17ο Συνέδριο του ΚΚΕ - Προσυνεδριακός Διάλογος: O ΣΥΓΧΡΟΝΟΣ «ΙΑΝΟΣ» ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑΣ

 ΜΙΑ ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΠΟΤΙΜΗΣΗ ΤΩΝ «ΘΕΣΕΩΝ» ΤΟΥ ΚΚΕ ΓΙΑ ΤΟ 17ο ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΤΟΥ (ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ 2005)

 Το ΚΚΕ στην τελευταία περίοδο που διαμεσολάβησε από το 14ο Συνέδριό του (1991) μέχρι το επικείμενο 17ο Συνέδριό του (Φεβρουάριος 2005), που χαρακτηρίζεται από τις επεξεργασίες των «Θέσεών» του ως περίοδος «ανασυγκρότησης και ισχυροποίησης», κατέγραψε ως αριστερό λαϊκό κόμμα ένα σύνολο προωθητικών τομών σε διαφοροποιημένα επίπεδα, που μεταξύ των άλλων αφορούν:

Πρώτα απ’ όλα την μαζική και πολιτική του ανάπτυξη σ’ ολόκληρη τη 10ετία του 1990 και στο πρώτο μισό της τρέχουσας 10ετίας, που σε γενικές γραμμές έφτασε στον διπλασιασμό της εκλογικής και οργανωτικής εμβέλειας και καταγραφής (από τις βουλευτικές εκλογές του 1993 μέχρι εκείνες του Μαρτίου 2004). Κατά δεύτερο το γεγονός ότι οι παραδοσιακές πολιτικές θέσεις που ιστορικά χαρακτήρισαν το ΚΚΕ και κυρίως η λογική της «εξάρτησης» και της «αυτοδύναμης ανάπτυξης» της εθνικής (κεφαλαιοκρατικής) οικονομίας, έδωσαν προοδευτικά τη θέση τους στην υιοθέτηση μιας στάσης περισσότερο αντικαπιταλιστικής αντιμετώπισης της εξέλιξης του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού. Κατά τρίτο, συνέβαλε καθοριστικά με τις ταξικές εργατικές δυνάμεις της κοινωνικής του αναφοράς στην ανάδειξη του σχηματισμού του ΠΑΜΕ και του ταυτόχρονου διαχωρισμού του από την συναινετική πλειοψηφία του θεσμικού εργοδοτικού συνδικαλισμού, με την παράλληλη αντιπολιτευτική του παρέμβαση στα θεσμικά πλαίσια του εργατικού κινήματος, ως διακριτού ταξικού εργατικού πόλου. Τέλος, οι πολιτικές και κοινωνικές δυνάμεις του ΚΚΕ ανέδειξαν σ’ ολόκληρη την τελευταία 15ετία της νεοφιλελεύθερης κυβερνητικής διαχείρισης μια αριστερή λαϊκή αντιπολιτευτική στάση απέναντι σ’ όλα τα επίπεδα των καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων και «εκσυγχρονισμών».

Αυτά, μεταξύ άλλων, τα χαρακτηριστικά που αποτύπωσε το ΚΚΕ στην τελευταία περίοδο το προσδιορίζουν ως μια δυναμική πλειοψηφική σχηματοποίηση της ελληνικής Αριστεράς. Ωστόσο, παρ’ όλα αυτά, το σύγχρονο ΚΚΕ και οι κοινωνικές του παρατάξεις αδυνατούν να διαδραματίσουν έναν ρόλο επαρκή και καταλυτικό στους υπάρχοντες ταξικούς συσχετισμούς των δυνάμεων, να κλονίσουν το νεοφιλελεύθερο κοινοβουλευτικό δικομματισμό, να επιφέρουν μιαν ορισμένη αποτελεσματικότητα στην κίνηση του λαϊκού εργατικού κινήματος. Ετσι λ.χ. ενώ προάγει ένα διεκδικητικό πλαίσιο που να ανταποκρίνεται «στις σύγχρονες ανάγκες της εργατικής οικογένειας», εντούτοις το ίδιο διαπιστώνει την αδυναμία προαγωγής του και οι εργατικές συνδικαλιστικές του δυνάμεις καταλήγουν να συνομολογούν ΣΣΕ και στην περίπτωση εργατικών Ομοσπονδιών όπου πλειοψηφούν που αντιγράφουν τις ΕΓΣΣΕ της «κοινωνικής ειρήνης και συναίνεσης» της ΓΣΕΕ. Εξίσου αναδεικνύει σε ύψιστο στόχο της πολιτικής του παρέμβασης και δραστηριότητας την «ισχυροποίηση» του ίδιου του εαυτού του, στο μέτρο που θεμελιακή αρχή της οποιασδήποτε μορφής αριστερής εργατικής πολιτικής είναι η αντικειμενική υπηρέτηση του λαϊκού εργατικού κινήματος.

