«ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ»: ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΜΕ ΠΟΛΛΑΠΛΕΣ ΕΠΙΔΙΩΞΕΙΣ

«Κοινωνική οικονομία»: Εχει μπει για τα καλά στο λεξιλόγιο διαφόρων πολιτικών, οικονομολόγων, δημοσιολόγων και παρουσιάζεται ως φιλολαϊκή πολιτική διαχείρισης των οξύτατων λαϊκών προβλημάτων στις σύγχρονες συνθήκες.

Ως οικονομικός όρος είναι αντιεπιστημονικός, γιατί στον καπιταλιστικό κοινωνικοοικονομικό σχηματισμό τα μέσα παραγωγής που χρησιμοποιούνται στη μεγάλη παραγωγή είναι ιδιωτική (ατομική ή μετοχική) ιδιοκτησία που επιτρέπει την ατομική ιδιοποίηση ενός μέρους του αποτελέσματος της κοινωνικής παραγωγής.

«Κοινωνική οικονομία» από την άποψη των σχέσεων παραγωγής, της οικονομικής βάσης ενός κοινωνικοοικονομικού σχηματισμού, μόνο στο σοσιαλισμό-κομμουνισμό μπορεί να υπάρξει γιατί μόνο σε αυτό το κοινωνικό σύστημα τα μέσα παραγωγής ανήκουν σε ολόκληρη την κοινωνία, όλα τα μέλη της κοινωνίας συμμετέχουν στην κοινωνικοποιημένη εργασία και καρπώνονται το αποτέλεσμα της, κατ’ αρχήν, ανάλογα με την προσφορά τους.

 

ΟΡΙΣΜΟΙ ΜΕ ΚΟΙΝΗ ΣΥΝΙΣΤΑΜΕΝΗ ΤΗ ΣΥΓΚΑΛΥΨΗ

Πώς ορίζουν όμως οι θιασώτες της την «κοινωνική και αλληλέγγυα οικονομία»; «Ανάμεσα στον εμπορευματοποιημένο τομέα της οικονομίας και στις δημόσιες επιχειρήσεις και υπηρεσίες, υπάρχει ένας ευρύτατος τομέας, ο οποίος είναι γνωστός με το όνομα κοινωνική και αλληλέγγυα οικονομία: Περιλαμβάνει χιλιάδες μη κερδοσκοπικές οργανώσεις (οργανώσεις, συνεταιρισμοί, ταμεία αλληλοασφάλισης και ιδρύματα). Αντιπροσωπεύουν το 10% της συνολικής απασχόλησης στην Ευρώπη... αυτός ο τομέας αρχίζει να διεκδικεί τη ρήξη με τα φιλελεύθερα δόγματα: Μπορεί κανείς να ασκεί επιχειρηματικές δραστηριότητες χωρίς να κινείται μόνο μέσα από τη λογική του κέρδους»[1].

Στην αιτιολογική έκθεση για τις «συνεταιριστικές επιχειρήσεις στη γυναικεία απασχόληση» της Ευρωπαϊκής Ενωσης, (Ιούλης 1998), σχετικά με την ευρωπαϊκή στρατηγική για την απασχόληση, στο κεφάλαιο «Κοινωνική οικονομία, τρίτος τομέας και κοινωνικές επιχειρήσεις» αναφέρει: «Ο όρος "κοινωνική οικονομία" καλύπτει τις οικονομικές δραστηριότητες συνεταιριστικών επιχειρήσεων, αλληλοβοηθητικών φορέων (βλέπε εθελοντικές οργανώσεις) και μη κερδοσκοπικών ενώσεων. Τα τελευταία χρόνια παρατηρείται ένα αυξανόμενο ενδιαφέρον, τόσο σε εθνικό όσο και σε ευρωπαϊκό επίπεδο για το λεγόμενο τρίτο τομέα (μη κερδοσκοπικές δραστηριότητες, μη υπαγόμενες ούτε στο δημόσιο ούτε και στον ιδιωτικό τομέα).

... στην Ευρώπη... αναδύεται μια νέα μορφή επιχείρησης, η κοινωνική... Η ιδιαιτερότητα της κοινωνικής επιχείρησης είναι ότι συνδυάζει επιχειρηματικό πνεύμα και κοινωνικό σκοπό σε μια πρωτότυπη σύνθεση που τη διακρίνει τόσο από την κλασική επιχείρηση όσο και από τις παραδοσιακές μορφές μη κερδοσκοπικών ενώσεων... λειτουργούν για την παραγωγή υπηρεσιών, προοριζόμενων για μειονεκτικά πληθυσμιακά στρώματα ή για την παροχή υπηρεσιών ειδικής κοινωνικής αξίας στο κοινωνικό σύνολο, έχουν αναπτύξει πρωτότυπες μορφές προστασίας των καταναλωτών, μέσω της συμμετοχής αυτών των τελευταίων στη διαχείριση της επιχείρησης. Οι επιχειρήσεις αυτές:

- Μπορούν να δημιουργήσουν πρόσθετη απασχόληση, επειδή καλύπτουν νέες ανάγκες οφειλόμενες σε κοινωνικές αλλαγές (δημογραφικές τάσεις, γήρανση πληθυσμού, μεγάλα ποσοστά γυναικείας απασχόλησης, μεγάλος αριθμός μονογονεϊκών οικογενειών).

- Δύσκολα μπορούν να αντιμετωπίσουν ανταγωνισμό (εθνικό ή διεθνή) και επομένως παρουσιάζουν μακροπρόθεσμα μεγάλη σταθερότητα.

- Χαρακτηρίζονται από ηθικά και συναισθηματικά στοιχεία που μειώνουν την πιθανότητα υποκατάστασης του ανθρώπου από μηχανές.

- Μπορούν να απασχολήσουν τα ασθενέστερα στρώματα της αγοράς εργασίας (γυναίκες, νέους, άτομα που αντιμετωπίζουν δυσκολίες).

- Εχουν υψηλή ένταση εργασίας και συχνά απαιτούν μικρή αρχική επένδυση.

- Εχουν τοπική διάσταση και συχνά στηρίζονται σε δεσμούς εμπιστοσύνης και σε άτυπες σχέσεις».

Θα προσπαθήσουμε να αποδείξουμε παρακάτω ότι «κοινωνική», «μη κερδοσκοπική», «αλληλέγγυα», «ηθική» και άλλοι ορισμοί και προσδιορισμοί αποτελούν ταμπέλες κάτω από τις οποίες συγκαλύπτονται συγκεκριμένοι ταξικοί στόχοι των καπιταλιστών.

