17ο Συνέδριο του ΚΚΕ - Προσυνεδριακός Διάλογος: ΟΡΙΣΜΕΝΕΣ ΣΚΕΨΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗ ΔΟΥΛΙΑ ΜΑΣ ΣΤΗΝ ΑΓΡΟΤΙΑ

Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι οι θέσεις του ΚΚΕ τόσο για τα γενικότερα όσο και για τα επιμέρους θέματα, επιβεβαιώνονται καθημερινά στην πράξη.

Το ερώτημα που μπαίνει έντονα στο 17o Συνέδριο είναι, γιατί η συγκρότηση του ΑΑΔΜ, η εκλογική επιρροή και η γενικότερη ισχυροποίηση του ΚΚΕ δεν προχωρά με ρυθμούς αντίστοιχους της δικαίωσης των θέσεών του.

Στην ύπαιθρο το ερώτημα αυτό εκφράζεται πιο έντονα και συγκεκριμένα, γιατί δεν μαζικοποιήθηκε η ΠΑΣΥ, όπως άλλωστε αναφέρεται στις θέσεις, γιατί δεν ισχυροποιήθηκε το ΚΚE στη μικρομεσαία αγροτιά, αφού εκτός από τη δικαίωση των θέσεών του είχαμε πρωτοφανείς σε μαζικότητα διάρκεια και αγωνιστικότητα, κινητοποιήσεις, στις οποίες τα αγροτικά στελέχη του ΚΚΕ έπαιξαν καθοριστικό ρόλο.

Προσπαθώντας να συμβάλλουμε στην απάντηση του συγκεκριμένου ερωτήματος πρέπει να εξετάσουμε τις αγροτικές κινητοποιήσεις και την αγροτική πολιτική του κόμματος με τη διαλεκτική τους σχέση και όχι με τη μηχανιστική λογική που στηρίζεται στο αξίωμα της απόλυτης αντιστοίχησης ανάμεσα στην ανάπτυξη των αγώνων και την ισχυροποίηση του ΚΚΕ.

Οσον αφορά στην αγροτική πολιτική του ΚΚΕ, πρέπει να τη διακρίνουμε σε δύο σκέλη. Το πρώτο αφορά στην αποκάλυψη του αντιαγροτικού χαρακτήρα της ΚΑΠ της ΓΚΑΤΤ και του ΠΟΕ. Δηλαδή την κριτική ή πολεμική που κάνουμε στην ΕΕ στις ελληνικές κυβερνήσεις και τα κόμματα που θεωρούν μονόδρομο την ΚΑΠ. Το δεύτερο σκέλος αφορά στην προβολή της πολιτικής πρότασης του ΚΚΕ για τη διαφορετική οργάνωση και ανάπτυξη της γεωργίας.

Εξ αντικειμένου το πρώτο σκέλος της αγροτικής πολιτικής του ΚΚΕ έχει στόχο να κλονίσει την εμπιστοσύνη των μικρομεσαίων αγροτών και να τους αποστασιοποιήσει από τις πολιτικές δυνάμεις που εφαρμόζουν την αντιαγροτική πολιτική στη χώρα μας. Ενώ βασικός στόχος του δεύτερου σκέλους, είναι να συσπειρώσει τους μικρομεσαίους αγρότες στη δική του πολιτική πρόταση που θα εκφρασθεί με αλλαγή του συσχετισμού δύναμης στις μαζικές αγροτικές οργανώσεις, με αύξηση της πολιτικής επιρροής και γενικότερη ισχυροποίηση του ΚΚΕ στην ύπαιθρο.

Μέχρι πριν λίγα χρόνια το βάρος της δουλιάς μας το ρίχναμε στο πρώτο σκέλος, επειδή κυριαρχούσε η διαπάλη ανάμεσα στις δυνάμεις που εκθείαζαν την ΚΑΠ και στις δυνάμεις που αποκάλυπταν τον αντιαγροτικό της χαρακτήρα.

Ο προσανατολισμός αυτός ήταν αναγκαίος επειδή η έκβαση αυτής της διαμάχης δεν είχε κριθεί από την πρώτη μέρα εφαρμογής της ΚΑΠ. Για πολλά χρόνια και ειδικά στη δεκαετία του 1980 η πλάστιγγα αυτής της διαμάχης έγειρε προς την πλευρά των δυνάμεων που εξωράιζαν και εφάρμοζαν την ΚΑΠ. Σημαντικό ρόλο σ’ αυτό το αποτέλεσμα έπαιζε η αλλαγή της θέσης του ΠΑΣΟΚ όταν έγινε κυβέρνηση, αλλά και οι κοινοτικές επιδοτήσεις που έριχναν μπόλικη στάχτη στα μάτια των μικρομεσαίων αγροτών.

