Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΕΝΤΑΓΜΕΝΗ ΣΤΗΝ ΕΕ - ΠΡΟΟΠΤΙΚΗ ΚΑΙ ΑΝΤΙΘΕΣΕΙΣ

Εν όψει των ευρωεκλογών, εντείνεται η συζήτηση και ο προβληματισμός γύρω από τα ερωτήματα:

- Ωφελήθηκε η ελληνική οικονομία από την ένταξή της στην ΕΕ και στη ζώνη του Ευρώ;

- Ποια είναι ακριβώς η θέση της ελληνικής οικονομίας μέσα στην ΕΕ;

- Η ένταξη της ελληνικής οικονομίας αποτελεί μονόδρομο τόσο για το κεφάλαιο όσο και για τους εργαζόμενους;

- Υπάρχει δυνατότητα να ακολουθηθεί ένας φιλολαϊκός δρόμος εντός των ευρωενωσιακών τειχών;

Προκειμένου ν’ απαντήσουμε σε αυτά τα ερωτήματα, είναι αναγκαίο να διερευνήσουμε τις εξελίξεις και τάσεις που διαμορφώνονται κατά τα τελευταία 5-10 έτη για τα βασικά οικονομικά μεγέθη και να τα ερμηνεύσουμε από τη σκοπιά των ταξικών συμφερόντων.

 

ΟΙ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΣΥΓΚΡΙΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΕ

Οι μακροοικονομικοί δείκτες των δυο τελευταίων ετών δείχνουν την ελληνική οικονομία σε διαφορετική φάση του οικονομικού κύκλου (ακριβέστερα του κύκλου της κρίσης για κάθε καπιταλιστική οικονομία) σε σχέση με το σύνολο της ΕΕ των 15 κρατών-μελών της και ειδικότερα του σκληρού οικονομικού πυρήνα της.

Σύμφωνα με τις πιο πρόσφατες κυβερνητικές εκτιμήσεις[1] η αύξηση του ΑΕΠ στην Ελλάδα το 2003 ήταν 4,2% συγκριτικά με το 2002, ενώ στην ευρωζώνη, κατά τις εκτιμήσεις της Eurostat, ήταν 0,4% και στην ΕΕ-15 0,7%. Δηλαδή η ελληνική οικονομία εξακολούθησε να βρίσκεται στην ανοδική φάση του κύκλου ενώ η οικονομία της ευρωζώνης τυπικά σε στασιμότητα και πραγματικά σε συρρίκνωση. Αρνητικοί ρυθμοί μεταβολής του ΑΕΠ χαρακτήρισαν τις οικονομίες της Ολλανδίας   (-0,8%), της Πορτογαλίας (-1%), της Γερμανίας (-0,1%), μηδενικοί ρυθμοί τις οικονομίες της Ιρλανδίας και της Ιταλίας.

Από τα πιο χαρακτηριστικά στοιχεία της κρίσης στην ευρωζώνη είναι η κατά 0,8% μείωση των ιδιωτικών επενδύσεων κατά το τέταρτο τρίμηνο του 2003, η πολύ μικρή αύξηση της κατανάλωσης των νοικοκυριών κατά 0,7%. Αντιθέτως η μικρή αύξηση των δημοσίων δαπανών στην ευρωζώνη κατά το τελευταίο τρίμηνο του 2003 κατά 2,3%, είναι αυτή που συγκράτησε και την τυπική εκδήλωση της συρρίκνωσης του Ακαθάριστου Προϊόντος σ’ αυτήν.

Οσον αφορά την αυξητική μεταβολή του ΑΕΠ στην Ελλάδα, ο ρυθμός της ήταν από τους μεγαλύτερους παγκοσμίως και υπερδιπλάσιος του μέσου ρυθμού αύξησης (2,0% κατά το 2003) για τις οικονομίες του ΟΟΣΑ.

Σύμφωνα με τα τελευταία επίσημα ανακοινωθέντα στοιχεία της προηγούμενης κυβέρνησης[2], το κατά κεφαλήν ΑΕΠ στην Ελλάδα έφθασε τα 18.000 δολάρια ΗΠΑ (με σχέση 1 ευρώ προς 1,3 δολάρια), η συνολική αύξηση του ΑΕΠ ήταν 40% την περίοδο 1993-2003 και 18% κατά την τετραετία 2000-2003.

Μια διαχρονικότερη εξέλιξη του κατά κεφαλήν ΑΕΠ μετρούμενη σε μονάδες ισοδύναμης αγοραστικής δύναμης (PPS, ΕΕ-15=100), δίνει το κατά κεφαλήν ΑΕΠ της Ελλάδας να εξελίσσεται από 64,8% του κατά κεφαλήν ΑΕΠ της ΕΕ-15 (με 99,3% του κατά κεφαλήν ΑΕΠ της ΕΕ-12) το 1996, σε 73,5% (και 98% της ΕΕ-12) το 2003[3].

Αλλά και η διαχρονικότερη μέτρηση της μεταβολής του όγκου του ΑΕΠ σε σταθερές τιμές του 1995 δίνει για την Ελλάδα σταθερά μεγαλύτερο ρυθμό εκείνου της ΕΕ-12 για όλα τα έτη της χρονικής περιόδου 1996-2003.

Τη συγκριτική βελτίωση της ελληνικής οικονομίας μέσα στην ευρωζώνη, την αποκαλούμενη ως «πορεία σύγκλισης», κατά την περίοδο 1995-2003, δείχνει και η εξέλιξη της παραγωγικότητας (ΑΕΠ σε μονάδες ισοδύναμης αγοραστικής δύναμης, PPS/αριθμό εργαζομένων): Με βάση σύγκρισης (100) τον μέσο όρο της παραγωγικότητας στην ΕΕ-15, το 1996 στην Ελλάδα ήταν 78,2 (στην ΕΕ-12: 102,7) ενώ το 2003 στην Ελλάδα ήταν 86 (στην ΕΕ-12: 101,2)[4].

Ο ρυθμός μεταβολής της παραγωγικότητας στην Ελλάδα κατά 3,3% το 2003 σε σχέση με το 2002 καταγράφεται μεταξύ των 6 μεγαλύτερων παγκοσμίως και πολύ μεγαλύτερος εκείνου της ΕΕ-15 (1,2%).

Στη βάση των παραπάνω οικονομικών εξελίξεων, η προηγούμενη κυβέρνηση, του ΠΑΣΟΚ, υπερασπίσθηκε την μακρο-οικονομική πολιτική της. Είναι δε βέβαιον ότι το ΠΑΣΟΚ θα αξιοποιήσει αυτά τα στοιχεία για να υπερασπισθεί εν όψει των ευρωβουλευτικών εκλογών δυο βασικές του θέσεις: α) Την ωφέλεια της ελληνικής οικονομίας από τη στρατηγικής σημασίας επιλογή ένταξης της Ελλάδας στην ευρωζώνη. β) Την αποτελεσματικότητα της μακροοικονομικής πολιτικής του ΠΑΣΟΚ.

Βεβαίως τόσο το ΠΑΣΟΚ όσο και η ΝΔ όταν υπερασπίζονται την αποτελεσματικότητα της μίας ή άλλης διαχειριστικής πολιτικής εντός των ευρωκοινοτικών τειχών, θεωρώντας την ένταξη ως εθνικής σημασίας επιλογή, συνειδητά αποφεύγουν να διαχωρίσουν σε ταξική βάση τα οφέλη και τις αρνητικές συνέπειες. Η αλήθεια είναι ότι η ένταξη στην ΟΝΕ συνέβαλε εξαιρετικά στη μεγέθυνση και ισχυροποίηση του πιο δυναμικού τμήματος του ελληνικού κεφαλαίου.

Το 2003 αποδείχτηκε χρυσοφόρο. Σύμφωνα με την ανάλυση της Magna Trust ΑΧΕΠΕΥ των στοιχείων των ισολογισμών των εισηγμένων εταιρειών, η αύξηση της κερδοφορίας σε ενοποιημένο επίπεδο ήταν 35,8%, με προ φόρων κέρδη 7 δισ. ευρώ, ενώ ο κύκλος εργασιών τους αυξήθηκε κατά 10,6% (ξεπερνώντας τα 58 δισ. ευρώ). Το μεγαλύτερο ποσοστό αύξησης της κερδοφορίας εμφανίσθηκε στις Τράπεζες (51% σε σύγκριση με το 2002)[5]. Ακόμη και κορυφαία τραπεζικά στελέχη δεν έκρυβαν την έκπληξή τους για το ύψος της κερδοφορίας!

Πάνω από το 65% των κερδών είναι συγκεντρωμένο στην εξής εικοσάδα κολοσσών: ΔΕΗ, ΕΛ.ΠΕ, ΟΤΕ, Cosmote, Εθνική, Εμπορική, ΤΙΤΑΝ, Vodafon, 3Ε - Coca Cola, Τεχνική Ολυμπιακή, Ελληνική Τεχνοδομική, Ακτωρ, Motoroil, Intralot, Alphabank, Eurobank, Αγροτική, Πειραιώς, Ηρακλής, ΟΠΑΠ.

Με άλλα λόγια το μεγάλο όφελος συγκεντρώθηκε στο πιο μεγάλο κεφάλαιο, το οποίο άλλωστε μεγεθύνθηκε μέσω των κυβερνητικών και κοινοτικών πολιτικών, τις ενισχύσεις των ΚΠΣ, τις χρηματοδοτήσεις της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων, συνολικότερα του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων, τις ευνοϊκές φοροαπαλλαγές και άλλα κίνητρα για εξαγορές και συγχωνεύσεις, για εισροές και εκροές άμεσων ξένων επενδύσεων.

Τα προεκλογικά προγράμματα της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ, θέλοντας το καθένα να λειτουργήσει ως το τραγούδι της Κίρκης για τους μικροεπιχειρηματίες και αυταπασχολούμενους, υπόσχονταν επέκταση των ευνοϊκών ρυθμίσεων, των κινήτρων για εξαγορές και συγχωνεύσεις και σ’ αυτά τα μεγέθη του κεφαλαίου. Βεβαίως θα ήταν πολύ αφελές να πιστέψει ο μεγαλύτερος αριθμός των μικροεπιχειρηματιών ότι θα τα βγάλει πέρα με την ένταση του καπιταλιστικού ανταγωνισμού, ότι θα κατακτήσει μια ζηλευτή θέση στα μερίδια της εγχώριας αγοράς και στα κέρδη.

Η νέα κυβέρνηση της ΝΔ, όπως και το ΠΑΣΟΚ ως αξιωματική αντιπολίτευση, θα υπηρετήσουν με συνέπεια κάθε πολιτική συγκεντροποίησης του κεφαλαίου, έντασης του καπιταλιστικού ανταγωνισμού. Από αυτή θα βγαίνουν καταστραμμένοι μικροεπιχειρηματίες, θα γεννιούνται νέοι και μόνο ένα πιο περιορισμένο τμήμα αυτοαπασχολούμενων και μικροεπιχειρηματιών θα κατορθώνει να επιβιώνει στις συνθήκες της ευρωενωσιακής αγοράς, των διμερών συμφωνιών της με άλλες περιφερειακές ενώσεις, των πολυμερών συμφωνιών της μέσω του ΠΟΕ, που σε κάθε περίπτωση εξασφαλίζουν τα συμφέροντα του μεγάλου βιομηχανικού κεφαλαίου.

Η συγκεντροποίηση της παραγωγής και του κεφαλαίου είναι νομοτέλεια της καπιταλιστικής εξέλιξης, την οποία δεν παρακολουθεί αδιάφορα η εξουσία, αλλά παρεμβαίνει στο ρυθμό επιτάχυνσής της με την εκάστοτε ασκούμενη πολιτική.

Η συγκεντροποίηση της παραγωγής και του κεφαλαίου στην Ελλάδα βρίσκεται σε σταθερή πορεία, όπως δείχνουν συγκρίσιμα στοιχεία των εξελίξεων στην Μεταποίηση (για επιχειρήσεις με προσωπικό άνω των 10 απασχολουμένων) για την χρονική περίοδο 1994-2000. Σ’ αυτό το διάστημα ο αριθμός των μονάδων στη Μεταποίηση μειώθηκε κατά 15,6%, η προστιθέμενη αξία αυξήθηκε κατά 61,2%, οι πωλήσεις αυξήθηκαν κατά 71,93%, ενώ η απασχόληση μειώθηκε κατά 10,5%[6].

Οι μισθωτοί (με μισθό ή ημερομίσθιο) είναι η μόνη κατηγορία ως ποσοστό του συνόλου των απασχολουμένων που εμφάνισε σταθερή αύξηση (το μεγαλύτερο μέρος απορροφήθηκε από τον τριτογενή τομέα) κατά την πενταετία 1998-2002. Αυξήθηκαν κατά 123.700 άτομα ή 5,5% συγκριτικά με τους μισθωτούς το 1998 και έφθασαν το 2002 τα 2.356.600 άτομα ή 59,8% των απασχολουμένων[7] (3.939.600 άτομα το 2002, μειωμένο κατά 12.900 άτομα ή 0,33% σε σύγκριση με τους απασχολούμενους το 1998).

Σημαντική μείωση είχε ο αριθμός των βοηθών στην οικογενειακή επιχείρηση κατά 113.900 άτομα ή κατά 26,45% το 2002/1998, φθάνοντας τα 316.800 άτομα και 8% των απασχολουμένων (από 430.700 και 10,9% αντιστοίχως το 1998).

Οι αυτοαπασχολούμενοι χωρίς προσωπικό μειώθηκαν κατά 31.200 άτομα ή 3,1% το 2002/1998, φθάνοντας τα 967.900 άτομα ή 24,57% του συνόλου των απασχολουμένων (από 999.100 άτομα και 25,28% το 1998).

Μικρή απόλυτη άνοδο παρουσίασαν οι αυτοαπασχολούμενοι με προσωπικό κατά 8.500 άτομα ή 2,93% το 2002/1998, φθάνοντας τα 298.200 άτομα ή το 7,57% του συνόλου των απασχολουμένων (από 289.700 και 7,33% το 1998).

Ακόμη, είναι αξιοσημείωτο ότι κατά το 2002 το 56% των αυτοαπασχολουμένων με προσωπικό συγκεντρώνεται στον τριτογενή τομέα (όπου εμφανίζεται ο μικρότερος βαθμός συγκέντρωσης του κεφαλαίου), το 28% στον δευτερογενή τομέα και μόνο το 16% στον πρωτογενή.

Η κατανομή των αυτοαπασχολουμένων χωρίς προσωπικό, το 2002, είναι η εξής: 48% στον τριτογενή τομέα, 13% στο δευτερογενή και 39% στον πρωτογενή τομέα.

Απασχολούμενοι ηλικίας 15 ετών και άνω, κατά κλάδο οικονομικής δραστηριότητας
και θέση στο επάγγελμα για τα έτη 1998 και 2002[8]
(σε χιλιάδες και ποσοστό επί των απασχολουμένων)

 

Πρωτογενής Τομέας σε χιλ.

Δευτερογενής Τομέας σε χιλ.

Τριτογενής Τομέας σε χιλ.

Σύνολο

 

 

 

 

 

σε χιλ.

