H ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΣΥΜΜΑΧΙΩΝ ΤΟΥ ΚΚΕ ΚΑΙ Η ΚΡΙΤΙΚΗ ΣΤΗΝ «ΕΝΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑΣ»

Στόχος του άρθρου είναι να κωδικοποιηθούν στο δυνατό βαθμό οι αντικειμενικές διαφορές ανάμεσα στις δύο αυτές προτάσεις συμμαχίας. Η συμμαχία -εννοείται- δε στηρίζεται στη συμφωνία πάνω σε όρους και συνθήματα ή γενικές ιδέες, αλλά σε ζητήματα στρατηγικής σημασίας- κατεύθυνσης, στο ζήτημα της εναλλακτικής εξουσίας.

Η πολιτική συμμαχιών για το ΚΚΕ είναι πάγια και όχι ευκαιριακή πολιτική. Παλεύουμε να πάρει σάρκα και οστά, την προβάλλουμε και την εκλαϊκεύουμε ανεξάρτητα αν έχουν διαμορφωθεί οι υποκειμενικές προϋποθέσεις για να πραγματοποιηθεί στο πολιτικό επίπεδο. Για το ΚΚΕ η συγκρότηση συμμαχίας είναι υπόθεση πάλης, εξελίξεων στο συσχετισμό δυνάμεων, ριζοσπαστικών ανακατατάξεων στην κοινωνική και πολιτική συνείδηση, τέτοιων που θα φέρουν αλλαγές στη σύνθεση του πολιτικού σκηνικού. Η στάθμη του κινήματος τελικά θα παίξει αποφασιστικό ρόλο στη μεγάλη αυτή υπόθεση. Βεβαίως και δε στεκόμαστε με σταυρωμένα τα χέρια, περιμένοντας να πέσουν ως ώριμο φρούτο οι δυνατότητες. Παίρνουμε πρωτοβουλίες, κάνουμε διάλογο πριν απ’ όλα μέσα στο λαό, με ριζοσπαστικές λαϊκές δυνάμεις, κοινωνικούς παράγοντες που δρουν σε θετική κατεύθυνση, παρακολουθούμε τις εξελίξεις, προσπαθούμε να υποβοηθήσουμε θετικές τάσεις.

Η προώθηση της πολιτικής συμμαχιών δεν εξαρτάται αποκλειστικά από τη θέληση του ΚΚΕ, εξαρτάται και από τη φυσιογνωμία και το χαρακτήρα των άλλων πολιτικών κομμάτων, κινήσεων. Δεν εκβιάζεται. Από τους πιο ισχυρούς παράγοντες που βοηθούν επιταχυντικά την υπόθεση των συμμαχιών στρατηγικής σημασίας που προβάλλει το ΚΚΕ είναι η δύναμη και η ισχύς του Κόμματος, η στάθμη του κινήματος, πριν απ’ όλα η κατάσταση και ο ρόλος του εργατικού κινήματος και ο βαθμός πολιτικοποίησής του.  

Η συμμαχία που συγκροτείται κάτω από την πίεση των καταστάσεων, με βάση μόνο ένα στόχο άμεσης επικαιρότητας, ασύνδετη με την προοπτική, η οποία μάλιστα στρουθοκαμηλίζει, παραμερίζοντας κρίσιμες διαφορές, θα ρίξει πίσω το κίνημα, θα αμαυρώσει τη σημασία της, τον προωθητικό της ρόλο, θα απογοητεύσει.

Προκύπτει η πανελλαδική συμφωνία για συγκρότηση συμμαχίας, αφού έχει προηγηθεί μια περίοδος κοινής δράσης σε επί μέρους μέτωπα πάλης, στο ίδιο το κίνημα. Εκεί δηλαδή που διαπιστώνεται στην πράξη τι λέει και τι κάνει η κάθε πλευρά.

Υπογραμμίζουμε το ζήτημα αυτό καθώς είμαστε όλοι μάρτυρες της προεκλογικής δημαγωγίας του ΣΥΝ για το ποιος ευθύνεται και ποιος δεν ευθύνεται για το ότι δεν έχει γίνει συμμαχία με το ΚΚΕ. Δεν ενδιαφέρεται όμως, σκοπίμως, να εξηγήσει ποιες διαφορές υπάρχουν ή τουλάχιστον ποια επιχειρήματα αντιτάσσει το Κόμμα. Γιατί τότε θα φανεί ότι το ζήτημα δεν είναι αν χρειάζεται η συμμαχία, αλλά ποια συμμαχία χρειάζεται. Και μόνο αυτό το γεγονός αποδεικνύει ότι η κριτική του ΣΥΝ δε διέπεται από ειλικρίνεια και φερεγγυότητα. Προσθέτουμε επίσης ότι τα συνεδριακά ντοκουμέντα του ΣΥΝ υπογραμμίζουν ότι συνεργασία με το ΚΚΕ δεν μπορεί να επιτευχθεί. Πράγμα που προεκλογικά το ξεχνάει.

Ο στόχος του ΣΥΝ προεκλογικά δεν ήταν αυτή καθεαυτή η συνεργασία με το ΚΚΕ, όσο η χρησιμοποίησή της, σαν προεκλογικό χαρτί για να αποσπάσει συναισθηματικούς ψήφους ώστε να πετύχει την είσοδο στη Βουλή. Αλλωστε προεκλογικά είχε θέσει ως στόχο, δίπλα στον κύριο που ήταν η εξασφάλιση του 3% και κάτι, να αλλάξει ο συσχετισμός δύναμης, δηλαδή το ΚΚΕ να έρθει τέταρτο και ο ΣΥΝ τρίτος. Δε μας ενοχλεί αυτή η στόχευση. Το ζήτημα όμως είναι ότι δεν μπορείς να ζητάς συνεργασία και την ίδια ώρα να επιζητείς το αδυνάτισμα του συμμάχου.

Η αριστερή ή αντινεοφιλελεύθερη ενότητα έχει κύριο αντίπαλο τη στρατηγική του ΚΚΕ. Ας αφήσουν λοιπόν τα κλάματα και τις γκρίνιες γύρω από το θέμα αυτό.

 

ΑΚΟΜΑ ΚΑΙ ΟΙ ΠΟΛΙΤΙΚΟΙ ΟΡΟΙ ΠΟΥ ΧΡΗΣΙΜΟΠΟΙΟΥΝΤΑΙ ΥΠΟΔΗΛΩΝΟΥΝ ΤΟ ΕΥΡΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΒΑΘΟΣ ΤΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ

Η πολιτική πρόταση συμμαχίας του ΚΚΕ έχει τον τίτλο Αντιιμπεριαλιστικό Αντιμονοπωλιακό Δημοκρατικό Μέτωπο. Ο ΣΥΝ και οι συνωθούμενοι με αυτόν χρησιμοποιούν κυρίως το σύνθημα «Ενότητα της Αριστεράς» που την προσδιορίζουν ως μέτωπο κατά του νεοφιλελευθερισμού.

Οι διαφορές στον τίτλο δεν εξηγούνται απλά με το γεγονός ότι κάθε κόμμα χρησιμοποιεί διαφορετικές ορολογίες. Κατά τη γνώμη μας δεν είναι τυχαία η επιλογή των όρων τόσο από το ΚΚΕ όσο και από το ΣΥΝ. Αν και το ζήτημα των τίτλων και ορολογιών δεν είναι το βασικό, έχει αξία να το προσεγγίσουμε έστω και από αυτήν την περιορισμένη και δευτερεύουσα ίσως πλευρά.

Δεν είναι τυχαίο που καταγγέλλεται το ΚΚΕ για ξύλινη γλώσσα αναφορικά π.χ. με τον όρο «μονοπώλια» ή «ιμπεριαλισμός», όροι που έχουν πολιτικό επιστημονικό περιεχόμενο. Ο οπορτουνισμός συστηματικά δείχνει διάθεση να απογαλακτισθεί από όρους που εμπεριέχονται στην επιστημονική θεωρία του σοσιαλισμού. Τάση του είναι να προβάλλει συνθήματα και άξονες τόσο γενικούς που μπορεί ακόμα να αποφορτιστούν και από το όποιο πολιτικό περιεχόμενο. Η προτίμησή τους είναι οι ευρωενωσιακοί όροι που είναι εντελώς ξύλινοι, δεν παραπέμπουν από μόνοι τους σε συγκεκριμένο πολιτικό περιεχόμενο. Σκοπίμως βεβαίως γιατί ο χαρακτήρας τους είναι απολύτως ταξικός, ανεξάρτητα από τους νεολογισμούς που χρησιμοποιούνται, όχι για επικοινωνιακή πολιτική, αλλά για παραπλάνηση.

