ΝΕΟΛΑΙΑ ΣΥΝ: ΓΕΡΑΣΜΕΝΟΣ ΟΠΟΡΤΟΥΝΙΣΜΟΣ ΣΕ ΝΕΑΝΙΚΟ ΠΕΡΙΤΥΛΙΓΜΑ

Το άρθρο αυτό συνιστά μια προσπάθεια κριτικής προσέγγισης των θέσεων της νεολαίας ΣΥΝ όπως αυτές διαμορφώθηκαν στο τρίτο τακτικό της συνέδριο, που πραγματοποιήθηκε τον Μάρτη του 2003[1]. Σημειώνεται ότι η προσυνεδριακή περίοδος του Συνεδρίου της Νεολαίας συνέπιπτε με την προσυνεδριακή περίοδο του κόμματός τους. Προφανώς για το λόγο αυτό το κείμενο προσιδιάζει σε ιδεολογικοπολιτική πλατφόρμα, ξεφεύγει από τα όρια ενός κειμένου θέσεων πολιτικής νεολαίας και εντάσσεται στα πλαίσια της εσωκομματικής διαπάλης στην οποία επιχειρεί να παρέμβει.

Η σχέση της Νεολαίας με το ΣΥΝ αποτυπώνεται στο καταστατικό της ως εξής: «Η Νεολαία Συνασπισμού αναπτύσσει την δράση της στα πλαίσια των ιδεών και των γενικών στρατηγικών και πολιτικών επιλογών του Συνασπισμού. Εχει, όμως, την ευθύνη να επεξεργάζεται αυτόνομα την δική της πολιτική για τα προβλήματα που απασχολούν τους νέους. Η σχέση της με τον Συνασπισμό χαρακτηρίζεται από αμοιβαίο σεβασμό στην αυτονομία της κάθε οργάνωσης, αλλά και από βαθιά συνείδηση της κοινής ιδεολογίας, των κοινών στόχων και αγώνων των δύο οργανώσεων. Στο πλαίσιο αυτό καθίσταται αυτονόητο ότι επιδιώκεται η μεγαλύτερη δυνατή συνεργασία και συντονισμός μεταξύ τους.

Η Νεολαία Συνασπισμού λειτουργεί βάσει του δικού της καταστατικού και διατηρεί πλήρη οργανωτική αυτονομία από τον Συνασπισμό. Τα μέλη της δεν μπορεί να είναι ταυτόχρονα και μέλη του Κόμματος, συμμετέχουν, όμως, στα Συνέδρια και τα εσωτερικά δημοψηφίσματα του Συνασπισμού, μέσω των ΠΚ της Νεολαίας, με τρόπο που αποτυπώνεται στο καταστατικό του Συνασπισμού. Διασφαλίζεται επίσης η εκπροσώπηση των οργάνων της νεολαίας στα αντίστοιχα όργανα του Κόμματος και το αντίστροφο».

Στο κείμενο των θέσεων καταβάλλεται έντονη προσπάθεια να φανεί ότι η νεολαία ΣΥΝ αρθρώνει έναν λόγο έντονα ριζοσπαστικό, σ’ ένα ντοκουμέντο όπου, όπως αναφέραμε, διατυπώνεται τακτική και στρατηγική όχι απλά για το κίνημα της νεολαίας αλλά για το σύνολο του λαϊκού κινήματος. Η ίδια η δομή και το ύφος του κειμένου ενισχύουν παρά αμβλύνουν την υποψία πως σκοπός του δεν είναι να προσεγγίσει και να ακουμπήσει τη νεολαία, αφού πρόκειται για κείμενο βαρύ και δυσνόητο, απωθητικό για μεγάλα τμήματά της π.χ. για την εργαζόμενη νεολαία. Τμήματα με τα οποία ούτως ή άλλως η σχέση της είναι αναιμική, καθώς η παρουσία της νεολαίας ΣΥΝ περιορίζεται στο χώρο τον ΑΕΙ και ΤΕΙ όπου καταγράφεται ως φορέας οπορτουνιστικών αντιλήψεων και μιας λογικής που θέλει «το κίνημα το παν, ο τελικός σκοπός τίποτα».

Η ΚΝΕ στις θέσεις για το 8ο Συνέδριό της εκτιμούσε για τη νεολαία ΣΥΝ:

«H N. ΣYN έχει ασθενή παρουσία κατά περιόδους. Eμφανίζεται κυρίως μέσω του Tύπου και απευθύνεται σε μικρές παρέες νέων. Oι προσπάθειες της να συγκροτήσει διακριτό χώρο έχουν αποτύχει. Eίναι απολογητής της EE και της κεντροαριστεράς, συνδυάζοντας στο λόγο της έντονο αντικομμουνισμό και αντιKNE σύνδρομα». Για την πληρότητα αυτού του σημειώματος να αναφέρουμε εδώ πως στο πολυσέλιδο ντοκουμέντο της δεν υπάρχει ούτε μία κριτική αναφορά στην ΕΕ.

Οι θέσεις της νεολαίας Συνασπισμού χωρίζονται σε πέντε θεματικές ενότητες, οι οποίες τιτλοφορούνται:

- Οι προκλήσεις της νέας εποχής και ο ρόλος μιας σύγχρονης ριζοσπαστικής αριστερής οργάνωσης νεολαίας.

- Η νεολαία στην εποχή της καπιταλιστικής παγκοσμιοποίησης. Τα δικαιώματά μας στο στόχαστρο των νεοφιλελεύθερων επιλογών.

- Τα νέα κοινωνικά κινήματα ενάντια στη νεοφιλελεύθερη καπιταλιστική παγκοσμιοποίηση ελπίδα για τη διεκδίκηση ενός άλλου κόσμου.

- Οικολογικός προσανατολισμός, βασικό χαρακτηριστικό της οργάνωσής μας.

- Το πολιτικό μας σχέδιο.

Θα μπορούσαμε γενικά να πούμε, ως ένα πρώτο συμπέρασμα, πως η πολιτική τους πρόταση είναι ενταγμένη στη λογική της γενικής πολιτικής του ΣΥΝ. Παρότι προσπαθούν να την εμφανίσουν ως «σύγχρονη μαρξιστική ανάλυση του καπιταλισμού», δεν υπάρχει ίχνος μαρξισμού σε αυτή την ανάλυση. Φυσικά το πρώτο που αρνούνται είναι το πλέον κρίσιμο σημείο της μαρξιστικής θεωρίας: ότι η πάλη των τάξεων οδηγεί νομοτελειακά στη δικτατορία του προλεταριάτου. Αλλωστε οι συγγραφείς του κειμένου, αρνούμενοι ούτως ή άλλως την ύπαρξη νομοτελειών που διέπουν την κοινωνική εξέλιξη, αρνούνται την ίδια τη μαρξιστική θεωρία που διερεύνησε αυτές τις νομοτέλειες.

Η νεολαία ΣΥΝ επιχειρεί να συγκολλήσει θέσεις και προτάσεις (επικαλείται μεταξύ άλλων το Μάρξ, το Λένιν, τον Πουλατζά, τον Αλτουσέρ, τον Γκράμσι), απομονώνοντας από ένα ολοκληρωμένο σύστημα θέσεων εκείνες που τη συμφέρουν και καταλήγοντας σε ένα κείμενο καθαρού οπορτουνισμού το οποίο με μαεστρία ενδύει με «μαχητικότητα» και «ανατρεπτικότητα» για να συγκαλύψει τον πραγματικό του χαρακτήρα.

 

ΠΩΣ ΒΛΕΠΟΥΝ ΚΑΙ ΕΡΜΗΝΕΥΟΥΝ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ

Ενότητα 1η. Τίτλος: «Οι προκλήσεις της νέας εποχής και ο ρόλος μιας σύγχρονης ριζοσπαστικής αριστερής οργάνωσης νεολαίας». Διαβάζουμε:

«Σε γεωπολιτικό επίπεδο η κατάρρευση της Σοβιετικής Ενωσης διαμόρφωσε ένα πλαίσιο, στο οποίο οι ΗΠΑ αναδείχθηκαν σε αδιαμφισβήτητο κυρίαρχο. Η υποχώρηση των δυνάμεων της εργασίας και η αδυναμία κάποιου άλλου ιμπεριαλιστικού πόλου να αμφισβητήσει την κυριαρχία των ΗΠΑ, οδήγησε στα τέλη της δεκαετίας του '90 στην πλήρη ακύρωση του ΟΗΕ και του διεθνούς δικαίου» (σελίδα 3).

