ΟΡΙΣΜΕΝΕΣ ΠΛΕΥΡΕΣ ΤΗΣ ΕΞΕΛΙΞΗΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΕΩΡΓΙΑΣ

Οι αναθεωρήσεις της ΚΑΠ που έγιναν στη δεκαετία του 1990 μαζί με τη συμφωνία της ΓΚΑΤΤ (1995) διατήρησαν μια στασιμότητα στην αγροτική οικονομία της χώρας μας και βοήθησαν να γίνουν σημαντικά βήματα στη συγκέντρωση της παραγωγής σε λιγότερα χέρια, με σοβαρές αρνητικές συνέπειες για τους μικρομεσαίους αγρότες.

Η εκτίμηση αυτή επιβεβαιώνεται από όλους τους βασικούς δείκτες που καταγράφουν την κατάσταση και την εξέλιξη της αγροτικής οικονομίας, σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία διαφόρων κρατικών οργανισμών και υπηρεσιών για την ακρίβεια των οποίων υπάρχει επιφύλαξη και ειδικότερα αυτών που αφορούν στην αγροτική απασχόληση και εκείνων που δεν είναι οριστικά αλλά προσωρινά, για τα οποία συνήθως υπάρχει μια υπερεκτίμηση.

Στην περίοδο 1995-2003 η μέση ετήσια αύξηση της συνολικής ακαθάριστης αξίας της αγροτικής παραγωγής (όγκος αγροτικής παραγωγής επί τιμές παραγωγού συν επιδοτήσεις) ήταν μηδενική, με αποτέλεσμα η συμμετοχή του Ακαθάριστου Εθνικού Αγροτικού προϊόντος στο συνολικό ΑΕΠ της χώρας να μειωθεί από 9,1% το 1995 στο 6% του 2003 (Πίνακας 1).

Πρώτη βασική αιτία αυτής της στασιμότητας ήταν οι άμεσες και έμμεσες χαμηλές ποσοστώσεις που επιβλήθηκαν με τις αναθεωρήσεις της ΚΑΠ σε όλα σχεδόν τα αγροτικά προϊόντα, ακόμα και σε αυτά που η χώρα μας ή η ΕΕ είναι έντονα ελλειμματική, με αποτέλεσμα να εμποδιστεί η αύξηση του όγκου της αγροτικής παραγωγής, παρά το γεγονός ότι από χρονιά σε χρονιά έγιναν ορισμένες ευκαιριακές αυξομειώσεις στον όγκο παραγωγής διαφόρων αγροτικών προϊόντων (Πίνακας 2). Οι ποσοστώσεις μαζί με άλλα μέτρα, όπως πρόστιμα συνυπευθύνοτητας, κίνητρα ξεριζώματος καλλιεργειών, υποχρεωτικών και προαιρετικών αγραναπαύσεων, δασώσεων καλλιεργουμένων εκτάσεων, καταστροφή αλλιευτικών σκαφών κ.ά. είχαν στόχο να προσαρμόσουν την κοινοτική γεωργία στις ανάγκες της αγοράς και όχι στις ανάγκες της ανθρωπότητας σε τρόφιμα. Και αυτό γιατί η παραγωγή τροφίμων πριν τις αναθεωρήσεις της ΚΑΠ της δεκαετίας του 1990 αυξανόταν με διπλάσιο ρυθμό σε σχέση με τις ανάγκες της αγοράς.

Δεύτερη βασική αιτία ήταν η κατάργηση, ο εκφυλισμός, η μείωση και το πάγωμα των θεσμικών τιμών που διασφάλιζαν ένα ελάχιστο αγροτικό εισόδημα, τις περισσότερες -αν όχι όλες- φορές μη ικανοποιητικό για τους μικρομεσαίους αγρότες και η μερική αντικατάσταση μέρους των τιμών με επιδοτήσεις με τη δικαιολογία να εξισωθούν οι κοινοτικές τιμές με τις διεθνείς. Οι αλλαγές αυτές που έγιναν με τις αναθεωρήσεις της ΚΑΠ στη δεκαετία του 1990 είχαν στόχο το άνοιγμα της κοινοτικής γεωργίας στο διεθνή ανταγωνισμό.