Τι συμβαίνει τελικά και οι προωθητικές τομές που έχει πραγματοποιήσει το ΚΚΕ στην τελευταία περίοδο αδυνατούν να τροφοδοτήσουν την προοπτική ενός διευρυμένου και αποτελεσματικού του ρόλου στις κοινωνικούς συσχετισμούς των δυνάμεων; Η εργατικότητα και ο αντικαπιταλισμός συνυπάρχουν με τη διαταξικότητα και τον «δημοκρατικό προοδευτισμό» μέσα σε μια υβριδική κοινωνικο-πολιτική υπόσταση όπου η ηγεμονία στους κόλπους του και συνεπακόλουθα στις πολιτικές του εκφάνσεις ασκείται από τις δεύτερες πάνω στις πρώτες, με αποτέλεσμα οι εργατικές αντικαπιταλιστικές του διαστάσεις να ηγεμονεύονται καταλυτικά και να επικυριαρχούνται ασφυκτικά από τις παραδοσιακές μικροαστικές διαταξικές του διαστάσεις και αναφορές στον «δημοκρατικό προοδευτισμό».

Η αφετηρία αυτών των αντιφάσεων και στρεβλώσεων του ΚΚΕ εντοπίζεται στη διαταξικότητα της κοινωνικής του σύνθεσης και των πολιτικών του αναφορών, όπου τον ηγεμονικό ρόλο πολιτικής κυριαρχίας στους κόλπους του και στην πολιτική του γραμμή διαδραματίζουν τα μικρομεσαία κοινωνικά στρώματα έναντι των μερίδων των λαϊκών εργατικών στρωμάτων. Αυτό πρωτίστως αντανακλάται στην ίδια του την πολιτική στρατηγική του «αντιμονοπωλιακού μετώπου» το οποίο προσλαμβάνει χαρακτηριστικά επιδίωξης συσπείρωσης του συνόλου των «λαϊκών» (μη-μονοπωλιακών) κοινωνικών δυνάμεων πέραν των μονοπωλιακών πολυεθνικών ομίλων, σε μια προοπτική «λαϊκής εξουσίας» και συνακόλουθα «λαϊκής οικονομίας». Μ’ αυτή την έννοια η εργατική τάξη ωθείται από τις πολιτικές κατευθύνσεις του ΚΚΕ στην πάγια επιδίωξη της κοινωνικής συμμαχίας με τα μικροαστικά και μικρομεσαία στρώματα, αντί της ανάπτυξης της αυτοτελούς ταξικής της δυναμικής έναντι της καπιταλιστικής εργοδοσίας.

