ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗ ΣΥΝΘΗΚΗ ΚΑΙ ΑΝΤΙΘΕΣΕΙΣ

Στις 13 Ιούνη θα γίνουν οι ευρωεκλογές. Στην προεκλογική περίοδο θα ξαναθυμηθούμε αρκετά ζητήματα από τις εξελίξεις στην πορεία της ΕΕ σε παραπέρα αντιλαϊκή, αντιδραστική και κατασταλτική κατεύθυνση. Οι εξελίξεις αυτές επιβεβαίωσαν ακόμη μια φορά τις θέσεις του ΚΚΕ, ότι η ΕΕ είναι μια ιμπεριαλιστική ένωση, ένας ταξικός συνασπισμός της ευρωπαϊκής πλουτοκρατίας για τη θωράκιση και υπεράσπιση της εξουσίας και των κερδών των ευρωπαϊκών μονοπωλίων.

Ωστόσο, τον προηγούμενο χρόνο κυρίαρχο ήταν το θέμα του Ευρωπαϊκού Συντάγματος, που συνδέεται με το μέλλον της ΕΕ και κυρίως με τη διεύρυνση με 10 νέες χώρες μετά την 1η Μάη του 2004. Το παρόν άρθρο περιορίζεται σε μια καταγραφή των εξελίξεων στο θέμα αυτό, εστιάζοντας στις αντιθέσεις που εκδηλώθηκαν κατά τη διαπραγμάτευσή του και οι οποίες οδήγησαν σε ναυάγιο την τελική έγκρισή του.

Μετά τη συνθήκη της Νίκαιας (Δεκέμβρης 2000), που κρίθηκε από τους συντελεστές της ημιτελής, προγραμματίστηκε μία νέα Διακυβερνητική Διάσκεψη (ΔΔ). Η ΔΔ είχε σαν στόχο την έγκριση μιας καινούργιας συνθήκης, που ονομάστηκε Συνταγματική Συνθήκη (Ευρωσύνταγμα), και προγραμματίστηκε από τη σύνοδο κορυφής του Λάακεν (Δεκέμβρης 2001) να ολοκληρωθεί το Δεκέμβρη του 2003. Επειδή οι ηγέτες της ΕΕ διέβλεπαν ότι οι μεταξύ τους αντιθέσεις ήταν μεγάλες, δημιούργησαν ένα γνωμοδοτικό όργανο με ελεγχόμενη σύνθεση (οι συμμετέχοντες σχεδόν στο σύνολο τους ήταν υπέρ της ΕΕ)[1], τη «Συντακτική Συνέλευση» με επικεφαλής τον Ζισκάρ Ντ’ Εσταίν, για να ετοιμάσει το σχέδιο το ευρωσυντάγματος. Ουσιαστικά για να αμβλύνει τις αντιθέσεις, να προσπαθήσει για συμβιβαστικές λύσεις, προωθώντας ταυτόχρονα τα συμφέροντα των πιο ισχυρών και κυρίως του γαλλογερμανικού άξονα. Εμφανίζουν τη νέα συνθήκη ως ευρωπαϊκό σύνταγμα, για να δώσουν επικάλυψη δημοκρατική, να αποσπάσουν τη συγκατάθεση των λαών και για να κρύψουν το ακόμη πιο αντιλαϊκό, αντιδραστικό, κατασταλτικό περιεχόμενό της σε βάρος των δικαιωμάτων, του επιπέδου ζωής και των ατομικών ελευθεριών της εργατικής τάξης και των λαϊκών στρωμάτων.

Το σχέδιο του ευρωσυντάγματος δόθηκε στη σύνοδο κορυφής της Θεσσαλονίκης (Ιούνης 2003) εν μέσω πανηγυρισμών και τυμπανοκρουσιών από την κυβέρνηση και την ΕΕ. Στη συνέχεια ακολούθησαν οκτώ (8) επίσημοι σύνοδοι της ΔΔ μέχρι το Δεκέμβρη του 2003 για να γεφυρώσουν αντιθέσεις, όμως αυτό δεν έγινε εφικτό. Ετσι στη σύνοδο κορυφής του Δεκέμβρη 2003, που ήταν η επιθυμητή τελική ημερομηνία, συμφωνία δεν επήλθε, παραπέμφθηκε για το 2004 και χαρακτηρίστηκε αποτυχία[2]. Το μοναδικό ζήτημα που συζητήθηκε στη σύνοδο κορυφής και δε συμφώνησαν ήταν αυτό του ορισμού της ειδικής πλειοψηφίας. Υπήρξε κατηγορηματική άρνηση από την Ισπανία και την Πολωνία να δεχτούν την αναστάθμιση των ψήφων και τη «διπλή πλειοψηφία» του «50-60» που προβλέπει το σχέδιο συντάγματος, όπως απορρίφτηκαν και τέσσερις πιθανές λύσεις που διατύπωσε η Ιταλική Προεδρία.

Οι ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις απ’ ό,τι φάνηκε υπερίσχυσαν των σχεδιασμών για την παραπέρα οικοδόμηση της ιμπεριαλιστικής ΕΕ, αν και σε ορισμένα ζητήματα (π.χ. άμυνα) συμφώνησαν και τα συμπεριέλαβαν στα συμπεράσματα της συνόδου, κάνοντας ένα βήμα παραπέρα στη στρατιωτικοποίηση της ΕΕ.