 

Ο ΠΥΡΗΝΑΣ ΤΗΣ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΟΟΣΑ

Η «κοινωνική οικονομία», ως συγκροτημένη και αναγκαία στρατηγική κατεύθυνση για την αστική διακυβέρνηση, καταλήχτηκε στη Διάσκεψη υπουργών Κοινωνικής Πολιτικής των κρατών μελών του ΟΟΣΑ τον Ιούνη του 1998. Πυρήνας της κατεύθυνσης που έδωσε η Διάσκεψη του ΟΟΣΑ είναι να δημιουργηθεί «το κράτος που ρυθμίζει το κοινωνικό περιβάλλον αντί του κράτους που χορηγεί κοινωνικές παροχές». Στην ίδια Διάσκεψη καθορίστηκαν σε γενικές γραμμές το περιεχόμενο, οι τομείς και ο χαρακτήρας των φορέων υλοποίησης της «κοινωνικής οικονομίας», ως εξής:

«Η Κοινωνική Οικονομία ή τρίτος τομέας της Οικονομίας απαρτίζεται από συνεταιρισμούς, ταμεία αλληλοβοήθειας, ενώσεις και ιδρύματα. Οι δράσεις της δεν εντάσσονται ούτε στο δημόσιο ούτε στον ιδιωτικό τομέα της οικονομίας. Ο τρίτος τομέας συμμετέχει με ένα ευρύ φάσμα δραστηριοτήτων, από τις κοινωνικές υπηρεσίες, τη φροντίδα για την υγεία, την παιδεία, την κατοικία, τις έρευνες, τον πολιτισμό, τη θρησκεία, μέχρι τις τοπικές πρωτοβουλίες για την ανάπτυξη, την απασχόληση, τα ταμεία υγείας και σύνταξης, τους αγροτικούς και αστικούς συνεταιρισμούς. Οι οργανισμοί Κοινωνικής Οικονομίας έχουν ορισμένα κοινά χαρακτηριστικά:

- Την οργάνωσή τους με επιχειρηματικό πνεύμα.

- Την επιδίωξη οικονομικών και κοινωνικών στόχων ταυτόχρονα.

- Την ικανότητά τους να βρίσκουν καινοτομίες και δυναμικές λύσεις στα προβλήματα της ανεργίας και του κοινωνικού αποκλεισμού.

- Τη συμβολή τους σε μια οικονομική ανάπτυξη που ενισχύει την κοινωνική συνοχή».

Για τη σχέση «κοινωνικής πολιτικής» και ανεργίας αναφέρεται ότι: «Υπάρχουν χιλιάδες άνεργοι, των οποίων οι προσδοκίες δεν ευοδώνονται, καθώς οι ρυθμοί ανάπτυξης δε συμβαδίζουν με αύξηση στην απασχόληση... Το Δημόσιο μπορεί με την παροχή κινήτρων να διαμορφώσει τις κατάλληλες συνθήκες ώστε να συσταθούν συνεταιρισμοί οι οποίοι θα πουλήσουν τις υπηρεσίες τους είτε στο Δημόσιο, είτε απευθείας στους πολίτες, αρκεί να εξασφαλίζουν θέσεις απασχόλησης, καλή ποιότητα υπηρεσιών και προϊόντων, ένταξη των κοινωνικά αποκλεισμένων στην εργασιακή διαδικασία...»[2].

Ανάλογου περιεχομένου δραστηριότητα μπορούν να αναπτύσσουν οι λεγόμενες «Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις» (ΜΚΟ) ή, οι λεγόμενες επιχειρήσεις μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα, αλλά και οι μεν και οι δε, ουσιαστικά, αποτελούν άτυπες μορφές πρώιμων καπιταλιστικών επιχειρήσεων.

 

Η «ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΥΠΕΥΘΥΝΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ» ΚΑΙ ΤΟ «ΝΕΟ ΚΙΝΗΜΑ»

Σύμφωνα με τη «θεωρία» περί «κοινωνικής οικονομίας», κρίκος για την αντιμετώπιση των λαϊκών προβλημάτων είναι η επιχείρηση. Σύμφωνα με τη «LE MONDE diplomatique», ονομάζεται «κοινωνικά υπεύθυνη επιχείρηση». Τι επιχείρηση είναι, όμως, αυτή; «Θα πρόκειται για επιχείρηση, η οποία, εκτός από την κλασική οικονομική λειτουργία της, ενδιαφέρεται να δημιουργήσει θετικές εξωτερικές συνέπειες των δραστηριοτήτων της. Στον τομέα της αλληλέγγυας οικονομίας, η κοινωνικά υπεύθυνη επιχείρηση θα συμβάλλει στην επανένταξη μειονεκτούντων ατόμων μέσα από την προσφορά θέσεων εργασίας, στέγης, ή κοινωνικών υπηρεσιών. Στον τομέα της τοπικής ανάπτυξης, η κοινωνικά υπεύθυνη επιχείρηση θα συμβάλλει στη δημιουργία οικονομικής δραστηριότητας σε φθίνουσες περιοχές. Στον τομέα της αειφόρου ανάπτυξης, η κοινωνικά υπεύθυνη επιχείρηση θα καθοριστεί από ένα σχέδιο για την αλλαγή του συστήματος παραγωγής, το οποίο θα αποσκοπεί στη μείωση των αρνητικών συνεπειών, που έχουν οι δραστηριότητες της επιχείρησης στο περιβάλλον και στην προώθηση των θετικών επιπτώσεων στο περιβάλλον»[3]. Αρκεί βεβαίως να εφαρμοστεί ανάλογη πολιτική.

Αυτή η πολιτική διαχείρισης επιδιώκει να επιβάλλει στις λαϊκές συνειδήσεις την άποψη ότι υπάρχει η δυνατότητα, μέσω άσκησης πίεσης από το κίνημα, να δημιουργηθούν επιχειρήσεις που θα παράγουν με κίνητρο όχι μόνο το κέρδος, αλλά και την παροχή κοινωνικών υπηρεσιών στα λαϊκά στρώματα. «Κοινωνικά υπεύθυνες επιχειρήσεις» και «ηθικό εμπόριο», «καπιταλισμός εξανθρωπισμένος» ή η εφαρμογή στην πράξη του συνθήματος «ο άνθρωπος πάνω από τα κέρδη» είναι οι «μοντέρνες» ιδέες εξαπάτησης των εργαζομένων.

Επιδίωξη είναι η συγκρότηση και η ενίσχυση ενός κινήματος που δε θα διεκδικεί λύσεις στα λαϊκά προβλήματα από τις κυβερνήσεις και το κράτος, πολύ περισσότερο δε θα διεκδικεί ανατροπή της αντιλαϊκής πολιτικής και της εξουσίας του κεφαλαίου. Αλλά θα διεκδικεί να δίνονται κίνητρα στις επιχειρήσεις, να ενισχύονται δηλαδή, προκειμένου να παρέχουν διαφόρων μορφών κοινωνικές υπηρεσίες. Ενώ ταυτόχρονα οι συμμετέχοντες σε αυτό το κίνημα θα δρουν οι ίδιοι έτσι ώστε να αναγκάζουν τις επιχειρήσεις να χρησιμοποιούν μέρος των κερδών τους για κοινωνικές υπηρεσίες ή με κοινωνικά κριτήρια ή θα δρουν οι ίδιοι στα πλαίσια ανάπτυξης της «κοινωνικής αλληλεγγύης» για την εξασφάλιση και παροχή κοινωνικών υπηρεσιών στους έχοντες την ανάγκη τους.

