Ο ΑΝΤΙΔΡΑΣΤΙΚΟΣ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑΣ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ ΚΑΙ Ο ΡΟΛΟΣ ΤΟΥ ΚΙΝΗΜΑΤΟΣ ΤΗΣ ΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΤΑΞΗΣ

Η θεωρητική συζήτηση για τη δημιουργία μιας ένωσης ευρωπαϊκών χωρών ξεκίνησε στις αρχές του 20ού αιώνα. Κάθε προσπάθεια όμως για την πρακτική δημιουργία μιας τέτοιας ένωσης μπήκε σε αναμονή λόγω των έντονων ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων που κατέληξαν στους δυο Παγκοσμίους Πολέμους. Από τον καιρό της ίδρυσης της, η ΕΕ σχεδιάστηκε και οικοδομήθηκε ως μια ένωση καπιταλιστικών χωρών. Δεν υπήρξε, ούτε υπάρχει η παραμικρή προσπάθεια να καλυφθεί ο ξεκάθαρα ταξικός χαρακτήρας της. Οταν μάλιστα κατά τη διάρκεια των αρχικών συνομιλιών η Σοβιετική Ενωση διατύπωσε το ενδιαφέρον της να αποτελέσει μέλος της Ενωσης, τούτο αποκλείστηκε, γιατί η Κοινότητα δεν αποδέχτηκε το σοσιαλιστικό κοινωνικο-οικονομικό της σύστημα.

Το Σχέδιο Μάρσαλ, που ονομάστηκε το σχέδιο για την «ανασυγκρότηση της Ευρώπης», έδωσε την ώθηση για τη δημιουργία της ΕΕ το 1948. Από τη μια μεριά, οι ΗΠΑ ήθελαν μια ενωμένη καπιταλιστική Ευρώπη για να παρεμβαίνει και να παρεμποδίζει την οικοδόμηση και την ανάπτυξη του σοσιαλισμού. Από την άλλη μεριά, οι κυρίαρχοι κύκλοι των ΗΠΑ γνώριζαν πολύ καλά ότι η ανάπτυξη μιας ευρωπαϊκής ένωσης θα γινόταν προοπτικά ένας ανταγωνιστικός παράγοντας στα συμφέροντά τους. Αυτό που επικράτησε τότε ήταν το στρατηγικό ταξικό συμφέρον, που ήταν η ενδυνάμωση του ευρωπαϊκού καπιταλισμού, η δημιουργία μιας σιδερένιας γροθιάς ενάντια στα κινήματα της εργατικής τάξης και των λαϊκών στρωμάτων.

Κατά τη διάρκεια της ιστορικής πορείας της ΕΕ, και ενώ η διαδικασία της ενοποίησης εξελίσσεται, τα βασικά και αναπόσπαστα χαρακτηριστικά γνωρίσματα του καπιταλισμού: η ανισόμετρη διεύρυνση του ανοίγματος μεταξύ των εθνικών οικονομιών, η συσσώρευση του κεφαλαίου και οι αναπόφευκτες εσωτερικές αντιθέσεις μεταξύ εργασίας και κεφαλαίου, αποκαλύπτονται όλο και πιο ξεκάθαρα. Εξίσου αποκαλύπτεται και η κυριαρχία των συμφερόντων των μεγάλων ευρωπαϊκών δυνάμεων πάνω σε αυτά των άλλων καπιταλιστικών χωρών, καθώς και η συνεχώς παρούσα επιρροή των ΗΠΑ.

Η πρόσφατη αμερικανο-βρετανική εισβολή στο Ιράκ δεν αποτέλεσε την αιτία για τη διάσπαση, ούτε στους κόλπους της ΕΕ ούτε μεταξύ των ΗΠΑ και της Βρετανίας από τη μια μεριά και του λεγόμενου γαλλο-γερμανικού άξονα από την άλλη. Ο πόλεμος απλώς έφερε στην επιφάνεια τη διάσπαση που ήδη προϋπήρχε. Οι αντιθέσεις στα πλαίσια της ΕΕ και μεταξύ των ευρωπαϊκών ιμπεριαλιστικών δυνάμεων και των ΗΠΑ δε θα σταματήσουν να υπάρχουν. Κάποιες επαφές «φιλίας και συνεργασίας» μπορεί να δημιουργούνται μεταξύ τους, ιδιαίτερα όταν αντιμετωπίζουν τον κοινό τους αντίπαλο, την εργατική τάξη και τα λαϊκά κινήματα. Αυτές οι επαφές όμως θα διαρρηγνύονται στο βαθμό που η αντιπαλότητα τους για το ξαναμοίρασμα των αγορών αποκτά νέες διαστάσεις.