Αντιθέσεις υπήρξαν και σε άλλα θέματα που συζητήθηκαν στις συναντήσεις της ΔΔ και αυτές εστιάζονται στα εξής:

Α. Εναλλασσόμενη προεδρία του Συμβουλίου: Σήμερα κάθε χώρα με τη σειρά και ανά εξάμηνο προεδρεύει στην ΕΕ. Οι αντιθέσεις εστιάζονται στο μελλοντικό σύστημα Προεδρίας, δηλαδή να υπάρχει σύστημα ομαδικής προεδρίας. Προτείνεται να υπάρχουν τριμελείς ομάδες θητείας 18 μηνών (Φινλανδία, Κύπρο, Εσθονία, Σλοβενία, Τσεχία) ή τετραμελείς ομάδες για περίοδο 24 μηνών (Βρετανία, Πολωνία, Σλοβακία) ή πενταμελείς ομάδες για διετή θητεία ή διατήρηση του ισχύοντος συστήματος ανά 6μηνο ή εκλεγόμενη Προεδρία (Γαλλία, Βέλγιο, Ολλανδία), ενώ η Ισπανία εξέφρασε την άποψη ότι όλα τα θεσμικά θέματα θα πρέπει να συζητηθούν ως «πακέτο».

Β. Υπουργός Εξωτερικών της ΕΕ: Αν και συμφωνούν στην ύπαρξή του, διαφωνούν στο περιεχόμενο των αρμοδιοτήτων του, στην ανάγκη ή όχι να έχει δύο υφυπουργούς (Βρετανία και Πολωνία θέλουν δύο υφυπουργούς), στο βαθμό ανεξαρτησίας του από το καθεστώς του Επιτρόπου (Γαλλία, Δανία τάσσονται κατά του πλήρους καθεστώτος Επιτρόπου για τον ΥΠΕΞ), αν θα προεδρεύει ή όχι του Συμβουλίου Εξωτερικών Υποθέσεων (Σουηδία, Φινλανδία, Εσθονία υποστηρίζουν ότι δε θα πρέπει να προεδρεύει στο ΣΕΥ), στον ακριβή τίτλο του (Βρετανία, Τσεχία, Πολωνία, Λετονία αντιτάχτηκαν στην υιοθέτηση του τίτλου «Υπουργός Εξωτερικών»).

Γ. Λήψη αποφάσεων με ειδική πλειοψηφία[3]: Ισπανία και Πολωνία τήρησαν σκληρή στάση, όπως την περιγράφουν, επιμένοντας να παραμείνει ο ορισμός της ειδικής πλειοψηφίας όπως είναι στη συνθήκη της Νίκαιας, ενώ τα 6 ιδρυτικά κράτη-μέλη και η Βρετανία υποστηρίζουν τη διάταξη του σχεδίου συντάγματος (50% των χωρών, 60% των πληθυσμών).

Επίσης ένας σημαντικός αριθμός αντιπροσωπειών κατονόμασαν θέματα στα οποία δεν επιθυμούν την επέκταση της ειδικής πλειοψηφίας, αλλά τοποθετήθηκαν υπέρ της ομοφωνίας π.χ. στα θέματα φορολογίας (Βρετανία, Μάλτα, Κύπρος, Ιρλανδία, Εσθονία, Σλοβακία, Τσεχία, Λετονία), κοινωνικής ασφάλισης (Βρετανία, Δανία, Αυστρία, Σλοβακία), δικαστικής/ποινικής συνεργασίας (Βρετανία, Ιρλανδία, Αυστρία, Τσεχία), δημοσιονομικών προοπτικών (Ολλανδία, Εσθονία), ιδίων πόρων (Βρετανία, Ιρλανδία, Τσεχία, Εσθονία). Αλλες αντιπροσωπείες (Γαλλία, Βέλγιο, Ελλάδα, Λουξεμβούργο, Σλοβενία, Λετονία) εκφράστηκαν υπέρ των διατάξεων όπως αναφέρονται στο σχέδιο συντάγματος, ενώ η Ισπανία υποστήριξε να παραμείνουν οι σχετικές διατάξεις όπως αναφέρονται στη συνθήκη της Νίκαιας.

Δ. Σύνθεση Ευρωπαϊκής Επιτροπής: Η πλειοψηφία των αντιπροσωπειών τάχτηκε υπέρ της αρχής «ένας επίτροπος ανά Κράτος-Μέλος» και της εξίσωσης όλων των επιτρόπων (Αυστρία, Δανία, Ελλάδα, Ιρλανδία, Ισπανία, Λιθουανία, Εσθονία, Σλοβενία, Σλοβακία, Τσεχία, Πολωνία, Μάλτα, Κύπρος, Λετονία, Ουγγαρία, Φινλανδία). Ενας άλλος σημαντικός αριθμός είναι υπέρ δύο κατηγοριών επιτρόπων (κανονικοί και αναπληρωτές χωρίς ψήφο), σε συνδυασμό με σύστημα εναλλαγής, που αποτυπώνεται στο σχέδιο του ευρωσυντάγματος (Γαλλία, Γερμανία, Βρετανία, Ιταλία, Σουηδία, Πορτογαλία, Benelux).

Ε. Θέματα άμυνας: Σχετικά με τη διαρθρωμένη συνεργασία και τη ρήτρα αμοιβαίας συνδρομής. Εδώ φαίνεται να έχουν συμφωνήσει στο σημείο ότι το ΝΑΤΟ αποτελεί τη βάση και το φορέα συλλογικής ασφάλειας των κρατών-μελών της ΕΕ που είναι μέλη του. Ωστόσο εκφράστηκαν τέσσερις τάσεις α) Πολωνία, Εσθονία, Λετονία υπογράμμισαν την ανάγκη να μην υπονομευθεί ο ρόλος του ΝΑΤΟ μέσω των μορφών στενότερης συνεργασίας που προβλέπει το σχέδιο συντάγματος. β) Φινλανδία και Σουηδία εξέφρασαν σκεπτικισμό ως προς την αποτελεσματικότητα της ρήτρας αμοιβαίας άμυνας, δεδομένων των περιορισμένων στρατιωτικών δυνατοτήτων. γ) Αυστρία, Τσεχία, Ιρλανδία εξέφρασαν ανησυχία για την πιθανότητα αποκλεισμού από τις προβλεπόμενες μορφές συνεργασίας που αναφέρονται στο σχέδιο του συντάγματος. δ) Γαλλία, Γερμανία, Βέλγιο, Ελλάδα, Ισπανία, Λουξεμβούργο τάχθηκαν υπέρ των άρθρων του σχεδίου συντάγματος που αναφέρονται στην άμυνα.

