ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟ Β΄ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟ ΠΟΛΕΜΟ

Η ναζιστική εισβολή στην ΕΣΣΔ είχε σαν βασικό χαρακτηρι­στικό την ενίσχυση του αντεπαναστατικού, αντισοσιαλιστικού χαρακτήρα του πολέμου. Ωστόσο, τα αποτελέσματά της δεν πε­ριορίστηκαν σ' αυτό. Είχε και άλλα, όχι λιγότερο σημαντικά:

α) Δημιουργεί ή τελικά διαμορφώνει διεθνείς συμμαχίες.

β) Διαμορφώνει οριστικά ένα βασικό χαρακτηριστικό του πολέμου, που δε θα πάψει να υπάρχει και να διευρύνεται ως το τέλος του: Τη συνύπαρξη δύο πολέμων μέσα σε ένα.

Εκείνο που θα μας απασχολήσει εδώ δεν είναι η πορεία του πολέμου και η διάταξη των δυνάμεων που δημιούργησε. Αυτά είναι λίγο-πολύ γνωστά. Θα μας απασχολήσουν κυρίως τα διπλά χαρακτηριστικά του πολέμου, τα οποία, όντας διπλά και ακρι­βώς επειδή είναι διπλά, αποτελούν έκφραση της διπλής ομάδας αντιθέσεων του πολέμου: Των αντιθέσεων μεταξύ των ιμπεριαλι­στικών δυνάμεων, από τη μια, και των αντιθέσεων κεφαλαίου εργασίας, από την άλλη.

Ενα τέτοιο δείγμα εμφανίζεται στις παραμονές της επίθεσης ενάντια στην ΕΣΣΔ. Αν πιστέψουμε το στρατηγό Χάλντερ, στις 30 Μάρτη του 1941, ο ίδιος ο Χίτλερ αναλύει στην ανώτατη στρα­τιωτική ηγεσία τις βασικές κατευθυντήριες γραμμές της εκστρα­τείας ενάντια στην ΕΣΣΔ:

«Πάλη δύο ιδεολογιών. Ετυμηγορία συντριπτική σε βάρος του μπολσεβικισμού: Είναι σαν ένα αντικοινωνικό έγκλημα. Ο κομμουνισμός είναι ένας τρομαχτικός κίνδυνος για το μέλλον. Πρόκειται για αγώνα εκμηδένισης. Αν δε δούμε το θέμα κάτω από αυτή τη γωνία, θα νικήσουμε, βέβαια, τον εχθρό, αλλά, σε 30 χρόνια, ο κομμουνιστικός εχθρός θα μας αντιπαρατεθεί και πάλι. Πάλη ενάντια στη Ρωσία: Εξολόθρευση των μπολσεβίκων επι­τρόπων και της κομμουνιστικής διανόησης.»

Εκείνο που προβάλλει καθαρά σ' αυτές τις γραμμές είναι ακριβώς αυτό που, δύο μήνες μετά, θα γίνει καθημερινή πραγμα­τικότητα: Ενας πόλεμος πλήρους εξόντωσης.

Μια από τις αιτίες ήταν, αναμφίβολα, οι γενικά εξτρεμιστικές αντιλήψεις των εθνικοσοσιαλιστών. Ωστόσο, αυτό δεν μας απαλλάσσει από το κρίσιμο ερώτημα: Γιατί αυτή η τοποθέτηση γίνεται μόνο πριν από την εισβολή στην ΕΣΣΔ;

Η απάντηση είναι πολύ σαφής και βγαίνει από το ίδιο το κεί­μενο της ομιλίας του Χίτλερ: Η εξόντωση της επανάστασης, ώστε αυτή να πάψει να απειλεί ή με οποιονδήποτε τρόπο να ενοχλεί τους καπιταλιστές.

Το περιστατικό που αναφέρει ο στρατηγός Χάλντερ έχει και ένα ευρύτερο ιστορικό ενδιαφέρον: Αποτελεί επιπλέον απόδειξη της πραγματικής φύσης της ναζιστικής ηγεσίας.

Η σύνδεση ναζισμού-καταστροφής (και όχι απλώς ήττας) της ΕΣΣΔ φαίνεται πολύ καθαρά. Η ναζιστική ηγεσία το ξέρει πολύ καλά και όλη της η θητεία δεν είναι παρά η συστηματική οικονο­μική, στρατιωτική, τεχνική και ιδεολογική προετοιμασία γι' αυτό. Η διάσταση της ναζιστικής πολιτικής που αφορά στην ανα­διανομή του κόσμου σε βάρος των άλλων δυνάμεων υποτάσσε­ται, από την πλευρά της μακροπρόθεσμης «τεχνικής», στο στόχο της καταστροφής της ΕΣΣΔ και έχει αξία, στα μάτια της αστικής τάξης, μόνο αν εξυπηρετεί αυτό το στόχο.

Αυτό θα φανεί πολύ καθαρά στη διάρκεια του πολέμου.

«Οταν μιλάμε για τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, πρέπει πάντα να θυμόμαστε ότι, στην πραγματικότητα, δεν υπήρξε ένας μόνο πόλεμος αλλά πολλοί. Ο πόλεμος που έκαναν ο βρετανοαμερικανικός και ο γαλλικός ιμπεριαλισμός ενάντια στο γερμανικό ανταγωνιστή τους δεν είχε πολλά κοινά με τον εθνικό αντιφασι­στικό πόλεμο που διεξήγαγε η ΕΣΣΔ. Ο πόλεμος στη Δύση ήταν ένας πόλεμος μεταξύ στρατών της αστικής τάξης. Ο πόλεμος στη Δύση παρέμενε, κατά κάποιο τρόπο, ένας πόλεμος περισσότερο ή λιγότερο "πολιτισμένος" μεταξύ "πολιτισμένων" αστών»[1].

Η άποψη αυτή του L. Martens έχει, αναμφίβολα, πολλά στοι­χεία υπέρ της. Ενα από αυτά είναι, αναμφίβολα, η ίδια η διεξα­γωγή του πολέμου.

Στο μέτωπο Γερμανίας-ΕΣΣΔ, ο πόλεμος παίρνει, από την αρχή, ένα χαρακτήρα συστηματικά εξοντωτικό. Κατ' αρχήν, οι ίδιες οι σοβιετικές δυνάμεις, καθώς αναδιπλώνονται προς την Ανατολή, κάνουν ό,τι μπορούν ώστε να μην αφήσουν τίποτα πίσω τους. Οι ναζιστικές δυνάμεις κάνουν το ίδιο και θα το επα­ναλάβουν ακόμα πιο εμπεριστατωμένα στη φάση της υποχώρη­σής τους.

Οι σφαγές είναι κάτι το σύνηθες. Οι ίδιες οι οδηγίες της Ανώ­τατης Στρατιωτικής Διοίκησης είναι σαφείς: Η χώρα πρέπει να σβήσει από το χάρτη, εκτός μόνο στο βαθμό που είναι «μίνιμουμ απαραίτητη» για αξιοποίηση.[2]

Τα ειδικά σώματα παίζουν ακόμα πιο συστηματικό ρόλο. Τα περιβόητα SS αποδείχνονται όργανα συστηματικής και εξοντω­τικής υποδούλωσης της Ανατολής. Στα χέρια μας έχουν φτάσει υπεράφθονες οδηγίες, στις οποίες επισυνάπτονται και ειδικοί κατάλογοι, όπου ολόκληρες ειδικά επιλεγμένες κατηγορίες του πληθυσμού καταγράφονται συστηματικά για εξόντωση. Μια χαρακτηριστική λεπτομέρεια: Την πρώτη θέση κατέχουν τα μέλη και τα στελέχη του ΚΚΣΕ, που πρέπει να βρεθούν, να συλλη­φθούν και οπωσδήποτε να εξοντωθούν. Ο πρώτος χώρος όπου γίνεται αυτή η επιλογή είναι οι αιχμάλωτοι πολέμου.[3] Αντίθε­τα, στη Δύση δεν έχουμε τέτοια φαινόμενα σε συστηματική έκτα­ση.

Η συγκριτική αντιπαράθεση των πολεμικών επιχειρήσεων είναι επίσης πολύ διδακτική.

Είναι πολύ γνωστό ότι οι μονάδες της Βέρμαχτ δεν παραδί­δονταν με τίποτα στο σοβιετικό στρατό. Ακόμα και σε συνθήκες ανέλπιδα συντριπτικής υπεροχής δυνάμεων του αντιπάλου, ακό­μα και ολοκληρωτικά περικυκλωμένες, οι ναζιστικές μονάδες προτιμούν την ολοκληρωτική εξόντωση από την παράδοση. Τέτοιο δείγμα ήταν, π.χ., η Μάχη του Στάλινγκραντ, αλλά υπάρ­χουν και πάρα πολλές άλλες. Τέτοια ήταν, π.χ., η πολιορκία του Κένιγκσμπεργκ, που χρειάστηκε 419 εφόδους για να καταληφθεί, η ίδια η Μάχη του Βερολίνου, όπου ήταν φανερό ότι οι Γερμανοί δεν είχαν από πουθενά να περιμένουν βοήθεια και όπου πολλοί Γερμανοί τραυματίες, νοσοκόμοι, γιατροί κλπ. σκοτώθηκαν (και, πολλές φορές, πνίγηκαν) όταν οι ναζιστικές μονάδες κατέστρεψαν τα νοσοκομεία εκστρατείας «για να μην πέσουν στα χέρια του εχθρού». Στο Βερολίνο, οι σοβιετικές δυνάμεις που προέλαυ­ναν βρήκαν Γερμανούς στρατιωτικούς κρεμασμένους από δέντρα ή στήλες του ηλεκτρικού με πινακίδες που έγραφαν ΠΡΟΔΟΤΗΣ. ΛΙΠΟΤΑΚΤΗΣ κ.ά. παρόμοια. Μερικοί Σοβιετικοί στρατιωτικοί βεβαιώνουν ότι είδαν ιδίοις όμμασιν εκτελέσεις Γερμανών στρα­τιωτικών από γερμανικές μονάδες για λόγους που δεν έχουν διευκρινιστεί, αλλά που θεωρείται βέβαιο ότι αφορούσαν προτά­σεις παράδοσης. Στη Βουδαπέστη, όπου γίνονται άγριες μάχες και στο υπέδαφος (σε υπόγειους χώρους που χρησιμοποιούνταν και χρησιμοποιούνται σαν χρηματοκιβώτια τραπεζών ή χώροι κατάψυξης και που έχουν μετατραπεί σε οχυρά), οι μονάδες των SS αρνούνται να παραδοθούν. Καθώς οι εκκλήσεις των Σοβιετικών επαναλαμβάνονται, τα SS προχωρούν σε ένα βήμα όχι μόνο κάπως αστείο, αν λάβει κανείς υπόψη του την τραγικότητα της κατάστασης, αλλά και που έρχεται σε ευθεία αντίθεση με το σημείο-κλειδί της ιδεολογικής ταυτότητας των SS, τον αντιδρα­στικό ελιτισμό: Οργανώνουν δημοψήφισμα, το οποίο, μάλιστα, καταλήγει στο ΟΧΙ.

