17ο Συνέδριο του ΚΚΕ - Προσυνεδριακός Διάλογος: ΙΣΧΥΡΟ ΚΚΕ

Αρκετά σημεία στις Θέσεις για το 17ο Συνέδριο καταλαμβάνουν τα ζητήματα ανώτατης εκπαίδευσης, έρευνας, επιστημόνων, διανοουμένων και νεολαίας, γιατί σήμερα, πολύ περισσότερο, αλληλοσυμπλέκονται ζητήματα πολιτικής, οικονομίας, Ευρωπαϊκής Ενωσης κλπ. και έχει αυξηθεί ο όγκος των πληροφοριών, της ταχύτητας στη διακίνηση ιδεών, δημοσιευμάτων, μελετών κ.ά.

Η μελέτη και αποκάλυψη της συνεχώς μεταβαλλόμενης και πολύπλοκης πραγματικότητας, όσο και αν αυτή φωτίζεται και καλύπτεται αρκετά από τη γενικότερη Μαρξιστική - Λενινιστική θεωρία και τις αποφάσεις Συνεδρίων και οργάνων (Κεντρική Επιτροπή), χρειάζεται να εμπλουτισθεί με σύγχρονες επεξεργασίες και μελέτες προκειμένου, αφενός να αντιμετωπισθεί αυτή η πολυπλοκότητα και αφετέρου να καλυφθεί το κενό προηγούμενων χρονικών περιόδων.

Ο συλλογικός χώρος (πέραν των άλλων) από τον οποίο, κατά τη γνώμη μου, θα προκύψουν αυτές οι επεξεργασίες είναι αυτός των Πανεπιστημίων και των Ερευνητικών Κέντρων.

Οι αυξημένες απαιτήσεις που έχει ο μονοπωλιακός καπιταλισμός στη χώρα μας από αυτόν το χώρο, φαίνεται από τη στενή σύνδεση μερίδας φοιτητών, καθηγητών, ερευνητών, διοικητικών υπαλλήλων και συστήματος που συγκροτούν μια ιδιότυπη ελίτ με πρόσβαση σε ηγετικές θέσεις του συστήματος (τράπεζες, επιχειρήσεις και κόμματα των μονοπωλίων).

Χρειάζεται να διαδοθεί η ιδεολογία μας στην εργατική τάξη και αυτό θα επιτευχθεί γρηγορότερα, όσο ο επιστημονικός σοσιαλισμός θα «μπαίνει» στα Πανεπιστήμια, στα ΤΕΙ και στα Ερευνητικά κέντρα, όσο θα κατακτούν έδαφος οι επιστημονικές μέθοδοι μελέτης των κοινωνικών φαινομένων.

Οσο αυτό θα γίνεται, τόσο περισσότερο θα προετοιμάζεται η νέα γενιά κομμουνιστών διανοητών και επιστημόνων που θα μελετάει το πώς θα αλλάξει αυτή τη κοινωνία και θα στελεχώσει, μαζί με την εργατική τάξη και τους συμμάχους της, τη νέα σοσιαλιστική κοινωνία και τους κρατικούς μηχανισμούς της.

Το κύρος και η απήχηση που έχουν οι άνθρωποι της επιστήμης στη χώρα μας εξακολουθεί να είναι υψηλό, παρά την απαξίωση της εκπαίδευσης από τον καπιταλισμό.

Από τη φύση του χώρου αυτού, οι συσπειρώσεις και οι διαδικασίες συγκρότησης του Μετώπου παίρνουν χαρακτήρα οξυμένης ιδεολογικής αντιπαράθεσης και θα πρέπει να οδηγούν στη συζήτηση για το σοσιαλισμό. Ιδιαίτερα ο χώρος των προοδευτικών πανεπιστημιακών και ερευνητών διανοουμένων μπορεί να συμβάλει σήμερα στην αποκάλυψη των επιπτώσεων του ξεπουλήματος της λαϊκής περιουσίας, ανορθολογικών θεωριών κλπ., να βοηθήσει στην προσπάθεια να καλύπτεται συνεχώς το βιβλιογραφικό κενό με σύγχρονες επιστημονικές προσεγγίσεις και μεταφράσεις έργων μαρξιστών συγγραφέων, καθώς και στον παραπέρα εμπλουτισμό των διεκδικήσεων εκ μέρους του λαού. Μεγάλη συμβολή επίσης μπορεί να έχουν στην έρευνα και στη συζήτηση για τις αιτίες των ανατροπών του σοσιαλισμού που γνωρίσαμε, γιατί τα αρχεία και στοιχεία, στις πρώην σοσιαλιστικές χώρες, καταστρέφονται, λεηλατούνται ή γίνονται δύσκολα προσβάσιμα.