Στο χώρο της αυτοπροσδιοριζόμενης ως «ανανεωτικής αριστεράς» η αντίληψη που θεωρεί την ύπαρξη πολλών ισχυρών ιμπεριαλιστικών πόλων ως εγγύηση ασφάλειας, τσακίζει κόκκαλα. Στο όνομα αυτού υπεραμύνονται της πολιτικής ενοποίησης της ΕΕ αλλά και της ανάγκης στρατιωτικοποίησής της. Η ιμπεριαλιστική αποχαλίνωση δεν οφείλεται βέβαια στην ανυπαρξία ενός τέτοιου πόλου, αλλά στην αδήριτη ανάγκη του να επεκταθεί, να αναπαραχθεί, να δώσει διέξοδο στις κρίσεις του.

«Η δεκαετία του '90 χαρακτηρίζεται από την επιτάχυνση της διαδικασίας μετάβασης από τον κεϋνσιανό στο νεοφιλελεύθερο καπιταλισμό. Ο νεοφιλελευθερισμός, ως μορφή του καπιταλιστικού συστήματος σήμερα, αποτελεί προϊόν μιας ευρύτερης αναδιάρθρωσης της καπιταλιστικής παραγωγής στο οικονομικό επίπεδο. Ο νεοφιλελεύθερος καπιταλισμός δεν επιβάλλεται από αντικειμενικές διαδικασίες. Ο συσχετισμός δύναμης καθορίζει τη μορφή του συστήματος» (σελίδα 5).

Νεοφιλελευθερισμός και κεϋνσιανισμός αποτελούν μορφές του ίδιου του καπιταλιστικού συστήματος, ισχυρίζεται εδώ ο συγγραφέας και όχι μορφές διαχείρισής του. Δεν πρόκειται για απλή φραστική επιλογή. Υπονοείται εδώ ριζική διαφορά ανάμεσα στο «φιλολαϊκό» κεϋνσιανισμό και το «σκληρό αντιλαϊκό» νεοφιλελευθερισμό. Ως εκτίμηση αποτελεί τη βάση της οπορτουνιστικής πολιτικής για τη διεκδίκηση ενός «καλού», «ρυθμισμένου» καπιταλισμού. Η μετάβαση από τη μια μορφή στην άλλη καθορίζεται, λένε, από τις αλλαγές στο συσχετισμό δυνάμεων. Ομως το καθοριστικό στοιχείο για την επιλογή του κεϋνσιανισμού κάποτε και του νεοφιλελευθερισμού σήμερα είναι το τι εξυπηρετεί σε κάθε φάση στρατηγικά τη διαιώνιση του καπιταλιστικού συστήματος. Οι πολιτικές επιλογές υπηρετούν αντικειμενικές αναγκαιότητες του συστήματος που καθορίζονται από την ανάπτυξη του καπιταλισμού, από την προσπάθεια ξεπεράσματος των φαινομένων κρίσης, από το διεθνή ανταγωνισμό ανάμεσα στα ιμπεριαλιστικά κέντρα κλπ. Αυτός μάλιστα είναι ο λόγος που συναντάμε και μεικτές μορφές αυτών των δύο τρόπων διαχείρισης. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα της κρατικοποίησης των σιδηροδρόμων στη Μ. Βρετανία μετά από περίοδο ιδιωτικοποίησης.

«Βιώνουμε μια ακόμη αλλαγή στο εσωτερικό των "αντεπτυγμένων" κοινωνιών μας. Η επανάσταση στην τεχνολογία και στις μεθόδους παραγωγής, η ραγδαία αποβιομηχάνιση των δυτικών κρατών, η μείωση του σχετικού βάρους της βιομηχανίας και η ενίσχυση της άυλης οικονομίας των υπηρεσιών, διαμορφώνουν μια νέα κοινωνική πραγματικότητα που δεν μπορεί να ερμηνευτεί με τα προηγούμενα σχήματα περί "βιομηχανικών κοινωνιών". Δημιουργούνται νέες αντιφάσεις και αντιθέσεις (ποιες;), νέες κοινωνικές δυνάμεις και συμπεριφορές» τις οποίες «η αριστερά δεν έχει καταφέρει να εκφράσει μένοντας προσκολλημένη σε "εργατοκεντρικές" αντιλήψεις» (σελίδες 6 και 7).

Εδώ υιοθετούνται οι αστικές αντιλήψεις περί «μεταβιομηχανικής κοινωνίας», «κοινωνία των υπηρεσιών» κλπ., που όσο περισσότερο βρίσκουν έδαφος μέσα στους εργαζόμενους τόσο περισσότερο συντελούν στην διαστρέβλωση της συνείδησής τους και έχουν σαν αποτέλεσμα την πολυδιάσπαση της εργατικής τάξης και κατά συνέπεια το δυσκόλεμα της συμμαχίας της με τα άλλα καταπιεζόμενα λαϊκά στρώματα. Το σημείο αυτό των θέσεών τους εμπεριέχει την άρνηση του ότι οι απασχολούμενοι στην «άυλη οικονομία των υπηρεσιών» (υποθέτουμε ότι χρησιμοποιούν αυτόν τον αδόκιμο όρο για να προσδιορίσουν το εμπόριο και τη σφαίρα κυκλοφορίας του χρηματικού κεφαλαίου) είναι απολύτως απαραίτητοι για την πραγματοποίηση της υπεραξίας. Είναι τμήμα της εργατικής τάξης. Η οποία κακώς ταυτίζεται με τους βιομηχανικούς ή χειρώνακτες εργάτες. Και στο ζήτημα των τάξεων δεν υιοθετούν μαρξιστικά κριτήρια αλλά κριτήρια αστικών και μικροαστικών θεωριών.

 

ΤΑΞΕΙΣ, ΤΑΞΙΚΗ ΠΑΛΗ, ΚΟΜΜΑ, ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΣ

«Απορρίπτουμε κάθε προσπάθεια a priori απόδοσης ιστορικού ρόλου σε κοινωνικές τάξεις ή κόμματα. Η ιστορία δεν μοιράζει ρόλους, η ιστορία αποτελεί το πεδίο όπου αναδύονται και συγκροτούνται ρόλοι. Είναι πεδίο δυνατοτήτων και όχι αναγκαιότητας. Τα υποκείμενα και οι συλλογικότητες που αυτά συγκροτούν αναλαμβάνουν την ευθύνη να θέσουν ως καθήκον τους την ενεργοποίηση κάποιας δυνατότητας που υπάρχει στην ιστορική τους περίοδο. Η υποκατάσταση της έννοιας της αναγκαιότητας με την έννοια της δυνατότητας στην κατανόηση του ιστορικού γίγνεσθαι επιτρέπει την πολλαπλότητα των πολιτικών σχεδίων, των διαφορετικών στρατηγικών και στοχοθεσιών και τελικά ένα πλουραλισμό πολιτικών υποκειμένων. Η διαφωνία και η διαφορετικότητα δεν έρχεται σε αντίθεση με μια δήθεν προκαθορισμένη ιστορική διαδικασία και επομένως όχι μόνο δεν είναι "αθέμιτη", αλλά αντίθετα αποτελεί φυσιολογικό και αναγκαίο στοιχείο της κοινωνικής εξέλιξης και τίθεται ως διακύβευμα το ποια αντίληψη θα επικρατήσει και ποια θα πραγματωθεί ως ιστορική ύπαρξη» (σελίδα 13).