Στο Πόζναν, Σοβιετικοί και Γερμανοί στρατιώτες σφάζονται όχι για κάθε δωμάτιο αλλά για κάθε γωνία ενός διακλαδωμένου συστήματος οχυρώσεων. Η ναζιστική διοίκηση, για να κλείσει το δρόμο της σοβιετικής εφόδου, επανδρώνει τις οχυρώσεις και με συντάγματα στρατιωτικοποιημένης αστυνομίας. Οι απώλειες είναι τρομακτικές και από τις δύο μεριές. Μόνο όταν φτάνουν το 80%, οι Γερμανοί αποφασίζουν να παραδοθούν.

Αντίθετα, στη Δύση η κατάσταση είναι τελείως διαφορετική. Οχι, βέβαια, ότι οι ναζιστικές δυνάμεις δεν προσπαθούν να ανα­κόψουν την προέλαση των Αμερικανών και των Βρετανών. Στις συγκρούσεις, όμως, δεν κυριαρχεί το πάθος. Μόλις η υπεροχή (πολύ φανερή για να την παραβλέψει κανείς) των αμερικανικών και βρετανικών μονάδων γίνει πια «απαράκαμπτη», οι ναζιστι­κές δυνάμεις σπεύδουν να υποχωρήσουν ή να παραδοθούν. Η «έλλειψη πάθους» έχει σοβαρές στρατιωτικές συνέπειες και από την άλλη μεριά. Το καλοκαίρι του 1944, οι βρετανικές δυνά­μεις ηττώνται στην Ολλανδία από έναν εχθρό που δεν έχει καμιά μαχητική αξία και σχεδόν δε διαθέτει όπλα. Το Δεκέμβρη του 1944, στην περιοχή των Αρδεννών, οι αμερικανικές δυνάμεις, που διαθέτουν γιγαντιαία υπεροχή, υποχωρούν μπροστά σε γερ­μανικές τεθωρακισμένες μονάδες που αντιμετωπίζουν μεγάλα προβλήματα μετακίνησης λόγω ασφυκτικής έλλειψης καυσί­μων.[4]

Η κατάσταση προχωράει ένα βήμα ακόμα όταν οι αμερικανι­κές και βρετανικές δυνάμεις μπαίνουν στο γερμανικό έδαφος. Εκεί, οι γερμανικές δυνάμεις τα αφήνουν όλα «σύξυλα» και παραδίνονται κατά μάζες. Μεγάλες πόλεις, όπως το Αμβούργο, το Εσεν, το Κάσελ, η Φραγκφούρτη, το Μόναχο παραδίνονται αμαχητί και συχνά από τηλεφώνου. Οι διοικητές των στρατιωτι­κών μονάδων (π.χ. στο Εσεν) αψηφούν τις διαταγές του Χίτλερ για αντίσταση μέχρις εσχάτων και παραδίνονται ή, τουλάχιστον, παραδίνουν τις δυνάμεις τους χωρίς καμιά μάχη. Οι απώλειες των ΗΠΑ στη Γερμανία ήταν 8.351 άνδρες, για ένα στρατό περί­που 3.000.000, ενώ μόνο η μάχη του Βερολίνου και μόνο στους Σοβιετικούς στοίχισε 300.000 νεκρούς και τραυματίες. Τα κινη­ματογραφικά ντοκουμέντα των ίδιων των ενόπλων δυνάμεων των ΗΠΑ δείχνουν στρατιωτικές μονάδες που παραδίνονται συντεταγμένες και με επικεφαλής τους διοικητές τους. Το μαζικό κύμα της παράδοσης φαίνεται από το ότι, μόνο στο Σλέσβιχ-Χόλσταϊν,[5] οι στρατιωτικές και ναυτικές δυνάμεις που παρα­δόθηκαν στους Βρετανούς υπολογίζονται σε 2.000.000 άνδρες. Κάθε άλλο παρά σπάνιες είναι οι περιπτώσεις όπου μεγάλες μονάδες παραδόθηκαν σε ολιγομελείς περιπόλους ή ακόμα και σε μεμονωμένους στρατιώτες. Εξίσου, ή και περισσότερο, συχνό υπήρξε το φαινόμενο των μαχών που μόνο στόχο είχαν να σπά­σουν το σοβιετικό κλοιό όχι για λόγους διαφυγής αλλά για να εξασφαλιστεί η παράδοση σε αμερικανικές ή βρετανικές μονάδες. Τέτοιες μάχες έγιναν και μετά την υπογραφή της άνευ όρων συνθηκολόγησης.

Δεν είναι χωρίς ενδιαφέρον να σημειώσουμε ότι το ίδιο φαί­νεται να συμβαίνει και με τον πολιτικό πληθυσμό. Ενώ στην Ανα­τολή, ο πολιτικός πληθυσμός βοηθά το στρατό και τον υποστηρί­ζει και όταν αυτός υποχωρεί, τον ακολουθεί, στη Δύση η εικόνα είναι εντελώς διαφορετική: Αν πιστέψουμε τις επίσημες εκθέσεις των ίδιων των ναζιστικών αρχών, στις δυτικές περιοχές της Γερ­μανίας, οι αγρότες όχι μόνο αρνούνται να ανεφοδιάσουν το στρατό, αλλά διώχνουν και τους στρατιώτες από τα σπίτια τους και τους παρακινούν να λιποτακτήσουν. Στους τοίχους, εμφανί­ζονται συνθήματα γραμμένα στην αγγλική γλώσσα - συνήθως, μάλιστα, με μεγάλα ορθογραφικά, γραμματικά και συντακτικά λάθη. Αν η εικόνα αυτή είναι αληθινή, πρόκειται, στην πραγματι­κότητα, για γενικευμένη εξέγερση. Πράγμα που συχνά οδηγεί σε μαζικές θηριωδίες των ναζιστών σε βάρος του γερμανικού άμα­χου πληθυσμού.

Ακόμα πιο ενδιαφέρον είναι το γεγονός ότι η ίδια η ναζιστική κορυφή κάνει το ίδιο. Κανείς ηγέτης της ναζιστικής Γερμανίας δεν είναι γνωστό να επιδίωξε να παραδοθεί στο σοβιετικό στρα­τό. Αντίθετα, ηγέτες πρώτης γραμμής, όπως ο Χ. Γκέρινγκ, ο Χ. Χίμλερ κ.ά., παραδόθηκαν στις δυτικές δυνάμεις.[6]

Ο στρατός, άλλωστε, γενικεύει το παράδειγμα: Η OKW (Ανώτατη Διοίκηση της Βέρμαχτ) συνθηκολογεί στις 8 Μάη 1945 στην πόλη Ρεμς (Reims) της Ανατολικής Γαλλίας μόνο στους Αμερικανούς, αλλά, τελικά, αυτή η «συνθηκολόγηση χωρίς την ΕΣΣΔ» δεν γίνεται δεκτή από τους Αμερικανούς. Σήμερα, δεν υπάρχει πια αμφιβολία ότι ο ναζιστικός στρατός δε διαλύεται στη Δύση μόνο λόγω της (αναμφισβήτητης) υπεροχής των αμερι­κανικών και βρετανικών δυνάμεων: Διαλύεται και για να τους ανοίξει το δρόμο προς το Βερολίνο. Αυτό είναι σήμερα όχι μόνο φανερό, αλλά και γνωστό από τα σχέδια της OKW. Πολύ χαρακτηριστικό είναι το ότι τα σχέδια αυτά αναφέρονται και σε προ­κηρύξεις του Ν50ΑΡ που κυκλοφορούν στο ήδη πολιορκημένο από το σοβιετικό στρατό Βερολίνο, όπου διεξάγονται άγριες οδομαχίες.[7]

Στα στρατόπεδα αιχμαλώτων, η κατάσταση είναι όμοια. Οι συνθήκες ζωής ανάμεσα στους Βρετανούς και τους Αμερικανούς αιχμαλώτους, από τη μια, και τους Σοβιετικούς, από την άλλη, δεν είχαν τίποτα το κοινό - πράγμα που εξηγεί και την ανατρι­χιαστική θνησιμότητα ανάμεσα στους τελευταίους.[8] Ιδιαίτερα έντονη ήταν η προσπάθεια των ναζιστών να μετατρέψουν τους Σοβιετικούς αιχμαλώτους πολέμου σε προδότες. Γενικά, πάντως, τα ναζιστικά στρατιωτικά στρατόπεδα συγκέντρωσης παραμέ­νουν ένα από τα πιο ενδιαφέροντα και τα λιγότερο ερευνημένα θέματα του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου.

