ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΕΙΡΑ ΤΗΣ ΙΔΕΟΛΟΓΙΚΗΣ-ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΔΟΥΛΙΑΣ ΜΑΣ ΣΤΗΝ ΕΡΓΑΤΙΚΗ ΤΑΞΗ

Εχουν περάσει περίπου οκτώ μήνες από το 17ο Συνέδριο του Κόμματος. Ενα συνέδριο που πρόταξε τα ζητήματα της ισχυροποίησής του, ώστε να ανταποκριθεί με μεγαλύτερη επάρκεια στα επαναστατικά του καθήκοντα, σαν το πρωτοπόρο - οργανωμένο κομμάτι της εργατικής τάξης, που στόχο έχει την ανατροπή του βάρβαρου καπιταλιστικού συστήματος, για τη σοσιαλιστική οικοδόμηση.

Η ισχυροποίηση του ΚΚΕ, όπως αποτυπώνεται στις αποφάσεις του Συνεδρίου μας, αφορά τη βελτίωση της ικανότητάς του να δουλεύει συστηματικά στις εργατικές - λαϊκές μάζες με το Πρόγραμμά του. Να συσπειρώνει και να συγκεντρώνει δυνάμεις στη γραμμή της αντιιμπεριαλιστικής - αντιμονοπωλιακής πάλης. Να επιταχύνει θετικές αλλαγές στο συσχετισμό δύναμης παντού. Nα δημιουργήσει τους όρους -σε ό,τι το αφορά- για βαθιές πολιτικές αλλαγές ως το επίπεδο της εξουσίας, απαραίτητη προϋπόθεση για να λυθούν ριζικά τα προβλήματα της εργατικής τάξης και των συμμάχων της, για να ανοίξει ο δρόμος προς το μέλλον, το σοσιαλισμό.

Γι’ αυτό το σκοπό μελετήσαμε σε βάθος τα προβλήματα που έχουμε να αντιμετωπίσουμε. Επιχειρήσαμε να φωτίσουμε τις υποκειμενικές αδυναμίες που μας εμποδίζουν να προσαρμόσουμε την παρέμβασή μας στις σημερινές συνθήκες της ταξικής πάλης. Σε συνθήκες, δηλαδή, ολομέτωπης επίθεσης του κεφαλαίου, δυσμενούς συσχετισμού δύναμης, πολύμορφης στήριξης του οπορτουνιστικού ρεύματος -που ενισχύει το συμβιβασμό και την ηττοπάθεια- και είναι ένα ακόμα βασικό εμπόδιο για θετικές αλλαγές στις λαϊκές συνειδήσεις.

Στην εισήγηση της ΚΕ στο 17ο Συνέδριο τονιζόταν: «Οσο εξαρτάται από εμάς, πρέπει να βελτιώσουμε τις υποκειμενικές μας δυνατότητες, ικανότητες, να ανεβάσουμε την αποτελεσματικότητά μας. Εχουμε υποχρέωση να συμβάλουμε στην ανάπτυξη και όξυνση της ταξικής πάλης, στη διαμόρφωση ενός ισχυρού, λαϊκού πλειοψηφικού ρεύματος που αντιπαλεύει τα μονοπώλια, τις ιμπεριαλιστικές ενώσεις. Είμαστε υποχρεωμένοι να φέρουμε τη δράση μας σε αντιστοιχία με την εκτίμηση για το χαρακτήρα της εποχής, ως εποχής περάσματος στο σοσιαλισμό».

Θέσαμε τον πήχη ψηλά. Η απαιτητικότητα για μια νέας ποιότητας κομμουνιστική δουλιά, απορρέει από τη βαθιά και για δεκαετίες εμπιστοσύνη του Κόμματός μας στη δύναμη της εργατικής τάξης, στο στέρεο υπόβαθρο της Μαρξιστικής-Λενινιστικής κοσμοθεωρίας, στην επιστημονικά τεκμηριωμένη ανάλυση της εποχής μας και του σύγχρονου ελληνικού καπιταλισμού, που κάναμε στο Πρόγραμμά μας.

