ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΠΑΝΩ ΣΤΟ 4ο ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΤΟΥ ΣΥΝ

Η κατεύθυνση των συνεδριακών (9-12.12.2004) κειμένων είναι θεμελιωμένη σε μια περίπου αναγκαστική πολιτική προσαρμογή. Μια προσαρμογή που υποδηλώνεται σε όλη την έκταση και το ύφος των κειμένων, αλλά που όμως δε διατυπώνεται καθαρά.

Μια προσαρμογή που υπαγορεύεται από την αλλαγμένη κοινωνική ατμόσφαιρα, τις διαθέσεις των εργατικών λαϊκών μαζών και την πρόσφατη εκλογική άνοδο του ΚΚΕ, άνοδο με ευρύτερη ιδεολογική σημασία.

Φθινόπωρο 2004 - Χειμώνας 2005, σε μια περίοδο που η κυβέρνηση της ΝΔ μεθοδικά ξεδιπλώνει την αντιλαϊκή της επίθεση, συνεχίζοντας την πολιτική του ΠΑΣΟΚ. Μπροστά στη ραγδαία όξυνση των κοινωνικών προβλημάτων, την επιδείνωση των συνολικών όρων ζωής της εργατικής τάξης και των ευρύτερων μισοπρολεταριακών λαϊκών μαζών, η λάμψη και η γοητεία των ιδεολογημάτων της αστικής τάξης οπισθοχωρεί.

Γι’ αυτό και εντείνονται τα θεσμικά, νομοθετικά, κανονιστικά μέτρα και οι γενικότεροι μηχανισμοί αυταρχισμού και καταστολής.

Οι κρατικοί μηχανισμοί χειραγώγησης της σκέψης και επιβολής του καπιταλιστικού μονόδρομου στην αντιμετώπιση των μεγάλων κοινωνικών - λαϊκών προβλημάτων, δυσκολεύονται να εμφανίζονται σαν φυσικά αναγκαίοι και συναντούν τη δυσπιστία μεγάλων τμημάτων του λαού.

Η πολιτική παρουσία και δράση του ΚΚΕ συναντά μια ευνοϊκή ατμόσφαιρα μέσα από επικοινωνία με σημαντικά τμήματα του λαού, που αναζητούν τις αιτίες και τη διέξοδο από τη σημερινή κοινωνική-πολιτική κατάσταση. Πραγματοποιούνται μικρά, όμως διακριτά βήματα χειραφέτησης προς την κατεύθυνση της πολιτικής του ΚΚΕ.

Γι’ αυτό και αναδύεται μια θεμελιώδης ανησυχία των συντακτών των συνεδριακών κειμένων του ΣΥΝ και επιλογή τους, να κολακέψουν τις ριζοσπαστικές διαθέσεις, να χειραγωγήσουν τις ακαταστάλακτες αναζητήσεις της αυθόρμητης λαϊκής συνείδησης στις «καταστατικές αρχές του σοσιαλισμού με ελευθερία και δημοκρατία», μοτίβο που με εμμονή επαναλαμβάνεται.

Οι προσυνεδριακές θέσεις και η πολιτική απόφαση του Συνεδρίου, περιγράφουν διεξοδικά μεν, με παραμορφωτικό φακό δε, τις εσωτερικές και διεθνείς κοινωνικο-πολιτικές εξελίξεις. Στέκονται σε επιδερμικά αυτονόητα, ή και στα πλέον ορατά διεθνή γεγονότα. Κυρίως, όμως, πραγματοποιούν λεκτικές και λειτουργικές συνδέσεις με τα προκατασκευασμένα ιδεολογήματα του σύγχρονου και παλιού ρεφορμισμού καθώς και του αντικομμουνισμού.

Με σταθερή περιοδικότητα διατυπώνονται και επαναλαμβάνονται:

α) «Νεοφιλελεύθερος καπιταλισμός» και «νεοφιλελεύθερη καπιταλιστική παγκοσμιοποίηση», όπου φευγαλέα διακηρύσσεται ότι «αυτός είναι ο νέος ιμπεριαλισμός».

β) Ο Συνασπισμός διεκδικεί «τη διαμόρφωση ενός ισχυρού σύγχρονου καθολικού κοινωνικού κράτους», ενώ πολυάριθμες είναι οι συνθηματολογικές αναφορές στο «κοινωνικό κράτος» και το «κράτος πρόνοιας».