Καίριο και κύριο ζήτημα σε ΑΕΙ, ΤΕΙ και Ερευνητικά Κέντρα είναι το εξής: Η γνώση και η έρευνα υπάρχουν μόνο στο «εποικοδόμημα»; Ή, λόγω των χαρακτηριστικών του ελληνικού μονοπωλιακού καπιταλισμού και της διείσδυσης των μονοπωλίων σε αυτούς τους χώρους, υφίστανται νέα φαινόμενα ενσωμάτωσής τους στη «βάση» της οικονομίας; Για παράδειγμα πανεπιστημιακά τμήματα σαν της Φαρμακευτικής, του Πολυτεχνείου (έρευνα για λογαριασμό βιομηχανιών), ή το Ερευνητικό Κέντρο «Δημόκριτος», τα θεωρούμε απλά αναπαραγωγή της αστικής ιδεολογίας ή μέρος της παραγωγικής διαδικασίας; Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα, θα καθορίσει το Μέτωπο, την τακτική και στρατηγική μας σε ΑΕΙ-ΤΕΙ-Ερευνητικά Κέντρα.

Η βασική δυσκολία που προκύπτει, στη πράξη, (σε ΑΕΙ, ΤΕΙ και Ερευνητικά Κέντρα) είναι: Πώς προτείνεις «σήμερα» λύσεις και προτάσεις για ζητήματα της καθημερινότητας, που όμως σε καθιστούν διακριτό πόλο αντίστασης, σε οδηγούν ρηξικέλευθα και επαναστατικά στο «αύριο»; Πώς, δηλαδή, αντιστέκεσαι στην καθημερινή πίεση για «ρεαλιστικές προτάσεις εδώ και τώρα» που σε οδηγεί σε ενσωμάτωση και συμβιβασμό στη σημερινή, δύσκολη, πραγματικότητα;

Ενα παράδειγμα.

Αρκετές φορές έχει υπάρξει η συζήτηση για το «πώς θα μπει ο Μαρξ στα πανεπιστήμια». Είναι αλήθεια ότι η αστική επιστήμη και ο διαλεκτικός και ιστορικός υλισμός είναι ανειρήνευτοι εχθροί. Ομως, η αντιεπιστημονική διαγραφή του μαρξισμού από τα προγράμματα σπουδών, οδηγεί σε απαξίωση ακόμα και αυτό το «αστικό» πτυχίο, που έτσι δεν έχει ολόπλευρη και ολοκληρωμένη εικόνα για ιστορικά, οικονομικά και φιλοσοφικά ρεύματα του 20ου αιώνα. Από την άλλη, ένα ή δύο μαθήματα, πιθανόν και επιλογής, δημιουργούν μια ψευδαίσθηση διδασκαλίας του επιστημονικού σοσιαλισμού στα πανεπιστήμια.

Ομως, υπάρχει και ο αντίλογος. Κατά πόσο πρέπει να αρθρώνουμε προτάσεις στα πλαίσια του συστήματος, που όμως βοηθούν κάποιους να μας προσεγγίσουν, αντικρούοντας στην πράξη την κατηγορία ότι είμαστε μόνο κόμμα καταγγελίας και περιμένουμε να λυθούν όλα στον σοσιαλισμό; Για παράδειγμα, πρέπει να υπάρχουν προτάσεις στα πανεπιστήμια για έλεγχο των επιτροπών ερευνών, ή στα ερευνητικά κέντρα για αύξηση της χρηματοδότησης, που δεν αλλάζουν όμως τις καπιταλιστικές σχέσεις; Ιδιαίτερα σε χώρους, όπως στα πανεπιστήμια, υπάρχει ο κίνδυνος να κατανοηθεί η έννοια των συσπειρώσεων και του Μετώπου μόνο σε κινήσεις τακτικής, όπως η εξεύρεση πρυτανικών σχημάτων για υπερψήφιση, ή υποστήριξη προέδρων τμημάτων. Ετσι σήμερα, που το «προοδευτικό» αστικό μοντέλο του πανεπιστημίου έχει εξαφανιστεί και η όποια αυτονομία των πανεπιστημίων δεν υφίσταται (κατευθυνόμενη έρευνα, διασύνδεση με μονοπώλια) η αμυντική προβολή αιτημάτων μοιάζει να είναι ξεπερασμένη.