Παράλληλα, δεν πρέπει και να υπερβάλλουμε, υπεραπλουστεύοντας το θέμα. Οπως ο Α΄, έτσι και ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλε­μος υπήρξε μια ένδειξη της γενικευμένης βαρβαρότητας της ιμπε­ριαλιστικής κοινωνίας.[9] Η ένδειξη αυτή ήταν ακόμα μεγαλύτε­ρη στην κορυφή της κοινωνίας αυτής, δηλαδή στη ναζιστική Γερ­μανία. Π.χ. η στάση των ναζιστών απέναντι στους Βρετανούς και κυρίως τους Αμερικανούς αιχμαλώτους δίνει την εντύπωση ότι ήταν το αποτέλεσμα μιας πολύ έντονης και συνεχούς συγκρά­τησης που με δυσκολία επιβάλλεται. Οι αγριότητες σε βάρος αιχ­μαλώτων, αν και πολύ πιο σπάνιες, καθόλου δε λείπουν. Δεί­χνουν, μάλιστα, να εξαπλώνονται στην τελική φάση του πολέ­μου, όταν μια μερίδα της ναζιστικής κορυφής χάνει κάθε ελπίδα προσέγγισης με τις δυτικές δυνάμεις. Ετσι, π.χ., στις μάχες των Αρδεννών, οι Αμερικανοί αιχμάλωτοι εκτελούνται σχεδόν συστη­ματικά και, συχνά, ομαδικά.

Ενα ιδιόμορφο αλλά χαρακτηριστικό σημείο συγκέντρωσης των αντιθέσεων του πολέμου ήταν οι αεροπορικοί βομβαρδι­σμοί. Το θέμα παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς ο Β' Παγκόσμιος Πόλεμος ήταν ο πρώτος πόλεμος τόσο εκτεταμένης χρήσης της αεροπορίας, της οποίας δοκιμή ήταν ο Ισπανικός Εμφύλιος Πόλεμος.

Η αφομοίωση αυτής της εμπειρίας από τη ναζιστική ηγεσία φάνηκε από την αρχή της δυτικής εκστρατείας και συγκεκριμένα στο Ρότερνταμ, το οποίο βομβαρδίζεται άγρια. Οι καταστροφές είναι μεγάλες. Υπάρχουν 814 νεκροί, χιλιάδες τραυματίες και 78.000 άστεγοι.[10]

Καθώς ο πόλεμος προχωρεί, οι βρετανικές πόλεις (συμπερι­λαμβανομένων και των βορειοϊρλανδικών) γίνονται στόχοι της ναζιστικής αεροπορίας τον Ιούνη του 1940-Μάη του 1941, ενώ η βρετανική αεροπορία αντικαθιστά τις προκηρύξεις, που ως τότε έριχνε στη Γερμανία,[11] με βόμβες. Μετά το Μάρτη του 1942, οι βομβαρδισμοί γίνονται πιο συστηματικοί: Οι κοινοί βρετανοαμερικανικοί ιπτάμενοι στόλοι ισοπεδώνουν τις γερμανικές πόλεις, μετατρέποντας τις σε σωρούς ερειπίων. Το γεγονός ότι η ναζιστι­κή Γερμανία δεν μπορεί να αντιτάξει κάτι ανάλογο, δείχνει το συσχετισμό των δυνάμεων.

Στο σημείο αυτό, αξίζει να υπογραμμιστούν δύο πράγματα: α) Οι αεροπορικοί αυτοί βομβαρδισμοί, που καταλήγουν να πάρουν γιγαντιαίες διαστάσεις, γίνονται αποκλειστικά στη Δύ­ση. Στην Ανατολή, όπου συγκεντρώνονται κολοσσιαίες αεροπο­ρικές δυνάμεις, οι αεροπορικοί βομβαρδισμοί λείπουν σχεδόν τελείως. Ο αεροπορικός βομβαρδισμός της γραμμής του πυρός και οι γιγαντιαίες αερομαχίες είναι φαινόμενα σχεδόν καθημερι­νά, αλλά οι βομβαρδισμοί των μετόπισθεν σχεδόν λείπουν τελεί­ως. Μόνο στις πρώτες ημέρες του πολέμου, η σοβιετική αεροπο­ρία βομβαρδίζει το Βερολίνο και το Ντάντσιχ. Σχεδόν αμέσως μετά, εγκαταλείπει αυτή την τακτική. Η γερμανική αεροπορία, της οποίας οι προωθημένες βάσεις απέχουν μόνο μερικά λεπτά πτήσης, δε βομβαρδίζει τη Μόσχα στις 7 Νοέμβρη του 1941. Η σοβιετική πρωτεύουσα που, για μια κρίσιμη στιγμή του πολέμου, βρίσκεται σχεδόν μέσα στη ζώνη των επιχειρήσεων, παθαίνει μόνο ασήμαντες ζημιές.

β) Οι βομβαρδισμοί αυτοί δεν έπαιξαν σχεδόν κανένα στρα­τιωτικό ρόλο. Τα θύματα τους ήταν, βέβαια, πάρα πολλά, αλλά δε φαίνεται να επηρέασαν σε τίποτα την πορεία των επιχειρήσε­ων.

Ετσι, βλέπουμε τη Γερμανία, που βομβαρδίζεται αμείλικτα, να αυξάνει συνεχώς την πολεμική της παραγωγή. Κάτω από τα ερείπια, βρίσκονται γεμάτες αποθήκες. Το 1944 είναι χρόνος-ρεκόρ για την παραγωγικότητα.[12] Το Γενάρη του 1945, η Γερμα­νία, δηλαδή μια χώρα που «πνέει τα λοίσθια», παράγει το διπλά­σιο οπλισμό από το Γενάρη του 1940, όταν βρισκόταν σε κατά­σταση ακράτητης επέκτασης.

Τι είχε συμβεί; Μα είναι πολύ απλό: Οι βομβαρδισμοί δεν έπλητταν, κατά κανόνα, βιομηχανικές εγκαταστάσεις αλλά χώρους κατοικίας. Γιατί, όμως, δεν έπλητταν βιομηχανικές εγκαταστά­σεις;

Αυτό έχει πολλά και πολύπλοκα αίτια.

Ενας λόγος είναι, οπωσδήποτε, ότι οι χώροι των βιομηχανι­κών εγκαταστάσεων ήταν καλύτερα προστατευμένοι. Αυτό, όμως, είναι δύσκολο να δεχτούμε ότι τα συμμαχικά επιτελεία δεν το γνώριζαν.[13] Και, αφού το γνώριζαν, γιατί συνέχιζαν τους άχρη­στους βομβαρδισμούς;

Ολα δείχνουν ότι τα χαρακτηριστικά των αεροπορικών αυτών βομβαρδισμών έχουν την εξήγηση τους στα εξής:

α) Στη χρήση των βομβαρδισμών σαν μέσου οικονομικής ανά­καμψης. Ολα δείχνουν ότι η καταστροφή των χώρων κατοικίας και λιγότερο των βιομηχανικών εγκαταστάσεων ήταν ένας τρό­πος (και, πιθανότατα, ο μόνος που απέμενε) για τη δημιουργία του απαραίτητου «κενού» ώστε να μπορεί στη συνέχεια να κινη­θεί ο οικονομικός μηχανισμός της κάλυψής του. Πρόκειται, στην ουσία, για μια από τις πιο φοβερές μορφές έκφρασης του «καπι­ταλισμού που σαπίζει».[14]

β) Στη χρήση των βομβαρδισμών σαν μέσον αντιπαράθεσης συμφερόντων μονοπωλιακών ομάδων. Αφθονούν, πράγματι, οι ενδείξεις ότι το πού θα έπεφταν οι βόμβες καθορίστηκε, σε πολύ μεγάλο βαθμό, και από τα συγκεκριμένα συμφέροντα που θα έθι­γαν. Τα ακίνητα που θα πλήττονταν συχνά καθορίζονταν με βάση τη διαπάλη των μονοπωλίων για την εξασφάλιση πλεονεκτημά­των, τη διαφύλαξη συγκεκριμένων συμφερόντων κλπ. Εχει, π.χ., επισημανθεί ότι τα τεράστια κτίρια της IG Farben στη Φραγκ­φούρτη έμειναν άθικτα εν μέσω των καπνιζόντων ερειπίων. Σε ποιο, άραγε, βαθμό αυτό οφειλόταν στους πολύ γνωστούς δε­σμούς της IG Farben με τα μονοπώλια των ΗΠΑ;

γ) Στη χρήση των βομβαρδισμών σαν ένα πολύπλοκο παιχνί­δι αντιπαράθεσης και συμμαχίας. Η καταστροφή της γερμανικής βιομηχανίας, ιδιαίτερα της πολεμικής, θα μείωνε την ικανότητα της Γερμανίας να καταστρέψει την ΕΣΣΔ ή, τουλάχιστον, να της αντιτάξει «καταστροφική αντίσταση». Από την άλλη, καθώς ο πόλεμος προχωρεί και φαίνεται ότι ένα τμήμα της Γερμανίας θα καταληφθεί από το σοβιετικό στρατό, εντείνονται οι βομβαρδι­σμοί ακριβώς αυτών των περιοχών. Το Φλεβάρη του 1945, μια εκτεταμένη αεροπορική επιδρομή της αμερικανικής και βρετανι­κής αεροπορίας ερειπώνει το Βερολίνο - χωρίς, προφανώς, να θίξει καθόλου τη μαχητική ικανότητα των ναζιστικών στρατιωτι­κών μονάδων που έχουν ήδη συγκεντρωθεί εκεί.[15] Η περίπτωση της Δρέσδης, που σβήνει από το χάρτη χωρίς κανένα ουσιαστικό λόγο, είναι χαρακτηριστική και των αντιφάσεων αυτής της στρα­τηγικής. Καθώς τα γεγονότα τρέχουν όλο και πιο γρήγορα, η αδράνεια της προηγούμενης κατάστασης βαραίνει στη μετέπειτα εξέλιξη: Η Δρέσδη καταστρέφεται εκ θεμελίων, αλλά η γέφυρα της και μερικά εργοστάσια που διαθέτει δεν έπαθαν τίποτα.

