ΙΡΛΑΝΔΙΑ - ΑΣΤΙΚΑ ΙΔΕΟΛΟΓΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΑΝΤΕΡΓΑΤΙΚΗ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ

Αστοί οικονομολόγοι και πολιτικοί, νεοφιλελεύθερης ή σοσιαλδημοκρατικής κατεύθυνσης, συχνά-πυκνά παραπέμπουν στο παράδειγμα της οικονομικής ανάπτυξης της Ιρλανδίας για να υποστηρίξουν την ορθότητα των πολιτικών του ΔΝΤ, της Παγκόσμιας Τράπεζας, της ΕΕ, του ΟΟΣΑ και άλλων διεθνών οργανισμών που επεξεργάζονται και προωθούν οικονομική πολιτική προς όφελος του κεφαλαίου στην κάθε φάση εξέλιξης των καπιταλιστικών οικονομιών διεθνώς. Μετά τη διεύρυνση της ΕΕ με 10 νέα κράτη-μέλη εξελίσσεται μια εκτεταμένη προπαγάνδα για να πειστούν οι νεοεισερχόμενες χώρες ότι θα συγκλίνουν με την ΕΕ, αν μεγιστοποιήσουν την ελευθερία του εμπορίου, ακολουθήσουν μια αυστηρή δημοσιονομική πολιτική και προωθήσουν την «ευλυγισία» της εργασίας. Και στη χώρα μας, οι πολιτικοί εκπρόσωποι της αστικής τάξης προβάλλουν το παράδειγμα της Ιρλανδίας για να υποστηρίξουν τη δυνατότητα της σύγκλισης, να εμφυσήσουν στη συνείδηση των εργαζομένων την αναγκαιότητα συνέχισης και έντασης της πολιτικής των καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων (βλ. παλιότερες δηλώσεις του οικονομικού επιτελείου της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ και τις δηλώσεις Καραμανλή στη Γενική Συνέλευση του ΣΕΒ).

Ποια είναι όμως η ζοφερή πραγματικότητα της Ιρλανδίας πίσω από τις υποτιθέμενα αυταπόδεικτες αλήθειες της αστικής τάξης;

Στα τέλη της δεκαετίας του ’80, ο ιρλανδικός λαός αντιμετώπιζε μια επίσημα καταγραμμένη ανεργία της τάξης του 20% και το ιρλανδικό κράτος είχε ένα από τα υψηλότερα δημόσια χρέη ως ποσοστό του ΑΕΠ. Η νότιο-ιρλανδική οικονομία, που ο εγχώριος βιομηχανικός τομέας της βρισκόταν σε συνεχή και γρήγορη πτώση από την εποχή της ένταξης της Ιρλανδίας στην ΕΟΚ το 1972, πάντα εξαρτιόταν σε σημαντικό βαθμό από τις επενδύσεις των διεθνικών μονοπωλίων. Ενα από τα χαρακτηριστικά της ανάπτυξης του καπιταλισμού στην Ιρλανδία τη δεκαετία του ’80 ήταν η τάση για εκτεταμένη απομάκρυνση των δραστηριοτήτων των διεθνικών μονοπωλίων.

Καθώς η «φυγή» των υπαρχόντων μονοπωλιακών επιχειρήσεων και η έλλειψη νέων επενδύσεων συνδυάζονταν με την πτώση της εγχώριας βιομηχανικής παραγωγής, οι ρυθμοί ανάπτυξης στην Ιρλανδία μειώθηκαν και τα ποσοστά ανεργίας αυξήθηκαν. Την εποχή εκείνη σε αστικούς κύκλους υπήρχαν εκτιμήσεις ότι περιοχές στην περιφέρεια των ιμπεριαλιστικών κέντρων, όπως η Ιρλανδία, θα αντιμετώπιζαν σοβαρά προβλήματα, καθώς οι «νέες» επενδύσεις της δεκαετίας του ’90 εμφανίζονταν να βασίζονται σε ευλύγιστες σχέσεις, όπως τα συστήματα υπεργολαβιών, και όχι στις παλαιότερες πρακτικές της επένδυσης μεγάλων ποσών κεφαλαίου σε θυγατρικές εταιρείες.

Παρ’ όλα αυτά, από το 1994 ήταν ήδη φανερό ότι η ιρλανδική οικονομία θα εξελισσόταν σε ένα σημαντικό χώρο για τη νέα φάση ανάπτυξης της παγκόσμιας οικονομίας, στην οποία κεντρικό ρόλο έπαιζε η οικονομική ανάπτυξη στις ΗΠΑ, ιδιαίτερα στους κλάδους της πληροφοριακής τεχνολογίας (information technology). Σαν αποτέλεσμα μιας τεράστιας αύξησης στις ιρλανδικές εξαγωγές που παράγονταν από θυγατρικές πολυεθνικών εταιρειών, στη βιομηχανία και τις υπηρεσίες, το ιρλανδικό Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν (ΑΕΠ) αυξήθηκε κατά 5,8% το 1994 και ακολούθησε ανάλογους αυξητικούς ρυθμούς όλα τα επόμενα χρόνια (Πίνακας 1). Μεταξύ 1994 και 2000, το ΑΕΠ αυξανόταν με ένα μέσο ετήσιο ρυθμό 9%. Το ιρλανδικό κατά κεφαλήν εισόδημα, που το 1988 βρισκόταν στο 60% του μέσου όρου της ΕΕ, έφθασε το μέσο όρο της ΕΕ στα τέλη της δεκαετίας του ’90 και εκτινάχθηκε στο 120% του κοινοτικού μέσου όρου το 2003. Η ιρλανδική οικονομία, που αποκλήθηκε ο «κέλτικος τίγρης» (σε αναλογία με τις «ασιατικές τίγρεις» της Απω Ανατολής), εμφανιζόταν πια σαν το παράδειγμα για άλλες χώρες που ήθελαν να γίνουν «οικονομικά πετυχημένες».