Κι’ από την άλλη πλευρά εξ αιτίας αυτού του γεγονότος (παραδοσιακή μικροαστική ηγεμονία επί των εκπροσωπουμένων εργατικών συμφερόντων) πραγματώνεται η «μετατόπιση» του πεδίου αντιπολιτευτικής αντιπαλότητας του ΚΚΕ από την επιχειρηματική εργοδοσία, από τις καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής, στην αντίθεση στη «χούφτα» των μονοπωλίων, των οποίων επιδιώκεται ο «περιορισμός της ασυδοσίας». Είναι εξαιρετικά χαρακτηριστική και διαφωτιστική ταυτόχρονα η πολιτική πρακτική του ΚΚΕ, για να πάρουμε ένα και μόνον παράδειγμα, στο χώρο του σύγχρονου κατασκευαστικού καπιταλισμού που έχει εισέλθει σήμερα σε μια σημαντική κρίση με ένα σύνολο θεσμικών αναδιαρθρώσεων: Το ΚΚΕ συντάσσεται πολιτικά και κοινωνικά με το μικρομεσαίο εργοληπτικό κεφάλαιο, τις μικρομεσαίες κατασκευαστικές επιχειρήσεις έναντι της κυριαρχίας των κατασκευαστικών «μονοπωλίων» (τεχνικές εταιρίες Ζ΄ και ΣΤ΄ Τάξης), και επιδιώκει να εξασφαλίσει ζωτικό χώρο καπιταλιστικής αναπαραγωγής για το μικρομεσαίο τεχνικό κεφάλαιο που «πλήττεται» από τους «μονοπωλιακούς» εργοληπτικούς ομίλους.

Και βέβαια αυτή η «αντιμονοπωλιακή» (από την αντικαπιταλιστική κατεύθυνση) εκτροπή συμπληρώνεται αναγκαστικά με τον «αντιμπεριαλιστικό» χαρακτήρα της λαϊκής μετωπικής πολιτικής του στρατηγικής που για το ΚΚΕ αντιπροσωπεύει εξίσου «λυδία λίθο» της ιδεολογικής και πολιτικής του υπόστασης. Κι’ αυτό μάλιστα όταν το ίδιο αναγκάζεται να αναγνωρίσει στο επίπεδο των οικονομικών του αναλύσεων ότι ο σύγχρονος ελληνικός καπιταλισμός εμφανίζει μια έντονη οικονομική επέκταση όχι μόνον στα πλαίσια της ενιαίας ευρωπαϊκής αγοράς, αλλά εξίσου στο βαλκανικό γεωοικονομικό χώρο. Παρ’ όλα αυτά το ΚΚΕ ορίζει την πολιτική του ως «αντιμπεριαλιστική» μονοδιάστατα έναντι του αμερικανικού και ευρωπαϊκού ιμπεριαλισμού, από θέσεις προάσπισης του «ελληνικού εθνικού πατριωτισμού», πράγμα που έχει καίρια επίπτωση, επιφέροντας τη μικροαστική στρέβλωση της πολιτικής του στάσης προσδιορίζοντας τον «ιμπεριαλισμό» ως ένα «εξωτερικό» (έναντι του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού) φαινόμενο, δηλαδή «μετατοπίζοντας» το πεδίο της ταξικής διαπάλης στο «διεθνές υπερπέραν», κι’ έτσι στην πλήρη του εξουδετέρωση και την αφαίμαξή του από κάθε ταξικό κοινωνικό περιεχόμενο και αναφορά.

