ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΗ ΔΙΑΣΤΡΕΒΛΩΣΗ ΣΕΛΙΔΩΝ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΤΟΥ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΥ

Τον τελευταίο καιρό εμφανίσθηκε ένα νέο σχετικά καθήκον για τους ορθόδοξους κομμουνιστές, το καθήκον της υπεράσπισης του Ιωσήφ Βησαριόνοβιτς Στάλιν από διαφόρων ειδών πολιτικά υποκείμενα. Και τίθεται το ερώτημα: Γιατί χαρακτηρίζουμε αυτό το καθήκον σαν νέο; Επειδή τα προηγούμενα χρόνια η υπεράσπισή του γινόταν έναντι διαφόρων ειδών κατηγόρων: από τους ιμπεριαλιστές και τους φασιστοειδής αντικομμουνιστές ως τα τροτσκιστικά στοιχεία. Σήμερα τίθεται το καθήκον υπεράσπισης (ή έστω περιφρούρησης από τις αλλοιώσεις) του Στάλιν από τις προσπάθειες χρησιμοποίησής του από θετική βάση για την επίτευξη των όποιων αντιμαρξιστικών ομαδικών ή προσωπικών σκοπών.

Γίνεται λόγος για απλές περιπτώσεις: αρκετά πρωτόγονες και κατανοητές αλητείες ή για τα λεγόμενα καλλιτεχνικά τσαλίμια. Στις πρώτες αναφέρονται περιπτώσεις ανάλογες προς αυτές που εμφανίσθηκαν στην τελευταία εκλογική καμπάνια του 2003 για την Κρατική Δούμα, όπου τα κόμματα εξουσίας, που κηρύσσουν τον αντισοβιετισμό, χωρίς καμιά αναστολή έβαλαν στα προεκλογικά τους πλακάτ τη μορφή του Ανώτατου Διοικητή, του Γενικού Γραμματέα του ΠΚΚ (μπ) (στο κουπέ με τους Ντζερζίνσκι, Μολότοβ, Βοροσίλοφ, Μπουντένιν και άλλους). Απολύτως κατανοητό, γιατί το έκαναν αυτό. Το έκαναν όχι γιατί ανένηψαν, αλλά γιατί η κοινωνία άρχισε να απαιτεί την αναστήλωση στοιχειώδους δικαιοσύνης και να μπει κάποια τάξη. Είναι ενδιαφέρον να σημειώσουμε ότι αυτό το χρησιμοποίησαν ακριβώς εκείνοι οι άνθρωποι, οι οποίοι πριν από μερικά χρόνια κουνούσαν τα πλακάτ του αντισταλινισμού, έχυναν κροκοδείλια δάκρυα σε σχέση με τις λεγόμενες διώξεις κλπ. Με λίγα λόγια οι άνθρωποι οι οποίοι προσαρμόζονται σε οποιαδήποτε πολιτική συγκυρία της αγοράς των εκλογικών διαθέσεων για την επιτυχία των δικών τους σκοπών.

 Σε λίγο περισσότερο σύνθετες, όμως κατανοητές, περιπτώσεις αναφέρονται οι λεγόμενες καλλιτεχνικές επινοήσεις. Οταν από τους συγγραφείς εισάγονται στοιχεία καλλιτεχνικών επινοήσεων, κάτι το οποίο από πολλούς θεωρείται αναπόσπαστο δικαίωμα και ακόμα καλλιτεχνικός τρόπος κατευθυνόμενος στην ενίσχυση των εντυπώσεων και έχει ως αποτέλεσμα συχνά τη βρωμιά, την ολοφάνερη διαστρέβλωση, το αμαύρισμα της πραγματικότητας και των προσώπων. Το πλέον έντονο παράδειγμα μιας τέτοιας καλλιτεχνικής «ενίσχυσης» αποτελεί το έργο του Β. Καρπόφ (συμμετείχε στο Μεγάλο Πατριωτικό Πόλεμο, Ηρωας της Σοβιετικής Ενωσης) που εκδόθηκε πρόσφατα «Γκενεραλίσιμους» (Αρχιστράτηγος), στο οποίο ο συγγραφέας, στην επιθυμία του να αποσπάσει περισσότερα χειροκροτήματα, ασχολείται με την αποκάλυψη του χαρακτήρα του Στάλιν μέσω του δημοφιλούς σε διάφορους κύκλους θέματος της πάλης «με την παγκόσμια εβραϊκή κοινότητα». Με αποτέλεσμα να πει ευθέως συκοφαντίες στο όνομα του Ανώτατου Διοικητή για τις δήθεν πιθανές επαφές μέσω των αντίστοιχων ειδικών υπηρεσιών της σοβιετικής καθοδήγησης με τη χιτλερική Γερμανία. Εξάλλου, ο Καρπόβ πήρε αξιοπρεπή ανάλυση και απάντηση σε μια τόσο ανεπιτυχή προσπάθεια από τον Βλαντιμίρ Σεργκέεβιτς Μπούσιν (βλ. άρθρο «Πως ο Στάλιν φοβισμένος ζήτησε ειρήνη από τους Γερμανούς», στο Μαρξισμός και Σύγχρονη Εποχή, Νο 1 (26-27) 2004).