%

 

1998

 

Αυτοαπασχολούμενοι με προσωπικό

40,4

 

92,1

 

157,3

 

289,7

7,33

 

Αυτοαπασχολούμενοι χωρίς προσωπικό

384,3

 

133,3

 

481,6

 

999,1

25,28

 

Μισθωτοί (με μισθό ή ημερομίσθιο)

29,6

 

640,0

 

1563,3

 

2232,9

54,3

 

Βοηθοί στην οικογενειακή επιχείρηση

250,3

 

48,8

 

131,7

 

430,7

10,9

 

ΣΥΝΟΛΟ

704,5

914,2

2333,9

3952,6

100

 

2002

Μεταβολή 2002/1998

 

σε χιλ

%

Αυτοαπασχολούμενοι με προσωπικό

46,7

 

83,6

 

168,0

 

298,2

7,57

+8,5

+2,93

Αυτοαπασχολούμενοι χωρίς προσωπικό

376,3

 

125,8

 

465,8

 

967,9

24,57

-31,2

-3,1

Μισθωτοί (με μισθό ή ημερομίσθιο)

28,5

 

642,4

 

1685,7

 

2356,6

59,8

+123,7

5,5

Βοηθοί στην οικογενειακή επιχείρηση

181,1

 

33,4

 

102,3

 

316,8

8,0

-113,9

-26,45

ΣΥΝΟΛΟ

632,6

885,2

2421,8

3939,5

100

-12,9

-0,33

                     

Πηγή στοιχείων: Ερευνες Εργατικού Δυναμικού: 1998-2002, ΕΣΥΕ.

Τα στοιχεία του Πίνακα δεν επαληθεύονται πλήρως στις αθροίσεις των συνόλων λόγω στρογγυλοποίησής τους.

Μελέτες και έρευνες για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, που χρησιμοποιούν ως κριτήριο κατάταξης το ύψος του κύκλου εργασιών, επιβεβαιώνουν ότι οι ΑΕ και οι ΕΠΕ δείχνουν ισχυρή τάση βιωσιμότητας σε αντίθεση με τις προσωπικές. Ερευνα της ICAP για την πενταετία 1997-2001 δίνει ότι ιδρύθηκαν 23.820 ΑΕ και ΕΠΕ και έκλεισαν 1.592 απ’ αυτές, δηλαδή το ποσοστό «θνησιμότητας» ήταν 6,7%. Αντιθέτως για τις νέες μικρομεσαίες επιχειρήσεις (με κύκλο εργασιών μέχρι 50 εκατ. ευρώ), έρευνα της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής Ελλάδας (ΟΚΕ) δίνει ποσοστό θνησιμότητας 50% στα 5-7 χρόνια από την ίδρυσή τους. Η ίδια έρευνα δίνει την εξής διαμόρφωση των μικρομεσαίων επιχειρήσεων: το 99,35% αυτών (δηλαδή 998.791 σε σύνολο 1.055.335 επιχειρήσεων) έχουν κύκλο εργασιών μέχρι 2 εκατ. ευρώ, το 0,55% έχουν κύκλο εργασιών 2,1-10 εκατ. ευρώ, και το υπόλοιπο 0,1% 10,1-50 εκατ. ευρώ. Στις επιχειρήσεις με κύκλο εργασιών μέχρι 2 εκατ. ευρώ, το 42,3% είναι συγκεντρωμένο στις Μεταφορές, το 27,8% στο Χονδρικό-Λιανικό Εμπόριο και μόλις το 9,6% στον Τουρισμό, το 8,1% στη Μεταποίηση, το 8% στις Κατασκευές και το 4,2% στις υπηρεσίες.

Κατάταξη μονάδων μικρομεσαίων επιχειρήσεων
με βάση τον κύκλο εργασιών[9] (σε ευρώ) και ως ποσοστό του αριθμού μονάδων

Κλάδος

ως 2 εκατ. ευρώ

% της κατηγορίας μονάδων

από 2 ως 10 εκατ. ευρώ

% της κατηγορίας μονάδων

από 10 ως 50 εκατ. ευρώ

% της κατηγορίας μονάδων

Σύνολο

% επί συνόλου μονάδων

Μεταποίηση

81426

8,1

1218

21,9

276

27,9

82920

8,3

Χονδρικό-λιανικό εμπόριο

 

277397

 

27,8

 

3129

 

56,3

 

486

 

49,1

 

281012

 

27,9

Ξενοδοχεία-Εστιατόρια

 

95961

 

9,6

 

210

 

3,8

 

22

 

2,2

 

96193

 

9,6

Μεταφορές

422373

42,3

372

6,7

78

7,9

422823

42,0

Παροχή υπηρεσιών

 

41803

 

4,2

 

153

 

2,8

 

33

 

3,3

 

41989

 

4,2

Κατασκευές

79831

8,0

473

8,5

94

9,5

80398

8,0

Σύνολο

998791

100,0

5555

100,0

989

100,0

1005335

100

Επομένως, και με το κριτήριο του κύκλου εργασιών και του μέσου χρόνου βιωσιμότητας επιβεβαιώνεται η συγκέντρωση, ο χαμηλότερος βαθμός της οποίας συναντάται στις Μεταφορές και στο Εμπόριο.

Το ΚΚΕ βλέπει το αντικειμενικό και προοδευτικό στοιχείο στην τάση να επεκτείνεται και να βαθαίνει η κοινωνικοποίηση της εργασίας, η κοινωνική παραγωγή. Ταυτοχρόνως βλέπει και την έκταση, το βάθος των ταξικών αντιθέσεων που επιφέρει όλη αυτή η διαδικασία, τα οικονομικά και κοινωνικά προβλήματα για τους μισθωτούς εργαζόμενους, τους φτωχούς αγρότες, τους καταχρεωμένους και αναγκαστικά υπεραπασχολημένους βιοτέχνες και μικροεπαγγελματίες. Η Ελλάδα έχει τη μεγαλύτερη αυτοαπασχόληση στην ΕΕ, ως ποσοστό του συνολικού εργατικού δυναμικού. Το β΄ τρίμηνο του 2002 ήταν 20,1%, ενώ ο μέσος όρος στην ΕΕ-15 ήταν 7,59% (πάνω από τον μέσο όρο η Πορτογαλία με 15,02%, η Ισπανία με 11,68%, η Ιταλία με 10,07% και η Ιρλανδία με 9,89%)[10]. Το ΚΚΕ προβλέπει την κατεύθυνση των μελλοντικών εξελίξεων της καπιταλιστικής ανάπτυξης, που δεν είναι άλλη από τη μετατροπή ενός σημαντικού τμήματος αυτοαπασχολούμενων και φτωχών αγροτών σε μισθωτούς εργαζόμενους ή άνεργους ή αναγκαστικά πρόωρα ημισυνταξιοδοτούμενους. Αυτήν την προοπτική δίνει το γεγονός ότι η Ελλάδα κατέχει τα πρωτεία στην ΕΕ-15 σε ποσοστό αυτοαπασχολούμενων.

Απ’ αυτήν την κοινωνική οπτική, των εργατικών και λαϊκών συμφερόντων, το ΚΚΕ κρίνει την οικονομική εξέλιξη της Ελλάδας μέσα στην ΟΝΕ. Παράλληλα το ΚΚΕ αναδεικνύει τις δυνατότητες που γεννούν οι εξελίξεις, την προοπτική και τους άξονες μιας ριζικά διαφορετικής οικονομίας και πολιτικής με κίνητρο την ικανοποίηση των σύγχρονων εργατικών και λαϊκών αναγκών.

 

ΠΟΙΕΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΕΣ ΔΥΝΑΜΕΙΣ ΠΛΗΡΩΣΑΝ ΤΟ ΑΝΤΙΤΙΜΟ ΤΗΣ ΑΝΑΒΑΘΜΙΣΗΣ ΤΟΥ ΙΣΧΥΡΟΤΕΡΟΥ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ ΣΤΗΝ ΟΝΕ

Αν στα παραπάνω στοιχεία που αφορούν τις εξελίξεις στην Μεταποίηση προσθέσουμε και την εξέλιξη των αμοιβών, με ονομαστική αύξηση κατά 40,5% για τη χρονική περίοδο 1994-2000, θα διαπιστώσουμε ότι οι αμοιβές αντιπροσώπευαν το 40,4% της προστιθέμενης αξίας στη Μεταποίηση το 1994 ενώ μόλις το 35,2% το 2000. Αλλά και ως ποσοστό της αξίας των πωλήσεων εμφανίζει την ίδια τάση. Το 1994 οι αμοιβές των απασχολουμένων αντιπροσώπευαν το 17,25% των πωλήσεων ενώ το 2000 αντιπροσώπευαν το 14,1% των πωλήσεων.

Επομένως υπήρξε συγκριτική επιδείνωση της θέσης των εργαζομένων. Στο ίδιο συμπέρασμα οδηγούν και άλλα στοιχεία.

Την πραγματική κατάσταση στην εξέλιξη των κατώτατων αποδοχών εργατοϋπαλλήλων (ως μέσο όρο αμειβομένων με κατώτατες αποδοχές / εργατών ή υπαλλήλων, αγάμων ή εγγάμων, με ή χωρίς προϋπηρεσία) και του κατώτατου ημερομισθίου άγαμου εργάτη χωρίς προϋπηρεσία (με βάση την Εθνική Γενική Συλλογική Σύμβαση) αποτυπώνουν ως τάση και τα στοιχεία που η δίνει η Τράπεζα της Ελλάδας:

Με βάση σύγκρισης το 1995=100, οι κατώτατες αποδοχές εργατοϋπαλλήλων έφθασαν το 2003 στο 108,5, κάτω από το επίπεδο του 1984 (120,2) και του 1985 (118,7).

Το κατώτατο ημερομίσθιο άγαμου εργάτη χωρίς προϋπηρεσία το 2003 έφθασε στο 107,8, κάτω από το επίπεδο του 1989 (112,0), του 1990 (109,0), του 1982 (120,4), του 1983 (115,6), του 1984 (122,8), του 1985 (121,5), του 1986 (109,0)[11].

Οι απώλειες στις κατώτατες αποδοχές εξαφανίζονται όταν χρησιμοποιούνται δείκτες αναφερόμενοι σε μέσες αποδοχές για το σύνολο της οικονομίας (που περιλαμβάνει και τον ιδιωτικό τραπεζικό και το δημόσιο τομέα της οικονομίας, όπου συναντώνται όχι μόνο γενικά μεγαλύτερες μέσες αποδοχές αλλά και αποδοχές υψηλά αμοιβομένων που μπαίνουν στη διαμόρφωση της μέσης αποδοχής).

Οι αμοιβές των εργαζομένων δημοσίου και ιδιωτικού τομέα ως ποσοστό του ΑΕΠ αποτελούσαν το 35,7% το 1990, ενώ το 2002 το 33,5%. Αντιθέτως τα κέρδη κλπ. εισοδήματα εκτός μισθών αποτελούσαν το 54,9 του ΑΕΠ το 1990, ενώ το 2002 το 55,8%[12].

Την ίδια χρονική περίοδο επιδεινώθηκαν οι εργασιακές σχέσεις, η σταθερότητα στην απασχόληση.

Σύμφωνα με πρόσφατα δημοσιευμένα στοιχεία του ΙΚΑ[13] αντληθέντα από τις Αναλυτικές Περιοδικές Δηλώσεις που υποβλήθηκαν τον Απρίλιο του 2003 και αφορούσαν την απασχόληση και την ασφάλιση, από τους 1.762.165 εργαζομένους σε 240.509 κοινές επιχειρήσεις και σε 50.736 οικοδομικο-τεχνικές, το 84,6% δούλευαν με πλήρη απασχόληση, ενώ το 15,4% με μερική.

Αλλος δείκτης για τη μερική απασχόληση, αυτός που την υπολογίζει ως ποσοστό της συνολικής απασχόλησης για άτομα άνω των 15 ετών, κατά το α΄ τρίμηνο 2002, τη δίνει 4,5% στην Ελλάδα, σημαντικά χαμηλότερη από το μέσο όρο 18,2% στην ΕΕ[14].

Μεταξύ των δυο δεικτών δεν υπάρχει τόσο μεγάλη αντίφαση, αφού στην Ελλάδα η αυτοαπασχόληση είναι η μεγαλύτερη της ΕΕ-15, και αυτό το ποσοστό της μερικής απασχόλησης μετράται στο σύνολο των απασχολουμένων, το οποίο περιλαμβάνει και τους αυτοαπασχολούμενους. Επιπλέον, η μερική απασχόληση είναι περιορισμένη στο δημόσιο τομέα.

Με βάση τα στοιχεία της ΕΣΥΕ, καταγράφονται 178.400 άτομα με μερική απασχόληση το 2002 (ενώ το 1998 είχαν καταγραφεί 223.100 άτομα) ποσοστό 4,5% του συνόλου των απασχολουμένων αλλά 7,6% επί των μισθωτών και 6,7% στο σύνολο μισθωτών και βοηθών σε οικογενειακή επιχείρηση[15].

Και άλλοι δείκτες, συγκριτικοί και ως προς το μέσο όρο της ΕΕ, αποδεικνύουν ότι η περίφημη «ανάπτυξη» της ελληνικής οικονομίας στην ευρωζώνη, ορισμένη ισχυροποίηση της ελληνικής κεφαλαιοκρατίας στα χρόνια ένταξης στην ΟΝΕ, δεν αφορούσε τις λαϊκές δυνάμεις. Αντιθέτως, αυτή επήλθε από τις μεγαλύτερες δυνατότητες εκμετάλλευσης της μισθωτής εργασίας και αφαίμαξης του υπερπροϊόντος του μικροπαραγωγού που προσέφερε το ευρωενωσιακό εποικοδόμημα με την ενιαία νομισματική πολιτική του, την ΚΑΠ, την πολιτική των αναδιαρθρώσεων και πάνω απ’ όλα με την προώθηση ενιαίων μηχανισμών καταστολής αλλά και ιδεολογικής χειραγώγησης.

Το ποσοστό ανεργίας στην Ελλάδα είναι πολύ μεγαλύτερο από το μέσο κοινοτικό παρ’ όλο που η ελληνική οικονομία βρίσκεται σε ανοδική φάση ενώ αυτή του σκληρού κοινοτικού πυρήνα σε ύφεση. Το ίδιο ισχύει και για τη μακροχρόνια ανεργία και εκείνη των νέων.

Το ωριαίο κόστος εργασίας (ευρώ ανά εργαζόμενο, ανά ώρα εργασίας, το 2000) στην Ελλάδα (11,73 ευρώ) ήταν το μισό του μέσου κοινοτικού για την ΕΕ-15 (23,05 ευρώ) και το δεύτερο μικρότερο, μετά από εκείνο της Πορτογαλίας (7,17 ευρώ)[16].

Ο χρόνος εργασίας (ως μέσος αριθμός ωρών εργασίας ανά εβδομάδα στο κύριο επάγγελμα για το σύνολο της απασχόλησης) στην Ελλάδα κατά το δεύτερο τρίμηνο του 2002, ήταν 43,2 ώρες, το υψηλότερο στην ΕΕ και κατά 5,8 ώρες υψηλότερος του μέσου όρου στην ΕΕ[17].

Η Ελλάδα παρουσιάζει μεγάλη παρατεταμένη φτώχεια (κάτω από το όριο της φτώχειας για τρία συνεχόμενα έτη -στοιχεία 1999) 13% του πληθυσμού με 9% ως μέσο όρο στην ΕΕ-15 (εκτίμηση Eurostat)[18].