Το παραπάνω απόσπασμα συμπυκνώνει την πλήρη άρνηση του μαρξισμού. Αρνούνται τη νομοτέλεια, (αναγκαιότητα), την ιστορική αποστολή της εργατικής τάξης. Και φυσικά αρνούνται την πρωτοπορία του ΚΚ. Αυτό βέβαια δεν τους αποτρέπει από το να εκτιμήσουν τη μισθωτή εργασία ως «γενεσιουργό αιτία των ανισοτήτων στα πλαίσια του καπιταλισμού, η οποία διαχωρίζει την κοινωνία σε δύο ευρείες ομαδοποιήσεις που βρίσκονται αντιμέτωπες λόγω των αντιτιθέμενων συμφερόντων τους». Ωστόσο αφαιρούν τον αντικειμενικό ρόλο που έχει κάθε τάξη ή κοινωνικό στρώμα στον καπιταλισμό και όπως προείπαμε αρνούνται το ρόλο της κοινωνικής πρωτοπορίας. Μια «ταξική πάλη» λοιπόν χωρίς οι τάξεις να παίζουν πρωτεύοντα ρόλο. Στο σημείο αυτό εισάγουν και τη σαθρή εκτίμηση πως «η παραγωγή του κέρδους προκύπτει από την άνιση κατανομή της παραγόμενης αξίας ανάμεσα στο μισθωτό και τον εργοδότη» για να στοιχειοθετήσουν την επόμενη πως «αυτή η αντίθεση τοποθετεί στον πυρήνα του καπιταλιστικού συστήματος την ταξική πάλη, ορίζοντας τις κοινωνικές τάξεις» (σελίδα 10).

Τα περί ενεργοποίησης δυνατοτήτων μιας δοσμένης συγκυρίας, πολλαπλών σχεδίων, διαφορετικών στρατηγικών και στοχοθεσιών, συνιστούν την ιδεολογική στερέωση του οπορτουνισμού τους, από τη στιγμή που δεν αναφέρονται στην τακτική η οποία μπορεί να αλλάζει, να αναπροσαρμόζεται, για να απαντά κάθε φορά στις ιδιαίτερες συνθήκες. Ουαί και αλίμονο όμως αν το επαναστατικό κίνημα δεν έχει ξεκάθαρη στρατηγική στόχευση.

Οι ίδιοι βέβαια προσδιορίζουν ως στρατηγικό τους στόχο την «ανατροπή του καπιταλισμού» και το «σοσιαλισμό με δημοκρατία και ελευθερία». Ας δούμε πιο συγκεκριμένα τι λένε για τα ζητήματα αυτά:

«Η πραγματική απελευθέρωση δεν καθορίζεται μονοσήμαντα από τις αλλαγές στο οικονομικό επίπεδο (...). Αλλά μέσα στο πλαίσιο νέων κοινωνικών σχέσεων και προτύπων που θέτουν σε προτεραιότητα τη συμμετοχή και το ενδιαφέρον για τα κοινά και θα απαξιώνουν την ατομικιστική οπτική και την εξουσιαστική διάθεση» (σελίδα 11).

Οι σχέσεις παραγωγής δεν αντιμετωπίζονται ως βάση κάθε κοινωνικού σχηματισμού, ως εκ τούτου η αλλαγή τους δε συνιστά προϋπόθεση για το μετασχηματισμό της κοινωνίας. Αναφέρονται ακόμα σε νέες κοινωνικές σχέσεις χωρίς να διευκρινίζουν ούτε ποιες είναι ούτε από που προκύπτουν.

«Η αλλαγή των συσχετισμών μεταλλάσσει δραστικά το κράτος, τα κόμματα αλλά και το ίδιο το επαναστατικό κίνημα και επομένως δεν έχουμε να κάνουμε με συγκροτημένα και μη επιδεχόμενα αλλαγών πράγματα, όπως φαίνεται να προκύπτει από την εργαλειακή αντιμετώπιση τους κράτους από το λενινιστικό πολιτικό σχέδιο» (σελίδα 15).

«Σύμφωνα με ένα πολύ διαδεδομένο μοντέλο στους κόλπους πολλών ρευμάτων της αριστεράς η μετάβαση θα ξεκινήσει με την κατάληψη της κεντρικής εξουσίας. Σύμφωνα με αυτό το μοντέλο απαιτείται μια δύναμη κρούσης ικανή να καταλάβει εξ εφόδου, σε μία κατάσταση κρίσης, την εξουσία. Από την άποψη αυτή προκύπτει μία αντίληψη για τα χαρακτηριστικά που πρέπει να έχει μια αριστερή πολιτική οργάνωση. Χρειάζεται μια μικρή πολύ πειθαρχημένη, καλά και σφιχτά δομημένη οργάνωση, η οποία θα παίξει τον ρόλο της πρωτοπορίας των μαζών και θα καταλάβει την εξουσία. Η περιγραφή είναι πολύ χονδροειδής, αδικεί τον Λένιν στον οποίο ιστορικά αποδίδεται, αλλά δυστυχώς αυτό είναι το σχέδιο μετάβασης που επικαλούνται σήμερα διάφορες αριστερές οργανώσεις. Το εν λόγω σχέδιο μετάβασης εμφανίζει μια σειρά από προβλήματα και στον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεται ότι δημιουργούνται κρίσεις στο σύστημα. Αν πιστεύαμε ότι οι κρίσεις συμβαίνουν από μόνες τους έχουμε μεταθέσει τη δική μας δουλιά στην ιδεαλιστική κίνηση της ιστορίας, ενώ αν πιστεύουμε ότι η κρίση επέρχεται μέσω της λογικής του σαμποτάζ του συστήματος, συσπειρώνουμε γύρω από την κυρίαρχη ιδεολογία τη μεγάλη πλειοψηφία του λαού. Επίσης είναι έκθετο ως προς το πως επιτυγχάνεται η απελευθέρωση από τα πάνω. Η απονέκρωση των εξουσιών επαφίεται στην ευχέρεια της ολιγομελούς ηγετικής ομάδας, γεγονός που δεν συνάδει με τον κοινωνικό χαρακτήρα της απελευθερωτικής διαδικασίας. Ποιος ελέγχει και με ποιο τρόπο την νέα εξουσία, αν στο εσωτερικό της οργάνωσης, υπάρχει τυφλή πίστη στην ηγεσία και στην κοινωνία δεν έχουν αναπτυχθεί συμπεριφορές και συλλογικότητες που πραγματώνουν ήδη τη νέα αντίληψη για τη ζωή συνολικά» (σελίδα 13).

«Εχουμε αναπτύξει ένα σχέδιο βασισμένο σε γκραμσιανές προκείμενες. Σύμφωνα με αυτό η κατάληψη της κεντρικής εξουσίας είναι το τελευταίο πράγμα μιας μακράς πορείας πάλης και σίγουρα έπεται σε ένα βαθμό της ιδεολογικής μας επικράτησης» (σελίδα 14).

Εδώ μπορούμε να διαπιστώσουμε ένα μίγμα ρεφορμιστικών και αντιεξουσιαστικών αντιλήψεων που πιασμένες χέρι-χέρι αναδεικνύουν τόσο το ουτοπικό, όσο και το ενσωματώσιμο της αντίληψής τους.

Ετσι λοιπόν:

1) Η αντίληψη ότι η αλλαγή συσχετισμών αλλάζει το χαρακτήρα του κράτους και των αστικών θεσμών είναι μια καθαρά ρεφορμιστική αυταπάτη η οποία κάνει «εύκολη» τη διαδικασία αλλαγής της κοινωνίας προλειαίνοντας το έδαφος για την άρνηση στη συνέχεια της επαναστατικής διαδικασίας. Στην ουσία αρνείται την ταξική φύση των αστικών θεσμών και της εξουσίας και ότι η όποια αλλαγή τους προϋποθέτει την επαναστατική αλλαγή της κοινωνίας.

2) Ο Λένιν είχε ξεκαθαρίσει από τις αρχές του 20ού αιώνα τη θέση του απέναντι σε απόψεις που αντιμετώπιζαν το ζήτημα της επανάστασης σαν μια δουλιά λίγων πρωτοπόρων ή μια υπόθεση σαμποτάζ της εξουσίας, που ήθελαν το Κόμμα μια μικρή συνωμοτική οργάνωση, αλλά και με απόψεις που έλεγαν ότι πάνω από όλα είναι το κίνημα και ήθελαν την εξουσία να πέσει σαν «ώριμο φρούτο» στα χέρια των εργαζομένων, με λογικές που ταύτιζαν το Κόμμα με την τάξη και αρνούνταν τον καθοδηγητικό, ιδεολογικό πολιτικό του ρόλο. Η ιστορία δίδαξε ότι οι φορείς αυτών των απόψεων οδηγήθηκαν στον συμβιβασμό με την άρχουσα τάξη στις πιο κρίσιμες στιγμές για το επαναστατικό κίνημα.