ΣΤ. Δικαστικές και εσωτερικές Υποθέσεις: Σχετικά με τις αρμοδιότητες του Ευρωπαίου εισαγγελέα και τα εγκλήματα που επηρεάζουν τα οικονομικά συμφέροντα της ΕΕ και την επέκταση των αρμοδιοτήτων του.

Ζ. Τουρισμός: Αν θα συμπεριληφθεί ή όχι ο τουρισμός στους τομείς υποστηρικτικής, συντονιστικής ή συμπληρωματικής δράσης. Στο αντίστοιχο άρθρο (Ι-16) του σχεδίου του ευρωσυντάγματος, συμπεριλαμβάνονται η βιομηχανία, η υγεία, η παιδεία, ο πολιτισμός, ο αθλητισμός, η νεολαία, η πολιτική προστασία. Την ένταξη και του τουρισμού υποστήριξαν οι Ελλάδα, Κύπρος, Μάλτα, Πορτογαλία, Λετονία

Αν και ο Ιταλός Πρωθυπουργός και προεδρεύων στο δεύτερο εξάμηνο του 2003 Μπερλουσκόνι, τόσο σε δηλώσεις του στον τύπο όσο και στο Ευρωκοινοβούλιο, είπε ότι η Ιταλική προεδρία πέτυχε συμφωνία σε 82 θέματα, ωστόσο αρκετοί αρχηγοί κρατών-μελών, υποστήριξαν ότι όλα είναι ανοιχτά και θα τα διαχειριστεί η Ιρλανδική Προεδρία στο πρώτο εξάμηνο του 2004, η οποία θα φέρει κείμενο στην εαρινή σύνοδο κορυφής το Μάρτη του 2004.

Χαρακτηριστικές για το αποτέλεσμα της συζήτησης της Συνταγματικής Συνθήκης (ευρωσύνταγμα) είναι οι δηλώσεις ορισμένων αρχηγών κρατών-μελών. Ο Βρετανός πρωθυπουργός Τόνυ Μπλερ ισχυρίστηκε κατά την ενημέρωση της Βουλής των Κοινοτήτων, ότι είχε σχεδόν επιτευχθεί συμφωνία επί 82 θεμάτων, προσθέτοντας ότι τίποτα δεν έχει συμφωνηθεί εάν όλα δεν έχουν συμφωνηθεί. Αναφέρθηκε εν τούτοις σε συμφωνημένο κείμενο που αφορά στα θέματα άμυνας. Ο Αυστριακός Καγκελάριος Schuessel σχολίασε ότι, παρά την αποτυχία υιοθέτησης του ευρωσυντάγματος, προέκυψαν σημαντικές βελτιώσεις για τη χώρα του, όπως η ρύθμιση της εναλλασσόμενης Προεδρίας του Συμβουλίου, η αρχή ένας επίτροπος ανά κράτος-μέλος καθώς και η συμφωνία επί του θέματος της αμοιβαίας αμυντικής συνδρομής. Ο Φινλανδός πρωθυπουργός Venhanen δήλωσε ότι όλα τα θέματα της ΔΔ παραμένουν ανοιχτά, αναγνωρίζοντας ωστόσο ότι έγινε δεκτή από τη χώρα του η αναδιατύπωση της διάταξης για την αμοιβαία αμυντική συνδρομή. Ο Γερμανός υφυπουργός εξωτερικών Scharioth, κατά την ενημέρωση των πρεσβειών, είπε ότι υπήρξε συναίνεση σε πολλά θέματα, τονίζοντας κυρίως το θέμα της άμυνας και προέβλεψε ότι όταν επιλυθεί και το θέμα του ορισμού της ειδικής πλειοψηφίας, το σύνολο των θεμάτων θα κλείσει ως πακέτο. Ο υπουργός εξωτερικών της Ουγγαρίας Kovacς εξέφρασε την άποψη ότι, παρά την αποτυχία υιοθέτησης του Συντάγματος, υπάρχει συναίνεση σε περισσότερο από 90% των θεμάτων της ΔΔ και ότι στην πραγματικότητα το μόνο άλυτο είναι αυτό του ορισμού της ειδικής πλειοψηφίας. Αλλά ο πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Πρόντι ανέφερε στην ολομέλεια του ευρωκοινοβουλίου (Δεκέμβρης 2003) ότι η αναφορά σε ορισμένα αποτελέσματα ως κεκτημένο θα μπορούσε να οδηγήσει σε απώλεια όλης της εργασίας που σημειώθηκε στη ΔΔ και ότι δεν υπάρχει συναίνεση ή συνολική αποδοχή από την πλευρά κανενός, επαναλαμβάνοντας ότι τίποτε δεν είναι συμφωνημένο αν δεν συμφωνηθούν όλα και ζήτησε να αναγνωριστούν τα προβλήματα που είναι ακόμη υπό διαπραγμάτευση.

 

ΥΠΕΡΙΣΧΥΣΑΝ ΟΙ ΑΝΤΙΘΕΣΕΙΣ

Από τα παραπάνω προκύπτει ότι οι ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις στην ΕΕ υπερίσχυσαν. Βέβαια οι αντιθέσεις που εκδηλώνονται δεν αναιρούν την ουσία της ευρωενωσιακής πολιτικής και δεν αφορούν την υπεράσπιση των λαϊκών συμφερόντων. Εκφράζονται ως αντιθέσεις μεταξύ ισχυρών και λιγότερο ισχυρών χωρών, μεταξύ των εκπροσώπων των αρχουσών τάξεων ενός ιμπεριαλιστικού συνασπισμού, όπως είναι η ΕΕ, για το ποιος θα έχει περισσότερη ισχύ για την προώθηση των συμφερόντων της δικής του πλουτοκρατίας και των συμμαχιών που έχει συγκροτήσει. Ομονοούν ωστόσο στο κύριο μέλημά τους, που είναι η αύξηση των καπιταλιστικών κερδών και το αλυσόδεμα των λαών με μια νέα συνθήκη.