Τρίτη βασική αιτία που προωθήθηκε με τη συμφωνία της ΓΚΑΤΤ ήταν η μείωση των εξαγωγικών επιδοτήσεων και των δασμών στις εισαγωγές αγροτικών προϊόντων, με αποτέλεσμα να δυσκολέψει η διάθεση της αγροτικής παραγωγής ακόμα και στην εγχώρια αγορά που κατακλύσθηκε από εισαγόμενα προϊόντα και να συμπιεσθούν οι τιμές των παραγωγών.

Παρόμοια σχεδόν πορεία με αυτή του Ακαθάριστου Αγροτικού Εθνικού Προϊόντος είχε και το συνολικό καθαρό αγροτικό εισόδημα, του οποίου η μέση ετήσια αύξηση σε σταθερές τιμές στην περίοδο 1995-2003 ήταν μόλις 0,45%. Αν ληφθεί υπόψη ότι το καθαρό γεωργικό εισόδημα διαφοροποιείται ανάλογα με το μέγεθος της αγροτικής εκμετάλλευσης, τότε για τα μικρομεσαία αγροτικά νοικοκυριά η εξέλιξη του καθαρού αγροτικού εισοδήματος ήταν μικρότερη του 0,45% και τις περισσότερες -αν όχι όλες- φορές αρνητική, ενώ για τις μεγάλες αγροτικές εκμεταλλεύσεις ήταν πολλαπλάσιο του 0,45% (Πίνακας 1).

Η εξέλιξη του καθαρού αγροτικού εισοδήματος αποδεικνύει ότι οι κοινοτικές αγροτικές επιδοτήσεις, παρά το σχετικά υψηλό μέγεθός τους σε σχέση με το συνολικό αγροτικό εισόδημα δεν απέτρεψαν τη μείωση του εισοδήματος των μικρομεσαίων αγροτών και, κατά συνέπεια, το ξεκλήρισμά τους και τη μαζική τους χρεοκοπία. Ετσι στην περίοδο 1980-2000 182.000 αγροτικά νοικοκυριά ξεκληρίστηκαν και άλλα 70.000 είναι υπερχρεωμένα στην ΑΤΕ, η οποία έχει ξεκινήσει διαδικασίες κατάσχεσης των περιουσιακών στοιχείων.

Τόσο η εξέλιξη του Ακαθάριστου Εγχώριου Αγροτικού Προϊόντος, όσο και του καθαρού αγροτικού εισοδήματος δείχνουν ότι όταν εφαρμόζονται αντιαγροτικές πολιτικές, το αγροτικό εισόδημα δε θα βελτιώνεται, παρά την αύξηση των επιδοτήσεων οι οποίες λειτουργούν πυροσβεστικά και καθορίζουν το ρυθμό ξεκληρίσματος των μικρομεσαίων αγροτών, έτσι ώστε να προλαμβάνονται ανεπιθύμητες κοινωνικές εντάσεις και παρενέργειες. Εξυπακούεται ότι η αντικατάσταση μέρους των τιμών με επιδοτήσεις δίνουν τη δυνατότητα στους εμποροβιομηχάνους να κερδοσκοπούν σε βάρος των αγροτών και των καταναλωτών, επειδή τους εξασφαλίζουν φθηνή πρώτη ύλη.

 

ΕΜΠΟΡΙΚΟ ΑΓΡΟΤΙΚΟ ΙΣΟΖΥΓΙΟ

Η παρατεταμένη στασιμότητα της αγροτικής παραγωγής που είναι θεσμικά κατοχυρωμένη με τις ποσοστώσεις και τα πρόστιμα συνυπευθυνότητας, σε συνδυασμό με την αύξηση των αναγκών της εγχώριας αγοράς σε αγροτικά προϊόντα, είχε σαν αποτέλεσμα την αύξηση των ελλειμμάτων στο αγροτικό εμπορικό ισοζύγιο, που το 2003 πλησίασε στα 2 δισ. Ευρώ.