3) Η αντιεξουσιαστική τους φρασεολογία πέρα από εργαλείο να κολακεύουν αναρχικές και αντιεξουσιαστικές τάσεις στη νεολαία είναι κι ένας εύκολος τρόπος να αποφεύγουν τη συζήτηση γύρω από τη φύση, το περιεχόμενο και τα καθήκοντα τα οποία πρέπει να έχει στο σοσιαλισμό.

«Ο σοσιαλισμός με δημοκρατία και ελευθερία περνάει μέσα από τον κοινωνικό μετασχηματισμό της κοινωνίας και την ακύρωση της κεφαλαιοκρατικής σχέσης που διέπει τις καπιταλιστικές κοινωνίες. Η κοινωνική απελευθέρωση και ο σοσιαλισμός που οραματιζόμαστε δεν μπορεί να μην χαρακτηρίζονται από την ισοκατανομή του κοινωνικού πλούτου παγκοσμίως, τον κοινωνικό έλεγχο των μέσων παραγωγής, την ακύρωση της λογικής του επιχειρηματικού κέρδους, την ολιγαρκή αφθονία, την υπέρβαση του καταναλωτισμού και της εμπορευματοποίησης ως ιδεολογικά πρότυπα, την κατάργηση των κοινωνικών διακρίσεων, την οικολογική ισορροπία, τη συμμετοχική δημοκρατία, την αυτενέργεια των πολιτών και την αποδέσμευση από εξουσιαστικές σχέσεις (...). Εχει έρθει πια ο καιρός η ανθρωπότητα περνώντας σε ένα ανώτερο επίπεδο συλλογικής ωριμότητας να απεμπλέξει τη διαβίωση και τη βιολογική αυτοσυντήρηση από τη σφαίρα των ατομικών αποφάσεων και διενέξεων και να τις μεταφέρει στο επίπεδο των συλλογικών αποφάσεων» (σελίδα 11).

«Παρότι αναγνωρίζουμε πόσο αρνητικά επέδρασε η κατάρρευση του "υπαρκτού" σοσιαλισμού στην ισορροπία ανάμεσα στις δυνάμεις του κεφαλαίου και της εργασίας, ωστόσο θεωρούμε ότι ο απεγκλωβισμός από το σοβιετικό πρότυπο ήταν αναγκαίος αν και προφανώς θα ήταν καλύτερο να είχε επιτευχθεί μέσα από απελευθερωτικές διαδικασίες μέσα και έξω από τη σοβιετική ένωση. Οπως και να έχει (....) δεν μπορεί να μην αξιολογηθεί ως θετικός αυτός καθαυτός ο απεγκλωβισμός» (σελίδα 4).

«Αν στην κρίσιμη στιγμή οι αντίπαλοι δεν καταφύγουν στα όπλα, τότε η μετάβαση στο σοσιαλισμό δεν περιέχει καμία στιγμή σαν τη "μεγάλη κόκκινη νύχτα". Ωστόσο επειδή πάντα η κυρίαρχη τάξη σε τέτοιες περιόδους κρίσης επιλέγει την κατάργηση της δημοκρατίας (σ.σ. για να καταργηθεί βεβαίως προϋπόθεση είναι η ύπαρξή της και η παραδοχή αυτού του συστήματος ως δημοκρατικού), προφανώς και οι δυνάμεις της εργασίας σταθμίζοντας και εκτιμώντας την κατάσταση εμπλέκονται ή όχι σε μία ένοπλη σύγκρουση. Δεν αποτελεί πολιτική μας επιδίωξη η προσφυγή στη βία. Αντιθέτως αποτελεί επιλογή του αντιπάλου η αλλαγή του τρόπου διεξαγωγής του πολιτικού αγώνα (...). Μέσα από αυτή τη θεώρηση η απελευθερωτική διαδικασία καθίσταται ζήτημα μαζικών συλλογικοτήτων και όχι μιας ολιγομελούς ομάδας. Οι άνθρωποι μπαίνουν σε αυτή τη διαδικασία ως πρωταγωνιστές που καλούνται να διαμορφώσουν πράγματα και να πάρουν αποφάσεις και όχι ως μία μάζα μη συνειδητοποιημένων που εξεγείρονται και καθοδηγούνται από την πεφωτισμένη ηγεσία. Η προτεραιότητα της πραγμάτωσης της δικής μας αντίληψης μέσα στη κοινωνία, δηλαδή η ιδεολογική μας ηγεμονία, έναντι της κατάληψης της κεντρικής εξουσίας, αποτελεί και τη μόνη δικλείδα ασφαλείας για την αποφυγή αναπαραγωγής εξουσιαστικών δομών. Οταν ένα μεγάλο κομμάτι της κοινωνίας είναι ενεργοί πολίτες και οργανωμένοι, τότε η κατάληψη της κεντρικής εξουσίας γίνεται ελεγχόμενα και υπάρχουν οι δυνάμεις εκείνες που θα αντισταθούν σε περίπτωση ενδεχόμενης παρέκκλισης σε εξουσιαστικές λογικές όπως εκείνες του υπαρκτού σοσιαλισμού. Επίσης, σύμφωνα με την αντίληψή μας ότι δεν υπάρχει εξωγενής βεβαιότητα της κατοχής της απόλυτης αλήθειας, αυτό το μεγάλο κομμάτι του πληθυσμού εξασφαλίζει και την απαιτούμενη ανταλλαγή επιχειρημάτων και την απαραίτητη ανάδραση σε αυτούς που θα ηγούνται αναγκαστικά της προσπάθειας, καθώς φυσικές ηγεσίες θα υπάρχουν πάντα, αυτό που είναι κακό είναι η επιβολή και όχι προφανώς η ανάδειξή τους» (σελίδα 14 - 15).

1) Η περιγραφή ενός κόσμου «ηθικά και αγγελικά πλασμένου» που κανένας δε θα είχε αντίρρηση να ζει. Ενας σοσιαλισμός που θυμίζει περισσότερο τον ουτοπικό σοσιαλισμό και ο οποίος προκύπτει σε παγκόσμιο επίπεδο παρά και ενάντια στις διαφορετικές συνθήκες κάθε χώρας, στην ανισόμετρη ανάπτυξη του καπιταλισμού, χωρίς να περιγράφονται ποια θα είναι τα καθήκοντα του επαναστατικού κινήματος στη χώρα μας.

2) Θα ακυρωθεί η κεφαλαιοκρατική σχέση χωρίς βία, χωρίς εξουσιαστικές δομές; Προφανώς θα πείσουν σαν ιεραπόστολοι την άρχουσα τάξη της χώρας μας, το διεθνή ιμπεριαλισμό, ότι είναι καλύτερα να καταργηθούν οι εκμεταλλευτικές σχέσεις, να κοινωνικοποιηθεί η παραγωγή, να παραδώσουν τα κλειδιά της εξουσίας. Γιατί βία δεν είναι μόνο η προσφυγή στα όπλα. Βία είναι η απόφαση για κοινωνικοποίηση των συγκεντρωμένων μέσων παραγωγής, βία είναι το τσάκισμα των μηχανισμών του κράτους, που αποτελούν εργαλείο καταπίεσης των μαζών και μια σειρά άλλα μέτρα, στα οποία αν δεν προβεί η επαναστατική εξουσία θα οδηγήσει σε τραγικά αποτελέσματα που για το επαναστατικό κίνημα αποτελούν δίδαγμα ακόμα από την εποχή της Παρισινής Κομμούνας.

3) Το ανάθεμα στο σοσιαλισμό που γνωρίσαμε αποτελεί μοναδική δήλωση μετανοίας προς το σύστημα. Αλλωστε το ζήτημα δεν είναι τι δηλώνεις, αλλά τι στάση κρατάς σε συγκεκριμένα κρίσιμα ζητήματα. Και η κατασυκοφάντηση του σοσιαλισμού που γνωρίσαμε αποτελεί ένα από αυτά. Αφού πάνω σε αυτή τη συκοφαντία στηρίζουν την τελευταία δεκαετία την περίφημη ανωτερότητα του καπιταλισμού και με τη λογική της αποτυχίας σπέρνουν στους λαούς την απογοήτευση και το συμβιβασμό.