Η ηγεσία του ΣΥΝ αρέσκεται στον όρο «προοδευτικός εκσυγχρονισμός» που είναι ουδέτερος ταξικά και πολιτικά, μπορεί να καλύψει πολλούς, ιδιαίτερα εκείνους που πιστεύουν ουτοπικά στις άκοπες λύσεις. Κατά τη γνώμη μας ο όρος μαρτυρά τη στρατηγική του ΣΥΝ που είναι η προοδευτική επάλειψη του καπιταλιστικού συστήματος.

Το ίδιο κάνει προβάλλοντας την «κοινωνική συνοχή» αντί της πιο συγκεκριμένης θέσης για «ταξική συνεργασία». Με την ίδια όρεξη χρησιμοποιεί και τον όρο «κοινωνική αναταραχή» έτσι που χαϊδεύει τα αυτιά αυτών που εχθρεύονται και φοβούνται την ταξική πάλη. Αποδεικνύεται πάντως ότι ο ίδιος ο πολιτικός φορέας απεχθάνεται την ταξική πάλη, την ταξική ανάλυση των φαινομένων και των εξελίξεων.

Το ΚΚΕ, από τη στιγμή που πιστεύει στο περιεχόμενο συγκεκριμένων πολιτικών όρων, δεν έχει λόγο να τους αλλάξει. Δεν κρυβόμαστε από το λαό. Επιδιώκουμε να πείσουμε όσο γίνεται μεγαλύτερο μέρος του πάνω στην ουσία και στο περιεχόμενο της πολιτικής, και όχι να τον κερδίσουμε καθησυχάζοντάς τον ότι υπάρχει εύκολος δρόμος για να ικανοποιηθούν τα οράματα και οι ανάγκες του.

 

ΤΟ ΑΝΤΙΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΤΙΚΟ ΑΝΤΙΜΟΝΟΠΩΛΙΑΚΟ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΟ ΜΕΤΩΠΟ

Με τον όρο Αντιιμπεριαλιστικό Αντιμονοπωλιακό Δημοκρατικό Μέτωπο το ΚΚΕ προσδιορίζει εναντίον ποιων ταξικών κοινωνικο-πολιτικών συμφερόντων παλεύει. Το αντί είναι η άλλη όψη του υπέρ. Προτείνουμε λοιπόν συμμαχία όλων εκείνων των δυνάμεων, κοινωνικών και πολιτικών, που έχουν αντικειμενικό συμφέρον να αντιπαλέψουν τη στρατηγική που υπηρετεί τα μονοπώλια, τον ιμπεριαλισμό.

Μιλάμε για συμμαχία σε κοινωνικό και πολιτικό επίπεδο, ξεκαθαρίζοντας από την αρχή ότι συμμαχία σημαίνει κοινή γραμμή κατεύθυνσης ανάμεσα σε δυνάμεις που έχουν και διαφορές και όχι για ενότητα που μπορεί να εννοηθεί ως κατάργηση της αυτοτέλειας των συνιστόντων μερών.

Το ριζοσπαστικό και θεμελιακό στοιχείο της πρότασης του ΚΚΕ βρίσκεται στο γεγονός ότι εδράζει τη συμμαχία στο κοινωνικό επίπεδο, ανάμεσα δηλαδή στην εργατική τάξη, τα φτωχά μεσαία στρώματα της πόλης, τη μικρομεσαία αγροτιά. Πάνω σε υπαρκτές κοινωνικές δυνάμεις, συγκεκριμένες. Αποκλείουμε την αοριστία. Λογικά λοιπόν προσδιορίζει πού υπάρχει κοινό συμφέρον, πού πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι υπάρχουν και διαφορές μεταξύ τους, για να αντιμετωπίζονται με τρόπο ώστε το Μέτωπο να προχωρά, να ξεπερνά όσο γίνεται δυνατό τις δυσκολίες. Ταυτόχρονα, εξασφαλίζεται ο συνδυασμός της κοινής δράσης αλλά και η αυτοτέλεια των συνιστωσών, ο τρόπος που θα διεξάγεται ο αντίλογος, η διαπάλη που αντικειμενικά θα γίνεται και στους κόλπους του Μετώπου, με πραγματική διαφάνεια στα πλαίσια της κοινωνίας, του κινήματος.

Το ΑΑΔΜ συγκροτείται πάνω σε προγραμματικό πλαίσιο αντιιμπεριαλιστικής αντιμονοπωλιακής κατεύθυνσης, εκσυγχρονισμένο με βάση τις σημερινές εξελίξεις, ιδιαίτερα μετά το 1992 οπότε ψηφίζεται η στρατηγική συμφωνία του Μάαστριχτ, διαμορφώνεται η νέα δομή του ΝΑΤΟ, σε συνθήκες νίκης της αντεπανάστασης. Παίρνει απολύτως υπόψη το συσχετισμό δύναμης, κάνει απαραίτητες προσαρμογές χωρίς όμως να ενσωματώνεται και να υποτάσσεται στο συσχετισμό. Το Μέτωπο πρέπει να βοηθάει στην αλλαγή των συσχετισμών, στη ριζοσπαστικοποίηση. Προβάλλει όχι μόνο γενικούς άξονες και στόχους πάλης, αλλά και αναλυτικές θέσεις που απαντούν στα καθημερινά προβλήματα και τις ανάγκες του λαού.

Το ΚΚΕ, όπως έκανε όλα του τα χρόνια, χωρίς να χάνει από τα μάτια του το σοσιαλισμό κάνει ό,τι μπορεί για να συμβάλλει στην απόσπαση κατακτήσεων στο έδαφος του καπιταλισμού, στις δύσκολες σημερινές συνθήκες, και από ανθρωπιστική αφετηρία αλλά και με τη γνώση ότι η ριζοσπαστικοποίηση και τα ατσάλωμα γίνεται στο μέτωπο του αγώνα, της ταξικής πάλης, της πολιτικής και ιδεολογικής αναμέτρησης, στο έδαφος των προβλημάτων. Είναι πολύ λίγοι εκείνοι και εκείνες, σε συνθήκες αργών σχετικά εξελίξεων στο κίνημα, που φτάνουν σε υψηλό επίπεδο γενίκευσης.

Για λόγους οικονομίας του χώρου δεν αναφερόμαστε σε συγκεκριμένες θέσεις και στόχους πάλης που έχουμε επεξεργαστεί, καθώς αυτά είναι γνωστά και όσοι δεν τα γνωρίζουν ή δε θέλουν να μάθουν ή καμώνονται πως δεν ξέρουν για να αφορίζουν δογματικά το ΚΚΕ, ότι τάχα ενδιαφέρεται μόνο για την επανάσταση και όχι για την απόσπαση κατακτήσεων προς όφελος των εργαζομένων. Εμείς ξέρουμε καλά ότι μπορούμε να είμαστε μαχητές σήμερα, γιατί δεν έχουμε παραιτηθεί από τον τελικό μας σκοπό.

Το ΚΚΕ δεν περιορίζεται σε μια συμμαχία ΑΝΤΙ, ούτε μόνο σε μια συμμαχία κατεύθυνσης, που εκφράζει κίνηση χωρίς τέρμα. Αναφέρεται συγκεκριμένα ποια έκβαση είναι επιθυμητή στην πάλη αυτή και δεν μπορεί παρά να σχετίζεται με το πρόβλημα της εξουσίας, της διακυβέρνησης.

Ανοικτά και επίσημα διακηρύσσει ότι η συμμαχία είναι μορφή συμβιβασμού. Οι βασικές διαφορές θα στρέφονται στο θέμα της εξουσίας, της διακυβέρνησης, στο ζήτημα του σοσιαλισμού, στο πώς θα γίνει το πέρασμα στο σοσιαλισμό, στο πώς κρίνεται η πείρα οικοδόμησης του σοσιαλισμού τον 20ό αιώνα.

Προσδιορίζουμε μάλιστα πώς μπορεί να συμφωνηθεί ο συμβιβασμός. Ο όρος λαϊκή εξουσία και οικονομία είναι η κατάλληλη λύση, που επιτρέπει συνύπαρξη και κοινή δράση όλων εκείνων που θέλουν ριζική αλλαγή, όμως δεν την ταυτίζουν με το σοσιαλισμό, έχουν διαφορετική με εμάς αντίληψη για το πώς θα πάμε στο σοσιαλισμό. Συμβιβασμός υποχρεωτικός από τη στιγμή που η συμμαχία γίνεται στη βάση της αντίθεσης «λαός από τη μια και μονοπώλια, ιμπεριαλισμός από την άλλη».