Πιο ειδικά οι αντιθέσεις που εκδηλώθηκαν στη σύνοδο κορυφής του Δεκέμβρη 2003 οφείλονται κύρια στην επιμονή των πιο ισχυρών - του γαλλογερμανικού άξονα - για την προώθηση του «σκληρού πυρήνα» και την προσπάθεια άλλων χωρών (κυρίως Ισπανία-Πολωνία) να εξασφαλίσουν πιο ενεργό ρόλο, φυσικά για την υπεράσπιση των συμφερόντων της δικής τους αστικής τάξης και των συμμαχιών που έχουν με άλλα ιμπεριαλιστικά κέντρα (ΗΠΑ).

Ο ανταγωνισμός μεταξύ ΗΠΑ και Γαλλίας-Γερμανίας έχει οξυνθεί. Εκδηλώθηκε έντονα στον πόλεμο του Ιράκ και συνεχίζεται με τη μοιρασιά της πίττας στα συμβόλαια ανοικοδόμησης και τον αποκλεισμό των μεγάλων ευρωπαϊκών μεγαλοεταιριών από αυτές τις χώρες. Ο ανταγωνισμός αυτός εκφράζεται και ενδοκοινοτικά, αφού τα συμφέροντα της αστικής τάξης ορισμένων χωρών, σε αυτή τη φάση βρίσκονται στη συνεργασία με τις ΗΠΑ και σε απόκλιση από το γαλλογερμανικό άξονα.

Σε αυτό οφείλεται η επιμονή της Πολωνίας και της Ισπανίας να παραμείνει η στάθμιση των ψήφων, όπως όριζε η Συνθήκη της Νίκαιας και η άρνησή τους για την προτεινόμενη διπλή πλειοψηφία του σχεδίου ευρωσυντάγματος.

Στις πιέσεις Ισπανίας και Πολωνίας δεν υποχώρησαν στο ελάχιστο οι Γαλλογερμανοί δείχνοντας την αποφασιστικότητά τους να προχωρήσουν όσο το δυνατό πιο γρήγορα στην παραπέρα ανάπτυξη του σκληρού πυρήνα. Σε αυτή την κατεύθυνση κινήθηκαν και οι δηλώσεις που ακολούθησαν, π.χ. ο Σιράκ εξέφρασε την ελπίδα να δει μια μικρότερη ομάδα χωρών να συνεργάζεται όλο και πιο στενά τονίζοντας πως «η εξέλιξη αυτή θα δώσει μια προωθητική ισχύ που θα επιτρέψει στην Ευρώπη να προχωρήσει ταχύτερα και καλύτερα»[4]. Στο ίδιο πνεύμα και ο Γερμανός καγκελάριος Σρέντερ δήλωσε ότι «αν δεν βρούμε μια ομόφωνα αποδεκτή λύση στο προσεχές μέλλον τότε θα προκύψει μία Ευρώπη δύο ταχυτήτων»[5], ενώ ο Γερμανός Υπουργός Εξωτερικών Γιόσκα Φίσερ διευκρίνισε στο περιοδικό «Der Spiegel» λίγο πριν τα Χριστούγεννα ότι «θα υπάρχουν μάλλον περισσότεροι σκληροί πυρήνες, πολλές ταχύτητες με μία ομάδα χωρών που θα είναι μέσα σε όλα, με κάποιο τρόπο ένας πυρήνας μέσα στον πυρήνα»[6].

Τις αντιρρήσεις της σε μια τέτια εξέλιξη εξέφρασε η Ιταλία. Μάλιστα ο Ιταλός Υπουργός Εξωτερικών Φράνκο Φρατίνι δήλωσε στη Γερουσία ότι η χώρα του «είναι αντίθετη σε κάθε ιδέα μιας Ευρώπης δύο ταχυτήτων και απορρίπτει την ιδέα ενός διευθυντηρίου, ενός πυρήνα διάσπασης που θα έθετε σε κίνδυνο την ευρωπαϊκή ενότητα»[7].

Στις εκδηλούμενες ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις η ελληνική κυβέρνηση τοποθετήθηκε υπέρ του γαλλογερμανικού άξονα.

Το ΚΚΕ θεωρεί ότι ανεξάρτητα της πορείας της ΔΔ και των αντιθέσεων δε θα πρέπει να υπάρχει κανένας εφησυχασμός για τους λαούς και καμία αυταπάτη για το αντιδραστικό και κατασταλτικό περιεχόμενο της Συνταγματικής Συνθήκης, το στόχο που εξυπηρετεί και τις βαριές συνέπειες στα κοινωνικοπολιτικά λαϊκά δικαιώματα και ατομικές ελευθερίες. Αντίθετα οι λαοί πρέπει να αξιοποιήσουν τις καθυστερήσεις στην έγκριση της Συνθήκης και με τους αγώνες τους να την ακυρώσουν στην πράξη.

 

ΔΙΕΥΡΥΝΣΗ ΚΑΙ ΕΥΡΩΣΥΝΤΑΓΜΑ

Η Συνταγματική Συνθήκη συνδέεται στενά με τη διεύρυνση και προωθήθηκε στο όνομά της. Στην παρουσίαση του προγράμματος της Ιρλανδικής προεδρίας -Ευρωκοινοβούλιο 14.1.2004- ο Ιρλανδός πρωθυπουργός είπε ότι θα πράξει ό,τι είναι δυνατό για την εξεύρεση συναίνεσης, προκειμένου να προωθήσει την ταχεία ολοκλήρωση της ΔΔ και ότι ήδη έχει ξεκινήσει διαβουλεύσεις. Υποστήριξε ότι η ιρλανδική προεδρία ξεκινά με 15 μέλη και θα ολοκληρωθεί με 25 και ότι θα καταβληθούν όσο το δυνατό μεγαλύτερες προσπάθειες για την πλήρη ενσωμάτωση αυτών των κρατών.

