17ο Συνέδριο του ΚΚΕ - Προσυνεδριακός Διάλογος: Α. ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΣΜΟΙ ΚΑΙ ΣΧΟΛΙΑ ΣΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΤΩΝ ΘΕΣΕΩΝ

α) Η σύγχρονη δυσκολία του καπιταλιστικού συστήματος να αναπαράγει το κοινωνικό κεφάλαιο επιφέρει συνέπειες και στις δυνατότητες ιδεολογικής ενσωμάτωσης των εργαζομένων, τουλάχιστον στις σχετικά αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες: Στο παρελθόν η καπιταλιστική ανάπτυξη τροφοδότησε (και ως ένα βαθμό εγγυήθηκε) το «όνειρο» για διαμέρισμα με WC, ψυγείο, πλυντήριο, TV, αυτοκίνητο. Σήμερα η δεξαμενή του «ονείρου» μοιάζει να στερεύει. Η προοπτική ενός υπολογιστή ή κινητού 3ης γενιάς δεν αντισταθμίζει τα οικογενειακά χρέη, τον καθηλωμένο μισθό, το φάσμα και το αδιέξοδο της ανεργίας. Η «υπομονή» της αντιπαροχής του ’60 είχε αντίκρισμα. Η «υπομονή» της σημερινής αθηναϊκής θάλασσας πολυκατοικιών τι αντίκρισμα έχει; Κι η έλλειψή του σε τι προοπτική διεξόδου μπορεί να επενδυθεί;

β) Η εθνική-κρατική οργάνωση -όχι αντικειμενικά, αλλά στο πλαίσιο της στρατηγικής του κεφαλαίου- γίνεται εξάρτημα υπερεθνικών ή περιφερειακών οργανισμών. Και το γεγονός αυτό επιφέρει συγχύσεις ανάμεσα στον αντικειμενικό ρόλο έθνους-κράτους και στο ρόλο που του επιφυλάσσει η διεθνοποίηση του κεφαλαίου (η οποία στη σύγχρονη εποχή δεν μπορεί παρά να συντελείται με ιμπεριαλιστικούς όρους). Στο πλαίσιο π.χ. της ΕΕ (όπου κατοχυρώνεται και συνταγματικά η κατίσχυση των «περιφερειακών» θεσμών έναντι των εθνικών) αυτό που συμβαίνει είναι η ουσιαστική κυριαρχία των ισχυρότερων (συμμαχούντων ή όχι) εθνών κρατών πάνω στα λιγότερο ισχυρά. Κυριαρχία, όμως, που επικαλύπτεται από τον κοινό, «ίσο» για όλα τα κράτη, περιορισμό της εθνικής κυριαρχικής τους υπόστασης.

γ) Η ανάπτυξη των κινημάτων θα φτάσει να εκφράζει μια συνολική εναλλακτική πρόταση όταν αυτή η ίδια θα έχει καταστεί βίωμα, συνενώνοντας τον πολιτικό αυθορμητισμό του κινήματος με την πολιτική του συνείδηση.

δ) Η απουσία διάκρισης ανάμεσα σε πρωτογενή, δευτερογενή και τριτογενή τομέα της οικονομίας στο κεφάλαιο για την πορεία της ελληνικής οικονομίας και απασχόλησης, δυσκολεύει την εξαγωγή γενικών συμπερασμάτων για την πραγματική της εικόνα.

Γνώμη μου είναι ότι ο τριτογενής τομέας «παράγει» οικονομική αξία, με την έννοια ότι η τελική αξία κάθε προϊόντος (ως μέτρο εργασίας που ενσωματώνει) δεν μπορεί να εκτιμηθεί στην έξοδό του από την αλυσίδα της βιομηχανικής παραγωγής (στην αποθήκη του εργοστασίου), αλλά στην έξοδό του από την αλυσίδα της γενικής οικονομικής παραγωγής (δηλαδή στο ράφι του καταστήματος της λιανικής), με την παρεμβολή δηλαδή και του τριτογενούς τομέα. Όμως οι κοινωνικοί πόροι που απαιτούνται για την τριτογενή παραγωγή «πληρώνονται» σε τελική ανάλυση με το υλικό προϊόν που παράγεται από την πρωτογενή και δευτερογενή παραγωγή. Ετσι, αν ανάπτυξη του τριτογενούς τομέα δεν στηρίζεται στην καθαυτό παραγωγική οικονομική βάση (ή συντελείται σε βάρος της), είναι στρεβλή οικονομική ανάπτυξη με μεσοπρόθεσμες ή μακροπρόθεσμες συνέπειες σε βάρος των λαϊκών αναγκών. (Και φυσικά άλλο η βιομηχανική οργάνωση της παραγωγής υπηρεσιών και άλλο η βιομηχανία ως ο δευτερογενής παραγωγικός τομέας της οικονομίας. Οι υπηρεσίες δεν εντάσσονται στη βιομηχανία λόγω της βιομηχανικής οργάνωσης της παραγωγής τους).