Το ΚΚΕ παίρνει επίσης υπόψη ότι η συμμαχία δε χτίζεται από τη μια στιγμή στην άλλη, με τα σημερινά δεδομένα. Γι’ αυτό και έχει επεξεργαστεί το δρόμο εκείνο που μπορεί να μας φέρει πιο κοντά στη δυνατότητα να χτιστεί το Μέτωπο. Αναφερόμαστε στη θέση του για τα επί μέρους μέτωπα συσπείρωσης και συνεργασίας, τα ρυάκια προς το ποτάμι του Μετώπου.

 

Η ΕΝΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑΣ ΄Η ΑΝΤΙΝΕΟΦΙΛΕΥΘΕΡΟ ΜΕΤΩΠΟ

Ας παρακάμψουμε προσωρινά το ποιος προτείνει την Ενότητα της Αριστεράς, καθώς υπάρχει θέμα φερεγγυότητας, ειλικρίνειας, θέλησης και ικανότητας σεβασμού των συμφωνημένων. Ας παρακάμψουμε προσωρινά την πείρα που έχουμε, τα βάσανα που έχουμε ζήσει από τις δυνάμεις αυτές στο πρόσφατο παρελθόν, κατά τη διάρκεια της συγκρότησης και σύντομης ζωής του ΣΥΝΑΣΠΙΣΜΟΥ της Αριστεράς και της Προόδου που έγινε με πρωτοβουλία του Κόμματός μας το 1989. Την τραγική πείρα της περιόδου ’90-’91 γεμάτη γεγονότα που έγιναν δημόσια γνωστά και τα οποία προεκτείνονται στο παρόν. Το κύριο και βασικό πάντως είναι, κοιτάζοντας το παρόν και όχι αποκλειστικά το παρελθόν, ότι η πρόταση για Ενότητα της Αριστεράς είναι σε αντίθετη κατεύθυνση με το ΑΑΔΜ.

Η πρόταση συμμαχίας (αν υποθέσουμε ότι πραγματικά απευθύνεται στο ΚΚΕ και δεν αποτελεί προπαγανδιστικό τρυκ) δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια πρόταση διαχείρισης του συστήματος με στόχο ένα καλύτερο κοινωνικό πρόσωπο της αστικής εξουσίας.

Ισως δεν είναι τυχαία και η χρήση του όρου «ενότητα» που μάλλον παραπέμπει σε ενιαίο φορέα, κόμμα, ενιαία συγκρότηση, η οποία καταργεί εξ αντικειμένου τη συνύπαρξη συνεργασίας και αυτοτέλειας. Η άποψή μας αυτή ενισχύεται και από το γεγονός ότι οι «εταίροι» του ΣΥΝ θέτουν ανοικτά τη μετεξέλιξη των κομμάτων σε τάσεις εντός ενός ενιαίου πολιτικού φορέα.

Ο ΣΥΝ αντιστέκεται για διάφορους λόγους, που κυρίως όμως δεν είναι ιδεολογικοί. Επανεμφανίζεται η γνωστή συζήτηση, που άρχισε να γίνεται με φορέα την ΕΑΡ και κάποιους ανένταχτους, αμέσως μετά την ίδρυση του τότε ΣΥΝΑΣΠΙΣΜΟΥ. Αποψη βεβαίως που υιοθετήθηκε από τα στελέχη του Κόμματος που ήθελαν να ξεμπερδέψουν με το ΚΚΕ.

Αυτή η συζήτηση δεν είναι και πολύ μοντέρνα. Τέτοια συζήτηση έγινε και την περίοδο της ΕΔΑ, που ξεκίνησε ως συνασπισμός για να καταλήξει σε ενιαίο κόμμα. Από την οπορτουνιστική τάση που υπογράμμιζε ότι δε χρειάζεται ΚΚΕ, μπορεί να υποκατασταθεί από την ΕΔΑ. Ολα αυτά ζημιά τελικά έκαναν στην ΕΔΑ και στην πολιτική συμμαχιών με γενικότερες και μακροπρόθεσμες συνέπειες.

Ο όρος Αριστερά χρησιμοποιείται κυρίως με πολιτικά κριτήρια, δεν υπάρχει κανένας σαφής και οριοθετημένος προσδιορισμός για την κοινωνική βάση της, με αφετηρία την κοινωνικοταξική διάρθρωση και διαστρωμάτωση της ελληνικής κοινωνίας. Αρέσκονται μάλιστα να μιλάνε συνεχώς για νέα κινήματα. Τα πράγματα είναι καθαρά, δε λέγεται ανοικτά πάντα, εκφράζεται αντιπαράθεση, φόβος αν όχι και απέχθεια σε ό,τι έχει σχέση με την εργατική τάξη και τον πρωτοπόρο επαναστατικό ρόλο της. Παντού σε όλη την Ευρώπη και στην Ελλάδα ο όρος «νέα κοινωνικά κινήματα» χρησιμοποιείται για να υποδηλώσει την περιφρόνηση έως και την αντίθεση με το εργατικό κίνημα.

Ο όρος αντινεοφιλελεύθερο μέτωπο είναι πιο καθαρός στο περιεχόμενό του. Η ανάλυση που γίνεται παραπέμπει κυρίως στον τρόπο άσκησης της πολιτικής και στον τρόπο διαχείρισης της οικονομίας. Και όχι στο πολιτικό σύστημα, στο καπιταλιστικό σύστημα. Γι’ αυτό και τους προκύπτουν αιτήματα και στόχοι πάλης, προτάσεις που τελικά δεν εκφράζουν εναλλακτική λύση, αλλά πολιτική άμβλυνσης των πιο ακραίων μορφών των προβλημάτων που συσσωρεύονται. Αντικειμενικά ενισχύουν την κυρίαρχη πολιτική. Στην καλύτερη περίπτωση μπορεί να χαρακτηριστούν ως ουτοπικές και ανεδαφικές. Πρακτικά έρχονται σε αντίθεση με τα λαϊκά συμφέροντα και γι’ αυτό είναι επικίνδυνες ως αριστερό άλλοθι.

Ενα χαρακτηριστικό παράδειγμα: Συνδέουν την αντιμετώπιση της ανεργίας με την αύξηση των επενδύσεων, την καλύτερη διαχείριση των κοινοτικών πακέτων, άντε και με τη μείωση του χρόνου εργασίας που όμως δεν τη βλέπουν καθολική. Ούτε ο ΣΥΝ ούτε οι συνεργαζόμενοι μαζί του θέλουν και μπορούν να δουν ότι η αύξηση σήμερα των επενδύσεων όχι μόνο δεν οδηγεί σε αντιμετώπιση της ανεργίας, αλλά σε συνθήκες καπιταλισμού και των αναδιαρθρώσεων αυξάνουν δραματικά την ανεργία. Αφού οι επενδύσεις σε συνθήκες απελευθέρωσης της κίνησης κεφαλαίων, αγοράς εργασίας, υπηρεσιών και εμπορευμάτων, σε συνθήκες ανόδου της παραγωγικότητας με στόχο το υπερκέρδος και την καπιταλιστική ανταγωνιστικότητα ένα αποτέλεσμα έχουν: την καταστροφή παραγωγικών δυνάμεων, εργατικού κυρίως δυναμικού, αναπτύσσοντας επιλεκτικά τομείς της οικονομίας και των υπηρεσιών που προσπορίζουν μέγιστο κέρδος, ενώ άλλοι τομείς μένουν στάσιμοι ή και πίσω. Δεν παίρνουν υπόψη, ενώ εμφανίζονται οπαδοί της καπιταλιστικής ενοποίησης, ότι οι επενδυτές δεν έχουν κανένα πρόβλημα να βάλουν λουκέτο σε κερδοφόρες επιχειρήσεις, προκειμένου να μετεγκατασταθούν στο εξωτερικό για ακόμα μεγαλύτερα υπερκέρδη.

Ακόμα δε βλέπουν ότι από μόνη της η μείωση των ωρών εργασίας δεν μπορεί να φέρει αντίστοιχη αύξηση θέσεων, από τη στιγμή που λειτουργούν οι βασικοί νόμοι της καπιταλιστικής αγοράς και γενικότερα του συγκεκριμένου τρόπου παραγωγής, δηλαδή της υπεραξίας, της καπιταλιστικής χρήσης των νέων τεχνολογιών, της τάσης μείωσης του μέσου ποσοστού κέρδους που συνεπάγεται επιθετικά μέτρα για τη μείωση όσο γίνεται προς τα κάτω της τιμής της εργατικής δύναμης και της ζωντανής εργασίας. Με στόχο επίσης να αξιοποιείται η εφεδρική εργατική δύναμη για να πέφτουν οι αμοιβές και κοινωνικές παροχές, για να χειραγωγούνται και να εξαγοράζονται οι εργαζόμενοι.