Τα ελλείμματα αυτά οφείλονται στην πλειοψηφία τους σε ζωοκομικά προϊόντα, στα οποία παρατηρήθηκε κατακόρυφη πτώση της αυτάρκειας από την ένταξη της χώρας μας στην ΕΟΚ.

Στην περίοδο 1980-2003 η αυτάρκεια στο κρέας των πουλερικών μειώθηκε από 100,4% σε 75%, στο χοιρινό κρέας από 84% σε 40%, στο βοδινό κρέας από 66% σε 25% και στο αιγοπρόβειο κρέας από 92% σε 80%.

Οι ελλείψεις αυτές, που καλύπτονται με εισαγωγές κύρια από την ΕΕ, εντείνουν τη διατροφική εξάρτηση του λαού μας σε αμφίβολης καταλληλότητας διατροφικά προϊόντα, όπως τα διοξειούχα κοτόπουλα, οι τρελές αγελάδες κ.ά.

Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία στην περίοδο 1995 - 2003 η μέση ετήσια αύξηση του ελλείμματος στο εμπορικό αγροτικό ισοζύγιο σε σταθερές τιμές ήταν 19,1% (Πίνακας 3), όταν η χώρα μας είναι η πιο γεωργική χώρα της ΕΕ των 15, με βάση τον αγροτικό πληθυσμό, το ποσοστό συμμετοχής του ΑΕΓΠ στο ΑΕΠ, τη συμμετοχή των αγροτικών προϊόντων στο εξωτερικό εμπόριο της χώρας κ.ά.

Τα ελλείμματα αυτά που είναι τεράστια για τα οικονομικά δεδομένα της χώρας μας, σχεδόν από μόνα τους απαντούν στο ερώτημα που εκ του πονηρού βάζουν οι πολιτικές δυνάμεις που θεωρούν μονόδρομο την ΚΑΠ και την ΕΕ, αν αντέχει η χώρα μας την απώλεια των κοινοτικών αγροτικών επιδοτήσεων που θα προκαλέσει τυχόν αποδέσμευση. Και από τα ελλείμματα στο αγροτικό εμπορικό ισοζύγιο διαπιστώνεται ότι δεν υπάρχει μόνο το κόστος της αποδέσμευσης, αλλά και το κόστος της δέσμευσης της χώρας μας στην ΕΕ, το οποίο είναι πολύπλευρο και πολύ μεγαλύτερο από το κόστος της αποδέσμευσης.

 

ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΣΗ ΚΑΙ ΣΥΓΚΕΝΤΡΟΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΑΓΡΟΤΙΚΗΣ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ

Παράλληλα με τη στασιμότητα της αγροτικής οικονομίας έγιναν σημαντικές διαρθρωτικές αλλαγές που είχαν σαν αποτέλεσμα να συγκεντρωθεί μεγαλύτερο κομμάτι της αγροτικής παραγωγής και της γεωργικής γης σε λιγότερα χέρια.

Η συγκέντρωση της παραγωγής είναι πολύ μεγαλύτερη στους κλάδους της κτηνοτροφίας και αλιείας που δεν προϋποθέτουν συγκέντρωση της αγροτικής γης και μικρότερη στη φυτική παραγωγή, όπου η γη είναι σημαντικός περιοριστικός παράγοντας, επειδή η συγκέντρωση της παραγωγής προϋποθέτει και συγκέντρωση της γης, είτε με τη μορφή της ιδιοκτησίας είτε με τη μορφή της ενοικίασης.