Παράλληλα το ΚΚΕ τόσο με τις σημερινές του «Θέσεις» όσο και με τις μέχρι τώρα αναπτύξεις και πρακτικές του, αναφέρεται στην «επικαιρότητα» του σοσιαλισμού ως απάντησης στο νεοφιλελεύθερο κοινωνικό όλεθρο που έχει προκληθεί στην εργατική τάξη σ’ όλα τα επίπεδα. Παρ’ όλα αυτά το κυρίαρχο τοποθετείται στην σοσιαλιστική αναφορά και άρα στο συγκεκριμένο περιεχόμενο που της προσδίδεται, δηλαδή στο γενικευμένο χαρακτήρα εργατικής χειραφέτησης που την προσδιορίζει (κοινωνική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής, εργατική λαϊκή διαχείριση της κοινωνικής παραγωγής και της συνολικής οικονομικής ρύθμισης, οριζόντιος καταμερισμός εργασίας, καθολική πολυτεχνική πανεπιστημιακή εκπαίδευση των εργαζομένων, χειραφέτηση των ερωτικών διαπροσωπικών σχέσεων και ξεπέρασμα του αστικού οικογενειακού θεσμού κλπ.). Το ζήτημα ωστόσο είναι ότι το ΚΚΕ προχωρεί ευθέως και χωρίς περιστροφές στην πλήρη ταύτιση αυτής της προοπτικής σοσιαλιστικού μετασχηματισμού και οικοδόμησης με το «ανατολικό κοινωνικό πρότυπο». Ετσι, προβάλλει ως περιεχόμενο και «πλεονεκτήματα» του ανατολικού αυτού «προτύπου» (που ιστορικά έχει καταβαραθρωθεί και χρεοκοπήσει) χαρακτηριστικά όπως: «Στη σοβιετική οικονομία προστατεύονταν η μητρότητα, τα παιδιά μέχρι την ηλικία των 3 ετών δικαιούνταν δωρεάν φάρμακα, και βρίσκονταν σε λειτουργία ένα πλήρες σύστημα παιδικών σταθμών… Λειτουργούσαν επιθεωρήσεις εργασίας που έλεγχαν την τήρηση των κανονισμών υγιεινής και ασφάλειας των επιχειρήσεων… κλπ.».

Αυτά τα χαρακτηριστικά που προβάλλονται ως το περιεχόμενο του σοσιαλισμού αντιπροσωπεύουν ένα καθεστώς «ελάχιστων εργατικών προνοιακών εγγυήσεων» κοινό σ’ όλες τις κοινωνίες του δυτικού ευρωπαϊκού καπιταλισμού σ’ όλες τις προηγούμενες 10ετίες στα πλαίσια του κλασικού σοσιαλδημοκρατικού «κράτους πρόνοιας». Μ’ άλλες λέξεις το σοσιαλιστικό πρότυπο που προάγει στρατηγικά το ΚΚΕ δεν αντιπροσωπεύει παρά ένα κοινωνικό καθεστώς «ελάχιστων προνοιακών εγγυήσεων», που συνοδεύεται από τη λειτουργία ενός κρατικού δικτατορικού καπιταλισμού με ακραία δεσποτικά και εκμεταλλευτικά κοινωνικά χαρακτηριστικά, από την παντελή απουσία και αφαίρεση των πολιτικών δικαιωμάτων και των κοινωνικών συλλογικών ελευθεριών της εργατικής τάξης, κι’ από την ανυπαρξία κάθε μορφής καθολικής εργατικής λαϊκής απελευθέρωσης και χειραφέτησης. Στην πραγματικότητα το καθεστώς αυτό «σοσιαλιστικής αναφοράς» του ΚΚΕ αντιπροσώπευσε εκείνη την εκδοχή όπου είχαν καταργηθεί οι ιδιώτες καπιταλιστές, αλλά τη θέση τους κατέλαβε ολόκληρος ο κυρίαρχος διευθυντικός γραφειοκρατικός πολιτικός, κοινωνικός και επιχειρηματικός μηχανισμός, με χαρακτηριστικά δικτατορικής επιβολής και κοινωνικής εκμετάλλευσης και καταστολής.