Ομως οι προαναφερθείσες περιπτώσεις, όπως ήδη έχουμε σημειώσει, είναι αρκετά απλές και έχουν ως κατεύθυνση βασικά να κοροϊδέψουν ανθρώπους όχι και τόσο προετοιμασμένους. Συχνά βρίσκονται στην κυκλοφορία ανάλογες με αυτές ή άλλες επιλογές, όταν με τις από κοινού προσπάθειες των αστικών κομμάτων και κυβερνήσεων με τη βοήθεια των μέσων μαζικής επικοινωνίας με τη βοήθεια σκληρής δημαγωγίας μετατρέπουν το λαό σε κατευθυνόμενους εκλογείς. Για παράδειγμα τώρα, στις παραμονές της κατάργησης μέσω της Κρατικής Δούμας του εορτασμού της 7ης Νοεμβρίου, η ρωσική τηλεόραση γνωστοποιεί την προβολή στις οθόνες της φοβερής ταινίας «Εξαγορασμένη επανάσταση», στην οποία για μια ακόμη φορά θα συνδέουν το Β. Ι. Λένιν και όλη την επανάσταση με τα χρήματα του Κάιζερ.

Πολύ περισσότερη προσοχή απαιτούν περιπτώσεις «επιστημονικής» αλλαγής του Στάλιν, καθώς εδώ παρατηρείται μετακίνηση προς την πλευρά των σκοπών οργανωμένων τάσεων. Μάλιστα τέτοιες πρακτικές χρησιμοποιούνται όλο και συχνότερα και από πλέον διαφορετικές κοινωνικο-πολιτικές δυνάμεις, από τους αναθεωρητές στο κομμουνιστικό κίνημα ως τους αστούς εθνικιστές.

Ετσι, η πλέον διαδεδομένη μορφή είναι η παρουσίαση του Στάλιν σαν κάποιου «κρατικιστή», κάτι σαν «κόκκινο μονάρχη», ευφυή πραγματιστή, που έλυσε γεωπολιτικά καθήκοντα, όπως της εξάπλωσης και ενίσχυσης του κράτους, της εξόδου στη θάλασσα, πραγματιστή χωρίς αρχές στην αναζήτηση συμμάχων - παραλίγο κάτι σαν το Ζιρινόφσκι. Μάλιστα, συχνά χρησιμοποιούν το στοιχείο ότι ακριβώς ο Στάλιν ενεργοποίησε σε θετική κατεύθυνση το χαρακτήρα του Μεγάλου Πέτρου, ότι με προσωπική του εντολή γυρίστηκε η ταινία «Αλεξάντρ Νέφσκιι» κ.ά., δηλαδή ο Στάλιν προπαγάνδιζε και οικοδομούσε το Κράτος με οποιοδήποτε κόστος.

Μεταξύ άλλων, είναι γνωστό ότι ο ίδιος ο Στάλιν σε ανάλογες προσπάθειες να τον εξισώσουν με επιφανείς φυσιογνωμίες, ακόμα και με εξαίρετους κρατιστές τις αντιμετώπιζε αρνητικά. Ετσι σε συζήτηση που είχε με το γερμανό συγγραφέα Εμιλ Λιούντβιγκ, στο ερώτημα του Λιούντβιγκ: «... επιτρέπετε άραγε παραλληλισμό μεταξύ ημών και του Μεγάλου Πέτρου;», ο Στάλιν απάντησε: «Σε καμιά περίπτωση. Οι ιστορικοί παραλληλισμοί είναι πάντα ριψοκίνδυνοι. Ο συγκεκριμένος παραλληλισμός είναι χωρίς νόημα».

Λιούντβιγκ: Ομως ο Μεγάλος Πέτρος έκανε πάρα πολλά για την ανάπτυξη της χώρας του, για να μεταφέρει στη Ρωσία το δυτικό πολιτισμό.

Στάλιν: Ναι, βεβαίως, ο Μεγάλος Πέτρος έκανε πάρα πολλά για να αναδείξει την τάξη των τσιφλικάδων και την ανάπτυξη της εμφανιζόμενης τάξης των εμπόρων. Ο Πέτρος έκανε πάρα πολλά για τη δημιουργία και ενίσχυση του εθνικού κράτους των τσιφλικάδων και των εμπόρων. Πρέπει να πω ακόμα ότι η ανύψωση της τάξης των τσιφλικάδων, με τη βοήθεια της εμφανιζόμενης τάξης των εμπόρων και η ενίσχυση του εθνικού κράτους αυτών των τάξεων έγινε σε βάρος της δουλοπάροικης αγροτιάς την οποία έγδαραν ....

