσωματωμένες στο σύστημα ηγεσίες της ΓΣΕΕ και ΠΑΣΕΓΕΣ.

Η ενσωμάτωση, π.χ. της ΓΣΕΕ, δεν την εμποδίζει, το αντίθετο μάλιστα, να προβάλλει ορισμένες διαφοροποιήσεις απέναντι στις προτάσεις της κυβέρνησης. Επιδιώκει μια ορισμένη παρέμβαση στο «μείγμα» της οικονομικής πολιτικής με βάση την οποία αιτιολογεί και τη σχετική «αυτοτέλεια» συνδικαλιστών του ΠΑΣΟΚ από την κυβέρνηση. Ετσι ο κ. Πολυζωγόπουλος τάχθηκε υπέρ της ενοποίησης των επικουρικών ταμείων, της θεσμοθέτησης επαγγελματικής ασφάλισης, του περιορισμού της παραοικονομίας, της μείωσης των κοινωνικών ελλειμμάτων.

Χρειάζεται να προσεχθεί ιδιαιτέρως ότι στη διεξαγόμενη συζήτηση σχετικά με το σωστό «μείγμα» της οικονομικής πολιτικής εμπλέκεται και ο χαρακτήρας και η έκταση της πολιτικής συμμαχιών με μεσαία στρώματα αλλά και με την εργατική τάξη. Αιχμή του δόρατος αποτελούν: η αγροτική πολιτική, το συνταξιοδοτικό*, οι εργασιακές σχέσεις, η πολιτική δανειοδότησης/συμμετοχής στα ΚΠΣ κλπ. για μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Η ΝΔ «σήκωσε» τις διεκδικήσεις των τελευταίων π.χ. των τουριστικών επιχειρήσεων.

Η ΝΔ, τασσόμενη ανεπιφύλακτα υπέρ της ένταξης της Ελλάδας στην ευρωζώνη, επικεντρώνει την κριτική της προς την κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ στην έλλειψη ισχυρής διαπραγματευτικής στάσης για διεκδικήσεις εξαιρέσεων που προστατεύουν τα συμφέροντα του ελληνικού κεφαλαίου και ρυθμίσεις που αφορούν την αγροτική πολιτική.

Στη θέση αυτή της ΝΔ δε θα πρέπει να βλέπουμε μόνο τη δημαγωγική αντιπολιτευτική χροιά ενός αστικού κόμματος που διεκδικεί την κυβερνητική εξουσία. Με την ευελιξία που παρέχει ο ρόλος της αξιωματικής αντιπολίτευσης, σε αυτή τη θέση αντανακλώνται τα ιδιαίτερα συμφέροντα της αστικής τάξης στην Ελλάδα στη διαπάλη τους και τον ανταγωνισμό μέσα στην Ευρωενωσιακή αγορά. Αν και η ελληνική οικονομία παραμένει στην τελευταία θέση της ΕΕ-15, ωστόσο δεν πρέπει να μην συνυπολογίζουμε μια ορισμένη ισχυροποίηση του ελληνικού καπιταλισμού, που πραγματοποιήθηκε μετά τη σύνδεση της Ελλάδας με την ΕΟΚ, ιδιαίτερα κατά τη δεκαετία του 1990 και λόγω της ισχυροποίησής της στη Βαλκανική αγορά. Η εξέλιξη αυτή ακόμη και αν δεν διαπιστώνεται με συνολικούς όρους εξαγωγής εμπορευμάτων και κεφαλαίων άμεσων επενδύσεων στην ΕΕ, με όρους κατά κεφαλήν ΑΕΠ και επιπέδου μισθών, όπου η ελληνική οικονομία παραμένει στις τελευταίες θέσεις στα πλαίσια της ΕΕ, διαπιστώνεται με τη συγκριτική μακροχρόνια εξέλιξή τους ως προς το μέσο όρο της ΕΕ, με την ισχυροποίηση των ελληνικών μονοπωλιακών ομίλων στη διεθνή καπιταλιστική αγορά, με την ισχυροποίηση της θέσης της Ελλάδας στα Βαλκάνια.