Στην περίοδο 1992-2002 τα γαλακτοπαραγωγικά νοικοκυριά αγελαδινού γάλακτος μειώθηκαν από 32.000 σε 9.500, με αποτέλεσμα το 9% των μεγάλων εκμεταλλεύσεων γαλακτοπαραγωγής να παράγει το 54,5% της συνολικής παραγωγής (Πηγή: Υπ. Γεωργίας).

Παρόμοιες συγκεντρώσεις έχουμε και σε άλλους κλάδους. Ετσι το 1999 το 2,5% των μεγάλων χοιροτροφικών μονάδων είχε το 82% του συνολικού χοιροτροφικού κεφαλαίου, ενώ το 1,5% των αμπελουργικών εκμεταλλεύσεων είχε τον ίδιο χρόνο το 30% των αμπελώνων. Οι δύο μεγαλύτερες από τις 247 μονάδες ιχθυοκαλλιέργειας παράγουν το 40% του γόνου και το 20% των ψαριών.

Παρά τη συγκέντρωση της παραγωγής η παραγωγικότητα της ελληνικής γεωργίας, αν σαν μέτρο της θεωρηθεί το παραγόμενο Ακαθάριστο γεωργικό προϊόν ανά απασχολούμενο, είναι πολύ μικρή και το 2002 φτάνει στο 44,6% του μέσου όρου της ΕΕ των 15 από 41,3% που ήταν το 1995. (Στοιχεία: Η κατάσταση της γεωργίας στην Κοινότητα, έκδοση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής).

Η βελτίωση της παραγωγικότητας οφείλεται στη συγκέντρωση και στην εκμηχάνιση της παραγωγής, στη βελτίωση του πολλαπλασιαστικού υλικού στις νέες καλλιεργητικές τεχνικές και άλλους παράγοντες που η υλοποίησή τους είχε προηγηθεί στις περισσότερες χώρες της ΕΕ και ειδικότερα στις αναπτυγμένες καπιταλιστικές. Ομως η συγκέντρωση της αγροτικής παραγωγής που γίνεται υπό την κυριαρχία των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής έχει πάντοτε ως αποτέλεσμα το ξεκλήρισμα των μικρομεσαίων αγροτικών νοικοκυριών, ενώ η εκμηχάνιση της αγροτικής οικονομίας μαζί με τη συγκέντρωση της παραγωγής μειώνουν την αγροτική απασχόληση.

Με βάση τις εθνικές απογραφές στην περίοδο 1991-2000 οι αγροτικές εκμεταλλεύσεις μειώθηκαν κατά 47.274 από 861.623 το 1991 σε 814.349 το 1999-2000. Ο αριθμός των πραγματικών αγροτικών εκμεταλλεύσεων ίσως είναι μικρότερος επειδή ορισμένοι ηλικιωμένοι, κυρίως αγρότες, που έχουν ενοικιάσει τα χωράφια τους σε άλλους αγρότες, φαίνονται σαν ιδιοκτήτες εκμεταλλεύσεων για να μη χάσουν το δικαίωμα των επιδοτήσεων και συμφωνούν το ενοίκιο της γης να είναι ίσο με την επιδότηση.

Σύμφωνα με το Μητρώο αγροτών και αγροτικών εκμεταλλεύσεων που έφτιαξε η ΠΑΣΕΓΕΣ σε συνεργασία με το Υπ. Γεωργίας το 1997 οι αγροτικές εκμεταλλεύσεις ήταν 860.759 από τις οποίες οι 532.104 ή 61,8% ήταν κατά κύριο επάγγελμα αγρότες, οι 325.919 ή 37,8% ήταν κάτοχοι αγροτικών εκμεταλλεύσεων και οι 2.736 ήταν νομικά πρόσωπα (επιχειρήσεις) και φυσικά πρόσωπα (αλλιεργάτες και δασεργάτες).