Το μείζον θέμα είναι: τι απόψεις προβάλλουμε; Πατάνε στην καθημερινότητα; Ενσωματώνονται στο σύστημα ή είναι ρηξικέλευθες και δένονται με την στρατηγική μας; Σχετικό είναι και το ζήτημα της στάσης του κομματικού μέλους στην μίζερη, ασφυκτική αστική καθημερινότητα. Σπίτι, δουλειά, παιδιά και νοικοκυριό περικλείουν ασφυκτικά και περιορίζουν την κομματική συμμετοχή, ιδιαίτερα των γυναικών. Από την άλλη, δημιουργείται ένας διαχωρισμός ανάμεσα στην κομματική ιδιότητα και στην καθημερινότητα. Ακόμα πρέπει να αντιπαλεύεται η ιδεολογική και πολιτική τρομοκρατία στην εξέλιξη των καθηγητών και ερευνητών, στους διοικητικούς υπαλλήλους και στην ελευθερία σκέψης των φοιτητών που προκαλεί φαινόμενα απογοήτευσης και αποστράτευσης.

Η αυξημένη απαιτητικότητα για ανεβασμένη συμμετοχή των κομματικών μελών συνυπάρχει με την απαίτηση για συνεπή συμπεριφορά στην εργασία του καθενός και στις οικογενειακές και κοινωνικές υποχρεώσεις.

Η στάση των καθηγητών στα ΑΕΙ και ΤΕΙ, των ερευνητών, των διοικητικών υπαλλήλων (σαν μεγαλύτερων σε ηλικία) και των φοιτητών και σπουδαστών, είναι κομβικής σημασίας. Ζητήματα συμπεριφοράς υπαλλήλων, συμμετοχής μελών ΔΕΠ σε ερευνητικά ή μεταπτυχιακά προγράμματα, στάσης φοιτητών απέναντι σε ζητήματα σπουδών, όπως και η συνεχής και οργανωμένη παρέμβαση σε θέματα εκλογής και εξέλιξης μελών ΔΕΠ είναι ζητήματα με τα οποία πρέπει να αρχίσουμε να ασχολούμαστε. Η δική μας στάση και πολιτική να αναδεικνύει αξίες και στάση ζωής που σε άλλους χώρους (ιδιωτικές επιχειρήσεις) λογίζονται παρωχημένες και αντιπαραγωγικές. Αυτές είναι το ήθος, η τιμιότητα, η ανιδιοτελής εξυπηρέτηση του κοινωνικού συνόλου κ.ά.

Είναι απαραίτητο η δουλειά μας σε αυτό το χώρο να μην περιορίζεται σε υπογραφές στήριξης, προσκλήσεις σε εκδηλώσεις ή συνέδρια και συμμετοχή ορισμένων καθηγητών πανεπιστημίου ή ερευνητών σε ψηφοδέλτια, αλλά να μετουσιωθεί σε ουσιαστική δουλειά που είναι σύμφυτη με το αντικείμενό τους.

Ορισμένες σκέψεις και προτάσεις:

Α) Στον ιδεολογικό τομέα δεν υπάρχει μόνο η διδασκαλία αλλά και η έρευνα. Οχι για να καλύπτει εκ των υστέρων ιδεολογικά τις αποφάσεις, αλλά με πραγματικά επιστημονικά κριτήρια να συγκεντρώνει στοιχεία, έτσι ώστε να εξετάζονται όλες οι πλευρές πριν αποφασίσουν τα όργανα. Η κεντρική Κομματική Σχολή πρέπει να αποκτήσει και τέτοια χαρακτηριστικά (έρευνα, εργασίες κλπ.).

Να αξιοποιηθούν καθηγητές ΑΕΙ-ΤΕΙ σε διαλέξεις, μαθήματα σε κομματικές σχολές, σειρά εκπομπών σαν είδος εκπαιδευτικής τηλεόρασης στον 902 κλπ. (π.χ. πολιτική οικονομία).

Η αναφορά στις θέσεις σε «ανάδειξη κομμουνιστών μαρξιστών επιστημόνων» (σελ. 59) να συνδεθεί με την ανάγκη κατάκτησης και αφομοίωσης τόσο της αστικής γνώσης όσο και της μαρξιστικής. Ακόμα και τα μεγαλύτερα σε ηλικία κομματικά μέλη μπορούν να αξιοποιήσουν κατακτήσεις του συνδικαλιστικού κινήματος (π.χ. εκπαιδευτική άδεια) για συνέχιση των σπουδών τους (είτε σε προπτυχιακό, είτε σε μεταπτυχιακό επίπεδο) προς όφελος του Κόμματος. Επίσης θα μπορούσαν στελέχη του Κόμματος, να παρακολουθούν μαθήματα σαν επισκέπτες σε πανεπιστήμια.