Κρύβουν επίσης ή δεν μπορούν -έστω- να δουν ότι οι κοινοτικοί πόροι δε δίνονται με δυνατότητα ελεύθερης διαχείρισης από κάθε κράτος-μέλος, αλλά καθορίζεται τι και πώς θα επενδυθεί. Και μάλιστα τα κοινοτικά ποσά, σε ένα μεγάλο μέρος τους, επιστρέφονται τελικά στην ΕΕ, ιδιαίτερα στις ισχυρές καπιταλιστικές χώρες, αφού αυτές αναλαμβάνουν να μας τροφοδοτήσουν με δικές τους πρώτες ύλες, μηχανήματα και εμπορεύματα που συνδέονται με τις επενδύσεις στην Ελλάδα. Τα κοινοτικά πακέτα π.χ. εκτός των άλλων οδήγησαν στην αύξηση του ελλείμματος του εμπορικού ισοζυγίου των αγροτικών προϊόντων.

Το θέμα δεν είναι αποκλειστικά οι επενδύσεις, αλλά ποιος κατέχει τα μέσα παραγωγής και για ποιο σκοπό συντελείται η ανάπτυξη. Το θέμα δεν εξαντλείται με την αύξηση του ΑΕΠ, αλλά ποιος υπηρετείται από την αύξηση αυτή, ποιος χάνει.

Οι λαθεμένες αντιλήψεις του ΣΥΝ τον οδηγούν σε μια πολιτική συμβιβασμού, αναπόφευκτα σε επίπεδο κινήματος, σε σύγχρονες πολιτικές επιλογές.

Παραδείγματα και αποδείξεις αφθονούν. Βρίσκονται στη συμφωνία του ΣΥΝ με κρίσιμες επιλογές όπως:

- Στην αποδοχή των ελαστικών εργασιακών σχέσεων.

- Στη λογική του εφικτού στην εισοδηματική πολιτική, όπου το εφικτό βασίζεται στην ανταγωνιστικότητα και αντοχή της οικονομίας.

- Συνύπαρξη ιδιωτικού και δημόσιου σε τομείς όπως η υγεία και η παιδεία πράγμα που ακυρώνει και τις θέσεις του για δημόσια επιχορήγηση που τη θεωρούν κύριο ζήτημα για την αντιμετώπιση των προβλημάτων.

- Δέχτηκε ιδιωτικοποιήσεις και μάλιστα υπήρξε κήρυκας του μικρότερου κράτους.

- Δέχτηκε την ΚΑΠ.

- Δεν έχει πολιτική υπεράσπισης των ΕΒΕ.

- Το πιο χαρακτηριστικό είναι η στάση του απέναντι στο ΠΑΣΟΚ, όπου το κύριο βάρος της κριτικής είναι ότι το κόμμα αυτό δεν ανταποκρίθηκε για διάλογο και συνεργασία. Την ίδια ώρα όμως, παρά τα παράπονά τους για την κεντρική πολιτική του ΠΑΣΟΚ και την ηγεμονική του στάση, δε δίστασαν να συνεργάζονται στο συνδικαλιστικό κίνημα, στο κίνημα των ΕΒΕ και της αγροτιάς, στην Τοπική Αυτοδιοίκηση. Πράγμα που δείχνει και καιροσκοπισμό προκειμένου να κερδηθούν αξιώματα με μεταγγίσεις «αίματος», αλλά και σαφή επιλογή να δημιουργηθούν προϋποθέσεις για μια πιο γενικευμένη συνεργασία με τη σοσιαλδημοκρατία. Αριστερή Ενότητα προθάλαμος για τη συνεργασία με το ΠΑΣΟΚ. Από τη «μικρή Αριστερά» στη «μεγάλη Αριστερά».

Τις πιο πολλές φορές δεν εξηγεί το συμβιβασμό, έστω ως αποτέλεσμα εκτίμησης του συσχετισμού δύναμης, ως έναν ελιγμό ή μια απλή τακτική αλλά ως τη σύγχρονη, ανανεωτική και αντιδογματική απάντηση στα σύγχρονα προβλήματα.

Βεβαίως, το τελευταίο διάστημα και ο ΣΥΝ, και οι άλλες τάσεις που συνεργάζονται μαζί του κάνουν κριτική στον καπιταλισμό από τη σκοπιά, όμως, ότι αυτός μπορεί να διορθωθεί μέσω του προοδευτικού εκσυγχρονισμού. Οι πιο αιχμηρές θέσεις τους είναι μια αριστερή επάλειψη και όχι αλλαγή πολιτικής, μακριά από την επίλυση του προβλήματος της εξουσίας.

 

Η ΑΝΤΙΛΗΨΗ ΠΕΡΙ ΤΗΣ «ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΠΟΙΗΣΗΣ» ΚΑΙ ΤΗΣ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΤΙΚΗΣ «ΕΝΟΠΟΙΗΣΗΣ»

Μπροστά στη μάχη των ευρωεκλογών έχει μεγάλη σημασία να δούμε πώς ο ΣΥΝ και η πρόταση περί ενότητας της αριστεράς ή αντινεοφιλελεύθερο μέτωπο κατανοεί τις διεθνείς εξελίξεις.

Συνήθως αρέσκονται να προσδιορίζουν τη σύγχρονη εποχή ως εποχή ενδιαφέρουσα (sic), κοσμογονικών αλλαγών, ως εποχή που σημαδεύεται από νέες προκλήσεις. Βέβαια αναγνωρίζουν τα μεγάλα σύγχρονα προβλήματα, όμως ο προβληματισμός που αναπτύσσουν πλησιάζει περισσότερο στην άποψη πως ό,τι συμβαίνει είναι παρέκκλιση από το φυσικό και όχι σύμφυτο στοιχείο του διεθνούς ιμπεριαλισμού. Αρα δεν μπορούν να προβάλουν σωστά επεξεργασμένη και συνεπή εναλλακτική λύση, τον άλλο δρόμο διεθνοποίησης.

Τα σύγχρονα παγκόσμια προβλήματα τα αποδίδουν σχεδόν αποκλειστικά στον ηγεμονικό ρόλο των ΗΠΑ. Ο ιμπεριαλισμός ταυτίζεται με τις ΗΠΑ. Ενώ αναφανδόν έχουν τοποθετηθεί υπέρ του πολυπολικού κόσμου. Στη βάση αυτής της αντίληψης χαιρέτισαν τις ανατροπές των σοσιαλιστικών καθεστώτων, προβάλλοντας την άποψη ότι έτσι ενώνεται ο κόσμος, μπορούν να σχηματιστούν πολλοί πόλοι.

Ο πολυπολισμός τους δεν είναι τίποτε άλλο παρά η ύπαρξη διαφόρων ιμπεριαλιστικών κέντρων, τα οποία όχι μόνο δε διαμορφώνουν συνθήκες ισορροπίας και ειρήνης αλλά το αντίθετο, οξύνουν το μεταξύ τους ανταγωνισμό και οδηγούν σε τοπικούς πολέμους που προκαλούνται από τις ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις στη συγκεκριμένη χώρα ή περιοχή. Η ύπαρξη ανταγωνιζόμενων ιμπεριαλιστικών κέντρων εγκυμονεί κινδύνους ανάφλεξης ανάμεσα και στις ισχυρές ιμπεριαλιστικές χώρες.

Το αποκορύφωμα του οπορτουνισμού τους εκδηλώνεται στην αντίληψή τους για την καπιταλιστική ενοποίηση, την ΕΕ και τη συμμετοχή της Ελλάδας σε αυτήν.

Βεβαίως το αμάρτημα είναι «προπατορικό», καθώς πολύ καλά θυμόμαστε ότι το «ΚΚΕ εσωτερικού» μαζί με τη ΝΔ υπερψήφιζαν την ΕΟΚ, ενώ ακόμα και σήμερα υπενθυμίζουν στο ΠΑΣΟΚ ότι είχε αρνητική στάση τότε και δυσκόλεψε την πιο έγκαιρη ενσωμάτωση της Ελλάδας.

Η άποψή τους είναι ότι η ΕΕ ευνοεί τους στόχους της αριστεράς αφού κατά τη γνώμη τους ο σοσιαλισμός, η αλλαγή, δεν μπορεί να κατακτηθεί σε εθνικό επίπεδο, άρα μέσω της ΕΕ «θα πάμε όλοι μαζί ταυτόχρονα». Και ότι αυτό μπορεί να επιτευχθεί με απλές μικρο-μεταρρυθμίσεις προς όφελος των εργαζομένων. Οι μεταρρυθμίσεις που προτείνουν συμπίπτουν με τις προτάσεις κρατικομονοπωλιακών ρυθμίσεων με πιο ενισχυμένο το αναδιανεμητικό στοιχείο. Μεταρρυθμίσεις που τελικά αφορούν την ακραία φτώχεια, όχι τη θεραπεία της, αλλά τη σχετική άμβλυνσή της.

