17ο Συνέδριο του ΚΚΕ - Προσυνεδριακός Διάλογος: ΝΑ ΤΕΛΕΙΩΝΟΥΜΕ ΜΕ ΤΗΝ ΑΥΤΟΚΡΙΤΙΚΗ ΧΑΡΑΚΙΡΙ

Τελευταία, στα κείμενά του το κόμμα, και στις Θέσεις για το 17ο Συνέδριο -Θ12- χρησιμοποιείται ο όρος: «εκμετάλλευση της μισθωτής εργασίας» ή για «εκμετάλλευση της εργατικής τάξης».

Τη θέση αυτή την έχουμε σε σοβαρότατα κείμενα όπως είναι το «ΙΔΕΟΛΟΓΙΚΑ ΖΗΤΗΜΑΤΑ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΤΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ», ΠΓ της ΚΕ, ΚΟΜΕΠ 2/2002, αλλά και σε διάφορα ιδεολογικά άρθρα στο «Ρ».

Προς το τέλος της Θ - 10 του 17ου Συνεδρίου, διαβάζουμε: «…Η ένταση της εκμετάλλευσης με τη δυσμενή διευθέτηση του συνολικού χρόνου της μισθωτής εργασίας και της πληρωμής της…».

Κατά την άποψή μου είναι λάθος τόσο θεωρητικό όσο και πρακτικό και προτείνω ν’ απαλειφθεί τουλάχιστον από τις Θέσεις του 17ου Συνεδρίου.

Ο ΜΑΡΞ σε ολόκληρο το έργο του κεντράρει στο ζήτημα της εργασίας, ιδιαίτερα δε, στη μορφή που αυτή παίρνει στον καπιταλισμό: στη μισθωτή εργασία: «…Αυτό λοιπόν που χαρακτηρίζει την αστική εποχή είναι ότι η εργατική δύναμη αποκτάει για τον ίδιο τον εργάτη τη μορφή εμπορεύματος που του ανήκει, και η εργασία του αποκτάει επομένως τη μορφή της μισθωτής εργασίας.

Από την άλλη μεριά, μόνο από τη στιγμή αυτή γενικεύεται η εμπορευματική μορφή των προϊόντων εργασίας…»[1].

Αυτό που χαρακτηρίζει τον καπιταλισμό δεν είναι η κυκλοφορία των παραγόμενων προϊόντων, ούτε η κυκλοφορία του χρήματος, ούτε η αγοραπωλησία των δούλων, που για αιώνες υπήρχαν, ούτε το γεγονός των τεράστιων περιοχών με τους χιλιάδες καλλιεργητές γης που άλλαξαν αφέντη στη στιγμή.

«…Το χαρακτηριστικό δεν είναι ότι το εμπόρευμα εργατική δύναμη πουλιέται και αγοράζεται, αλλά ότι η εργατική δύναμη εμφανίζεται ως εμπόρευμα…»[2].

Νομίζω ότι εδώ ο ΜΑΡΞ είναι τόσο καθαρός που δεν επιδέχεται διαφορετικής ερμηνείας, μόνο παρερμηνείας.

Ο όρος «μισθωτή εργασία» αλλά και αυτός της «εργατικής τάξης» είναι όροι οικονομικοί και προσδιορίζουν το τελευταίο εκμεταλλευτικό σύστημα το καπιταλιστικό.

Η εργατική τάξη μόνο εκμεταλλευόμενη τάξη μπορεί να είναι και τίποτε άλλο, όπου και αν πηγαίνει η υπεραξία που παράγει, αυτοκαταργείται καταργώντας την τελευταία ταξική κοινωνία, γιατί στο σοσιαλισμό δεν υπάρχει «εργατική τάξη», ούτε «εκμετάλλευση», ούτε «μισθωτή εργασία».

Ο όρος «εκμετάλλευση της μισθωτής εργασίας» είναι αυτοαναιρούμενος όρος μια και σημαίνει: «εκμετάλλευση της εκμετάλλευσης»!