Καθορίσαμε λοιπόν ότι το κύριο καθήκον για όλο το κόμμα «αποτελεί η ολόπλευρη πολιτική, ιδεολογική και οργανωτική του ισχυροποίηση. Η ισχυροποίηση του ΚΚΕ είναι αναγκαίος όρος για την οικοδόμηση του Μετώπου και την ανάπτυξη του αντιιμπεριαλιστικού-αντιμονοπωλιακού αγώνα, που κάτω από προϋποθέσεις μπορεί να οδηγήσει στην κατάκτηση της εξουσίας από την εργατική τάξη και τους συμμάχους της, στο σοσιαλισμό που είναι αναγκαίος, επίκαιρος, η μόνη απάντηση στην καπιταλιστική και ιμπεριαλιστική βαρβαρότητα, την καταπίεση και εκμετάλλευση»[1].

Πρόκειται για σύνθετο καθήκον που αγγίζει όλες τις πλευρές της κομματικής δουλιάς, δεν αφορά τον έναν ή τον άλλο τομέα, δεν έχει ένα στενό ορίζοντα υλοποίησης. Από μια σκοπιά το Κόμμα διαρκώς θα πρέπει να λύνει προβλήματα. Οσο θα γίνεται πιο ικανό - πιο ατσαλωμένο τόσο θα γεννιούνται νέα προβλήματα σαν αποτέλεσμα της όξυνσης της καπιταλιστικής κρίσης και της ταξικής πάλης και νέα καθήκοντα ποιοτικά ανώτερα θα προβάλλουν για τους κομμουνιστές.

Το ζήτημα είναι, τι βήματα κάνουμε στις σημερινές συνθήκες ώστε να αφομοιωθεί σε βάθος η κατεύθυνση, ο προσανατολισμός, ο άξονας που ξεδιπλώνεται η παρέμβαση του Κόμματος, με τα χαρακτηριστικά που θέσαμε στις αποφάσεις του 17ου Συνεδρίου.

Από μια άποψη είμαστε στην αρχή. Ηδη γίνεται αισθητή μια οργανωμένη προσπάθεια να αξιοποιηθούν επεξεργασίες του Κόμματος, να παραχθούν νέες που έχουν σχέση με τις εξελίξεις στην καπιταλιστική οικονομία, στους κλάδους, την ιδεολογική παρέμβαση των μηχανισμών και των κομμάτων της αστικής τάξης, του οπορτουνισμού.

Δρομολογήθηκε η Πανελλαδική Συνδιάσκεψη για τη δουλιά του Κόμματος στη νεολαία και τη στήριξη της ΚΝΕ, που μπορεί να σηματοδοτήσει μια νέα σελίδα στις σχέσεις του Κόμματος με τη νεολαία, στην αναζωογόνηση του κινήματός της, στο κέρδισμα των πιο πρωτοπόρων τμημάτων της με τις επαναστατικές αξίες και τα ιδανικά του σοσιαλισμού - κομμουνισμού.

Στο διάστημα αυτό είχαμε πολύμορφη και έντονη δράση για την ανάπτυξη των αγώνων και κινητοποιήσεων, ενάντια στις καπιταλιστικές αναδιαρθρώσεις, στη γραμμή της απειθαρχίας προς τη στρατηγική της ΕΕ. Δοκιμάζεται λοιπόν καθημερινά η ετοιμότητα, η οργανωτικότητα και η αποτελεσματικότητα της καθοδηγητικής μας δουλιάς για την ισχυροποίηση του Κόμματος.