4) Από τη μια λοιπόν περιγραφή μιας «επαναστατικής» διαδικασίας που καμιά σχέση δεν έχει με την ταξική ανάλυση της πραγματικότητας, που απορρίπτει τις θεμελιώδεις μαρξιστικές-λενινιστικές αρχές και από την άλλη η εκτίμηση ότι ήταν θετικές οι ανατροπές του σοσιαλισμού στην Ανατολική Ευρώπη δίνουν ένα στίγμα συνέπειας και προσήλωσης στην πολιτική της άρχουσας τάξης.

Στην προσπάθεια υλοποίησης του στρατηγικού τους στόχου ισχυρίζονται πως σήμερα αυτό που προέχει είναι «η ευρύτερη συσπείρωση και η ένταση στη δράση ευρύτερων μαζών». Ως εκ τούτου, λένε, μπορεί «αιτήματα που φαίνονται ανώδυνα να είναι αυτά που απαιτούνται για την επίτευξη» του προηγούμενου. Ετσι, κρίνουν ως «λανθασμένη και ελιτίστικη την αξιολόγηση ενός αγώνα με βάση μόνο το ριζοσπαστισμό των αιτημάτων του, καθώς μεγάλη σημασία έχει η συμμετοχή, ο δυναμισμός των μορφών, η ευρύτερη πολιτική εικόνα που εκπέμπει» (σελίδα 15).

Οπως όμως και οι προηγούμενες θέσεις τους προεξοφλούν την αποτυχία του όποιου απελευθερωτικού εγχειρήματος, έτσι και αυτές τους οι θέσεις σχετικά με την ανάπτυξη των αγώνων του κινήματος προεξοφλούν την παταγώδη αποτυχία σε ό,τι αφορά στο ριζοσπαστισμό, την αφύπνιση συνειδήσεων, την ενίσχυση διαθέσεων για νέες ανεβασμένες μορφές πάλης και ως προς το περιεχόμενό τους. Αξίζει εδώ βέβαια να σημειώσουμε πως κανείς δεν αρνείται την ανάγκη της ανάπτυξης των αγώνων, μαζικών και δυναμικών. Πλην όμως είναι μαθηματικά βέβαιο πως αν αυτοί δε συμβάλουν στην αφύπνιση και ριζοσπαστικοποίηση συνειδήσεων, αν δεν πάνε τη συνείδηση ένα βήμα παραπέρα, τότε υπονομεύονται εν τη γενέσει τους και τορπιλίζεται η αποτελεσματικότητά τους και η επίδρασή τους. Το ζήτημα των αιτημάτων, των στόχων πάλης του κινήματος δεν αφορά στην εγωιστική ικανοποίηση της α ή β πολιτικής δύναμης, αλλά είναι προϋπόθεση ανάπτυξης, μαζικοποίησης, αποτελεσματικότητας του ίδιου του κινήματος, υποτιμώντας κανείς αυτή τη συνιστώσα επί της ουσίας χτυπά το κίνημα στην καρδιά του.

 

ΟΙ ΘΕΣΕΙΣ ΓΙΑ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗ, ΠΑΙΔΕΙΑ, ΝΑΡΚΩΤΙΚΑ, ΟΙΚΟΛΟΓΙΑ

Δίνουν ιδιαίτερο βάρος στην απασχόληση και την ανεργία. Αυτή ωστόσο δεν την αντιμετωπίζουν ως φαινόμενο σύμφυτο του καπιταλισμού, μιλούν μάλιστα για «ιδεολογήματα για τη "νομοτέλεια" της ανεργίας». Κατ' αυτούς τα αίτιά της εντοπίζονται: «Στις ακολουθούμενες αντιαναπτυξιακές και περιοριστικές οικονομικές πολιτικές, όπως αυτές κατευθύνονται από τα κριτήρια του Συμφώνου Σταθερότητας. Στη δραματική ενίσχυση της χρηματιστηριακής οικονομίας σε βάρος της πραγματικής. Στην ανάπτυξη της τεχνολογίας και στη χρήση της υπό τους συγκεκριμένους συσχετισμούς δύναμης. Στη συνεχή προσπάθεια των εργοδοτών για μεγιστοποίηση των κερδών τους. Στο χαμηλό ποσοστό επανεπένδυσης των επιχειρηματικών κερδών, που σημαίνει ότι τα επιχειρηματικά κέρδη δε δημιουργούν νέες θέσεις εργασίας» (σελίδα 18 - 19).

Κατά συνέπεια οι προτάσεις που καταθέτουν για την αντιμετώπισή της είναι προτάσεις ως επί το πλείστον διαχειριστικού τύπου, «ασπιρίνες» για μια ανίατη ασθένεια. Πρόκειται για αιτήματα που ούτως ή άλλως αποτελούν στόχους πάλης, τουλάχιστον για το ταξικό συνδικαλιστικό κίνημα, ως μέτρα ανακούφισης ανέργων και εργαζομένων, σε καμία περίπτωση ως πανάκεια. Μεταξύ αυτών μείωση του εργάσιμου χρόνου, μείωση των υπερωριών, αύξηση του επιδόματος ανεργίας, των πόρων για την απασχόληση, ενίσχυση του θεσμού της πλήρους απασχόλησης έναντι της μερικής. Μάλιστα, για τις ευέλικτες μορφές απασχόλησης εκτιμούν ότι δεν αποτελούν αντικειμενική ανάγκη του συστήματος αλλά πολιτική επιλογή με στόχο τον επαναπροσδιορισμό της σχέσης εργασίας-κεφαλαίου υπέρ του δεύτερου, λες και η επιλογή αυτή έγινε από «βίτσιο» και όχι γιατί ακριβώς ανταποκρίνεται στις ανάγκες του κεφαλαίου σήμερα. Η μερική απασχόληση, η ευελιξία στις εργασιακές σχέσεις, ήταν μέρος της στρατηγικής των καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων και στον τομέα αυτό, αναδιαρθρώσεις που έχουν προχωρήσει σε όλους τους τομείς ακριβώς γιατί τις προστάζουν οι ανάγκες του καπιταλιστικού συστήματος.

Παρακάτω ισχυρίζονται, αθωώνοντας πλήρως τις συμβιβασμένες συνδικαλιστικές ηγεσίες από τα «εγκλήματα» που έχουν διαπράξει σε βάρος εργασιακών δικαιωμάτων, ότι τα «υψηλά ποσοστά ανεργίας μειώνουν τη διαπραγματευτική δύναμη των συνδικάτων που εξαναγκάζονται στην αποδοχή δυσμενέστερων όρων απασχόλησης» (σελίδα 18).

Συναντάμε και άλλες απλοϊκές προσεγγίσεις στην κατάσταση του συνδικαλιστικού κινήματος. Για παράδειγμα υπεραμύνονται της ανάγκης απο-κομματικοποίησης των συνδικάτων, ωστόσο οι ίδιοι θέτουν ως στόχο την συντονισμένη ιδεολογική δουλιά μέσα στα συνδικάτα. Προφανώς η παρέμβαση κάποιων άλλων κομματικοποιεί τα συνδικάτα, ενώ η δική τους τα αφυπνίζει ιδεολογικά...

Ερχόμαστε στα της παιδείας. Εμφανίζουν τα συμπτώματα μιας αντιεκπαιδευτικής, βαθιά ταξικής πολιτικής σαν αιτίες των προβλημάτων της πρωτοβάθμιας καταρχήν εκπαίδευσης. Εκτιμούν πως τα κυριότερα προβλήματα αυτής της βαθμίδας αφορούν στην «αδυναμία εμφάνισης της γνώσης με ελκτικό τρόπο, στην ανικανότητα του σχολείου να προβάλει σύγχρονα κοινωνικά πρότυπα, στην αδυναμία του να προσεγγίσει το πρότυπο ενός δημοκρατικού σύγχρονου σχολείου». Καυτηριάζουν ακόμα την «απουσία πολιτικών που θα άλλαζαν το τοπίο στο δημόσιο σχολείο», αν και η παιδεία πάσχει από τη βαθιά αντιεκπαιδευτική πολιτική που άσκησαν ΠΑΣΟΚ και ΝΔ και όχι από την απουσία τους.

Επί τροχάδην, κάποια ζητήματα που αφορούν στη μέση και την ανώτατη εκπαίδευση.