Η απόφαση της Γερμανίας, της Γαλλίας, του Βελγίου και του Λουξεμβούργου να δημιουργήσουν μια «Ευρωπαϊκή Ενωση για την Ασφάλεια και την Αμυνα» είναι μια απόδειξη προς αυτή την κατεύθυνση. Παρόλο που διακηρύσσουν ότι θα έχει ένα ρόλο συμπληρωματικό σε αυτόν του ΝΑΤΟ, γίνεται φανερό ότι αποτελεί επίσης μια πρόβα «ανεξαρτησίας» από το στρατιωτικό σύστημα των ΗΠΑ. Οι τοπικές συγκρούσεις για τις αγορές αναπόφευκτα θα φέρουν τους λαούς της Ευρώπης μπροστά στον κίνδυνο μιας γενικευμένης σύρραξης. Καμία ευρωπαϊκή συνθήκη ή συμφωνία δεν μπορεί να σταματήσει έναν πόλεμο, όταν ο καπιταλιστικός ανταγωνισμός, μέσα στην ΕΕ και παγκόσμια, φτάνει στο απόγειο του. Από την άλλη μεριά, η ιμπεριαλιστική ειρήνη που διαδέχεται τον πόλεμο, όπως στο Ιράκ, τη Γιουγκοσλαβία κτλ., είναι εξίσου επιβλαβής για τα συμφέροντα της εργατικής τάξης. Στο σύνολό της η οικοδόμηση της ΕΕ χαρακτηρίζεται από αντιθετικές τάσεις: τάσεις ενοποίησης, αλλά ταυτόχρονα και τάσεις διαφοροποίησης και διάλυσης.

Ο πόλεμος και η καπιταλιστική κερδοφορία πάνε χέρι-χέρι. Η ΕΕ δεν μπορεί να εξασφαλίσει ειρήνη και ασφάλεια για τους λαούς της. Οι ΗΠΑ δε θα εγκαταλείψουν εύκολα τον παγκόσμιο ηγεμονικό τους ρόλο, αλλά ακόμα και αν τον χάσουν θα υπάρξει μια άλλη ιμπεριαλιστική δύναμη που θα τον καταλάβει. Ο λεγόμενος «πολυπολικός» κόσμος, που οι ιμπεριαλιστικές δυνάμεις υπερασπίζονται μόνο στα λόγια, δεν αποτελεί τίποτε άλλο παρά την διαλεκτική ενότητα συνύπαρξης και σύγκρουσης μεταξύ των διαφόρων ιμπεριαλιστικών κέντρων. Μια σύγκρουση που θα πραγματοποιείται είτε με οικονομικά και πολιτικά μέσα, είτε με στρατιωτικά μέσα και ανοιχτό πόλεμο. Το ζήτημα επομένως για την εργατική τάξη και τους συμμάχους της δεν είναι το εάν θα επικρατήσει ο αμερικάνικος ή ο ευρωπαϊκός ιμπεριαλισμός, αλλά το πώς θα αξιοποιηθούν οι ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις για να ηττηθεί ο ιμπεριαλισμός στο σύνολό του.