γ) Στους ενδιάμεσους στόχους του, από την άποψη της στρατηγικής του, προβάλλεται ο στόχος «ο ουσιαστικός πολιτικός και κοινωνικός έλεγχος των αγορών» που σήμερα κατά την άποψή τους δεν υπάρχει.

Παραγνωρίζει, συνειδητά μάλλον, ότι όλες οι λεγόμενες νεοφιλελεύθερες ρυθμίσεις και μεταρρυθμίσεις – αναδιαρθρώσεις πραγματοποιήθηκαν και ακόμη πραγματοποιούνται με ισχυρή πολιτική-κρατική παρέμβαση.

Φαίνεται ότι οι συντάκτες των κειμένων είναι αιχμαλωτισμένοι είτε ενστερνίζονται και με αρνητικό τρόπο την αντικρατικίστικη φλυαρία των νεοφιλελεύθερων πολιτικών κομμάτων περί «απελευθέρωσης των αγορών» και περί «ελεύθερης αγοράς». Είναι εμφανές ότι δεν αντικρίζουν την ασκούμενη κυρίαρχη οικονομική πολιτική στην Ελλάδα και τις χώρες της Ευρώπης σαν μορφές των σύγχρονων κρατικομονοπωλιακών ρυθμίσεων.

δ) Διακρίνονται από μια λατρεία, με τόνους έκστασης για τα «νέα κινήματα», «το κίνημα των κινημάτων» και το «κίνημα κατά της παγκοσμιοποίησης», ενώ κάνουν «αντιδιαστολή» προς την αντίληψη του ταξικού εργατικού κινήματος. Επαναλαμβάνουν αναμασώντας την παμπάλαιη θεωρητική συκοφαντία της σοσιαλδημοκρατίας (Κάουτσκι, Κράξι, Μπραντ, Νόσκε και Εμπερτ) ενάντια στο επαναστατικό εργατικό κίνημα, παραγνωρίζοντας τη λενινιστική αντίληψη. Λένε: «Τα νέα κινήματα είναι σε αντιπαράθεση με τα παραδοσιακά ρεύματα που παρέμειναν δέσμια του οικονομικού ντετερμινισμού και της αναμονής της κρίσης του καπιταλισμού».

Μάλλον όμως βλέπουν τον εαυτό τους σε καθρέφτη. Γιατί ο Λένιν αναφέρει:

«Ο μαρξισμός διαφέρει απ’ όλες τις άλλες σοσιαλιστικές θεωρίες, κατά το ό,τι ξέρει να συνδυάζει θαυμάσια την απόλυτη επιστημονική νηφαλιότητα στην ανάλυση της αντικειμενικής κατάστασης πραγμάτων και της αντικειμενικής πορείας της ανάπτυξης, με την πιο αποφασιστική αναγνώριση της σημασίας που έχει η επαναστατική ενέργεια, η επαναστατική δημιουργία, η επαναστατική πρωτοβουλία των μαζών, όπως εννοείται και τα ξεχωριστά πρόσωπα, ομάδες, οργανώσεις, κόμματα που ξέρουν βυθομετρώντας να βρίσκουν και να πραγματοποιούν τη σύνδεση με αυτές ή εκείνες τις τάξεις».

ε) Το κείμενο των συνεδριακών θέσεων σε πολλές παραγράφους επαναδιακηρύσσει, για να μην υπάρχει καμιά αμφιβολία ούτε ρωγμή υποψίας από τους κηδεμόνες και τους άλλους κατασκευαστές της κοινής γνώμης και των πολιτικών αναδιατάξεων: «Ο ΣΥΝ δεν έχει καμιά σχέση με το σοσιαλισμό που γνωρίσαμε στον 20ό αιώνα». Γι’ αυτό το κείμενο υιοθετεί μια αφοριστική, μηδενιστική, απορριπτική τοποθέτηση με αντι-ιστορικές και ιδεαλιστικές συντεταγμένες.

Γράφουν χαρακτηριστικά:

„ «Ολες οι προσπάθειες εγκαθίδρυσης του σοσιαλισμού στον 20ό αιώνα απέτυχαν».

„ «στο ίδιο πάντα όνομα του σοσιαλισμού έγινε φανερό ότι μπορούν να αναπτυχθούν, και όντως αναπτύχθηκαν, καθεστώτα εκμεταλλευτικά, καταπιεστικά, αυταρχικά, υποκριτικά, βαθιά αντιδημοκρατικά».