Ο πρόεδρος της κομισιόν Πρόντι εξέφρασε τη γνώμη ότι αυτό το εξάμηνο θα ολοκληρωθεί η διεύρυνση και θα επιφέρει σημαντικές αλλαγές στο εσωτερικό των θεσμικών οργάνων της Ενωσης. Ηδη προχωρούν οι προετοιμασίες για την εσωτερική οργάνωση της Επιτροπής. Παράλληλα εντείνονται οι διαβουλεύσεις με τις κυβερνήσεις των νέων κρατών για τον ορισμό των νέων επιτρόπων. Γι’ αυτό ζήτησε να γίνουν βήματα προόδου από την Ιρλανδική προεδρία, όσον αφορά τη Συνταγματική Συνθήκη και τη στρατηγική ανάπτυξης[8].

Από αστούς δημοσιολόγους υπάρχει προβληματισμός για τη διεύρυνση και τις αντιθέσεις που οξύνονται. Βλέπουν το φως της δημοσιότητας σχετικά βιβλία και άρθρα με πιο χαρακτηριστικό το βιβλίο των Κρίστοφερ Μπούκερ και Richard North (δημοσιογράφου της International Herald Tribune) με τίτλο «Η μεγάλη πλάνη: η μυστική ιστορία της ΕΕ» που κυκλοφόρησε τον Ιούνη 2003. Σε αυτό περιγράφονται τρεις αιτίες (ενιαίο νόμισμα, σύνταγμα, διεύρυνση) πιθανής κατάρρευσης της ΕΕ. Πιο ειδικά για τη διεύρυνση ο Richard North υποστηρίζει σε άρθρο του με τίτλο «Μπορεί και να οδηγήσει σε διάλυση της ΕΕ»[9], τα εξής: «Αυτές οι δέκα χώρες θα δημιουργήσουν πιέσεις στο εσωτερικό της ΕΕ, που θα διχάσουν την Ευρώπη ανάμεσα στο -κατά Ράμσφελντ- «παλαιό» και «νέο» τμήμα της. Ακόμη και χωρίς την αντιπαράθεση στη διάσκεψη κορυφής της ΕΕ στις Βρυξέλλες το Δεκέμβριο 2003, όταν κατάρρευσαν οι διαπραγματεύσεις για το Σύνταγμα, φαίνεται να δικαιωνόμαστε... Η διεύρυνση ανέκαθεν αναμενόταν να προκαλέσει προβλήματα, εκχωρώντας στα νέα μέλη 25% των αγροτικών επιδοτήσεων και περιορίζοντας την ελεύθερη διακίνηση των πολιτών, με αποτέλεσμα την υποβάθμιση των νέων μελών σε καθεστώς β΄ κατηγορίας. Αν ωστόσο -πέρα από κάθε προσδοκία- προχωρήσει το Σύνταγμα, θα είναι σαν να σφραγίζει κανείς τη βαλβίδα ασφαλείας σε χύτρα ταχύτητας. Η έκρηξη μπορεί να καθυστερήσει λίγο, αλλά θα είναι ισχυρή, αφήνοντας πίσω της, όπως γράφουμε στο βιβλίο μας, «μία έρημο από την οποία θα χρειασθούν πολλά χρόνια για να εξέλθουν οι λαοί της Ευρώπης»».

Αλλά και ο πρώην Καγκελάριος της Γερμανίας Χέλμουτ Σμιτ, στο βιβλίο του «Η ΑΥΤΟΔΥΝΑΜΙΑ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ - Προοπτικές για τον 21ο αιώνα»[10], εκφράζει τις αντιθέσεις και τις ανησυχίες του ότι «η διεύρυνση της ΕΕ ενδέχεται να θέσει σε σημαντικό κίνδυνο την ικανότητα λειτουργίας της», υποστηρίζοντας ουσιαστικά την προτεραιότητα της εμβάθυνσης. Χαρακτηριστικά στον πρόλογό του ο συγγραφέας αναφέρει «Από τη διάσκεψη και τη Συμφωνία του Μάαστριχτ το 1992, που έκανε δυνατή την εισαγωγή του ευρώ, έχουμε ένα πάγωμα της ολοκλήρωσης. Οι επόμενες Διασκέψεις στο Αμστερνταμ και στη Νίκαια το 2001 υπογράμμισαν, ωστόσο, τη βιαστική πρόσκληση σε άλλα δώδεκα ευρωπαϊκά κράτη να προσχωρήσουν στην ΕΕ. Αλλά στο Μάαστριχτ -και μέχρι σήμερα- οι κυβερνήσεις και οι αρχηγοί τους παρέλειψαν να μεταρρυθμίσουν τα θεσμικά όργανα και τις διαδικασίες της ΕΕ και να τα κάνουν έτσι ικανά να λειτουργούν εν όψει της προβλεπόμενης διεύρυνσής της. Τα θεσμικά όργανα ήταν πολύ χρήσιμα στις δεκαετίες του ’50 και του ’60 όσο τα κράτη-μέλη ήταν μόνο έξι. Αλλά στη δεκαετία του ’90, είμαστε πια δεκαπέντε κράτη-μέλη και τα θεσμικά όργανα και οι διαδικασίες λειτουργούν πλέον ελλειμματικά και για μια ΕΕ με 25 ή ακόμη και 27 κράτη-μέλη, με τη σημερινή της μορφή αυτά είναι σαφώς άχρηστα.