Το άρθρο δε φιλοδοξεί ούτε μπορεί να αναδείξει όλες τις πλευρές της πείρας και των συμπερασμάτων από τη δράση του Κόμματος αυτό το διάστημα. Προσεγγίζει ορισμένες πλευρές της δουλιάς μας στην εργατική τάξη από τη σκοπιά της προτεραιότητας που έχουμε θέσει. Κυρίως πώς προωθούμε το καθήκον της καθοδήγησης των κομματικών δυνάμεων σε όλα τα επίπεδα. Να αντιστοιχήσουμε το σύνολο της δράσης μας με το χαρακτήρα του Κόμματος και την αποστολή του. Πρέπει να μας απασχολήσει πώς δουλεύουμε για να δυναμώσει το ρεύμα αμφισβήτησης μέσα στους εργαζόμενους, ιδιαίτερα στη νεολαία και τις γυναίκες που αποτελούν ιδιαίτερο στόχο των καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων, πώς θα αφαιρούνται σταθερά δυνάμεις από το στρατόπεδο του κυρίαρχου μπλοκ δυνάμεων και θα πυκνώνουν οι γραμμές του αντιμπεριαλιστικού - αντιμονοπωλιακού αγώνα. Σε αυτό το έδαφος πρέπει να βγουν συμπεράσματα για το πώς δουλεύουμε και εκλαϊκεύουμε πλατιά τη στρατηγική μας.

Η ΝΔ εφαρμόζει το ταξικό κυβερνητικό της πρόγραμμα, συνοδεύοντας την επίθεσή της στα εργατικά δικαιώματα με τα ιδεολογήματα της «ανάπτυξης», της τόνωσης της «επιχειρηματικότητας», της ενίσχυσης της «ανταγωνιστικότητας». Πρόκειται για στόχους που δεν αφορούν την εργατική τάξη, δεν πρέπει να τους υιοθετήσει, ίσα-ίσα έχει κάθε συμφέρον να τους αντιπαλέψει, να προβάλλει τους δικούς της στόχους για την ικανοποίηση των λαϊκών αναγκών.

Οι αγώνες που αναπτύχθηκαν το προηγούμενο διάστημα, με την αποφασιστική συμβολή των κομμουνιστών και άλλων ταξικών δυνάμεων, ανάγκασαν σε ελιγμούς ακόμα και τον κυβερνητικό - εργοδοτικό συνδικαλισμό. Δείχνουν το μέγεθος της δυσαρέσκειας. Ομως δε φτάνουν.

Πρέπει να μας απασχολήσουν δύο ζητήματα:

Πρώτον: Η απάντηση του εργατικού κινήματος παραμένει αναντίστοιχη της επίθεσης που δέχεται - και θα ήταν σίγουρα χειρότερη αν δεν υπήρχε όλα αυτά τα χρόνια η πρωτοπόρα δράση του ταξικού πόλου στο συνδικαλιστικό κίνημα, του ΠΑΜΕ.

Δεύτερον: Επιβεβαιώνεται ότι η δυσαρέσκεια δεν αρκεί για να μετατραπεί σε ρεύμα αμφισβήτησης της κυρίαρχης πολιτικής, πολύ περισσότερο να μετατραπεί σε ρεύμα υιοθέτησης της εναλλακτικής πρότασης διεξόδου του ΚΚΕ, για τη συγκρότηση του Λαϊκού Μετώπου πάλης ενάντια στα μονοπώλια και τον ιμπεριαλισμό, για την επίλυση του προβλήματος της εξουσίας.

Παρά τις αντικειμενικές δυσκολίες του αγώνα, υπάρχουν περιθώρια και δυνατότητες ώστε να ανέβει η δουλιά των κομμουνιστών στην εργατική τάξη, συνδυάζοντας πιο εύστοχα την καθημερινή πάλη μέσα στους χώρους δουλιάς, στους κλάδους, στις εργατογειτονιές με πολλές μορφές, ώστε να συμβάλλει, μέσα από την ίδια τους την πείρα οι εργαζόμενοι να πιστέψουν στη δύναμή τους. Να σπάει ο φόβος, η πολιτική και ιδεολογική χειραγώγηση. Να κατανοούν ότι είναι οι άμεσοι παραγωγοί όλου του πλούτου που παράγεται και σήμερα δεν τον καρπώνονται γιατί επικρατεί η ατομική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής.