Το ένα πέμπτο (20%) του πληθυσμού στην Ελλάδα βρίσκεται κάτω από το όριο της φτώχειας (2000)[19] και μετά «τις κοινωνικές αναδιανομές» (αντίστοιχα στην ΕΕ-15: 15%).

Η ίδια επιδείνωση εμφανίζεται στην ποιότητα ζωής των εργατικών και λαϊκών δυνάμεων, μια επιδείνωση που δεν μπορεί να καταγραφεί σε αστικούς κοινωνικούς δείκτες όπως αυτός του διαθέσιμου εισοδήματος. Γιατί το μέσο διαθέσιμο εισόδημα δεν μπορεί να καταγράψει και να συγκρίνει την εξέλιξη ζωτικής σημασίας δαπανών, όπως αυτές που αφορούν την υγεία.

Σύμφωνα με στοιχεία έρευνας[20], οι ιδιωτικές δαπάνες υγείας εξαπλασιάσθηκαν στη χρονική περίοδο 1990-2003 (από 1 δισ. ευρώ το 1990 σε 5,8 δισ. ευρώ το 2003). Το μεγαλύτερο μέρος αυτών των δαπανών προς τον ιδιωτικό τομέα υγείας τροφοδοτήθηκε από τις ελλείψεις, ανεπάρκειες και άμεσες διασυνδέσεις από τον κατ’ όνομα δημόσιο (ΕΣΥ).

Αλλη διεθνής έρευνα[21] δίνει ότι οι δημόσιες δαπάνες υγείας ως ποσοστό του ΑΕΠ στην Ελλάδα (4,7%) το 2000 είναι οι χαμηλότερες μεταξύ της ΕΕ-15, των ΗΠΑ και του Καναδά. Ταυτοχρόνως, η Ελλάδα διαθέτει μεγαλύτερο ποσοστό παιδικής θνησιμότητας.

Οι κατά κεφαλήν συνολικές δαπάνες υγείας, σε ισοδύναμες μονάδες αγοραστικής δύναμης (2001), στην Ελλάδα είναι οι χαμηλότερες της ΕΕ-15. Αλλά και οι δημόσιες δαπάνες εκπαίδευσης ως ποσοστό του ΑΕΠ (3,7% το 2002) είναι το χαμηλότερο της ΕΕ-15 (5,2% το 2000)[22].

Ερευνα για την ποιότητα ζωής[23] (μόλυνση περιβάλλοντος, κριτήρια υγειονομικών, μεταφορικών, εκπαιδευτικών υποδομών, πρασίνου κλπ.) σε 215 πόλεις παγκοσμίως, φέρνει την Αθήνα στην 120η θέση, πολύ πιο κάτω από όλες τις πρωτεύουσες τις ΕΕ και άλλες πόλεις της. Και βεβαίως, τις συνέπειες τις πληρώνει η πλειοψηφία των εργατοϋπαλλήλων, των ανέργων, των συνταξιούχων και των αυτοαπασχολούμενων και όχι η κεφαλαιοκρατία και όσα καλοπληρωμένα μεσαία στρώματα επιβιώνουν γύρω απ’ αυτήν.

 

Η ΘΕΣΗ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ ΣΤΗΝ ΕΕ

Η θέση της ελληνικής οικονομίας - ακριβέστερα της ελληνικής κεφαλαιοκρατίας- στην ΕΕ-12 παρουσιάζεται βελτιωμένη σε σχέση με εκείνη πριν μια δεκαετία. Η βελτίωση καταγράφεται κυρίως σε σχέση με την Πορτογαλία. Στη διευρυμένη ΕΕ των 25 κρατών-μελών, η ελληνική οικονομία βρίσκεται πίσω από εκείνη της Κύπρου ως προς τον κύριο συγκρίσιμο δείκτη, του κατά κεφαλήν ΑΕΠ σε ισοδύναμες μονάδες μέτρησης (οι οποίες εξομαλύνουν τα διαφορετικά επίπεδα τιμών).

Η πιο εμφανής ώθηση της ελληνικής οικονομίας καταγράφεται μετά το 2000, χρονική περίοδο κατά την οποία εκδηλώθηκε η οικονομική κρίση στις περισσότερες οικονομίες της ΕΕ, οι οποίες επηρεάσθηκαν και από την κρίση στις ΗΠΑ.

Η ελληνική οικονομία διατηρούσε ακόμη αρκετά χαμηλότερο βαθμό ενσωμάτωσης στην ΕΕ ώστε να επηρεασθεί άμεσα από την κρίση στο σκληρό οικονομικό πυρήνα της. Αντιθέτως είχε μεγαλύτερο βαθμό διασύνδεσης με την βαλκανική αγορά, η οποία βρισκόταν σε φάση καπιταλιστικής σταθεροποίησης και αναζωογόνησης.

Οι βαλκανικές οικονομικές και πολιτικές συνθήκες προσφέρονταν για μια περίοδο άνθησης των ελληνικών επενδύσεων.

Την ίδια περίοδο, οι επενδύσεις μέσω του Γ΄ ΚΠΣ και των Ολυμπιακών έργων έδιναν τη δυνατότητα μιας σχετικά σταθερής αύξησης των δημοσίων και ιδιωτικών επενδύσεων.

Η έλλειψη συγχρονισμού στον κύκλο της οικονομικής κρίσης μεταξύ της ελληνικής οικονομίας και εκείνης του σκληρού πυρήνα της ΕΕ δεν ανατρέπει τη νομοτέλεια εκδήλωσης της κρίσης και στην Ελλάδα.

Πότε ακριβώς θα εκδηλωθεί η κρίση και σε ποιο βάθος δε μπορεί να είναι μεσοπρόθεσμα προβλέψιμο. Μπορεί να προβλεφθεί βραχυπρόθεσμα, συνεκτιμώντας τις εξελίξεις στην ιδιωτική κατανάλωση, το βαθμό της δανειακής εξάρτησης των λαϊκών νοικοκυριών (από στεγαστικά, καταναλωτικά και άλλα δάνεια), τη δανειακή εξάρτηση των επιχειρήσεων σε συνδυασμό με την εξέλιξη στην ποσοστιαία μεταβολή της κερδοφορίας τους, την εξέλιξη των ισοζυγίων στις διεθνείς συναλλαγές και του δημοσίου χρέους, του επιπέδου τιμών, και οπωσδήποτε τη γενικότερη οικονομική συγκυρία σε αγορές που έχουν δεχθεί μεγάλες άμεσες επενδύσεις από ελληνικές επιχειρήσεις.

Η έγκαιρη και αξιόπιστη δημοσιοποίηση όλων των ανάλογων δεδομένων συχνά υπόκειται όχι μόνο σε προβλήματα μεθοδολογίας αλλά και στην πολιτική σκοπιμότητα των αρμοδίων φορέων.

Επομένως, εκ μέρους του αρμόδιου τμήματος της ΚΕ του ΚΚΕ θα ήταν δύσκολη η πρόβλεψη εκδήλωσης της κρίσης για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο του εξάμηνου. Με βάση τα σημερινά δεδομένα, δε διαφαίνεται εκδήλωση της κρίσης μέσα στο επόμενο εξάμηνο, παρά τη μείωση της παραγωγής στη Μεταποίηση.

Ανεξαρτήτως του πότε θα εκδηλωθεί η κρίση στην ελληνική οικονομία, εξακολουθούν να υφίστανται προβλήματα ενδεικτικά της προοπτικής μιας βαθύτερης κρίσης. Εάν η εκδήλωση της κρίσης στην ελληνική οικονομία συμπέσει με φάση αναζωογόνησης για την οικονομία της ευρωζώνης, είναι φανερό ότι όχι μόνο θα ανακοπεί αλλά και θα ανατραπεί η σημερινή πορεία προσέγγισης του μέσου κοινοτικού κατά κεφαλήν ΑΕΠ.

Η διαχρονική εξέλιξη της παραγωγής στη Μεταποίηση, του μεριδίου της Βιομηχανίας στο σύνολο του ΑΕΠ, η διαχρονική εξέλιξη του εμπορικού ισοζυγίου, του δημόσιου χρέους και μάλιστα συγκριτικά προς τα ανάλογα μεγέθη, κατά μέσον όρο, της ευρωζώνης, υποδηλώνει την ύπαρξη βραδυφλεγών εκρηκτικών στην ελληνική οικονομία, και βεβαίως τη χαμηλή θέση της στην ανισόμετρη ευρωενωσιακή ιμπεριαλιστική πυραμίδα.

 

Η ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΠΑΡΑΓΩΓΗ

Τη χρονική περίοδο Ιανουαρίου - Οκτωβρίου 2003 σημειώθηκε συρρίκνωση της παραγωγής στη Μεταποίηση κατά 0,3% σε σχέση με την αντίστοιχη χρονική περίοδο του 2002 (το 2002 υπήρξε μικρή αύξηση κατά 0,5% σε σχέση με το 2001, ενώ το 2001/2000 αύξηση κατά 2,4%). Σε δεκατρείς (13) από τους εικοσιδύο (22) κλάδους της Μεταποίησης σημειώθηκε μείωση της παραγωγής (μεταξύ αυτών και οι δυναμικοί, μετά το 1995, κλάδοι των Τροφίμων και ποτών, των προϊόντων από ελαστική και πλαστική ύλη, των βασικών μετάλλων, των μηχανημάτων και εξοπλισμού, των συσκευών ραδιοφωνίας-τηλεόρασης-επικοινωνιών, των μεταφορικών μέσων). Επτα (7) κλάδοι της Μεταποίησης (καπνός, είδη ενδυμασίας, Δέρμα-είδη υπόδησης, Ξύλο και φελλός, χαρτί και προϊόντα από χαρτί, λοιποί εξοπλισμοί μεταφορών) παραμένουν σταθερά κάτω από το επίπεδο της παραγωγής του 1995[24].

Συρρικνώθηκε η παραγωγή κεφαλαιακών προϊόντων κατά 3,4% (για δεύτερη συνεχή χρονιά), διαρκών καταναλωτικών (μείωση κατά 2,3%), μείωση ενδιάμεσων κατά 0,6% και μείωση μη διαρκών καταναλωτικών προϊόντων κατά 0,1%.

Η αύξηση που παρουσίασε ο συνολικός δείκτης της Βιομηχανίας κατά 1,7% (Ιανουάριος-Οκτώβριος 2003/2002) οφείλεται αποκλειστικώς και μόνο στην αύξηση κατά 8,1% του Ηλεκτρισμού - Φυσικού αερίου (ενώ η παραγωγή στα Ορυχεία συρρικνώθηκε κατά 5,7%).[25]

Αλλά και η διαχρονική σύγκριση των ρυθμών μεταβολής του όγκου της μεταποιητικής παραγωγής, κάθε άλλο παρά καταγράφουν μια ιδιαίτερα δυναμική πορεία της ελληνικής οικονομίας μέσα στην ΕΕ. Για τη χρονική περίοδο 1996-2002, ο μέσος όρος μεταβολής της βιομηχανικής παραγωγής στην Ελλάδα ήταν 2,3% έναντι 1,7% στην ΕΕ (με 2,4% στην Ισπανία, 2,5% στην Πορτογαλία, 13,4% στην Ιρλανδία)[26].

Συγκρινόμενη η «δυναμική» περίοδος 1996-2002, με άλλες προηγούμενες μεταπολεμικές περιόδους εμφανίζει πολύ μικρότερη δυναμικότητα, με εξαίρεση τη χρονική περίοδο 1989-1995.

Ρυθμοί μεταβολής % του δείκτη όγκου της μεταποιητικής παραγωγής[27]

Ετος

%

Περίοδος

%

1996

-0,4

1961-66

7,3

1997

2,3

1967-74

9,8

1998

8,1

1975-81

4,5

1999

-0,9

1982-88

3,8

2000

5,1

1989-95

0,7

2001

1,7

1996-02

2,4

2002

0,7

   

Μ.Ο

2,4

   

Μεγάλο μέρος της αυξητικής μεταβολής του ΑΕΠ κατά το 2003 οφειλόταν στη μεγάλη αυξητική μεταβολή του τομέα των Κατασκευών, που έφτασε να αντιπροσωπεύει το 9% του ΑΕΠ το 2003, με μέσο ετήσιο ρυθμό αύξησης του εγχώριου κατασκευαστικού προϊόντος 13,7% για την χρονική περίοδο 1997-2003.[28]

Αντιθέτως, η συμμετοχή της Μεταποίησης στο ΑΕΠ είναι η χαμηλότερη που υπάρχει μεταξύ των κρατών-μελών της ΕΕ. Και γενικότερα η συμμετοχή της Βιομηχανίας (Μεταλλεία, Μεταποίηση, Ηλεκτρισμός) είναι συγκριτικά η χαμηλότερη (14% το 2001, υποχωρώντας από το 20% του 1990)[29], όχι μόνο στην ευρωζώνη (μέσος όρος 22,3% το 2001) αλλά και στο σύνολο των υπό ένταξη κρατών (μέσος όρος 26,2%, με τη χαμηλότερη συμμετοχή της Βιομηχανίας στο ΑΕΠ 12,9% στην Κύπρο)[30].

Η υποχώρηση του μεριδίου συμμετοχής του προϊόντος της Μεταποίησης και γενικότερα της Βιομηχανίας στο ΑΕΠ της Ελλάδας, σε συνδυασμό με τις εκροές κεφαλαίων, και την αύξηση της εισαγωγικής διείσδυσης κατά την περίοδο ένταξης στην ΟΝΕ αποτελούν στοιχεία ενισχυτικά του ενδεχόμενου να επιδεινωθεί η θέση της ελληνικής οικονομίας στην ανισόμετρη αλυσίδα της ΕΕ.

 

ΟΙ ΡΟΕΣ ΕΜΠΟΡΕΥΜΑΤΩΝ

Οι ελληνικές εξαγωγές εμπορευμάτων προς την ΕΕ είχαν παρουσιάσει πτωτική πορεία ως ποσοστό της συνολικής αξίας τους κατά την τριετία 1999-2001, παρ’ όλο που κατείχαν την πρώτη θέση. Η τάση αυτή ανατράπηκε στα έτη 2002-2003. Οι εξαγωγές στην ΕΕ-15 αποτελούσαν το 46,7% της συνολικής αξίας των εξαγωγών στο 9μηνο Ιανουαρίου-Σεπτεμβρίου 2003. Το 37,7% της συνολικής αξίας ήταν εξαγωγές στη ζώνη του ευρώ, το 16,2% στις Βαλκανικές χώρες, το 15% στις χώρες του ΟΟΣΑ (εκτός ΕΕ και ΗΠΑ), το 8,5% στις χώρες υπό ένταξη στην ΕΕ, το 7,3% στις ΗΠΑ, το 5,3% στις χώρες της Β. Αφρικής και Μ. Ανατολής, το 3,2% στην Κοινοπολιτεία Ανεξαρτήτων Κρατών, το 1,5% στην Κίνα και Ν. Α. Ασία και το υπόλοιπο 3,6% σε άλλες χώρες.