Οι αρχηγοί των κυβερνήσεων έχουν βαλτώσει σε μεγάλο βαθμό. Τώρα, για πρώτη φορά, μια «ειδική Συνέλευση» θα επεξεργαστεί προτάσεις για μία ακόμη Διάσκεψη κυβερνήσεων. Ενδιάμεσα, όμως, διεξάγεται ένθερμα μεταξύ των κυβερνήσεων μια συχνά μικροπρεπής διαμάχη για εθνικά πλεονεκτήματα. Κατά την άποψή μου, οι μεταρρυθμίσεις των θεσμικών οργάνων και των διαδικασιών πρέπει να τεθούν σε ισχύ πριν την ένταξη και άλλων κρατών. Διότι, αν δεν συμφωνούν μεταξύ τους 15 κυβερνήσεις και 15 κοινοβούλια, πόσο πιο δύσκολη θα είναι μια συμφωνία ανάμεσα σε 25 έως 27 κυβερνήσεις και κοινοβούλια»[11].

Φυσικά το θέμα της διεύρυνσης ήδη αξιοποιείται και θα αξιοποιηθεί και στο μέλλον σαν άλλοθι για να προωθηθούν ακόμα πιο αντιλαϊκά, αντεργατικά μέτρα για τη μεγαλύτερη κερδοφορία του κεφαλαίου. Τόσο ο πρόεδρος του Συνδέσμου Ελλήνων Βιομηχάνων (ΣΕΒ) όσο και πρόσφατη μελέτη του ΙΟΒΕ (Ιδρυμα Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών - ελέγχεται από το ΣΕΒ), αξιώνουν «την εξίσωση των δικαιωμάτων των Ελλήνων εργαζομένων με αυτά των εργαζομένων στις χώρες της Ανατολικής και Κεντρικής Ευρώπης (τα μεροκάματα είναι πολύ μικρότερα), επειδή αυτές οι χώρες πλέον είναι οι ανταγωνίστριες της χώρας μας»[12] και αυτό για να προσελκύσουν ξένες επενδύσεις και να παράγουν με χαμηλότερο κόστος προϊόντα!

Οσον αφορά τα δημοκρατικά δικαιώματα που υποτίθεται ότι κατοχυρώνει το ευρωσύνταγμα και γενικότερα ο περίφημος ευρωπαϊκός «νομικός πολιτισμός» χαρακτηριστική ήταν η δήλωση του αρμόδιου επιτρόπου της ΕΕ για τη διεύρυνση, Γκ. Φερχόιγκεν, στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ότι «αν ήμουνα πολίτης αυτών των χωρών (σ.σ. των Βαλτικών), λαμβάνοντας υπόψη αυτά που υπέφεραν, θα είχα ζητήσει την απαγόρευση των Κομμουνιστικών Κομμάτων». Αλλά ακόμη προκλητικότερη ήταν η γραπτή απάντηση του προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ρ. Πρόντι, στη διαμαρτυρία του ευρωβουλευτή του ΚΚΕ Στρατή Κόρακα, όπου αναφέρει: «Τα κριτήρια για την καταχώρηση πολιτικού κόμματος ή την απαγόρευσή του καθορίζονται με βάση το Σύνταγμα, τους νόμους και τις δικαστικές αποφάσεις καθενός από τα σημερινά και μελλοντικά κράτη-μέλη της ΕΕ. Σε καμιά περίπτωση δεν αποτέλεσε η απαγόρευση ενός Κομμουνιστικού Κόμματος σε μια προσχωρούσα χώρα αιτία ιδιαίτερου προβληματισμού ή επικρίσεων στο πλαίσιο των πολιτικών κριτηρίων που αναφέρονται παραπάνω».

 

Η ΘΕΣΗ ΤΟΥ ΚΚΕ ΓΙΑ ΤΗ ΔΙΕΥΡΥΝΣΗ ΚΑΙ ΤΟ ΕΥΡΩΣΥΝΤΑΓΜΑ

Το θέμα της διεύρυνσης δεν είναι απλό ζήτημα ούτε έχει τελειώσει. Το ΚΚΕ έχει τοποθετηθεί με απόφαση της ΚΕ[13]. Το κόμμα μας εκτιμά ότι με την ένταξη νέων κρατών-μελών στην ΕΕ, θα βαθύνει η ανισομετρία στο εσωτερικό της ευρωενωσιακής αγοράς. Η διαδικασία ένταξής τους, δε σημαίνει ότι θα κλείσει επί της ουσίας τις ενδοκοινοτικές αντιθέσεις που αποτυπώνονται και στη συζήτηση για την προτεραιότητα μεταξύ διεύρυνσης-εμβάθυνσης. Το βέβαιο είναι ότι θα υπάρχουν εξελίξεις στο πώς διαμορφώνονται πυρήνες και τροχιές ασθενέστερων δορυφορικών εξαρτήσεων.

Το ευρωπαϊκό κεφάλαιο και σημαντικό τμήμα του πολιτικού κατεστημένου στην ΕΕ βλέπει στη διεύρυνση την ισχυροποίηση του κοινοτικού ιμπεριαλισμού, των θέσεών του στις αγορές της Κεντρικής και Ανατ. Ευρώπης, κυρίως στην αξιοποίησή τους για την ισχυροποίηση των θέσεών του στη Ρωσία, στην Παρευξείνια και Καυκάσια ζώνη. Ταυτόχρονα όμως η ένταξη νέων κρατών-μελών (Κ-Μ) οξύνει τα προβλήματα «συνοχής» στην ΕΕ και τις αντιθέσεις μεταξύ των πιο ισχυρών Κ-Μ. Με αυτή την έννοια η διεύρυνση αποτελεί μία αντιφατική διαδικασία.