Το καθήκον στο οποίο έχω αφιερωμένη τη ζωή μου, βρίσκεται στην ανάδειξη άλλης τάξης, ακριβώς της εργατικής τάξης. Αυτό το καθήκον δεν αναφέρεται στην ισχυροποίηση κάποιου «εθνικού» κράτους, αλλά στην ισχυροποίηση του σοσιαλιστικού κράτους, και μάλιστα διεθνικού όπου κάθε ισχυροποίηση αυτού του κράτους υποβοηθά την ισχυροποίηση της παγκόσμιας εργατικής τάξης. Εάν το κάθε μου βήμα στη δουλιά μου για ανάδειξη της εργατικής τάξης και η ισχυροποίηση του σοσιαλιστικού κράτους αυτής της τάξης δεν κατευθύνεται στο να ενισχύσει και να βελτιώσει την κατάσταση της εργατικής τάξης, τότε θα θεωρούσα τη ζωή μου χωρίς σκοπό».

Αλλοι, οι λεγόμενοι «κρατιστές» προσπαθούν να προσάψουν στο Στάλιν προτεραιότητα στη δουλιά του για την ενίσχυση του κράτους γενικά, σε απόσπαση από τα ταξικά καθήκοντα, μάλιστα μερικές φορές εμφανίζονται και σκέψεις ότι «Ο Στάλιν ξεπέρασε το Λένιν», ότι απέρριψε τις σχέσεις με το μαρξισμό, όπως και στην επιστήμη, ότι οικοδόμησε ευφυές διοικητικό-διευθυντικό σοβιετικό σύστημα. Ομως, όλη αυτή η ιστορία, η διαστρέβλωση του ίδιου του Στάλιν μας λένε ακριβώς το αντίθετο: σα μαρξιστής ο Στάλιν αντιπάλευε το αστικό κράτος, ασχολήθηκε με την κατεδάφισή του ως τα θεμέλια, στη συνέχεια, διαλύοντας τον κόσμο της βίας, σε αυτή τη βάση οικοδόμησε το κράτος της εργατικής τάξης και της αγροτιάς. Τη διατήρηση και ισχυροποίηση αυτού του κράτους ο Στάλιν την αντιμετώπιζε όπως την επιστήμη, ποτέ δεν κυριεύτηκε από ευφορία από τις επιτυχίες και, αντιθέτως, με ανοικτά μάτια και κρύο κεφάλι ανέλυε τις δυνατότητες ήττας, πρώτα απ’ όλα τη δυνατότητα εκφυλισμού του προλεταριακού κράτους σε κράτος αστικο-δημοκρατικό, όπως με ευφυή απλότητα εξήγησε στη συνάντησή του με τη νεολαία στο Πανεπιστήμιο του Σβερντλόφσκ τον Ιούνιο του 1925:

«Ας αρχίσουμε από τον πρώτο κίνδυνο.

Το χαρακτηριστικό γνώρισμα αυτού του κινδύνου είναι η έλλειψη πίστης στις εσωτερικές δυνάμεις της επανάστασής μας. Η έλλειψη πίστης στη συμμαχία των εργατών και των αγροτών. Η έλλειψη πίστης στον καθοδηγητικό ρόλο της εργατικής τάξης μέσα σ’ αυτή τη συμμαχία. Η έλλειψη πίστης στη μετατροπή της «Ρωσίας της ΝΕΠ» σε «Ρωσία σοσιαλιστική», η έλλειψη πίστης στη νίκη της σοσιαλιστικής οικοδόμησης στη χώρα μας.

Αυτός είναι ο δρόμος του λικβινταρισμού και του εκφυλισμού, γιατί οδηγεί στη διάλυση των βάσεων και των σκοπών της Οκτωβριανής Επανάστασης, στον εκφυλισμό του προλεταριακού κράτους σε αστικοδημοκρατικό κράτος.

Η πηγή μιας τέτοιας «νοοτροπίας», το έδαφος για την εμφάνισή της στο κόμμα είναι το δυνάμωμα της αστικής επιρροής στο κόμμα μέσα στις συνθήκες της νέας οικονομικής πολιτικής, στις συνθήκες της απεγνωσμένης πάλης των κεφαλαιοκρατικών και των σοσιαλιστικών στοιχείων μέσα στη λαϊκή μας οικονομία (...).

Ας περάσουμε στο δεύτερο κίνδυνο.

Χαρακτηριστικό γνώρισμα αυτού του κινδύνου είναι η έλλειψη πίστης στη διεθνή προλεταριακή επανάσταση. Η έλλειψη πίστης στη νίκη της, η σκεπτικιστική στάση απέναντι στο εθνικοαπελευθερωτικό κίνημα των αποικιών και των εξαρτημένων χωρών. Η μη κατανόηση του γεγονότος ότι χωρίς την υποστήριξη από μέρους του επαναστατικού κινήματος των άλλων χωρών η χώρα μας δεν θα μπορούσε να αντέξει μπρος στον παγκόσμιο ιμπεριαλισμό. Η μη κατανόηση του γεγονότος ότι η νίκη του σοσιαλισμού σε μια μόνη χώρα δεν μπορεί να είναι οριστική, γιατί δεν μπορεί να είναι εξασφαλισμένη από μια επέμβαση, όσο η επανάσταση δε θα έχει νικήσει τουλάχιστον σε μια σειρά χώρες. Η μη κατανόηση της στοιχειώδους εκείνης απαίτησης του διεθνισμού, σύμφωνα με την οποία η νίκη του σοσιαλισμού σε μια μόνη χώρα δεν είναι αυτοσκοπός αλλά μέσο για την ανάπτυξη και την υποστήριξη της επανάστασης στις άλλες χώρες.