Ποια ήταν η βάση αυτής της αναστροφής στην οικονομική κατάσταση της Ιρλανδίας; Οι περισσότεροι αστοί ειδικοί υποστηρίζουν ότι η Ιρλανδία κατάφερε να επιτύχει γρήγορη οικονομική ανάπτυξη εξαιτίας των συγκεκριμένων πολιτικών που ακολούθησε. Δίνεται έμφαση στους ακόλουθους παράγοντες:

«Οι διαδοχικές ιρλανδικές κυβερνήσεις είχαν επιμείνει σε μια πολιτική εκπαίδευσης των εργαζομένων στις νέες τεχνολογίες, ακόμα και στα δύσκολα χρόνια που η τοπική οικονομία δεν τους είχε ανάγκη. Η στρατηγική αυτή απέδιδε καρπούς τώρα που το κεφάλαιο ζητούσε τέτοιους εργαζόμενους».

«Οι συμφωνίες κοινωνικού εταιρισμού εξασφάλισαν μισθολογικούς περιορισμούς και ένα ευέλικτο εργατικό δυναμικό, σημαντικούς παράγοντες για τις πολυεθνικές και, πολύ περισσότερο, για τις μικρότερες επιχειρήσεις στο χώρο των υπηρεσιών».

«Η Ιρλανδία κατάφερε να εξασφαλίσει ένα σταθερό μακροοικονομικό περιβάλλον, διαμέσου των περιοριστικών δημοσιονομικών πολιτικών, των σταθερών συναλλαγματικών ισοτιμιών κλπ.».

 

Η ΕΞΑΡΤΗΣΗ ΤΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΤΗΣ ΙΡΛΑΝΔΙΑΣ ΑΠΟ ΤΟ ΞΕΝΟ ΜΟΝΟΠΩΛΙΑΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ

Ανεξάρτητα από την αστική ρητορική, ο κυριότερος παράγοντας για την ιρλανδική «επιτυχία» υπήρξε η είσοδος στη χώρα πολλών θυγατρικών διεθνικών επιχειρήσεων, κύρια από τις ΗΠΑ, σε συγκεκριμένους κλάδους της οικονομίας. Ο «κελτικός τίγρης» εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από τη διεθνή οικονομική δραστηριότητα, ιδιαίτερα τις αναπτυσσόμενες εξαγωγές αμερικανικών επιχειρήσεων από την Ιρλανδία στους κλάδους της πληροφορικής και του φαρμάκου. Η ιρλανδική οικονομική ανάπτυξη τη δεκαετία του ’90 καθορίστηκε από την ικανότητα της χώρας να προσελκύσει ξένες επενδύσεις από μεγάλα διεθνικά μονοπώλια. Αν η μακροοικονομική σταθερότητα έπαιξε ένα σημαντικό ρόλο στη δημιουργία και τη διατήρηση του «κελτικού τίγρη», αυτό οφείλεται στο ότι ένα «σταθερό» περιβάλλον αποτελεί αδήριτη αναγκαιότητα για τις μονοπωλιακές επιχειρήσεις.

Σε αυτά τα πλαίσια, οι συμφωνίες «κοινωνικού εταιρισμού» εξασφάλισαν τη μείωση των πραγματικών μισθών και την ελαστικοποίηση των εργασιακών σχέσεων, εντείνοντας την εκμετάλλευση της εργατικής τάξης και αυξάνοντας δραματικά την παραγόμενη υπεραξία για τα μονοπώλια. Παράλληλα, η χαμηλή φορολογία των επιχειρήσεων ήταν μια ακόμα πολύ σημαντική παράμετρος, παρόλο που στην περίπτωση της Ιρλανδίας ίσχυε από αρκετά παλαιότερα. Δευτερεύουσας σημασίας ήταν η ύπαρξη ενός εξειδικευμένου δυναμικού στο χώρο των νέων τεχνολογιών. Κανένας από αυτούς τους παράγοντες δε θα έφερνε όμως το συγκεκριμένο αποτέλεσμα εάν δεν υπήρχε η ακόλουθη συγκυρία: η δεκαετία του ’90 ήταν μια περίοδος ιδιαίτερης άνθησης για την οικονομία των ΗΠΑ, ιδιαίτερα στην πληροφορική και τις συνδεδεμένες με την υγεία τεχνολογίες. Η άνθηση αυτή έσπρωξε τις αμερικανικές επιχειρήσεις στην αναζήτηση νέων αγορών (από τις οποίες η ΕΕ ήταν η σημαντικότερη) και φορολογικών παραδείσων, όπου θα μπορούσαν να μετακυλίσουν τα τεράστια κέρδη τους.