Εκτιμούν ότι η συμμετοχή της Ελλάδας στην ΕΕ και την ΟΝΕ ήταν πολιτικά αναγκαία, το ζήτημα είναι ότι το ΠΑΣΟΚ και η ΝΔ κάνουν κακή διαχείριση του ελληνικού καπιταλισμού και έτσι δεν αντιμετωπίζεται ο στρεβλός όπως λένε ελληνικός καπιταλισμός και κατά συνέπεια η λεγόμενη οικονομική και κοινωνική σύγκλιση.

Αποδίδουν τα προβλήματα στη στρέβλωση και στην απόκλιση, λες και ο καπιταλισμός μπορεί να αναπτύσσεται κατά τον ίδιο τρόπο σε όλες τις καπιταλιστικές χώρες. Λες και η δυσαναλογία π.χ. στις επενδύσεις ανάμεσα στους διάφορους κλάδους είναι παρέκκλιση, λες και δεν υπάρχουν αναπόφευκτα για το σύστημα αυτό σχέσεις εξάρτησης, ανισότητας και ανισομετρίας ανάμεσα στις συνεργαζόμενες καπιταλιστικές χώρες.

Η πορεία της ΕΕ είναι γεμάτη από τις αντιθέσεις, σύμφυτη με την ανισομετρία. Από εδώ προκύπτει ότι η λεγόμενη σύγκλιση είναι ανέφικτη.

Η ανταγωνιστικότητα και η σύγκλιση είναι ο στρατηγικός τους στόχος για την Ευρώπη, κάνοντας πως δεν καταλαβαίνουν ότι πρόκειται για καπιταλιστικό ανταγωνισμό, ότι αυτός συνεπάγεται ακόμα μεγαλύτερη συγκέντρωση κεφαλαίου και ακόμα πιο σκληρή ταξική εκμετάλλευση. Δεν έχουμε ακούσει σε επίσημες ομιλίες ούτε ουσιαστική κριτική για τους όρους που η ΕΕ προσδιορίζει την ανταγωνιστικότητα που είναι οι ίδιοι όροι πάνω στους οποίους χτίστηκε η συνθήκη του Μάαστριχτ. Δεν απαντούν επίσης στο ερώτημα: Αν κάθε χώρα επιδιώκει να γίνει πιο ανταγωνιστική απέναντι στους εταίρους της τότε πώς θα επιτευχθεί η σύγκλιση; Ο ανταγωνισμός συνεπάγεται ότι κάποιες χώρες θα ξεπερνούν άλλες, κάποιες θα τρέχουν μπροστά και κάποιες θα μένουν πίσω, με τίμημα πάντα τα δικαιώματα των εργαζομένων, θα είναι υποδεέστερες άλλων. Και αν ακόμα μια χώρα, π.χ. η Ελλάδα, ανέβει σε μια καλύτερη θέση, αυτό δε σημαίνει καμία αλλαγή πολιτική-κοινωνική, αλλά απλά ότι η συγκεκριμένη χώρα κατάφερε να διαμορφώσει επαχθέστερους όρους για το λαό και να πάρει προβάδισμα έναντι μιας άλλης καπιταλιστικής χώρας. Ο ανταγωνισμός δηλαδή στα πλαίσια του συστήματος.

Με άλλα λόγια το ανανεωτικό όραμα του ΣΥΝ και των συν αυτώ είναι η Ελλάδα να γίνει κάτι σαν Γερμανία, Βρετανία, Γαλλία. Κρύβοντας επιμελημένα ότι και σε αυτές τις χώρες συνεχώς επιδεινώνεται σχετικά και απόλυτα το βιοτικό επίπεδο, χειροτερεύουν οι εργασιακές συνθήκες, ανεβαίνει η ανεργία ή κρύβεται λιγότερο ή περισσότερο με την εκ περιτροπής απασχόληση.

Αν ο στόχος είναι η καπιταλιστική αναβάθμιση της Ελλάδας, αν ο στόχος είναι η καπιταλιστική ΕΕ να γίνει ισχυρότερη των ΗΠΑ, τότε ας μας εξηγήσουν πώς μπορεί να επιτευχθεί ο σοσιαλισμός.

Ο νεοφιλελευθερισμός που κατακρίνουν δεν είναι μια ιδιαίτερη πολιτική που προτιμήθηκε από κάποια κόμματα της Ευρώπης, τα τελευταία χρόνια, δεν είναι μια άλλη ή νέα φάση-παρέκκλιση ή απόκλιση της ΕΕ όπως φαίνεται να ισχυρίζονται οι του ΣΥΝ. Ο νεοφιλελευθερισμός, ή όπως εμείς προσδιορίζουμε οι καπιταλιστικές αναδιαρθρώσεις, εκπονήθηκε στη 10ετία του ’70 ως αδήριτη ανάγκη της καπιταλιστικής συσσώρευσης. Στην ΕΕ δρομολογήθηκε από τη 10ετία του ’80 και προχώρησε ανάλογα με το συσχετισμό δύναμης.

Ο ΣΥΝ τασσόμενος υπέρ της ΕΕ, με το συγκεκριμένο χαρακτήρα που έχει, στην ουσία τάσσεται υπέρ του καπιταλισμού, άρα ο σοσιαλισμός που επαγγέλλεται (αν είναι σοσιαλισμός, εμείς αμφιβάλλουμε καθώς σοσιαλισμός με καπιταλιστική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής δεν είναι σοσιαλισμός) είναι ανέφικτος. Πώς είναι δυνατό με το ένα χέρι (στην πραγματικότητα και με τα δύο χέρια) να στηρίζει την καπιταλιστική στρατηγική, να μην υιοθετεί πολιτική ρήξης και ανατροπής, ούτε καν απειθαρχίας και με το άλλο χέρι να υποστηρίζει ότι η ΕΕ θα μετατραπεί στο απολύτως αντίθετό της. Αυτό μόνο ο ΣΥΝ το ξέρει.

Ούτε τις κλασσικές κρατικομονοπωλιακές ρυθμίσεις δεν προτείνει, της περιόδου δηλαδή που ο κρατικός επιχειρηματικός τομέας ήταν διευρυμένος και δεν είχε προχωρήσει η απελευθέρωση των αγορών, η ανατροπή των εργασιακών σχέσεων κλπ. Επισημαίνουμε επίσης ότι ποτέ δεν υπήρχε καθαρό σύστημα κρατικομονοπωλιακών ρυθμίσεων, αλλά υπήρχαν διάφορα μίγματα και παραλλαγές.

Τα μέτρα που προτείνει ο ΣΥΝ συνιστούν την αντίληψη ότι ο στόχος πρέπει να είναι μια πιο ανεκτική κοινωνική πολιτική για το λαό, μακριά από τις σύγχρονες ανάγκες και η οποία θα προκύψει μέσα από μια ριζική αναδιάταξη των πολιτικών δυνάμεων, εντός όμως του αστικού πολιτικού συστήματος, εντός δηλαδή της αστικής εξουσίας. Πανευρωπαϊκά γίνεται λόγος για περισσότερο κοινωνικό κράτος στο έδαφος της ΕΕ. Ετσι εξηγείται γιατί αγαπά το στημένο κοινωνικό διάλογο, αλλά και γιατί αποδέχτηκε τις ελαστικές εργασιακές σχέσεις, τις ιδιωτικοποιήσεις κλπ. Βρίθουν οι τοποθετήσεις των στελεχών του ΣΥΝ από τα συνθήματα για «υγιή ανταγωνισμό», λες και μπορεί να υπάρξει ενάρετος καπιταλιστικός ανταγωνισμός. Διαφάνεια, λες και η διαφάνεια λύνει από μόνη της τα προβλήματα. Ακόμα πιο καθαρά φαίνεται η ανημποριά του ΣΥΝ να προτείνει μέτρα υπέρ του μικρού παραγωγού. Γι’ αυτό και στον τομέα της αγροτικής πολιτικής στηρίζει καθαρά και απερίφραστα την αγροτική πολιτική της ΕΕ. Ενώ για τους ΕΒΕ το πολύ να κάνει λόγο για κάποια καλύτερη φορολογική πολιτική και διάφορα τρέχοντα μέτρα προστασίας που είναι αδύνατο να αλλάξουν τη δεινή θέση στην οποία βρίσκονται εξ αιτίας της κυριαρχίας των μονοπωλίων, σε εποχή μάλιστα που επιταχύνεται η συγκεντροποίηση.

Στα ίδια πλαίσια είναι η θέση τους για ειρηνική συνύπαρξη κρατικού και ιδιωτικού-επιχειρηματικού τομέα στο σύστημα υγείας και παιδείας. Πιστεύουν ότι μπορεί το δημόσιο σύστημα υγείας και παιδείας να είναι σε υγειονομική ζώνη από το μεγάλο κεφάλαιο που έχει διεισδύσει βαθιά στον τομέα αυτό, και άμεσα και έμμεσα, πράγμα που όχι μόνο το επιτρέπει, αλλά το επιβάλει η ΕΕ.