Η διαφορά που μπορεί να υπάρχει σε διάφορα βασικά γεωργικά στοιχεία οφείλεται στο διαφορετικό φορέα και το διαφορετικό τρόπο που καταγράφει αυτά τα στοιχεία. Και αυτό γιατί στην αγροτική οικονομία έχουμε δύο κατηγορίες απογραφών. Η πρώτη, που είναι και η πιο αξιόπιστη επειδή είναι πραγματική, είναι η απογραφή που γίνεται κάθε δεκαετία στα πλαίσια των εθνικών απογραφών. Η δεύτερη είναι λογιστική και γίνεται κάθε δύο χρόνια στα μονά έτη.

Οσον αφορά τα αγροτικά νοικοκυριά εκτός από τις δύο απογραφές υπάρχει και η καταγραφή που έκανε η ΠΑΣΕΓΕΣ, στα πλαίσια σύνταξης του μητρώου αγροτών και αγροτικών εκμεταλλεύσεων.

Η απόκλιση που παρατηρείται στα στοιχεία των διαφόρων απογραφών έχει μικρή σημασία, επειδή η τάση, που έχει και μεγαλύτερο ενδιαφέρον, επιβεβαιώνεται και στις δύο απογραφές.

 

ΓΕΩΡΓΙΚΗ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗ

Οσον αφορά στη γεωργική απασχόληση μεταξύ των δύο απογραφών 1991 και 1999-2000 μειώθηκε κατά 14,6% (από 200.393.389 εργατοημέρες σε 171.124.759 εργατοημέρες). Την ίδια όμως περίοδο αυξήθηκε κατά 41% η απασχόληση των μισθωτών (μονίμων, εποχιακών και αμειβόμενων κατά αποκοπή) από 15.315.259 ημερομίσθια σε 21.597.342 ημερομίσθια (Πίνακας 4).

Ετσι το 1999-2000 η μισθωτή εργασία αποτελούσε το 12,6% της συνολικής αγροτικής απασχόλησης και το 1991 το 7,6%. Παρά τη σημαντική αύξηση το ποσοστό της μισθωτής εργασίας παραμένει ακόμα πολύ μικρό σε σχέση με το μέσο κοινοτικό όρο, που το 2000 ήταν υπερδιπλάσιος (26,6%). Εκτός από τη συνολική ποσότητα της μισθωτής εργασίας, ιδιαίτερη σημασία έχει και η σχέση ανάμεσα στη μισθωτή εργασία που προέρχεται από μόνιμο και εποχιακό προσωπικό. Επειδή η απασχόληση εποχιακού προσωπικού αφορά οικογενειακές εκμεταλλεύσεις, ενώ η απασχόληση μόνιμου προσωπικού αφορά επιχειρηματικές εκμεταλλεύσεις.

Στη χώρα μας, ανάμεσα στις δύο απογραφές 1991 και 1999-2000, ο αριθμός των αγροτικών εκμεταλλεύσεων που χρησιμοποιεί μόνιμους εργάτες αυξήθηκε κατά 90,2% από 3.881 σε 7.381, παρά το γεγονός ότι την ίδια περίοδο το σύνολο των αγροτικών εκμεταλλεύσεων μειώθηκε κατά 5,5% από 861.623 σε 814.349. Ομως το ποσοστό της μόνιμης μισθωτής εργασίας το 1999-2000 στο σύνολο της μισθωτής εργασίας είναι πολύ μικρό 12,5%, όταν το αντίστοιχο μέσο κοινοτικό ποσοστό ήταν 60,5%, όπως επίσης πολύ μικρός είναι και ο αριθμός των αγροτικών εκμεταλλεύσεων που χρησιμοποιούν μόνιμη μισθωτή εργασία, μικρότερη του 1% του συνολικού αριθμού των αγροτικών εκμεταλλεύσεων.

Ο αριθμός των μόνιμων μισθωτών, παρά το γεγονός ότι αυξήθηκε σημαντικά μεταξύ των δύο απογραφών από 6.189 σε 10.607 άτομα, παραμένει μικρός και με δεδομένο το γεγονός ότι οι αγροτικές εκμεταλλεύσεις είναι διάσπαρτες γεωγραφικά και οι περισσότεροι από αυτούς είναι αλλοδαποί διαφόρων εθνικοτήτων, είναι πολύ δύσκολη η συνδικαλιστική τους οργάνωση.