Σχετικά με τη χρήση του ΑΕΠ σαν δείκτη της οικονομίας, με τα κριτήρια που το συνθέτουν, νομίζω ότι προκαλεί παραμόρφωση της πραγματικής της εικόνας: Εντάσσονται, για παράδειγμα στο ΑΕΠ τα χρηματικά ποσά, που όντας αποταμιευμένα στις καταθέσεις των τραπεζικών ταμιευτηρίων (χωρίς έτσι να προσμετρούνται στο ΑΕΠ), μετατράπηκαν με την απόσπασή τους μέσω του χρηματιστηρίου σε «τζίρο» των χρηματιστικών επιχειρήσεων; Αυτή η απόσπαση και μετατροπή τους σε «ΑΕΠ» προκαλεί το παράδοξο φαινόμενο ο κόσμος που μόλις έχασε την χρηματική τους περιουσία να εμφανίζεται με αυξημένο το κατά κεφαλήν του εισόδημα; Η αύξηση της τιμής των καταναλωτικών αγαθών επιφέρει αντίστοιχη αύξηση του ΑΕΠ (και του κατά κεφαλήν εισοδήματος), ενώ στην πραγματικότητα πρόκειται για αντίστοιχη μείωση του λαϊκού εισοδήματος; Αυτά είναι ερωτήματα από κάποιον με ελλιπείς γνώσεις, όμως νομίζω ότι το θέμα «ΑΕΠ» χρειάζεται «αποκρυπτογράφηση».

Επ’ ευκαιρία των οικονομικών ζητημάτων και γνωρίζοντας την κεντρική θέση της συζήτησης για την εννοιολογική ύπαρξη ή ανυπαρξία σοσιαλιστικής πολιτικής οικονομίας, παραθέτω το παρακάτω απόσπασμα:

«Ο αγώνας για το νομοθετικό περιορισμό των ωρών εργασίας γινόταν όλο και πιο άγριος, όσο, ανεξάρτητα από την απληστία της τρομαγμένης αστικής τάξης, εκδήλωνε στην πραγματικότητα τη μεγάλη έριδα ανάμεσα στην τυφλή κυριαρχία των νόμων της προσφοράς και της ζήτησης, που αποτελούν την πολιτική οικονομία της αστικής τάξης και στον έλεγχο της κοινωνικής παραγωγής από την κοινωνική πρόνοια, που αποτελεί την πολιτική οικονομία της εργατικής τάξης. Γι’ αυτό, το νομοσχέδιο για το δεκάωρο δεν ήταν μόνο μια μεγάλη πρακτική επιτυχία, ήταν μια νίκη αρχών. Για πρώτη φορά η πολιτική οικονομία της αστικής τάξης υπόκυπτε μέρα μεσημέρι στην πολιτική οικονομία της εργατικής τάξης»[1].

ε) Η χρήση της λέξης «αναδιάρθρωση» (σε εργασιακές σχέσεις, παιδεία, υγεία, τοπική αυτοδιοίκηση κλπ.) συγκαλύπτει την έννοια της αποδιάρθρωσης. Της αποδιάρθρωσης με τα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά, που απαιτεί η κυριαρχία της ελεύθερης (μονοπωλιακής) αγοράς σε όλη την έκταση της κοινωνικής ζωής. Που απαιτεί, επίσης, η κυριαρχία του υποταγμένου στις επιταγές της ελεύθερης αγοράς εθνικού και ευρωενωσιακού κρατικοδιοικητικού πλέγματος.

στ) Αναδιάρθρωση την αναδιάρθρωση οι ΟΤΑ μετατρέπονται σε διοικητικά εξαρτήματα του αστικού κράτους, σε ιμάντα άμεσης προώθησης και εφαρμογής επιλογών της ΕΕ (μέσω και κοινοτικών κονδυλίων, που τελικά αυτά κι όχι οι τοπικές ανάγκες προσδιορίζουν σε μεγάλο βαθμό την κατεύθυνση των δραστηριοτήτων τους). Από την άποψη αυτή είναι ζήτημα, τι περιθώρια δράσης έχει μια προοδευτική δημοτική αρχή εντός των θεσμικών πλαισίων των ΟΤΑ.