Η ΕΕ-15 κατέχει την πρώτη θέση στις ελληνικές εισαγωγές με ποσοστό 54,7% επί του συνόλου της αξίας των εισαγωγών για το 9μηνο Ιανουαρίου-Σεπτεμβρίου 2003. Για τη ζώνη του ευρώ αντιστοιχεί το 48,5% της συνολικής αξίας, με τάση ανάκαμψης σε σχέση με την μείωση του μεριδίου στη χρονική περίοδο 2000-2002. Το μερίδιο των Βαλκανικών χωρών και των υπό ένταξη χωρών είναι μικρό (2,7% και 1,7% αντιστοίχως) ενώ σημαντικά είναι τα μερίδια των χωρών της Β. Αφρικής και Μ. Ανατολής (7,8%), της Κοινοπολιτείας Ανεξαρτήτων Κρατών (7,7%) και της Κίνας και της Ν. Α. Ασίας (4,7%) στις ελληνικές εισαγωγές. Το δεύτερο μεγαλύτερο μερίδιο αφορά τις χώρες του ΟΟΣΑ - εκτός ΕΕ και ΗΠΑ (17,7%), ενώ το μερίδιο των ΗΠΑ είναι 4,4% και το υπόλοιπο 3% σε άλλες χώρες[31].

Σύμφωνα με έρευνα του Κέντρου Εξαγωγικών Ερευνών και Μελετών (ΚΚΕΜ) για λογαριασμό του Πανελληνίου Συνδέσμου Εξαγωγέων, για τα έτη 1990 και 2000, η Γερμανία και η Ιταλία εξακολούθησαν να κατέχουν την 1η και τη 2η θέση αντιστοίχως (με ποσοστά επί του συνόλου της αξίας των ελληνικών εξαγωγών 21,9% το 1990 και 12,6% το 2000 η Γερμανία και 16,7% το 1990 και 9,4% το 2000 η Ιταλία). Υποχώρησαν σημαντικά το μερίδιο και η θέση κρατών-μελών της ΕΕ, όπως η Γαλλία και η Ολλανδία, ενώ ανέβηκε σημαντικά το μερίδιο και η θέση της Ρουμανίας, της Βουλγαρίας και της Τουρκίας στις ελληνικές εξαγωγές το 2000 σε σύγκριση με το 1990[32]. Ωστόσο στην πορεία σημειώθηκε μείωση των εξαγωγών προς την Τουρκία.

Αν και υπήρξε αυξητική πορεία των ελληνικών εξαγωγών αυτή ήταν πολύ χαμηλότερη της πορείας αύξησης των ελληνικών εισαγωγών και της αύξησης των παγκόσμιων εξαγωγών. Ο Πανελλήνιος Σύνδεσμος Εξαγωγέων υπολογίζει τη μέση ετήσια αύξηση των ελληνικών εξαγωγών κατά 3% στη δεκαετία του 1990, τη μισή της αντίστοιχης αύξησης των παγκόσμιων εξαγωγών, με συνέπεια να μειώνεται το μερίδιο τους στη διεθνή αγορά[33].

Η ελληνική οικονομία έχει τις χαμηλότερες εξαγωγές ως ποσοστό επί του ΑΕΠ (8% το 2002, ενώ 10% το 2000 και το 1990 και 13% το 1980) και χαμηλή και φθίνουσα σχέση ως ποσοστό επί των εισαγωγών (36% το 2002, ενώ 39% το 2000, 42% το 1990 και 49% το 1980) στην ΕΕ-15[34]. Το ελληνικό εμπορικό ισοζύγιο είναι σταθερά αρνητικό και διευρύνεται, ακόμη και για τα αγροτικά προϊόντα, που κατέχουν τη 2η θέση, μετά τα βιομηχανικά προϊόντα, στην κλαδική διάθρωση των ελληνικών εξαγωγών.

Θετικό είναι το εμπορικό ισοζύγιο με τα βαλκανικά κράτη (εκτός της Τουρκίας). Το εμπορικό ισοζύγιο με την Τουρκία είναι ελλειμματικό και διευρύνθηκε κατά το 2003, λόγω διπλάσιας αύξηση των τουρκικών εισαγωγών στην Ελλάδα από τις ελληνικές εξαγωγές στην Τουρκία.

Ελλειμματικό είναι το εμπορικό ισοζύγιο της Ελλάδας με αρκετές από τις υπό ένταξη χώρες, π.χ την Πολωνία, την Τσεχία, την Ουγγαρία (με βάση στοιχεία του 2000).

Γενικότερα η κλαδική σύνθεση της ελληνικής εισαγωγικής δαπάνης το 2003 (21,2% σε μηχανές και συσκευές, 21,9% σε εμπορεύματα μεταποίησης εκτός μεταλλουργίας, 15% σε μεταφορικά μέσα, 15,8% σε χημικά-πλαστικά, 14,4% σε αγροτικά) σε συνδυασμό με την κλαδική σύνθεση των εξαγωγικών εισπράξεων (22% από αγροτικά προϊόντα, 20,1% από εμπορεύματα μεταποίησης εκτός μεταλλουργίας)[35] αντανακλά τη διαρθρωτική υστέρηση της ελληνικής παραγωγής σε σύγκριση ακόμη και με κάποιες από τις υπό ένταξη οικονομίες.

 

ΟΙ ΡΟΕΣ ΤΩΝ ΑΜΕΣΩΝ ΕΠΕΝΔΥΣΕΩΝ

Εξετάζοντας τα Αποθέματα[36] Εισροών Ξένων Αμεσων Επενδύσεων (σε τρέχουσες τιμές), ως ποσοστό της διεθνούς αγοράς, ως ποσοστό της ΕΕ αγοράς και ως ποσοστό του ΑΕΠ, για τα έτη 1980, 1990, 2000, διαπιστώνουμε ότι αυτά παρουσιάζουν διαχρονική αύξηση στην Ελλάδα ως ποσοστό του ΑΕΠ, αλλά μείωση ως ποσοστό της διεθνούς αγοράς και ως ποσοστό της ευρωενωσιακής αγοράς.

Αποθέματα Εισροών Ξένων Αμεσων Επενδύσεων[37]
(τρέχουσες τιμές)

 

1980

1990

2000

 

Δισ. δολ.

% Διεθ

νούς αγο

ράς

% της ΕΕ αγο

ράς

% του ΑΕΠ

Δισ. δολ.

% Διεθ

νούς αγο

ράς

% της ΕΕ αγο

ράς

% του ΑΕΠ

Δισ. δολ.

% Διεθνούς αγο

ράς

% της ΕΕ αγο

ράς

% του ΑΕΠ

 

ΕΕ

185,7

30,2

 

5,3

739,6

39,2

 

11,0

2376,2

37,6

 

30,1

 

Ελλάδα

4,5

0,7

2,42

11,3

14,0

0,7

1,89

16,9

23,1

0,4

0,97

20,4

 

Σύνολο

615,8

 

 

6,0

1889,0

 

 

9,2

6314,3

 

 

20,2

 

Κατά τη χρονική περίοδο 1991-1995, οι εισροές άμεσων ξένων επενδύσεων στην Ελλάδα ως ετήσιος μέσος όρος φθάνουν τα 1.058 εκατ. ευρώ και αποτελούν το 1,2% του αντίστοιχου ετήσιου μέσου όρου στην ΕΕ-15, ύψους 87.584 εκατ. δολ.

Στη χρονική περίοδο 1997-2002, οι εισροές ΑΞΕ στην Ελλάδα ως ετήσιος μέσος όρος πέφτει στα 728 εκατ. δολ. (μείωση κατά 31,2% συγκριτικά με την προηγούμενη περίοδο) και αποτελεί το 0,19% του αντίστοιχου ετήσιου μέσου όρου στην ΕΕ, ύψους 383.511,5 εκατ. δολ. (αύξηση κατά 337,9% συγκριτικά με την προηγούμενη περίοδο).

Συμπέρασμα, οι εισροές ΑΞΕ στην Ελλάδα δεν ακολουθούν τη γενική αυξητική τάση της περιόδου 1997-2002 σε σύγκριση με την περίοδο 1991-1995. Αντιθέτως εμφανίζουν πτωτική τάση ως μέση ετήσια ροή, με αποτέλεσμα να μικραίνει το ποσοστό τους στη συνολική ροή ΑΞΕ στην ΕΕ-15, κατέχοντας την τελευταία θέση. Στην ΕΕ-25 η θέση της Ελλάδας, ως ποσοστό συμμετοχής στις συνολικές εισροές ΑΞΕ προς την ΕΕ, υποχωρεί κάτω από εκείνες της Πολωνίας, της Τσεχίας, της Ουγγαρίας και της Σλοβακίας[38].

Οσον αφορά στις εκροές ΑΞΕ από την Ελλάδα για τη χρονική περίοδο 1997-2002, ως ετήσιος μέσος όρος φθάνουν τα 720,17 εκατ. δολ. (4.321 εκατ. δολ. συνολικά) και αντιπροσωπεύουν το 0,13% του αντίστοιχου ετήσιου μέσου όρου εκροών ΑΞΕ από την ΕΕ-15, ύψους 536.054,3 εκατ. δολ. (συνολικά 3.216.326 εκατ. δολ.). Στην προηγούμενη περίοδο 1991-1995, οι καθαρές εκροές ΑΞΕ ως μέσος ετήσιος όρος είναι μηδενικές[39].

Το ποσοστό συμμετοχής τόσο των εισροών όσο και των εκροών στις εισροές και στις εκροές ΑΞΕ της ΕΕ αντιστοίχως είναι κατά πολύ μικρότερο του ποσοστού συμμετοχής του ελληνικού πληθυσμού στο συνολικό πληθυσμό της ΕΕ-15 (2,9%), με αποτέλεσμα τη χαμηλότερη κατά κεφαλήν εισροή και εκροή άμεσα επενδυτικού κεφαλαίου για την Ελλάδα σε σύγκριση με τα άλλα κράτη-μέλη της ΕΕ. Παρ’ όλα αυτά ανοδική ήταν η τάση εκροής άμεσα επενδυτικών κεφαλαίων από την Ελλάδα σε σύγκριση με την προηγούμενη περίοδο.

Ροές Αμεσων Επενδύσεων Ελλάδας[40]
(σε εκατ. ευρώ)

 

2000

2001

2002

Εισροές

1.202,8

1.776,1

53,4

Εκροές

2.319,0

688,5

696,3

Ισοζύγιο εισροών-εκροών

-1.116,2

1.087,6

-643,0

Ως προς τη διάρθρωση των ελληνικών άμεσων επενδύσεων στο εξωτερικό παρατηρούμε ότι το 2002 αυξάνουν απόλυτα και ως ποσοστό επί του συνόλου οι ελληνικές άμεσες επενδύσεις στην ΕΕ (368 εκατ. ευρώ και 52,9% επί του συνόλου των 696 εκατ. ευρώ έναντι 293 εκατ. ευρώ και 34,6% επί του συνόλου 689 εκατ. ευρώ το 2001). Επίσης αυξάνονται απόλυτα και ως ποσοστό επί του συνόλου οι ελληνικές άμεσες επενδύσεις στη Μέση Ανατολή και Μεσόγειο (164 εκατ. ευρώ και 23,6% έναντι 102 εκατ. ευρώ και 14,8% το 2001). Μειώνονται απόλυτα και ως ποσοστό οι ελληνικές άμεσες επενδύσεις στις Βαλκανικές χώρες (85 εκατ. ευρώ και 12,2% επί του συνόλου έναντι 113 εκατ. ευρώ και 16,3% το 2001)[41].

Από την ΕΕ προέρχεται σχεδόν το σύνολο (92,4%) των άμεσων ξένων επενδύσεων στην Ελλάδα το 2001[42].

Κατά την τελευταία τετραετία 2000-2003, μόνο στο 2001 και το 2003 εμφανίσθηκε καθαρή εισροή (θετικό ισοζύγιο εισροών-εκροών) άμεσα επενδυτικού κεφαλαίου στην Ελλάδα, ενώ το 2000 και το 2002 υπήρξε καθαρή εκροή. Τις χρονιές της καθαρής εισροής υπήρξε κάποια σχετικά μεγάλη εξαγορά μεριδίου ελληνικής επιχείρησης και τις χρονιές της καθαρής εκροής αντιστρόφως υπήρξε σχετικά μεγάλη επένδυση ελληνικής επιχείρησης στο εξωτερικό ή και απόσυρση κεφαλαίου. Τα δεδομένα, καθαρής εισροής ή καθαρής εκροής άμεσης επένδυσης αλλάζουν από 6μηνο σε 6μηνο. Για παράδειγμα, με βάση τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδας, της ενδιάμεσης έκθεσης για τη Νομισματική πολιτική του 2003, οι άμεσες επενδύσεις εμφάνιζαν καθαρή εκροή ύψους 579,7 εκατ. ευρώ το επτάμηνο Ιανουαρίου-Ιουλίου 2003[43].

 

ΟΙ ΑΛΛΕΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ ΕΠΕΝΔΥΣΕΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ

Από τις άλλες κατηγορίες επενδύσεων κεφαλαίου ανοδικά θετικό ισοζύγιο εισροών-εκροών, δηλαδή ανοδικά καθαρή εισροή εμφανίζουν οι επενδύσεις χαρτοφυλακίου (για ομόλογα και μετοχές): 9.464,8 εκατ. ευρώ το 2001, 10.937,8 εκατ. ευρώ το 2002 και 12.334,0 εκατ. ευρώ (εκτίμηση) το 2003[44].

Μεγάλη αύξηση εμφάνισαν οι εισροές για την αγορά ελληνικών ομολόγων από κατοίκους εξωτερικού (18,8 δισ. ευρώ το 2003 έναντι 11,9 δισ. ευρώ το 2002, δηλαδή αύξηση κατά 58%). Ομως, ακόμη μεγαλύτερη ήταν η κατά 388% αύξηση των εκροών για αγορά ξένων ομολόγων από κατοίκους Ελλάδας (8,3 δισ. ευρώ το 2003 έναντι 1,7 δισ. ευρώ το 2002), σαν αποτέλεσμα της απελευθέρωσης στην κίνηση των κεφαλαίων στο πλαίσιο του ενιαίου νομισματικού συστήματος και του ενιαίου νομίσματος[45].

Οι λοιπές επενδύσεις (περιλαμβάνονται και τα δάνεια της γενικής κυβέρνησης), εμφανίζουν καθαρή εκροή στα έτη 2001 και 2003, ύψους 9.794,6 εκατ. ευρώ και 7.623,9 εκατ. ευρώ αντιστοίχως και καθαρή εισροή ύψους 1.998,6 εκατ. ευρώ το 2002[46].

Το ισοζύγιο μεταβιβάσεων (χρηματοοικονομικές συναλλαγές της γενικής κυβέρνησης με την ΕΕ, κίνηση μεταναστευτικών εμβασμάτων κλπ.) είναι διαχρονικά θετικό.

 

ΠΩΣ ΒΟΗΘΗΣΕ Η ΕΕ ΤΗ ΣΧΕΤΙΚΗ ΙΣΧΥΡΟΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΚΡΑΤΙΑΣ

Με τη συμμετοχή της Ελλάδας στην ΕΕ ενισχύθηκαν όλες οι κρατικές λειτουργίες στην Ελλάδα. Βοηθήθηκε η ελληνική κεφαλαιοκρατία να προσαρμόσει τους πάσης φύσης μηχανισμούς εξουσίας της στις νέες ανάγκες της καπιταλιστικής αναπαραγωγής.