Διάφορες έρευνες Διεθνών Κέντρων Οικονομικών Μελετών έχουν δώσει εταιρείες με έδρα την Ελλάδα ανάμεσα στις ταχέως αναπτυσσόμενες παγκοσμίως, π.χ. τον όμιλο ΒΙΟΧΑΛΚΟ, να κατέχουν μια από τις πρώτες θέσεις στην Ευρώπη ή και παγκοσμίως στην αντίστοιχη αγορά εμπορεύματος, π.χ. την Coca Cola Τρία Εψιλον στη 2η θέση παγκοσμίως στην εμφιάλωση αναψυκτικών, την Intralot, την Frigoglass, την Πετζετάκις, δίνουν τον ΟΤΕ (545η θέση) και την Εθνική Τράπεζα (869η) στις κατατάξεις των μεγαλυτέρων από άποψη κεφαλαιοποίησης εταιρειών παγκοσμίως.

Με μέτρο σύγκρισης το ΑΕΠ, η Ελλάδα βρίσκεται στην 34η θέση (με 113 δισ. δολ.), πάνω από την Πορτογαλία (106 δισ. δολ.) και την Ιρλανδία (95 δισ. δολ.), που βρίσκονται αντιστοίχως στην 36η και 39η θέση, ενώ από τις άλλες χώρες των Βαλκανίων και των πρώην σοσιαλιστικών χωρών προηγούνται η Πολωνία (στην 28η θέση με ΑΕΠ 158 δισ. δολ.), η Τουρκία (στην 22η θέση με ΑΕΠ 200 δισ. δολ.) και η Ρωσία (στη 18η θέση με 251 δισ. δολ.)[30].

Η μελέτη και άλλων παραμέτρων επιβεβαιώνει την καπιταλιστική ανάπτυξη της Ελλάδας, η οποία είχε αυξημένους ρυθμούς κυρίως κατά την 20ετία 1953-1973 και 1994-2001. (Δε θα θεωρούσαμε τυχαία επιλογή την κατοχύρωση των Ολυμπιακών Αγώνων στην Ελλάδα και την επιλογή του κ. Παπαδήμου για αντιπρόεδρο της ΕΚΤ). Αυτό δε σημαίνει ότι έχουν αναιρεθεί μακροχρόνια προβλήματα στην ανάπτυξη της ελληνικής καπιταλιστικής οικονομίας, όπως είναι το χαμηλό μερίδιο της μεταποίησης στο ΑΕΠ, το χαμηλό μερίδιο παραγωγής κεφαλαιακών εμπορευμάτων στο παραγόμενο προϊόν της μεταποίησης, συγκριτικά το μεγάλο μερίδιο συμμετοχής της αγροτικής παραγωγής στο ΑΕΠ, η σύνθεση των εξαγωγών (μεγάλο μερίδιο συμμετοχής πρώτων υλών ή χαμηλής επεξεργασίας και αγροτικών προϊόντων) και η σύνθεση των εξαγωγών. Η παραγωγικότητα της εργασίας (ΑΕΠ σε μονάδες ισοδύναμης αγοραστικής δύναμης, PPS / αριθμό εργαζομένων) στην Ελλάδα είναι η χαμηλότερη (2003 à 86,5, 2002 à 84,9, 2001à 83,1) στην ΕΕ-15 (100), μετά την Πορτογαλία (2003 à 65,3, 2002 à 65,3, 2001 à 65,2)[31]. Ο δείκτης της ανταγωνιστικότητας υποχώρησε ιδιαίτερα μετά την ένταξη στην ευρωζώνη.

Ωστόσο, η μετά το Β΄ παγκόσμιο πόλεμο καπιταλιστική ανάπτυξη ενσωματώθηκε ως άνοδος των εισοδημάτων των μισθωτών και άλλων στρωμάτων κυρίως με τη διακυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ την περίοδο 1981-86. Είχε προηγηθεί μια περίοδος ευνοϊκής πολιτικής κυρίως προς μεσαία στρώματα από τις κυβερνήσεις της χούντας στα πρώτα χρόνια της εξουσίας της.

Το ΠΑΣΟΚ με ευελιξία χαλάρωσε από το 1999 την περιοριστική εισοδηματική πολιτική και τη σκληρή φορολόγηση των εισοδημάτων των μισθωτών/συνταξιούχων που είχε οδηγήσει σε πτώση του διαθέσιμου εισοδήματος στα επίπεδα της δεκαετίας του 1980.

Τα στοιχεία αυτά μαζί με άλλα, κυρίως στην εξέλιξη των μισθών και της απασχόλησης στον ευρύτερο κρατικό τομέα και τις Τράπεζες για την 20ετία, οφείλουμε να τα μελετούμε και να συνυπολογίζουμε την αντικειμενική επίδρασή τους στη συνείδηση.