Οι πρόσφατες εξελίξεις έχουν ενισχύσει τις αντιδραστικές τάσεις του μονοπωλιακού κεφαλαίου στην ΕΕ και παγκόσμια. Η διεύρυνση της ΕΕ με νέα κράτη-μέλη αποτελεί μια νέα φάση στο στρατηγικό στόχο του ευρωπαϊκού μονοπωλιακού κεφαλαίου να επεκτείνει τις σφαίρες επιρροής του προς τα ανατολικά, να ενισχύσει και σταθεροποιήσει την ΕΕ σαν ιμπεριαλιστικό κέντρο ενάντια στους ανταγωνιστές της. Τα γεγονότα της 11ης Σεπτέμβρη 2001 ήρθαν σαν ευλογία στις επιθετικές πολιτικές των ΗΠΑ και της ΕΕ. Ο «πόλεμος ενάντια στην τρομοκρατία» έδωσε μια δεύτερη πρόφαση για επέμβαση, στο πλάι της «υπεράσπισης των δικαιωμάτων των μειονοτήτων» που ο ιμπεριαλισμός χρησιμοποίησε με δεξιότητα κατά τη διάρκεια των πολέμων στα Βαλκάνια. Η έννοια της «πρόληψης και διαχείρισης των κρίσεων» παρέχει το πλαίσιο για στρατιωτικές επεμβάσεις σε ολόκληρο τον κόσμο.

Τόσο η ΕΕ όσο και οι ΗΠΑ δεν ξέχασαν τον «εσωτερικό εχθρό»: τους λαούς, την εργατική τάξη. Η ΕΕ ανέπτυξε ένα εξελιγμένο μηχανισμό καταπίεσης, με τη συνθήκη του Σένγκεν, τις ευρωπαϊκές δυνάμεις ταχείας επέμβασης, τους «αντιτρομοκρατικούς» νόμους, τη δικαστική και αστυνομική συνεργασία, το Διεθνές Δικαστήριο για τα «Εγκλήματα στη Γιουγκοσλαβία». Την ίδια στιγμή, εξαπέλυσαν μια ολομέτωπη ιδεολογική επίθεση με στόχο να πείσουν τους λαούς για τα οφέλη της καπιταλιστικής ενοποίησης, να τους πείσουν ότι η ενοποίηση αυτή αποτελεί μονόδρομο.

Κατά τη διάρκεια της Συνόδου Κορυφής στη Θεσσαλονίκη (Ιούνης 2003) η ΕΕ έκανε σημαντικά βήματα προς την παραπέρα στρατιωτικοποίησή της, στα πλαίσια της Κοινής Ευρωπαϊκής Πολιτικής για την Ασφάλεια και την Αμυνα. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι συστάσεις που κατατέθηκαν από τον Χ. Σολάνα και που φτάνουν έως την αποδοχή της έννοιας των προληπτικών χτυπημάτων. Εξίσου σημαντική ήταν η διακήρυξη για τα «όπλα μαζικής καταστροφής», που μπορεί να θεωρηθεί ως ένα δώρο προς τις ΗΠΑ (την παραμονή της συνάντησης κορυφής ΕΕ-ΗΠΑ) μια που αποδέχεται απόλυτα τα επιχειρήματα των ΗΠΑ σε αυτό το θέμα. Επιπλέον, η Σύνοδος Κορυφής της Θεσσαλονίκης εξέδωσε νέες προειδοποιήσεις ενάντια στο Ιράν και τη Λαϊκή Δημοκρατία της Κορέας, ενώ ταυτόχρονα απείλησε την Κούβα στο ζήτημα των λεγόμενων «ανθρωπίνων δικαιωμάτων».

Η Σύνοδος έλαβε μια πολύ σημαντική απόφαση για τη δημιουργία μιας «διακυβερνητικής υπηρεσίας στον τομέα των αμυντικών δυνατοτήτων, ανάπτυξης, έρευνας, προμήθειας και εξοπλισμών». Η απόφαση αυτή, σε συνδυασμό με την απόφαση στις αρχές του 2003 για την έναρξη ενός προγράμματος ερευνών που να σχετίζεται με την άμυνα, αποτελεί ένα τεράστιο άλμα προς την παραπέρα στρατιωτικοποίηση. Συνδέεται με παλαιότερες αποφάσεις για την ανάπτυξη μιας στρατιωτικής δύναμης, δύναμη που είναι ήδη ενεργή σήμερα σε μια σειρά περιοχές του πλανήτη. Η ΕΕ συζητάει ακόμα ανοιχτά την πρόθεσή της να χρησιμοποιήσει το διάστημα για στρατιωτικούς σκοπούς, σαν σημαντικό και συστατικό κομμάτι της διαστημικής της πολιτικής, όπως αυτή χαράχτηκε στην πρόσφατη «Πράσινη Βίβλο».