Τα μονοπώλια των ΗΠΑ επέκτειναν την παραγωγή τους στους κλάδους των νέων τεχνολογιών και αναζήτησαν νέες αγορές, συχνά δημιουργώντας περιφερειακούς κόμβους για να εξυπηρετήσουν αγορές κλειδιά, όπως η ΕΕ. Αυτό προκάλεσε μια αναγέννηση των Αμεσων Ξένων Επενδύσεων (ΑΞΕ), αλλά με νέες μορφές. Οι επενδύσεις ήταν πιο συγκεντρωμένες σχετικά με προηγούμενες δεκαετίες, με ομάδες διεθνικών μονοπωλίων συσπειρωμένες σε μια κομβική χώρα ή περιοχή. Με αυτό τον τρόπο ήταν σε θέση να εφοδιάζουν ταχύτερα και οικονομικότερα το ένα το άλλο, αλλά και τις αγορές τις οποίες στόχευαν. Τέτοια περιοχή-κόμβο αποτέλεσε η Ιρλανδία. Η σημασία της ευρωενωσιακής αγοράς για τα αμερικανικά προϊόντα υψηλής τεχνολογίας μεγάλωσε παραπέρα μετά το 1992 και τη διαμόρφωση της Ενιαίας Αγοράς. Οι αμερικανικές επενδύσεις στην ΕΕ αυξήθηκαν ταχύτατα τη δεκαετία του ’90 και συγκεντρώθηκαν στην Ιρλανδία.

Εάν υπάρχει ένα μεμονωμένο περιστατικό που σηματοδοτεί τη γέννηση του «κελτικού τίγρη» αυτό είναι η «επιτυχία» της Ιρλανδίας να προσελκύσει την εταιρία INTEL στη χώρα το 1990, με ένα τεράστιο κόστος για το ιρλανδικό κράτος. Ενας σημαντικός αριθμός επιχειρήσεων πληροφοριακής τεχνολογίας είχαν ήδη εγκατασταθεί στην Ιρλανδία στις δεκαετίες του ’70 και του ’80. Αλλά αφότου η INTEL εγκατέστησε την ευρωπαϊκή μονάδα της για την παραγωγή computer chips κοντά στο Δουβλίνο, όλες οι μεγάλες επιχειρήσεις του κλάδου σύντομα ακολούθησαν. Στα τέλη της δεκαετίας του ’90, η Ιρλανδία ήταν η έδρα των Gateway, Dell, AST, Apple, Hewlett-Packard και Siemens-Nixdorf (προσωπικοί υπολογιστές), Intel, Fujitsu, Xilinx και Analog Devices (ολοκληρωμένα κυκλώματα), Seagate και Quantum (σκληροί δίσκοι), Microsoft, Lotus και Oracle (λογισμικό). Εκατοντάδες άλλες μικρότερες περιφερειακές επιχειρήσεις του κλάδου ακολούθησαν. Το μερίδιο της Ιρλανδίας στις εισροές ξένων επενδύσεων στην ΕΕ τριπλασιάστηκε μεταξύ 1991 και 1994, καθώς προσέλκυε το 40% των αμερικανικών επενδύσεων στην ΕΕ στον κλάδο των ηλεκτρονικών. Μια παρόμοια συσπείρωση ξένων φαρμακευτικών εταιριών εγκαταστάθηκε επίσης στην Ιρλανδία.

Οι πάγιες επενδύσεις αμερικανικών επιχειρήσεων, που είχαν μειωθεί ταχύτατα τη δεκαετία του ’80, αυξήθηκαν δραματικά τη δεκαετία του ’90 (Πίνακας 2), ενώ οι επενδύσεις από άλλης εθνικότητας επιχειρήσεις και οι επενδύσεις ιρλανδικών επιχειρήσεων μειώθηκαν ή έμειναν σχετικά σταθερές. Το αποτέλεσμα ήταν ότι το μερίδιο των αμερικανικών επιχειρήσεων στις συνολικές πάγιες επενδύσεις στην Ιρλανδία αυξήθηκε από το 33% του συνόλου στις αρχές της δεκαετίας του ’90, στο 66% στα τέλη της, ενώ οι συνολικές επενδύσεις στην Ιρλανδία αυξήθηκαν κατά 30%.

Εξαιτίας του μικρού μεγέθους της Ιρλανδίας, ένα τέτοιο επίπεδο οικονομικής δραστηριότητας προκάλεσε άμεσα μια γρήγορη οικονομική ανάπτυξη. Τα διεθνικά μονοπώλια ήταν άμεσα υπεύθυνα για το 45% της αύξησης του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος το πρώτο μισό της δεκαετίας του ’90 και έμμεσα υπεύθυνα για παραπέρα ανάπτυξη στους κλάδους των κατασκευών και των υπηρεσιών.

Η επίδραση των διεθνικών επιχειρήσεων στην οικονομική ανάπτυξη ήταν συγκεντρωμένη στις εξαγωγές 3 κλάδων της βιομηχανίας που κυριαρχούνταν από τα αμερικανικά μονοπώλια: χημικά, πληροφορική και ηλεκτρονικά. Οι 3 αυτοί κλάδοι (χωρίς τη συμμετοχή των κλάδων του λογισμικού και των τηλε-υπηρεσιών) ήταν υπεύθυνοι για το 40% της αύξησης του Ιρλανδικού ΑΕΠ τη δεκαετία του ’90 (51% το 1998, 50% το 1999, 46% το 2000). Αντιπροσώπευαν το 78% της αύξησης της βιομηχανικής παραγωγής (περιλαμβανομένου του κλάδου των κατασκευών) το 1998, το 85% το 1999 και το 84% το 2000. Ηταν οι μόνοι οικονομικοί κλάδοι που ξεπέρασαν το μέσο όρο αύξησης του ΑΕΠ της δεκαετίας (7,2%, για το διάστημα 1991-2000), αναπτυσσόμενοι με ρυθμούς 15% το χρόνο. Ακόμα και ένα μοναδικό προϊόν μπορεί να έχει μια σημαντική επίδραση στην οικονομική ανάπτυξη της Ιρλανδίας, όπως έδειξε η περίπτωση του σκευάσματος Viagra της Pfizer (παράγεται στην Ιρλανδία) που προκάλεσε μια εκτίναξη της ιρλανδικής παραγωγής σε οργανικά χημικά προϊόντα κατά 70%.