ζ) Η θέση για τη μετακίνηση σε κλαδικές ΟΒ των εργαζομένων ΚΝΙτών της συνοικίας δεν πρέπει να οδηγεί σε υποτίμηση του γεγονότος, ότι στη συνοικία επικεντρώνονται σε μεγάλο βαθμό σχέσεις του ελεύθερου χρόνου και σφυρηλατούνται ευρύτεροι κοινωνικοί (πολιτικοί, ιδεολογικοί, πολιτιστικοί, μετωπικοί) δεσμοί (ανεξάρτητα από τη συζήτηση για το περιεχόμενό τους και την ικανότητα ή δυνατότητα ενοποίησης διαφορετικών «οπτικών γωνιών» σε μια κατεύθυνση).

η) Το κυριολεκτικό νόημα της «ελεγχόμενης αυτομόρφωσης», για την οποία γίνεται λόγος στις Θέσεις, δεν μπορεί να γίνει ακριβώς αντιληπτό. Είναι τελείως διαφορετικό πράγμα η ανάγκη να συντελείται η αυτομόρφωση με ταυτόχρονη συνεχή, συλλογική προσπάθεια εμβάθυνσης στον ιστορικό-διαλεκτικό υλισμό και να κατατίθεται το «προϊόν» της αυτομόρφωσης στη διαδικασία της συλλογικής συζήτησης, επεξεργασίας.

θ) «… θα συμβάλλει στην πάλη για μια διαφορετικά ενωμένη Ευρώπη…».

Η φράση αυτή συνιστά αοριστία και (σαν τέτοια) ιδεολογική υποχώρηση από τον υπάρχοντα βαθμό επεξεργασίας σχετικών θέσεων του ΚΚΕ. Επίσης -χωρίς πρόθεση υπερβολής- αποτελεί «σπόρο» για ολόκληρο ιδεολογικο-πολιτικό δογματικό σύστημα που μπορεί να φυτρώσει από αυτήν. Με άλλα λόγια, για ένα «σύστημα», που αφήνει περιθώρια ύψωσης τεχνητών φραγμών στην ανάπτυξη της ταξικής πάλης, όταν αυτή θα στοχεύει μεν αντικειμενικά στη «διαφορετικότητα», αλλά όμως λόγω επίσης αντικειμενικών συνθηκών η «διαφορετικότητα» που μπορεί να κατακτηθεί, θα διακυβεύει την «ένωση», και πιθανόν να έρχεται σε μερική ή πλήρη ρήξη με την άμεση προοπτική της (ή ακόμη και με την «ενωμένη Ευρώπη» -όχι μεν τη «διαφορετική» αλλά σίγουρα την «ενωμένη»- ως υπάρχουσα κατάσταση).

Επίσης για πιο λόγο, αν όχι για υπόκλιση στην κυρίαρχη ιδεολογία της «μεγάλης» ευρωπαϊκής ιδέας, υιοθετείται το τεχνητό πλαίσιο της έστω «διαφορετικά» ενωμένης Ευρώπης, και δεν γίνεται λόγος -αν ένας τέτοιος «οραματικός» λόγος απαιτείται εν είδει «διεθνιστικής» απολογίας- για μια διαφορετικού τύπου (σε όλο το πλέγμα των κοινωνικών και διακρατικών σχέσεων) αντιιμπεριαλιστική, σοσιαλιστική ένωση των λαών (ευρωπαϊκών και όχι ευρωπαϊκών), που μπορεί να προέλθει μόνο από τον αγώνα κάθε λαού και όλων μαζί για την ανατροπή των σχέσεων της ιμπεριαλιστικής καταπίεσης και της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης; Και που η συγκεκριμένη μορφή της θα προέλθει από τον πραγματικό βαθμό υλοποίησης των στόχων αυτής της πάλης, κατά τρόπο που σήμερα δεν μπορεί να προδιαγραφεί;

 