Αλλωστε, αυτό γίνεται όχι μόνο στη Γερμανία αλλά και σε άλλες χώρες. Βλέπουμε, π.χ., τη συστηματική καταστροφή μέσω των βομβαρδισμών των εργοστασίων SKODA στην Τσεχοσλοβα­κία. Στη Ρουμανία, οι πετρελαιοπηγές του Πλοέστι βομβαρδίζο­νται συστηματικά. Και αυτά γίνονται ενώ ο πόλεμος τελειώνει και είναι πια φανερό ότι στις περιοχές αυτές πλησιάζει ο σοβιετι­κός στρατός. Εκτός αυτού, παίρνονται και άλλα μέτρα: Οσο είναι δυνατόν, οι περιοχές αυτές εκκενώνονται, συχνά με θεαμα­τικό τρόπο, από ό,τι πολύτιμο διαθέτουν.[16]

Ετσι εξηγείται και η εξέλιξη στην Ανατολή. Από τη μια πλευρά, η ΕΣΣΔ παραιτείται από την αρχή από τους αεροπορι­κούς βομβαρδισμούς γιατί καταλαβαίνει ότι με αυτούς, ακόμα κι αν έχουν επιτυχία (όπως οι δικοί της), δεν πρόκειται να κερδίσει τίποτα. Εκτός αυτού, σε όλη τη διάρκεια του πολέμου είναι πολύ φανερή η (συνήθως, αποτυχημένη) προσπάθεια της ΕΣΣΔ να αποφύγει τις καταστροφές, ιδιαίτερα των αστικών κέντρων (μια από τις πολύ σπάνιες περιπτώσεις επιτυχίας, η Κρακοβία). Σ’ αυτό, εμφανίζεται, σε παραλλαγμένη μορφή, η αντίθεση κεφαλαίου-εργασίας: Εκείνο που για τις δυτικές δυνάμεις ήταν ένας παράγοντας οικονομικής ανάκαμψης, για την ΕΣΣΔ ήταν ένα δυσβάσταχτο οικονομικό βάρος.[17]

Από την άλλη πλευρά, και η ναζιστική Γερμανία αποφεύγει τους βομβαρδισμούς, ακόμα και στις ευνοϊκές στιγμές, γιατί καταλαβαίνει ότι οι απώλειες θα είναι τόσο μεγάλες ώστε κάθε επιτυχία θα έχανε την αξία της.

Σήμερα ξέρουμε ότι και οι δύο πλευρές έβλεπαν σωστά. Μετά τον πόλεμο, ειδική επιτροπή εμπειρογνωμόνων του Πεντάγωνου χαρακτήρισε τους αεροπορικούς βομβαρδισμούς «μεγαλύτερη και δαπανηρότερη γκάφα της στρατιωτικής ιστορίας». Πολύ ακριβής εκτίμηση, ιδιαίτερα αν σκεφτεί κανείς ότι, πέρα από τα πάμπολλα άλλα, στοίχισαν τη ζωή σε χιλιάδες (και, πιθανότατα, δεκάδες χιλιάδες) Βρετανούς και Αμερικανούς πιλότους, πλοη­γούς, πυροβολητές κλπ.

Οσα είπαμε παραπάνω δείχνουν και κάτι που έχει ιδιαίτερη σημασία: τη συνέχιση των επαφών διαφόρων τύπων μεταξύ των δυτικών δυνάμεων και της Γερμανίας στη διάρκεια του πολέμου.

Τέτοιες επαφές είναι σήμερα γνωστό ότι έγιναν. Κέντρο, π.χ., των βρετανογερμανικών επαφών ήταν η Λισαβόνα. Μεταξύ Αμε­ρικανών και Γερμανών, παρόμοιες συναντήσεις έχουμε, όπως όλα δείχνουν, πολύ συχνά στη Στοκχόλμη, συχνά με τη μεσολά­βηση Σουηδών κρατικών και οικονομικών παραγόντων. Οι επα­φές αυτές δεν έφεραν, βέβαια, την πλήρη γεφύρωση των αντιθέσε­ων, αλλά δεν έμειναν και χωρίς κανένα αποτέλεσμα. Επέτρεψαν, π.χ., κάποιο βρετανικό έλεγχο στη γερμανοκρατούμενη Ελλάδα, τη συμφωνία για την ανενόχλητη αποχώρηση των Γερμανών από αυτήν, μερικές ακόμα αδιευκρίνιστες διαβουλεύσεις για την Ιτα­λία κλπ.

Ακόμα πιο συστηματικές ήταν οι επαφές μεταξύ των τμημάτων του μονοπωλιακού κεφαλαίου, οι οποίες ουδέποτε σταμάτη­σαν και, όπως φαίνεται, ούτε καν επηρεάστηκαν από την έναρξη του πολέμου. Μια πρόγευση τέτοιων επαφών υπήρχε ακόμα από την εποχή των «εν ψυχρώ προσαρτήσεων» του 1938-39. Στη διάρ­κεια του πολέμου, το φαινόμενο πήρε συστηματική έκταση.[18]

Αυτό παρουσίασε συχνά και την προσωπική πλευρά του. Υπήρχε μια ολόκληρη μερίδα της ηγεσίας της ναζιστικής Γερμα­νίας που ήταν πάντα (και, όπως φαίνεται, δίκαια) ύποπτη για υπερβολική συμπάθεια προς τις δυτικές δυνάμεις. Η μερίδα αυτή βρισκόταν παντού, στον πολιτικό μηχανισμό, στο στρατό, στον οικονομικό τομέα, ακόμα και στο μηχανισμό πληροφοριών (ο περίφημος Κανάρις, που, τελικά, δεν γλίτωσε από την εκδικητι­κή μανία του Χίτλερ των τελευταίων ημερών του πολέμου, είχε πάντα τη φήμη του «ανθρώπου των Αγγλων», φήμη μάλλον υπερ­βολική, αλλά όχι χωρίς κάποια βάση). Ακόμα πιο χαρακτηριστι­κή υπήρξε η περίπτωση του Βάλτερ Σέλενμπεργκ, ενός από τα λαμπρότερα στελέχη του NSDAP. Προσχωρώντας στο ναζιστικό κόμμα στα 1933, ο Σέλενμπεργκ είχε μια λαμπρή και σχεδόν αστραπιαία άνοδο. Στις παραμονές του πολέμου, είναι κιόλας υπαρχηγός του Χάινριχ Χίμλερ. Σύμφωνα με ορισμένες πληρο­φορίες, υπήρξε μια σημαδιακή συζήτηση μεταξύ Χίμλερ και Σέλενμπεργκ την 1.1.1942, δηλαδή αμέσως μετά τις μάχες της Μόσχας και την εξάπλωση του πολέμου στην Ασία, που σήμαινε και κήρυξη πολέμου ΗΠΑ-Γερμανίας. Στη συζήτηση αυτή, ο Σέλενμπεργκ ανοιχτά και ο Χίμλερ καλυμμένα καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι η ναζιστική Γερμανία είναι καταδικασμένη και δεν μπορεί σε καμιά περίπτωση να νικήσει. Δεν είναι, ίσως, χωρίς ενδιαφέρον το ότι το συμπέρασμα αυτό φαίνεται πασιφανές και στους δύο.

Ο Σέλενμπεργκ θεωρούνταν πάντα ένα από τα πιο «δυτικόφι­λα» στελέχη του NSDAP. Ανήκοντας, όπως φαίνεται, στην ίδια ομάδα με τον Ες, ο Σέλενμπεργκ έχει το θάρρος να αντιταχτεί σε κάθε σκέψη εισβολής στη Βρετανία και τάσσεται υπέρ της επίθε­σης ενάντια στην ΕΣΣΔ.

Σήμερα, ξέρουμε ότι ο Β. Σέλενμπεργκ ήταν πρόεδρος εται­ρίας των ΗΠΑ και ότι έμεινε τέτοιος σε όλη τη διάρκεια του πολέ­μου.[19] Δεν είναι, ασφαλώς, τυχαίο το ότι ο Σέλενμπεργκ υπήρξε ο πρωταγωνιστής των επαφών, μέσω Σουηδίας, της ναζιστικής Γερμανίας και των δυτικών δυνάμεων. Η συνέχεια της εξέλιξής του δεν είναι λιγότερο θεαματική. Στις πρώτες ημέρες μετά το τέλος του πολέμου, ο Σέλενμπεργκ βρίσκεται ανεξήγητα στη Σουηδία. Εχει, μάλιστα, την άνεση να γράψει και βιβλίο με τον εύγλωττο τίτλο Στους διαδρόμους της εξουσίας. Το βιβλίο εκδί­δεται το 1948 και, όπως φαίνεται, η πρωτότυπη έκδοσή του έγινε στην αγγλική γλώσσα.

Στην πραγματικότητα, η εικόνα αυτή (επαφές, αδέξιοι βομ­βαρδισμοί, ατελέσφορες στρατιωτικές κινήσεις, άγρια αντίσταση στην Ανατολή και μαλθακότητα στη Δύση, διαφορετική στάση του πολιτικού πληθυσμού κλπ.) δείχνει έναν παράγοντα που ξεπερνά πολύ τη συγκεκριμένη πολιτική και στρατιωτική συ­γκυρία: Δείχνει την, ας την πούμε έτσι, «ιστορική όσμωση» μετα­ξύ Γερμανίας και δυτικών δυνάμεων, σαν κρατών που συμμετέ­χουν σε ένα κοινό κοινωνικοϊστορικό σχηματισμό - που είναι, όπως είναι γνωστό, ο καπιταλιστικός.

Σε μερικές κρίσιμες στιγμές, η «όσμωση» αυτή φαίνεται σε όλο της το βάθος. Η διαφορετική στάση στα μέτωπα ήταν ένα τέτοιο δείγμα. Μια άλλη παράξενη και αγνοημένη περίπτωση μας δείχνει, ίσως πιο πολύ, το ίδιο.