Οι νέες ανάγκες ήταν κοινές για τις καπιταλιστικά αναπτυγμένες ευρωπαϊκές οικονομίες. Δεν αφορούσαν περιορισμένα κάποια εθνοκρατική διαχειριστική συγκυρία. Ηταν γέννημα ενός νέου επιπέδου στην κοινωνικοποίηση της παραγωγής, στη συγκέντρωση του κεφαλαίου, στην ανάγκη του να ανατρέψει συσχετισμούς και μερίδια συμμετοχής στη διεθνή καπιταλιστική αγορά. Εκφραζε μια νέα ανταγωνιστική σχέση μεταξύ των μεγαλύτερων ευρωπαϊκών καπιταλιστικών οικονομιών, αλλά κυρίως μεταξύ αυτών και των οικονομιών των ΗΠΑ και της Ιαπωνίας. Εκδήλωνε μια νέα τάση για κατάκτηση μεριδίων στην ανατολικο-ευρωπαϊκή αγορά και κυρίως στη μεγάλη ασιατική αγορά που διαμορφωνόταν μετά την καπιταλιστικοποίηση των οικονομιών που για κάποιες δεκαετίες οικοδομούσαν το νέο σοσιαλιστικό-κομμουνιστικό σύστημα.

Οι νέες ανάγκες του δυτικοευρωπαϊκού κεφαλαίου εμποδιζόντουσαν από σχέσεις διαχείρισης του συστήματος που είχαν παγιωθεί στις διαφορετικές συνθήκες της καπιταλιστικής ανασυγκρότησης μετά το β΄ παγκόσμιο πόλεμο, της ανάγκης χειραγώγησης και ενσωμάτωσης του εργατικού κινήματος που είχε φθάσει μέχρι τα πρόθυρα της εξουσίας, της ανάγκης ανταγωνισμού με τα επιτεύγματα της σοσιαλιστικής οικοδόμησης στην Ανατ. Ευρώπη και στην Ασία.

Οι νέες ανάγκες αφορούσαν ένα σύνολο σχέσεων, ακριβώς για να διασωθεί ο πυρήνας της κεφαλαιακής σχέσης: η ατομική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής. Απαιτούσαν αλλαγές πρώτ’ απ’ όλα στις αναλογίες μεταξύ ιδιωτικής και κρατικής καπιταλιστικής ιδιοκτησίας, στις μορφές του κρατικού παρεμβατισμού στην οικονομία. Απαιτούσαν τεχνολογικό εκσυγχρονισμό της δημόσιας διοίκησης και της διασύνδεσής της με το διευρυμένο και τεχνολογικά εκσυγχρονισμένο πολυδαίδαλο πιστωτικό και νομισματικό σύστημα (κεντρικές και εμπορικές τράπεζες, χρηματιστήρια και χρηματιστικές εταιρείες).

Πάνω απ’ όλα, ο ανταγωνισμός του ευρωπαϊκού κεφαλαίου έναντι του αμερικάνικου και του ιαπωνικού, και όχι μόνο, απαιτούσε να αγοράζεται φθηνότερα η εργατική δύναμη από το κεφάλαιο. Αλλωστε, το άνοιγμα νέων αγορών, με εκατομμύρια νέου εργατικού δυναμικού, όχι απλά φθηνότερου αλλά και εξειδικευμένου, έδινε αυτή τη νέα δυνατότητα.

Το εποικοδόμημα της ΕΕ (συνθήκες, όργανα, οικονομικοί μηχανισμοί -νομισματικό σύστημα, eurostat, κλπ. - κατασταλτικοί μηχανισμοί - europol, ευρωστρατός, Σένγκεν, eurojust, κλπ.) είναι η πλέον οργανωμένη έκφραση της ευρωπαϊκής ιμπεριαλιστικής συμμαχίας απέναντι στην ευρωπαϊκή εργατική τάξη. Ολο αυτό το εποικοδόμημα στοχεύει στην ενίσχυση της καπιταλιστικής εξουσίας σε κάθε κράτος-μέλος της ΕΕ. Σε αυτό ακριβώς βοηθήθηκε και η ελληνική κεφαλαιοκρατία, από τη συμμετοχή της στην ΕΕ.

Επιπλέον, οι προσαρμογές της ελληνικής οικονομίας στην ευρωπαϊκή αγορά βοηθήθηκαν από τον κοινοτικό προϋπολογισμό, τον κοινοτικό σχεδιασμό. Σε μεγάλο βαθμό αφορούσαν τις καθυστερημένες υποδομές μεταφορών.

Στην Ελλάδα υπήρξε μεγάλη καθυστέρηση στην ανάπτυξη των υποδομών χερσαίων μεταφορών (οδικών και σιδηροδρομικών) συγκριτικά με τα ευρωπαϊκά κράτη. Αντιθέτως υπήρξε συγκριτικά μεγάλη ανάπτυξη των ποντοπόρων μεταφορών. Τίποτε δεν ήταν τυχαίο. Οι ιστορικά διαμορφωμένες οικονομικές και εμπορικές σχέσεις της με τα βαλκανικά κράτη, την ανατολικο-ευρωπαϊκή και παραευξείνια ζώνη ανακόπηκαν από το συσχετισμό δυνάμεων μεταξύ των δυνάμεων του καπιταλισμού και των δυνάμεων του σοσιαλισμού που προέκυψε μετά το β΄ παγκόσμιο πόλεμο.

Η ελληνική αγορά, πληθυσμιακά περιορισμένη και βρισκόμενη στο ανατολικό άκρο της καπιταλιστικής Ευρώπης, δεν προσφερόταν ως κρίκος σύνδεσης με άλλη καπιταλιστική αγορά. Ακόμη και από την άποψη της στρατηγικής-στρατιωτικής επιλογής, το ενδιαφέρον, κυρίως του αγγλο-αμερικάνικου ιμπεριαλισμού, εστιαζόταν στη νησιωτική Ελλάδα (Κρήτη, Αιγαίο).

Ετσι, παρά τα ισχυρά κίνητρα της ελληνικής κεφαλαιοκρατίας για έγκαιρη σύνδεση της Ελλάδας με την ΕΟΚ[47] για δεκαετίες παρέμεινε χαμηλός ο βαθμός διασύνδεσης της ελληνικής οικονομίας με τη Δυτική Ευρώπη, όχι μόνο λόγω της αναστολής των διαδικασιών λόγω της στρατιωτικής δικτατορίας.

Οι προϋποθέσεις σύνδεσης της Δυτικής Ευρώπης με τη Βαλκανική χερσόνησο διαμορφώθηκαν με την καπιταλιστικοποίηση των βαλκανικών κρατών, των νοτιοδυτικών τμημάτων της πρώην ΕΣΣΔ. Εξαλείφθηκαν τα οικονομικο-πολιτικά εμπόδια στην ανάπτυξη καπιταλιστικών σχέσεων μεταξύ της Ελλάδας και των νέων καπιταλιστικών κρατών της Ανατολικής Ευρώπης. Η καπιταλιστικοποίηση έφερε πολύ μεγάλες καταστροφές, με αποτέλεσμα τα νέα κράτη να είναι οικονομικά και πολιτικά αδύναμα. Σε αυτόν το νέο συσχετισμό αναβαθμίστηκε η θέση της ελληνικής καπιταλιστικής οικονομίας στην περιοχή. Διαμορφώθηκαν νέες δυνατότητες για την εξαγωγή άμεσα επενδυτικού κεφαλαίου από την Ελλάδα, για εξαγορές ή συμμετοχή του ελληνικού κεφαλαίου σε τράπεζες, εταιρείες τηλεπικοινωνιών, ενέργειας, κλάδων της μεταποίησης (τρόφιμα-ποτά, μη μεταλλικά ορυκτά, μεταλλικά προϊόντα κλπ.).

Διαμορφώθηκαν προϋποθέσεις για νέους δρόμους διασύνδεσης της δυτικοευρωπαϊκής αγοράς με την παραευξείνια, την Ευρασιατική. Η ελληνική οικονομία μπορούσε να παίξει ρόλο, να ανταγωνιστεί και να διεκδικήσει μερίδιο σε αυτούς τους νέους δρόμους, στις απαιτούμενες νέες υποδομές σύνδεσης των μεταφορικών, ενεργειακών, τηλεπικοινωνιακών οδών, στα Διευρωπαϊκά δίκτυα.

Πρόκειται για ένα νέο γύρο ανταγωνισμού, ανισομετρίας και προοπτικής ανακατατάξεων μεταξύ καπιταλιστικών οικονομιών, με τη χρησιμοποίηση όλων των μέσων, και της ανοικτής πολεμικής επέμβασης. Το ελληνικό κράτος επέλεξε να συμμετέχει σ’ αυτό το γύρο, με το «πλεονέκτημα» της «παλαιότερης» και «σταθερότερης» συμμετοχής στην Ευρωζώνη. Γι’ αυτό και διακηρύσσει τη στήριξη της πολιτικής συνομοσπονδιοποίησης της ΕΕ, την πολιτική βούληση για συμμετοχή στο «σκληρό» πυρήνα της.

Η ελληνική κεφαλαιοκρατία, τα κόμματά της - ΠΑΣΟΚ και ΝΔ - επέλεξαν ταξικά τη συμμαχία που τους χρειάζεται. Επεξεργάστηκαν ιδεολογικο-πολιτικά τα μέσα που θα συνέβαλαν στην άμβλυνση των εργατικών και λαϊκών αντιδράσεων. Διαμόρφωσαν το ιδεολόγημα του «μονόδρομου της ΕΕ». Πρόβαλαν το «μονόδρομο της συμμετοχής στην ΕΕ» ως εθνική, ελληνική απάντηση σε κάποιες διεργασίες δήθεν κοινού συμφέροντος μεταξύ κεφαλαιοκρατίας και μισθωτής εργασίας, κοινής εθνικής απάντησης στα νέα μεγέθη παραγωγής και κεφαλαίου που φέρνει η τεχνολογική εξέλιξη.

Αξιοποίησαν τον οπορτουνισμό, δηλαδή την προδιάθεση στη μοιρολατρεία και το συμβιβασμό, την ηττοπαθή προσαρμογή στις δυσκολίες του συσχετισμού, την αριστερή πολιτική φιλολογία που αξιοποιεί την ιστορική σχέση με το εργατικό κίνημα, και έτσι γίνεται φορέας διάδοσης της αστικής ιδεολογίας και πολιτικής μέσα στο εργατικό κίνημα. Αστικές και οπορτουνιστικές πολιτικές δυνάμεις έκτισαν από κοινού τα ευρωενωσιακά τείχη εγκλωβισμού της εργατικής τάξης στην Ελλάδα, σε κάθε κράτος-μέλος της ΕΕ.

Ο εγκλωβισμός της εργατικής τάξης κάθε κράτους-μέλους μέσα στα τείχη της ΕΕ είναι απαραίτητη προϋπόθεση για τη λειτουργία της ως ιμπεριαλιστικής συμμαχίας. Το «δέος» των εργατικών και λαϊκών δυνάμεων απέναντι στο «μονόδρομο» είναι τα ίδια τα δεσμά τους.

 

ΠΟΣΟ ΙΣΧΥΡΟ ΚΑΙ ΣΥΝΕΚΤΙΚΟ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΕΥΡΩΕΝΩΣΙΑΚΟ ΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΤΙΚΟ ΕΠΟΙΚΟΔΟΜΗΜΑ;

Η τυπική, εν μέρει και η ουσιαστική, εξέλιξη της ΕΕ διαμορφώνει ως πρώτη την αντίληψη ότι πρόκειται για μια πανίσχυρη και αρραγή, την πλέον οργανωμένη ιμπεριαλιστική συμμαχία. Ακόμη και αν συνειδητοποιείται ο ιμπεριαλιστικός, αντιλαϊκός χαρακτήρας της, δημιουργείται η αίσθηση ότι είναι αδύνατον να απεμπλακεί από αυτήν ο εργατικός και λαϊκός παράγοντας και μάλιστα στο επίπεδο ενός κράτους.

Αυτή η αντίληψη, αυτή η «εικόνα», επιμελώς υποβαθμίζει τις αντιθέσεις στη λειτουργία της ευρωενωσιακής αγοράς, τα αντιτιθέμενα συμφέροντα μεταξύ κρατών-μελών που αναπτύσσονται πάνω στον άξονα του κοινού συμφέροντος.

Από την 1η Μαϊου του τρέχοντος έτους ενεργοποιείται η τελευταία διεύρυνση της ΕΕ, με τη συμμετοχή δέκα (10) νέων μελών (Κύπρου, Μάλτας, Πολωνίας, Τσεχίας, Σλοβακίας, Ουγγαρίας, Σλοβενίας, Εσθονίας, Λεττονίας, Λιθουανίας) στην ενιαία αγορά και η προετοιμασία για την ουσιαστική ένταξή τους στην ευρωζώνη. Ηδη έχουν εκδηλωθεί οι αντιθέσεις στη διαχείριση αυτής της νέας κατάστασης:

Πρώτον: Εκδηλώθηκαν αντιθέσεις στη διαμόρφωση του Κοινοτικού Προϋπολογισμού.

Το Ηνωμένο Βασίλειο, η Γαλλία, η Γερμανία, η Ολλανδία, η Σουηδία και η Αυστρία απέρριψαν την πρόταση της Επιτροπής για σταδιακή αύξηση του Κοινοτικού Προϋπολογισμού ώστε να φθάσει στο επίπεδο του 1,24% του κοινοτικού προϊόντος το 2013. Υποστήριξαν να μείνει στο επίπεδο του 1%.

Η Γερμανία και το Ηνωμένο Βασίλειο προχώρησαν περισσότερο. Ζήτησαν να περιοριστούν οι κοινοτικές περιφερειακές ενισχύσεις αφήνοντας έξω τις χώρες του Νότου (Ισπανία, Ελλάδα, Πορτογαλία).

Δεύτερον: Εκδηλώνονται ήδη ανησυχίες και προβληματισμοί για τις επιπτώσεις της διεύρυνσης στην όξυνση οικονομικών και κοινωνικών προβλημάτων στην ΕΕ-15.

Φοβούνται π.χ. την αύξηση της ανεργίας λόγω της απελευθέρωσης στην κίνηση του εργατικού δυναμικού και με δεδομένα τα πολύ μεγαλύτερα ποσοστά ανεργίας στα υπό ένταξη κράτη: Σλοβακία 19,6%, Πολωνία 18,1%, Λιθουανία 16,1%, Εσθονία 12,2%, Λεττονία 12,1%, ενώ ο μέσος όρος στη ζώνη του ευρώ 8%[48].

Καθένα από τα 15 κράτη-μέλη της ΕΕ προετοιμάζει ρυθμίσεις περιορισμού και αποθάρρυνσης της εισόδου εργατικού δυναμικού από τα υπό ένταξη κράτη, κυρίως από τα γειτονικά, ρυθμίσεις κατ’ αρχάς διετείς, με δυνατότητα επέκτασής τους στην επταετία, έως το 2011, προσαρμογής για την ένταξη στην ευρωζώνη.