Το κείμενο στο οποίο κατέληξε η Συντακτική Συνέλευση της ΕΕ, το αποκαλούμενο «Σύνταγμα» της ΕΕ, παρέχει και αυτό κάποιες ενδείξεις για τα όσα σχεδιάζονται σε αυτή την κατεύθυνση. Οπως ήταν αναμενόμενο ξανασυναντάμε εδώ την «Υπηρεσία για τους Εξοπλισμούς, την Ερευνα και τις Στρατιωτικές Δυνατότητες», καθώς και την υπόσχεση ότι «τα κράτη-μέλη θα αναλάβουν να βελτιώσουν σταδιακά τις στρατιωτικές τους δυνατότητες» (άρθρο Ι-40.3). Συμπληρώνεται, βέβαια, ότι η Κοινή Πολιτική για την Ασφάλεια και την Αμυνα «οφείλει να σέβεται τις υποχρεώσεις ορισμένων κρατών-μελών που βλέπουν τη συλλογική τους άμυνα να εξασφαλίζεται μέσα στο ΝΑΤΟ» (άρθρο Ι-40.2). Ολα αυτά στο όνομα των «στρατηγικών συμφερόντων της Ένωσης» (άρθρο Ι-39.2)! Δεν είναι τυχαίο ότι η ΕΕ θα έχει μόνο έναν υπουργό: τον υπουργό εξωτερικών, ο οποίος θα είναι επιπλέον επιφορτισμένος και με την άμυνα.

Το σύνθημα «ελευθερία, ισότητα, αδελφότητα» που επικαλείται το σχέδιο Συντάγματος δεν αντιπροσωπεύει τίποτε περισσότερο από την ελευθερία του κεφαλαίου, την ισότητα στην εκμετάλλευση της εργατικής τάξης και την αδελφότητα των πολεμοχαρών ενάντια στους λαούς. Το «Ευρωπαϊκό Σύνταγμα» σταθεροποιεί θεσμικά την ελευθερία του κεφαλαίου και της ΟΝΕ, αδυνατίζει ακόμα παραπέρα την εθνική κυριαρχία, δυναμώνει το ρόλο των ιμπεριαλιστικών κρατών και εισάγει επίσημα την στρατιωτικοποίηση της ΕΕ.

Η διεύρυνση της ΕΕ με νέα κράτη-μέλη έφερε στο προσκήνιο μια συζήτηση για τη δημιουργία ευρωπαϊκών κομμάτων, τόσο στα πλαίσια του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, όσο και έξω από αυτό. Τα κόμματα αυτά θα έχουν τη σφραγίδα της νομιμοποίησης ως τα ηγετικά κόμματα των λαών τους, σε μια ξεκάθαρη προσπάθεια να επιβληθεί η κυριαρχία της πολιτικής του καπιταλισμού με κάθε δυνατό τρόπο. Η «αντίστασή» τους στο καπιταλιστικό σύστημα θα είναι ακίνδυνη, μια που δε θα αμφισβητεί τα θεμέλια και τις ρίζες της ΕΕ και των συμμάχων της. Μια τέτοια «αντίσταση» θα υπηρετεί μάλιστα και την ψευδή εικόνα ενός δημοκρατικού πλουραλισμού.

Το θεσμικό πλαίσιο που οικοδομείται χρησιμοποιεί πολλούς τρόπους για να επιβάλει τη δημιουργία των ευρωπαϊκών κομμάτων, κομμάτων που θα έχουν όλα τα χαρακτηριστικά θεσμικών οργανώσεων της ΕΕ. Στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο το όπλο της χρηματοδότησης των ευρωπαϊκών κομμάτων θα χρησιμοποιείται για να δημιουργηθούν ομοιόμορφα κόμματα μέσα στα πλαίσια του καπιταλισμού. Οι στόχοι της πολιτικής αυτής της ΕΕ είναι προφανείς: να υποβιβάσει το εθνικό πεδίο της ταξικής πάλης και κάθε ευλυγισία χειρισμών των κομμάτων στο εθνικό επίπεδο. Να επιβάλει μια «σύγχρονη» τάξη πραγμάτων στην οποία τα ευρωπαϊκά κόμματα θα είναι λιγότερο ευάλωτα στη λαϊκή πίεση.