Ο βομβαρδισμός της Δρέσδης έγινε σε δύο κύματα, που κρά­τησαν από ένα 24ωρο το καθένα. Στο πρώτο κύμα, συμμετείχαν κυρίως βρετανικά αεροπλάνα που βομβάρδισαν την κυρίως πόλη. Στο δεύτερο, συμμετείχαν κυρίως αμερικανικά αεροπλάνα που βομβάρδισαν τις γύρω από την πόλη περιοχές. Μεταξύ των δύο κυμάτων, βρετανικοί και αμερικανικοί ΡΣ προειδοποιούν τον πληθυσμό και του δίνουν οδηγίες να συγκεντρωθεί σε ορι­σμένες περιοχές για να αποφύγει τους βομβαρδισμούς, πράγμα που ο πληθυσμός κάνει. Βέβαια, το πρόβλημα είναι ότι το δεύτε­ρο κύμα βομβαρδίζει ακριβώς αυτές τις περιοχές όπου υπάρχουν και τα πιο πολλά θύματα - ωστόσο, το θέμα δεν βρίσκεται εδώ: Βρίσκεται στο ότι ο πληθυσμός της Δρέσδης αποδεικνύεται ότι άκουγε (και «άκουγε») τους βρετανικούς και αμερικανικούς σταθμούς σε μαζική κλίμακα. Οι γερμανικές εκπομπές του ΡΣ της Μόσχας αποδείχτηκαν πολύ λιγότερο αποτελεσματικές...[20]

Υπάρχουν ενδείξεις ότι και οι ναζιστικοί βομβαρδισμοί πα­ρουσίαζαν, συχνά, «συμμετρική» εικόνα.

Ενας κάτοικος του Μάντσεστερ, μιας από τις βρετανικές πό­λεις που γνώρισαν τους χειρότερους βομβαρδισμούς, έδωσε στο γράφοντα την εξής εικόνα:

Τα γερμανικά αεροπλάνα πετούν πάνω από την πόλη σε σχετι­κά χαμηλό ύψος και με σχετικά μικρή ταχύτητα. Οι βόμβες τους χτυπούν άγρια την πόλη, προκαλώντας πολλά θύματα και εκτετα­μένες καταστροφές. Ωστόσο, δεν χτυπούν τα εργοστάσια «Τσάμπερλεν», παρ' όλο που βρίσκονται στις όχθες του ποταμού Ιργουελ, που διασχίζει την πόλη και φωτίζεται και από το φως της σελήνης. Και ευτυχώς για την πόλη του Μάντσεστερ, η οποία τη γλιτώνει, κυριολεκτικά, πολύ φτηνά. Γιατί τα εργοστάσια αυτά είναι εργοστάσια πυρομαχικών και εργάζονται 24 ώρες το 24ωρο. Είναι γεμάτα εκρηκτικά. Μια μόνο βόμβα είναι αρκετή όχι για να καταστρέψει απλώς αλλά για να σβήσει τελείως από την επιφάνεια της γης όλη την πόλη και τα περίχωρα της. Και, όμως, αυτή η βόμ­βα, σε βομβαρδισμούς που κρατούν σχεδόν 10 μήνες, δεν πέφτει.

Πού οφειλόταν αυτή η παράδοξη αδεξιότητα των Γερμανών αεροπόρων; Δύσκολο να το πει κανείς. Δεν έχουμε, όμως, το δικαίωμα να υποψιαστούμε ότι έπαιξε κάποιο ρόλο το γεγονός ότι τα εργοστάσια Τσάμπερλεν ήταν μέρος του μεγάλου (και πολύ γνωστού και σήμερα) μονοπωλίου της χημείας ICI (Imperial Chemicals Industries), του οποίου η σύνδεση με γερμα­νικά συμφέροντα δεν ήταν μυστικό για κανένα;

Αλλωστε, αυτή η σύμφυση εξηγεί, σε μεγάλο βαθμό, και την επιδεικτική πολιτική του «κατευνασμού», δηλαδή της ανοχής ή και της υποκίνησης και ενίσχυσης των επιθετικών ενεργειών της ναζιστικής Γερμανίας.

«Ο (σ.σ., βρετανός πρωθυπουργός Νέβιλ) Τσάμπερλεν ήταν ένας από τους μεγαλομετόχους της ICI, συνεταιρικής εταιρίας της IG Farben, της οποίας ο Πρόεδρος Χέρμαν Σμιτς βρισκόταν στο ΔΣ της Τράπεζας Διεθνών Διακανονισμών».[21]

Αυτή η κατάσταση είχε και στρατιωτικές συνέπειες. Ετσι, π.χ., η βρετανική αεροναυπηγική βιομηχανία υπερκαλύπτει κα­νονικά, σε όλη τη διάρκεια της Μάχης της Αγγλίας, τις απώλειες της RAF. Οι αντιαεροπορικές πυροβολαρχίες δεν φαίνεται να αντιμετωπίζουν πρόβλημα έλλειψης πυρομαχικών και βλημά­των. Μια εκδήλωση του φαινομένου είναι και η περίφημη ναυτι­κή υπεροχή, γιατί, για τη διατήρηση της, ακόμα και σε ειρηνική περίοδο (χωρίς καν να μιλήσουμε για τις καταστροφές και τις απώλειες των ναυμαχιών), απαιτείται μια κολοσσιαία βιομηχα­νική βάση σε κατάσταση λειτουργίας.

Τέλος, στο πολύπλοκο κουβάρι των αντιθέσεων του Β' Παγκόσμιου Πολέμου αξίζει να αναφέρουμε και το περίφημο θέμα του «Δεύτερου Μετώπου». Είναι γνωστό ότι, για δύο χρό­νια, το μέτωπο αυτό δεν ανοίγει, αφήνοντας τη Γερμανία να πολεμά σχεδόν ανενόχλητη στην Ανατολή.

Σήμερα, τα στοιχεία που έχουμε είναι υπεραρκετά για να απο­δειχτεί ότι η εξέλιξη αυτή δεν οφειλόταν σε στρατιωτικούς λόγους αλλά στο ότι «οι βρετανοαμερικανικοί κύκλοι, που είχαν, το 1938-39, προωθήσει την πολιτική του Μονάχου, ξανακερδί­ζουν επιρροή».[22]

Ακόμα περισσότερο, γνωρίζουμε το πλήρες σχέδιο. Το ανέ­πτυξε το 1943 στο Φράνκο ο πρεσβευτής της Βρετανίας στη Μαδρίτη σερ Σάμιουελ Χόαρ. Το σχέδιο πρόβλεπε ότι, όταν οι σοβιετικές δυνάμεις προωθηθούν, ύστερα από παρατεταμένη και δαπανηρή προσπάθεια, στην Κεντρική Ευρώπη, θα βρουν απένα­ντί τους (και, αν χρειαστεί, αντιμέτωπες) άφθαρτες και ετοιμο­πόλεμες δυνάμεις των ΗΠΑ και της Βρετανίας. Προβλέπει, δηλαδή, ακριβώς εκείνο που έγινε.

Εδώ σημειώνουμε ότι η επιλογή και των προσώπων δεν ήταν τυχαία. Είναι προφανές ότι η Βρετανία θεωρεί τον σερ Σάμιουελ Χόαρ σαν τον πιο κατάλληλο πρεσβευτή στη Μαδρίτη για δύο λόγους:

α) Γιατί, σαν ειδικός σύμβουλος του πρωθυπουργού Ν. Τσάμπερλεν, υπήρξε ένας από τους πιο ένθερμους αρχιτέκτονες του Μονάχου.

β) Γιατί, αν εξαιρέσουμε το Χίτλερ, το Μουσολίνι και τους παρομοίους, ήταν αυτός που πιο πολύ συνετέλεσε στη νίκη του Φράνκο.



Το κείμενο είναι το τελευταίο κεφάλαιο από το βιβλίο «Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος. Σκέψεις για μερικές πλευρές του» του αξέχαστου Θανάση Παπαρήγα. Εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή». Αθήνα 1996.
Αποτελεί το πρώτο μιας σειράς κειμένων και άρθρων που θα δημοσιεύσει η ΚΟΜΕΠ το 2005, που συμπληρώνονται 60 χρόνια από το τέλος του Β΄ παγκοσμίου πολέμου και ενώ διεξάγεται από τις αστικές τάξεις μια τεράστιας κλίμακας επιχείρηση να ξαναγραφτεί η Ιστορία στα μέτρα τους.

[1] Ludo Martens: «Un autre regard sur Staline, Editions EPO, Βρυξέλλες 1994, σελ. 268.

[2] Τα σχετικά ντοκουμέντα κυριολεκτικά αφθονούν. Δε θα μας απασχο­λήσουν εδώ. Αρκεί να πούμε ότι υπάρχει ακόμα και εγκύκλιος, υπογεγραμμένη από τον Χ. Γκέρινγκ στις 21.5.41, δηλαδή πριν από την εισβολή, που προέβλεπε την απαγόρευση της μεταφοράς τροφίμων από περιοχές της ΕΣΣΔ σε άλλες περιοχές της ΕΣΣΔ (G. Badia: «Histoire de l’ Allemagne contemporaine, vol. II, Editions Sociales, Paris 1964, σελ. 163).

[3] Υπάρχει και ένα άλλο ερωτηματικό. Πολλοί ιστορικοί διαπιστώνουν ότι από το τέλος του 1942 πολλαπλασιάζονται κατακόρυφα τα σεμινάρια και οι παρόμοιες «επιμορφωτικές» δραστηριότητες του σώματος των SS. Πού οφειλό­ταν αυτό; Μέχρι σήμερα, δεν έχει διευκρινιστεί. Υπάρχει, ωστόσο, και η άποψη ότι αυτό οφειλόταν στην πορεία του πολέμου στην Ανατολή: Εχει πάρει τόσο άγριο χαρακτήρα ώστε ακόμα και τα SS κλονίζονται.

[4] Αυτό παρουσιάζεται πολύ χαρακτηριστικά και στην κινηματογραφική παρουσίαση της επιχείρησης από τους Αμερικανούς. Αλλο στοιχείο της ταινίας (πλήρως σύμφωνο με την ιστορική αλήθεια) είναι η παντελής απουσία της Λούφτβαφε. Οι Γερμανοί δεν διαθέτουν ούτε ένα αεροπλάνο και γι' αυτό εξετάζουν απεγνωσμένα τα μετεωρολογικά στοιχεία: Αν διασκορπιστεί η ομίχλη, είναι τελείως έκθετοι στα αμερικανικά πλήγματα από τον αέρα.