Ας δούμε πώς αναπτύσσεται αυτή λογική: «...πολλοί πολίτες αρνούνται να θεωρήσουν την οικονομία ένα χωριστό κόσμο, στον οποίο οι κανόνες του παιχνιδιού θα έπρεπε να είναι αμετάβλητοι και οι συμπεριφορές υποχρεωτικές. Επιθυμούν να εκφράσουν την κοινωνική τους υπευθυνότητα μέσα από τις οικονομικές πράξεις τους, που σχετίζονται με την παραγωγή, την κατανάλωση, την αποταμίευση και την επένδυση... Οι πιο στρατευμένοι από αυτούς εκφράζουν ήδη αυτές τις απόψεις μέσα από την οικονομική συμπεριφορά τους. Ετσι στη Γαλλία περίπου 30.000 αποταμιευτές έχουν στραφεί στα «αλληλέγγυα χρηματοοικονομικά ιδρύματα» και έχουν τοποθετήσει κάποια χρήματα... Αυτοί οι καταθέτες έχουν ενισχύσει τις αλληλέγγυες επιχειρήσεις με κεφάλαια ύψους 300 εκατομμυρίων ευρώ περίπου. Ετσι έγινε δυνατόν να ιδρυθούν το 2001 περισσότερες από 6.000 εταιρίες και να δημιουργηθούν 12.000 θέσεις εργασίας. Εγινε δυνατόν να στεγαστούν 3.000 οικογένειες που βρίσκονταν σε μειονεκτική θέση. Προώθησαν επίσης -στη συνοικία τους ή στο χωριό τους- τις δυναμικές τοπικής ανάπτυξης... Αυτό το κίνημα, το οποίο είναι πρόσφατο στη Γαλλία και παλαιότερο στις αγγλοσαξονικές χώρες, εκφράζεται μέσα από την επιτυχία των ηθικών αμοιβαίων κεφαλαίων»[4].

Σύμφωνα με τα παραπάνω, υποδεικνύεται να ενισχύονται οι καπιταλιστικές επιχειρήσεις, εκτός από την απλήρωτη δουλειά των εργατών και από τα λαϊκά εισοδήματα. Δηλαδή, είναι ένας τρόπος για να να αξιοποιούνται τα λαϊκά εισοδήματα ως κεφάλαιο. Μέσω αυτής της διαδικασίας και με την προοπτική ότι οι επιχειρήσεις θα λύσουν κάποια λαϊκά προβλήματα, η αξιοποίηση των λαϊκών εισοδημάτων ως κεφαλαίου, προβάλλεται ως πράξη αλληλεγγύης σε άλλα τμήματα των λαϊκών στρωμάτων, αφού οι επιχειρήσεις δραστηριοποιούνται για τη στέγαση ή δημιουργούν νέες θέσεις εργασίας ή συμβάλλουν στην τοπική ανάπτυξη. Και ταυτόχρονα υποτίθεται ότι μέσω αυτής της διαδικασίας ασκούνται πιέσεις στις επιχειρήσεις που δεν ακολουθούν αυτό το «μοντέλο δραστηριότητας» να αναπτύξουν τέτοιες δράσεις. Πιέσεις που ασκούνται τόσο με ένα διεκδικητικό κίνημα που θα προβάλλει τέτοιους στόχους, όσο και με την ίδια τη λαϊκή παρέμβαση ενίσχυσης των «κοινωνικά υπεύθυνων επιχειρήσεων», με κεφάλαιο που προέρχεται από τις λαϊκές αποταμιεύσεις. Ετσι υποτίθεται ότι το κεφάλαιο, φορέας και δημιουργός των δεινών των εργατών, του λαού, θα ενισχύεται προκειμένου να αντιμετωπίσει αυτά τα δεινά. Αν είναι δυνατόν!

Η λογική όμως αυτής της «θεωρίας» δε σταματά στη δημιουργία ενός υποτιθέμενου τομέα της «κοινωνικής και αλληλέγγυας οικονομίας», αλλά στη χρησιμοποίηση αυτού του τομέα και ως μοχλού, υποτίθεται, πίεσης, ώστε ολόκληρη η καπιταλιστική οικονομία να γίνει «κοινωνική και αλληλέγγυα», να γίνει το κεφάλαιο «ηθικό».

Ας δούμε πως: «...Η ανάπτυξη αυτών των κοινωνικά υπεύθυνων οικονομιών δε θα έπρεπε να οδηγήσει στην εγκατάλειψη της ιδέας του επαναπροσανατολισμού της υπάρχουσας οικονομίας. Με τις πράξεις τους ως καταναλωτές ή ως μέτοχοι, οι πολίτες πρέπει να μεταφέρουν στην καρδιά όλων των επιχειρήσεων, τον προβληματισμό σχετικά με τα κοινωνικά, περιβαλλοντικά και τα χωροταξικά προβλήματα.

Αυτό το κίνημα υπάρχει και -μέσα από τις οργανώσεις καταναλωτών και μετόχων- οργανώνονται πιέσεις για προώθηση της κοινωνικής, της περιβαλλοντικής και της χωροταξικής υπευθυνότητας. Φόρουμ όπως το Παγκόσμιο Κοινωνικό Φόρουμ του Πόρτο Αλέγκρε, στα οποία συναντώνται, μεταξύ άλλων, όσοι προωθούν την κοινωνική στράτευση των πολιτών μέσα στην οικονομία, αποδεικνύουν τον πλούτο των εμπειριών και των μεν και των δε, (σ.σ. καταναλωτών και μετόχων)»[5].

Αυτή η διαδικασία, έτσι όπως παρουσιάζεται, επιδιώκει να διαμορφώνει στις λαϊκές δυνάμεις τη συνείδηση ότι μπορεί να υπάρχεις «καλός, ηθικός καπιταλισμός», και να τις παγιδέψει στην προσπάθεια να τον δημιουργήσουν κιόλας στην πράξη. Δεν καλλιεργούνται μόνο αυταπάτες. Καλλιεργούνται συνειδήσεις ενίσχυσης του καπιταλισμού. Βεβαίως, οι καπιταλιστές ασχολούνται και με τη «φιλανθρωπία». Αλλά και πάλι όχι χωρίς οικονομικά κίνητρα είτε είναι φοροαπαλλαγές είτε κρατικές επιδοτήσεις. Αλλωστε, οι λεγόμενες μη κερδοσκοπικές επιχειρήσεις, που έχουν ως περιεχόμενό τους υποτίθεται τη δράση σε τομείς κοινωνικών υπηρεσιών διαφόρων μορφών, εντάσσονται σε διάφορα προγράμματα χρηματοδότησης και τέτοια η Ευρωπαϊκή Ενωση έχει πολλά.