Οι ίδιες ανησυχίες και η ανάλογη αναζήτηση ρυθμίσεων αύξησης του προστατευτισμού (κυρίως έναντι τρίτων αγορών όπως της Ρωσίας, της Κίνας, της Ουκρανίας, του Καζακστάν) αναζητούνται εκ μέρους της διευρυμένης πλέον ΕΕ-25 για κλάδους της μεταποίησης όπως η κλωστοϋφαντουργία, τα προϊόντα χάλυβα. Πρόκειται όμως για ρυθμίσεις που πολύ σύντομα θα έρθουν σε αντίθεση με νέα δεδομένα ρυθμίσεων εντός του ΠΟΕ (λήξη της Πολυϊνικής Συμφωνίας την 1η Ιανουαρίου 2005 και επομένως κατάργηση όλων των ποσοστώσεων).

Γενικότερα, η σταδιακή απελευθέρωση στην κίνηση των εμπορευμάτων μεταξύ των 10 υπό ένταξη αγορών με τις 15 της σημερινής ΕΕ θα φέρει νέα όξυνση ανταγωνισμού, αλλαγών στα μερίδια της ευρωενωσιακής αγοράς. Το ίδιο αφορά και τα αγροτικά προϊόντα. Και βεβαίως η νέα όξυνση του ανταγωνισμού αφορά και ελληνικά εμπορεύματα.

Τρίτον: Ακόμη δυσμενέστερη προδιαγράφεται η λειτουργία του ενιαίου νομισματικού συστήματος στην ΕΕ-25 με το τέλος της μεταβατικής περιόδου.

Οι ασφαλιστικές δικλείδες προστασίας του ενιαίου νομίσματος, όπως το «Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης» αποδείχθηκαν ήδη ανίκανες να λειτουργήσουν και προς τις δυο κατευθύνσεις: Την νομισματική σταθερότητα και την παρέμβαση στον κύκλο της κρίσης. Δεν ήταν δυνατό να εξυπηρετήσουν τις διαδοχικές οικονομικές συγκυρίες ενός κράτους ή τις διαφορετικές συγκυρίες μεταξύ κράτων. Ετσι, de facto προέκυψε αχρήστευση ορισμένων υποχρεωτικών δικλείδων, όπως η μη υπέρβαση του δημοσιονομικού ελλείμματος από το ύψος του 3% επί του ΑΕΠ. Η καταπάτησή του είναι πραγματικότητα για τη Γερμανία και τη Γαλλία, ακόμη και για την Ολλανδία που είχε ταχθεί στο μέτωπο των έξη κρατών-μελών (Ιταλίας, Ισπανίας, Ολλανδίας, Πορτογαλίας, Πολωνίας, Εσθονίας), που ζητούσε την τήρηση του Συμφώνου Σταθερότητας και την ανάλογη επιβολή ποινών για την καταπάτησή του από τη Γερμανία και τη Γαλλία.

Η «απειθαρχία» προς το Σύμφωνο Σταθερότητας εκ μέρους των κρατών-μελών δημιούργησε μια νέα πραγματικότητα για την ΕΕ, η οποία αναγνωρίζεται ακόμη και από τον πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας Ζαν Κλωντ Τρισσέ:

«Το ΔΣ συμφωνεί με την Επιτροπή ότι η εφαρμογή του Συμφώνου θα πρέπει να βελτιωθεί περαιτέρω, κυρίως όσον αφορά την ανάλυση των διαρθρωτικών μεγεθών και την ενδυνάμωση των κινήτρων για δημοσιονομική εξυγίανση»[49].

Αυτή η τοποθέτηση χαρακτηρίσθηκε ως προσεγγίζουσα εκείνη του υπουργού Οικονομικών του Ηνωμ. Βασιλείου, Γκόρντον Μπράουν, ο οποίος υποστήριξε ότι οι οικονομίες (εννοεί τη δημοσιονομική διαχείριση) οφείλουν να συσσωρεύουν σε περιόδους οικονομικής άνθισης προκειμένου να έχουν περιθώριο ελλειμμάτων όταν η οικονομία χρειάζεται τόνωση.

Από την άποψη των πραγματικών νομισματικών ισοδυναμιών και ισορροπιών μεταξύ ανισόμετρα εξελισσομένων οικονομιών (και όχι από την άποψη της συμβολικής μορφής του νομίσματος), το ευρώ είναι πηγή αντιθέσεων και δυσλειτουργιών της ΕΕ. Αυτή η πραγματικότητα καταγράφηκε στο ειδικό καθεστώς συμμετοχής του Ηνωμ. Βασιλείου στην ΕΕ, στην αρνητική θέση του δημοψηφίσματος στη Σουηδία, στα μεγάλα ποσοστά του ΟΧΙ στην ένταξη στην ευρωζώνη που καταγράφηκαν στα δημοψηφίσματα της Γαλλίας, της Ιρλανδίας, της Νορβηγίας.

Τέταρτον: Η ανισομετρία και η προοπτική ανακατατάξεων στην πυραμίδα της ΕΕ είναι που κάνει πολλούς να μιλούν για «ΕΕ πολλαπλών ταχυτήτων», για «ΕΕ ομόκεντρων κύκλων».

Η αλήθεια είναι ότι η ανισόμετρα εξελισσόμενη ευρωενωσιακή αγορά των 25 κρατών-μελών της, ως σύνολο θα έχει πιο αποδυναμωμένα συγκρίσιμα χαρακτηριστικά έναντι των ΗΠΑ. Το κατά κεφαλήν Ακαθάριστο Κοινοτικό Προϊόν της ΕΕ-25 πέφτει στο 91% του κατά κεφαλήν Ακαθάριστου Κοινοτικού Προϊόντος της ΕΕ-15, με αντίστοιχο κατά κεφαλήν ΑΕΠ των ΗΠΑ 137% [100% το κατά κεφαλήν ΑΕΠ ΕΕ-15 μετρούμενο σε ισοδύναμες μονάδες αγοραστικής δύναμης (PPS), που αποκλείουν τις συναλλαγματικές επιρροές και τις ανισομετρίες λόγω διαφοροποιήσεων στις τιμές ανά χώρα]. Και η παραγωγικότητα (η ακαθάριστη προστιθέμενη αξία σε τρέχουσες τιμές ανά εργαζόμενο) πέφτει στα 51,9 χιλιάδες ευρώ στην ΕΕ-23 (πλην Μάλτας, Κύπρου) από 57,6 χιλιάδες ευρώ στην ΕΕ-15[50], αποτυπώνοντας το βάθεμα της ανισομετρίας με τη διεύρυνση της ΕΕ.

Μια πλευρά με την οποία εκδηλώνονται οι αντιθέσεις της νομισματικής πολιτικής είναι και η ακόμη ελεγχόμενη αντίθεση μεταξύ εξαγωγικού - εμπορευματικού και χρηματικού κεφαλαίου. Πρόκειται για τη συζήτηση γύρω από το ύψος των βασικών επιτοκίων της ΕΚΤ, την άμεση παρέμβαση ή μη της ΕΚΤ στην αγορά νομισμάτων, παράγοντες που επηρεάζουν την ανταλλακτική ισοτιμία μεταξύ ευρώ-δολαρίου.

Πέμπτον: Η οικονομική ανισομετρία είναι η βάση της πολιτικής ανισομετρίας στην αναζήτηση και στο σχεδιασμό κοινών πολιτικών.

Ετσι, όλο και διευρύνεται το θεματολόγιο (Κοινοτικός Προϋπολογισμός, Σχέδιο Συντάγματος, Σχέδιο για τόνωση επιχειρηματικότητας, υποψηφιότητα της Τουρκίας, «ανασυγκρότηση» του Ιράκ) που συζητά ξεχωριστά η ισχυρή τρόικα (Γερμανία, Γαλλία, Ηνωμ. Βασίλειο) της ΕΕ σε επίπεδο πρωθυπουργών.

Αλλά και η προώθηση της πολιτικής συνομοσπονδιοποίησης κρατών-μελών της Ευρώπης δεν έχει κατορθώσει να ξεπεράσει τους σκοπέλους των ισχυρών αντιθέσεων μεταξύ της τρόικας της ΕΕ.

 

ΟΙ ΑΝΤΙΘΕΣΕΙΣ ΜΕΤΑΞΥ ΕΕ ΚΑΙ ΗΠΑ ΣΤΟ ΔΙΕΘΝΕΣ ΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΤΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ

Οι διακρατικοί στόχοι της ΕΕ αυτοί που καθορίζονται στις Συνόδους Κορυφής μεταξύ των κρατών-μελών της, όπως η Σύνοδος της Λισαβόνας το 2000, συχνά έχουν ως μέτρο σύγκρισης τα οικονομικά δεδομένα των ΗΠΑ.

Αξονας των ευρωενωσιακών στόχων είναι η ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων. Διακηρυγμένο μέσον για την ανάπτυξη της ανταγωνιστικότητας των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων είναι η μείωση του «εργατικού κόστους», η αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας, η αύξηση της συνολικής απασχόλησης (ως ποσοστό επί του πληθυσμού ηλικίας 15-65 ετών). Με δεδομένο ότι η μισθωτή εργασία είναι η σταθερά ανερχόμενη εργασιακή σχέση για κάθε καπιταλιστική οικονομία, ο ευρωενωσιακός στόχος για αύξηση της απασχόλησης επικεντρώνεται κυρίως στην αύξηση της μισθωτής εργασίας, σε εκείνες τις κατηγορίες πληθυσμού που εμφανίζουν χαμηλά ποσοστά συμμετοχής, δηλαδή στο γυναικείο πληθυσμό και στους άνω των 65 ετών.

Με άλλα λόγια, στόχος είναι η καπιταλιστική εργοδοσία και το κράτος της να πληρώσουν φθηνότερα την αναπαραγωγή της δύναμης του εργάτη και της οικογένειάς του, να ανεβάσουν το βαθμό της εκμετάλλευσης σε συνθήκες που ανεβαίνει η παραγωγικότητα της εργασίας λόγω της τεχνολογικής εξέλιξης των μέσων παραγωγής. Οι μισθωτοί εργαζόμενοι να πληρώσουν το τίμημα της καπιταλιστικής ανταγωνιστικότητας, από τη ένταση της δικής τους εκμετάλλευσης να βγουν οι ανταγωνιστικές τιμές των ευρωενωσιακών επιχειρήσεων σε όλες τις αγορές του κόσμου.

Αλλά ο καπιταλιστικός ανταγωνισμός δεν έχει κανένα όριο, καμμιά δέσμευση. Στη τάση βελτίωσης των μεριδίων του ευρωπαϊκού κεφαλαίου στην παγκόσμια αγορά, που σημειώθηκε κατά τη δεκαετία του 1990, ήδη απάντησε το κεφάλαιο των ΗΠΑ. Το αποτέλεσμα ήταν: α) Να χειροτερέψει, ακόμη και στη «χρυσή δεκαετία του 1990» η θέση όχι μόνο της εργατικής τάξης, των παιδιών της, αλλά και ορισμένων καλοπληρωμένων μεσαίων στρωμάτων στις ΗΠΑ. β) Να μεταφερθούν σημαντικά τμήματα ορισμένων κλάδων της Μεταποίησης των ΗΠΑ αρχικά στις «νέες ασιατικές τίγρεις» και στη συνέχεια στις πολυπληθέστατες και με φθηνό εργατικό δυναμικό Κίνα και Ινδία. Αυτήν την τάση επιβεβαίωσε και η δήλωση του Γκόρντον Μπράουν, υπουργού Οικονομικών του Ηνωμ. Βασιλείου, ότι «έως το 2015, θα έχουν μεταφερθεί στο εξωτερικό, σε χώρες όπως η Κίνα και η Ινδια, 5 εκατομμύρια αμερικανικές και ευρωπαϊκές θέσεις εργασίας»[51].

Υπερσύγχρονο παράδειγμα ότι ο καπιταλιστικός ανταγωνισμός και η κερδοφορία του δεν έχουν κανένα όριο, καμμιά απολύτως δέσμευση, είναι αυτό της γιγαντιαίας εταιρείας κατασκευής ηλεκτρονικών υπολογιστών Sun Microsystems Ins, με έδρα την Σάντα Κλάρα της Καλιφόρνιας. Μέσω των δυο θυγατρικών της στο Χονγκ Κονγκ εξήγαγε επί σειρά ετών ηλεκτρονικό εξοπλισμό στην Κίνα, ικανό να χρησιμοποιηθεί και για στρατιωτικούς σκοπούς.

Και βεβαίως έχουν προηγηθεί πολλά ανάλογα παραδείγματα, από την πρόσφατη ιστορία στο Ιράκ, στη Μέση Ανατολή, στο Αφγανιστάν, από την ιστορία του β΄ παγκοσμίου πολέμου, που επιβεβαιώνουν ότι το καπιταλιστικό κέρδος οπλίζει σημερινούς συμμάχους και αυριανούς αντιπάλους ή αντιστρόφως και τους οδηγεί σε πολέμους σε βάρος των λαών.

Ο γαλλογερμανικός άξονας πήρε πρωτοβουλία για την άρση του εμπάργκο όπλων στην Κίνα, προσδοκώντας ότι μια συμφωνία με την Κίνα για τον εκσυγχρονισμό του στρατού της, θα προσέφερε γενναία αναζωογόνηση της ευρωπαϊκής στρατιωτικής βιομηχανίας.

Η ΕΕ, ως το όχημα του ευρωπαϊκού κεφαλαίου, ως συμμαχία των περισσοτέρων ευρωπαϊκών καπιταλιστικών κρατών, σταθερά βαδίζει στο δρόμο του οξύτατου καπιταλιστικού ανταγωνισμού και των πολέμων για το μοίρασμα των αγορών. Οι σχέσεις της με τις ΗΠΑ είναι ιστορικές σχέσεις συμπόρευσης εναντίον του σοσιαλιστικού συστήματος του 20ού αιώνα και του κινδύνου επέκτασής του στην Δυτική Ευρώπη, σχέσεις διεθνικής αλληλεγγύης του κεφαλαίου εναντίον της διεθνούς εργατικής τάξης, αλλά και σχέσεις ανταγωνισμού στη διεθνή καπιταλιστική αγορά.

Ο οξύτατος ανταγωνισμός μεταξύ ΕΕ και ΗΠΑ εκδηλώθηκε σε ποικίλα εμπορεύματα: στα προϊόντα του χάλυβα, στο βόιο κρέας, σε διάφορα είδη διατροφής, στο πετρέλαιο, στον «πόλεμο της μπανάνας».

Οξύτατος ανταγωνισμός μεταξύ ΕΕ και ΗΠΑ εκδηλώνεται για την αλλαγή στα μεταξύ τους μερίδια στις αναπτυσσόμενες περιφερειακές αγορές της Λατινικής Αμερικής, της Βόρειας Αφρικής και της Μέσης Ανατολής, για την κατάκτηση νέων μεριδίων στις αγορές της Ρωσίας, των ασιατικών κρατών της πρώην ΕΣΣΔ, και κυρίως στην Κίνα και στην Ινδία, τις ανερχόμενες καπιταλιστικές δυνάμεις της Ασίας.

Σε αυτόν τον αγώνα ανταγωνισμού, η ΕΕ επιδιώκει τη διαμόρφωση ξεχωριστών συμμαχιών, π.χ. με τη Ρωσία, ιδιαιτέρως για την προώθηση των συμφερόντων της στον τομέα της ενέργειας.