ΓΥΡΩ ΑΠΟ ΘΕΜΑΤΑ ΤΟΥ ΠΡΟΣΥΝΕΔΡΙΑΚΟΥ ΔΙΑΛΟΓΟΥ

Στον προσυνεδριακό διάλογο τέθηκε το θέμα αποκατάστασης του Ν. Ζαχαριάδη και το θέμα αποκήρυξης του 20ού συνεδρίου του ΚΚΣΕ. Δεν είναι εύκολο να καταπιάνεται κανείς με τέτοια μεγάλα ιστορικά και πολιτικά θέματα. Όμως θα ήθελα να διατυπώσω ορισμένες σκέψεις:

α) Κατ’ αρχήν δε νομίζω ότι τα ζητήματα της ιστορίας του κομμουνιστικού κινήματος λύνονται με μεταγενέστερες πράξεις αποκατάστασης προσώπων (όσο και αν αυτές έχουν την αξία τους) είτε αποκήρυξης προηγούμενων αποφάσεων, όση και όποια σημασία και αν είχαν αυτές όταν πάρθηκαν. Δεν μπορεί κανείς να γυρίσει πίσω και να διορθώσει λάθη που εκ των υστέρων ανακάλυψε. Αυτά διορθώνονται μόνο με την πορεία μπροστά, αν διαμορφώνει πραγματικές συνθήκες, που αποτρέπουν την επανάληψη λαθών, είτε «αυτούσιων» είτε «κατ’ αναλογία».

β) Από αυτή την άποψη δε θα ήθελα να φαντάζομαι, ότι ο Ζαχαριάδης, ο Βελουχιώτης και τόσες άλλες μορφές του κομμουνιστικού, λαϊκού κινήματος έχουν, εκεί που ζουν, μέλημα ή αγωνία τους, αν το ΚΚΕ θα πάρει το 2005 την «ιστορική» απόφαση αποκατάστασής τους. Θέλω να φαντάζομαι, ότι έχουν μέλημα και αγωνία τους την πραγματική πορεία του κομμουνιστικού, λαϊκού κινήματος η οποία μπορεί να είναι τέτοια ή αλλιώτικη ανεξάρτητα από την αποκατάσταση ή όχι.

γ) Σε ό,τι αφορά το 20ό συνέδριο του ΚΚΣΕ: Είναι νομίζω γεγονός, ότι το 20ό σήμανε στροφή προς το δεξιό οπορτουνισμό. Νομίζω όμως, επίσης, ότι το 20ό είχε κληθεί να απαντήσει σε σειρά από σημαντικά ζητήματα που είχαν αναδειχθεί στην κομματική, πολιτική, οικονομική, κοινωνική ζωή της ΕΣΣΔ. Τι θα σήμαινε μια απόφαση «αποκήρυξής» του σήμερα; Και ποια ικανότητα θα μπορούσε να έχει σήμερα το συνέδριο του ΚΚΕ, ώστε να αποφανθεί όχι μόνο για το λαθεμένο της απάντησης που δόθηκε στα τότε ερωτήματα, αλλά και για τη σωστή απάντηση που θα έπρεπε να είχε δοθεί σε αυτά.

Το «20ό» δεν έπεσε από τον ουρανό. Προήλθε σαν αποτέλεσμα της προηγούμενης ιστορίας του ΚΚΣΕ και της ΕΣΣΔ.

Μπορεί η «αποκήρυξη» να απαντήσει στο ερώτημα, ποιες συνθήκες και μέθοδοι (ακόμη και στο πλαίσιο της «εσωκομματικής πάλης») έφεραν στις ηγετικές κομματικές και κρατικές θέσεις (πριν ακόμα από το 20ό) τα στελέχη που πρωτοστάτησαν σε αυτό;

Μπορεί η «αποκήρυξη» να θέσει τους δημοκρατικούς όρους της δικτατορίας του προλεταριάτου, που θα εξαλείφουν τον καταμερισμό εργασίας ανάμεσα σε διευθύνοντες και διευθυνόμενους, αντί να τον παγιώνουν;

Και είναι αυτά ζήτημα απόφασης συνεδρίου ή ζήτημα ιστορικής, θεωρητικής μελέτης και, κυρίως, πράξης;

δ) Με αφορμή αυτά, παραθέτω το παρακάτω απόσπασμα που θεωρώ θεμελιακό για την ερμηνεία της ιστορίας του σοσιαλισμού, αλλά και για το περιεχόμενο της λαϊκής οικονομίας και εξουσίας:

«Η ιδιοκτησία του κράτους στις παραγωγικές δυνάμεις δεν αποτελεί λύση της σύγκρουσης, ωστόσο κλείνει μέσα της το τυπικό μέσο, τον τρόπο για να πλησιάσουμε στη λύση.