Η άλλη πλευρά αυτής της υπερβολικά συγκεντρωμένης ανάπτυξης ήταν ότι η ύφεση μπορούσε επίσης να έρθει γρήγορα και σε συγκεντρωμένη μορφή. Αυτό φαίνεται ότι άρχισε να συμβαίνει από τα μέσα του 2001 και μετά, όταν η βασισμένη στις νέες τεχνολογίες αμερικανική οικονομία μπήκε σε ύφεση. Μέσα σε ελάχιστους μήνες η ύφεση αυτή βρήκε την αντανάκλαση στην ιρλανδική οικονομία με το κλείσιμο επιχειρήσεων στους κλάδους των νέων τεχνολογιών ή τη μείωση της δραστηριότητας τους. Το 2001 υπήρξε απώλεια 10.792 θέσεων εργασίας στους κλάδους των νέων τεχνολογιών. Κάποιες από αυτές ήταν στα πιο μεγάλα αμερικανικά μονοπώλια του κλάδου (Motorola, Gateway, General Semiconductors), περιλαμβανομένου του κλεισίματος του εργοστασίου υπολογιστών της Gateway στο Δουβλίνο και της απώλειας 900 θέσεων εργασίας. Η κρίση σύντομα επεκτάθηκε και στους άλλους κλάδους της οικονομίας, με αποτέλεσμα το 2003 να υπάρξουν μηδενικοί ρυθμοί αύξησης του ΑΕΠ. Ο «κέλτικος τίγρης» άρχισε να παραπαίει.

Η υπερβολική εξάρτηση της ιρλανδικής οικονομικής ανάπτυξης από τη διεύρυνση της δραστηριότητας του ξένου κεφαλαίου δημιούργησε μια σειρά από ειδικά χαρακτηριστικά που ξεχώριζαν την οικονομία της Ιρλανδίας από τις οικονομίες των άλλων χωρών της ΕΕ. Πιο χαρακτηριστικά, δημιουργήθηκε ένα χάσμα ανάμεσα στο Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν (ΑΕγΠ) και το Ακαθάριστο Εθνικό Προϊόν (ΑΕθΠ)[1]. Η Ιρλανδία είναι η μοναδική περίπτωση στην ΕΕ όπου το ΑΕγΠ ξεπερνάει το ΑΕθΠ, λόγω του ύψους των κερδών των πολυεθνικών που εξάγονται από τη χώρα (Πίνακας 1). Ενώ το 1983 τα κέρδη των πολυεθνικών που εξάγονταν βρίσκονταν στο 3% της αύξησης του ΑΕγΠ, το 1995 αντιπροσώπευαν το 19% της αύξησης του ΑΕγΠ και το 1999 το 40% της αύξησης του (αν υπολογιστούν τα δικαιώματα εκμετάλλευσης και οι άδειες το ποσοστό αυτό φθάνει το 48%).

Στα τέλη της δεκαετίας του ’90 η αύξηση των συνολικών κερδών των πολυεθνικών μονοπωλίων ισοδυναμούσε με το 65-80% της αύξησης του ΑΕγΠ. Το αποτέλεσμα ήταν ότι το χάσμα μεταξύ ΑΕγΠ και ΑΕθΠ διευρύνθηκε. Ενώ το 1980 τα δύο αυτά μεγέθη ήταν πρακτικά ίσα, ήδη το 1990 το ΑΕγΠ ήταν 11% υψηλότερο του ΑΕθΠ. Στα τέλη της δεκαετίας του ’90 το ΑΕγΠ υπερέβαινε το ΑΕθΠ κατά 20%. Σύμφωνα με το αμερικανικό Υπουργείο Εμπορίου, τα αμερικανικά μονοπώλια που δραστηριοποιούνταν στην Ιρλανδία είχαν, κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του ’90, ποσοστά κέρδους που ήταν κατά 5 φορές μεγαλύτερα από οπουδήποτε αλλού στον κόσμο.

 

ΕΠΙΔΡΑΣΗ ΤΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΣΤΗΝ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗ

Μετά από μια περίοδο στις αρχές της δεκαετίας του ’90, που χαρακτηριζόταν από την έλλειψη δημιουργίας νέων θέσεων εργασίας και τη διατήρηση της ανεργίας σε υψηλά επίπεδα (15-20%), από το 1994 η ιρλανδική οικονομία άρχισε να δημιουργεί νέες θέσεις εργασίας, με αποτέλεσμα η συνολική απασχόληση να αυξηθεί περίπου κατά 50% στα τέλη της δεκαετίας (Πίνακας 3), με τη δημιουργία περισσότερων από 500.000 θέσεων εργασίας. Το αποτέλεσμα ήταν ότι η ανεργία έπεσε γύρω στο 4%. Η ύφεση της αμερικανικής οικονομίας από το 2001 σήμανε, όπως σημειώσαμε, την αντιστροφή αυτής της πορείας, με την απώλεια χιλιάδων θέσεων εργασίας.

Η αύξηση της απασχόλησης τη δεκαετία του ’90 δε συμβαδίζει όμως άμεσα με την κλαδική ανάπτυξη της παραγωγής. Οπως αναλύθηκε παραπάνω, η ανάπτυξη της παραγωγής κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του ’90 συγκεντρώθηκε στη βιομηχανία, κύρια στους 3 κλάδους που κυριαρχούνταν από τα αμερικανικά μονοπώλια. Η ανάπτυξη αντίθετα της απασχόλησης βρισκόταν συγκεντρωμένη στις υπηρεσίες (Πίνακας 3), όπου και δημιουργήθηκε το 78% των νέων θέσεων εργασίας. Τα αμερικανικά μονοπώλια δεν απασχολούσαν μεγάλο αριθμό εργαζομένων, σε σχέση με το οικονομικό τους μέγεθος και τα ποσοστά αύξησης της παραγωγής τους. Τα κέρδη στην απασχόληση σημειώθηκαν κύρια στους κλάδους των κατασκευών και των υπηρεσιών.