Στην κοινωνικο-οικονομική σφαίρα η πολιτική των καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων (στρατηγική της Λισσαβόνας) προωθείται ταχύτατα: το λεγόμενο «εργατικό κόστος» (στην πραγματικότητα η τιμή της εργατικής δύναμης) μειώνεται και η εκμετάλλευση της εργατικής τάξης εντείνεται. Η μερική και η εποχική εργασία σταθερά αυξάνονται, προωθείται η αποκαλούμενη «απασχολησιμότητα». Τα συστήματα κοινωνικής ασφάλισης έχουν υπονομευτεί και ουσιαστικά ανατραπεί στις περισσότερες χώρες. Η ανεργία αυξάνεται. Η ιδιωτικοποίηση μεγάλων τομέων της βιομηχανικής παραγωγής (ενέργεια, τηλεπικοινωνίες κτλ.), των δημόσιων υπηρεσιών και των συστημάτων Υγείας, Παιδείας και Κοινωνικής Μέριμνας προχωρά ακάθεκτη, με καταστροφικές συνέπειες για πλατιά στρώματα της εργατικής τάξης. Η ενδιάμεση αναθεώρηση της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής (ΚΑΠ) επιταχύνει την οικονομική καταστροφή των μικρο-μεσαίων αγροτών. Είναι καθοριστικό να τονιστεί σε αυτό το σημείο η ομοιότητα των προτάσεων και των κυβερνητικών πολιτικών που προέρχονται τόσο από τα «συντηρητικά» (ακόμα και τα ακροδεξιά) κόμματα, όσο και από τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα.

Η προσχώρηση της Ελλάδας στην ΕΕ ως πλήρες κράτος-μέλος το 1981 έχει δώσει μέχρι σήμερα για την εργατική τάξη και τα λαϊκά στρώματα στη χώρα μας αποτελέσματα, τα οποία προκαθορίστηκαν από την ίδια τη φύση της ΕΕ σαν μια συμμαχία καπιταλιστικών κρατών, που θα μπορούσε φυσικά να εξυπηρετήσει μόνο τα συμφέροντα του ελληνικού μονοπωλιακού κεφαλαίου. Τα ιδεολογικά κατασκευάσματα για μια «διευρυμένη αγορά των 300 εκατομμυρίων», για «μαζικές εισροές κεφαλαίων» κτλ. που χρησιμοποιήθηκαν για να νομιμοποιήσουν την ΕΟΚ στη λαϊκή συνείδηση, αποδείχτηκαν σύντομα κενό γράμμα. Τα λίγα παραδείγματα που ακολουθούν είναι χαρακτηριστικά:

„- Την περίοδο 1991-1998 το ημερομίσθιο αυξήθηκε κατά 85%. Την ίδια όμως περίοδο ο πληθωρισμός αυξήθηκε κατά 136% και τα βιομηχανικά κέρδη κατά 3.260%! Το κοινωνικό χάσμα διευρύνεται: το εισόδημα του πλουσιότερου 20% του πληθυσμού είναι 6,2 φορές μεγαλύτερο από το εισόδημα του φτωχότερου 20% του πληθυσμού. Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία, το 30% των εργαζομένων παίρνουν μισθούς έως 600 Ευρώ και το 44% από 601 έως 900 Ευρώ, ενώ ο κατώτερος μισθός είναι 519 Ευρώ. Στην Ελλάδα το 25% του πληθυσμού ζει κάτω από το όριο της φτώχειας.

„- Η επίσημη ανεργία εκτινάχτηκε από το 2,7% το 1980 στο 12,1% το 2000. Οι επίσημες βέβαια στατιστικές αποκρύπτουν τους δεκάδες χιλιάδες περιστασιακά εργαζόμενους, τους μακροχρόνια άνεργους, καθώς και όσους δεν έχουν ακόμα εισέλθει στην αγορά εργασίας.