Εξίσου δύσκολη είναι και η συνδικαλιστική οργάνωση των εποχιακών εργατών γης, οι οποίοι είναι περισσότεροι αριθμητικά, αλλά δε δουλεύουν στην ίδια γεωγραφική περιοχή κατά τη διάρκεια του έτους. Ορισμένοι από αυτούς έρχονται από γειτονικές χώρες κατά την περίοδο των εργασιών και μετά φεύγουν για τη χώρα τους. Πρέπει να επισημανθεί όμως ότι στους εποχιακούς εργαζόμενους, που στην απογραφή 1999-2000 ανέρχονται στα 1.352.073 άτομα, συμπεριλαμβάνονται ημεδαποί και αλλοδαποί που δουλεύουν έστω και μία ημέρα. Αυτοί που έχουν σημαντικό εισόδημα ή κύριο εισόδημα από τη μισθωτή εργασία σαν εργάτες γης, είναι πολύ λιγότεροι και στη συντριπτική τους πλειοψηφία αλλοδαποί.

Για τον υπολογισμό του ποσοστού του οικονομικά ενεργού αγροτικού πληθυσμού σε σχέση με το συνολικό οικονομικά ενεργό πληθυσμό της χώρας παίρνονται υπόψη οι αυτοαπασχολούμενοι και οι μισθωτοί που τον περισσότερο χρόνο εργασίας τον πραγματοποιούν σε αγροτικές δραστηριότητες.

Τα άτομα αυτά που καταγράφονται σαν αγροτική απασχόληση το 2002 ήταν 624.000, από τα οποία το 91,2% είχε πλήρη απασχόληση στη γεωργία και το 8,8% μερική, αλλά η γεωργική εργασία ήταν μεγαλύτερη από την εξωγεωργική.

Το 2002 το 38,7% των ατόμων αυτών ήταν μεγαλύτερα των 55 ετών, ενώ το 2001 το 37,7% ήταν μεγαλύτερο των 55 ετών, στοιχείο που δείχνει την ανεπάρκεια και αναποτελεσματικότητα των προγραμμάτων νέων αγροτών που δεν μπορούν να αποτρέψουν τη γήρανση του αγροτικού πληθυσμού.

 

ΑΚΑΘΑΡΙΣΤΕΣ ΓΕΩΡΓΙΚΕΣ ΕΠΕΝΔΥΣΕΙΣ   ΠΑΓΙΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ

Στη διάρκεια 1990-2000 οι ακαθάριστες γεωργικές επενδύσεις παγίου κεφαλαίου είχαν μια μέση ετήσια αύξηση σε σταθερές τιμές 3,4%, σε αντίθεση με την προηγούμενη δεκαετία του 1980, όπου τη δεύτερη πενταετία σε σχέση με την πρώτη είχαν μια μείωση κατά 28,7% (Πίνακας 5 και 6).

Η ανατροπή της αρνητικής πορείας της δεύτερης πενταετίας του 1980, που παρατηρήθηκε στη δεκαετία του 1990, δεν αύξησε την αγροτική παραγωγή και το καθαρό αγροτικό εισόδημα, επειδή η αύξηση των συνολικών επενδύσεων ήταν αποτέλεσμα της αύξησης των επενδύσεων του μηχανολογικού γεωργικού εξοπλισμού και όχι του κλασσικού αγροτικού κεφαλαίου (ζωικού και φυτικού) που συνέχισε να μειώνεται και μάλιστα με γρηγορότερους ρυθμούς (Πίνακας 7).