Αυτή η στρατηγική «στρέβλωση» του ΚΚΕ είναι ακριβώς αυτή που χρωματίζει καίρια και τις ενδιάμεσες αναφορές του σε «διαρθρωτικές αλλαγές» των οποίων η ανάπτυξη υποτίθεται ότι θα μπορούσε να οδηγήσει σε απελευθερωτικές, για τον εργαζόμενο κόσμο, προοπτικές. Αυτοί οι ενδιάμεσοι στόχοι προσλαμβάνουν χαρακτηριστικά χειραφέτησης στο μέτρο που αναδεικνύουν την οργανική διασύνδεση ανάμεσα στις σύγχρονες υλικές ζωτικές εργατικές ανάγκες και σε αντικαπιταλιστικές αντιπαραθέσεις, ρήξεις και ανταγωνισμούς. Χαρακτηριστικότατο απ’ αυτή την άποψη το εκπαιδευτικό πρόγραμμα του ΚΚΕ που θέτει το ζήτημα της κατάργησης των ιδιωτικών φροντιστηρίων όσο και της καθιέρωσης της 12χρονης υποχρεωτικής δημόσιας δωρεάν παιδείας. Συγκεκριμένα κι’ αν ακόμη υλοποιούνταν αυτές οι εκπαιδευτικές επιδιώξεις του ΚΚΕ που το ίδιο τις θεωρεί στρατηγικού χαρακτήρα, το οικονομικό βάρος των ιδιωτικών φροντιστηρίων δεν θα εξέλιπε από τις εργατικές οικογένειες, ούτε ο ταξικός επιλεκτικός χαρακτήρας του καπιταλιστικού σχολείου, κι’ ούτε βέβαια η διαδικασία του αξιοκρατικού εκπαιδευτικού ανταγωνισμού.

Κι’ αυτό γιατί το ΚΚΕ αρνείται κατηγορηματικά να υποστηρίξει τη ζωτική κομμουνιστική αναγκαιότητα της γενικευμένης πρόσβασης της εργατικής τάξης και της νεολαίας στην πολυτεχνική και ευρύτερη πανεπιστημιακή εκπαίδευση. Ετσι υποστηρίζει τη διοχέτευση της νεολαιίστικης πλειονότητας που θα έχει, υποτίθεται, αποπερατώσει τη μέση εκπαίδευση, σε τεχνικές επαγγελματικές σχολές, κατηγορηματικά μη-πανεπιστημιακού χαρακτήρα, μια βαθμίδα μεταξύ ΙΕΚ και ΤΕΙ, πράγμα που δεν κάνει τίποτα άλλο παρά να αναπαράγει την υπάρχουσα κατάσταση πραγμάτων. Ωστόσο η καθολική πρόσβαση των εργαζομένων και της νεολαίας σε μια ριζοσπαστικά αναδιαρθρωμένη πανεπιστημιακή εκπαίδευση που να συνδυάζει την επιστημονική θεωρητική γνώση, τις τεχνολογικές εφαρμογές και τις υλικές πρακτικές κοινωνικής παραγωγής, πέραν του ότι αντιπροσωπεύει τη μοναδική μορφωτική λαϊκή διέξοδο, ταυτόχρονα είναι και η απαραίτητη προϋπόθεση για την καθιέρωση του οριζόντιου καταμερισμού της εργασίας, γεγονός που δεν είναι εφικτό παρά με την ανατροπή της εργοδοτικής εξουσίας και ευρύτερα των καπιταλιστικών παραγωγικών σχέσεων.