Το 1990 οι υπηρεσίες αντιπροσώπευαν το 57% της συνολικής απασχόλησης, ενώ το 2000 το 64%. Αυτό σήμαινε παράλληλα ότι η απασχόληση συγκεντρωνόταν όλο και περισσότερο σε κλάδους με χαμηλές αμοιβές, παρόλο που κάποιες από τις «νέες» υπηρεσίες περιλάμβαναν και υψηλά αμειβόμενες θέσεις εργασίας. Υπήρξε επίσης μια σταθερή μετατροπή θέσεων πλήρους απασχόλησης σε θέσεις μερικής απασχόλησης, καθώς η ελαστικοποίηση κυριάρχησε στην αγορά εργασίας της Ιρλανδίας. Το 35% των νέων θέσεων εργασίας που δημιουργήθηκαν τη δεκαετία του ’90 ήταν θέσεις μερικής απασχόλησης. Ενώ το 1990 λιγότερο από το 8% των θέσεων εργασίας ήταν μερικής απασχόλησης, το ποσοστό αυτό ανέβηκε στο 17% το 2000. Αλλες μορφές ελαστικοποίησης της εργασίας, όπως συμβάσεις χρόνου, εργασία με δελτίο παροχής υπηρεσιών κλπ., γνώρισαν επίσης άνθηση.

Οι μισθολογικοί περιορισμοί και η ελαστικοποίηση της εργασίας σταθεροποιήθηκαν σαν χαρακτηριστικό της ιρλανδικής οικονομίας μέσα από τις συμφωνίες «κοινωνικού εταιρισμού» (social partnership), όπου τα συνδικάτα περιόριζαν τις απαιτήσεις τους σε μισθούς και ασφάλεια της εργασίας σε αντάλλαγμα για υποτιθέμενες μειώσεις φόρων. Ετσι η αυξανόμενη απασχόληση στην Ιρλανδία συνοδεύτηκε από την ελαστικοποίηση της εργασίας, χαμηλή ασφάλεια της εργασίας, περισσότερους εργάτες σε χαμηλά αμειβόμενες θέσεις και λιγότερα εργατικά δικαιώματα. Η Ιρλανδία έρχεται δεύτερη στον κόσμο μετά τις ΗΠΑ στο ποσοστό του εργατικού δυναμικού που κατατάσσεται στην κατηγορία των χαμηλά αμειβόμενων, με το 23% του εργατικού δυναμικού να κερδίζει λιγότερο από τα 2/3 των μέσων αποδοχών.

 

ΣΥΝΘΕΣΗ ΤΟΥ ΑΚΑΘΑΡΙΣΤΟΥ ΕΓΧΩΡΙΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ

Μια από τις πιο δραματικές αλλαγές στην Ιρλανδία κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του ’90 ήταν η αλλαγή στα συστατικά μέρη του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος (ΑΕγΠ), με τη μείωση του μεριδίου που αντιστοιχεί στις μορφές του εισοδήματος και των δαπανών που ωφελούν έστω μερικά τα λαϊκά στρώματα και την αύξηση αυτού που κατευθύνεται προς τις επιχειρήσεις και την ολιγαρχία. Ενώ αυξανόταν συνολικά το ΑΕγΠ, μερικά συστατικά μέρη του αυξάνονταν με εξαιρετικά ταχύτερους ρυθμούς και εδώ κυριαρχούσε ένας ξεκάθαρα ταξικός χαρακτήρας.

Εάν εξετάσουμε τη σύνθεση του ΑΕγΠ κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του ’90 (Πίνακας 4), θα δούμε ότι η πιο ραγδαία αύξηση αφορούσε το πλεόνασμα των εξαγωγών, που τριπλασίασε το μερίδιό του κατά τη διάρκεια της δεκαετίας (από 5% σε πάνω από 14%). Καθώς το πλεόνασμα των εξαγωγών ισοδυναμεί πρακτικά με τα εξαγόμενα κέρδη των διεθνικών επιχειρήσεων, γίνεται καθαρό ότι το διεθνές μονοπωλιακό κεφάλαιο ήταν ο κύριος αποδέκτης των ευεργετημάτων της ανάπτυξης της ιρλανδικής οικονομίας. Την ίδια στιγμή παρατηρείται μείωση στη συμμετοχή της κατανάλωσης, ιδιωτικής και δημόσιας. Η ιδιωτική κατανάλωση από 61% του ΑΕγΠ το 1990 πέφτει στο 49% το 2000. Η δημόσια κατανάλωση από το 15% (ένα από τα χαμηλότερα ποσοστά στην Ευρώπη) το 1990, υποχώρησε ακόμα περισσότερο στο 12% το 2000. Συνολικά, η ιδιωτική και δημόσια κατανάλωση υποχωρούν από το 77% του ΑΕγΠ στο 62% το 2000. Τέλος, από τα μέσα της δεκαετίας του ’90 παρατηρείται μια εξαιρετικά σημαντική αύξηση του ποσοστού των επενδύσεων, κύρια σαν αντανάκλαση της μαζικής εισροής του αμερικανικού μονοπωλιακού κεφαλαίου.