Ταυτόχρονα επιδιώκεται η παροχή κινήτρων στις επιχειρήσεις και τους επενδυτές από το κράτος, προκειμένου να ενισχύονται τέτοιες πρωτοβουλίες. «Ορισμένα νέα κίνητρα που αποδεικνύουν το ενδιαφέρον του κράτους και της Τοπικής Αυτοδιοίκησης γι' αυτό το νέο τρόπο αντιμετώπισης των οικονομικών πράξεων αποτελούν έναν παράγοντα που ευνοεί την αλλαγή κλίμακας. Χαρακτηριστικές περιπτώσεις αποτελούν η εμφάνιση περιβαλλοντικών και κοινωνικών κριτηρίων στις προκηρύξεις διαγωνισμών του γαλλικού Δημοσίου... η έκπτωση φόρου 25% για τις συμμετοχές των φορολογουμένων σε αλληλέγγυες επιχειρήσεις»[6].

 

Η «ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΤΩΝ ΠΟΛΙΤΩΝ» ΚΑΙ Ο «ΗΘΙΚΟΣ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΣ»

Στην ίδια κατεύθυνση κινούνται και οι έντονα αναπτυσσόμενες τα τελευταία χρόνια «θεωρίες» περί «κοινωνίας των πολιτών», μέρος των οποίων είναι και η νεόκοπη στην Ελλάδα θεωρία περί «συμμετοχικής δημοκρατίας». Αυτά τα αστικά ιδεολογήματα επιδιώκουν να προσανατολίσουν την εργατική τάξη, τις λαϊκές δυνάμεις γενικότερα στην παραίτηση από την ταξική πάλη και στη συμμετοχή τους στη διαχείριση των προβλημάτων που δημιουργεί, αναπαράγει και οξύνει το καθεστώς της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης στις σύγχρονες συνθήκες καθολικής επίθεσης του κεφαλαίου με τις στρατηγικές επιλογές των αναδιαρθρώσεων.

Ορίζουν αυτήν την έννοια ως εξής: «Η κοινωνία των πολιτών είναι ένας ενδιάμεσος χώρος ανάμεσα στο κράτος και τον πολίτη ένα πλέγμα διαδράσεων ανάμεσα σε εθελοντικές οργανώσεις, όπως είναι οι οργανωμένες εκκλησίες, οι λέσχες, οι σχολές, οι επαγγελματικές οργανώσεις κλπ. η κοινωνία των πολιτών είναι ένα αντιστήριγμα στην πολιτική κοινωνία, δηλαδή το κράτος, και συγχρόνως εκούσιας συμμετοχής σε ένα πολιτικό και κοινωνικό σύνολο. Το αντιστήριγμα αυτό που αποτελεί η κοινωνία των πολιτών παίζει ρόλο ανταγωνιστικό και συγχρόνως συμπληρωματικό ως προς την πολιτική κοινωνία»[7].

Ο Ν. Μουζέλης είναι αποκαλυπτικός ως προς τις στοχεύσεις ενσωμάτωσης:

«Στο κατώφλι του 21ου αιώνα, η αμφισβήτηση πρέπει να περάσει από τον πολιτικό και κοινωνικοοικονομικό χώρο, σ' αυτόν της κοινωνίας των πολιτών... Περνάμε με άλλα λόγια από αγώνες για τη διάχυση εξάπλωση πολιτικών και κοινωνικοοικονομικών δικαιωμάτων σε αγώνες... των δικαιωμάτων του πολίτη. Τα τελευταία συνδέονται με την ανάγκη ενεργοποίησης του πολίτη σ' ένα τρίτο χώρο που δε λειτουργεί ούτε στη βάση της κομματικοκρατικής λογικής ούτε σ' αυτήν της αγοράς... Η κεντροαριστερή στρατηγική της συμμετοχικής δημοκρατίας βασίζεται στη φόρμουλα: λιγότερο κράτος... λιγότερη αγορά... και περισσότερη κοινωνία των πολιτών (θεσμοθετημένη συνεργασία κομμάτων, ΜΚΟ (Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις), ανεξάρτητες αρχές ως αντίβαρο στην κομματικοκρατία, την αγοροκρατία κλπ.). Η θεωρία της συμμετοχικής δημοκρατίας δίνει λιγότερη έμφαση στη συχνή εναλλαγή κομμάτων στην εξουσία και περισσότερο σε μια νέα ισορροπία μεταξύ κράτους, αγοράς και κοινωνίας των πολιτών... Μια κατάσταση όπου τουλάχιστον μακροχρόνια, ο χώρος της κοινωνίας των πολιτών θα παίζει επιτελικό ρόλο στη ρύθμιση των δυσλειτουργιών και της κρατικής μηχανής και της αγοράς.... Γι' αυτό το λόγο η Κεντροαριστερά στηρίζει... όχι μόνο τις παγκόσμιες ΜΚΟ, αλλά και τα νέα κινήματα τύπου Σιάτλ-Γένοβας που μπορούν, αν ξεπεράσουν τις συχνά ουτοπικές αναρχοσυνδικαλιστικές τους τάσεις, να παίξουν έναν σημαντικό ρόλο στη δημιουργία της παγκόσμιας κοινωνίας πολιτών, καθώς και στο μετασχηματισμό του παγκόσμιου status quo»[8].

 

ΘΕΩΡΗΤΙΚΗ ΤΕΚΜΗΡΙΩΣΗ ΚΑΙ ΠΡΑΚΤΙΚΗ ΕΦΑΡΜΟΓΗ

Η λεγόμενη «κοινωνική οικονομία» δεν είναι νέο στοιχείο της πολιτικής διαχείρισης του καπιταλισμού από τις αστικές κυβερνήσεις. Υπάρχει ανάλογη εμπειρία στην εφαρμογή της, από τη 10ετία του ’50 ακόμη, στη Μεγάλη Βρετανία.

Ο Α. Γκίντενς αναφέρει σχετικά: «Στη Μεγάλη Βρετανία κατά την περίοδο μετά το 1950... η δραστηριοποίηση στον τριτογενή τομέα - εθελοντική εργασία - έχει αυξηθεί... Οι περισσότερο παραδοσιακές ομάδες έχουν εκλείψει, για να αντικατασταθούν όμως από πολύ περισσότερες νέες, που ασχολούνται ιδίως με την αυτοβοήθεια και το περιβάλλον. Μία από τις σημαντικότερες αλλαγές είναι η αυξημένη συμμετοχή των γυναικών. Οι φιλανθρωπικές ομάδες έχουν να επιδείξουν σημαντική αύξηση - το 1991 υπήρχαν στη Βρετανία περισσότερες από 160.000 επίσημα καταχωρημένες φιλανθρωπικές ομάδες. Σχεδόν το 20% του πληθυσμού συμμετέχει σε κάποια μορφή εθελοντικής εργασίας, κατά τη διάρκεια του έτους και περίπου 10% σε εβδομαδιαία βάση...»[9].