Αναπαράγουν την αυταπάτη της «ελεύθερης πρόσβασης», που στην προέκτασή της ισοδυναμεί με μετάθεση των ταξικών «φίλτρων» από το λύκειο μέσα στο ίδιο το Πανεπιστήμιο. Οταν ο Γ. Παπανδρέου προεκλογικά άφησε ανοιχτό να συζητηθεί και να εφαρμοστεί κάτι τέτοιο, ο Ν. Κωνσταντόπουλος πανηγύριζε ότι «επιτέλους, το ΠΑΣΟΚ υιοθετεί ένα πάγιο αίτημα του ΣΥΝ»! Πρόκειται όμως για ένα μοντέλο που οδηγεί όχι μόνο σε κύκλους, αλλά και στην υποβάθμιση των σπουδών με το «προπαρασκευαστικό» έτος, ενώ όσοι κόβονται θα σπρώχνονται στην ιδιωτική κατά κύριο λόγο κατάρτιση. Προσπερνάνε, βέβαια, το γεγονός ότι δεν μπορεί να υπάρξει ελεύθερη πρόσβαση στο υπάρχον σύστημα και ότι η όποια ρύθμιση περί «ελεύθερης» πρόσβασης, όπως π.χ. αυτή που ισχύει σήμερα, εξυπηρετεί τη δημιουργία μια στρατιάς μισοειδικευμένων ανέργων, βορά στα συμφέροντα των επιχειρήσεων.

Διεκδικούν «ενιαία πανεπιστημιακή εκπαίδευση, χωρίς διαχωρισμούς ΑΕΙ - ΤΕΙ» και τον «ολοκληρωτικό μετασχηματισμό των ΤΕΙ σε πανεπιστήμια». Εχουν υιοθετήσει πλήρως το σχετικό αίτημα των ΕΑΑΚ, αλλά «χαϊδεύουν τα αυτιά» των ΤΕΙ διεκδικώντας τη συλλήβδην μετατροπή τους σε πανεπιστήμια! Αλήθεια, πώς μπορεί να γίνει πανεπιστήμιο το Τμήμα «Τυποποίησης και Διακίνησης Προϊόντων» ή αυτό της «Αισθητικής και Κοσμετολογίας»; Για να μην αναφερθούμε σε τμήματα των ΑΕΙ που δεν έχουν επιστημονικό αντικείμενο (π.χ. Τμήμα «Πολιτισμικού Περιβάλλοντος και νέων Τεχνολογιών»). Στην πραγματικότητα, η νεολαία ΣΥΝ αρνείται τον επιστημονικό χαρακτήρα της Ανώτατης Εκπαίδευσης, πράγμα που φαίνεται ακόμα πιο καθαρά παρακάτω.

Κάνουν λόγο για «παροχή πτυχίων που θα αντιστοιχούν σε ολοκληρωμένα γνωστικά αντικείμενα» και αντιπαρατίθενται στην «υπερεξειδίκευση που μεταβάλλει τους σημερινούς ημιμαθείς πτυχιούχους σε αυριανούς αναλώσιμους εργαζόμενους». Το γνωστικό αντικείμενο όμως δε σημαίνει ότι είναι και «επιστημονικό». Για παράδειγμα, ακόμα και το «τυφλό σύστημα» πληκτρολόγησης στον υπολογιστή, είναι ένα γνωστικό αντικείμενο για κάποιον που μαθαίνει υπολογιστή. Μιλώντας για «υπερεξειδίκευση» σπέρνουν σύγχυση σχετικά με τη σωστή θέση για την επιστημονική ειδίκευση, δηλαδή την απαραίτητη γνώση στο επιστημονικό αντικείμενο που οδηγεί σε επιστήμονες ικανούς για εργασία σε αυτό που σπούδασαν. Ουσιαστικά, αρνούνται την ειδίκευση, όμως η λογική που θέλει τον απόφοιτο με γενικές μόνο γνώσεις (βλέπε γνώσεις κατάρτισης, σεμιναριακού τύπου κλπ.) της επιστήμης οδηγεί στην πλήρη αποσύνδεση πτυχίου - επαγγέλματος, αφού τέτοιο επίπεδο γνώσεων «πάει πακέτο» με «πιστοποιήσεις», αξιολόγηση, φραγμούς ως προς το δικαίωμα να δουλέψει ο νέος επιστήμονας. Για να είναι το πτυχίο μοναδικό και ικανό εφόδιο για να ενταχθούν οι απόφοιτοι στην παραγωγή, πρέπει το Πανεπιστήμιο να βγάζει επιστήμονες ολοκληρωμένους με βαθιά γνώση του επιστημονικού τους αντικειμένου και πλήρη επαγγελματική επάρκεια, δηλαδή επιστημονική ειδίκευση.

Επίσης αναπαράγει την άποψη περί «της αναγκαίας διασύνδεσης των πανεπιστημιακών τμημάτων ώστε να μπορεί κανείς να μεταπηδά σε άλλο γνωστικό αντικείμενο σύμφωνα με τις επιθυμίες και τα ενδιαφέροντά του» (και τη διάχυση των προγραμμάτων σπουδών, θα προσθέταμε εμείς). Αυτό, το λεγόμενο «ελεύθερο πρόγραμμα σπουδών», οδηγεί μαζί με τα παραπάνω στη λογική της εξατομικευμένης εκπαίδευσης που προωθεί η άρχουσα τάξη (βλέπε πρόταση Γ. Παπανδρέου προεκλογικά για εισαγωγή σε σχολή και όχι σε τμήμα). Πρόκειται για ένα μοντέλο σύμφωνα με το οποίο ο απόφοιτος θα έχει γενικές γνώσεις, παρακολουθώντας μάλλον ένα σεμιναριακού τύπου πρόγραμμα σπουδών και οι γνώσεις του δε θα έχουν κανένα αντίκρισμα στην παραγωγή. Ετσι η γνώση γίνεται αντιληπτή ως συσσώρευση σκόρπιων πληροφοριών, που βολεύει το κεφάλαιο για να προωθεί την κατάρτιση για την αύξηση των κερδών του. Αρα ο απόφοιτος θα είναι «ευέλικτος» και πιο εύκολα θα υποτάσσεται στον εκάστοτε εργοδότη για δουλιά χωρίς δικαιώματα. Θα έχει δημιουργήσει έναν εξατομικευμένο «φάκελο σκόρπιων γνώσεων» και δε θα μπορεί να διαπραγματευτεί συλλογικά.

Για τα μεταπτυχιακά ισχυρίζονται ότι «θα πρέπει να διέπονται από δύο βασικές λειτουργίες, την εισαγωγή στη διαδικασία της έρευνας και την εμβάθυνση σε τομείς της κάθε επιστήμης» και δηλώνουν ότι αγωνίζονται για «όσο το δυνατόν μεγαλύτερη πρόσβαση των φοιτητών σε μεταπτυχιακά προγράμματα». Ευθυγραμμίζονται πλήρως δηλαδή με τη λογική που θέλει τα πτυχία υποβαθμισμένα, γιατί αυτές οι λειτουργίες περιλαμβάνονται στις προπτυχιακές σπουδές και μετά τη Μπολόνια οδηγούνται εκτός σπουδών, στα μεταπτυχιακά. Γι’ αυτούς οι ιδανικοί απόφοιτοι δε θα είναι ολοκληρωμένοι επιστήμονες με δυνατότητα να διενεργούν έρευνα, αλλά αυτό θα το μαθαίνουν στα μεταπτυχιακά και το αίτημά τους είναι απλά, να μπορούν να μπαίνουν στα μεταπτυχιακά περισσότεροι φοιτητές (όπως λέει η ΠΑΣΠ).

Υποστηρίζουν την «ύπαρξη ενός θεσμού που θα παρέχει ουσιαστική δια βίου εκπαίδευση, κάτω από ένα δημόσιο και δωρεάν πλαίσιο». Σπέρνουν έτσι αυταπάτες αφού αποκρύπτουν ότι η Δια Βίου Εκπαίδευση μας προέκυψε ως έννοια από την ΕΕ ακριβώς για να συμπληρώνει το υπάρχον εκπαιδευτικό σύστημα, για να αλλάζει καταρτίσεις στους μισοκαταρτισμένους απόφοιτους οποιασδήποτε βαθμίδας και δεν μπορεί να υπάρξει άλλου είδους δια βίου εκπαίδευση μέσα στον καπιταλισμό. Είναι φυσικό όμως να τη θεωρούν απαραίτητη, αφού δεν υπερασπίζονται τον Ανώτατο, πραγματικά επιστημονικό χαρακτήρα των προπτυχιακών σπουδών. Αφού ο απόφοιτος δε θα είναι ολοκληρωμένος επιστήμονας, αλλά γυρολόγος που θα φτιάχνει εξατομικευμένο πρόγραμμα σπουδών, θα έχει ανάγκη πιστοποιήσεων των γνώσεών του και συχνής ανανέωσής τους, καθώς δε θα είναι ικανός να παρακολουθεί τις επιστημονικές εξελίξεις στον τομέα του.