Βεβαίως όλη η ιστορία του καπιταλισμού και ιδιαίτερα την εποχή του περάσματος στο σοσιαλισμό, έχει αποδείξει ότι είναι δυνατό σε συνθήκες ανεβασμένης ταξικής πάλης, πολιτικοποίησης, ισχυρού κινήματος, σε συνθήκες καλύτερου διεθνούς συσχετισμού, το εργατικό και γενικότερο λαϊκό κίνημα να αποσπά παραχωρήσεις. Αυτές όμως δεν είναι μόνιμες, στην πορεία, καθώς αυξάνονται αλματωδώς οι ανθρώπινες ανάγκες, προχωρά η συσσώρευση πλούτου, οι νέες τεχνολογίες στα χέρια των καπιταλιστών χρησιμοποιούνται σε βάρος των εργαζομένων. Χάνουν στην πορεία τον όποιο θετικό μεταρρυθμιστικό χαρακτήρα έχουν. Οι κατακτήσεις είναι πάντα πίσω από τις ανάγκες.

Το ΚΚΕ παλεύει ασταμάτητα για άμεσες κατακτήσεις, για τη μείωση της οξύτητας των προβλημάτων, μόνο που αυτή η πολιτική δεν είναι εναλλακτική πολιτική λύση αλλά ο δρόμος του αγώνα που διαμορφώνει στην πορεία τις προϋποθέσεις για την εναλλακτική πολιτική λύση, για την ανατροπή του καπιταλισμού.

Συμπερασματικά ο ΣΥΝ αν και αυτοαναγορεύεται σε κόμμα με στόχο το σοσιαλισμό, δεν κινείται ούτε καν στη γραμμή μονοπώλια-ιμπεριαλισμός από τη μια και λαός από την άλλη. Διαχωριστική γραμμή είναι γι’ αυτόν από τη μια ο νεοφιλελευθερισμός και από την άλλη η «κοινωνική» ρύθμιση της καπιταλιστικής αγοράς.

 

Ο ΣΥΝ ΚΑΙ Η ΘΕΣΗ ΤΟΥ ΓΙΑ ΚΑΤΑΡΓΗΣΗ ΤΟΥ ΕΘΝΙΚΟΥ ΠΕΔΙΟΥ ΠΑΛΗΣ

Αποκαλυπτική και άκρως αντιλαϊκή στην ουσία της και όχι απλά συμβιβαστική είναι η θέση του ΣΥΝ ότι ξεπεράστηκε η εθνοκρατική οργάνωση, ότι στο εθνικό πεδίο οι λαοί δεν μπορεί να διεκδικούν αλλαγές, παρά μόνο σε κοινοτικό και παγκόσμιο επίπεδο. Μια θέση που εκτός των άλλων χαϊδεύει τα αυτιά όσων θέλουν αλλαγές αλλά να έρθουν από τα έξω, χωρίς κόπους, θυσίες και ρίσκο. Καθησυχάζει όλους εκείνους που δε θέλουν η Ελλάδα να έρθει σε ρήξη με τις ιμπεριαλιστικές ενώσεις.

Η συνολική εξέλιξη της ΕΕ, αλλά και οι εξελίξεις σε όλα τα καπιταλιστικά κράτη, ανεξάρτητα αν έχουν οργανική σχέση με τις ιμπεριαλιστικές διακρατικές ενώσεις, αποδεικνύει ότι το κρατικό πεδίο παραμένει σε ισχύ. Η ΕΕ και οι άλλου τύπου συμφωνίες γίνονται σε διακρατική βάση, εκχωρούνται δικαιώματα που μειώνουν την αυτονομία των κρατών, όμως αυτό γίνεται ακριβώς γιατί τα καπιταλιστικά κράτη έχουν συμφέρον από τη διακρατική συνεργασία, ακόμα και με τη μορφή της συνομοσπονδίας ή κάποια σχετική μορφή ενοποίησης. Η αστική τάξη της κάθε χώρας ωφελείται από τις διακρατικές συμφωνίες γιατί αποκτά δυνατότητες να διεισδύσει σε άλλες αγορές και να διευρύνει τα υπερκέρδη της. Ακόμα και τμήματα της αστικής τάξης που δυσκολεύονται να προσαρμοστούν στο διεθνές πεδίο, προτιμούν τις διακρατικές συμφωνίες, καθώς αισθάνονται περισσότερη ασφάλεια και στήριξη όσον αφορά την αντιμετώπιση του λαϊκού κινήματος.

Η διακρατική συμφωνία δεν προσπορίζει μόνο οικονομικά οφέλη στις καπιταλιστικές επιχειρήσεις, ενισχύει τον πολιτικό, στρατιωτικό και γενικότερο ιδεολογικό κλοιό προστασίας στο αστικό πολιτικό σύστημα σε κρατικό και διακρατικό επίπεδο.

Οι διακρατικές συμφωνίες φέρουν τη σφραγίδα του συσχετισμού των συμφερόντων των πιο ισχυρών, στη συγκεκριμένη φάση που παίρνονται. Οι διαπραγματεύσεις μεταξύ τους και ανάμεσα σε όλους τους εταίρους, είναι σκληρές, οι έριδες και οι διαφωνίες είναι παρούσες, όμως αυτές εξομαλύνονται ή παραμερίζονται όταν πρόκειται για τη στρατηγική κατά της εργατικής τάξης και των άλλων λαϊκών στρωμάτων.

Οι αποφάσεις δεν έρχονται από τα έξω, αλλά παίρνονται από όλες τις κυβερνητικές αντιπροσωπείες στα πλαίσια της ΕΕ. Χαρακτηριστικό στοιχείο-απόδειξη ότι το εθνοκρατικό πεδίο παραμένει είναι ότι τα ισχυρά κράτη-μέλη παραβιάζουν ή παρεκκλίνουν από αποφάσεις που έχουν παρθεί και στις οποίες πρωταγωνίστησαν, αν δουν ότι δεν τους συμφέρουν στην πορεία, όπως έγινε με το Σύμφωνο Σταθερότητας. Οι αποφάσεις είναι ευρωπαϊκές, όμως αυτές δεν μπορεί να λειτουργήσουν αν σε εθνικό επίπεδο οι αστικές κυβερνήσεις δε διαμορφώσουν το κατάλληλο θεσμικό πλαίσιο και τους μηχανισμούς για να υλοποιούνται.

Οι πολυεθνικές επιχειρήσεις μπορεί να δρουν σε κοινοτικό και παγκόσμιο επίπεδο, μπορεί να διακλαδώνονται παντού, όλες όμως έχουν μια εθνική βάση, κατά κύριο λόγο, ώστε να επωφελούνται των ρυθμίσεων σε εθνικό επίπεδο. Το εθνικό επίπεδο είναι η αφετηρία της δράσης τους. Μπορεί κάποιες πολυεθνικές να αλλάζουν εθνική βάση ή οι θυγατρικές τους να χειραφετούνται και να μεταφέρουν την έδρα σε άλλη χώρα σε σχέση με τη χώρα προέλευσης, όμως το εθνικό πεδίο παραμένει.

Είναι να απορεί κανείς μέχρι πού μπορεί να φτάσει ο οπορτουνισμός, όταν υποστηρίζει ότι τα τελευταία χρόνια στα πλαίσια της ΕΕ και στην Ελλάδα κυριάρχησε η αγορά και υποχώρησε ή βγήκε εκτός πεδίου η πολιτική. Η ηγεσία του ΣΥΝ συχνά φωνάζει ότι επί τέλους πρέπει να επιστρέψει η πολιτική. Τέλειος ανορθολογισμός.

Λες και τόσα χρόνια οι αποφάσεις π.χ. για την απελευθέρωση αγοράς, για την ανατροπή των εργασιακών σχέσεων, την ανατροπή κατακτήσεων στο τομέα της κοινωνικής πολιτικής και η εφαρμογή των νέων αντιδραστικών αναδιαρθρώσεων έγιναν χωρίς πολιτικές αποφάσεις. Χωρίς το ρόλο της πολιτικής, της πολιτικής εξουσίας. Εδώ και αν προβάλλεται η πλήρης απόσπαση της πολιτικής από την οικονομία!