„- Την περίοδο 1981-1999 οι απασχολούμενοι στον αγροτικό τομέα μειώθηκαν κατά 36% (περίπου 400.000 άτομα). Η μείωση αυτή επηρέασε σχεδόν αποκλειστικά τους μικρομεσαίους αγρότες, όπως αυτό αντανακλάται και στη συγκέντρωση του κεφαλαίου στον αγροτικό τομέα. Είναι βαθύτατα υποκριτικό ότι σε μια υποτιθέμενη «ελεύθερη» οικονομία της αγοράς η ΕΕ επιβάλλει πλαφόν παραγωγής, ακόμα και για προϊόντα που είναι ελλειμματικά στην εγχώρια αγορά (π.χ. γαλακτοκομικά).

-„ Το εμπορικό έλλειμμα με την ΕΕ έχει αυξηθεί δραματικά τα 20 τελευταία χρόνια. Ενώ το 1981 οι εισαγωγές προϊόντων από την ΕΕ ήταν 1,7 φορές μεγαλύτερες από τις εξαγωγές προς την ΕΕ, το 1998 ήταν 3,4 φορές μεγαλύτερες.

Η κατάσταση για την εργατική τάξη και τα λαϊκά στρώματα της πατρίδας μας θα χειροτερεύσει ακόμα παραπέρα μετά τους Ολυμπιακούς αγώνες του 2004 και την περάτωση μιας σειράς μεγάλων κατασκευαστικών έργων που συνδέονται με τους αγώνες.

Η θέση μας για το μέλλον της Ευρωπαϊκής ενοποίησης καθορίζεται από την εκτίμησή μας για το χαρακτήρα της ΕΕ ως μιας συμμαχίας μεταξύ καπιταλιστικών κρατών, που εξυπηρετεί την αναπαραγωγή του συστήματος, μέσω της διευρυμένης συσσώρευσης κεφαλαίου και της δημιουργίας ενός ιμπεριαλιστικού κέντρου. Η ΕΕ θα αντιμετωπίσει βραχυπρόθεσμα σημαντικά προβλήματα, καθώς η ανισόμετρη ανάπτυξη και το συνεπαγόμενο χάσμα μεταξύ των κρατών-μελών θα διευρύνεται, οδηγώντας σε διάφορες συμμαχίες και αντιπαραθέσεις στα πλαίσια της Ενωσης.

Το κίνημα της εργατικής τάξης κάθε χώρας δεν μπορεί να στέκεται αδιάφορο απέναντι στις ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις, αλλά ούτε να συντάσσεται και να υποστηρίζει ενεργά τον έναν ή τον άλλο ανταγωνιστή σε αυτές τις περιπτώσεις. Αντιλαμβανόμενα τον αντικειμενικό χαρακτήρα αυτών των αντιθέσεων, τα λαϊκά κινήματα οφείλουν να τις αξιοποιούν για να αδυνατίσουν τον ταξικό αντίπαλο και να δημιουργήσουν τις συνθήκες για την τελική νίκη. Εχοντας σε κάθε περίπτωση καθαρό ότι η ταξική πάλη, περιλαμβανομένης της πάλης για τη βελτίωση των συνθηκών εργασίας, παραμένει το βασικό όπλο.

Το μέλλον της Ευρώπης είναι αναπόσπαστα συνδεμένο με το μέλλον του κινήματος σε κάθε κράτος-μέλος. Με την ικανότητά του να αλλάξει ριζικά το συσχετισμό δυνάμεων στο εσωτερικό όσο το δυνατό περισσότερων χωρών, μικρότερων ή μεγαλύτερων. Με την ικανότητα των κομμουνιστικών και εργατικών κομμάτων να διαμορφώσουν μια κατανοητή, επιστημονική επαναστατική στρατηγική που να αμφισβητεί τον καπιταλισμό. Στο βαθμό που το αντιιμπεριαλιστικό, αντικαπιταλιστικό κίνημα θα δυναμώνει, θα πολλαπλασιάζονται και οι πιθανότητες αλλαγής στο επίπεδο της κρατικής εξουσίας και θα αδυνατίζει η ΕΕ.