Να εξεταστεί η επανέκδοση τίτλων (πολιτικά, οικονομικά, φιλοσοφικά) της Σύγχρονης Εποχής 1974 - 1985 ή και άλλων εκδοτικών οίκων. Επίσης, έκδοση διδακτορικών διατριβών που παρουσιάζουν ενδιαφέρον. Να υπάρξουν μεταφράσεις όχι μόνο ντοκουμέντων 1920 - 1930 αλλά και έργων της περιόδου 1950 έως 1980.

Β) Το ΚΜΕ πρέπει να μπει στις πανεπιστημιακές αίθουσες. Να αποτελέσει βήμα για συνεύρεση φοιτητών, καθηγητών και άλλων από διάφορους χώρους (π.χ. σωματεία), όπως και από το χώρο των ερευνητικών κέντρων. Η αποσαφήνιση, επομένως, του ρόλου του ΚΜΕ είναι ζήτημα πρώτης προτεραιότητας. Είναι ερευνητικό κέντρο του Κόμματος; Μαρξιστικός Ομιλος; Φυτώριο νέων και βήμα παλιότερων μαρξιστών επιστημόνων; Βήμα παρουσίασης εργασιών μεταπτυχιακών και διδακτορικών φοιτητών; Κάποιο από τα παραπάνω; Ολα αυτά; Κάτι άλλο;

Γ) Να αξιοποιηθεί η σύγχρονη τεχνολογία, γιατί διευκολύνει την πολιτική μας επαφή, ιδιαίτερα στο χώρο των ΑΕΙ - ΤΕΙ - Ερευνητικών Κέντρων. Κάτι σχετικά απλό είναι να πραγματοποιούνται εκδηλώσεις του Κόμματος σε πανεπιστημιακές αίθουσες. Για παράδειγμα η διεθνής συνάντηση των Κομμουνιστικών κομμάτων αντί για την αίθουσα της ΚΟΑ θα μπορούσε να διεξαχθεί σε αίθουσα του Πολυτεχνείου και με τηλεδιάσκεψη σε 1 ή 2 άλλα πανεπιστήμια (Θεσ/κη και Κρήτη ή Πάτρα). Αυτό βοηθάει την προσβασιμότητα σε μερίδα των διδασκόντων και των φοιτητών, είτε επειδή γίνεται στο χώρο τους, είτε με την αξιοποίηση της τηλεδιάσκεψης με ταυτόχρονη μετάδοση σε άλλες αίθουσες, σε άλλες πόλεις. Να υπάρχουν υπολογιστές και διαδίκτυο στις μεγαλύτερες οργανώσεις, ανταλλαγή κειμένων για ιδεολογικά θέματα, «εξ αποστάσεως» ιδεολογικά μαθήματα κλπ. Οι Θέσεις θα μπορούσαν να είναι και στο διαδίκτυο με συμπλήρωμα στατιστικούς πίνακες, άρθρα κλπ. που να ισχυροποιούν τα συμπεράσματα που υπάρχουν σε αυτές. Είναι αναγκαία η αναβάθμιση και ενίσχυση του τμήματος Παιδείας, η διεύρυνσή του σε «Τμήμα Παιδείας και Ερευνας», η στενή συνεργασία του με κοινοβουλευτική και ευρωκοινοβουλευτική ομάδα και με τμήματα της ΚΕ (όπως της τοπικής αυτοδιοίκησης που έχει σχέση με τα περιφερειακά ΑΕΙ και ΤΕΙ). Ακόμα η μεγάλη διασπορά ΑΕΙ-ΤΕΙ, υποχρεώνει και τις Νομαρχιακές Επιτροπές να ασχοληθούν με θέματα ανώτατης εκπαίδευσης.

Δ) Αρκετές μελέτες πραγματοποιούνται με πληθώρα σοβαρών στοιχείων τα οποία μπορούν να αξιοποιηθούν από εμάς, όμως τα συμπεράσματα και η μεθοδολογία τους είναι μη επιστημονικά. Απαιτούνται μελέτες από άτομα και δυνάμεις που να δέχονται το Κόμμα έστω και αν δεν συμφωνούν πλήρως με τις ιδέες μας, και θα εκπονούνται μαζί με φορείς και πρόσωπα του ταξικού κινήματος (π.χ. συνδικάτο οικοδόμων). Να γίνονται εκδηλώσεις σωματείων, όπου φοιτητές και καθηγητές θα παρουσιάζουν εργασίες για συγκεκριμένα θέματα (μετανάστες, ποιότητα ζωής) ταινίες με ανάλυση και συζήτηση κ.ά. βράβευση μαθητών και φοιτητών από σωματεία με συγκεκριμένη απόδοση στα μαθήματα και εκδρομές σε τόπους με αρχαιολογικό και ιστορικό, κοινωνικό ενδιαφέρον με παρουσίαση και ξενάγηση από ειδικούς.