Αρα, συνθήματα όπως π.χ. «ΟΧΙ ΣΤΗΝ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΗ ΤΗΣ ΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΤΑΞΗΣ» ή «ΟΧΙ ΣΤΗΝ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΗ ΤΗΣ ΜΙΣΘΩΤΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ» που εμφανίζονται σε εκδηλώσεις της εργατικής τάξης, δεν ανταποκρίνονται σε αυτή την ίδια την αντικειμενική πραγματικότητα - είναι εκτός πραγματικότητας!

Η εκτίμηση μου σύντροφοι -και δε χρειάζεται να είμαι μέλος του κόμματος για να αισθάνομαι σύντροφος- είναι ότι σοβαρά ζητήματα δεν μπορούν να αναλυθούν, να συζητηθούν, να οριστικοποιηθούν κάτω από την πίεση που αντικειμενικά ασκούν θέσεις -σκοτσέζικο ντουζ- όπως π.χ. η Θέση 18, του 17ου Συνεδρίου: «…Να έλθει το κόμμα στη μεγαλύτερη δυνατή αντιστοιχία με το χαρακτήρα και την αποστολή του ως επαναστατικό κομμουνιστικό κόμμα…», θέση που ως εδώ με ικανοποιεί απόλυτα αλλά που στη συνέχεια. Αυτό «…στις δοσμένες συνθήκες που διαμόρφωσε η νίκη της αντεπανάστασης και η στρατηγική των καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων…», θέση που ουσιαστικά καταστρέφει την παραπάνω και που φέρνει στο μυαλό μου τη μαρξική διαπίστωση ότι:

«…Βλέπουν στην αθλιότητα μονάχα την αθλιότητα, χωρίς να βλέπουν σ’ αυτή την επαναστατική, την ανατρεπτική πλευρά που θ’ ανατρέψει την παλιά κοινωνία…»[3].

Επιτέλους, γιατί μια «λανθασμένη» ιστορική εκτίμηση του παρελθόντος να πρέπει, σήμερα, να μας κρατά αλυσοδεμένους στο βράχο σαν τον Προμηθέα, τιμωρημένους και εκτεθειμένους στον ταξικό εχθρό, επειδή τολμήσαμε και δείξαμε το δρόμο για να σωθεί η ανθρωπότητα από τον αφανισμό που την απειλεί;

Για το αν υπάρχει πραγματικά μια τέτοια «λανθασμένη» εκτίμηση μπορούμε να το δούμε αρκεί ν’ απαντήσουμε στα παρακάτω ερωτήματα:

Κατά πόσο βρισκόμαστε σε αντιστοιχία με την πραγματικότητα όταν μιλάμε για «σοσιαλιστική επανάσταση», όταν η ίδια η εργατική τάξη παραμένει εργατική τάξη; Δηλαδή…

Κατά πόσο η κοινωνία που συνεχίζει να παράγει υπεραξία μπορεί να ονομαστεί «σοσιαλιστική»;

Κατά πόσο οι θέσεις του ίδιου του Λένιν, π.χ. στο 11ο Συνέδριο του ΚΚΡ (μπ), που έγινε το 1922 αλλά και στο άρθρο «ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΜΑΣ» του 1923, ότι πρώτος στόχος του κόμματος και των Σοβιέτ είναι η δημιουργία της οικονομικής βάσης, που πάνω της θα στηριχθεί η οικοδόμηση του σοσιαλισμού, μέσω της ανάπτυξης του καπιταλισμού, ιδιαίτερα του κρατικού καπιταλισμού, κατά πόσο, λοιπόν, είναι σωστές αυτές οι θέσεις;

Το ζήτημα είναι αν και κατά πόσο δημιουργήθηκε αυτή η υλική βάση που είναι προϋπόθεση της οικοδόμησης του σοσιαλισμού από τη Σοβιετική Ρωσία.