Αυτή η πάλη μπορεί να ενώσει δυνάμεις που έχουν διαφορετικές απόψεις σχετικά με το μέλλον της Ευρώπης, που διαφωνούν σχετικά με το σοσιαλισμό, αλλά που είναι διατεθειμένες να παλέψουν ενεργητικά ενάντια στα συμφέροντα των μονοπωλίων και του ιμπεριαλισμού, ενάντια στην ΕΕ. Ανεξάρτητα από τις παρεμβάσεις της ΕΕ στο πολιτικό σύστημα της κάθε χώρας, είναι απαραίτητο να ανοίξουμε μια πραγματική συζήτηση σχετικά με το πώς οι ριζοσπαστικές ταξικές δυνάμεις θα συντονιστούν σε ευρωπαϊκό επίπεδο και πώς θα αντιπαλέψουν το νέο στάδιο πολιτικής και κρατικής υπερσυγκέντρωσης της ΕΕ που εκφράζεται και μέσα από την καθιέρωση των ευρωπαϊκών πολιτικών κομμάτων.

Είναι καθοριστικό ζήτημα το λαϊκό κίνημα στην κάθε χώρα να προχωρήσει στην κατεύθυνση αλλαγών στο επίπεδο της εξουσίας, σε καθαρή και απόλυτη αντίθεση με τα συμφέροντα των μονοπωλίων και του ιμπεριαλισμού. Η αποδέσμευση από την ΕΕ πρέπει να αποτελέσει το στόχο πάλης όλων των ευρωπαϊκών λαών και κινημάτων, έτσι ώστε να συγκεντρωθούν δυνάμεις σε αυτή την κατεύθυνση. Η συγκέντρωση δυνάμεων προς αυτό το στόχο θα βοηθήσει να δημιουργηθεί ένας πανίσχυρος αντίπαλος απέναντι στο μονοπωλιακό κεφάλαιο, ένας αντίπαλος που απουσιάζει σήμερα τόσο στο επίπεδο των λαϊκών κινημάτων όσο και στο επίπεδο της κυβερνητικής εξουσίας.

Η αποδέσμευση από την ΕΕ δε συνεπάγεται εθνική απομόνωση ή τη διάρρηξη των διεθνών οικονομικών σχέσεων. Πρόκειται για αποδέσμευση και ταυτόχρονα αναζήτηση οικονομικών σχέσεων στη βάση του αμοιβαίου οφέλους. Παράλληλα με την τάση αποδέσμευσης από την ΕΕ θα αναπτύσσεται η τάση αμοιβαίας συνεργασίας των χωρών που έχουν αποδεσμευτεί, συνεργασίας και δεσμών και με άλλες χώρες που θα κινούνται προς την ίδια κατεύθυνση. Οι τάσεις αυτές εξασφαλίζονται από τη διεθνοποίηση της ταξικής πάλης, την παγκοσμιοποίηση των φαινομένων.

Η τάση για αποδέσμευση από τις ιμπεριαλιστικές ενώσεις θα γενικευτεί αργά ή γρήγορα. Η τάση για διμερείς, πολυμερείς και περιφερειακές συνεργασίες σε αντιιμπεριαλιστική βάση θα γίνει αργά ή γρήγορα πραγματικότητα. Το άμεσο ζήτημα είναι τι κάνει το κάθε κίνημα για να επιταχύνει αυτές τις τάσεις. Σε τελική ανάλυση, στη θέση της καπιταλιστικής ενοποίησης προτείνουμε μια σοσιαλιστική ενοποίηση, μια σοσιαλιστική ενοποίηση που προϋποθέτει την πάλη για το σοσιαλισμό και την ανατροπή του καπιταλισμού. Η ευρωπαϊκή καπιταλιστική ενοποίηση δεν είναι μονόδρομος, γιατί ο καπιταλισμός δεν είναι μονόδρομος για την εργατική τάξη και τους συμμάχους της. Δεν μπορεί να επιζήσει επ’ αόριστον. Η Ευρώπη θα είναι ενωμένη είτε με έναν καπιταλιστικό τρόπο είτε με έναν σοσιαλιστικό τρόπο. Δεν υπάρχει άλλος τρίτος τρόπος!



Ο Βασίλης Οψιμος είναι μέλος του ΔΣ του Κέντρου Μαρξιστικών Ερευνών.Εισήγηση του ΚΜΕ που παρουσίασε ο Βασίλης Οψιμος στο 11ο Διεθνές Συνέδριο Ευρωπαϊκών Σπουδών που διοργανώθηκε από το Κέντρο Ευρωπαϊκών Σπουδών της Κούβας στην Αβάνα από 30.9 έως 3.10.2003.