Ο ίδιος επίσης κάνει προσπάθεια θεωρητικής τεκμηρίωσης της δυνατότητας εφαρμογής της «κοινωνικής οικονομίας». Στο ίδιο βιβλίο αναφέρει χαρακτηριστικά: «Η κυβέρνηση μπορεί να ενεργεί σε συνεργασία με φορείς της κοινωνίας των πολιτών, ώστε από κοινού να προάγουν την ανανέωση και την ανάπτυξη της κοινότητας. Την οικονομική βάση αυτής ακριβώς της συνεργασίας αποκαλώ νέα μεικτή οικονομία. Η οικονομία αυτή μπορεί να είναι αποτελεσματική μόνο αν εκσυγχρονιστούν σε βάθος οι ήδη υπάρχοντες θεσμοί πρόνοιας».

Ο εκσυγχρονισμός των θεσμών που επικαλείται ο Γκίντενς είναι η θεσμική αναγνώριση και ανακήρυξη των μη κυβερνητικών μη κερδοσκοπικών οργανώσεων - σε βασικούς φορείς άσκησης κοινωνικής πολιτικής. Τις κατευθύνσεις για την κοινωνική πολιτική θα αποφασίζουν τα καπιταλιστικά κράτη και οι διακρατικοί καπιταλιστικοί οργανισμοί, ενώ θα τις υλοποιούν οι κοινωνικές δυνάμεις μέσω των φορέων τους. Η απασχόληση σε αυτούς τους φορείς αποκαλείται από τον Α. Γκίντενς «κοινωνική απασχόληση» ή απασχόληση σ' έναν «τρίτο» τομέα της οικονομίας, που δήθεν δε θα λειτουργεί με βάση το κέρδος, (μη κερδοσκοπικός), ούτε με την «κρατικίστικη» αντίληψη. Οι επενδύσεις στον τομέα αυτό ονομάζονται δραστηριότητες «στην κοινωνική οικονομία» ή στην «αλληλέγγυα οικονομία». Με τον τρόπο αυτό δίνεται δημοκρατική, (συλλογική συμμετοχή), επίφαση στην άσκηση της πιο στυγνής ταξικής πολιτικής. Ουσιαστικά είναι μια μορφή υποταγής των λαϊκών μαζών, με τη δική τους ενεργητική συμμετοχή, στην ένταση της εκμετάλλευσής τους, αφού υποτίθεται ότι συμβάλλουν από κοινού με τους καπιταλιστές στην προώθηση «κοινωνικής πολιτικής».

Ο Α. Γκίντενς αναφέρει επίσης στο βιβλίο του εμπειρία και ορισμένα παραδείγματα για τη λειτουργία του «τριτογενούς τομέα» σ' ορισμένες χώρες της ΕΕ. «Στη Γερμανία... σε τομείς όπως η φροντίδα των παιδιών, οι τριτογενείς κοινωνικές ομάδες είχαν σχεδόν το μονοπώλιο στην υλοποίηση της πρόνοιας. Με τη μεγέθυνση του κράτους πρόνοιας στη Γερμανία, ο τομέας των μη κερδοσκοπικών οργανώσεων, αντί να περιοριστεί επεκτάθηκε ακόμη περισσότερο. Ο βαθμός στον οποίο το κράτος πρόνοιας ενσωματώνει τον τριτογενή τομέα ή στηρίζεται σε αυτόν ποικίλλει ανά χώρα. Στην Ολλανδία, για παράδειγμα, οι μη κερδοσκοπικές οργανώσεις αποτελούν το βασικό σύστημα παροχής κοινωνικών υπηρεσιών, ενώ στη Σουηδία μόλις που χρησιμοποιούνται. Στο Βέλγιο και στην Αυστρία... το ήμισυ τουλάχιστον των κοινωνικών υπηρεσιών παρέχεται από μη κερδοσκοπικές ενώσεις».

Στην έκθεση για τις «συνεταιριστικές επιχειρήσεις στη γυναικεία απασχόληση» της Ευρωπαϊκής Ενωσης, (Ιούλης 1998), στο κεφάλαιο «Οι κοινωνικές συνεταιριστικές επιχειρήσεις - η ιταλική εμπειρία», αναφέρεται «ο ιταλικός δρόμος προς την κοινωνική επιχείρηση» που νομοθετήθηκε το 1991. «Ο νόμος διακρίνει δύο τύπους: το συνεταιρισμό τύπου Α για τη διαχείριση κοινωνικο-υγειονομικών και εκπαιδευτικών υπηρεσιών και το συνεταιρισμό τύπου Β για τη διαχείριση παραγωγικών δραστηριοτήτων που αποβλέπουν στην εργασιακή ένταξη μειονεκτούντων ατόμων.

Οι κοινωνικοί συνεταιρισμοί σημείωσαν ταχεία ανάπτυξη στη δεκαετία του ‘80 και αποτελούν έναν τομέα εξαιρετικά δυναμικό που επεκτείνεται. Υπάρχουν πάνω από 3.800 κοινωνικοί συνεταιρισμοί... δίνουν εργασία σε πάνω από 75.000 άτομα (60% γυναίκες) και χρησιμοποιούν τις υπηρεσίες 12.000 εθελοντών καθώς και 2.000 αντιρρησιών συνείδησης, που εκτελούν κοινωνική θητεία. Εχουν μια σειρά από φορολογικά πλεονεκτήματα και ευεργετήματα και οφείλουν να τηρούν ορισμένες υποχρεώσεις, π.χ. να επανεπενδύουν ένα ποσοστό των κερδών ή ακόμη στους κοινωνικούς συνεταιρισμούς τύπου Β, παρουσία μειονεκτούντων ατόμων μεταξύ των εργαζομένων εταίρων σε αναλογία τουλάχιστον, ενός τρίτου».

Στο Βέλγιο υπάρχουν «Συνεταιρισμοί στον ασφαλιστικό, τον πιστωτικό και τον γεωργικό κλάδο. Στον τομέα των υπηρεσιών προσωπικής μέριμνας δραστηριοποιούνται μη κερδοσκοπικές ενώσεις (210.000 απασχολούμενοι, συν 115.000 εθελοντές)».