Ο Στάλιν στο έργο του: «ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΣΤΗΝ ΕΣΣΔ» του 1951 διαπιστώνει τη λειτουργία του Νόμου της Αξίας στην Αγορά και ας τη θεωρεί ελεγχόμενη και περιορισμένη.

Τα μέτρα που πρότειναν τότε στο Στάλιν οι σύντροφοι στο ΠΓ δεν τα δέχτηκε λόγω της σίγουρης απελευθέρωσης του Νόμου της Αξίας και της πλήρους καθιέρωσης της οικονομίας της αγοράς.

Μέτρα που αμέσως μετά το θάνατό του, τα πήραν με τα γνωστά αποτελέσματα όχι στη βάση των εκτιμήσεων του 21ου και 22ου Συνεδρίου του ΚΚΣΕ, αλλά στη βάση της πλήρους παλινόρθωσης του καπιταλισμού στη Ρωσία.

Οταν, λοιπόν, έχουμε να δούμε τέτοιου είδους ζητήματα το να μιλάμε για «νίκη της αντεπανάστασης» είναι στην ουσία μια προβολή της «παντοδυναμίας της αντεπανάστασης» σε βάρος της «αδυναμίας της κοινωνικής επανάστασης», ένα κάποιο ψυχολογικό σάβανο που σκεπάζει τα πάντα.

Γι’ αυτό προτείνω αγωνιωδώς σύντροφοι, ν’ απαλειφθεί από παντού ο όρος «νίκης της αντεπανάστασης» και στη θέση του να μπει ο σωστός χαρακτηρισμός της ίδιας της Θ-19, ότι ήταν «η πρώτη απόπειρα σοσιαλιστικής οικοδόμησης της ανθρωπότητας», μπορεί ανεπιτυχής, που όμως πρόλαβε και έθεσε το ζήτημα της παραπέρα ανάπτυξης της ανθρωπότητας σε αρμονία με τη φύση της, και που θα φωτίζει από εδώ και πέρα και θα δείχνει το δρόμο της κοινωνικής επανάστασης.

Εδώ, δεν επιβεβαιώνεται μόνο η Ρόζα Λούξεμπουργκ αλλά και ΜΑΡΞ: «Αν στην κοινωνία, έτσι όπως είναι σήμερα (δηλαδή την ημέρα της επανάστασης- σημ. Β.Δ.), δε βρίσκαμε κρυμμένους τους υλικούς όρους παραγωγής και τις αντίστοιχες συναλλακτικές σχέσεις για μια αταξική κοινωνία, τότε όλες οι απόπειρες για την ανατροπή θα ήταν δονκιχωτισμός…» (Groundrisse).

Και αυτό γιατί:

«…Ενας κοινωνικός σχηματισμός ποτέ δεν εξαφανίζεται προτού αναπτυχθούν όλες οι παραγωγικές δυνάμεις, που μπορεί να χωρέσει, και νέες ανώτερες παραγωγικές σχέσεις ποτέ δεν εμφανίζονται, προτού ωριμάσουν οι υλικοί όροι της ύπαρξή τους, μέσα στους κόλπους της ίδιας της παλιάς κοινωνίας… οι παραγωγικές δυνάμεις όμως που αναπτύσσονται στους κόλπους της αστικής κοινωνίας δημιουργούν ταυτόχρονα τους υλικούς όρους για τη λύση αυτού του ανταγωνισμού…»[4].

Με τη νίκη της πραγματικής κοινωνικής επανάστασης, αυτή τη φορά, δεν μπορεί να υπάρξει κανένα κοινωνικό κομμάτι, που θα μπορούσε να πάει κόντρα στην επανάσταση γιατί στην κοινωνική επανάσταση δεν υπάρχει επαναστατικό υποκείμενο, η εργατική τάξη τώρα, είναι υποκείμενο και αντικείμενο μαζί στην ιστορική της αποστολή.