 

ΟΡΙΣΜΕΝΕΣ ΕΚΤΙΜΗΣΕΙΣ

Πρώτον: Γενικότερα, ως μακροχρόνια τάση, όπως διαμορφώθηκε κατά την τελευταία τριακονταετία, εμφανίζεται η μείωση του μέσου ετήσιου ρυθμού ανάπτυξης καθώς και των ανώτατων ετήσιων ρυθμών ανάπτυξης. Επομέσως στην παγκόσμια καπιταλιστική οικονομία κυοφορείται βαθύτερη κρίση υπερσυσσώρευσης κεφαλαίων και η προοπτική για νέο μοίρασμα των αγορών, στο έδαφος μιας διαφαινόμενης τάσης αλλαγής του συσχετισμού δυνάμεων μεταξύ των καπιταλιστικών κρατών.

Οι νέες αναπτυσσόμενες καπιταλιστικές αγορές θέτουν υπό αμφισβήτηση τον υπάρχοντα συσχετισμό δυνάμεων και ιδιαίτερα την ηγεμονία των ΗΠΑ, οξύνουν τις αντιθέσεις και διαταράσσουν τις υφιστάμενες συμμαχίες.

Οι αντιθέσεις μεταξύ ΗΠΑ και ΕΕ εκδηλώνονται πιο καθαρά σε σχέση με την προοπτική ανάπτυξης νέων καπιταλιστικών αγορών στην Ασία. Ο ιμπεριαλιστικός πόλεμος ως μέσο ηγεμόνευσης σε αγορές και εξόδου από την κρίση διατηρείται με τάση επέκτασης.

Χρειάζεται συστηματική αξιολόγηση των οικονομικών κρίσεων, των επιμέρους ιμπεριαλιστικών πολέμων και των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων για την ανάλογη και έγκαιρη ετοιμότητα και θωράκιση του εργατικού κινήματος, εγχώρια και περιφερειακά.

Δεύτερον: Η πορεία της ΕΕ εξελίσσεται αντιφατικά, με τάσεις προώθησης της οικονομικής συνοχής της και τάσεις χαλάρωσης. Οι ενδοκοινοτικές αντιθέσεις μπορεί να καταστήσουν την ευρωζώνη αδύνατο οικονομικό κρίκο της διεθνούς καπιταλιστικής οικονομίας, ιδιαίτερα σε συνθήκες επέκτασης της οικονομικής κρίσης.

Τρίτον: Η εξέλιξη του καπιταλισμού γίνεται στη βάση των νομοτελειών του. Οι εναλλακτικές πολιτικές διαχείρισης στοχεύουν στη «σωτηρία» του καπιταλισμού σε συνθήκες απότομης όξυνσης των εσωτερικών του αντιθέσεων και όχι σε ηθικούς στόχους (δικαιότερος, καλύτερος καπιταλισμός) τμήματος των αστών πολιτικών. Στις νομοτέλειες είναι και η όξυνση της ταξικής πάλης, ενώ στις προθέσεις της αστικής πολιτικής είναι και η άμβλυνσή της.

Κερδίζει έδαφος η νεοκεϋνσιανή θέση, ακριβώς επειδή διαφαίνεται κίνδυνος κρίσης μεγαλύτερης έκτασης και βάθους από αυτές που οδηγούν σε περιστολή του ΑΕΠ σε μονάδες και όχι σε ποσοστιαίες δεκάδες.

Από το βάθος, την έκταση της οικονομικής κρίσης εξαρτάται η απότομη επιδείνωση της θέσης των εργαζομένων (απότομη αύξηση της ανεργίας, της φτώχειας), δηλαδή η απότομη όξυνση των κοινωνικών αντιθέσεων που μπορεί να οδηγήσει σε απότομη άνοδο της ταξικής πάλης και σε πολιτική κρίση.

Στις πλάτες των εργαζομένων πέφτει η κρίση είτε με τις συνέπειες των ιδιωτικοποιήσεων είτε με τις συνέπειες της επανακρατικοποίησης (ανάληψη υποχρεώσεων του ιδιωτικού κεφαλαίου), που αποτελούν τις δυο όψεις του ίδιου νομίσματος. Γενικότερα το καπιταλιστικό κράτος διαμορφώνει κρατικά μονοπώλια σε στρατηγικής σημασίας κλάδους είτε γιατί δεν έχουν διαμορφωθεί όροι κεφαλαιακής συσσώρευσης ώστε να προσελκύουν το επιχειρηματικό ενδιαφέρον του ιδιωτικού (εταιρικού) κεφαλαίου είτε γιατί τις «ξεπλένει» από βαθιά κρίση και απαξίωση.