Η πλάστιγγα αυτή άρχισε να ισορροπεί στα μέσα της δεκαετίας του 1990, σαν αποτέλεσμα της παρέμβασης του ΚΚΕ, και της πείρας των μικρομεσαίων αγροτών από την εφαρμογή της ΚΑΠ.

Παρά το γεγονός ότι στη διαμάχη αυτή οι δυνάμεις που αντιπαλεύουν την ΚΑΠ έχουν κερδίσει σημαντικές θέσεις και έχουν αποκτήσει σημαντική εμπειρία, υπάρχουν ακόμα σοβαρές παραλείψεις και αδυναμίες που απορρέουν και από το γεγονός της ανανέωσης του οπλοστασίου των δυνάμεων που διαμορφώνουν και εφαρμόζουν.

Πρέπει για παράδειγμα το ΚΚΕ να αποκαλύψει το βάθος των αντιαγροτικών αναδιαρθρώσεων που προωθεί η ενδιάμεση αναθεώρηση της ΚΑΠ, το ρόλο των Ο.Π. των διεπαγγελματικών οργανώσεων, την αποσύνδεση των επιδοτήσεων από την παραγωγή που θα ρίξει καινούργια στάχτη στα μάτια της μικρομεσαίας αγροτιάς κ.ά. Να αποκαλύψει τα περιβαλλοντικά προσχήματα με τα οποία ντύνουν την ενδιάμεση αναθεωρημένη της ΚΑΠ, αλλά και την υποκρισία των ιμπεριαλιστών για τη συμφωνία του ΠΟΕ.

Επειδή η έκβαση αυτής της διαμάχης δεν έχει κριθεί ακόμα και σήμερα, αποτελεί ανοιχτό μέτωπο για τους μικρομεσαίους αγρότες και το ΚΚΕ. Πρέπει όμως να επισημάνουμε ότι παρά τα λάθη και τις αδυναμίες, έγινε σημαντική δουλιά στον τομέα αυτό, που διαπιστώνεται από την αλλαγή της συμπεριφοράς των μικρομεσαίων αγροτών.

Η σχετική εξισορρόπηση όμως αυτής της διαμάχης που αποτελεί κατάκτηση του ΚΚΕ και του προοδευτικού αγωνιστικού αγροτικού κινήματος, δίνει τη δυνατότητα να προβάλλει πιο έντονα το δεύτερο σκέλος της πολιτικής του, με στόχο τη συσπείρωση της μικρομεσαίας αγροτιάς.

Στο σκέλος αυτό έχουμε και τις μεγαλύτερες αδυναμίες.

Ακόμα και σήμερα πολλά στελέχη μας περιορίζονται στην κριτική στα άλλα κόμματα και δεν προβάλλουν καθόλου ή προβάλλουν ελάχιστα την πρότασή μας.

Σε πολλές περιπτώσεις που προσπαθούν να προβάλλουν τη θέση μας περιορίζονται στη στήριξη ορισμένων άμεσων και δικαίων αιτημάτων της μικρομεσαίας αγροτιάς, με τέτοιο τρόπο που φαίνεται ότι το ΚΚΕ μαζί με τους μικρομεσαίους αγρότες στηρίζει και τη μικρομεσαία ιδιοκτησία, σε αντίθεση με τα κόμματα του ευρωμονόδρομου που στηρίζουν τη μεγάλη ιδιοκτησία.

Το ΚΚΕ πράγματι στηρίζει τους μικρομεσαίους αγρότες, σε καμιά όμως περίπτωση δεν στηρίζει και πολύ περισσότερο δεν θεοποιεί τη μικρομεσαία ιδιοκτησία. Και αυτό γιατί η πολιτική στήριξης της μικρομεσαίας ιδιοκτησίας είναι μια συντηρητική πολιτική που παραπέμπει σε προμονοπωλιακό καπιταλισμό, γι’ αυτό εκτός από συντηρητική είναι και ανεδαφική και δεν πείθει.