Αυτός είναι ο δρόμος του εθνικισμού και του εκφυλισμού, ο δρόμος της ολοκληρωτικής εγκατάλειψης της διεθνιστικής πολιτικής του προλεταριάτου, γιατί οι άνθρωποι που πάσχουν απ’ αυτή την αρρώστια δε βλέπουν τη χώρα μας σαν ένα μέρος του συνόλου που λέγεται παγκόσμιο επαναστατικό κίνημα, μα σαν αρχή και τέλος αυτού του κινήματος, έχοντας τη γνώμη ότι τα συμφέροντα όλων των άλλων χωρών πρέπει να θυσιαστούν για τα συμφέροντα της χώρας μας (...).

Αν η πηγή του πρώτου κινδύνου, του κινδύνου του λικβινταρισμού, είναι το δυνάμωμα της αστικής επιρροής στο κόμμα στον τομέα της εσωτερικής πολιτικής, στον τομέα της πάλης των κεφαλαιοκρατικών και των σοσιαλιστικών στοιχείων της λαϊκής μας οικονομίας, τότε πηγή του δευτέρου κινδύνου, του κινδύνου του εθνικισμού πρέπει να θεωρηθεί το δυνάμωμα της αστικής επιρροής στο κόμμα στον τομέα της εξωτερικής πολιτικής, στον τομέα της πάλης των κεφαλαιοκρατικών κρατών ενάντια στο κράτος της προλεταριακής δικτατορίας ... ότι ο κίνδυνος περιπλοκών δημιουργεί όχι σπάνια τον πειρασμό να ακολουθήσουμε το δρόμο της μικρότερης αντίστασης, το δρόμο του εθνικισμού (...).

Τέλος για τον τρίτο κίνδυνο.

Χαρακτηριστικό γνώρισμα αυτού του κινδύνου είναι η έλλειψη πίστης στις εσωτερικές δυνάμεις του κόμματος. Η έλλειψη πίστης στην καθοδήγηση από μέρους του κόμματος. Η τάση του κρατικού μηχανισμού να εξασθενίσει την καθοδήγηση που ασκεί το κόμμα και να απαλλαγεί απ’ αυτήν. Η μη κατανόηση του γεγονότος ότι χωρίς καθοδήγηση από μέρους του κόμματος δε μπορεί να υπάρξει δικτατορία του προλεταριάτου»[1].

Ιδιαίτερης προσοχής, από την άποψη της σημερινής διάλυσης της Σοβιετικής Ενωσης και των συνεχιζόμενων εθνικών διαμαχών σε διάφορα σημεία της, είναι ο «έπαινος» που ειπώθηκε για το Στάλιν και για τη θέση του και ακόμη για την τάχα αντίθεσή του με τον Λένιν στο ζήτημα της εθνικής - κρατικής οργάνωσης της ΕΣΣΔ. Το Στάλιν τον επαινούν για την «αντίθεση στο φιλελευθερισμό» (Γκ. Ζιουγκάνοφ). Ακόμα και ο Ζιρινόφσκι τοποθετήθηκε στο θέμα, ότι έτσι και γινόταν αποδεκτό το «σταλινικό μοντέλο» τότε σήμερα θα μπορούσαμε τάχα να αποφύγουμε τη διάλυση που παρακολουθούμε.

Τι θα μπορούσαμε να πούμε για τα τάχα από «θέσεις αρχής» διαφορετικά μοντέλα που προτάθηκαν από τους Λένιν και Στάλιν; Πρώτ’ από όλα ότι από «θέσεις αρχής» διαφορετικά μοντέλα, μορφές ομοσπονδιακής - κρατικής οργάνωσης δεν υπήρχαν. Υπήρχαν δυο τάσεις, δυο προσεγγίσεις στην επίλυση του ζητήματος της οργάνωσης ενιαίου πολυεθνικού κράτους της δικτατορίας του προλεταριάτου. Ηταν απολύτως όμοια μαρξιστική προσέγγιση, όσον αφορά το ότι σε όλες τις ανάλογες συνθήκες οι κομμουνιστές είναι υπέρ του κεντρικού ενιαίου κράτους, υπέρ της τάσης ξεπεράσματος της ομοσπονδιοποίησης των μικρών εθνών και υπέρ της κίνησης προς τη μεγέθυνση και συγκεντροποίηση. Και το δικαίωμα των εθνών στη αυτοδιάθεση πρέπει να βοηθά τα μικρά έθνη ακριβώς στο να ξεπερνούν την έλλειψη πίστης, το φόβο μπροστά στη δυνατότητα καταπίεσης.