Οφείλουμε δηλαδή να ανεβάσουμε την ιδεολογική παρέμβαση μέσα στην εργατική τάξη και ιδιαίτερα στα νεότερα ηλικιακά τμήματά της και τα πιο βαριά εκμεταλλευόμενα, με πρακτικά μέτρα, αξιοποιώντας τις εξελίξεις και την επικαιρότητα στο έδαφος των αγώνων που εκδηλώνονται. Να εκλαϊκεύεται η στρατηγική μας. Να συσπειρώνονται δυνάμεις γύρω από αυτήν.

Η πάλη ενάντια στις απολύσεις και την ανεργία είναι πάλη για την επιβίωση των ανέργων, για το δικαίωμα στη σταθερή δουλιά με πλήρη ασφαλιστικά-εργασιακά δικαιώματα, που πρέπει να στρέφεται ενάντια στον εργοδότη, στην τάξη του και το κράτος του, που αναπαράγουν και οξύνουν το πρόβλημα. Είναι ταυτόχρονα πάλη για να απορριφθούν στη συνείδηση των εργαζομένων οι απόψεις περί αναπτυξιακών κινήτρων και παροχών στο μεγάλο κεφάλαιο για επενδύσεις, άρα και νέες θέσεις εργασίας. Πρόκειται για πολιτικές που εφαρμόζονται χρόνια, είτε στη νεοφιλελεύθερη είτε στη σοσιαλδημοκρατική τους εκδοχή και αφορούν σε τελική ανάλυση το ταξικό περιεχόμενο της ανάπτυξης.

Το σύνθημα «καμιά θυσία για την πλουτοκρατία» πρέπει να αγκαλιάσει πλατιές μάζες εργαζομένων. Η εργατική τάξη δικαιούται μισθούς και παροχές που της εξασφαλίζουν την κάλυψη των αυξημένων της αναγκών και όχι επιδόματα φιλανθρωπίας (τύπου θέρμανσης), όπως προβάλλουν οι σοσιαλδημοκράτες και οι οπορτουνιστές. Γιατί κέρδη και ανάγκες δεν πάνε μαζί. Και έχουν κάθε συμφέρον να αμφισβητήσουν την πολιτική των κερδών που είναι η βάση για τη διεύρυνση της σχετικής και απόλυτης φτώχειας της εργατικής τάξης.

Στην Πάτρα, που εδώ και χρόνια η ανεργία έχει πάρει διαστάσεις εξ αιτίας πολλών παραγόντων (π.χ. συρρίκνωση της παραγωγής σε παραδοσιακούς κλάδους της μεταποίησης, ιδιαίτερα του κλάδου της Κλωστοϋφαντουργίας - Ιματισμού, εξαγωγή κεφαλαίων και μεταφορά παραγωγικών επενδύσεων σε άλλες χώρες), καλλιεργήθηκε η αντίληψη περί «αποβιομηχανοποίησης». Αξιοποιήθηκε από την αστική τάξη και τους εκπρόσωπους της για το βάθεμα της εκμετάλλευσης των εργαζομένων, της τρομοκράτησής τους. Τα Τοπικά Σύμφωνα Απασχόλησης, τα προγράμματα επανακατάρτισης, οι ελαστικές εργασιακές σχέσεις μπήκαν στην ημερήσια διάταξη με την αποφασιστική στήριξη της Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΠΑΣΟΚ και ΝΔ) στην Πάτρα.

Το Κόμμα με τις δυνάμεις που διέθετε μπήκε στην πρώτη γραμμή της πάλης και με πρωτοποριακές μορφές (συντονιστικά σωματείων και επιτροπών αγώνα), σήμερα όμως απαιτείται να αναπροσαρμόσουμε την πολιτική και ιδεολογική διαπάλη βαθαίνοντας στις εξελίξεις. Να ανοίξουμε πιο σταθερά και πειστικά το μέτωπο για την πραγματική πηγή της ανεργίας στον καπιταλισμό, για το πως αντιμετωπίσθηκε στο σοσιαλισμό που γνώρισε η ανθρωπότητα στον 20ο αιώνα. Να δείξουμε πως η ελαστικοποίηση στο ωράριο εργασίας είναι μια προσαρμογή στην αύξηση της παραγωγικότητας, από την οποίας όμως δε βγαίνει ωφελημένος ο εργαζόμενος, αλλά η τάξη των εργοδοτών.