Η ολοκληρωμένη προοδευτική πρόταση του ΚΚΕ είναι η στήριξη των αιτημάτων της μικρομεσαίας αγροτιάς μαζί με την οργάνωση της αγροτικής παραγωγής σε παραγωγικούς συνεταιρισμούς. Ο παραγωγικός συνεταιρισμός δίνει προοδευτική λύση στο διαρθρωτικό πρόβλημα της ελληνικής γεωργίας, που είναι ο μικρός και πολυτεμαχισμένος κλήρος. Δίνει προοδευτική λύση στο πρόβλημα της μικρομεσαίας ιδιοκτησίας, σε αντίθεση με την αντιδραστική λύση της ΕΕ και των κομμάτων που θεωρούν μονόδρομο την ΚΑΠ, που το πρόβλημα της μικρομεσαίας ιδιοκτησίας το λύνουν με το ξεκλήρισμα των μικρομεσαίων αγροτών και τη συγκέντρωση της γης και της παραγωγής σε λίγους μεγαλοαγρότες. Τα αγροτικά μας στελέχη και οι καθοδηγητές τους πρέπει να συνειδητοποιήσουν ότι το ξεπέρασμα της μικρομεσαίας ιδιοκτησίας αποτελεί νομοτέλεια συνέπεια το δίλημμα στους μικρομεσαίους αγρότες είναι αναπόφευκτο. Θα δεχθούν το ξεκλήρισμά τους και τη μετατροπή τους σε εργάτες γης ή θα ενώσουν την ιδιοκτησία τους σε παραγωγικούς συνεταιρισμούς.

Η πρόταση του ΚΚΕ για παραγωγικό συνεταιρισμό συναντάει πολλές δυσκολίες που λειτουργούν ανασταλτικά στην προβολή της.

Η πρώτη δυσκολία αφορά στην επιφύλαξη των μικρομεσαίων αγροτών και σε ορισμένες περιπτώσεις οπαδών και μελών μας για τον παραγωγικό συνεταιρισμό, για τον οποίο διαισθάνονται και έτσι είναι πραγματικά, ότι χαλαρώνει η σχέση τους με την ιδιοκτησία τους. Αυτό το χαλάρωμα δυσκολεύονται να το αποδεχθούν, παρά το γεγονός ότι η εναλλακτική λύση είναι το ξεκλήρισμα, επειδή έχουν πολλές αυταπάτες για τη διαιώνιση και γιατί όχι για τη μεγέθυνση της δικής τους μικρομεσαίας ιδιοκτησίας. Δηλαδή βασική αιτία αυτής της δυσκολίας είναι η μικροαστική ψυχολογία των μικρομεσαίων αγροτών που είναι αντικειμενική, επειδή βασίζεται στη μικρομεσαία ιδιοκτησία, γι’ αυτό θέλει πολλή δουλιά, καλά επιχειρήματα και ιδιαίτερη επιμονή. Προϋποθέσεις που δεν υπάρχουν στο μέτρο των σημερινών αναγκών στο κομματικό δυναμικό της υπαίθρου.

Η δεύτερη δυσκολία απορρέει από την αρνητική εμπειρία που έχουν οι μικρομεσαίοι αγρότες από τη μέχρι σήμερα λειτουργία των συνεταιρισμών και την ταύτιση της πρότασης του ΚΚΕ με τους συνεταιρισμούς που γνώρισαν και υπάρχουν. Η δυσκολία αυτή είναι πολύ μεγάλη, γιατί έχει εμπειρική βάση, ανεξάρτητα αν η εμπειρία βγαίνει από εξομοίωση εντελώς διαφορετικών πραγμάτων.

Η δυσκολία αυτή δεν ξεπερνιέται, αλλά τροφοδοτείται αν η αντιπαραβολή της πρότασής μας για τον παραγωγικό συνεταιρισμό εκφυλίζεται σε κριτική για θέματα διαχείρισης του σημερινού συνεταιριστικού κινήματος. Οπωσδήποτε πρέπει να κάνουμε κριτική και να μην απολογούμαστε για τη σημερινή κατάντια των συνεταιρισμών. Ομως ο παραγωγικός συνεταιρισμός δε διαφέρει μόνο σε θέματα διαχείρισης με τους σημερινούς συνεταιρισμούς. Διαφέρει ουσιαστικά στο συνολικό τρόπο οργάνωσης της αγροτικής παραγωγής στη φάση της παραγωγής και αυτή τη διαφορά πρέπει πρώτα και κύρια να αναδείχνουμε.