Η προσχώρηση των νέων μελών θα σηματοδοτήσει νέα δεινά σε νέους λαούς από την εκμετάλλευση των ευρωπαϊκών μονοπωλίων, την ισχυροποίηση της ντόπιας αστικής τάξης και την εντεινόμενη καπιταλιστικοποίηση των χωρών τους, στο σημερινό δυσμενή για τους λαούς συσχετισμό δύναμης. Οι συνέπειες για τους λαούς των περισσοτέρων υπό ένταξη χωρών θα είναι πιο επώδυνες. Αφού οι οικονομίες των περισσότερων θα αντιμετωπίζουν τον καπιταλιστικό ανταγωνισμό από δυσμενέστερη θέση, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τους εργαζόμενους.

Η καπιταλιστική παλινδρόμηση στις περισσότερες από αυτές έφερε μεγάλη καταστροφή των παραγωγικών δυνάμεων. Αποτέλεσμα να βαθαίνει η ανισόμετρη θέση τους στο κοινοτικό ιμπεριαλιστικό σύστημα. Το σημαντικότερο όμως είναι ότι ο σχετικά πιο αδύναμος κρατικός μηχανισμός στις πρώην σοσιαλιστικές χώρες θα αξιοποιήσει τους κοινοτικούς μηχανισμούς για να ξεριζώσει κάθε κατάλοιπο της σοσιαλιστικής οικοδόμησης, που εκφράζεται ως εργατική κατάκτηση, δικαίωμα, συμμετοχή.

Σημαντικές θα είναι οι συνέπειες και για τους αγρότες με δεδομένο το σημαντικό μέγεθός τους και το μέγεθος της αγροτικής παραγωγής σε ορισμένες από αυτές χώρες. Οι όροι προσαρμογής των νέων Κ-Μ στην ΕΕ έχουν γίνει αντικείμενο διαπάλης μέσα σε αυτή, ανάλογα με τα συμφέροντα των πιο ισχυρών κρατών και τις συμμαχίες που διαμορφώνουν. Στην τάση επιδείνωσης των όρων προσαρμογής αντανακλώνται όλες αυτές οι αντιθέσεις, το νέο βάθεμα της ανισομετρίας στην ΕΕ, αλλά και η δυσμενέστερη θέση και δυνατότητα διαπραγμάτευσης πολλών από τα υπό ένταξη κράτη. Για παράδειγμα θα μπουν έχοντας στον αγροτικό τομέα όλες τις υποχρεώσεις, όπως χαμηλές ποσοστώσεις, πρόστιμα συνυπευθυνότητας, μείωση δασμών, εισφορές στον κοινοτικό προϋπολογισμό κ.ά. από την πρώτη χρονιά ένταξης. Με μειωμένα όμως δικαιώματα, στις γεωργικές ενισχύσεις. Την πρώτη χρονιά θα πάρουν το 25% και μετά από μια 10ετία το 2013 θα πάρουν ολόκληρες τις ενισχύσεις, όταν αυτές θα έχουν αποδεκατιστεί για όλους τους αγρότες της ΕΕ.

Το ΚΚΕ, συνεπές στην εκτίμησή του για την ιμπεριαλιστική φύση της ΕΕ, από την αρχή στάθηκε ενάντια στη διεύρυνση της ΕΕ, μη εξαιρουμένης και της Κύπρου. Από πολύ νωρίς μάλιστα εκτίμησε ότι θα χρησιμοποιούσαν την ενταξιακή διαδικασία σαν πρόσχημα για μια λύση σε βάρος της ενιαίας και ανεξάρτητης κρατικής υπόστασης της Κύπρου.

Τίθεται το ερώτημα «γιατί αυτές οι χώρες επέλεξαν να ενταχτούν με αυτούς τους δυσμενείς όρους στην ΕΕ;». Δε θα πρέπει να ξεχνάμε ότι αυτές οι χώρες είναι σήμερα καπιταλιστικές. Σχεδόν όλες είχαν ζήσει το σοσιαλιστικό σύστημα με κατακτήσεις στην εργασία, υγεία, παιδεία, πολιτισμό, στέγαση, πρόνοια. Κατακτήσεις που χάθηκαν χωρίς όμως να χαθεί η μνήμη τους. Οι καπιταλιστικές κυβερνήσεις που εκφράζουν τα συμφέροντα της νέας αστικής τάξης τους, θέλουν την πρόσδεση σε ένα ισχυρό καπιταλιστικό πόλο που είναι η ΕΕ, η λεγόμενη παλαιά Ευρώπη, για να εξασφαλίσουν την εξουσία τους. Ωστόσο δεν μπορούμε να αγνοήσουμε τα δημοψηφίσματα που έγιναν σε αυτές τις χώρες. Παρά τη μονόπλευρη καταιγιστική προπαγάνδα υπέρ της ΕΕ και τη λειψή έως ανύπαρκτη ενημέρωση για τους όρους ένταξης, ένα σημαντικό ποσοστό 40-50% δεν πήγε να ψηφίσει, ενώ ένα άλλο ποσοστό, στις Βαλτικές χώρες (περίπου 25-30%), στερήθηκε το δικαίωμα ψήφου! Πριν ακόμη ενταχτούν τα νέα κράτη, η λαϊκή δυσπιστία είναι μεγάλη, λόγω των συνεπειών που ήδη γεύονται οι λαοί και θα γευτούν πιο έντονα στο μέλλον.

 

Αναμφίβολα το θέμα του ευρωσυντάγματος και της διεύρυνσης θα είναι από τα κυρίαρχα του προεκλογικού αγώνα των ευρωεκλογών. Θα είναι όμως και κριτήριο για το ποιο κόμμα ενημερώνει, λέει την αλήθεια στο λαό, προειδοποιεί για τις συνέπειες στην εργατική τάξη και τα λαϊκά στρώματα, προτείνει λύσεις διεξόδου σε όφελος των εργαζομένων.