Η αναβάθμιση των δικτύων υποδομών της Αχαϊας με την κατασκευή της Περιμετρικής της Πάτρας, της γέφυρας Ρίου - Αντιρρίου, το νέο λιμάνι και η προωθούμενη ανακατασκευή της εθνικής οδού Πατρών - Αθηνών, όπως και η διεκδίκηση της επέκτασης του φυσικού αερίου, προβλήθηκαν και προβάλλονται από ντόπιους αστούς αναλυτές σαν αναπτυξιακές ευκαιρίες για την προσέλκυση νέων επενδύσεων, άρα και νέες θέσεις εργασίας. Πρόκειται για το βασικό επιχείρημα που χρησιμοποιεί η αστική τάξη για να κρατάει εγκλωβισμένες λαϊκές μάζες και πολλές φορές να τις σπρώχνει στην υιοθέτηση και διεκδίκηση των δικών της στόχων, κάτω από το βάρος του αρνητικού συσχετισμού δύναμης στο συνδικαλιστικό κίνημα.

Η πείρα της Πάτρας δείχνει ότι παρά το γεγονός ότι παραχωρήθηκε «γη και ύδωρ» στο μεγάλο κεφάλαιο, όχι μόνο δεν περιορίσθηκε η ανεργία, αλλά αυξήθηκε κιόλας. Η νέα συγκέντρωση μισθωτών («νέες θέσεις εργασίας») στη μεταποίηση δεν ισοσκέλισαν τις «θέσεις» που χάθηκαν, γιατί αφορούσαν κατά κανόνα επενδύσεις υψηλής οργανικής σύνθεσης και έντασης του κεφαλαίου, στους κλάδους των νέων τεχνολογιών, στα τρόφιμα και τα ποτά, στο μέταλλο και αλλού, με μεγαλύτερη παραγωγικότητα της εργασίας. Ομως, δε συνοδεύτηκε από συνολική μείωση του εργάσιμου χρόνου. Αντιθέτως, οξύνθηκαν παλιά και νέα προβλήματα σε σχέση με το ωράριο, εξ αιτίας και της απελευθέρωσής του στο εμπόριο.

Από όλες τις πλευρές, προβάλλει το εξής ζήτημα: Η ανεργία που μαστίζει την εργατική τάξη της Πάτρας, δεν πρόκειται να λυθεί, αν δεν αντιμετωπιστεί η αιτία που τη γεννάει για το σύνολο της εργατικής τάξης. Είναι ώριμη ανάγκη δηλαδή, να ανοίξει ο δρόμος για μια άλλη οργάνωση της παραγωγής και της κοινωνίας όπου τα κοινωνικοποιημένα μέσα παραγωγής θα συναντιούνται με την εργατική δύναμη στην κεντρικά σχεδιασμένη παραγωγή με την άσκηση του εργατικού - λαϊκού ελέγχου από κάτω προς τα πάνω.

Γι’ αυτό, δεν αρκεί οι κομμουνιστές να θέτουν πλαίσιο αιτημάτων στο ταξικό συνδικαλιστικό κίνημα. Είναι απαραίτητο να αναπτύσσουν το ιδεολογικό μέτωπο απέναντι στα επιχειρήματα της πλουτοκρατίας αλλά και του οπορτουνισμού. Ο τελευταίος εγκλωβίζει τις εργατικές μάζες στη λογική της δυνατότητας να επιλυθεί η ανεργία ενώ θα παραμένει ο καπιταλιστικός ανταγωνισμός, η ανισομετρία και επομένως οι αντεργατικές πολιτικές. Η κριτική περί μαξιμαλιστικών στόχων και διεκδικήσεων, δήθεν μη ρεαλιστικών, έχει τη βάση της στο ότι μέτρο δεν είναι οι αυξανόμενες λαϊκές ανάγκες αλλά η αντοχή των κερδών της πλουτοκρατίας. Αποδέχεται τη συνύπαρξη και τη συνεννόηση εργοδοτών και εργαζομένων, δηλαδή θύτη και θύματος. Πρόκειται για τακτική που οδηγεί στην ήττα και στο συμβιβασμό, στην ακύρωση της δυνατότητας που έχει το κίνημα να ασκήσει υπολογίσιμη πίεση και να αποσπάσει έστω και προσωρινές κατακτήσεις, πολύ περισσότερο, κλείνει το δρόμο στην προοπτική της εργατικής τάξης να διαμορφώσει τις προϋποθέσεις να πάρει στα χέρια της την εξουσία.