Η τρίτη δυσκολία απορρέει από το γεγονός ότι οι μικρομεσαίοι αγρότες την πρόταση του παραγωγικού συνεταιρισμού την ταυτίζουν και σε ένα βαθμό έχουν δίκιο, με τον τρόπο οργάνωσης της αγροτικής παραγωγής στις πρώην σοσιαλιστικές χώρες, που εκ των πραγμάτων τη θεωρούν αποτυχημένη. Εδώ χρειάζεται γενικότερη δουλιά για να δείξουμε τις κατακτήσεις της μικρομεσαίας αγροτιάς στις πρώην σοσιαλιστικές χώρες, να αποσυνδέσουμε τη σημερινή άθλια κατάσταση των αγροτών των πρώην σοσιαλιστικών χωρών, από το σοσιαλισμό και να δείξουμε ότι είναι αποτέλεσμα της καπιταλιστικής παλινόρθωσης. Χρειάζεται όμως συγκεκριμένη προσέγγιση των λαθών και των θεωρητικών παρεκκλίσεων που έγιναν και στον αγροτικό τομέα στις πρώην σοσιαλιστικές χώρες και έπαιξαν το ρόλο τους στις ανατροπές. Χρειάζεται με δύο λόγια να ξανασυζητήσουμε οργανωμένα σαν Κόμμα τους λόγους της ανατροπής, γιατί οι συνέπειές της είναι πιο βαθιές και μακροχρόνιες από αυτές που είχαμε εκτιμήσει. Και το κυριότερο να δείξουμε συγκεκριμένα με πιο τρόπο θα αποφύγουμε τα λάθη του σοσιαλισμού που γνωρίσαμε.

Οσον αφορά στο ερώτημα, γιατί οι αγροτικές κινητοποιήσεις δεν είχαν σαν αποτέλεσμα την αύξηση της επιρροής και την ισχυροποίηση του ΚΚΕ, υπάρχουν πολλές απόψεις.

Εκφράζεται η άποψη ότι βασική αιτία που δεν αύξησε το κόμμα την επιρροή του στη μικρομεσαία αγροτιά, είναι το πλαίσιο αιτημάτων που μονόπατα έγερνε προς τα άμεσα αιτήματα και δεν ήταν όσο έπρεπε πολιτικοποιημένα. Αποψη που ίσως είναι βάσιμη. Είναι όμως σημαντικό λάθος αυτή η άποψη να μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι πρέπει να μειώσουμε το ενδιαφέρον μας για τα άμεσα αιτήματα της μικρομεσαίας αγροτιάς και να προσπαθούμε να οργανώσουμε κινητοποιήσεις με αιτήματα γενικότερων αλλαγών στα πλαίσια των οποίων θα λυθούν και τα προβλήματα της μικρομεσαίας αγροτιάς. Στην περίπτωση αυτή καταργούμε την τακτική και παλεύουμε μόνο για τη στρατηγική, λες και βρισκόμαστε σε επαναστατική κατάσταση, με αποτέλεσμα η οργάνωση των κινητοποιήσεων να είναι πολύ δύσκολη και όταν γίνουν να μην είναι μαζικές και να μην υπάρχει συνέχεια.

Από την άλλη πλευρά εκφράζεται η άποψη ότι στο όνομα της μαζικότητας, της ενότητας, της ύφεσης του γενικότερου λαϊκού κινήματος και άλλων δυσκολιών, θα πρέπει στις αγροτικές κινητοποιήσεις να προβάλλονται τα άμεσα αιτήματα και τα γενικότερα να αφήνονται για το αόριστο μέλλον, τότε που θα διαμορφωθούν οι κατάλληλες συνθήκες.

Η άποψη αυτή είναι λαθεμένη, γιατί δε συμβάλλει στη διαμόρφωση των αναγκαίων συνθηκών για να μπουν στην ημερήσια διάταξη και να υλοποιηθούν οι γενικότερες προτάσεις. Εκτός αυτού μειώνει την αποτελεσματικότητα των κινητοποιήσεων και το κυριότερο δε συμβάλλει στην αλλαγή των συνειδήσεων, όχι γιατί η κυβέρνηση θα λύσει αυτά τα αιτήματα, αλλά επειδή τα αιτήματα κινούνται στα πλαίσια της κυβερνητικής πολιτικής και δε δίνουν καμιά διέξοδο. Δεν είναι τυχαίο ότι τα εκάστοτε κυβερνητικά αγροτικά στελέχη πιέζουν τα αιτήματα να είναι άμεσα, μεμονωμένα και ρεαλιστικά, δηλαδή, εντός των πλαισίων της κυβερνητικής πολιτικής, για να φαντάζει μονόδρομος αυτή η πολιτική.