 

ΤΑ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΤΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΓΙΑ ΤΑ ΛΑΪΚΑ ΣΤΡΩΜΑΤΑ

Ως αποτέλεσμα της ανάπτυξης της καπιταλιστικής οικονομίας στην Ιρλανδία επήλθε όξυνση των κοινωνικών ανισοτήτων, προς όφελος φυσικά του διεθνούς μονοπωλιακού κεφαλαίου και της εγχώριας αστικής τάξης. Είναι χαρακτηριστικό (Πίνακας 5) ότι ενώ το 1987 το μερίδιο των μισθών στο συνολικό κοινωνικό εισόδημα βρισκόταν στο 71% (παραπλήσιο με το μερίδιο στο σύνολο της ΕΕ), το 2000 είχε υποχωρήσει στο 58% (μείωση πολύ μεγαλύτερη αυτής που παρατηρείται στο σύνολο της ΕΕ).

Η μείωση αυτή, με την παράλληλη αύξηση του μεριδίου των κερδών, συνοδεύεται από όξυνση των ανισοτήτων στα εισοδήματα, περιλαμβανομένων και των μισθών. Η ιρλανδική αγορά εργασίας, κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του ’90, χαρακτηρίζεται από μια ξεκάθαρη διάκριση μεταξύ υψηλά αμειβόμενων θέσεων εργασίας στον πυρήνα της παραγωγής και χαμηλά αμειβόμενων στην περιφέρεια. Μεταξύ 1987 και 1994 τα διαθέσιμα εισοδήματα του 40% των νοικοκυριών στην κορυφή της κλίμακας αυξήθηκαν 2 φορές γρηγορότερα από τα εισοδήματα του 40% στο κάτω μέρος της κλίμακας. Οι ανισότητες αυτές οξύνθηκαν παραπέρα τα επόμενα χρόνια. Είναι χαρακτηριστικό ότι το ήδη εξευτελιστικό μερίδιο στο εθνικό εισόδημα του κατώτερου 10% των νοικοκυριών, που βρισκόταν το 1994 στο 2,3%, έπεσε στο 1,8% το 1998.

Συγκρίνοντας το μερίδιο του εθνικού εισοδήματος του πλουσιότερου 10% του πληθυσμού με το μερίδιο του φτωχότερου 10%, διαπιστώνουμε ότι, στα μέσα της δεκαετίας του ’90, η Ιρλανδία ήταν η χώρα με τις μεγαλύτερες ανισότητες στην Ευρώπη και δεύτερη ανάμεσα στις χώρες του ΟΟΣΑ μετά τις ΗΠΑ. Το ποσοστό των χαμηλά αμειβομένων εργαζομένων είναι διπλάσιο στην Ιρλανδία από το μέσο όρο της ΕΕ και πενταπλάσιο από το μέσο όρο των Σκανδιναβικών χωρών. Η αύξηση αυτή των ανισοτήτων συνοδεύεται από αύξηση της φτώχειας. Στα τέλη της δεκαετίας του ’90, σύμφωνα με τα στοιχεία του ΟΗΕ, η Ιρλανδία ήταν η χώρα με το μεγαλύτερο δείκτη φτώχειας στην ΕΕ.

Οξύνθηκε ακόμα περισσότερο η εκμετάλλευση της εργατικής τάξης, ιδιαίτερα στους κλάδους της οικονομίας όπου προσανατολίστηκε το διεθνές μονοπωλιακό κεφάλαιο. Στους 3 κλάδους που κυριαρχούνται από το αμερικανικό κεφάλαιο (πληροφορική, ηλεκτρονικά, χημικά), ο όγκος της παραγωγής αυξήθηκε κατά 375% τη δεκαετία 1990-1999, ενώ η απασχόληση αυξήθηκε μόνο κατά 73%. Ετσι, σε αυτούς τους κλάδους, η παραγωγή ανά εργαζόμενο αυξήθηκε κατά 215%, σχεδόν 9% ετησίως!

Αντίθετα, στους υπόλοιπους κλάδους της ιρλανδικής οικονομίας (κύρια υπηρεσίες, κατασκευές και βασικοί κλάδοι μεταποίησης), που κυριαρχούνται από το εγχώριο κεφάλαιο, ο όγκος της συνολικής παραγωγής αυξήθηκε κατά 55% και η απασχόληση κατά 40%, με αποτέλεσμα η παραγωγή ανά εργαζόμενο να αυξάνεται μόλις κατά 1% ετησίως.

Σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat, η Ιρλανδία είχε το 1997 τα χαμηλότερα επίπεδα στην ΕΕ σε δημόσια έσοδα και δαπάνες, σαν ποσοστό του ΑΕΠ. Τα δημόσια έσοδα ήταν στο 36% του ΑΕΠ, σε σύγκριση με το 60% στη Σουηδία. Από την άλλη μεριά, η Ιρλανδία ήταν η μόνη χώρα στην ΕΕ όπου οι δημόσιες δαπάνες βρίσκονταν κάτω από το 40% του ΑΕΠ, στο 33% (σε σύγκριση με το 46% του κοινοτικού μέσου όρου το 2000). Παρόλο που τα χαμηλά αυτά ποσοστά εξηγούνται μερικά από την ταχύτερη αύξηση του ΑΕΠ στην Ιρλανδία, αποκαλύπτουν ένα συγκλονιστικά χαμηλό επίπεδο δημοσίων δαπανών σε βασικά κοινωνικά προγράμματα.