Το ΚΚΕ έγκαιρα και καθαρά τοποθετήθηκε στο ελληνικό και ευρωπαϊκό κοινοβούλιο, ενημέρωσε τον ελληνικό λαό οργανώνοντας συζητήσεις και εκδηλώσεις-ημερίδες, έδωσε στη δημοσιότητα τη θέση του και την τεκμηρίωσε.

Το ΚΚΕ θεωρεί ότι αυτό που αποκαλείται Σύνταγμα της ΕΕ δεν είναι τίποτα άλλο παρά μια νέα αντιδραστική συνθήκη που ενσωματώνει όλες τις προηγούμενες, προωθεί και νέες ρυθμίσεις κάνοντας τα πράγματα ακόμη χειρότερα για τους εργαζόμενους στην Ευρώπη, ενώ οι λαοί των νέων κρατών-μελών μπαίνουν με όρους ακόμη δυσμενέστερους.

Γι’ αυτούς τους λόγους η ευρωκοινοβουλευτική ομάδα του ΚΚΕ στο ευρωκοινοβούλιο καταψήφισε τη Συνταγματική Συνθήκη, ενώ οι ευρωβουλευτές του ΠΑΣΟΚ, της ΝΔ και ο ένας από τους δύο ευρωβουλευτές του ΣΥΝ (Παπαγιαννάκης) ψήφισαν υπέρ. Ο άλλος ευρωβουλευτής του ΣΥΝ (Αλαβάνος), όπως και του ΔΗΚΚΙ ψήφισαν λευκό. Δηλαδή ούτε καλό ούτε κακό το ευρωσύνταγμα!

Το ΚΚΕ θεωρεί αποπροσανατολιστική τη θέση που λέει «ναι» στο ευρωσύνταγμα, αλλά «όχι» στο συγκεκριμένο. Οποιαδήποτε άλλη παραλλαγή κι αν υπάρξει δε θα αλλάζει την ουσία του. Προοδευτικό ευρωσύνταγμα δεν μπορεί να υπάρξει, όπως δεν μπορεί να υπάρξει προοδευτικό Μάαστριχτ.

Οι ευρωεκλογές θα είναι μια ευκαιρία πλατιάς εκλαΐκευσης των θέσεων του ΚΚΕ για τη διεύρυνση, το Ευρωσύνταγμα, για τον αντιδραστικό χαρακτήρα της ΕΕ. Μια ευκαιρία για τις λαϊκές δυνάμεις να εκφράσουν την αντίθεσή τους στις αντιλαϊκές πολιτικές που συναποφασίζονται από τους εκπροσώπους των αρχουσών καπιταλιστικών τάξεων στις Βρυξέλλες.

 


Η Διαμάντω Μανωλάκου είναι μέλος της ΚΕ του ΚΚΕ, υπεύθυνη του Τμήματος Ευρωπαϊκής Πολιτικής.

[1] Η σύνθεση της «Συντακτικής Συνέλευσης» ήταν τέτοια, ώστε να αποκλειστούν από το ξεκίνημά της κιόλας, ενοχλητικές φωνές, που θα υποστήριζαν λαϊκά συμφέροντα. Από τα 207 τακτικά μέλη και παρατηρητές, περίπου 10 μόνο ήταν ενάντια στην ομοσπονδιοποίηση της ΕΕ και κανείς εναντίον του Μάαστριχτ και του πολέμου της Γιουγκοσλαβίας. Από την Ελλάδα ορίστηκαν αντιπρόσωποι από ΠΑΣΟΚ, ΝΔ και ΣΥΝ, όχι όμως και από το ΚΚΕ που είναι το τρίτο κόμμα στη Βουλή και οι απόψεις και αγώνες του θεωρούνται ενοχλητικοί.

[2] Ο πρόεδρος της Γαλλίας Ζακ Σιράκ δήλωσε «δεν έχουμε κρίση με «Κ» κεφαλαίο, ωστόσο είναι γεγονός ότι η 46χρονη ΕΕ πρώτη φορά είδε σύνοδο και μάλιστα τόσο σημαντική για το μέλλον της, να καταλήγει σε ναυάγιο με «Ν» κεφαλαίο» (ΕΘΝΟΣ 15.12.2003).

[3] Σύμφωνα με τον ορισμό της ειδικής πλειοψηφίας στο άρθρο Ι-24 του σχεδίου του ευρωσυντάγματος, «η εν λόγω πλειοψηφία ορίζεται ως η πλειοψηφία των κρατών-μελών, τα οποία αντιπροσωπεύουν τα τρία πέμπτα του πληθυσμού της Ενωσης». Αυτό σημαίνει ότι τρεις μεγάλες πληθυσμιακά χώρες και μία μικρότερη μπορούν να πάρουν αποφάσεις. Είναι ο σκληρός πυρήνας την κατανομή των ψήφων.

[4] «ΗΜΕΡΗΣΙΑ», 15.12.2003.

[5] «ΤΑ ΝΕΑ», 15.12.2003.

[6] «ΑΥΓΗ», 16.1.2004.

[7] «ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ», 23.1.2004.

[8] Επισκόπηση Ευρωκοινοβουλίου, 12-15/1/2004, σελ. 4-5.

[9] «ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ» 16.1.2004.

[10] Χέλμουτ Σμιτ «Η ΑΥΤΟΔΥΝΑΜΙΑ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ - Προοπτικές για τον 21ο αιώνα». Εκδόσεις Παπαζήση, ΑΘΗΝΑ 2003.

[11] Χέλμουτ Σμιτ: «Η ΑΥΤΟΔΥΝΑΜΙΑ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ - Προοπτικές για τον 21ο αιώνα». Εκδόσεις Παπαζήση, ΑΘΗΝΑ 2003, σελ. 26-27.

[12] «ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ», 22.1.2004.

[13] «ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ», 14.1.2003, ένθετο, σελ. 5-7.