 

ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ ΤΗΣ ΚΑΠ

Με την ενδιάμεση αναθεώρηση της ΚΑΠ θα παραταθεί η στασιμότητα της αγροτικής οικονομίας και δεν αποκλείεται και συρρίκνωση. Θα επιταχυνθεί η συγκέντρωση της γης και της παραγωγής σε λίγους μεγαλοαγρότες - επιχειρηματίες και θα ενταθεί το ξεκλήρισμα των μικρομεσαίων αγροτών για τρεις βασικούς λόγους.

Ο πρώτος αφορά στις ποσοστώσεις που καθορίστηκαν μέχρι το 2013 με βάση το μέσο όρο της τριετίας 2000-2002, που και αυτές είχαν καθοριστεί με βάση το μέσο όρο της τριετίας 1990-1992. Δηλαδή ο όγκος της αγροτικής παραγωγής το 2013 στην καλύτερη περίπτωση αποφασίστηκε να είναι ο ίδιος με αυτόν του 1991. Κατά συνέπεια δεν μπορεί να γίνει λόγος για ανάπτυξη όταν με διοικητικά μέτρα και οικονομικές κυρώσεις αποφασίστηκε η αγροτική παραγωγή να καθηλωθεί στα επίπεδα του 1991. Γι’ αυτό λένε συνειδητά ψέματα οι πολιτικές δυνάμεις, που θεωρούν μονόδρομο την ΚΑΠ, όταν μιλάνε για ανάπτυξη της γεωργίας.

Ο δεύτερος αφορά στη στήριξη της γεωργίας που με την ενδιάμεση αναθεώρηση της ΚΑΠ μειώνεται σημαντικά, επειδή μέχρι και το 2013 όχι μόνο τα πραγματικά αλλά και τα ονομαστικά κονδύλια που δίνονται στα αγροτικά προϊόντα θα είναι μειωμένα σε σχέση με το μέσο όρο της τριετίας 2000-2002. Βέβαια η κυβέρνηση της ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ ισχυρίζονται ότι διασφάλισαν μέχρι το 2013 τα γεωργικά κονδύλια με βάση την τριετία 2000-2002. Ο ισχυρισμός όμως αυτός είναι αβάσιμος, επειδή εννοούν τα ονομαστικά και όχι τα πραγματικά (αποπληθωρισμένα) κονδύλια με βάση την τριετία 2000-2002 και επειδή αποκρύπτουν τη μείωση κατά 5% του ποσού των αποσυνδεδεμένων επιδοτήσεων που θα ξεπερνά τα 5000 Ευρώ/ αγροτική εκμετάλλευση, όπως επίσης και τις μειώσεις που συμφώνησαν σε ορισμένα προϊόντα, όπως στο σκληρό σιτάρι και στο ρύζι η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, στο βαμβάκι και στον καπνό η κυβέρνηση της ΝΔ.

Ο τρίτος αφορά στην αποσύνδεση μεγάλου ποσοστού των επιδοτήσεων (μεγαλύτερο του 60%) από την αγροτική παραγωγή και τη μετατροπή του σε κοινωνικό επίδομα. Η αποσύνδεση αυτή θα έχει σαν αποτέλεσμα τη συρρίκνωση της αγροτικής παραγωγής και την υποβάθμιση της ποιότητάς της με ολέθριες οικονομικές και κοινωνικές συνέπειες σε ολόκληρες περιοχές της χώρας, επειδή η παραγωγική αποδιάρθρωση του πρωτογενή τομέα θα επηρεάσει αρνητικά και τη μεταποίηση, αλλά και ολόκληρη την οικονομία περιοχών που στηρίζονται σε βασικά αγροτικά προϊόντα.

Η μείωση κατά 50% των επιδοτήσεων στον καπνό μετά το 2010 και η αποσύνδεση μεγάλου ποσοστού της επιδότησης από την παραγωγή θα έχει σαν αποτέλεσμα την κατάργηση της καπνοκαλλιέργειας με καταστροφικές συνέπειες σε ορισμένους νομούς της χώρας.