„ «μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ενωσης και των καθεστώτων του υπαρκτού σοσιαλισμού».

„ «Ο σοσιαλισμός με δημοκρατία και ελευθερία που διεκδικούμε δεν έχει τίποτε να κάνει με το καθεστώς που επικράτησε στη Σοβιετική Ενωση και στις χώρες του «υπαρκτού σοσιαλισμού» επί Στάλιν και διατηρήθηκε από τους επιγόνους του μέχρι την κατάρρευσή του».

Αξίζει να σημειωθεί:

α. Οτι υιοθετούν την ιδεαλιστική αντίληψη περί κατάρρευσης.

β. Οτι τέτοιους αρνητικούς χαρακτηρισμούς, όμως, για το υπαρκτό καπιταλιστικό σύστημα το κείμενο πουθενά δε διατυπώνει.

Η ευρωενωσιακή λατρεία του ΣΥΝ, προσλαμβάνει χαρακτηριστικά προγραμματικής ιδεολογικής αγκύλωσης και ανοιχτής απολογητικής υπέρ των θεσμών του συνασπισμένου ευρωπαϊκού κεφαλαίου.

Αναφέρουν:

«η διεύρυνση της ΕΕ φέρνει αναπόφευκτα κοντύτερα τους ευρωπαϊκούς λαούς ενισχύοντας έτσι την απαραίτητη ιστορική βάση για την εγκαθίδρυση του σοσιαλισμού στην κλίμακά της».

Είναι εκκωφαντική η σιωπή των συνεδριακών κειμένων για την ουσία, τη λογική, τον πυρήνα των ταξικών επιδιώξεων του κεφαλαίου, ακόμα-ακόμα και του ιδεολογικού-πολιτικού ρεύματος του νεοφιλελευθερισμού.

Οι σχετικές αναφορές των κειμένων περιγράφουν μόνο τις εκτρωματικές επιπτώσεις στα λαϊκά στρώματα, με μια ορολογία και μια μεθοδολογία πανεπιστημιακών καθηγητών της «κοινωνικής μορφολογίας» με διατυπώσεις «κοινωνικών τοπίων».

Με την ίδια μεθοδολογία παρουσιάζεται στα συνεδριακά κείμενα η Ευρωπαϊκή Ενωση. Χωρίς οικονομικά, πολιτικά στρατιωτικά συμφέροντα των κυρίαρχων κοινωνικών της δυνάμεων. Οι θεσμοί, οι πολιτικές, οι στρατηγικές επιδιώξεις των κυρίαρχων πολιτικών δυνάμεων στην ΕΕ είναι αθέατες στη δομή των συνεδριακών κειμένων. Κάπου-κάπου οι κυρίαρχοι της ΕΕ εμφανίζονται χωρίς πολιτική βούληση, κάτι σαν ανήλικοι να παρασύρονται παθητικά στη δίνη των διεθνών εξελίξεων.

Ετσι τα συνεδριακά κείμενα του ΣΥΝ κατορθώνουν να εμφανίσουν το κεφάλαιο, τα μονοπώλια και την κάθε εθνοκρατικά οργανωμένη αστική τάξη χωρίς ταξικά δομημένη στρατηγική και ενεργητική πολιτική δράση στα πλαίσια της ιμπεριαλιστικής ΕΕ.

Ως εκ τούτου, ακόμη και η Κομισιόν (Επιτροπή) δεν αντικρίζεται σαν πολιτικό όργανο του συνασπισμένου ευρωπαϊκού κεφαλαίου που συντονίζει, ελέγχει, προωθεί, προετοιμάζει τις κατευθύνσεις και το πλαίσιο των συνόδων της ΕΕ και των διαφόρων συμβουλίων των υπουργών. Κατά συνέπεια, δεν υπάρχει αναφορά στις πολιτικές αποφάσεις που ονομάστηκαν στρατηγική της Λισσαβόνας, ούτε στα πρόσφατα μέτρα-κριτήρια της Κομισιόν για την επαλήθευση και τη συντονισμένη προώθηση το 2005-2006 της στρατηγικής αυτής.

Τα αναφέρουμε εμείς αναλυτικά:

α. Μέτρα μετάθεσης στο κράτος ενός αυξανόμενου μεριδίου από το ρίσκο μιας επένδυσης των μεγάλων εταιριών («αναπτυξιακά» κίνητρα).