Ταυτοχρόνως εκδηλώνονται όλο και πιο καθαρά, πιο δυναμικά οι αυτοτελείς διεκδικήσεις της Ρωσίας, της Κίνας και της Ινδίας.

Ολα τα ερευνητικά κέντρα στρατηγικής των ΗΠΑ και του διεθνούς ιμπεριαλισμού καταγράφουν τον ανερχόμενο ρόλο της Κίνας στην παγκόσμια καπιταλιστική οικονομία. Ο αναλυτής του διεθνούς κέντρου HSBC για το εμπόριο των μετάλλων κατέγραψε ότι η Κίνα κατέχει την 1η θέση στην κατανάλωση του χαλκού, του κασσιτέρου, του ψευδαργύρου, της πλατίνας, του χάλυβα και του σιδηρομεταλλεύματος, την 2η θέση στην κατανάλωση του αλουμινίου και του μολύβδου, την 3η στο νικέλιο, την 4η στο χρυσό. Στο πετρέλαιο, η Κίνα είχε το 35% της παγκόσμιας κατανάλωσης το 2003, αποτελώντας το δεύτερο μεγαλύτερο καταναλωτή παγκοσμίως και μετατρεπόμενη από καθαρό εξαγωγέα σε καθαρό εισαγωγέα. Σε αυτή τη βάση, η Κίνα διερευνά τη διαμόρφωση στενότερων σχέσεων με τη Ρωσία αλλά και τη Σαουδική Αραβία (2η και 1η πετρελαιοπαραγωγό παγκοσμίως). Ολες αυτές οι εξελίξεις κάνουν τον επικεφαλής οικονομολόγο της BP Πήτερ Ντέιβις να δηλώνει στην εφημερίδα Wall Street Journal ότι η Κίνα διαθέτει μια απίστευτη επιρροή στον ενεργειακό χάρτη, όχι μόνο στην Ασία αλλά και σε ολόκληρο τον κόσμο. Το κέντρο βάρους της ενεργειακής αγοράς μετατοπίζεται.

Το αμερικάνικο περιοδικό Foreign Affairs, με θέμα την «απογείωση της Κίνας» γράφει: «Καθώς η Κίνα διευρύνει την επιρροή της και εκσυγχρονίζει την διπλωματία της, θα κάνει βήματα και όσον αφορά την υπεράσπιση των συμφερόντων της - ακόμη και στην περίπτωση που αυτά έρχονται σε αντιπαράθεση με τα αντίστοιχα των ΗΠΑ (...). Οι αλλαγές αντιπροσωπεύουν την προσπάθεια που καταβάλλουν οι νέοι ηγέτες της Κίνας τόσο για να ξεφύγουν από την απομόνωση της μετά - Τιεν αν Μεν εποχής και να προασπίσουν την ασφάλειά τους όσο και για να αμφισβητήσουν την αμερικάνικη επιρροή σε ολόκληρο τον κόσμο».

Η Κίνα, μαζί με την Ινδία, τη Βραζιλία και τη Ρωσία αμφισβητούν τους συσχετισμούς του ΠΟΕ και προσεταιρίζονται σε αυτό την ΕΕ. Παράλληλα ηγούνται για τη διαμόρφωση νέων τελωνειακών ενώσεων στην Ασία, ακόμη και σε ανταγωνισμό με την Ιαπωνία.

Αλλά και τα κράτη της Κεντρικής και Λατινικής Αμερικής κινούνται για δικό τους λογαριασμό στην ηπειρωτική αμερικανική αγορά και στις εμπορικές σχέσεις τους με τη Δύση και την Ανατολή.

Συμπέρασμα: Σε αυτόν το ρευστό, ανισόμετρα αναπτυσσόμενο καπιταλιστικό κόσμο, η ΕΕ παίρνει μέρος ως ιμπεριαλιστικό κέντρο, με κίνητρο την κατάκτηση προνομιακών όρων για την εξαγωγή εμπορευμάτων και κεφαλαίου, με χρησιμοποίηση όλων των μέσων που διαθέτει, με τάση κατάκτησης νέων μέσων, όπως ισχυρότερη και απεξαρτημένη από τις ΗΠΑ στρατιωτικοπολιτική συμμαχία. Η αφετηρία της θέσης και της επιδίωξής της είναι καθαρά ιμπεριαλιστική ανταγωνιστική, γι’ αυτό και εξ ίσου με τις ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ επικίνδυνη για τους ευρωπαϊκούς λαούς. Γι’ αυτό μοναδική συμφέρουσα και ρεαλιστική διέξοδος για τους λαούς είναι η ταξική πάλη στη γραμμή της ρήξης, της σύγκρουσης και της αποδέσμευσης από την ΕΕ.

 

Η ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΤΟΥ ΟΠΟΡΤΟΥΝΙΣΜΟΥ ΣΤΙΣ ΕΣΩΤΕΡΙΚΕΣ ΑΝΤΙΘΕΣΕΙΣ ΤΗΣ ΕΕ

Κυβέρνηση και αξιωματική αντιπολίτευση στην Ελλάδα, στον εναλλασσόμενο ρόλο τους πριν και μετά τις βουλευτικές εκλογές της 7ης Μαρτίου 2004, στήριξαν την τελευταία διεύρυνση της ΕΕ. Την ίδια στήριξη παρείχε «εξ αριστερών» και ο ΣΥΝ.

Οι φορείς του οπορτουνισμού στο εργατικό κίνημα έχουν αναλάβει να εξωραϊσουν στα μάτια και στη συνείδηση των εργατικών και λαϊκών δυνάμεων τις ταξικές αλλά και τις ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις της ΕΕ.

Το θεωρητικό τους σχήμα προβάλλει την ΕΕ ως την ευρωπαϊκή απάντηση στην ιμπεριαλιστική ηγεμονία των ΗΠΑ. Προβάλλει την ευρωπαϊκή ομοσπονδία ως τη λύση των αντιθέσεων μεταξύ των κρατών-μελών της ΕΕ. Παίρνει εργολαβία την αταξική προβολή των αντεργατικών και ιμπεριαλιστικών στόχων της ΕΕ, θεωρώντας ως αντικειμενικό υπόβαθρο των εξελίξεων τα νέα τεχνολογικά επιτεύγματα.

Σε αυτό το θεωρητικό και πολιτικό σχήμα καλούνται να υποταχθούν τα κόμματα με εργατικές αναφορές, το συνδικαλιστικό εργατικό κίνημα, τα διάφορα κοινωνικά κινήματα σε κάθε κράτος-μέλος της ΕΕ.

Οι οπορτουνιστικές δυνάμεις στην Ελλάδα, με επικεφαλής το ΣΥΝ, ηγούνται για τη διαμόρφωση νέων, ευρωπαϊκής εμβέλειας, πολιτικών και κοινωνικών σχημάτων, του Ευρωπαϊκού Αριστερού Κόμματος και του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Φόρουμ. Είναι τα αναχώματα του «εξ αριστερών» εγκλωβισμού των εργατικών και λαϊκών δυνάμεων στην πολιτική συνεργασίας των τάξεων, στην αποδοχή της ευρωπαϊκής ιμπεριαλιστικής κυριαρχίας, στην ενσωμάτωση και στη συναίνεσή τους στις αναδιαρθρώσεις της καπιταλιστικής κυριαρχίας σε κάθε χώρα.

Οι πολιτικές τους προτάσεις, διανθισμένες με ορισμένη αντικαπιταλιστική και σοσιαλίζουσα φιλολογία, σε τίποτε δε διαφέρουν από τις αστικές αναζητήσεις για τη διαχείριση των κρίσεων, των αντιφάσεων και αντινομιών του συστήματος, με μοναδικό στόχο τη διάσωσή του.

Η πολιτική απάντηση του οπορτουνισμού για τη δυνατότητα μετεξέλιξης της ΕΕ σε μια πολιτική ένωση με μέσα άσκησης μιας δήθεν δημοκρατικής και κοινωνικά ευαίσθητης κοινής πολιτικής, ικανής να σταθεί στο θόλο της καπιταλιστικής παγκοσμιοποίησης αφ’ ενός είναι σαθρό και αποπροσανατολιστικό, αφ’ ετέρου δεν πρωτοτυπεί σε σχέση με τα ιδεολογήματα και τις υποσχέσεις του διεθνούς ιμπεριαλισμού.

Η ΕΕ σταθερά θωρακίζεται με αντεργατικούς θεσμούς και μηχανισμούς καταστολής, υποθάλπτει και ενσωματώνει ακόμη και ανοικτά αντικομμουνιστικούς αποκλεισμούς (π.χ το αντικομμουνιστικό μανιφέστο του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος, τη ρατσιστική και αντικομμουνιστική νομοθεσία των Βαλτικών κρατών, της Τσεχίας). Γενικά, η τάση ανοχής του κοινοτικού κατεστημένου απέναντι στο κομμουνιστικό κίνημα στηρίζεται στη δύναμή του να πετυχαίνει μεγάλης έκτασης οπορτουνιστική διάβρωση και ενσωμάτωσή του.

Οσο για τις υποσχέσεις περί δικαιότερης κρατικής παρέμβασης στην κατανομή του εισοδήματος, στην άμβλυνση της φτώχειας μέσα σε ένα κράτος, μεταξύ των κρατών-μελών της ΕΕ, μεταξύ των «πλουσίων και φτωχών κρατών» του κόσμου αρκεί να προσέξουμε πως τοποθετούνται οι φανεροί υπερασπιστές του καπιταλιστικού συστήματος παγκοσμίως.

Ο Ανδρέας Ανδριανόπουλος υποστηρίζει ότι:

«Ο νεοφιλελευθερισμός δεν αντιστρατεύεται κάθε παροχή προς το κοινωνικό σύνολο. Ούτε και συνιστά λογιστική θεώρηση της πολιτικής ... Συνιστά ορθολογική αντιμετώπιση της πολιτικής και της οικονομίας, ούτως ώστε με την μείωση των αλόγιστων κρατικών δαπανών, την κατάργηση των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων του Δημοσίου και την απελευθέρωση των αγορών, να δημιουργείται πλεόνασμα που να διευκολύνει το κράτος να προστατεύει τα πιο αδύναμα μέλη της κοινωνίας. Εξάλλου, εκεί ακριβώς βρίσκεται η διαφορά του «νέου» από τον «κλασικό» φιλελευθερισμό. Στο ότι ο «νεοφιλελευθερισμός» ενθαρρύνει την παρέμβαση του κράτους για την κάλυψη των κοινωνικών αναγκών της κοινωνίας. Ας μη ξεχνάμε πως επί Θάρτσερ στη Βρετανία διπλασιάσθηκαν οι δαπάνες για την υγεία, ενώ επί Ρέιγκαν στις ΗΠΑ αυξήθηκαν οι κρατικές συνεισφορές στο Medicaid και Medicare.

Ας πάψουμε, πλέον, να συγχέουμε τον κλασικό και δύσκαμπτο συντηρητισμό με τη δυναμικότερη ιδεολογία της εποχής μας ...»[52].

Ο φιλελεύθερος και χαρακτηριζόμενος ως μονεταριστής αμερικανός οικονομολόγος Jeffrey Sachs, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια της Νέας Υόρκης και εξωτερικός σύμβουλος του ΔΝΤ, στιγματίζει την οικονομική πολιτική του Τζ. Μπους εκτός των άλλων και για την αθέτηση της δέσμευσης των ΗΠΑ στη Διάσκεψη του Μοντερέι (Μάρτιος 2002) να διαθέσει 60 δισ. δολάρια για την ανάπτυξη του Τρίτου Κόσμου καθώς και για τη συνολική πολιτική του στην καταπολέμηση της τρομοκρατίας χωρίς την καταπολέμηση της φτώχειας. Υποστηρίζει μάλιστα ότι «δεν μπορεί μια χώρα με το 5% του παγκόσμιου πληθυσμού να σύρει από τη μύτη προς το αδιέξοδο 191 άλλες χώρες με το 95% του παγκόσμιου πληθυσμού»[53].

Κατά το σύνθημα των 250 ευρωπαίων νεοκεϋνσιανών οικονομολόγων «η Ευρωπαϊκή Ενωση μπορεί και πρέπει να αλλάξει», η Παγκόσμια Επιτροπή για την Κοινωνική Διάσταση που συστάθηκε το Φεβρουάριο του 2002 από το Διεθνή Οργανισμό Εργασίας (ΔΟΕ) προβάλλει το σύνθημα: «Η παγκοσμιοποίηση μπορεί και πρέπει να αλλάξει».

Στην έκθεσή[54] της διακηρύσσει ότι «τα περιθώρια ωφελειών από την παγκοσμιοποίηση είναι απεριόριστα» καθώς «προωθεί τις ανοικτές κοινωνίες και οικονομίες και ενθαρρύνει μια πιο ελεύθερη ανταλλαγή αγαθών, ιδεών και γνώσης». Υποστηρίζει ότι οι δράσεις που θα πρέπει να αναληφθούν ξεκινούν από το τοπικό επίπεδο και καταλήγουν στο διεθνές, ότι θα πρέπει να προασπιστούν και να ενισχυθούν τα δικαιώματα στην ελεύθερη έκφραση, στην ιδιαιτερότητα, τόσο στο δημόσιο όσο και στον ιδιωτικό τομέα. Υποστηρίζει ότι ταυτόχρονα θα πρέπει να αναπτυχθούν οι παραγωγικές ικανότητες των οικονομιών με σεβασμό στις τοπικές προτεραιότητες.

Αλλά ποιοι είναι αυτοί που συναποφάσισαν τη διακήρυξη των παραπάνω ιδεών;

Ο αναγνώστης και η αναγνώστρια αξίζει να γνωρίσει ότι μαζί με το νεοκεϋνσιανό οικονομολόγο Στίγκλιτς, τον πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Συντακτικής Επιτροπής Αμάτο και τον πρόεδρο της Αμερικανικής Ομοσπονδίας Εργασίας είναι και ο πρόεδρος της Toshiba, ο αντιπρόεδρος του ιδρύματος Ραντ και μέλος του ΔΣ της Microsoft και ο πρόεδρος της Διεθνούς Οργάνωσης Εργοδοτών και πρώην πρόεδρος της Unilever. Και μόνο αυτές οι συμμετοχές αρκούν για να αποδειχθεί ο ανέξοδος, ουτοπικός και αποπροσανατολιστικός χαρακτήρας των διακηρύξεων, με μόνο στόχο την ενσωμάτωση του εργατικού κινήματος στην ταξική συνεργασία. Είναι το μόνο που χρειάζεται το μεγάλο κεφάλαιο σε κρατικό, περιφερειακό και διεθνικό επίπεδο. Τη μόνη αντίθεση που προτάσσει να ελέγξει είναι η αντίθεση μεταξύ κεφαλαίου-εργασίας, αντίθεση που πρωτογενώς παράγεται σε εθνοκρατικό επίπεδο.

Είναι, λοιπόν, μέγιστη η υπηρεσία του οπορτουνισμού στο σύστημα, που θυσιάζει την ταξική πάλη σε εθνοκρατικό επίπεδο στο όνομα μιας δήθεν συγχρονισμένης πάλης για την αλλαγή του χαρακτήρα της ΕΕ από τα μέσα.