Η πρώτη άποψη είναι αποτέλεσμα της προσπάθειας να λυθούν τα προβλήματα δυσλειτουργίας των ΚΟΒ της υπαίθρου, που οφείλονται και σε καθοδηγητικές αδυναμίες μέσα από το μαζικό κίνημα, με αποτέλεσμα και η δυσλειτουργία να διαιωνίζεται και η ανάπτυξη του μαζικού αγροτικού κινήματος να δυσκολεύεται. Ενώ η δεύτερη άποψη είναι αποτέλεσμα του συμβιβασμού με τις δυσκολίες και τα προβλήματα δυσλειτουργίας των ΚΟΒ.

Η εμπειρία που αποκτήθηκε όλα αυτά τα χρόνια δεν μας απάλλαξε από μονόπλευρες προσεγγίσεις. Και αυτό γιατί αυτή η εμπειρία δεν συζητήθηκε διεξοδικά στις ΚΟΒ και στα καθοδηγητικά όργανα του κόμματος και δε γενικεύτηκε για να βγουν τα κατάλληλα συμπεράσματα.

Η διαλεχτική συνύπαρξη των τακτικών και στρατηγικών στόχων της μικρομεσαίας αγροτιάς είναι επιβεβλημένη σε όλες τις αγροτικές κινητοποιήσεις. Ομως ποιοι στόχοι θα κυριαρχούν στη συγκεκριμένη κινητοποίηση και στη συγκεκριμένη φάση της κινητοποίησης, εξαρτάται από τις διεργασίες που έχουν γίνει στο εσωτερικό της, αλλά και από το επίπεδο ανάπτυξης του εργατικού κινήματος. Και αυτό γιατί η μικρομεσαία αγροτιά δεν αποτελεί πρωτοπόρα τάξη αλλά μικροαστικό στρώμα, γι’ αυτό δεν έχει πρόταση εξουσίας και δεν μπορεί να ξεκόψει από το εργατικό κίνημα.

Εκ των πραγμάτων σε οποιαδήποτε κινητοποίηση όταν φθάνουμε στην κορύφωσή της κυριαρχούν τα συγκεκριμένα αιτήματα, εκτός αν υπάρχει επαναστατική κατάσταση, οπότε η κινητοποίηση παίρνει καθαρά πολιτικά χαρακτηριστικά. Το ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί, είναι τι κάνει το κομματικό δυναμικό της υπαίθρου κατά την προετοιμασία αυτών των κινητοποιήσεων, κατά τη διάρκεια, και μετά τη λήξη τους. Και αυτό γιατί η ιδεολογική πάλη ξεκινάει κατά την προετοιμασία των κινητοποιήσεων, δυναμώνει και εμπλουτίζεται στην κορύφωσή τους και συνεχίζεται με αμείωτη ένταση μετά τη λήξη τους, όπου κάθε πολιτική δύναμη προσπαθεί να κεφαλαιοποιήσει τα οφέλη της. Οι κυβερνήσεις και οι δυνάμεις του ευρωμονόδρομου προσπαθούν να καλλιεργήσουν την αναποτελεσματικότητα των αγώνων και να σπείρουν την απογοήτευση για να εμπεδώσουν τη θεωρία του μονόδρομου. Το ΚΚΕ προσπαθεί να δείξει ότι δεν φτάνουν μόνο οι αγώνες, αλλά χρειάζονται γενικότερες πολιτικές και κοινωνικές αλλαγές για να λυθούν τα προβλήματα της μικρομεσαίας αγροτιάς. Αν αυτή η δουλιά δε γίνει από τις ΚΟΒ οργανωμένα και σχεδιασμένα, είναι λάθος να φορτώνουμε τις συνέπειες στο πλαίσιο των αιτημάτων και μεγαλύτερο λάθος να βλέπουμε με καχυποψία τις επόμενες κινητοποιήσεις, δηλαδή να κλεινόμαστε στο καβούκι μας.

Από ένα τέτοιο επίπεδο λειτουργίας απέχουμε πάρα πολύ. Μπορούμε όμως να βελτιωθούμε αισθητά, αν ο καθοδηγητικός τρόπος από καθηκοντολογικός γίνει πιο πολιτικός και οι ΚΟΒ της υπαίθρου συζητούν και συμβάλλουν ουσιαστικά στη διαμόρφωση και στον τρόπο υλοποίησης της πολιτικής μας.



Επικεφαλής του Αγροτικού Τμήματος της ΚΕ του ΚΚΕ.