β. Επεξεργασία προτάσεων επενδυτικής δραστηριοποίησης των μεγαλοεπιχειρηματικών ομίλων για να βελτιώσουν την ανταγωνιστικότητά τους και τα μερίδιά τους στη ντόπια και την περιφερειακή αγορά.

γ. Επιλογή κατάλληλων σχημάτων «συγχρηματοδότησης- αυτοχρηματοδότησης», για τη διευκόλυνση των μεγάλων επιχειρηματιών. Αναβάθμιση των μεθόδων και των μορφών συμβάσεων παραχώρησης δημόσιων υποδομών, δημόσιας γης σε επιχειρηματικούς ομίλους.

δ. Επιλογή εύσχημων μορφών επιλεκτικής φορολογικής επιβάρυνσης των λαϊκών – εργατικών οικογενειών με ταυτόχρονη προστασία των μεγαλοεισαγωγέων, των εφοπλιστών, των μεγαλοχονδρεμπόρων, των διάφορων επιχειρηματικών ομίλων από την όποια φορολογική επιβάρυνση.

ε. Προώθηση σχημάτων επιχειρηματικότητας στον τομέα της λεγόμενης κοινωνικής οικονομίας, με δημιουργία δομών «προσαρμογής» γυναικών, νέων, ατόμων με ειδικές ανάγκες (ΑΜΕΑ) στις ανάγκες των επιχειρήσεων. Προώθηση «ευέλικτων» ωραρίων στις δομές που υλοποιούν ευρωενωσιακά προγράμματα και τις δημοτικές επιχειρήσεις με διαχείριση του συνολικού χρόνου εργασίας (65 ώρες εβδομαδιαίως).

ζ. Επίδειξη ευρωματικότητας στην επιλογή σχημάτων απασχολησιμότητας σε ομάδες εργαζομένων. Μεθοδική επέκταση της μερικής απασχόλησης, μερικής ασφάλισης. Συμβουλευτική στήριξη σε νέους, γυναίκες, άτομα με ειδικές ανάγκες (ΑΜΕΑ) για ένταξη στη συνεχιζόμενη επαγγελματική κατάρτιση με απόκτηση προσόντων προσαρμοσμένων στις υπαγορεύσεις των επιχειρήσεων περί «μείωσης του κόστους εργασίας».

η. Κατακερματισμό των γνωστικών αντικειμένων στην Παιδεία και τα Πανεπιστήμια με αντικατάστασή τους από «πληροφορίες κατάρτισης μιας χρήσης». Μέτρα διάχυσης των λειτουργικών δαπανών των Σχολείων σε τοπικό επίπεδο προς τους χρήστες με μοχλό την «αξιολόγηση» των σχολικών μονάδων. Επιβολή και διεύρυνση των κριτηρίων καπιταλιστικής αξιοποίησης των αθλητικών εγκαταστάσεων.

Η «εξυπνάδα» των συντακτών των συνεδριακών ντοκουμέντων του ΣΥΝ να εθελοτυφλούν σιωπώντας για την ασκούμενη πολιτική από τα θεσμικά όργανα της ΕΕ δεν είναι έκφραση πολιτικής ανικανότητας στην ανάλυση και την εκτίμηση της κυρίαρχης ευρωενωσιακής πολιτικής, αλλά συνειδητή αγκύλωση για να διασωθεί η αντίληψη της «ευρωπαϊκής ενοποίησης σαν ευνοϊκού πεδίου αγώνα», για να διατηρεί μια κάλπικη λάμψη η αντίληψη της «κατάργησης του εθνικού πεδίου αγώνα», στο βωμό των ευρωενωσιακών υπαγορεύσεων του Ευρωπαϊκού Αριστερού Κόμματος.

Τι απομένει λοιπόν; Οτι ο «αντινεοφιλελευθερισμός» της «νέας πορείας» του ΣΥΝ είναι μια κενόδοξη, κηδεμονευόμενη από το κατεστημένο φλυαρία. Γίνεται εμφανές ότι ακόμη και η λεκτική αντιπαράθεση που γίνεται προς το νεοφιλελευθερισμό καταλήγει σε μια ακατανόητη, ακατάληπτη αναζήτηση και νοσταλγία του χαμένου παραδείσου του «κράτους πρόνοιας» και ονειρεύεται την οπτασία ενός «ισχυρού καθολικού κοινωνικού κράτους».