 

ΟΙ ΑΡΓΟΠΟΡΗΜΕΝΕΣ ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΕΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

Η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ είχε επεξεργαστεί πρόγραμμα για την προώθηση της «Κοινωνικής Οικονομίας», τηρώντας κατά γράμμα τις κατευθύνσεις του ΟΟΣΑ και της ΕΕ. Σε δημοσίευμα η πολιτική αυτή παρουσιάζονταν ως εξής:

«Μπορεί να αγοράζει το Δημόσιο υπηρεσίες από την αγορά για την κάλυψη κοινωνικών αναγκών με κριτήριο την καλύτερη ποιότητα, την πλέον ανταγωνιστική τιμή και παράλληλα να συμβάλλει στην αύξηση της απασχόλησης; Υπάρχει τρόπος να καλύψει το νέο ζευγάρι και ο μοναχικός ηλικιωμένος τις ανάγκες του χωρίς δυσβάσταχτο κόστος; Υπάρχουν κοινωνικοί τομείς που χρήζουν παρεμβάσεων για την εξυπηρέτηση των πολιτών και οι επιχειρήσεις δεν επιδεικνύουν κανένα ενδιαφέρον; Σε αυτά τα ερωτήματα απαντούν καταφατικά δυο υφυπουργοί, ο κ. Γ. Φλωρίδης, υφυπουργός Οικονομικών, και ο κ. Ελ. Τζιόλας, υφυπουργός Εργασίας, ενώ το θέμα εξετάζει με προσοχή ο υπουργός Οικονομίας και Οικονομικών, κ. Ν. Χριστοδουλάκης. Μέσα από διαφορετικούς δρόμους κατέληξαν σε μια κοινή προσέγγιση για την αναζήτηση μιας νέας εναλλακτικής επιχειρηματικότητας, η οποία θα είναι περισσότερο κοινωνικά προσανατολισμένη και θα συμβάλλει στη δημιουργία νέων θέσεων απασχόλησης. Πρόκειται γι' αυτό που άλλοι αποκαλούν τρίτο τομέα ή τρίτο σύστημα και δεν είναι άλλος από τον τομέα της «κοινωνικής οικονομίας»... Η ιδέα είναι η εξής: Υπάρχουν χιλιάδες άνεργοι, των οποίων οι προσδοκίες δεν ευοδώνονται, καθώς οι ρυθμοί ανάπτυξης δε συμβαδίζουν με αύξηση στην απασχόληση... Το Δημόσιο μπορεί με την παροχή κινήτρων να διαμορφώσει τις κατάλληλες συνθήκες ώστε να συσταθούν συνεταιρισμοί οι οποίοι θα πουλήσουν τις υπηρεσίες τους είτε στο Δημόσιο, είτε απευθείας στους πολίτες, αρκεί να εξασφαλίζουν θέσεις απασχόλησης, καλή ποιότητα υπηρεσιών και προϊόντων, ένταξη των κοινωνικά αποκλεισμένων στην εργασιακή διαδικασία...»[10].

Ταυτόχρονα, το υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων διοργάνωσε διεθνές φόρουμ για την «Κοινωνική Οικονομία» το Νοέμβρη του 2003 στο οποίο δόθηκε το βασικό στίγμα αυτής της πολιτικής: «Οι επιχειρήσεις Κοινωνικής Οικονομίας είναι σημαντικές «πηγές» επιχειρηματικότητας, με αποτέλεσμα τη δημιουργία θέσεων απασχόλησης». Σύμφωνα δε με τον τότε υφυπουργό Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων Ελ. Τζιόλα στο ίδιο φόρουμ, «οι επιχειρήσεις Κοινωνικής Οικονομίας στην Ευρωπαϊκή Ενωση είναι πλήρως οργανωμένες, με επαγγελματικό management, με πλήρη ανάπτυξη και διακριτά λειτουργικά τμήματα, με διευρυμένη συμμετοχή. Ανοικτές στην τοπική κοινωνία και τους φορείς, ευέλικτες ώστε να ανταποκρίνονται στις σύγχρονες ανάγκες της αγοράς, παράγοντας σύγχρονες υπηρεσίες και ποιοτικά προϊόντα». Επομένως έγινε καθαρό ότι πρόκειται για έναν επιχειρηματικό τομέα που θα δρα με τους νόμους της καπιταλιστικής αγοράς.

Το τότε κυβερνητικό σχέδιο προσδιόριζε τους φορείς που θα ανέπτυσσαν αυτή τη δραστηριότητα: «Οι νέες επιχειρήσεις που θα συσταθούν για τους τομείς κοινωνικής οικονομίας, οι μη κυβερνητικές οργανώσεις, οι συνεταιρισμοί κοινωνικού τομέα, οι επιχειρήσεις της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, αλλά και οι υπάρχουσες επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών, εφ’ όσον τροποποιήσουν τους σκοπούς τους, προκειμένου να παράσχουν υπηρεσίες στον κοινωνικό τομέα»[11].

Υπήρχε επίσης επεξεργασμένο «πιλοτικό πρόγραμμα» ανάπτυξης δράσης σε 8 τομείς κοινωνικών υπηρεσιών. «Σύμφωνα με το σχέδιο για την εφαρμογή του πιλοτικού προγράμματος επιλέγονται οι εξής οκτώ:

- Υπηρεσίες νοσοκομειακής περίθαλψης.

- Υπηρεσίες μέριμνας (βρεφονηπιακοί σταθμοί, κέντρα δημιουργικής απασχόλησης παιδιών, βοήθεια στο σπίτι).

- Υπηρεσίες πρόνοιας (κατ' οίκον φροντίδα).

- Υπηρεσίες φύλαξης σχολικών κτιρίων.

- Βελτίωση υπηρεσιών ασφαλιστικών φορέων.

- Υπηρεσίες μαζικής άθλησης.

- Παροχή περιβαλλοντικών υπηρεσιών.

- Παροχή υπηρεσιών στον τομέα του πολιτισμού»[12].

Και ταυτόχρονα προβλέπονταν κίνητρα και χρηματοδότηση για την ανάπτυξη επιχειρήσεων «κοινωνικής οικονομίας». Σύμφωνα με το ίδιο δημοσίευμα σε συνεδρίαση του Υπουργικού Συμβουλίου ο υφυπουργός Εργασίας κ. Ελ. Τζιόλας, είχε καταθέσει αναλυτική πρόταση για την παροχή φορολογικών κινήτρων, που θα έδιναν ώθηση στη δημιουργία επιχειρήσεων για τον τρίτο τομέα της οικονομίας. Σε αυτά περιλαμβάνονται η μείωση ή η κλιμάκωση του φορολογικού συντελεστή για αστικούς συνεταιρισμούς, συνεταιρισμούς νέων με αντικείμενα οικονομικής δραστηριότητας σε τομείς κοινωνικών υπηρεσιών όπως: Βοήθεια στο σπίτι, βρεφονηπιακοί σταθμοί, μέριμνα για τα δάση ή τα οικοσυστήματα, προβολή της ιστορικής κληρονομιάς. Επίσης, πρότεινε τη θεαματική μείωση του φορολογικού συντελεστή για τους παραγωγικούς - εμπορικούς συνεταιρισμούς γυναικών, ιδιαίτερα σε αγροτικές και ορεινές περιοχές. Μηδενική φορολόγηση προτείνεται για τις επιχειρήσεις που θα δημιουργήσουν άτομα με ειδικές ανάγκες ή μακροχρόνια άνεργοι άνω των 50 ετών... Το ύψος των κονδυλίων που θα απαιτηθούν εκτιμάται στο ποσό των 300 εκατομμυρίων ευρώ, ενώ για τη διαχείριση των πόρων προτείνεται σύσταση ειδικού ταμείου κοινωνικής οικονομίας, στο οποίο μπορεί να αξιοποιηθεί και μέρος των πόρων του Γ΄ ΚΠΣ.