Η λύση αυτή μπορεί να βρίσκεται μονάχα στο περιστατικό, πώς αναγνωρίζεται η κοινωνική φύση στις σύγχρονες παραγωγικές δυνάμεις, πώς, κατά συνέπεια, ο τρόπος της παραγωγής, της ιδιοποίησης και της ανταλλαγής έχει εναρμονιστεί με τον κοινωνικό χαρακτήρα των παραγωγικών μέσων και αυτό δεν μπορεί να γίνει παρά μόνο όταν η κοινωνία πάρει, ανοιχτά και δίχως περιστροφές, στην κατοχή της τις παραγωγικές δυνάμεις, που έγιναν πολύ μεγάλες για κάθε άλλη διεύθυνση εκτός από τη δική της»[2].

Κατά τη γνώμη μου, αυτή η φράση υποδηλώνει και τις δυνατές «περιστροφές» (συνεταιρισμοί, αμοιβή σύμφωνα με την εργασία κλπ.) για την κοινωνική «κατοχή» των παραγωγικών δυνάμεων, των «μικρότερων από τις σύγχρονες». Να σημειώσω επίσης, ότι ο καπιταλισμός δεν καταργεί «διοικητικά» τη μικρή ιδιοκτησία στο όνομα της «νομοτελειακής εξαφάνισής» της. Ο δε σοσιαλισμός, εντάσσοντας τη μικρή ιδιοκτησία στους κανόνες της σοσιαλιστικής οικονομίας, δημιουργεί εντελώς διαφορετικούς όρους εκδήλωσης αυτών των νομοτελειών:

«Ποια είναι λοιπόν η στάση μας απέναντι στη μικρή αγροτιά; Και πως θα της φερθούμε τη μέρα που θα πάρουμε την κρατική εξουσία;

Πρώτο, είναι χωρίς άλλο σωστή η θέση του γαλλικού προγράμματος, ότι εμείς προβλέπουμε τον αναπόφευκτο αφανισμό του μικροχωρικού, αλλά δεν είμαστε καθόλου υποχρεωμένοι να τον επιταχύνουμε με επεμβάσεις από μέρους μας.

Και δεύτερο, είναι εξίσου φανερό ότι, όταν θα ‘χουμε την κρατική εξουσία, δε θα μπορούμε ούτε καν να σκεφτούμε ν’ απαλλοτριώσουμε βίαια τους μικροχωρικούς (αδιάφορο αν με ή χωρίς αποζημίωση), όπως θα είμαστε υποχρεωμένοι να το κάνουμε με τους μεγαλοτσιφλικάδες. Το καθήκον μας απέναντι στο μικροχωρικό είναι πριν απ’ όλα να περάσουμε το ατομικό νοικοκυριό του και την ατομική του ιδιοκτησία σε συνεταιριστική ιδιοκτησία όχι με τη βία, αλλά με το παράδειγμα και την παροχή κοινωνικής βοήθειας γι’ αυτό το σκοπό. Και εδώ έχουμε βέβαια αρκετά μέσα για να βάλουμε στο μικροχωρικό σαν προοπτική πλεονεκτήματα που από τώρα κιόλας πρέπει να του είναι κατανοητά»[3].

(Και -με αφορμή μια σχετική θέση που εκφράστηκε στον προσυνεδριακό διάλογο- ένα κύριο κριτήριο γύρω από το ιδιοκτησιακό πλαίσιο τυπογραφείων, ΜΜΕ κλπ. πρέπει να είναι η εξασφάλιση των προϋποθέσεων που δεν περιορίζουν αλλά με εμπιστοσύνη αναδεικνύουν τις δυνατότητες της ανεμπόδιστης διακίνησης και αντιπαράθεσης των ιδεών).



[1] Κ. Μαρξ: «Από την ιδρυτική διακήρυξη της Διεθνούς Ενωσης Εργατών», συλλογή Μαρξ-Ενγκελς. «Για το ρεφορμισμό», «Σύγχρονη Εποχή».

[2] Φ. Ενγκελς: «Ουτοπικός και επιστημονικός σοσιαλισμός», «Θεμέλιο».

[3] Φρίντριχ Ενγκελς: Από «Το αγροτικό ζήτημα στη Γαλλία». Συλλογή Μαρξ-Ενγκελς. «Για το ρεφορμισμό», «Σύγχρονη Εποχή».