Είναι σημαντικό, καθοριστικό για τις ανάλογες συνθήκες το εργατικό και το κομμουνιστικό κίνημα να μπορέσει να μη χειραγωγηθεί, να μη γίνει δίαυλος εκτόνωσης όχι των συνεπειών της κρίσης, αλλά των αντιθέσεων και των τριγμών που θα επέλθουν.

Τέταρτον: Για την ελληνική οικονομία, η οποία δε συγχρονίζεται απόλυτα με τις φάσεις του κύκλου στην ΕΕ, είναι σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα η εκδήλωση νέου κύκλου κρίσης. Αυτό δε σημαίνει ότι ο χρονικός ορίζοντας αυτής της προοπτικής μπορεί να προσδιοριστεί με βραχυπρόθεσμες ή μεσοπρόθεσμες προβλέψεις. Υπάρχουν γεγονότα που λειτουργούν καταλυτικά και επιταχύνουν τις εξελίξεις. Η δυσοίωνη προοπτική για την ελληνική και την ευρωζωνική καπιταλιστική οικονομία, συνεπάγεται νέες φάσεις όξυνσης των κοινωνικών προβλημάτων.

Σήμερα μεθοδεύεται από την άρχουσα τάξη στην Ελλάδα (και όχι μόνο) η παγίδευση του εργατικού κινήματος στα δίκτυα της εναλλακτικής πολιτικής διαχείρισης και σχετικά ανώδυνων κινημάτων. Γι’ αυτό και γίνεται μεγάλη επίθεση στο κόμμα, ιδεολογική (και μέσω της αντιτρομοκρατικής επιχείρησης), στην πολιτική συμμαχιών που ακολουθεί, ενώ ενισχύονται οι δίαυλοι και οι μέθοδοι ενσωμάτωσης του ΣΥΝ και «αριστερών» δυνάμεων στις σοσιαλδημοκρατικές δυνάμεις του ΠΑΣΟΚ. Από τους μηχανισμούς της άρχουσας τάξης πριμοδοτείται κάθε πολιτική δύναμη η οποία μπορεί να λειτουργήσει είτε ως ανάχωμα προς την ανάπτυξη της πολιτικής επιρροής του ΚΚΕ είτε ως πιλότος για το τράβηγμα της πολιτικής του ΚΚΕ σε συνεργασίες κυβερνητικών σχημάτων διαχείρισης του συστήματος.

Το ζήτημα της σχέσης οικονομίας-πολιτικής είτε σε ερευνητικό είτε σε ιδεολογικό επίπεδο, απαιτεί πιο συστηματική δουλιά από όλους μας, από Τμήματα της ΚΕ και τις Οργανώσεις, προκειμένου να γνωρίσουμε που και πως δυσκολευόμαστε για τη διεύρυνση της απήχησης των πολιτικών μας θέσεων, της ανόδου των ταξικών αγώνων και της προοπτικής των αγωνιστικών συσπειρώσεων σε κατεύθυνση σύγκρουσης με τα μονοπώλια και τον ιμπεριαλισμό.

 


Η Ελένη Μπέλλου είναι μέλος της ΚΕ του ΚΚΕ, υπεύθυνη του Τμήματος Οικονομίας της ΚΕ.

[1] Τράπεζα της Ελλάδος, Νομισματική Πολιτική/Ενδιάμεση Εκθεση 2002, Νοέμβρης 2002, σελ. 19-20 και IMF, World Economic Outlook, 25 Σεπτεμβρίου 2002.

[2] New York Times, 22/9, ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 6/10/2002.

[3] Τράπεζα της Ελλάδος, Νομισματική Πολιτική Ενδιάμεση Εκθεση 2002, Νοέμβρης 2002, σελ. 24.

[4] Στοιχεία του ΟΗΕ, σε συνέντευξη στην Ελευθεροτυπία, 21/9/02, του Ζαν Φρανσουά Ρισάρ, αντιπροέδρου για την Ευρώπη της Παγκόσμιας Τράπεζας.

[5] ΙΟΒΕ, Η Ελληνική Οικονομία, 3/2002, σελ. 15.