Αν αυτό το σχέδιο εφαρμοστεί, σημαίνει ότι εξασφαλίζει μια ακόμη μορφή χρηματοδότησης επιχειρηματικής δραστηριότητας, ανεξάρτητα από τους φορείς που θα την αναλάβουν. Αλλά ταυτόχρονα επιδιώκεται η συμμετοχή φορέων των εργαζομένων μαζί με επιχειρήσεις και ήδη έχει συγκροτηθεί «Πανελλήνια Ενωση Οργανώσεων Κοινωνικής Οικονομίας» («Panco»), στην οποία συμμετέχουν μεταξύ άλλων οι: ΠΑΣΕΓΕΣ, Ελληνική Διατροφή COOP ΑΕ, ΣΕΚΑΠ, Συνεταιριστική Ασφαλιστική, ΟΣΦΕ (Συνεταιρισμός Φαρμακοποιών), ΠΟΒΙΣΥΞ (Συνεταιρισμός Βιοτεχνών Ξυλουργών), ΤΥΠΕΤ (Ταμείο Υγείας Προσωπικού της Εθνικής Τράπεζας) κ.ά.

Για τον τομέα «Κοινωνικής Οικονομίας», ενδιαφέρον υπάρχει επίσης από διάφορους φορείς στον τομέα υγείας. Ενδεικτικά θα αναφέρουμε ημερίδα του «Ινστιτούτου Παστέρ» στο 2001, με θέμα «Τρίτος Τομέας στην Υγεία», «ανάμεσα στον αναποτελεσματικό δημόσιο και τον κερδοφόρο ιδιωτικό», που συνδιοργανώθηκε από την «Ομοσπονδία Αυτοδιαχειριζόμενων Ταμείων Υγείας Ελλάδος», (μέλος είναι και ο ΕΔΟΕΑΠ), σε συνεργασία με τους «Γιατρούς χωρίς Σύνορα». Πήραν μέρος διάφορα «αυτοδιαχειριζόμενα» ταμεία υγείας, νοσοκομεία όπως το «Ερρίκος Ντυνάν», «Υγείας Μέλαθρον» (κλινική του ΤΥΠΕΤ), εκπρόσωποι των ΑΔΕΔΥ και ΓΣΕΕ, οι ΠΕΣΥάρχες Κρήτης και Πελοποννήσου, κ.ά.

Φαίνεται λοιπόν ότι με την εφαρμογή τέτοιων σχεδίων για την ανάπτυξη επιχειρηματικής δράσης στην «κοινωνική οικονομία» κάποιοι θα καρπωθούν κρατικό χρήμα, αναπτύσσοντας επιχειρηματικότητα, στο όνομα παροχής κοινωνικών υπηρεσιών. Γιατί π.χ. είναι ένα ερώτημα τι είδους κοινωνικές υπηρεσίες θα παρέχουν η ΠΑΣΕΓΕΣ ή ανώνυμες εταιρίες, όπως η ΣΕΚΑΠ ή η Ελληνική Διατροφή. Θα πάρουν χρήμα επειδή θα δημιουργήσουν θέσεις απασχόλησης;

 

ΓΙΑ ΤΟ ΦΤΗΝΕΜΑ ΚΑΙ ΤΗ ΧΕΙΡΑΓΩΓΗΣΗ ΤΟΥ ΕΡΓΑΤΗ

Συνοψίζοντας καταγράφουμε τις γενικότερες, πιο σοβαρές και επικίνδυνες επιδιώξεις της αστικής διακυβέρνησης:

- Γενίκευση της ιδιωτικοποίησης - εμπορευματοποίησης των «κοινωνικών υπηρεσιών» που στο εξής θα παρέχονται με πληρωμή από τις επιχειρήσεις της λεγόμενης κοινωνικής οικονομίας. Η «παροχή υπηρεσιών» με αυτόν τον τρόπο είτε άμεσα προς τους καταναλωτές είτε προς το κράτος ανοίγει άλλο ένα παράθυρο προς την εμπορευματοποίηση και στην παραπέρα υποβάθμισή τους. Το χρησιμοποιούμενο εργατικό δυναμικό θα παρέχει δουλιά μιας τυπικής ειδίκευσης (γι' αυτό θα απαιτούνται περιορισμένες γνώσεις και επαγγελματική κατάρτιση). Οι «φτηνές κοινωνικές υπηρεσίες» θα είναι προϊόν κατώτατου επιπέδου.

- Η ικανοποίηση των αναγκών για κοινωνικές υπηρεσίες «φορτώνεται» στους ίδιους τους εργαζόμενους με τη λογική «είστε αποκλειστικά υπεύθυνοι να αντιμετωπίσετε τις ανάγκες σας μεταξύ σας». Ως κράτος δημιουργώ το πλαίσιο ώστε να οργανώσετε επιχειρήσεις κοινωνικών υπηρεσιών και να τις πουλάτε. Για όσους δεν μπορούν να τις αγοράσουν, θα υπάρχουν και φτηνές από τους εθελοντές, τη φιλανθρωπία, τις μη κερδοσκοπικές ή τις μη κυβερνητικές οργανώσεις. Σύμφωνα με τον Ελ. Τζιόλα, η «Κοινωνική Οικονομία» επιδιώκει την «παραγωγή υπηρεσιών προς τα μέλη των κοινωνικών επιχειρήσεων ή προς τρίτους για την κάλυψη κοινωνικών αναγκών». Επιδιώκεται η λαϊκή παραίτηση από τη διεκδίκηση αναβαθμισμένων δημόσιων δωρεάν κοινωνικών υπηρεσιών.

- Εμπλοκή των συνδικάτων και των ασφαλιστικών ταμείων σε ανάλογη επιχειρηματική δράση. Το παράδειγμα των «αυτοδιαχειριζόμενων» ταμείων είναι χαρακτηριστικό. Δίνει χρήμα στα συνδικάτα, ώστε αντί να διεκδικούν, να δημιουργούν δικές τους επιχειρήσεις, π.χ. για υπηρεσίες υγείας, ακόμη και κλινικές, ή και άλλες υπηρεσίες. Που βεβαίως θα μπορούν να τις εμπορεύονται.

- Επιδίωξη απαλλαγής από τις διεκδικήσεις των ατόμων με ειδικές ανάγκες τόσο για το δικαίωμα στη δουλιά, όσο και για άλλες κοινωνικές υπηρεσίες, αναγκάζοντας τα ίδια να ασχοληθούν με τις ιδιαίτερες ανάγκες τους, ως συνεταιρισμένοι επιχειρηματίες.