Δηλαδή το δικαίωμα των εθνών στην αυτοδιάθεση, συμπεριλαμβανομένου και του δικαιώματος διατήρησης ορισμένης αυτοτέλειας στις συνθήκες της ομοσπονδίας, προϋποθέτει μόνο την ενίσχυση του κοινού κράτους και σε τελευταία ανάλυση η Σοβιετική Ενωση ήταν ακριβώς ενωμένο κράτος στην πλειοψηφία των λειτουργιών υπέρ της επίσημης ομοσπονδιακής οργάνωσης. Ακριβώς γι’ αυτό υπήρχε τέτοιο δικαίωμα, τα μικρά έθνη, στο μεγαλύτερο μέρος τους, υποστήριξαν θερμά τους μπολσεβίκους στην επανάσταση και με αυταπάρνηση πολέμησαν στο πλευρό του Κόκκινου Στρατού στον εμφύλιο πόλεμο (π.χ. οι Τάταροι). Γι’ αυτό ο Λένιν και ο Στάλιν συλλογίζονταν για το πώς αποτελεσματικά θα ξεπεραστεί η τάση για ομοσπονδιοποίηση των μικρών λαών, για τη δημιουργία ενιαίου προλεταριακού κράτους στις συγκεκριμένες ιστορικές συνθήκες.

Τι είναι σημαντικό να σημειώσουμε, πως η βάση της εθνο-εδαφικής οργάνωσης της ΕΣΣΔ γινόταν κατανοητή με τον ίδιο τρόπο από τους Λένιν και Στάλιν και ήταν η Σοβιετική Εξουσία, δηλαδή η μορφή υλοποίησης της δικτατορίας του προλεταριάτου. Ο Ι. Στάλιν στην ομιλία του στο ΙΙ Πανενωσιακό Συνέδριο των Σοβιέτ για το θάνατο του Β. Ι. Λένιν τόνισε: «Η δικτατορία του προλεταριάτου δημιουργήθηκε στη χώρα μας στη βάση της συμμαχίας των εργατών και αγροτών. Αυτή είναι η πρώτη και θεμελιακή βάση της Δημοκρατίας των Σοβιέτ». Για να συγκρίνουμε αυτή τη θέση με την πρόσφατη τοποθέτηση του Γ. Α. Ζιουγκάνοφ για το πρόγραμμα του ΚΚΡΟ: «Βασικός σκοπός αυτού του προγράμματος είναι η δημιουργία στη βάση των ρωσικών παραδόσεων κοινοβουλευτικής δημοκρατίας σοβιετικού τύπου, πραγματικά εθνικής, δοκιμασμένης και ελεγμένης από την ιστορία κίνηση προς τη λαϊκή εξουσία στην αληθινή της κατανόηση»[2]. (Σε σχέση με αυτή τη θέση σημειώνουμε πως το κοινοβούλιο είναι αντίθετο των σοβιέτ ως προς τη ταξική του φύση, και η δοκιμασμένη από την ιστορία κίνηση είναι η αδιάλειπτη πάλη των τάξεων, και η λαϊκή εξουσία στην αληθινή της κατανόηση είναι και πάλι έννοια ταξική: οι αστοί τη δική τους, οι προλετάριοι άλλη).

Οι εργαζόμενοι, όπως είναι γνωστό, δε χρειάζονται να τους ξεχωρίσουν θέση στην αγορά κάτω από τον πάγκο. Η ιστορία απέδειξε, ότι δεν μπόρεσαν να διαλύσουν την Σοβιετική Ενωση ούτε οι εσωτερικοί ούτε οι εξωτερικοί εχθροί, ακόμη και τα πρωτοπόρα τμήματα του ιμπεριαλισμού, όπως ο χιτλερικός φασισμός όσο η εξουσία ήταν σοβιετική και το κόμμα κομμουνιστικό. Και αυτή η ιστορία απέδειξε πως μετά την απώλεια από το κόμμα και το κράτος του ταξικού τους χαρακτήρα, το κράτος διαλύθηκε στα γρήγορα, σχετικά χωρίς αντίσταση με την πολιτική της αγοράς, δηλαδή στον καπιταλισμό. Γι’ αυτό για άλλη μια φορά τονίζουμε τη σημασία της ταξικής βάσης του κράτους.

Ετσι οι λεγόμενοι πατριώτες και οι ανοικτά αστοί εθνικιστές προσπαθούν να καταλογίζουν στον Στάλιν το αίσθημα, μιλώντας τη σύγχρονη γλώσσα, του «ρωσικού πατριωτισμού». Μάλιστα, λεπτομερειακά, μερικοί προσπαθούν να παρουσιάσουν ότι από γεωργιανός είχε περιέλθει πλήρως στην πλευρά του πραγματικού ρώσου, άλλοι οικοδομούν σύστημα αποδείξεων δια της τάχα απάρνησης των θέσεων του διεθνισμού, δηλαδή καταλογίζουν στον Στάλιν θέσεις «σοβιετικού εθνικισμού». Πιο σύνθετη εκδοχή σε αυτό είναι: «το σταλινικό μοντέλο στην πλήρη ανάπτυξή του αποτελούσε ιστορικά δοκιμασμένη σύνθεση δυο γνωστών ρωσικών γεωπολιτικών προσεγγίσεων. Της αυτοκρατορικής με τις ιδέες της για κρατική αυτάρκεια. Και της πανσλαβικής με τις ιδέες της για σλαβικό Μεγάλο χώρο»[3]. Και το ένα και το άλλο δεν αποτελούν απλώς λάθη, αλλά ανοιχτή συκοφαντία ενάντια στο Στάλιν, ο οποίος από τη μια πλευρά, από την αρχή της πολιτικής του δράσης, έντονα και από θέσεις αρχής έκανε κριτική στον εθνικισμό, και μάλιστα εκείνα τα χρόνια (1905-07) είδε σε αυτές τις επιρροές την ταξικο-κοινωνική ουσία, τις οικονομικές ρίζες, λέγοντας ότι:

«Η αγορά είναι το πρώτο σχολείο όπου η αστική τάξη μαθαίνει τον εθνικισμό». «Η διάθεση των εμπορευμάτων του και το να βγει νικητής στον ανταγωνισμό με την αστική τάξη άλλης εθνότητας, αυτός είναι ο σκοπός της (αστικής τάξης). Από δω και η επιθυμία της να έχει τη «δική» της αγορά» - αποκάλυπτε ο Στάλιν την πραγματική έννοια του εθνικισμού. Εδώ στην οικονομία ψάξτε τις ρίζες κάθε εθνικισμού - «πατριωτισμού» - σοβινισμού, υποδείκνυε ο Στάλιν στους εργάτες.

Από την εμπειρία του στην πάλη ο Στάλιν είδε πως συμβαίνει το προλεταριάτο να παρασύρεται από εθνικιστική μέθη και να υποστηρίζει εθνικιστικά συνθήματα. «Θα βρεθεί άραγε το προλεταριάτο υπό τη σημαία του αστικού εθνικισμού αυτό εξαρτάται από το βαθμό ανάπτυξης των ταξικών αντιθέσεων, τη συνειδητότητα και την οργανωτικότητα του προλεταριάτου -έγραφε- Το προλεταριάτο έχει τη δική του δοκιμασμένη σημαία, δεν έχει κανένα λόγο να ακολουθήσει τη σημαία της αστικής τάξης». «Τα συμφέροντα του έθνους», «η κρατικότητα», «η πατρίδα» - όλα αυτά τα λόγια είναι χρήσιμα μόνο για να κοροϊδέψουν τους εργάτες, για να κάνουν τους εργάτες αντί να λύνουν τα δικά τους ζητήματα να διεκδικούν την αγορά για την εθνική αστική τάξη.

Από την άλλη πλευρά σαν διεθνιστής ο Στάλιν ποτέ δεν απαρνήθηκε τις ιδέες της παγκόσμιας επανάστασης, της νίκης της παγκόσμιας δημοκρατίας των σοβιέτ σε όλον τον κόσμο. Οι συγκεκριμένες ενέργειές του για την οικοδόμηση του σοβιετικού κράτους ήταν εξ ολοκλήρου συνειδητοποιημένες ενέργειες, κατευθυνόμενες από την κατανόηση της κατάστασης στη δημιουργία προφυλακής αυτής της επανάστασης, ακριβώς εδώ και τώρα στο όρια του δυνατού. Ολη η ιστορία ύπαρξης της Σοβιετικής Ενωσης στη δεκαετία του ‘20 και μέχρι τις ύστερες χρουτσοφικο-μπρεζνιεφικές εποχές, με όλα τα μείον και τις αποτυχίες, αποτελούσε παράδειγμα προοδευτικής επιρροής στην ανάπτυξη του παγκόσμιου επαναστατικού και απελευθερωτικού κινήματος. Οι επιτυχίες των πρώτων μεταπολεμικών πεντάχρονων, η νίκη ενάντια στο φασισμό, η δημιουργία του σοσιαλιστικού στρατοπέδου, οι επιτυχίες στη σοσιαλιστική οικοδόμηση και η επιρροή στις κοινωνικές κατακτήσεις των εργαζομένων των δυτικών χωρών κλπ. Ο προλεταριακός διεθνισμός του Στάλιν, σαν μαρξιστή, ποτέ δεν αμφισβητήθηκε ακόμα και από τους πλέον λαμπερούς εχθρούς του στις γραμμές των ιμπεριαλιστών (Χίτλερ, Τσώρτσιλ, Ρούσβελτ) και ως προς αυτό πρέπει να πούμε, ότι οι σημερινοί διάδοχοί τους θυμούνται μέχρι σήμερα το «φοβερό χέρι της Μόσχας», δηλαδή την Κομμουνιστική Διεθνή σε όλα τα σημεία της γης.