[6] Χαρακτηριστική είναι η δήλωση του προέδρου της Intel - ενός από τους ομίλους με τις μεγαλύτερες επενδύσεις στην Κίνα - στο Business Week: «Η Κίνα είναι η πιο δραστήρια αγορά για τις ΗΠΑ, αλλά και ο πιο δραστήριος ανταγωνιστής της» (ΗΜΕΡΗΣΙΑ, 26-27/10/02).

[7] Με βάση το δείκτη της UNCTAD «Inward FDI Performance Index» (κατάταξη των χωρών με βάση την αναλογική ως προς το μέγεθός τους προσέλκυση ΑΞΕ), η Ρωσία βρίσκεται στην 104η θέση (με δείκτη 0,3 για την περίοδο 1988-1990 και 1998-2000) μεταξύ 140 χωρών. Το σύνολο των οικονομιών της πρώην ΕΣΣΔ και του σοσιαλιστικού συστήματος στην Ευρώπη (με εξαίρεση τη Σλοβενία) έχουν πολύ μεγαλύτερο δείκτη και βρίσκονται σε υψηλότερη θέση, π.χ. το Αζερμπαϊτζάν στην 8η θέση (δείκτης 9,2 το 1988-1990 και 3,3 το 1998-2000), η Τσεχία και η Αρμενία στη 13η (δείκτης 2,5 για το 1998-2000), και η Εσθονία 16η (2,3), στη 20η θέση Βιετνάμ και Καζακστάν (2,0).

Ο δείκτης UNCTAD είναι ο λόγος του ποσοστού άμεσων ξένων επενδύσεων που προσέλκυσε κάθε χώρα (ως προς το σύνολό τους παγκοσμίως) προς το ποσοστό του παγκόσμιου ΑΕΠ που αντιστοιχεί στο ΑΕΠ της χώρας.

[8] Βλέπε Χαράλαμπος Βλαχούτσικος, Η Ρωσική οικονομική εμπλοκή, έκδοση ΕΛΙΑΜΕΠ - Σιδέρης, σελ. 104-105.

[9] ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΟ, 19/10/2002.

[10] ΗΜΕΡΗΣΙΑ, 19/10/2002.

[11] Εφημερίδα GUARDIAN, ΗΜΕΡΗΣΙΑ 30/10/02.

[12] Αξιοπρόσεκτη είναι η δήλωση του οικονομολόγου Πωλ Σάμουελσον,: «Στην αρχή ο πόλεμος δίνει ώθηση στην εσωτερική οικονομία. Αυτό συνέβη με τον πόλεμο στο Βιετνάμ, συνέβη ακόμη και στη Γερμανία, κατά το Β΄ παγκόσμιο πόλεμο. Πλην όμως πρέπει να λαμβάνονται μέτρα για την ενίσχυση της ζήτησης, με επιβάρυνση του κρατικού προϋπολογισμού. Δυνατότητες για τέτιου είδους μέτρα η κυβέρνηση Μπους δεν έχει. Και σε περίπτωση παράτασης του πολέμου, πράγμα που μπορεί να συμβεί στο Ιράκ, υπεισέρχονται άλλες παράμετροι, αυτόχρημα καταστροφικοί». (Εφημερίδα «La Republica», ΒΗΜΑ, 2/10/2002).

[13] Ο οικονομολόγος Μίλτον Φρίντμαν θεωρεί ότι το κλείδωμα των ευρωπαϊκών νομισμάτων εξουδετερώνει ένα βασικό εργαλείο προσαρμογής των οικονομιών. Το κενό θα μπορούσε να καλυφθεί με αύξουσα ευελιξία των ευρωπαϊκών αγορών εργασίας. Ομως στην Ευρώπη, λόγω υψηλού βαθμού ρυθμίσεων και εργασιακής ελαστικότητας αυτό αποκλείεται. Μοναδική εναπομένουσα οδός προσαρμογής για κάθε χώρα-μέλος είναι αυτή που μοιραία τη φέρει σε ανταγωνισμό με τις υπόλοιπες για την κατανομή των περιορισμένων νομισματικών πόρων. Συνέντευξη στο «Die Welt» 7/1/2002. (ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, 25/10/02).

[14] Το ΔΝΤ παρέμβηκε υποστηρίζοντας ότι το Σύμφωνο Σταθερότητας εξυπηρετεί ένα αναγκαίο στόχο και δεν πρέπει να αλλάξει. Δεν αποκλείεται σε 10-15 χρόνια να προκριθεί μια πιο ευέλικτη προσέγγιση του Συμφώνου (ΗΜΕΡΗΣΙΑ, 25/10/2002). Ταυτόχρονα ζήτησε από την ΕΚΤ τη μείωση των επιτοκίων.