Τέλος, δεν είναι παρά το ίδιο το ΚΚΕ που διαπιστώνει τη σχετική μεγέθυνση της συμμετοχής της μισθωτής εργασίας στη συνολική σύνθεση του Οικονομικά Ενεργού Πληθυσμού, που από το 52% στα 1991 έφτασε να προσεγγίζει το 63% στο 2001. Κι’ αντίστοιχα διαπιστώνεται η σταδιακή συρρίκνωση κατηγοριών των παραδοσιακών μικροαστικών τάξεων από το ποσοστό του 34% σ’ εκείνο του 30%, ενώ το ποσοστό συμμετοχής των αστικών στρωμάτων φτάνει στο 7% . Ετσι, αν ο κόσμος της μισθωτής εργασίας φτάνει σχεδόν να προσεγγίζει το 63% του ΟΕΠ, και αντικειμενικά αντιπροσωπεύει στο μεγαλύτερο μέρος του τον λαϊκό κυριαρχούμενο συνασπισμό, οι μικροαστικές τάξεις στην πολυμορφία των εκφάνσεών τους, που φτάνουν σχεδόν στο 30% του ΟΕΠ, επανδρώνουν ιστορικά και στη σύγχρονη συγκυρία την κοινωνική βάση του κυρίαρχου αστικού μπλοκ εξουσίας, στη βάση της αρραγούς συμμαχίας αστικής τάξης και μικρομεσαίων στρωμάτων . Ωστόσο το ΚΚΕ τόσο με τις «Θέσεις» του στα τελευταία του Συνέδρια (από το 14ο μέχρι το 17ο), όσο και με τις πολιτικές του πρακτικές, έχει αναγάγει τη συμμαχία των ταξικών δυνάμεων του «συνασπισμού των από κάτω» με την κοινωνική (μικροαστική) βάση του «μπλοκ των από πάνω» σε ακρογωνιαίο λίθο της τακτικής και στρατηγικής του (ΑΑΔΜ), πράγμα που αφαιμάζει και εξουδετερώνει τις όποιες ταξικές διαστάσεις των πολιτικών και εργατικών του αναφορών. Απεναντίας μια αριστερή εργατική πολιτική δεν μπορεί παρά να έχει στο επίκεντρό της την κοινωνική ενοποίηση των διαφοροποιημένων «κόσμων» του «σύμπαντος» της (κοινωνικά πλειοψηφικής) μισθωτής εργασίας, και συγκεκριμένα του κόσμου των απασχολουμένων στον ευρύτερο δημόσιο τομέα (20% των μισθωτών), της εργατικής τάξης της ιδιωτικής καπιταλιστικής παραγωγής (50% των μισθωτών), και του κόσμου των «κάτω από τους κάτω», δηλαδή των ανέργων και των νέων της «εργασιακής περιπλάνησης» καθώς και των ξένων οικονομικών μεταναστών (συνολικά 30% των μισθωτών), απέναντι στην αστική ταξική κυριαρχία. Αλλωστε δεν είναι παρά η πλειονότητα των μικροαστικών τάξεων η οποία εξ αιτίας της υπέρτερης κοινωνικής θέσης που κατέχει στην ταξική διάρθρωση της ελληνικής κοινωνίας, είναι στρατηγικά ενσωματωμένη στον αστικό συνασπισμό ταξικής κυριαρχίας.

Οι εκρηκτικές αυτές αντιφάσεις ανάμεσα στις ζωτικές κοινωνικές ανάγκες άμεσης προτεραιότητας και ταυτόχρονα στρατηγικής σημασίας χειραφέτησης που αναδεικνύονται στον εργατικό λαϊκό κόσμο της κοινωνικής αναφοράς του ΠΑΜΕ και στις πολιτικές «στρεβλώσεις» του πολιτικού μηχανισμού του ΚΚΕ που απορρέουν από την ισχυρή μικροαστική ηγεμονία που ασκείται στους κόλπους του, επιχειρείται να παρακαμφθούν, να «σφραγιστούν», να τεθούν στο απυρόβλητο μ’ όλο το περιεχόμενο των «Θέσεων» του 17ου Συνεδρίου του ΚΚΕ, το οποίο θεωρεί ότι έχει ήδη απαντήσει στα ζητήματα με τα δύο προηγούμενα Συνέδριά του, κι’ έτσι το μόνο που του μένει να ασχοληθεί πολιτικά είναι η «ισχυροποίηση» του εαυτού του. Πραγματικά η όλη αναφορά ενός ολόκληρου Συνεδρίου του μεγαλύτερου ελληνικού αριστερού κόμματος στην υποκειμενικότητά του (ανασυγκρότηση και ισχυροποίηση του κόμματος), αντιπροσωπεύει μια μείζονα μορφή πολιτικής ανεπάρκειας, η οποία όμως του είναι απόλυτα αναγκαία για να επιτύχει τη διατήρηση αλώβητης της κυριαρχίας της μικροαστικής ηγεμονίας στους κόλπους του έναντι των εκπροσωπουμένων εργατικών συμφερόντων.