Αλλά και εξωτερική αντεπανάσταση δεν μπορεί να υπάρξει γιατί δε θα προλάβει μια και η ακτινοβολία της επανάστασης αυτής θα λειτουργήσει άμεσα ως ντόμινο και θα παρασύρει τα πάντα στο δρόμο της.

Γι’ αυτό, το ξαναλέω, ας αφαιρέσουμε τον όρο «νίκη της αντεπανάστασης». Εκτός των άλλων δημιουργεί και λάθος συνειρμούς σε βάρος της υπόθεσής μας.

Τελειώνοντας, για ποια «στρατηγική των καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων» μιλάμε; Αυτές οι αναδιαρθρώσεις είναι στρατηγικές;

Σε κάθε περίπτωση, και αν ακόμη έχει περιθώρια στρατηγικών επιλογών το σύστημα, ποιος μπορεί να είναι ο χαρακτήρας τους;

Εκείνο που είναι βέβαιο είναι το γεγονός ότι ο καπιταλισμός σήμερα συντηρείται μόνο και μόνο επειδή επαναστατικοποιεί συνεχώς τα μέσα παραγωγής μια και ενσωμάτωσε πλήρως τη επιστήμη και την τεχνολογία στην οργανική σύνθεση του κεφαλαίου του. Ομως…

«…Στο μέτρο που αναπτύσσεται η μεγάλη βιομηχανία, η δημιουργία του πραγματικού πλούτου ολοένα και λιγότερο εξαρτιέται από το χρόνο εργασίας και την ποσότητα καταβλημένης εργασίας, ολοένα περισσότερο από τη δύναμη των υλικών παραγόντων που κινητοποιούνται στη διάρκεια του εργάσιμου χρόνου και η δύναμη αυτή… εξαρτιέται από τη γενική κατάσταση της επιστήμης και την πρόοδο της τεχνολογίας δηλαδή λόγω της εφαρμογής αυτής της επιστήμης στην παραγωγή…

Από τη στιγμή που η εργασία στην άμεση μορφή της παύει να αποτελεί τη μεγάλη πηγή του πλούτου, παύει -αναγκαστικά- ο χρόνος εργασίας να είναι το μέτρο πλούτου…

Το ίδιο το κεφάλαιο είναι η κινούμενη αντίφαση: Προσπαθεί να περιορίσει το χρόνο εργασίας στο ελάχιστο, ενώ από την άλλη μεριά, θέτει το χρόνο εργασίας σαν μοναδικό μέτρο και πηγή του πλούτου…»[5].

Στη βάση αυτή έχουμε σε εξέλιξη δύο ταυτόχρονες περιπτώσεις: από τη μια η εντυπωσιακή αύξηση της παραγωγικότητας που πετυχαίνεται μέσω της πλήρους -πλέον- αυτοματοποίησης της παραγωγικής διαδικασίας έχει σαν άμεσο αποτέλεσμα να οδηγείται όλο και μεγαλύτερη μερίδα εργαζομένων εκτός εργασίας:μόνιμη ανεργία.

Από πού θα προέλθει η καταναλωτική ζήτηση για τα νέα προϊόντα και υπηρεσίες όταν και ο λεγόμενος τρίτος κόσμος δεν μπορεί να παίξει το ρόλο του καταναλωτή σύγχρονων προϊόντων;

Από την άλλη μεριά, το κομμάτι εκείνο του κεφαλαίου που δεν έχει ακόμη αυτοματοποιηθεί, για να αντεπεξέλθει στον ανταγωνισμό και στην αισθητή πτώση του ποσοστού του κέρδους αναγκάζεται ν’ αναζητά τρόπους-αναδιάρθρωσης κάθε μορφής - μείωσης του κόστους παραγωγής.

Ενας από τους τρόπους που χρησιμοποιεί τελευταία είναι το λεγόμενο outsourcing - η εξαγωγή θέσεων εργασίας, η αναζήτηση φτηνών εργατικών χεριών παντού στον κόσμο και στην Ελλάδα και από την Ελλάδα.