Στην ομιλία του στο Ευρωκοινοβούλιο (8/10/02) ο Ντόιζενμπεργκ παρουσίασε ως «φάρμακο» κατά της επιβράδυνσης το τετράπτυχο: Συγκράτηση μισθών, προώθηση διαρθρωτικών αλλαγών, εφαρμογή Συμφώνου Σταθερότητας, διατήρηση τιμαρίθμου σε χαμηλά επίπεδα.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αρχικά εισηγήθηκε την αναστολή των υποχρεώσεων τήρησης του ορίου που αφορά τα πρωτογενή δημοσιονομικά ελλείμματα. Στην πράξη αφορούσε άμεσα τη Γερμανία, τη Γαλλία, την Ιταλία (110% ΑΕΠ το δημόσιο χρέος), και την Πορτογαλία στην κατάρτιση των ΚΠ για το 2003. Μετά από έντονη διαπάλη και με την επιμονή της ΕΚ Τράπεζας, επικράτησε η τάση υπέρ της τήρησης του Συμφώνου Σταθερότητας (για να μην υπερβαίνει το πρωτογενές δημοσιονομικό έλλειμμα το 3% του ΑΕΠ). Το σχέδιο της Επιτροπής για αναθεώρηση του Συμφώνου Σταθερότητας δίνει έμφαση στον έλεγχο του δημοσίου χρέους και στη διαδικασία πάταξης της παραβατικότητας ως προς την εξέλιξή του.

[15] ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 6/10/2002, αναδημοσίευση άρθρου Financial Times.

[16] Η μεταπολεμική καπιταλιστική ανασυγκρότηση στην Ευρώπη, που έγινε μέσω εκτεταμένων κρατικών επενδύσεων, συνοδεύτηκε από πολύ περιοριστικές εισοδηματικές πολιτικές (μεγάλης λιτότητας για τις εργατικές δυνάμεις) προκειμένου να επιτευχθεί επιτάχυνση στη συσσώρευση κεφαλαίου. Η μετέπειτα άνοδος της παραγωγικότητας της εργασίας και του όγκου παραγωγής έφερε με χρονική υστέρηση τη σχετική βελτίωση του βιοτικού επιπέδου των εργαζομένων στην καπιταλιστική Ευρώπη.

[17] Αρθρο του στην ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, 13/10/2002.

[18] ΒΗΜΑ, 1/10/2002.

[19] ΙΟΒΕ, Η Ελληνική Οικονομία, 3/2002, σελ. 36.

[20] ΙΟΒΕ, Η Ελληνική Οικονομία, 3/2002, σελ. 39.

[21] ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 6/10/2002.

[22] Τράπεζα της Ελλάδας, Νομισματική πολιτική / Ενδιάμεση Εκθεση 2002, Νοέμβρης 2002, σελ. 96-97.

[23] Στοιχεία που δόθηκαν από τον πρόεδρο του ΣΕΒΕ στο 3ο Πανελλήνιο Συνέδριο Ανάπτυξης Εξαγωγών.

[24] Στοιχεία από την έρευνα του Δελτίου της Alpha Bank, 1ο Τρίμηνο του 2002.

[25] Τράπεζα της Ελλάδας, Νομισματική πολιτική / Ενδιάμεση Εκθεση 2002, Νοέμβρης 2002, σελ. 70-73.

[26] Ερευνα του Οικονομικού Ινστιτούτου DIW.

[27] Ημερησία, 25/10/2002.

[28] ΙΟΒΕ, Η Ελληνική Οικονομία, 3/2002, σελ. 42.

[29] Δηλώσεις κατά την επίσκεψή του στην Ελλάδα, ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 17/10/02.

* «Δεν είμαστε ακόμη αρκετά αριστεροί». Αναζήτηση «κοινού τόπου με Αριστερά» στο πεδίο αναδιανομής (συνταξιοδοτικό). Χατζηγιάννης (ΒΗΜΑ, 21/9). Αναλόγου χαρακτήρα παρεμβάσεις φιλοξένησε και η εφημερίδα ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΙΝΗ, επίσημος εκφραστής της ΝΔ.

[30] Στοιχεία UNCTAD.

[31] ΙΟΒΕ, Η Ελληνική Οικονομία, 3/2002, σελ. 51.