- Οι εργασιακές σχέσεις όσων εργάζονται σ' αυτό τον τομέα θα είναι «λάστιχο». Μια από τις σημαντικότερες από τις αλλαγές που εισάγει αυτή η νέα επιχειρηματικότητα, σύμφωνα με τον Ελ. Τζιόλα, είναι οι «ευέλικτες μορφές απασχόλησης με τη θετική έννοια του όρου - αφού κυριαρχεί εδώ ο κοινωνικός προσανατολισμός, όπως είναι η μερική απασχόληση, η εθελοντική απασχόληση». Η «κοινωνική οικονομία» εντάσσεται η ίδια στις καπιταλιστικές αναδιαρθρώσεις, οι οποίες συντελούνται σε συνθήκες κρίσης και οξύτατου ενδομονοπωλιακού ανταγωνισμού. Είναι άλλο ένα κανάλι που διοχετεύει στην αγορά πιο φθηνό εργατικό δυναμικό.

- Η πολιτική της «κοινωνικής οικονομίας» έχει στόχο να «ελέγξει», να μοιράσει την ανεργία, να διαμορφώσει αυταπάτες κοινωνικής συμμετοχής. Ο Ελ. Τζιόλας π.χ. μιλούσε για «ουσιαστική εμπλοκή των εργαζομένων στον επιχειρησιακό σχεδιασμό». Ουτοπία αποτελεί η επιδίωξη αντιμετώπισης της ανεργίας από την «κοινωνική οικονομία». Αργά ή γρήγορα θα διαμορφωθούν συνθήκες συσσώρευσης και μέσα από αυτή τη μορφή οργάνωσης της κοινωνικής εργασίας. Θα διαμορφωθούν συνθήκες επιχειρηματικής κερδοφορίας, διεύρυνσης του κύκλου των εργασιών της. Θα μπει στον καπιταλιστικό ανταγωνισμό, στις πιο καθαρές μορφές της επιχειρηματικής δραστηριότητας. Ετσι, θα αναιρούνται οι ιδιαιτερότητες της «κοινωνικής οικονομίας» και θα υποτάσσονται στους νόμους της καπιταλιστικής παραγωγής.

Στον καπιταλισμό η εμπορευματική παραγωγή είναι γενικευμένη. Κάθε προηγούμενος τρόπος παραγωγής π.χ. ο κοινοτικός υποτάσσεται στις καπιταλιστικές σχέσεις. Γι’ αυτό και οι συνεταιρισμοί - παραγωγικοί, προμηθευτικοί, αγροτικοί - υποτάσσονται στην εμπορευματική παραγωγή. Δεν μπορεί να υπάρξει επιχειρηματική δραστηριότητα μη κερδοσκοπική στον καπιταλισμό, σε συνθήκες ανταγωνισμού, πολύ περισσότερο επιχειρηματική δραστηριότητα η οποία δε διαπλέκεται με το κεφάλαιο. Και κυρίως δεν μπορεί να υπάρξει τομέας της οικονομίας ο οποίος να λειτουργεί χωρίς κέρδος. Το απαιτεί η ίδια η αναπαραγωγή του κεφαλαίου, ανεξάρτητα από το μέγεθός της. Η συσσώρευση είναι νόμος του καπιταλισμού. Και εδώ δε χωράνε συναισθηματισμοί και ψευδαισθήσεις. Γι' αυτό και τέτοιες δεν είχε, δεν έχει, ούτε πρόκειται να έχει καμιά επιχειρηματική δραστηριότητα. Επομένως και οι επιχειρήσεις της «κοινωνικής οικονομίας», ανεξάρτητα από τη μορφή με την οποία ξεκινούν -συνεταιριστική ή άλλη- οδεύουν στην ολοένα και διευρυνόμενη εμπορευματική λειτουργία τους.

- Ως ένας από τους στόχους της «κοινωνικής οικονομίας» προβάλλεται η «κοινωνική συνοχή». Με άλλα λόγια η ταξική συνεργασία. «Κοινωνική οικονομία» και «κοινωνική συνοχή» είναι εργαλεία για να χειραγωγηθεί η δυνατότητα να μετατραπεί η λαϊκή δυσαρέσκεια σε αμφισβήτηση του συστήματος και συνειδητή ταξική πάλη για την ανατροπή του.

 

Η ΔΙΕΞΟΔΟΣ ΣΤΗ ΛΑΪΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Το ΚΚΕ υποστηρίζει ότι είναι ώριμη και επίκαιρη η ανάγκη να εφαρμοσθεί οικονομική και κοινωνική πολιτική που να ανταποκρίνεται στο μεγάλο βαθμό κοινωνικοποίησης της εργασίας. Επομένως υποστηρίζουμε ότι ωρίμασε πλέον η ανάγκη για κοινωνική ιδιοκτησία των αναπτυγμένων και συγκεντρωμένων μέσων παραγωγής, για κεντρικό σχεδιασμό της κατανομής μέσων, εργατικής δύναμης, πόρων με κίνητρο την αναπτυσσόμενη λαϊκή ευημερία. Την κατανομή του κοινωνικού πλούτου ανάλογα με την προσφορά εργασίας και ένα ενιαίο επίπεδο κάλυψης κοινωνικών αναγκών: Δημόσια δωρεάν παιδεία σε όλες τις βαθμίδες της, δημόσια δωρεάν φροντίδα υγείας για όλους και όλες, ανεξαρτήτως επαγγέλματος, ηλικίας, εθνικότητας. Καθολικό σύστημα κοινωνικής πρόνοιας και συνταξιοδότησης.

Μόνο σε συνθήκες λαϊκής οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής μπορεί να υπάρξει και πολιτική ενθάρρυνσης της συνεταιριστικής παραγωγικής δουλιάς, στη μεταποίηση, την αγροτική παραγωγή, τον τουρισμό και ορισμένους άλλους οικονομικούς τομείς με καθυστέρηση στη συγκέντρωσή τους.

Απαραίτητη προϋπόθεση για τη διαμόρφωση λαϊκής οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής είναι η λύση του προβλήματος της εξουσίας, η ανατροπή του υπάρχοντος συσχετισμού σε κοινωνικό και πολιτικό επίπεδο ως προϊόν της συνειδητής ταξικής πάλης.



Ο Στέφανος Λουκάς είναι μέλος της ΚΕ του ΚΚΕ.

[1] «LE MONDE diplomatique», από την «Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία», 8.12.2002.

[2] «Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ», 12.1.2003.

[3] «LE MONDE diplomatique», από την «Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία», 8.12.2002.

[4] «LE MONDE diplomatique», από την «Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία», 8.12.2002.

[5] «LE MONDE diplomatique», από την «Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία», 8.12.2002.

[6] «LE MONDE diplomatique», από την «Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία», 8.12.2002.

[7] Α. Μακρυδημήτρης: «Κράτος και κοινωνία των πολιτών», κείμενο Δ. Δημητράκου.

[8] Ν. Μουζέλης: Εφημερίδα «ΤΟ ΒΗΜΑ», 29.2.2004.

[9] Α. Γκίντενς: «Ο τρίτος δρόμος. Η ανανέωση της σοσιαλδημοκρατίας», εκδόσεις «Πόλις», Αθήνα, 1998.

[10] «Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ», 12.1.2003.

[11] «Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ», 12.1.2003.

[12] «Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ», 12.1.2003.