Παρατηρούμε ακόμα συνεχείς προσπάθειες να ανακατέψουν τον Στάλιν στην ανάπτυξη της ορθόδοξης θρησκευτικότητας και εκκλησιαστικότητας στη σύγχρονη Ρωσία. Από τις πλέον μοδάτες οργανώσεις που διεκδικούν τη λειτουργία της ιδεολογικού εφοδιασμού της κοινωνίας, πρώτα από όλα πρέπει να ονομάσουμε τη Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία (προς το παρόν, είναι αναγκαίο να καταλάβουμε ότι είναι αδύνατο να τη θεωρήσουμε ως την πλέον επηρεάζουσα ιδεολογική δύναμη της σύγχρονης εποχής, όμως, ακριβώς επειδή οι ιδεολογικώς πτωχοί δεν αντέχουν το κενό, γι’ αυτό και πολλοί αποστάτες και οι χαμηλού μορφωτικού επιπέδου λαϊκές μάζες συνήθισαν να ακολουθούν κάποια μόδα ιδεολογικής ομοιομορφίας, ακριβώς γι’ αυτό η επιρροή της εκκλησίας, χωρίς τη βοήθεια του κράτους όλο και αναπτύσσεται). Κατ’ αυτό όχι μόνο οι δεξιές δυνάμεις (για κατανοητούς λόγους) υποστηρίζουν την άνοδο της θρησκευτικής συνείδησης του πληθυσμού, όμως και αρκετοί λεγόμενοι αριστεροί, αριστεροπατριωτικές οργανώσεις εκτιμούν αυτή τη διαδικασία θετικά σαν αναγέννηση της πνευματικότητας της χώρας, σαν επιστροφή στις «παλιές ρωσικές αξίες», της λεγόμενης «εκκλησιαστικότητας», «πνευματικότητας», η συναναστροφή με τους εθνικούς-ιστορικούς αγίους, η αναγέννηση της ρωσικής αυτάρκειας κλπ., κλπ. Μάλιστα εγκρίνεται η εκτατική ανάπτυξη της Ρωσικής Πατριαρχικής Εκκλησίας [η απόδοση στη ιδιοκτησία της εκκλησίας κτιρίων, εξοπλισμού, γης, καθιέρωση φοροαπαλλαγών, επετράπη και η συνακόλουθη (και όχι μόνο) παραγωγή ως και το εξωτερικό εμπόριο], και η εντατική [ισχυροποίηση της σύμφυσης των εκκλησιαστικών ιεραρχών με την κρατική εξουσία, όλο και μεγαλύτερη παρουσία στα ΜΜΕ, η είσοδος (προς το παρόν έμμεση, αλλά όλο ενισχυόμενη) στα σχολικά προγράμματα και διάφορες μορφές εξωσχολικής διαπαιδαγώγησης, κλπ.]. Μάλιστα, μαζί μ’ αυτά επιτυχία της σύγχρονης κομμουνιστικής σκέψης θεωρείται το «ξεπέρασμα» του επιστημονικού αθεϊσμού στο ίδιο το κόμμα. Και σε αυτό το γλιστερό σημείο της «νέας κομματικής ιδεολογίας», επιτιθέμενοι, άσοι του μαρξισμού, σύντροφοι ... παίρνουν βοηθό και τον ίδιο τον Στάλιν. Οπως και στις άλλες περιπτώσεις η επιχειρηματολογία είναι ποικιλόμορφη όμως παντού υπάρχουν αναμνήσεις για το γεγονός ότι το 1943 ο Στάλιν αποδέχτηκε με ευχαριστίες τα συγκεντρωθέντα από την εκκλησία 6 εκατομμύρια ρούβλια (και άλλα πολύτιμα αντικείμενα) για να φτιαχτεί μηχανοκίνητο τμήμα. Και μετά από αυτό βοήθησε τους εκκλησιαστικούς ιεράρχες να κτίσουν εκκλησίες και να εκλέξουν Πατριάρχη. Τα διάφορα γεγονότα αυξάνονται και συμπληρώνονται με πολύ λίγης επιστημονικότητας ακόμη και μη ελεγμένους μύθους και φήμες ότι με τις ευλογίες του Αρχιστρατήγου μετέφεραν την εικόνα της Παναγίας με τα αεροπλάνα σε όλη τη γραμμή του μετώπου, που βοήθησε τον Κόκκινο Στρατό και ότι πολλοί επικεφαλείς του στρατού μυστικά ή χωρίς να επιδεικνύονται ήταν πιστοί.

Κατά πόσο τα συγκεκριμένα γεγονότα και πολύ περισσότερο οι μύθοι καταμαρτυρούν τη συμμαχία του Στάλιν με την εκκλησία, ο κάθε άνθρωπος το κρίνει ξεκινώντας από το βαθμό επιστημονικότητας της κοσμοαντίληψής του. Ομως, θα πρέπει να καταλάβουμε, ότι εάν η εκκλησία είναι διαχωρισμένη από το κράτος και αποτελεί αυτοτελή οργάνωση, η οποία κάνει τη δουλιά της με βάση το σχέδιο της, και εάν στον πόλεμο η εκκλησία αυτοτελώς καθόρισε και βοήθησε να συγκεντρωθούν από τους πιστούς και μη πιστούς 6 εκατομμύρια ρούβλια και άλλα πολύτιμα αντικείμενα, ο Στάλιν θα έπρεπε να τους ευχαριστήσει σαν πολίτης της χώρας μας. Πολύ περισσότερο που η εκκλησία είχε απαρνηθεί τη θέση της για πάλη με τη σοβιετική εξουσία, και ένθερμα και ειλικρινά υποστήριξε την εξουσία και το κράτος των εργατών και αγροτών. Γι’ αυτό και ο Στάλιν μπορούσε να βοηθήσει να λύσουν μια σειρά οργανωτικά ζητήματα.