Τέλος, χρειάζεται να σημειώσουμε ότι ενώ μιλούν για δημόσια και δωρεάν παιδεία, πουθενά στις θέσεις τους δε συναντάμε το αίτημα για κατάργηση της ιδιωτικής εκπαίδευσης. Είναι γνωστό ότι ο ΣΥΝ αποδέχεται την ιδιωτική εκπαίδευση ως αναγκαία και υπεραμύνεται της άποψης ότι δεν είναι σωστό να απορρίπτονται ιδιωτικές πρωτοβουλίες, εφόσον το δημόσιο σύστημα έχει αδυναμίες και δεν μπορεί να καλύψει το σύνολο των κοινωνικών αναγκών! Μα τα ίδια ακριβώς λέει και το ΠΑΣΟΚ και η ΝΔ για να υποστηρίξουν την επέκταση των ιδιωτικοποιήσεων στην εκπαίδευση και να νομιμοποιήσουν (αντί να διορθώσουν) την «αδυναμία» του δημόσιου συστήματος για την οποία οι ίδιοι είναι υπεύθυνοι!

Ο ΣΥΝ λοιπόν βγάζει για άλλη μια φορά «λάδι» τους πραγματικούς υπεύθυνους για την κατάσταση και συμπορεύεται μαζί τους. Επίσης, ενώ αναφέρονται στο ΔΕΠ (καθηγητές ΑΕΙ), δε μιλάνε για πλήρη και αποκλειστική απασχόλησή του στα ιδρύματα, στηρίζοντας έστω και δια της σιωπής τη μερική απασχόληση και τη δυνατότητα του ΔΕΠ να απασχολείται και εκτός πανεπιστημίου, να μπορούν δηλαδή οι καθηγητές να εμπορεύονται τον τίτλο τους.

Περιβόλι είναι και οι θέσεις τους για τα ναρκωτικά που κινούνται στη λογική «ναι μεν, αλλά». Ετσι, «οι χώρες που επέλεξαν εναλλακτικές πολιτικές π.χ. Ολλανδία έχουν βελτιώσει την απόδοσή τους», αλλά «αποποινικοποίηση της χρήσης προτείνουμε και όχι ελεύθερη διακίνηση και κυκλοφορία των σκληρών ναρκωτικών», αφού «η καταστολή της χρήσης πέραν του ότι είναι αναποτελεσματική, αντίκειται στην ελεύθερη διάδοση του σώματος και της ζωής του ατόμου»! (σελίδα 36). Στο δια ταύτα προτείνουν και αποποινικοποίηση, και διαχωρισμό. Τα περί «ελεύθερης διάδοσης του σώματος και της ζωής» καλύτερα να μείνουν ασχολίαστα, όλοι γνωρίζουν ή μπορούν να κατανοήσουν ότι κανένας δεν αποφασίζει «ελεύθερα» την εξάρτησή του από ουσίες.

Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνουν στην οικολογία, εκτιμώντας ότι η αριστερά «έχασε το ραντεβού με την ιστορία», καθώς όταν το ζήτημα αυτό τέθηκε επί τάπητος από οικολογικά κινήματα αυτή «έμεινε εγκλωβισμένη στην άποψη ότι η πρόοδος της κοινωνίας συνίσταται στη διαρκή ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, έμεινε προσηλωμένη στα παραδοσιακά μοντέλα ανάπτυξης που δε λαμβάνουν υπόψη τους το περιβαλλοντικό κόστος. Τα οικολογικά κινήματα αντιπαρατέθηκαν στις αναπτυξιακές πολιτικές των θεωρητικών του καπιταλισμού αλλά και του «σοβιετικού στρατοπέδου». Το τελευταίο ασπαζόταν πλήρως το στόχο της υπέρμετρης ανάπτυξης και εφάρμοσε μια πολιτική που στηρίχτηκε σχεδόν αποκλειστικά στη ρυπογόνο βαριά βιομηχανία. Επιπλέον επιδόθηκε εξίσου δυναμικά με το δυτικό στρατόπεδο στην κατασκευή πυρηνικών» (σελίδα 51 - 52).

Αφενός δεν κατανοούμε γιατί φέρνουν σε αντιπαράθεση την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων με την προστασία του περιβάλλοντος. Αφετέρου η επίθεση στη Σοβιετική Ενωση είναι το λιγότερο εμπαθής. Οι προσπάθειές της για την ειρήνη είναι γνωστές και αναγνωρίζονται σήμερα ακόμα και από τους ορκισμένους εχθρούς της. Οσο για την ανάπτυξη πυρηνικών είναι νομίζουμε φυσικό και λογικό, ούσα περικυκλωμένη και στο στόχαστρο του ιμπεριαλισμού, να πάρει μέτρα για την προστασία της. Παρά ταύτα κατέβαλε άπειρες προσπάθειες υπέρ του αφοπλισμού που δυστυχώς προσέκρουαν στην άρνηση του «δυτικού στρατοπέδου». Η εξίσωση είναι τουλάχιστον ατυχής.

Δεν αποφεύγουν βέβαια τις αντιφάσεις. Ετσι, ενώ εκτιμούν ότι το φαινόμενο δεν αντιμετωπίζεται στον καπιταλισμό, ενώ αναφέρονται στον ταξικό του χαρακτήρα, παρακάτω ισχυρίζονται πως λύσεις υπάρχουν και αυτές αφορούν στη διεθνή βοήθεια προς τις φτωχές χώρες, στην απαλλαγή τους από τα χρέη, στην κατάργηση των αποικιοκρατικών εμπορικών συμβάσεων, μέτρα που θα ανακουφίσουν τη φτώχεια και την εξαθλίωση που συντελούν στη διαιώνιση των οικολογικών προβλημάτων. Ακόμα, την υιοθέτηση ήπιων μορφών εκμετάλλευσης των φυσικών πόρων, περιορισμό των ρύπων, προώθηση ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, όλα εκείνα δηλαδή που ισχυρές καπιταλιστικές χώρες απορρίπτουν μετά βδελυγμίας γιατί έρχονται σε πλήρη αντίθεση με την ίδια τη φύση του καπιταλιστικού συστήματος και τις ανάγκες του.

Εξάλλου, και σε ό,τι αφορά στη χώρα μας, εστιάζουν στο ότι δεν υφίσταται ουσιαστικό θεσμικό πλαίσιο και εναρμόνιση με το κοινοτικό δίκαιο.

 

Η ΣΤΑΣΗ ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΟ ΚΚΕ ΚΑΙ ΤΗΝ ΚΝΕ

Η προσπάθεια να χτυπηθεί το ΚΚΕ και η ΚΝΕ διατρέχει ολόκληρο το κείμενο των θέσεων της Νεολαίας Συνασπισμού, όχι με τη μορφή της κατά μέτωπον επίθεσης, βεβαίως γίνεται και τέτοια, αλλά με χλευαστικές αναφορές και υπονοούμενα για τις αρχές συγκρότησης και λειτουργίας τους, αλλά και για ζητήματα ιδεολογικοπολιτικά. Η προσπάθειά τους αυτή αποτυπώνεται σε ειρωνικές διατυπώσεις όπως «στιβαρότητα στην υποστήριξη της γραμμής», «καχυποψία στη διαφορετικότητα», «εξωπραγματικές ονειρώξεις προλεταριακών δικτατοριών», «το δικό μας πρόταγμα δεν έχει σχέση με λογικές υποταγής των ανθρώπων στους «ατσάλινους» νόμους της ιστορίας και στην εκάστοτε πρωτοπορία της κοινωνίας, στοιχεία που διέπουν από κοινού τον καπιταλισμό και τα καθεστώτα του πρώην ανατολικού μπλοκ» κ.ά.