Παρά την πολυδιαφημιζόμενη έμφαση στην επιμόρφωση εργαζομένων στους κλάδους των νέων τεχνολογιών, η Ιρλανδία είχε τις δεύτερες χαμηλότερες κατά κεφαλή δαπάνες στην ΕΕ στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση, λιγότερο από το 40% των αντίστοιχων δαπανών στη Δανία. Περίπου το 23% του πληθυσμού είναι λειτουργικά αναλφάβητοι, το υψηλότερο ποσοστό στην ΕΕ. Στα τέλη της δεκαετίας του ’90, η Ιρλανδία ήταν τελευταία σε κατάταξη χώρα στον ΟΟΣΑ σε επενδύσεις ανά μαθητή, σαν ποσοστό του κατά κεφαλήν εισοδήματος.

Η Ιρλανδία έχει το τέταρτο χαμηλότερο επίπεδο κατά κεφαλή δαπανών στην Υγεία στην ΕΕ, μετά την Ελλάδα, την Ισπανία και την Πορτογαλία. Μεταξύ 1980 και 1996, η Ιρλανδία μείωσε τις δημόσιες δαπάνες Υγείας κατά 20% και το επίπεδο δαπανών της βρίσκεται στο 70% του κοινοτικού μέσου όρου, παρά τη ραγδαία οικονομική ανάπτυξη. Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του ’90 μειώθηκε στην Ιρλανδία ο αριθμός των νοσοκομειακών κλινών, με αποτέλεσμα η χώρα να έχει τα λιγότερα κρεβάτια, συγκριτικά με τον πληθυσμό, στην ΕΕ. Η Ιρλανδία κατατασσόταν 20η στις 27 χώρες του ΟΟΣΑ με βάση τις δαπάνες Υγείας. Μεταξύ των περιόδων 1970-75 και 1995-2000 η Ιρλανδία έπεσε στην παγκόσμια κατάταξη με βάση τα ποσοστά της παιδικής θνησιμότητας κατά 7 θέσεις. Την ίδια στιγμή οι νέες ελαστικές μορφές απασχόλησης και τα παρατεταμένα ωράρια εργασίας έχουν αυξήσει ραγδαία τα επίπεδα αλκοολισμού και ναρκομανίας.

Παρά το χαμηλό ποσοστό των εσόδων του προϋπολογισμού (σε σύγκριση με την ΕΕ), τα δημόσια έσοδα αυξήθηκαν σε απόλυτους αριθμούς, κύρια λόγω της μαζικής εισόδου νέων εργαζομένων στην οικονομία μετά το 1995 και των φόρων στα εισοδήματά τους. Οι φόροι στα εισοδήματα (άμεσοι) κυμαίνονται σταθερά στο 54% των δημοσίων εσόδων μεταξύ 1995 και 2000, ενώ οι έμμεσοι φόροι αυξήθηκαν από το 40% το 1995 στο 42% το 2000. Είναι σημαντικό ότι οι φόροι επί των κερδών δεν αντιπροσωπεύουν ένα σημαντικό ποσοστό των δημοσίων εσόδων, παρά το γεγονός ότι τα κέρδη τριπλασιάστηκαν μεταξύ 1995 και 2000.

Οι περικοπές φόρων, που συχνά καλύφθηκαν και με ένα φιλολαϊκό προσωπείο μέσα από τις συμφωνίες «κοινωνικού εταιρισμού», ωφέλησαν κατά συντριπτικά μεγάλο μέρος το μονοπωλιακό κεφάλαιο και την αστική τάξη στην Ιρλανδία. Ετσι, το ανώτατο κλιμάκιο φόρου για τις επιχειρήσεις που δεν ασχολούνται με την εξαγωγή βιομηχανικών αγαθών έπεσε από 50% το 1987 στο 12,5% το 2002 (το χαμηλότερο στην Ευρώπη). Ο φορολογικός συντελεστής επί των κερδών μειώθηκε από το 40% στο 20%. Οι εργοδοτικές εισφορές για την κοινωνική ασφάλιση μειώθηκαν σε τρέχουσες τιμές από το 3,2% του ΑΕΠ το 1988 στο 2,7% το 1996, το δεύτερο χαμηλότερο ποσοστό στην ΕΕ. Τα αλλεπάλληλα φορολογικά πακέτα των προϋπολογισμών δεν ωφέλησαν την εργατική τάξη και τα λαϊκά στρώματα. Χαρακτηριστικά, ο προϋπολογισμός του 2000 «έδωσε» στο κατώτερο 10% του πληθυσμού μια αύξηση λιγότερο από 1% στα διαθέσιμα εισοδήματα, ενώ στο ανώτερο 20% μια αύξηση περισσότερο από 4%.

 

ΓΙΑ ΤΑ ΙΔΕΟΛΟΓΗΜΑΤΑ ΤΗΣ ΑΣΤΙΚΗΣ ΤΑΞΗΣ

Στους κύκλους των αστών δημοσιολόγων και πολιτικών συναντά κανείς συχνά επιχειρήματα που συνδέουν το σύστημα «κοινωνικού εταιρισμού» της Ιρλανδίας με το ευρωπαϊκό «κοινωνικό μοντέλο» και υποστηρίζουν ότι η συγκεκριμένη εμπειρία της Ιρλανδίας μπορεί να εμπλουτίσει αυτό το μοντέλο. Τα επίσημα ντοκουμέντα της ΕΕ χρησιμοποιούν συχνά τις έννοιες της «κοινωνικής αλληλεγγύης» και της μείωσης του «κοινωνικού αποκλεισμού». Οι διάφορες συμφωνίες «κοινωνικού εταιρισμού» στην Ιρλανδία υιοθέτησαν και επέκτειναν αυτή την επιχειρηματολογία. Χαρακτηριστικά, ο πρώην ΓΓ του Ιρλανδικού Κογκρέσου των Συνδικάτων, Peter Cassells, υποστήριξε ότι «από τον τρόπο που ισορροπήσαμε την ευρωπαϊκή προσέγγιση με την κουλτούρα των αμερικανικών επενδύσεων, είναι πιθανό ότι η Ιρλανδία μπορεί να παίξει ένα πρωτεύοντα ρόλο στον εκμοντερνισμό του ευρωπαϊκού κοινωνικού μοντέλου».