Δεύτερον, σαν μαρξιστής ο Στάλιν ποτέ δεν απαρνήθηκε τις υλιστικές, επιστημονικές πεποιθήσεις του. Πολύ περισσότερο σαν πρώην φοιτητής ιερατικής σχολής καλύτερα από όλους αντιλαμβανόταν την κουζίνα της αποτελεσματικότητας της θεϊκής βοήθειας (που βασίζεται αποκλειστικά στο μοναδικό αντικειμενικό συστατικό, στην αυθυποβολή). Ο Στάλιν πάντα θυμόταν τη γνωστή αλήθεια του μαρξισμού ότι «θρησκεία είναι ο στεναγμός του καταπιεζόμενου πλάσματος, η θαλπωρή ενός άκαρδου κόσμου, είναι το πνεύμα ενός κόσμου απ’ όπου το πνεύμα έχει λείψει. Η θρησκεία είναι το όπιο του λαού»[4].

Ολα τα προαναφερθέντα δε διεκδικούν την πλήρη εξέταση του ζητήματος από επιστημονική άποψη, όμως είναι προσανατολισμένα για να προκαλέσουν την προσοχή των επιστημόνων στελεχών και των πρακτικών κομματικών εργαζομένων, καθώς στην αγκιτατόρικη - προπαγανδιστική και οργανωτική άποψη αποκτούν όλο και μεγαλύτερη σημασία. Η πάλη μας «Υπέρ του Στάλιν» θα πρέπει να διεξαχθεί σε όλα τα μέτωπα: στο πολιτιστικό, στο πολιτικό, στο καθημερινό, στο εθνικό, στο μέτωπο της κοσμοθεωρίας και σε όλα τα άλλα έχοντας ως αφετηρία την απολύτως ξεκάθαρη και πολλές φορές αποδειγμένη αλήθεια ότι ο Στάλιν δεν ήταν απλώς κομμουνιστής. Ο Στάλιν ήταν μαρξιστής που αντιμετώπιζε τον κομμουνισμό ως επιστήμη, σε πολύ υψηλό επίπεδο κατείχε τη μέθοδο του διαλεκτικού υλισμού, και πάντα μπορούσε να ξεχωρίζει τον κύριο κρίκο στην επίλυση των προβλημάτων σε τούτες ή τις άλλες συγκεκριμένες - ιστορικές συνθήκες. Μάλιστα ήταν ο τελευταίος μαρξιστής καθοδηγητής του σοβιετικού κράτους, και πρέπει ευθέως να αναγνωρίσουμε, δεν πρέπει (σημειώνουμε για την πλειοψηφία του εργαζόμενου λαού) να τον υπολογίζουμε με τις επιτυχίες της σημερινής Ρωσίας με τη σημερινή ποιότητα κρατικής καθοδήγησης. Τουλάχιστον αυτό είναι καθαρό για αυτόν που δεν ανάβει κερί στο ναό «για την ισχυροποίηση του ρωσικού κράτους» και δε ζητά τη βοήθεια του θεού για την οργάνωση του εργαζόμενου λαού.

Και τελειώνοντας, μια πολύ λίγο επιστημονική σύγκριση. Για μια ακόμα φορά απαντώντας στο ερώτημα γιατί αυτοί οι άνθρωποι τόσο επίμονα παίρνουν σαν σύμμαχο τον Στάλιν σήμερα μετατρέποντάς τον από μαρξιστή άλλοτε σε κρατιστή, άλλοτε σε φιλοσλαβιστή, θυμάμαι επεισόδιο από ένα εξαιρετικό σοβιετικό φιλμ κινουμένων σχεδίων, όπου ένα μικρό γατάκι με στόμφο λέει: «Εμείς με το θείο τον τίγρη κυνηγάμε μόνο μεγάλα θηρία».



Ομιλία του Β. Τιούλκιν, Α΄ Γραμματέα της ΚΕ του ΚΕΚΡ-ΚΚΡ, με τίτλο «Υπεράσπιση του Ι. Β. Στάλιν από τους «κρατιστές», τους «πατριώτες», του «αληθινούς πιστούς» και άλλα μη μαρξιστικά στοιχεία», στη Διεθνή Επιστημονικο-πρακτική συνδιάσκεψη που πραγματοποιήθηκε στη Μόσχα (18-19 Δεκέμβρη 2004) και ήταν αφιερωμένη στα 125 χρόνια από τη γέννηση του Ι. Β. Στάλιν με θέμα: «Η εποχή του Ι. Β. Στάλιν: Από το παρελθόν στο μέλλον του σοσιαλισμού».

[1] Β. Ι. Στάλιν, Απαντα, τόμος 7ος, εκδόσεις ΚΕ του ΚΚΕ, σελ. 181-187.

[2] «Πράβντα», Ν 140 (28754) 10-15 Δεκέμβρη 2004.

[3] Γ. Α. Ζιουγκάνοφ: Οικοδόμος της Δύναμης, «Πράβντα», Ν 140 (28754) 10-15 Δεκέμβρη 2004.

[4] Καρλ Μαρξ, Κριτική της Εγελιανής Φιλοσοφίας και του Κράτους Δικαίου, εκδόσεις Παπαζήση, σελ. 2.