[5] Στο βορειοδυτικό άκρο της Γερμανίας, στα σύνορα με τη Δανία.

[6] «Αυτή η στάση, που εξηγείται από ταξικές αιτίες -ανάμεσα σε καπιτα­λιστικά κράτη, ακόμα και προσωρινά εχθρικά, υπάρχει πάντα μια κάποια αλλη­λεγγύη που κάνει ένα συμβιβασμό δυνατό ή, εν πάση περιπτώσει, πιο πιθανό από ό,τι με την ΕΣΣΔ- είχε ενισχυθεί από την πολιτική του κατευνασμού των δυτι­κών δυνάμεων, που παρατάθηκε πέρα από την κήρυξη του πολέμου. Επιτρέπει να καταλάβουμε την αλλαγή μετώπου της Βέρμαχτ στη διάρκεια του καλοκαιρι­ού του 1940» (G. Badia: «Histoire de lAllemagne contemporaine», vol. II, Editions Sociales,Paris 1964, σελ. 219).

[7] G. Forster, R. Lakowski, 1945 ,Das Jahr der endgultigen Niederlage der faschistischen Wehrmacht, Militarverlag der DDR, Berlin 1985, σελ. 330-332.

[8] Η σκηνή που περιέχει το βιβλίο Σφαγείο Νο 5 του Kurt Vonnegut, Jr., που εμφανίζεται πολύ γλαφυρά και στην ομώνυμη ταινία (σκηνοθεσία George Roy Hill) αντιστοιχεί πλήρως στην ιστορική αλήθεια.

[9] Αυτό που θέλουμε εδώ να πούμε είναι ότι, στην ιμπεριαλιστική «κοινω­νία» (;), η αγριότητα γίνεται ένα στοιχείο per se, που δεν υποτάσσεται εύκολα (και ούτε καν πάντα) σε πολιτικούς υπολογισμούς.
Εδώ αξίζει να σημειωθεί ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις που μας επιτρέ­πουν να υποψιαστούμε ότι και η σοβιετική ηγεσία ανησυχεί έντονα για τις πιθα­νές πολιτικοϊδεολογικοψυχολογικές παρενέργειες του πολέμου.

[10] Πράγμα που αποτελεί ένδειξη της ναζιστικής αντίληψης του πολέμου, δηλαδή του τρομοκρατικού πολέμου. Παράλληλα, δείχνει ότι μόνο η ύπαρξη της ΕΣΣΔ γλίτωσε τους λαούς της Δυτικής Ευρώπης από μια ούτε καν τρομακτική απειλή.
Αυτό και μόνο δείχνει πόσο ύπουλη είναι εκείνη η προπαγάνδα μισοαποκατάστασης που καταδικάζει μόνο την εισβολή στην ΕΣΣΔ.
Ασφαλώς, αυτή η εισβολή ήταν το κύριο
raison detre του ναζισμού. Αυτό, όμως, καθόλου δεν σημαίνει (αντίθετα, συνηγορεί υπέρ του αντιθέτου) ότι οι ναζιστικές κατακτήσεις στη Δυτική Ευρώπη, τα Βαλκάνια κλπ. δεν ήταν συμπτώματα της ναζιστικής αγριότητας και συνεπώς «νομιμοποιούνται».

[11] Στην περίοδο Σεπτέμβρη 1939-Απρίλη 1940, τα βρετανικά αεροπλάνα ρίχνουν στη Γερμανία κυρίως προκηρύξεις. Από τις 3 ως τις 25 Σεπτέμβρη του 1939, η βρετανική αεροπορία έριξε στη Γερμανία συνολικά 18.000.000 προκηρύ­ξεις (Ι. Μ. Μάισκυ, «Πόλεμος, Ποιος βοήθησε το Χίτλερ;», Εκδόσεις «Θεμέλιο», Αθήνα 1966, σελ. 13).

[12] Ενα χαρακτηριστικό γεγονός αποκαλύπτει μια πλευρά της ουσίας της υπόθεσης. Ενώ 3 ολόκληρα χρόνια βομβαρδισμών δεν έχουν κατορθώσει να θίξουν τη γερμανική βιομηχανία, το Σεπτέμβρη του 1944 παρουσιάζεται, για πρώτη φορά στην ιστορία της ναζιστικής Γερμανίας, μια απότομη πτώση της πολεμικής παραγωγής: Εχασε τις πετρελαιοπηγές του Πλοέστι, που περιήλθαν στα χέρια του σοβιετικού στρατού.

[13] Για να είμαστε δίκαιοι προς όλους, πρέπει να πούμε ότι οι βρετανικές υπηρεσίες πληροφοριών είχαν επανειλημμένα ενημερώσει τη διοίκηση της αερο­πορίας για την περιορισμένη αποτελεσματικότητα των αεροπορικών βομβαρδι­σμών.

[14] «Συνολικά, η παραγωγική ικανότητα της (σ.σ., γερμανικής) βιομηχα­νίας είχε μειωθεί κατά το ένα πέμπτο. Λιγότερο ακόμα στη σιδηρουργία (10%) και στη χημική βιομηχανία (15%). Τα κέντρα κατοικίας είχαν πληγεί περισσότε­ρο από τα εργοστάσια και αυτό δεν ήταν καρπός της τύχης» (G. Badia: «Histoire de lAllemagne contemporaine» vol. II, Editions Sociales, Paris 1964, σελ. 229).
Σημειώνουμε ότι μερικοί αναλυτές βλέπουν τέτοιου είδους φαινόμενα και στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο.

[15] Η λεπτομέρεια αυτή επιβεβαιώνει πολύ ανάγλυφα όλα όσα λέμε σχετι­κά. Παράλληλα, αποκαλύπτει ένα άλλο στοιχείο: Μπαίνοντας στο Βερολίνο, ο σοβιετικός στρατός βρίσκει μια πόλη ήδη καταστραμμένη. Οι άγριες οδομαχίες ολοκληρώνουν την καταστροφή.
Στο κεφάλαιο των βομβαρδισμών, πρέπει να υπολογιστεί και ένα νέο είδος βομβαρδισμών, που κάνει την εμφάνιση του στην τελευταία φάση του πολέμου: Πρόκειται για τους μη αεροπορικούς βομβαρδισμούς, δηλαδή για τους πυραυλι­κούς βομβαρδισμούς.
Από το Γενάρη του 1944 και συγκεκριμένα από τις 13 Γενάρη, η ναζιστική Γερμανία αρχίζει τη χρήση των πυραύλων «
V». Η ονομασία τους προέρχεται από το αρχικό των λέξεων «Vergeltungswaffe» (όπλο ανταπόδοσης). Ο πρώτος τύπος που χρησιμοποιήθηκε ήταν το V-1. Σε όλη τη διάρκεια του πολέμου, χρη­σιμοποιήθηκαν 10.500 V-1, από τους οποίους οι 2.500 έπληξαν το Λονδίνο. Οι πύραυλοι «V-1» παρουσίαζαν πολλές ατέλειες: Η ταχύτητα τους, αν και μεγαλύ­τερη των αεροσκαφών της εποχής, ήταν πάντα σχετικά περιορισμένη, δεν παρουσίαζαν καμιά δυνατότητα τηλεκατεύθυνσης και παρουσίαζαν υψηλό δεί­κτη ανασφάλειας: Πολλοί εξερράγησαν στον αέρα ή έπεσαν στη θάλασσα. Το βασικότερο ελάττωμα τους ήταν ότι μπορούσαν να αχρηστευτούν από τα βρετα­νικά παράκτια πυροβολεία.
Στις 8 Σεπτέμβρη του 1944, η ναζιστική Γερμανία άρχισε τη χρήση του νέου πυραύλου «
V-2». Ο τύπος αυτός είχε μεγαλύτερη ταχύτητα, μεγαλύτερο βεληνε­κές, παρουσίαζε τα πρώτα σημάδια τηλεκατεύθυνσης και ήταν εντελώς απρό­σβλητος από την αντιαεροπορική άμυνα. Σε όλη τη διάρκεια του πολέμου, χρη­σιμοποιήθηκαν 4.300 πύραυλοι «V-2», από τους οποίους 1.402 στη Βρετανία, από τους οποίους 517 στο Λονδίνο.
Παρά τις μεγάλες ατέλειες τους, οι πύραυλοι αυτοί (και ιδιαίτερα ο «
V-2») αποδείχτηκαν πολύ επικίνδυνοι, προκαλώντας πολλά θύματα (πάνω από 35.000) και μεγάλες καταστροφές. Πιθανότατα, μόνο η κατάληψη των βάσεων εκτόξευσης τους από τις συμμαχικές δυνάμεις έσωσε το Λονδίνο από την πλήρη εξαφάνιση από το πρόσωπο της γης.