Η Ευρωπαϊκή Ενωση όμως υπαγορεύει και επιτάσσει. Τα πολιτικά κόμματα της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ έχουν συμμετάσχει και συνηγορήσει στην επεξεργασία της αντιλαϊκής - αντεργατικής στρατηγικής.

Ας παραθέσουμε αποσπάσματα από τα έγγραφα της Κομισιόν (Επιτροπή) (COM 146 και COM29 του 2004).

α. «Εχει ορίσει την παράταση του επαγγελματικού βίου, ως έναν από τους τρεις τομείς προτεραιότητας όπου απαιτείται ταχεία ανάληψη δράσης για να υλοποιηθεί η στρατηγική της Λισσαβόνας»

β. «Κρίνεται σημαντικό να στραφεί η σχετική πολιτική προς την ενθάρρυνση των εργαζομένων μεγαλύτερης ηλικίας ώστε να παραμείνουν στο εργατικό δυναμικό, ιδίως με την αναθεώρηση των κινήτρων για εργασία καθώς και των κανόνων επιλεξιμότητας και πρόσβασης στη συνταξιοδότηση και σε άλλα συστήματα παροχών».

γ. «Τα κράτη-μέλη πρέπει να συνεχίσουν τις προσπάθειες μείωσης των μη μισθολογικών δαπανών εργασίας, ιδίως για τα άτομα χαμηλής ειδίκευσης και τους χαμηλόμισθους».

δ. «Η συνταξιοδότηση πρέπει να μετατραπεί από γεγονός σε διαδικασία, στα πλαίσια της οποίας τα άτομα αποφασίζουν να μειώσουν σταδιακά τις ώρες απασχόλησής τους με την πάροδο του χρόνου. Η μερική συνταξιοδότηση είναι μια επιλογή που αξίζει περισσότερη προσοχή από αυτή που συγκεντρώνει σήμερα»

ε. «Το μέλημα δεν είναι μόνο να εξασφαλιστεί η παραμονή στην εργασία μεγαλύτερου μεριδίου ατόμων που είναι σήμερα ηλικίας 55-64 ετών, αλλά και να ενισχυθεί η απασχολησιμότητα των ατόμων που διανύουν σήμερα την πέμπτη και έκτη δεκαετία της ζωής τους».

ζ. «Θα πρέπει να ενθαρρυνθεί η διαφοροποίηση στις εργασιακές ρυθμίσεις, ιδίως με την ενίσχυση της ελκυστικότητας της μερικής απασχόλησης ή της εργασίας μέσω εταιριών παροχής προσωπικού προσωρινής απασχόλησης για τις εταιρίες και τους εργαζόμενους».

η. «Κατάργηση των κινήτρων για πρόωρη συνταξιοδότηση, υψηλότερα συνταξιοδοτικά όρια ώστε τα άτομα να παρατείνουν τον επαγγελματικό τους βίο και ευέλικτα συνταξιοδοτικά προγράμματα που συνδυάζουν τη σταδιακή αποχώρηση με τη μερική απασχόληση».

θ. «Επανεξέταση της στάθμισης του στοιχείου της αρχαιότητας ως μέρους αποδοχών με σκοπό την στενότερη σύνδεση των αποδοχών με την παραγωγικότητα και την απόδοση».

Ειδική αναφορά πρέπει να γίνει λοιπόν, στο πώς αντιλαμβάνεται ο ΣΥΝ το νεοφιλελευθερισμό. Γιατί γύρω από την πολιτική του πρόταση περί «αντινεοφιλελεύθερου, αντιδικομματικού» μετώπου… περιστρέφεται η επιχείρηση αριστερής ριζοσπαστικής εμβάπτισης του ΣΥΝ.

Στην αντίληψη των συνεδριακών κειμένων ο νεοφιλελευθερισμός παρουσιάζεται σαν μια, τωρινά κυρίαρχη μορφή διαχείρισης που μια πολιτική δύναμη μπορεί να την υιοθετεί μπορεί και όχι. Γίνεται αντιληπτός σαν ένας ιδεολογικός μηχανισμός και σαν μοντέλο οικονομικής πολιτικής. Η προσοχή του νου συγκεντρώνεται στην διάρθρωση του όποιου νεοφιλελεύθερου προγράμματος και στις αναλογίες (μείγμα οικονομικής πολιτικής) κοινωνικής ευαισθησίας ή αντιλαϊκών – αντεργατικών μέτρων.