Ο σύγχρονος καπιταλισμός απαιτεί ακόμα ισχυρότερη κρατική παρέμβαση σε εθνικό και διεθνικό επίπεδο. Ο ρόλος της κρατικής παρέμβασης δεν καθορίζεται από το αν το κράτος διατηρεί πολλές ή λίγες άμεσες επιχειρηματικές δραστηριότητες. Η σχέση κρατικού και ιδιωτικού καπιταλιστικού τομέα υπόκειται σε αλλαγές μεταξύ τους, ανάλογα με το πώς εξυπηρετείται το καπιταλιστικό σύστημα, ανάλογα με τη συγκυρία της οικονομίας στο εσωτερικό και διεθνές επίπεδο, ανάλογα με τις ανάγκες του καπιταλιστικού ανταγωνισμού. Είτε μικρός είτε μεγάλος είναι ο κρατικός επιχειρηματικός τομέας, το αστικό κράτος διατηρεί και αυξάνει το ρόλο του, πριν απ’ όλα εξασφαλίζει τα συλλογικά συμφέροντα του κεφαλαίου, διαμορφώνει και εξειδικεύει τη νομοθεσία, αναπτύσσει την κρατική κατασταλτική βία, την ιδεολογική χειραγώγηση, την καταστολή με όλα τα μέσα της εργατικής και λαϊκής αντίστασης. Ο κρατικός παρεμβατισμός υπάρχει και στη βάση αυτού διαμορφώνεται ο διακρατικός.

Κάτω από τέτοιες αντιεπιστημονικές θεωρητικές αντιλήψεις, αλλά και ορμώμενος από τον κλασσικό καιροσκοπισμό, ο ΣΥΝ πρωτοστατεί στην ίδρυση του Ευρωπαϊκού Κόμματος της Αριστεράς. Αδιαφορώντας συνειδητά ότι το βήμα αυτό συνιστά διασπαστική πρακτική, αφού αντιπαρατίθεται σε κάθε προσπάθεια κοινής δράσης και συντονισμού σε πανευρωπαϊκό επίπεδο χωρίς να καταργείται η αυτοτέλεια του κάθε κόμματος. Δε συγκινείται από το γεγονός ότι η διαδικασία συγκρότησης του Ευρωπαϊκού Αριστερού Κόμματος έγινε από τα πάνω, χωρίς τη συμμετοχή των κομματικών μελών, χωρίς να το πάρουν αυτά χαμπάρι, αφού ορισμένες ηγεσίες λειτούργησαν κρατώντας στο χέρι λευκή επιταγή. Αμφιβάλλουμε ότι στα πλαίσια αυτού του μορφώματος θα υπάρχουν σχέσεις εταιρισμού, ισοτιμίας, οι αντιθέσεις θα είναι έντονες, καθώς ούτε ο οπορτουνισμός δεν μπορεί να ενωθεί, παραμερίζοντας το εθνικό πεδίο.

Ενα πράγμα έχει σημασία. Οτι ο ΣΥΝ και οι συν αυτώ ασμένως αποδέχτηκαν να συμμορφωθούν με τις εντολές της ΕΕ για σχηματισμό ευρωπαϊκών κομμάτων που θα συμμορφώνονται όμως με τις κατευθύνσεις της, θα ελέγχονται μάλιστα αν τις εκπληρώνουν. Για το ζήτημα όμως αυτό ο αναγνώστης έχει ήδη μάθει περισσότερα από άρθρα που έχουν γραφεί σε προηγούμενα τεύχη της ΚΟΜΕΠ.

 

Η ΘΕΣΗ ΤΟΥ ΣΥΝ ΓΙΑ ΤΟΝ ΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΤΙΚΟ ΠΟΛΕΜΟ

Οντας μακριά από μια βαθύτερη ανάλυση των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων αρκούνται σε ηθικού κυρίως τύπου καταδίκες. Δογματικά και βαρετά αντιπαραθέτουν τον πολιτικό διάλογο ως αποκλειστικό δρόμο και την αναβάθμιση του παραμερισμένου ΟΗΕ. Δηλαδή θέσεις αποσπασμένες από τις πραγματικές εξελίξεις που έχουν συμβεί. Ο πολιτικός όμως διάλογος συνήθως διεξάγεται με εντελώς ανισότιμο τρόπο και με το πιστόλι στον κρόταφο. Με τη λογική εξίσωσης θύτη και θύματος, και κυρίως με ομπρέλα τη νομιμοποίηση των προσχημάτων των ιμπεριαλιστών. Με την αναγόρευση του ΝΑΤΟ ως του οργανισμού που διασφαλίζει την ειρήνη και με την παρουσία των ΗΠΑ παντού. Τα συνθήματα καλά είναι, όμως δεν αρκούν για να αποδώσουν τη σημερινή πραγματικότητα και προ παντός να γίνουν κλειδιά για την επίλυση προβλημάτων που σχετίζονται με τον πόλεμο.

Καμία συμφωνία δεν είναι ικανή να αποτρέψει τον πόλεμο όταν οξύνονται στο έπακρο οι αντιθέσεις. Οι συμφωνίες μπορεί να ανακόπτουν μια κατάσταση, όμως δεν μπορεί να αποτελούν την εναλλακτική λύση στον ιμπεριαλισμό. Αλλωστε οι συμφωνίες πρέπει να ανατρέπονται όταν αλλάζει ο συσχετισμός δύναμης υπέρ των λαών.

Ο ΣΥΝ πρώτος και καλύτερος έχει υιοθετήσει τα προσχήματα των ιμπεριαλιστών, όπως στην περίπτωση των πολέμων στα Βαλκάνια, αλλά και στο Αφγανιστάν και ως ένα βαθμό στο Ιράκ, όταν καλούσε να βρεθεί ειρηνικός τρόπος ανατροπής του Σαντάμ, λες και ο πόλεμος εξαπολύθηκε κατά της ιρακινής δικτατορίας. Καθόλου δεν ήταν τυχαία η στάση του ΣΥΝ απέναντι στο τρομοκρατικό χτύπημα στις ΗΠΑ, όταν έδειξε την αμέριστη συμπάθεια, εκτός από τα θύματα -πράγμα φυσικό- και στην αμερικανική κυβέρνηση. Το ερώτημά μας ποιον ωφελεί το χτύπημα, το ταύτισε με αντίληψη συνομωσίας. Θεωρεί ότι βαθύτερη αιτία του φαινομένου της τρομοκρατίας είναι η φτώχεια, βάζοντας σε δεύτερη μοίρα ή και στο περιθώριο την άμεση και έμμεση σχέση του ιμπεριαλισμού με την τρομοκρατία. Η φτώχεια δε γεννά την τρομοκρατία ως φυσικό επακόλουθο αλλά την ταξική πάλη και την επανάσταση.

Στην πορεία βελτίωσε τη θέση του, παρ’ όλα αυτά αντιμετωπίζει την πολιτική κατά της τρομοκρατίας ως πρόβλημα δημοκρατικών κυρίως ελευθεριών, αποσπασμένο από την ιμπεριαλιστική πολιτική ή το ταυτίζει αποκλειστικά και μόνο με τις ΗΠΑ. Το ότι ο αντιτρομοκρατικός αγώνας στρέφεται κατά λαών που θέλουν να αντιπαλέψουν το καπιταλιστικό σύστημα, ότι έχει χαρακτήρα αντεπαναστατικό δεν τον ενδιαφέρει ζωηρά. Εως και καθόλου, όταν μάλιστα το μόνο που ενδιαφέρει το ΣΥΝ, είναι να μη χαλάσει η «διεθνής αρχιτεκτονική», όπως δήλωσε ο Ν. Κωνσταντόπουλος κατά τη συζήτηση των προγραμματικών δηλώσεων της ΝΔ.

Οι λαοί πρέπει να χαλάσουν αυτή την αρχιτεκτονική. Ομως ο ΣΥΝ είναι πάντα υπέρ της ηρεμίας και της κοινωνικής συνοχής, δηλαδή να αλλάζουν τα πράγματα τόσο όσο να μην προκαλούν τον ιμπεριαλισμό.

Την ΕΕ την αντιμετωπίζουν ως τον πόλο εκείνο που μπορεί να αποτελέσει το αντίβαρο στην πρωτοκαθεδρία των ΗΠΑ. Και μόνο όταν τα γεγονότα είναι ανοικτά εναντίον τους και τους διαψεύδουν κλαίγονται γιατί η ΕΕ δεν τα καταφέρνει. Εύχονται και ζητούν η ΕΕ να αποκτήσει ενιαία εξωτερική πολιτική εκτιμώντας ότι αυτό είναι εφικτό, ότι είναι θέμα πολιτικής βούλησης, κάνοντας πως δε βλέπουν ότι η καπιταλιστική ενοποίηση σημαδεύεται από εσωτερικές αντιθέσεις και ότι αυτές δεν είναι παρέκκλιση αλλά σύμφυτο του διεθνοποιημένου καπιταλισμού.

Ακόμα και αν η ΕΕ μπορέσει να λειτουργεί με ενιαία πολιτική, αυτή θα είναι ιμπεριαλιστική.