[16] «Οταν έπεσε η Γερμανία, ο Στόκτον και ο Μπεν εξασφάλισαν φορτηγά που τα έστειλαν στο ρωσικό τομέα, ξεσήκωσαν πολύτιμο υλικό από τα κτίρια της ITT και τα αεροδρόμια και τα μετέφεραν στον αμερικανικό τομέα» (Charles Higham: «Αμερικανο-ναζιστική συνωμοσία», εκδ. «Καρρέ», Αθήνα 1985, σελ. 157).
Πρόκειται για τον Σόσθενς Μπεν, ιδρυτή (1920) της
ITT, και τον Κένεθ Στό­κτον, δεξί χέρι του Μπεν, αντιστράτηγο των ένοπλων δυνάμεων των ΗΠΑ, ενδιάμεσο σε επιχειρηματικές επαφές της ITT με τη ναζιστική Γερμανία σε όλη τη διάρκεια του πολέμου.
Κάτι παρόμοιο έγινε και σε ένα άλλο πολύ σοβαρό τομέα. Στις τελευταίες ημέρες του πολέμου, ειδικό συνεργείο των ένοπλων δυνάμεων των ΗΠΑ προω­θήθηκε ανεξάρτητα στις ακτές της Βαλτικής, στην περιοχή του Ρόστοκ. Εκεί, παρέλαβε το διευθυντικό προσωπικό της γερμανικής πυραυλικής βιομηχανίας, δηλαδή πολλές δεκάδες άτομα και, μεταξύ τους, το γνωστό μηχανικό Βέρνερ φον Μπράουν, τα επιστημονικά υλικά και ντοκουμέντα τους και τα πιο σημαντικά τεχνικά τους όργανα -υλικά συνολικού βάρους άνω των 11 τόνων- και, ύστερα από μυθιστορηματικό ταξίδι, τα μετέφεραν στον αμερικανικό τομέα. Αυτό κιν­δύνευε να δημιουργήσει σοβαρά επεισόδια όχι μόνο με τους Σοβιετικούς, που ήταν η δύναμη κατοχής της Βορειοανατολικής Γερμανίας, όπου βρίσκεται το Ρόστοκ, αλλά και με τους Βρετανούς, που ήταν η δύναμη κατοχής της Βορειο­δυτικής Γερμανίας.
Αλλά το ίδιο έγινε και σε άλλες χώρες.
«Η
Standard Oil δεν λυπήθηκε χρήματα για όπλα, δώρα και αεροπλάνα, ώστε αμέσως μετά τη μεταπολίτευση στη Ρουμανία, στις 30 Αυγούστου του 1944, όταν ο βασιλιάς Μιχαήλ απαίτησε την παραίτηση του στρατάρχη Ανέσκου και κήρυξε τον πόλεμο στον Χίτλερ, όσο ο Κόκκινος Στρατός δεν είχε μπει ακόμα στο Βουκουρέστι, αντιμετωπίζοντας την αντίσταση των Γερμανών, να στείλει εκεί ειδική αποστολή του ΤΣΥ με επικεφαλής τον Ράσελ Ντορ, συνεταίρο του Ντόνο­βαν στο δικηγορικό γραφείο που είχε στην Ουόλ Στριτ. Η ομάδα του ΤΣΥ, που πήγε αεροπορικώς στο Βουκουρέστι από το Κάιρο, κατόρθωσε να κλέψει τα αρχεία της ρουμανικής και της γερμανικής κατασκοπείας και τα απόρρητα επι­στημονικά έγγραφα που είχαν σχέση με τη μελέτη των προοπτικών ανάπτυξης της πετρελαιοβιομηχανίας στη Ρουμανία» (Γ. Σεμιόνοφ, Διατάσσεσαι να επιζή­σεις, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα 1986, σελ. 52).
Η υπηρεσία που αναφέρεται σαν ΤΣΥ (Τμήμα Στρατηγικών Υπηρεσιών) ήταν, στην πραγματικότητα, η
OSS (Organisation for Strategic Studies - Οργάνω­ση Στρατηγικών Μελετών). Ιδρύθηκε το καλοκαίρι του 1941 και θεωρείται ο πρόδρομος της CIA.
Ο «Ντόνοβαν» ήταν ο Τζόζεφ Ντόνοβαν, πρώτος διευθυντής της
OSS.
Το γεγονός ότι οι Αμερικανοί μπορούσαν να κάνουν, σε τόσο περιορισμένο χρόνο, τόσο απελπιστικά δύσκολες επιχειρήσεις έχει πολύ μεγάλη σημασία.

Οι επιχειρήσεις αυτές (παράδειγμα, η επιχείρηση στις ακτές της Βαλτικής) θα ήταν εντελώς αδύνατο να γίνουν χωρίς προηγουμένη -και πιθανότατα μακρόχρονη- συνεννόηση. Οι επιχειρήσεις αυτές είναι στην πραγματικότητα κλασικές ενδείξεις «ιστορικής όσμωσης» και, όπως είδαμε, όχι μόνο με τη ναζι­στική Γερμανία, αλλά με ολόκληρη την Ανατολική Ευρώπη. Είναι φανερό ότι εξηγούν σοβαρές πτυχές των μεταπολεμικών πια γεγονότων.

[17] Ο πόλεμος στην Ασία, όπου το στοιχείο της αντίθεσης κεφαλαίου-εργασίας είναι πολύ πιο αδύνατο ή εμφανίζεται μόνο έμμεσα, θα ήταν επίσης πολύ διδακτικός σε συμπεράσματα.
Κατ' αρχήν, στις παραμονές του πολέμου, το βιομηχανικό δυναμικό της Ιαπωνίας δεν υπερβαίνει το 10% εκείνου των ΗΠΑ. Αυτό, μαζί με διαφόρους στρατηγικούς παράγοντες, θα έχει ένα πολύ σοβαρό αποτέλεσμα: Ενώ οι ΗΠΑ μπορούν άνετα να βομβαρδίζουν την Ιαπωνία, εκείνη δεν μπορεί να κάνει το ίδιο στις ΗΠΑ. Πολύ γρήγορα, τα πράγματα ξεκαθαρίζουν: Παρά την πολύχρονη προετοιμασία της, η Ιαπωνία υφίσταται τεράστιες απώλειες στη θάλασσα και τον αέρα. Στους ιαπωνικούς ουρανούς κυριαρχούν τα αεροπλάνα των ΗΠΑ. Οι βομβαρδισμοί είναι εξοντωτικοί. Υπολογίζεται ότι το Τόκιο βομβαρδίστηκε με συνολική ισχύ 13 Χιροσίμα. Μετά το Γενάρη του 1945, η ιαπωνική πολεμική αεροπορία δεν υπάρχει πια.
Οι απώλειες στη θάλασσα είναι εφιαλτικές. Το Σεπτέμβρη του 1945, έμενε στην Ιαπωνία εμπορικός στόλος συνολικού ακαθάριστου εκτοπίσματος μόνο 1.400.000 τόνων, έναντι 6.000.000 το 1940 και παρά το γεγονός ότι στη διάρκεια του πολέμου είχε ναυπηγηθεί στόλος συνολικού ακαθάριστου εκτοπίσματος 4.100.000 τόνων.
Το 1945, η Ιαπωνία έχει φτάσει στο χείλος της πλήρους εθνικής καταστροφής, και πιθανότατα το έχει ξεπεράσει. Η βιομηχανία δεν λειτουργεί, στόλος δεν υπάρ­χει, οι καταστροφές είναι μεγάλες, ενώ η αποστράτευση του κολοσσιαίου Αυτο­κρατορικού Στρατού και η επιστροφή περίπου 6.000.000 Ιαπώνων εποίκων από τα πρώην κατεχόμενα εδάφη σπρώχνουν τα πράγματα ως το λιμό. Δύο χρόνια μετά την υπογραφή της συνθηκολόγησης, η βιομηχανική παραγωγή είναι κάτω από το 50% του επιπέδου του 1936 και, σύμφωνα με μερικούς υπολογισμούς, του 1930.
Είναι πολύ πιθανό ότι η Ιαπωνία θα είχε πάψει τελείως να υπάρχει χωρίς τη βοήθεια των ΗΠΑ σε τρόφιμα, φάρμακα, καύσιμα, χημικά προϊόντα κλπ., που αρχίζει από την πρώτη μεταπολεμική ημέρα. Εν μέρει για να ανακουφιστεί η καταστροφική επισιτιστική κατάσταση και εν μέρει λόγω πολιτικών υπολογι­σμών, οι ΗΠΑ επιτρέπουν, από το 1946 κιόλας, την αλιεία έξω από τα ιαπωνικά χωρικά ύδατα, πράγμα που προκαλεί τις διαμαρτυρίες των άλλων χωρών του Ειρηνικού.
Ωστόσο, οι εξελίξεις στην Κίνα και στην Κορέα πείθουν τις ΗΠΑ ότι η Ιαπωνία «χρειάζεται» για να χρησιμοποιηθεί ενάντια στην ΕΣΣΔ. Ετσι, αρχίζει μια πολιτική ενίσχυσης που επιτρέπει μια, αργή στην αρχή, αλλά αναμφισβήτη­τη, βιομηχανική άνοδο. Στα 1955, η βιομηχανική παραγωγή έχει ήδη, επιτέλους, ξεπεράσει (κατά 50%) το επίπεδο του 1934-36. (Τα στοιχεία προέρχονται από την Αμερικανική Εγκυκλοπαίδεια, εκδόσεις Κ. Εμμανουήλ-Δ. Κιτσία & Σία, Αθήνα 1970, λήμμα «Ιαπωνία», σελ. 296-347).

Σημειώνουμε ότι και στην περίπτωση της Ιαπωνίας η Επιθεώρηση Στρατηγικών Βομβαρδισμών των ΗΠΑ κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η πολεμική παρα­γωγή της το 1945 θα είχε, λόγω της καταστροφής του στόλου, μειωθεί στο 40-50% του 1944, ακόμα και χωρίς τους βομβαρδισμούς (στο ίδιο, σελ. 310).
Πιθανώς χωρίς αυτούς, όμως, δεν θα είχε δημιουργηθεί το αναγκαίο «κενό» για την ανάκαμψη από την κρίση.
Η περίπτωση της Ιαπωνίας και η ομοιότητα της με τη Γερμανία (αν και στην Ιαπωνία οι καταστροφές φαίνεται να είναι πολύ μεγαλύτερες) δείχνουν ακριβώς αυτό που έλεγε ο Μαρξ για την καπιταλιστική ανάπτυξη και, αργότερα, «κωδι­κοποίησε» ο Λένιν: Η πορεία της καπιταλιστικής κοινωνίας είναι μια πορεία γενικά μεν ανοδική, αλλά όχι αδιάκοπα ανοδική. Και αυτό γιατί «δεν μπορεί να εξελιχθεί χωρίς δύο βήματα εμπρός και ένα (και, καμιά φορά, ολόκληρα δύο) πίσω».