Πουθενά δεν αναφέρουν ότι ο νεοφιλελευθερισμός αποτελεί την έκφραση και αντανάκλαση των αναγκών του κεφαλαίου. Ότι το κεφάλαιο έχει ταξικές, οικονομικές, πολιτικές επιδιώξεις. Με αυτό τον τρόπο συσκοτίζονται οι κοινωνικές και ταξικές αντιθέσεις, δαιμονοποιούνται οι επιπτώσεις της στρατηγικής του κεφαλαίου στη ζωή της εργατικής τάξης, και των φτωχών λαϊκών στρωμάτων, ενώ τα ιδεολογικά δόγματα του κεφαλαίου παραμένουν ανεξήγητα.

Το κυριότερο είναι όμως, ότι ο καπιταλισμός παρουσιάζεται σαν ένας ανήλικος, ατίθασος, άπληστος αντάρτης που έχει ανάγκη ελέγχου και νοήματος. Δηλαδή να τον αναγκάσουμε να σέβεται την «κοινωνική συνοχή» και την «περιβαλλοντική βιωσιμότητα».

Η εργατική τάξη σαν το κοινωνικό υποκείμενο του επαναστατικού μετασχηματισμού της κοινωνίας αχνά και μόλις διαφαίνεται. Ο νευραλγικός ρόλος της στην κοινωνική-πολιτική πάλη αποσιωπάται. Περιγράφονται βέβαια, οι δραματικές επιπτώσεις από την καπιταλιστική εκμετάλλευση, αλλά συνολικά η εργατική τάξη αντιμετωπίζεται ότι χρήζει παροχών, βοηθημάτων, μέτρων ελάττωσης της φτώχειας, μείωσης των ανισοτήτων, πολιτικών - ιδεολογικών μέτρων επανασύνδεσης των συναισθημάτων, της πίκρας, των προσδοκιών της με τις «ηθικές αξίες της Αριστεράς».

Πουθενά στα συνεδριακά κείμενα του ΣΥΝ λοιπόν, η εργατική τάξη δεν αναδεικνύεται ως η παραγωγός του κοινωνικού πλούτου, ο νευραλγικός ρόλος της στην παραγωγική διαδικασία, ο πρωτοπόρος ρόλος της στην κοινωνικο-πολιτική ζωή της κοινωνίας. Φαίνεται όμως ότι μάλλον δέχονται ότι υπάρχει ακόμη.

Αξιοσημείωτη είναι η σιωπή για το αν οι δυνάμεις των ΝΔ – ΠΑΣΟΚ έχουν σκοπούς, μέθοδες, στόχους όταν παρεμβαίνουν στα συνδικάτα. Είναι ένα αναπάντητο ερώτημα για το τι υλοποιούν, τι πραγματοποιούν τα στελέχη της ΠΑΣΚΕ-ΔΑΚΕ μέσα στα όργανα του εργατικού συνδικαλιστικού κινήματος και ειδικά στη ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ. Φυσικά μόνο η στάση της Αυτόνομης Παρέμβασης δίνει απάντηση στο ερώτημα.

Στον τομέα των άμεσων πολιτικών αιτημάτων και των στόχων-διεκδικήσεων κυριαρχεί η ακατάσχετη γενικολογία, οι αμφίσημες διατυπώσεις. Κυρίως όμως είναι ασύνδετες από την αντιπαραβολή με τις αιχμές-στόχους της κυρίαρχης και ευρωενωσιακής πολιτικής.

Συνυπάρχει μέσα στις διατυπώσεις τους η συμφιλίωση, αποδοχή των στόχων του νεοφιθλελευθερισμού σε μια πιο ήπια εκδοχή του, είτε και με πιο μετριοπαθές στάθμισμα των αναλογιών στο «μείγμα» της οικονομικής πολιτικής.

Ενδεικτικά:

α. Αντί για υιοθέτηση του αιτήματος για σταθερό ημερήσιο εργάσιμο χρόνο με προβολή του 7ωρου-5ήμερου-35ωρου, αναζητούν την «εισαγωγή στοιχείων σταθερότητας της εργασίας».

β. Αντί για την προβολή του αιτήματος για ενιαία εργασιακή σχέση με πλήρη δικαιώματα (μισθολογικά, ασφαλιστικά, συνταξιοδοτικά) αντιπροτείνεται ο περιορισμός της «επισφαλούς εργασίας».