 

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

Ολα τα παραπάνω στοιχεία που περιγράφουν την κατάσταση, την εξέλιξη και την προοπτική της αγροτικής οικονομίας μπορούν να οδηγήσουν σε ορισμένα κοινωνικοπολιτικά συμπεράσματα.

Πρώτο: Η ανάπτυξη της ελληνικής γεωργίας είναι αδύνατη στα πλαίσια του κοινοτικού καταμερισμού εργασίας με τις ποσοστώσεις και τα πρόστιμα συνυπευθυνότητας. Οσες πολιτικές δυνάμεις υπόσχονται ανάπτυξη της αγροτικής οικονομίας στα πλαίσια της ΚΑΠ επειδή θα κάνουν καλύτερη διαχείριση, συνειδητά εξαπατούν τους αγρότες. Ανάπτυξη της αγροτικής οικονομίας σε όφελος του λαού και της μικρομεσαίας αγροτιάς προϋποθέτει ανυπακοή, σύγκρουση, ρήξη και αποδέσμευση από την ΕΕ.

Δεύτερο: Σταθερά και μεθοδικά στα χρόνια εφαρμογής της ΚΑΠ στη χώρα μας προωθείται η καπιταλιστικοποίηση της αγροτικής οικονομίας. Ομως παρά τις αλλαγές που έχουν γίνει, κυρίαρχο στοιχείο της ελληνικής γεωργίας και από αριθμητικής αλλά και από παραγωγικής πλευράς παραμένει ο μικρομεσαίος αγρότης, του οποίου η κατάσταση χρόνο με το χρόνο χειροτερεύει.

Τρίτο: Οι αναθεωρήσεις της ΚΑΠ μαζί με τη συμφωνία της ΓΚΑΤΤ και του ΠΟΕ επιταχύνουν τις διαδικασίες καπιταλιστικοποίησης και της ελληνικής γεωργίας με αρνητικές κοινωνικές συνέπειες, οι οποίες σ’ ένα βαθμό αντισταθμίζονται με τις επιδοτήσεις που με την ενδιάμεση αναθεώρηση αποσυνδέονται από την αγροτική παραγωγή σε μεγάλο ποσοστό και μετατρέπονται σε κοινωνικά επιδόματα.

Τέταρτο: Το υψηλό ποσοστό του αγροτικού πληθυσμού σε σχέση με άλλες χώρες της ΕΕ και η κοινωνική του σύνθεση ευνοεί αντικειμενικά τη συμμαχία του με την εργατική τάξη. Εμπόδια σ’ αυτή τη συμμαχία αποτελεί η γήρανση του αγροτικού πληθυσμού και οι επιδοτήσεις οι οποίες λειτουργούν πυροσβεστικά και αποπροσανατολιστικά.

Πέμπτο: Η μείωση της αγροτικής απασχόλησης και του ποσοστού του Ακαθάριστου Εγχώριου Γεωργικού Προϊόντος στο συνολικό ΑΕΠ δε θα πρέπει να υποβαθμίσει στην αντίληψή μας το γεγονός της στρατηγικής σημασίας της αγροτικής οικονομίας, η οποία παράγει στρατηγικής σημασίας προϊόντα και διασφαλίζει τη διατροφή του λαού μας.

Με βάση αυτά τα συμπεράσματα η πολιτική των κοινωνικών συμμαχιών της εργατικής τάξης με τα μικρομεσαία στρώματα της υπαίθρου και της πόλης που προωθεί το ΚΚΕ είναι επίκαιρη, όμως η σημασία της μειώνεται με την πάροδο του χρόνου, επειδή η αριθμητική μείωση της αγροτιάς στον καπιταλισμό αποτελεί αντικειμενική νομοτέλεια.

 

 ΠΙΝΑΚΕΣ

 

 

 

 

 

 

 

 


 

Ο Γιάννης Σφυρής είναι υπεύθυνος του Αγροτικού Τμήματος της ΚΕ του ΚΚΕ.