[18] «Η στάση της συμφιλιωτικής μερίδας της αστικής τάξης της Βρετανίας και της Γαλλίας θα ήταν ακατανόητη εάν δεν προσθέταμε ότι, σε κάθε προσάρτη­ση, ή σχεδόν, είχαν γίνει συμφωνίες, είτε σε επίπεδο κυβερνήσεων είτε σε επίπε­δο επιχειρηματιών, που επέτρεπαν την εκκαθάριση, με κέρδος, των γαλλικών και βρετανικών συμφερόντων στα προσαρτημένα εδάφη. Αυτό έγινε με την Αυστρία, αυτό θα γίνει και με την Τσεχοσλοβακία. Ακόμα και μετά την ήττα και στη διάρ­κεια της κατοχής της Γαλλίας, αυτή η συνεργασία δεν θα σταματήσει σε μερικούς τομείς» (G. Badia: «Histoire de lAllemagne contemporaine, vol. II, Editions Sociales, Paris 1964, σελ. 104).
Ο
Higham αναφέρει ότι, στις 22.9.1939, έγινε στη Χάγη συνάντηση ανάμεσα στον Φρανκ Α. Χάουαρντ, αντιπρόεδρο της Standard Oil και μέλος του ΔΣ της Chase και τον Φριτς Ρίνγκερ της IG Farben. Στη συνάντηση αυτή, πέραν των πολλών άλλων, υπογράφηκε και συμφωνία ότι η συνεργασία θα συνεχιστεί «ανε­ξάρτητα από την είσοδο στον πόλεμο των ΗΠΑ» (Charles Higham: «Αμερικανο-ναζιστική συνωμοσία», εκδ. «Καρρέ», Αθήνα 1985, σελ. 66).
Σε όλα αυτά, ο
Higham βλέπει μια φοβερή και τρομερή «αμερικανοναζιστική συνωμοσία». Εκείνο που πράγματι υπήρχε ήταν η «φυσιολογική» λειτουργία του μονοπωλιακού κεφαλαίου.

[19] Ηταν η περίφημη ITT (σημερινή ATT). Ο Higham γράφει ότι ο Σέλενμπεργκ διορίστηκε επειδή προστάτευε την εταιρία, με «εικονικό μισθό» (Charles Higham: «Αμερικανο-ναζιστική συνωμοσία», εκδ. «Καρρέ», Αθήνα 1985, σελ. 139). Τόσο αλτρουιστής, ο Σέλενμπεργκ; Αμφιβάλλουμε. Περιττό, βέβαια, να πούμε ότι και ο Χίμλερ υπερασπίζει την εταιρία «με όλη του τη δύνα­μη» (στο ίδιο).

[20] Μια ιδιόμορφη τροπή αυτής της «ιστορικής όσμωσης» δείχνει και ένα άγνωστο περιστατικό.

Οπως είναι γνωστό, η ναζιστική ηγεσία είχε καταρτίσει το λεγόμενο «Γενικό Σχέδιο» (General Plan). Σ' αυτό το σχέδιο, αναφέρονταν οι γενικές σκέψεις της, οι προβλέψεις για τη μεταπολεμική κατάσταση κλπ.
Το ίδιο το «Γενικό Σχέδιο» δεν έχει βρεθεί μέχρι σήμερα. Γνωστά είναι μόνο μερικά ντοκουμέντα που αναφέρονται σαν συνημμένα σ' αυτό. Οσον αφορά στην ήττα που ολοφάνερα πλησιάζει, σχεδόν όλα τα ντοκουμέντα αυτά επικε­ντρώνονται στην ανάγκη διάσπασης των συμμάχων και συμπαράταξης της Γερ­μανίας με τις δυτικές δυνάμεις.

Σχεδόν όλα, το τονίζουμε. Γιατί έχει βρεθεί ένα το οποίο βλέπει την κατάσταση διαφορετικά: Ενώ παραμένει στην προσπάθεια διάσπασης των συμμά­χων, προτείνει τη συμπαράταξη με την ΕΣΣΔ.
Πρόκειται για ένα ντοκουμέντο ενδιαφέρον, γιατί τεκμηριώνει το συλλογι­σμό του με το εξής επιχείρημα:
Στην Ανατολή, η αντίσταση όχι μόνο του στρατού («μέτωπο») αλλά και του λαού («Εσωτερική δύναμη αντίστασης») παραμένει άθικτη. Στη Δύση, αντίθετα, «το μέτωπο βρίσκεται σε πλήρη διάλυση, η εσωτερική δύναμη αντίστασης απέ­ναντι στις δυτικές δυνάμεις έχει περιοριστεί σε μικρά ή ελάχιστα τμήματα του στρατού».
Ο υπαινιγμός είναι σαφής: Με τόση και τέτοια «εσωτερική δύναμη αντίστα­σης», η Γερμανία δεν κινδυνεύει από τον «μπολσεβικισμό». Από την άλλη, όπως λέγεται ανοιχτά στο ντοκουμέντο, δεν έχει τίποτα να προσφέρει στις δυτικές δυνάμεις. Γι' αυτό, πρέπει να κάνει χωριστή ειρήνη με την ΕΣΣΔ.
Αυτό θα είναι ωφέλιμο και για τα δύο μέρη:
α) Για τη Γερμανία, γιατί θα αποφύγει την καταστροφή. Για να μη μιλήσουμε για το ότι, αλλιώς, «ο γερμανικός λαός, θα υποδουλωθεί για δεκαετίες, μακρο­πρόθεσμα θα γίνει ο μισθοφόρος της ξηράς ενάντια στην Ανατολή για τη Βρετα­νία, ενώ, στην εσωτερική πολιτική ζωή, θα νικήσουν η αντίδραση και ο καπιτα­λισμός σε μια έκταση που θα κάνει αδύνατη κάθε σοσιαλιστική οικοδόμηση».
β) Για την ΕΣΣΔ, γιατί, με το τέλος του πολέμου, η συμμαχία της με τις ΗΠΑ και τη Βρετανία θα τελειώσει και, μαζί της, τα οποιαδήποτε οικονομικά και στρατηγικά πλεονεκτήματα. Αλλωστε, «η Γιάλτα έδωσε στη Ρωσία μόνο μια περιορισμένη (και αυτή συνεχώς συζητήσιμη) επιρροή στην Ανατολική και Νοτιοανατολική Ευρώπη» και «η ήττα της Γερμανίας από τις δυτικές δυνάμεις σημαίνει για την ΕΣΣΔ την παράταση του πολέμου μέσω ενός Γ' Παγκόσμιου Πολέμου».
Γι' αυτό, η Γερμανία θα κάνει χωριστή συμφωνία ειρήνης με την ΕΣΣΔ και θα συμβάλει στο να γίνει αυτό και με την Ιαπωνία, ώστε «να αποκρουστεί η βρετανοαμερικανική επιρροή στην Κίνα». Θα βοηθήσει την ΕΣΣΔ στη μεταπολεμι­κή της ανόρθωση, θα αναγνωρίσει τα συμφέροντα της ΕΣΣΔ παντού και θα τη βοηθήσει να προωθηθεί όπου θέλει (π.χ.. Ειρηνικό, Μέση Ανατολή, Περσικό Κόλπο κλπ.), θα αναγνωρίσει «τις σοβιετικές δημοκρατίες, Πολωνία, Λιθουα­νία, Εσθονία, Λετονία, Φινλανδία, Βουλγαρία, Ρουμανία, Μακεδονία, Ελλάδα και, ενδεχομένως, Τουρκία».
Μόνοι όροι τα σύνορα του 1914 για τη Γερμανία, αναγνώριση της επιρροής της στη Βόρεια και Βορειοδυτική Ευρώπη, ιδιαίτερα ενάντια στη Βρετανία, και «ισχυρότερη επιρροή» στην Αυστρία.
Τέλος, οι δύο χώρες θα κάνουν, «με βάση το πρότυπο των 16 (;) Σοβιετικών Δημοκρατιών του 1943», ένα συνασπισμό, τη «Σοσιαλιστική Ενωση», όπου «η διαμόρφωση της εσωτερικής κατάστασης παραμένει, από κάθε άποψη, ελεύθερη για τους επιμέρους λαούς» (
Forster-Lakowski, 1945..., σελ. 245).
Το ντοκουμέντο έχει ημερομηνία 5 Απρίλη του 1945.0 συγγραφέας του είναι άγνωστος και βρέθηκε μέσα στα έγγραφα της «κυβέρνησης» Ντένιτς.
Αναντίρρητα, ο συγγραφέας του ντοκουμέντου κάνει μια πολύ νηφάλια ανάλυση της κατάστασης. Μερικές από τις διαπιστώσεις του, αν τις δει κανείς εκ των υστέρων, φαίνονται σαν πραγματικά προφητικές.
Από την άλλη μεριά, ο συγγραφέας, με ένα πολύ τολμηρό
stretch of imagination:
α) Διαπιστώνει την «ιστορική όσμωση», την οποία θεωρεί επικίνδυνη αλλά και εγγύηση.
β) Αγνοεί την «ιστορική όσμωση», αφού ζητά από το γερμανικό ιμπεριαλι­σμό να δεχτεί μια συνέχιση της κυριαρχίας του χωρίς καταπολέμηση και, μάλι­στα, με επέκταση σε όλο τον κόσμο της ηγεμονίας των επαναστατικών δυνάμεων.
Φυσικά, η Ανώτατη Διοίκηση έκανε το ακριβώς αντίθετο, δηλαδή εκείνο που συνέφερε τον ιμπεριαλισμό.

Το ερωτηματικό που υπάρχει είναι μήπως αυτό το ντοκουμέντο, που φαίνε­ται να είναι μοναδικό στο είδος του, ήταν πλαστό. Πλαστό όχι με την έννοια της γνησιότητας της συγγραφής, αλλά με την έννοια της σκοπιμότητας. Υπάρχει, δηλαδή, η περίπτωση να γράφτηκε ειδικά για να βρεθεί και να παρακινήσει τους δυτικούς συμμάχους σε μια αντισοβιετική προσέγγιση με τη Γερμανία.

[21] Charles Higham: «Αμερικανο-ναζιστική συνωμοσία», εκδ. «Καρρέ», Αθήνα 1985, σελ. 29.

[22] G. Badia: «Histoire de l’ Allemagne contemporaine”, vol. II, Editions Sociales, Paris 1964, σελ. 188.