Δεν είναι τυχαίο ότι μαζί με το ΠΑΣΟΚ και τη ΝΔ χαιρέτιζε την ιμπεριαλιστική ειρήνη στα Βαλκάνια, τη συμφωνία για το παλαιστινιακό στο Οσλο, και μόνο όταν τα γεγονότα τον διέψευσαν άσκησε κριτική, χωρίς πάλι να βλέπει το βάθος και τον ταξικό χαρακτήρα των αντιθέσεων.

 

ΤΟ ΚΚΕ ΚΑΙ Η ΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΗΝ ΕΕ

Το ΚΚΕ, αλλά και η ΕΔΑ από τη 10ετία του ’60 πήραν αρνητική θέση στην ένταξη. Το όχι στην ΕΟΚ και στη σημερινή ΕΕ συνδυάστηκε με ενεργητικές παρεμβάσεις κατά των επιλογών της, με διαμόρφωση μετώπων πάλης υπέρ των εργαζομένων. Το ΚΚΕ δίνει μεγάλο βάρος στον πανευρωπαϊκό συντονισμό και κοινή πάλη κομμάτων, κινημάτων.

Η θέση μας είναι σαφής, από τη στιγμή που παλεύουμε για ριζικές αλλαγές στη χώρα μας, για το σοσιαλισμό, από τη στιγμή που υποστηρίζουμε μια ενωμένη Ευρώπη σοσιαλιστικά, δεν είναι δυνατό να αποδεχτούμε ως μονόδρομο τη συμμετοχή της χώρας στην Ενωση. Το ναι στην ΕΕ είναι ναι στον καπιταλισμό, δεν είναι ναι στο σοσιαλισμό.

Από τη στιγμή που δέχεσαι την ΕΕ απεμπολείς όχι μόνο το σοσιαλισμό αλλά και τη δυνατότητα να βελτιωθεί ουσιαστικά η ζωή του λαού, αφού η συμμετοχή στην ΕΕ σημαίνει συμμετοχή σε υποχρεώσεις υπέρ του κεφαλαίου και κατά του λαού.

Βεβαίως και δεν αντιμετωπίζουμε την ΕΕ μοιρολατρικά και στατικά. Είναι δυνατόν ένα πανίσχυρο κίνημα σε εθνικό επίπεδο, η πανευρωπαϊκή διεθνοποίηση της ταξικής πάλης να φέρει κάποια αποτελέσματα, όμως αυτά δε θα λύνουν όλα τα προβλήματα, δε θα αντιστρέψουν τους νόμους του καπιταλισμού και τη στρατηγική του.

Και η πιο προοδευτική καλοπροαίρετη -ας το πούμε έτσι- κυβέρνηση που θέλει να κάνει κάτι καλό για το λαό, δε θα έχει το πράσινο φως από την Κομισιόν. Θα βρεθεί αντιμέτωπη με την οργανωμένη αντίδρασή της.

Είναι απολύτως βέβαιο ότι όταν ένας λαός νικήσει στη χώρα του, όταν έρθει σε θέση να επιβάλει ριζικές λύσεις θα βρεθεί αντιμέτωπος με τη συνολική ρήξη, με την αποδέσμευση, με την αναζήτηση άλλων μορφών συνεργασίας.

Και αν ακόμα δεν αποφασίσει μια τέτοια κυβέρνηση να απαλλαγεί από την ΕΕ, θα τη διώξει η ίδια με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, με το σκληρό ή το μαλακό. Κάτι τέτοιο καθόλου δεν μπορεί να αποκλειστεί στην πορεία, στο βαθμό μάλιστα που η διαφοροποίηση εντός ΕΕ θα δυναμώνει έναντι της τάσης ενοποίησης.

Η στάση απέναντι στην ΕΕ είναι ζήτημα στρατηγικής σημασίας, συνδέεται αναπόσπαστα και χαρακτηρίζει τη στάση απέναντι στο καπιταλιστικό σύστημα και στις διάφορες διαχειριστικές παραλλαγές υπέρ του, καθορίζει αν ένα κόμμα έχει αντικαπιταλιστική γραμμή, αν πιστεύει σοβαρά ή όχι στο σοσιαλισμό. Αν μπορεί να συσπειρωθεί σε συνεπή αντιιμπεριαλιστική αντιμονοπωλιακή κατεύθυνση.

Το ΚΚΕ, παίρνοντας υπόψη το σημερινό συσχετισμό δύναμης, παλεύει βάζοντας σε πρώτη γραμμή την ανυπακοή και απειθαρχία, την αποδέσμευση τελικά από τη στιγμή που διαμορφωθούν οι απαραίτητες κοινωνικοπολιτικές προϋποθέσεις. Αυτή η γραμμή θα υπερισχύσει και σε όλα τα λαϊκά κινήματα στην Ευρώπη, στον ένα ή τον άλλο βαθμό, με τη μια ή την άλλη συνέπεια, τελικά αυτή η γραμμή θα νικήσει.

Ο ΣΥΝ σπέρνει συγχύσεις, καλλιεργεί το συμβιβασμό και την παραίτηση, αποκόβει τον καθημερινό αγώνα από τη ρήξη. Στην ουσία καλεί τους λαούς να παραιτηθούν από το στόχο για μια διαφορετική Ευρώπη, από την Ευρώπη του σοσιαλισμού, η οποία δε θα προκύψει όπως η Αθηνά από το κεφάλι του Δία, αλλά μέσα από διαδοχικές ρήξεις και αποδεσμεύσεις.

Για να φτάσουμε στην Ευρώπη του σοσιαλισμού θα περάσουμε από μια ενιαία διαδικασία που λίγο πολύ σήμερα μπορούμε να την περιγράψουμε ως εξής:

Οι εσωτερικές αντιθέσεις, κυρίως όμως τα χτυπήματα στο οικοδόμημα της ΕΕ με διαδοχικές αποδεσμεύσεις, με απειθαρχία και ανυπακοή θα δημιουργούν δυνατότητες και προϋποθέσεις να διαμορφώνονται άλλες μορφές οικονομικής συνεργασίας στη βάση του αμοιβαίου οφέλους και σε αντίθεση με τις επιλογές της ΕΕ. Οσο αδυνατίζει η ΕΕ τόσο θα δυναμώνει η αντίθετη τάση να διαμορφώνονται νέες μορφές συνεργασίας ανάμεσα στις ευρωπαϊκές χώρες αλλά και με χώρες της Μεσογείου, αραβικές και άλλες.

Η Ελλάδα δε θα είναι ούτε η μόνη χώρα που πρέπει να επιχειρήσει με βάση το λαϊκό παράγοντα να αποδεσμευτεί ούτε θα είναι νησίδα σε μια περιοχή παγετώνα.

Η λαϊκή εξουσία, ο σοσιαλισμός θα ξαναέρθει στο προσκήνιο, ενώ το οικοδόμημα της ΕΕ θα αποδυναμώνεται, θα ανατρέπεται.

Η ΕΕ δε διαβρώνεται και δε διαλύεται από τα μέσα, αλλά με ανυπακοή και απειθαρχία από τα μέσα και με τάση η πάλη να γίνεται από τα έξω σε εθνικό και διεθνικό επίπεδο.

Το ΚΚΕ ακόμα και στις σημερινές συνθήκες που φαίνονται δύσκολες και δίνουν την εντύπωση του αμετάβλητου -πράγμα βεβαίως που δεν ισχύει, καθώς η ιστορία δε μένει ακίνητη- υποδείχνει μέτωπα πάλης, καλεί το λαό να αποκολληθεί από τη λογική του μονόδρομου και αν δεν πιστεύει σε ανατροπές, τουλάχιστον να μην κλείσει το μυαλό του στη στρούγκα της ΕΕ. Να αφήσει ανοιχτή την προοπτική της ρήξης με την Ευρωπαϊκή Ενωση.

Να μην έχει καμία εμπιστοσύνη όχι μόνο στα κόμματα του κεφαλαίου που στο κάτω-κάτω καλά κάνουν και υποστηρίζουν την ΕΕ, αφού είναι δικό τους σπίτι, αλλά και στα κόμματα εκείνα που τον καλούν να ζήσει μονοδρομικά, να μην ελπίζει σε τίποτε καλύτερο, να φυλακίσει τα όνειρα και τις προσδοκίες του.

Η αποδέσμευση που προβάλλει το ΚΚΕ είναι ο άλλος δρόμος ανάπτυξης υπέρ του λαού, ο δρόμος της ενοποίησης της ΕΕ προς όφελος των λαών. Είναι ο διεθνιστικός μονόδρομος για τους λαούς.



H Αλέκα Παπαρήγα είναι ΓΓ της ΚΕ του ΚΚΕ.