Η επιλογή αυτής της μορφής «αντιπαράθεσης» είναι προφανώς εξόχως βολική για τους ίδιους, αφού κατ’ αυτόν τον τρόπο συγκαλύπτουν την αδυναμία τους να επιχειρηματολογήσουν υπέρ των απόψεών τους και ξεμπερδεύουν στα γρήγορα καταφεύγοντας σε κραυγές και αφορισμούς. Οι αρχές συγκρότησης και λειτουργίας ενός κόμματος νέου τύπου και οι κοσμοθεωρητικές του αρχές δε χρειάζονται υπεράσπιση από μας, στα πλαίσια αυτού του άρθρου, άλλωστε η ανωτερότητά τους αναδύεται ολοκάθαρη και από το γεγονός ότι αποφεύγεται, όπως αποφεύγει ο διάολος το λιβάνι, στο κείμενο που σχολιάζουμε μια ουσιαστική κριτική τους προσέγγιση. Αυτό που πρέπει να επισημάνουμε είναι ότι, όπως με την άρνηση του σοσιαλισμού που γνωρίσαμε και το μηδενισμό της προσφοράς του, πολύ περισσότερο με την επιχειρούμενη -από τη Νεολαία ΣΥΝ- εξίσωσή του με τον καπιταλισμό σε πολλά σημεία, έτσι και με το χλευασμό των αρχών συγκρότησης και λειτουργίας ενός κομμουνιστικού κόμματος, δίνονται εξετάσεις και διαπιστευτήρια στους προσωρινούς νικητές μιας μάχης που έληξε με την ανατροπή του σοσιαλισμού και το χτύπημα του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος.

Στο κομμάτι των θέσεων της Νεολαίας Συνασπισμού που αφορά στην ενότητα της αριστεράς[2] (σελίδα 60) συναντάμε μια πιο συγκεκριμένη αναφορά στο ΚΚΕ και την ΚΝΕ, που ουσιαστικά συνιστά αναπαραγωγή της πολεμικής της ηγεσίας του ΣΥΝ εναντίον του Κόμματος. Τι προσάπτουν στο ΚΚΕ και την ΚΝΕ:

1) Οτι «είναι σταθερά προσηλωμένες σε μια αδιέξοδη και βλαβερή τακτική για το σύνολο της αριστεράς και φαίνεται να παίρνουν οριστικό διαζύγιο από τις ανησυχίες και τους σύγχρονους προβληματισμούς των σύγχρονων αγώνων και κινημάτων, εμμένοντας σε μια ανώριμη καταγγελία των πάντων».

2) Οτι «είναι σταθερά προσηλωμένες στη θεώρηση οποιασδήποτε διαφωνίας ή διαφοράς ως ενδοτικής ή προδοτικής στάσης εμφανίζουν μία απαράδεκτη αδυναμία ή άρνηση εσωτερίκευσης της ιστορικής εμπειρίας προς όφελος των νέων αγώνων, στη γραμμή αυτή απαξιώνουν κάθε προσπάθεια στην ελληνική αριστερά για όσο το δυνατόν ευρύτερες συνεργασίες, ενώ εξαπολύουν μειωτικούς χαρακτηρισμούς, με αμετροέπεια που σοκάρει».

3) Οτι «οι πολιτικές θέσεις του ΚΚΕ και της ΚΝΕ εμφανίζουν εσωτερικές ασυνέπειες, επικίνδυνες εθνικιστικές αποκλίσεις, αδυναμία διαμόρφωσης ενός πειστικού αριστερού μαχητικού λόγου και στοιχεία οπορτουνισμού (...). Το απαράδεκτο είναι η διασπαστική λογική που υποθηκεύει κάθε δυνατότητα πραγματικής ανασυγκρότησης της ελληνικής αριστεράς. Ευτυχώς για την ελληνική αριστερά υπάρχουν και κομμάτια της που έχουν επιλέξει το δύσκολο δρόμο της ενότητας και της συγκρότησης ενός νέου πολιτικού τρόπου συμπεριφοράς, είμαστε περήφανοι που κι εμείς, η νεολαία ΣΥΝ, συγκαταλεγόμαστε σε αυτές και μαζί με το Συνασπισμό, την ΑΚΟΑ, το Δίκτυο, την ΚΕΔΑ, τη ΔΕΑ, το Ξεκίνημα, την ΚΟΕ, την ΟΚΔΕ έχουμε κάνει την επιλογή να σταθούμε στο ύψος των περιστάσεων (...)».

Πραγματική τρικυμία εν κρανίω. Δυστυχώς για τη Νεολαία ΣΥΝ, ευτυχώς για μας που δεν χρειάζεται να αποδείξουμε ότι δεν είμαστε ελέφαντες, οι εξελίξεις τη διέψευσαν παταγωδώς. Ο νέος τρόπος πολιτικής συμπεριφοράς που οικοδομούσε η «καλή αριστερά», στον αντίποδα της «διασπαστικής και διχαστικής» εμμονής του ΚΚΕ, έγινε φύλλο και φτερό εν ριπή οφθαλμού, επιβεβαιώνοντας πως στραβά αρμένιζαν όσοι στο όνομα της ενότητας στηλίτευαν το ΚΚΕ που επέμενε πως αυτή είναι μια πολύ σοβαρή υπόθεση για να υποτάσσεται σε ποικίλες σκοπιμότητες.

Και οι υπόλοιπες κατηγορίες όμως που προσάπτονται στο ΚΚΕ και την ΚΝΕ, δεν αντέχουν σε σοβαρή κριτική. Δε θα μπούμε στον κόπο να υποθέσουμε πού μπορεί να αναφέρεται η Νεολαία ΣΥΝ όταν κάνει λόγο για εσωτερικές ασυνέπειες στις θέσεις του ΚΚΕ, μιας και κατά την προσφιλή τους τακτική αρνούνται να το πράξουν οι ίδιοι, αποφεύγοντας το σκόπελο. Ούτε χρειάζεται να υπερασπίσουμε το βαθιά πατριωτικό και διεθνιστικό χαρακτήρα του ΚΚΕ. Αυτόν τον υπερασπίζεται η ίδια η ιστορία του από την ίδρυσή του ως τα σήμερα. Οταν όμως ασπάζεσαι τον κοσμοπολιτισμό του κεφαλαίου και βλέπεις μέσα από τα κάτοπτρά του, είναι αναμενόμενο να εντοπίζεις «εθνικιστικές αποκλίσεις».

Δε γνωρίζουμε από που συνάγουν το συμπέρασμα ότι το ΚΚΕ και η ΚΝΕ έχουν πάρει οριστικό διαζύγιο από τις ανησυχίες και τους σύγχρονους προβληματισμούς των αγώνων και κινημάτων. Αλλά με αφορμή αυτό, αλλά και την κατηγορία περί «οπορτουνιστικών στοιχείων», χρειάζεται να επισημάνουμε ότι δεν ήταν το ΚΚΕ αυτό που αντιμετώπισε αγώνες και κινήματα σαν πασαρέλα ανάδειξής του. Ηταν ο ΣΥΝ, οπορτουνιστικά φερόμενος. Και μάλιστα χωρίς αν έχει ξοδέψει έστω μια σταγόνα ιδρώτα για την ανάπτυξή τους, ενώ επιπλέον απουσίαζε παντελώς όταν δεν υπονόμευε την ανάπτυξη αγώνων στη χώρα μας.



Η Βάσω Νιέρη είναι μέλος του ΚΣ της ΚΝΕ και της Ιδεολογικής Επιτροπής της.

[1] Το κείμενο από το οποίο παραθέτουμε τα αποσπάσματα είναι «Οι θέσεις της Νεολαίας Συνασπισμού - όπως διαμορφώθηκαν στο 3ο τακτικό συνέδριο της Οργάνωσης».

[2] Η Νεολαία ΣΥΝ στους άμεσους στόχους της θέτει και αυτόν για την ενότητα της αριστεράς. Το κείμενό της ωστόσο σε αυτό το σημείο έχει ξεπεραστεί από τις ίδιες τις εξελίξεις, καθώς η συσπείρωση των δυνάμεων που συνεργάστηκαν στις πρόσφατες βουλευτικές εκλογές με το ΣΥΝ έχει ήδη διαλυθεί, ακυρώνοντας όλα τα υπερφίαλα που περιλαμβάνονται στις θέσεις της Νεολαίας.