Η γενικότερη στρατηγική του κεφαλαίου: «ανάκαμψη χωρίς αύξηση της απασχόλησης», το περιβόητο «jobless recovery» απέτυχε παταγωδώς λόγω της τεράστιας αύξησης της ανεργίας και όχι μόνο αυτό.

Σε αυτό το επίπεδο ωρίμανσης των καθοριστικών αντιφάσεων του καπιταλισμού το να έχουμε ως θέση τις «στρατηγικές» του, αν μη τι άλλο τουλάχιστον διασπούν την προσοχή μας από το κυρίαρχο και προσανατολιζόμαστε στο επιμέρους.

Είναι πέρα από κάθε αμφισβήτηση το γεγονός ότι ο καπιταλισμός άρχισε να πριονίζει το κλαδί που πάνω του κάθεται.

Τα ίδια τα χαρακτηριστικά της δομικής ανεργίας θα έπρεπε να μας κάνουν να σταματήσουμε στην ανεργία να βλέπουμε μόνο την εξαθλίωση της ανεργίας και όχι την επαναστατική της πλευρά: την κατάργηση της μισθωτής εργασίας.

«…Μια ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, που θα λιγόστευε τον απόλυτο αριθμό των εργατών, δηλαδή που στην πράξη θα έκανε ικανό όλο το έθνος να πραγματοποιεί σε μικρότερο χρονικό διάστημα τη συλλογική παραγωγή θα προκαλούσε επανάσταση, γιατί θα άφηνε χωρίς απασχόληση την πλειοψηφία του πληθυσμού…

Εν μέρει η σύγκρουση αυτή εκδηλώνεται με περιοδικές κρίσεις που προκύπτουν από το γεγονός ότι γίνεται περιττό πότε το ένα και πότε το άλλο μέρος του εργατικού πληθυσμού στον παλιό τρόπο απασχόλησής του.

Το όριο της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής είναι ο πλεονάζων χρόνος των εργατών. Ο απόλυτος πλεονάζων χρόνος που κερδίζει η κοινωνία δεν ενδιαφέρει την κεφαλαιοκρατική παραγωγή.

Η ανάπτυξη της παραγωγικής δύναμης έχει σημασία για την κεφαλαιοκρατική παραγωγή μόνο εφόσον αυξάνει το χρόνο υπερεργασίας της εργατικής τάξης και όχι γιατί μειώνει γενικά το χρόνο εργασίας για την υλική παραγωγή. Ετσι η κεφαλαιοκρατική παραγωγή κινείται μέσα σε αντιφάσεις…»[6].

Κάθε ενέργεια, κάθε λειτουργία του καπιταλισμού σήμερα έρχεται και επιβεβαιώνει το ΜΑΡΞ και στο γράμμα και στο πνεύμα του. Επιβεβαίωση που δεν επιδέχεται διαφορετικής ερμηνείας.

Μήπως ήρθε η ώρα σύντροφοι, αντί το συντηρητικό σύνθημα: «ΘΕΛΟΥΜΕ ΔΟΥΛΕΙΑ ΚΑΙ ΟΧΙ ΑΝΕΡΓΙΑ», να υιοθετήσουμε το επαναστατικό: «ΚΑΤΑΡΓΗΣΗ ΤΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ ΤΗΣ ΜΙΣΘΩΤΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ»;

Σε κάθε περίπτωση, το κόμμα έχει σφαιρικότερη αντίληψη της πραγματικότητας.

Εγώ εύχομαι την καλύτερη δυνατή αντιστοιχία του Συνεδρίου με αυτή την πραγματικότητα.



[1] «Το Κεφάλαιο», τ. Ι.

[2] Μαρξ: «Το Κεφάλαιο», τ. ΙΙ.

[3] «Η αθλιότητα της Φιλοσοφίας».

[4] «Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας».

[5] Μαρξ: Grundrisse.

[6] Μαρξ: «Το Κεφάλαιο», τ. ΙΙΙ.