γ. Στα ζητήματα της στρατιωτικοποίησης της ΕΕ και τη δημιουργία Χώρου Κοινής Ασφάλειας και Αμυνας, για το πρόγραμμα της Χάγης δεν υπάρχουν αναφορές. Οι αποφάσεις της ΕΕ για τα τάγματα του ευρωστρατού, για τη λεγόμενη «διαχείριση κρίσεων» και στο «εσωτερικό της κάθε χώρας», δεν σχολιάζονται ούτε υπάρχουν σαν πολιτικά ζητήματα.

δ. Σε αρμονία με την αντίληψη ότι η ΕΕ είναι μια ανήλικη πολιτικά Ενωση χωρίς βούληση, δεν αξιολογείται η υιοθέτηση του δόγματος των προληπτικών πολέμων στο Ευρωσύνταγμα.

ε. Για την Παιδεία και την Υγεία υποστηρίζεται «η δωρεάν, καθολική σε όλα τα επίπεδα, δημόσια παιδεία και δημόσια υγεία», χωρίς σύνδεση με το ζήτημα αντιμετώπισης της γιγαντωμένης καπιταλιστικής δραστηριότητας στους τομείς αυτούς. Ενώ για την αντιμετώπιση των προβλημάτων από τη διάλυση των δομών της πρόνοιας αντιπροτείνεται «η δημιουργία τοπικών δικτύων αλληλεγγύης».

ζ. Για το αγροτικό πρόβλημα αναφέρεται σαν στόχος «η αναβάθμιση και ο αναπροσανατολισμός της γεωργίας» χωρίς καμιά σύνδεση με την ΚΑΠ και τις επιδιώξεις της δράσης του κεφαλαίου.

Διαπιστώσεις:

„ Η μελαγχολία και εν μέρει η απόγνωση των συντακτών των προσυνεδριακών κειμένων όταν περιγράφουν τις εκτρωματικές όψεις της καπιταλιστικής κρίσης και των καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων δεν συγκροτεί ριζοσπαστισμό, ούτε προοδευτική πολιτική κατεύθυνση αντιμετώπισης των κοινωνικών προβλημάτων.

„ Οι διακηρύξεις ότι θέλουν «να γυρίσουν στην Ιθάκη των αγώνων και των ταξικών αναφορών», διαψεύδονται από την πολιτική πρακτική και τα πολιτικά τους αιτήματα.

„ Οι δηλώσεις ότι θέλουν τον «επαναπατρισμό τους από τον πλανήτη της «ενιαίας σκέψης» του καπιταλιστικού «μονόδρομου» είναι μετέωρες. Η υιοθέτηση των ευρωενωσιακών κριτηρίων είναι «τόπος εξορίας» για τα λαϊκά - εργατικά συμφέροντα.

Συμπερασματικά:

Η συνολική μεθοδολογία των συνεδριακών κειμένων του ΣΥΝ, του «κριτικού λόγου» και της «κριτικής εμπειρίας» οδηγούν και στηρίζουν την πολιτική στρατηγική του για πιο ανθρώπινη διαχείριση των σημερινών κυρίαρχων καπιταλιστικών κοινωνικών σχέσεων.

Ετσι, η προσαρμοστικότητα, η διγλωσσία, ο καιροσκοπικός ελιγμός, η δημιουργία εντυπώσεων, ο μιμητισμός, η προσκόλληση σε ιδεολογήματα που έχουν δεχτεί ισχυρά κτυπήματα, θεωρητικά και πρακτικά από τις αρχές του 20ού αιώνα, γίνονται θεμελιώδη «προτερήματα» της πολιτικής του πρακτικής.

Σε περίοδο που το κίνημα υποχωρεί, ο ΣΥΝ στηρίζει χωρίς κανένα δισταγμό, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο την αστική ιδεολογία, την αντικομμουνισιτκή και αντισοσιαλιστική εκστρατεία, όπως έγινε και στη χώρα μας κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του ’90.

Σε περιόδους που το κίνημα ετοιμάζεται να αντεπιτεθεί, τότε δε διστάζει να ασκεί κριτική στα αστικά κόμματα, να εμφανίζεται ότι παίρνει αποστάσεις από την σοσιαλδημοκρατία, διατηρεί όμως σταθερά τη σοσιαλδημοκρατική του προγραμματική κατεύθυνση.



Ο Νίκος Παπακωνσταντίνου είναι μέλος της Ιδεολογικής Επιτροπής της ΚΕ του ΚΚΕ.