Ε) Χρειάζεται οργανωμένη και συνεχής παρέμβαση στους επί πτυχίω φοιτητές μέλη της ΚΝΕ για συνέχιση σε μεταπτυχιακό επίπεδο, σε τομείς και θεματολογία που ενδιαφέρει το Κόμμα. Να υπάρχει ενημέρωση και βοήθεια από το Κόμμα για τις εργασίες που εκπονούνται στο πτυχίο, στα μεταπτυχιακά (μάστερ) και στα διδακτορικά.

ΣΤ) Να εξεταστεί η χρησιμότητα (σαν ένθετο στην ΚΟΜΕΠ) της αναβίωσης του (παλιού 1980-1983) εσωκομματικού δελτίου για ανταλλαγή πείρας.

Ζ) Να εξεταστεί, σταδιακά, η μετατροπή των Θεμάτων Παιδείας σε πολυπεριοδικό (παιδείας, έρευνας, τοπικής αυτοδιοίκησης, τέχνης, πολιτισμού, ελεύθερου χρόνου κλπ.).

Η) Ο χώρος της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης αποτελεί δεξαμενή για τις επιτροπές της ΚΕ και της ΚΟΑ, όχι μόνο με τις πάσης φύσεως μελέτες και εργασίες αλλά και για τη στελέχωσή τους.

Θ) Στο Ριζοσπάστη χρειάζεται ορισμένες σελίδες του να μεγαλώσουν (να υπάρχουν και να αυξηθούν οι βιβλιοκριτικές, η τηλεοπτική ενημέρωση, οι συνεργασίες κ.ά.). Να έχει περισσότερες ειδήσεις. Να μην θεωρείται δεδομένο ότι κάποιος θα αγοράσει και μια άλλη εφημερίδα ή θα δει τηλεόραση για περισσότερη ενημέρωση. Για παράδειγμα, ορισμένα άρθρα στο Ριζοσπάστη, έχουν γραφεί σαν να είναι δεδομένο ότι έχει διαβασθεί η συγκεκριμένη αστική εφημερίδα, ή απουσιάζουν ειδήσεις για τις οποίες υπάρχουν αναφορές σε κανάλια κλπ. Να υπάρχουν προτάσεις για άρθρα που βρίσκονται στο διαδίκτυο, μαρξιστικών sites.

Ο 902 (τηλεόραση και ραδιόφωνο) να αποκτήσουν τακτική εκπομπή παιδείας και έρευνας και να μην αναπαράγουν την αστική προπαγάνδα (π.χ. εκπαιδευτική τηλεόραση του Υπουργείου Παιδείας).

Η συμμετοχή και αντίκρουση, μέσω του αστικού τύπου, απόψεων κλπ. είναι επιβεβλημένη. Π.χ. οι απόψεις Κλάδη-Πανούση για την αναθεώρηση του νόμου-πλαισίου για την ανώτατη εκπαίδευση, έπρεπε να τύχουν της απάντησής μας.

Ι) Με πρωτοβουλία του Κόμματος, μετά τη Συνδιάσκεψη για την Παιδεία, να υπάρξει επιστημονικό συνέδριο (είτε σε ελληνικό είτε και διεθνές επίπεδο) για την παιδεία.

Στο χώρο των Πανεπιστημίων, των ΤΕΙ και των Ερευνητικών Κέντρων, μπορεί να υπάρξει ενεργότερη συστράτευση σήμερα με την εργατική τάξη, με το λαό και το Κόμμα για να υπάρξει αύριο μια άλλη, σοσιαλιστική πατρίδα.

Είμαι βέβαιος ότι το 17ο Συνέδριο θα αποτελέσει άλμα στην ανοδική πορεία του Κόμματος. Θα κάνει πράξη, για άλλη μια φορά, την προτροπή για τόλμη, πάντα τόλμη, μόνο τόλμη. Θα συμβάλει στην ισχυροποίηση του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας για το Λαό και την Λαϊκή Συμμαχία, για τη σοσιαλιστική Ελλάδα.



Αχτίδα ΑΕΙ-ΤΕΙ-Ερευνας της ΚΟΑ.