Στην πραγματικότητα, η γοργή οικονομική ανάπτυξη της Ιρλανδίας τη δεκαετία του ’90 συνδεόταν αναπόσπαστα με την παρόμοια ανάπτυξη της οικονομίας των ΗΠΑ. Η Ιρλανδία λειτούργησε σαν προγεφύρωμα των αμερικανικών μονοπωλίων για την κατάκτηση της ευρωπαϊκής αγοράς. Στο βαθμό που η εργατική τάξη και τα λαϊκά στρώματα της Ιρλανδίας «αποδέχονταν» την υποταγή τους στα συμφέροντα του μονοπωλιακού κεφαλαίου και η οικονομία των ΗΠΑ δεν είχε ακόμα μπει στη φάση της κρίσης, δημιουργούνταν πιο εύκολα ψευδαισθήσεις ότι η οικονομική «ευημερία» μπορούσε να συνεχιστεί για δεκαετίες.

Σε αυτό το πολιτικό-οικονομικό πλαίσιο, ο «κοινωνικός εταιρισμός» αποδείχτηκε εξαιρετικά πετυχημένος στο να αμβλύνει συνειδήσεις και να αφομοιώνει τις αντιδράσεις που αναπόφευκτα θα δημιουργούνταν από τις εντεινόμενες ανισότητες που προκαλούσε η καπιταλιστική ανάπτυξη. Παρά τους κομπασμούς των φιλομονοπωλιακών κύκλων στην Ιρλανδία, ο «κοινωνικός εταιρισμός» εντάσσεται αρμονικά στο ευρύτερο ευρωπαϊκό «κοινωνικό μοντέλο», που δίνει έμφαση στην «κοινωνική αλληλεγγύη» και προβάλλεται (κύρια από τη σοσιαλδημοκρατία και από τους ποικιλώνυμους νέο-«αριστερούς» απολογητές του καπιταλισμού) σαν μια εναλλακτική λύση στο «νεοφιλελεύθερο» καπιταλισμό, σαν αντίβαρο στον «καπιταλισμό της ζούγκλας» των ΗΠΑ.

Τα αντεργατικά αποτελέσματα του οικονομικού μοντέλου που ακολουθήθηκε στην Ιρλανδία, αλλά και τα ανάλογα αποτελέσματα στο σύνολο της ΕΕ, φανερώνουν ότι η πολιτική των καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων που ακολουθείται, με τη μια ή την άλλη ιδιομορφία, με τη μια ή την άλλη δόση «κοινωνικής» πινελιάς, σε όλες τις καπιταλιστικές χώρες αποτελεί αδήριτη αναγκαιότητα για το μονοπωλιακό κεφάλαιο σήμερα. Γι’ αυτό και εφαρμόζεται με ευλαβική συνέπεια από τις αστικές κυβερνήσεις, φιλελεύθερου ή σοσιαλδημοκρατικού μανδύα και τους «αριστερούς» συνοδοιπόρους τους. Η λύση για τους λαούς δε βρίσκεται στην υπεράσπιση μιας υποτιθέμενης «κοινωνικής Ευρώπης» ή του λεγόμενου «κοινωνικού κράτους», αλλά στην πάλη, σε εθνικό και διεθνές επίπεδο, για τη συνολική ανατροπή της πολιτικής και της εξουσίας των μονοπωλίων, μέσα και από τη ρήξη και την αποδέσμευση από τους ιμπεριαλιστικούς οργανισμούς, όπως η Ευρωπαϊκή Ενωση.

 

 

 

ΠΗΓΕΣ:

Για τη συλλογή των οικονομικών στοιχείων που περιλαμβάνονται στο άρθρο χρησιμοποιήθηκαν και τα ακόλουθα βιβλία:

C. Coulter & S. Coleman: (eds), «The End of Irish History?» (Manchester: Manchester University Press, 2003).

D. O’Hearn: «Inside the Celtic Tiger: The Irish Economy and the Asian Model» (London: Pluto, 1998).

K. Allen: «The Celtic Tiger: The Myth of Social Partnership in Ireland» (Manchester: Manchester University Press, 2000).

 


Ο Βασίλης Οψιμος είναι μέλος της Ιδεολογικής Επιτροπής της ΚΟΑ του ΚΚΕ.

[1] Το Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν (ΑΕγΠ), όπως προσδιορίζεται από την αστική στατιστική, αποτελεί το σύνολο των αξιών των αγαθών και υπηρεσιών που παράγονται σε μια χώρα. Το Ακαθάριστο Εθνικό Προϊόν (ΑΕθΠ) αποτελεί μέτρο όλων των εισοδημάτων που κερδήθηκαν και διατηρήθηκαν από τους πολίτες μιας χώρας, ανεξάρτητα από το που παράχθηκαν αυτά τα εισοδήματα. Ετσι, αντίθετα από το ΑΕγΠ, το ΑΕθΠ δεν περιλαμβάνει κέρδη, μερίσματα και δικαιώματα που εξάγονται από μια χώρα, π.χ. από τις θυγατρικές των διεθνικών μονοπωλίων και περιλαμβάνει τέτοια εισοδήματα που εισάγονται στη χώρα.