 

Η ΓΡΑΜΜΗ ΤΗΣ ΡΗΞΗΣ, ΤΗΣ ΣΥΓΚΡΟΥΣΗΣ ΚΑΙ ΑΠΟΔΕΣΜΕΥΣΗΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΕ ΜΟΝΗ ΡΕΑΛΙΣΤΙΚΗ ΛΑΪΚΗ ΔΙΕΞΟΔΟΣ ΚΑΙ ΠΡΟΟΠΤΙΚΗ

Το 2004 δεν είναι το 1992. Μεσολάβησαν γεγονότα, εξελίξεις ικανές να δώσουν το έναυσμα για την αντίστροφη μέτρηση στον απεγκλωβισμό όλο και πιο μαζικών πρωτοπόρων τμημάτων των μισθωτών εργαζομένων, των λαϊκών στρωμάτων, της νεολαίας. Είναι καιρός να μετατρέψουν την ταξική τους πείρα σε γνώση, πολιτική συνείδηση, ταξική πάλη.

Είναι υπόθεση του κάθε προβληματισμένου εργαζόμενου στη χώρα του να απαλλαγεί από το φόβητρο του «Γολιάθ», να συμβάλλει στη διαμόρφωση μιας εργατικής στρατιάς «Δαυίδ» στη δική του χώρα. Να στηρίξει ενεργητικά τις προσπάθειες για να μαζικοποιηθεί και μαχητικοποιηθεί μια λαϊκή στρατιά σύγκρουσης και ρήξης με την ΕΕ και με το εγχώριο καθεστώς που τη στηρίζει. Να δώσει τη δύναμή του σε ένα λαϊκό μέτωπο ικανό να αξιοποιήσει τις υπαρκτές αντιθέσεις και αντινομίες της ΕΕ, να τις βαθύνει με την πάλη του, να τις μετατρέψει σε ρήγματα που θα προκαλέσουν τη διάβρωση, τη δυσλειτουργία των αντιλαϊκών στόχων της, τον αποδεκατισμό και στην πορεία την αποσύνθεσή της.

Παλεύοντας σε αυτή την κατεύθυνση το εργατικό λαϊκό κίνημα σε κάθε κράτος-μέλος της ΕΕ διαμορφώνει τις προϋποθέσεις για το συντονισμό της πάλης σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

Ο δρόμος αμφισβήτησης, σύγκρουσης και ρήξης με πολιτικό στόχο την αποδέσμευση της ελληνικής κοινωνίας από την ΕΕ είναι μονόδρομος για την υπεράσπιση των εργατικών και λαϊκών κατακτήσεων, για τη συνεπή ταξική πάλη και διεκδίκηση των σύγχρονων αναγκών τους. Είναι μονόδρομος για τη ριζική αλλαγή του συσχετισμού στο επίπεδο των κοινωνικών δυνάμεων και την ανατροπή του αντιλαϊκού πολιτικού συσχετισμού.

Οι ευρωεκλογές της 13ης Ιουνίου δίνουν την ευκαιρία για ένα ακόμα βήμα προς αυτήν την κατεύθυνση με την ισχυροποίηση του ΚΚΕ.



Η Ελένη Μπέλλου είναι μέλος της ΚΕ του ΚΚΕ και υπεύθυνη του Τμήματος Οικονομίας της ΚΕ.

[1] Ο αναγνώστης και η αναγνώστρια θα πρέπει να μη ξεχνούν ότι υπάρχουν σοβαρά προβλήματα μεθοδολογίας στη μέτρηση και στη συγκρισιμότητα των οικονομικών μεγεθών. Συχνά η οριστική μέτρηση και στάθμιση συγκρισιμότητας επέρχεται μετά 2-3 έτη, με χρονική απόσταση από κράτος σε κράτος και με διορθώσεις που γίνονται με χρονική υστέρηση. Πολλά από τα αριθμητικά στοιχεία προκύπτουν ως εκτιμήσεις, γι’ αυτό και έχουν σημαντικές αποκλίσεις από πηγή σε πηγή.
Ανεξαρτήτως των παραπάνω προβλημάτων, οι διαφαινόμενες τάσεις δεν ανατρέπονται από τις σημαντικές αποκλίσεις στη μέτρηση των οικονομικών μεγεθών, όπως στο ρυθμό μεταβολής του ΑΕΠ στην Ελλάδα το 2003 (κυμαίνεται από 4,1 - 4,7%), στο ύψος του κατά κεφαλήν ΑΕΠ στην Ελλάδα σε τρέχουσες τιμές κλπ. Η ΕΣΥΕ είχε δώσει εκτίμηση αύξησης του ΑΕΠ το 2003 κατά 4,7%, εκτίμηση που συμπεριλήφθηκε και στις συνολικές εκτιμήσεις της Eurostat, που ανακοινώθηκαν αρχές Μαρτίου. Το υπ. Οικονομικών, σε επιστολή του προς την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, ημερομηνίας 22 Μαρτίου 2004, ενημερώνει ότι με βάση νεώτερα στοιχεία υπολογίζει χαμηλότερη την αύξηση του ΑΕΠ, περίπου στο 4,2%. Η Τράπεζα της Ελλάδας εκτιμά αύξηση κατά 4,1%.

[2] Ανακοινώθηκαν στις 11 Φεβρουαρίου 2004 από τον τότε υπουργό Οικονομίας κ. Ν. Χριστοδουλάκη.
Επίσης τα στοιχεία του ΟΟΣΑ δίνουν το κατά κεφαλήν ΑΕΠ της Ελλάδας να ανέρχεται σε 18.400 δολάρια ΗΠΑ, βάσει ισοτιμιών αγοραστικής δύναμης. Τα στοιχεία της ΕΣΥΕ δίνουν το κατά κεφαλήν ΑΕΠ το 2002 σε τρέχουσες τιμές 12.798 ευρώ.

[3] ΙΟΒΕ, Η Ελληνική Οικονομία 3/03, σελ. 43 (Πηγή: Newcronos Database).

[4] ΙΟΒΕ, Η Ελληνική Οικονομία 3/03, σελ. 45 (Πηγή: Newcronos Database).
Ο αριθμός των εργαζομένων περιλαμβάνει τους απασχολούμενους και τους αυτοαπασχολούμενους. Περιλαμβάνονται οι μισθωτοί, οι δημόσιοι υπάλληλοι, οι στρατιωτικοί και οι ιδιοκτήτες επιχειρήσεων. Οι εποχικά απασχολούμενοι και αυτοί που απουσιάζουν από την εργασία τους λόγω ασθένειας, διακοπών, απεργίας και παρακολούθησης εκπαιδευτικών προγραμμάτων κατά τη διάρκεια της έρευνας περιλαμβάνονται στους απασχολούμενους. Ο καθορισμός αυτός είναι σύμφωνος με το Διεθνή Οργανισμό Εργασίας (International Labor Organization, ILO).

[5] Εφημερίδα ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 5.3.04.

[6] Πηγή δεδομένων με βάση τα οποία έγιναν οι υπολογισμοί ο Πίνακας III-11 Μεταποίηση: Μονάδες, Απασχολούμενοι, Προστιθέμενη Αξία κλπ. σελ. 168-171 της έκδοσης Allmedia Publications «Η Ελληνική Οικονομία σε αριθμούς 2003».

[7] Στην κατηγορία του συνόλου των απασχολουμένων δεν περιλαμβάνονται οι άνεργοι (απασχολούμενοι + άνεργοι = εργατικό δυναμικό).

[8] ΙΟΒΕ: Η ελληνική οικονομία, 1/03, Τριμηνιαία Εκθεση, Αρ. τεύχους 36, Ιούνιος 2003, σελ. 56, Πίνακας 4.10 και 4.11.

[9] ΟΚΕ: Γνώμη για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις.

[10] Υπουργείο Ανάπτυξης: Ετήσια Εκθεση για την Ανταγωνιστικότητα. Πηγή: Eurostat Newcronos Database.

[11] Τράπεζα της Ελλάδας, Νομισματική πολιτική 2003-2004, Μάρτιος 2004, σελ. 127.

[12] Εφημερίδα ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, 28.9.03, άρθρο Λ. Τόκα. Πηγή: Υπουργείο Οικονομίας - Βασικές Μακροοικονομικές Στατιστικές Σειρές (2001) και Τρέχουσες Οικονομικές Εξελίξεις (Ιούνιος 2003).

[13] Εφημερίδα ΗΜΕΡΗΣΙΑ, 5.3.2004.

[14] Υπουργείο Ανάπτυξης: Ετήσια Εκθεση για την Ανταγωνιστικότητα.

[15] ΙΟΒΕ, Η ελληνική οικονομία, 1/03, Τριμηνιαία Εκθεση, Αρ. τεύχους 36, Ιούνιος 2003, σελ. 57.

[16] Πηγή Eurostat, Newcronos Database.

[17] Πηγή Eurostat, Newcronos Database.

[18] Υπουργείο Οικονομικών: Ετήσια Εκθεση για την Ανταγωνιστικότητα.

[19] Ως όριο φτώχειας ορίζεται το 60% της διαμέσου του ισοδυναμισμένου διαθέσιμου για τη χώρα.

[20] Ερευνα του καθηγητή Οικονομικών της Υγείας και κοσμήτορα της ΕΣΔΥ Ι. Κυριακόπουλου, δημοσίευση στοιχείων εφημερίδα «ΤΟ ΒΗΜΑ», 30.10.03.

[21] Ερευνα ομάδας αμερικανών επιστημόνων από το Πανεπιστήμιο «Τζον Χόπκινς», με επικεφαλής τον Βισέντε Ναβάρο. Δημοσίευση στην εφημερίδα ΗΜΕΡΗΣΙΑ, 19.1.04.

[22] Στοιχεία του Πίνακα 2 της έκδοσης «Η ελληνική οικονομία σε αριθμούς, 2003», σελ. 28.

[23] Ερευνα για την ποιότητα ζωής από την εταιρεία Mercer Human Resource Consulting, τα αποτελέσματα της οποίας δόθηκαν στη δημοσιότητα την 1η Μαρτίου 2004. Αναδημοσίευσή τους στην εφημερίδα ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ, 2.3.04.

[24] Υπουργείο Οικονομικών, Ετήσια Εκθεση για την Ανταγωνιστικότητα: Ανάλυση δεικτών βιομηχανικής παραγωγής.

[25] ΕΠΙΛΟΓΗ, Μηνιαία Οικονομική Επιθεώρηση, τεύχος 3/2004, σελ 111.

[26] Στο ίδιο, Κ. Δρακάτου, σελ. 21, Πηγή: Eurostat.

[27] ΕΠΙΛΟΓΗ, τεύχος 3/2004, σελ. 21.

[28] Ερευνα του Ινστιτούτου Οικονομίας Κατασκευών.

[29] Η Ελληνική οικονομία σε αριθμούς, 2003, σελ. 113.

[30] Ετήσια Εκθεση ΕΚΤ - 2002, σελ. 144.

[31] Τράπεζα της Ελλάδας, Νομισματική Πολιτική, 2003-2004, σελ. 74.

[32] Βλέπε και εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ, 14.7.2002.

[33] Εκτίμηση που περιέχεται στην επιστολή του Πανελληνίου Συνδέσμου Εξαγωγέων προς τον τότε υφυπουργό Οικονομικών Απ. Φωτιάδη (Σεπτέμβριος του 2002). Η εκτίμηση στηριζόταν σε επεξεργασία στοιχείων της ΕΣΥΕ που έκανε ο Σύνδεσμος.

[34] Η Ελληνική Οικονομία σε αριθμούς - 2003, Allmedia Publications, σελ. 249.

[35] Τράπεζα της Ελλάδας, Νομισματική Πολιτική, 2003-2004, σελ. 73.

[36] Καθαρό συσσωρευτικό ξένο άμεσα επενδυτικό κεφάλαιο.

[37] Θ. Παλάσκας, Λ. Πεχλιβάνος, Χρυσ. Στόφορος, Η Ελλάδα στη διεθνή αγορά επενδύσεων, έκδοση ΙΟΒΕ, σελ. 36, Πηγή: Van den Berghe (2002).
Στην ίδια μελέτη, η χρησιμοποίηση στοιχείων διαφορετικών πηγών δίνει σημαντικά διαφοροποιημένα τα αποθέματα εισροών ΞΑΕ στην Ελλάδα ως ποσοστό του ΑΕΠ (11%) το 2000 (σελ. 77).

[38] Ετήσια Εκθεση της UNCTAD, Νοέμβριος 2003, και «Η ελληνική οικονομία σε αριθμούς, 2003».

[39] Η Ελληνική οικονομία σε αριθμούς, 2003, σελ. 76-77, 24-25.

[40] Τράπεζα της Ελλάδας, Εκθεση του Διοικητή για το έτος 2002, σελ. 297. Για το 2002, προσωρινά στοιχεία. Με (-) καθαρή εκροή. Με (+) καθαρή εισροή.

[41] Τράπεζα της Ελλάδας, Εκθεση του Διοικητή για το έτος 2002, σελ. 298.

[42] Τράπεζα της Ελλάδας, Εκθεση του Διοικητή για το έτος 2002, σελ. 299.

[43] Τράπεζα της Ελλάδας, Νομισματική Πολιτική, Ενδιάμεση Εκθεση 2003, Πίνακας 5, σελ. 146.

[44] Τράπεζα της Ελλάδας, Νομισματική Πολιτική, 2003-2004, Μάρτης 2004, Πίνακας 5 Ισοζυγίου εξωτερικών συναλλαγών, σελ. 148.

[45] Τράπεζα της Ελλάδας, Νομισματική Πολιτική, 2003-2004, Μάρτης 2004, σελ. 75-76.

[46] Τράπεζα της Ελλάδας, Νομισματική Πολιτική, 2003-2004, Μάρτης 2004, Πίνακας 5 Ισοζυγίου εξωτερικών συναλλαγών, σελ. 148.

[47] Η συμφωνία σύνδεσης της Ελλάδας υπογράφηκε στις 9 Ιουλίου του 1961, κυρώθηκε με το νόμο 4226 στις 14 Μαρτίου 1962 και τέθηκε σε ισχύ την 1η Νοεμβρίου 1962.

Αίτηση πλήρους ένταξης στην ΕΟΚ υπέβαλε η Ελλάδα τον Ιούνη του 1975. Οι διαπραγματεύσεις κατέληξαν στην Πράξη Προσχώρησης που υπογράφτηκε το Μάιο του 1979 και ενεργοποιήθηκε την 1η Ιανουαρίου του 1981.

[48] Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, Ετήσια Εκθεση, 2002, σελ. 144.

[49] Από την ομιλία του Ζαν Κλωντ Τρισσέ στο Συνέδριο για την τόνωση της επιχειρηματικότητας στο Λονδίνο, στις 26 Ιανουαρίου 2004.

[50] Στοιχεία Eurostat.

[51] Δήλωση στο Συνέδριο για την ανάπτυξη της επιχειρηματικότητας, που έγινε στο Λονδίνο, στις 26 Ιανουαρίου 2004.

[52] Εφημερίδα ΗΜΕΡΗΣΙΑ, 17.11.03.

[53] Jeffrey Sachs «A Declaration of Independence from the USA», στο Project Syndicate, Νοέμβριος 2003. Στο άρθρο του Κ. Βεργόπουλου στην εφημερίδα ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, 28/12/2003.

[54] Εκθεση, σελ. 168, www.ilo.org.