Οι κινητοποιήσεις ενάντια στο ωράριο, στη διευθέτηση του ημερήσιου εργάσιμου χρόνου, ενάντια στις απολύσεις στο χώρο των Τραπεζών, επιβεβαιώνουν την ανάγκη να οξύνουμε την ιδεολογική διαπάλη πριν, κατά τη διάρκεια και μετά από την έξαρση των αγώνων, δηλαδή μόνιμα και σταθερά, όχι μόνο στη διάρκεια της προετοιμασίας και της εξέλιξης μιας κινητοποίησης. «Οφείλουμε πολύ περισσότερο, όταν «κλείνει» μια φάση του αγώνα να δίνουμε την επόμενη πιο σκληρή μάχη των συμπερασμάτων μέσα στην εργατική τάξη, για το με ποιους πρέπει να πάει και ποιους να αφήσει». Να κατανοείται γιατί η πάλη της παραμένει μισή, όσο δίκιο και αν έχει, αν δεν αποφασίσει να προσπεράσει τα εμπόδια του αρνητικού συσχετισμού δύναμης παντού. Να γυρίσει την πλάτη στον κυβερνητικό και εργοδοτικό συνδικαλισμό. Να εγκαταλείψει τη ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ. Να απομονώσει τους «αριστερούς» κήρυκες του συμβιβασμού. Να στρατευθεί με το κόμμα της, το ΚΚΕ και τη γραμμή της αντιμπεριαλιστικής - αντιμονοπωλιακής πάλης που μπορεί να ανοίξει το δρόμο για τη λύση του πολιτικού ζητήματος. Γιατί μόνο με ριζική ανατροπή στον ταξικό χαρακτήρα της εξουσίας και της οικονομίας μπορεί να υπάρξει ικανοποίηση των ώριμων αναγκών των μισθωτών, των αυτοαπασχολουμένων και των οικογενειών τους. Το κύριο δηλαδή είναι πώς θα δυναμώσει ο πολιτικός αγώνας, πώς θα αγκαλιάσει συνολικότερα το εργατικό κίνημα, άλλα κοινωνικά κινήματα. Απαραίτητη προϋπόθεση γι’ αυτό είναι να αναπτυχθεί σε έκταση και σε βάθος η ιδεολογική διαπάλη μέσα στα κινήματα και στα μέτωπα πάλης.

Η οργάνωση της ιδεολογικής αντεπίθεσης δεν είναι ένα γενικό καθήκον. Αφορά τη δουλιά των καθοδηγητικών οργάνων. Πώς το οργανώνουν και το παρακολουθούν με βάση τις απαιτήσεις στο χώρο ευθύνης τους. Πώς γενικεύουν την πείρα από τη δράση τους, τη διαπάλη με τους μηχανισμούς και τα κόμματα του αντίπαλου. Να βγάζουν τα αναγκαία συμπεράσματα για το πού πρέπει να συγκεντρώσουν τα πυρά της αντιπαράθεσης. Να αξιοποιούν τις κατάλληλες μορφές, ώστε να φτάνει γρήγορα η επιχειρηματολογία με ενιαίο τρόπο σε όλες τις κομματικές και κνίτικες δυνάμεις.

Η προσπάθεια που γίνεται μετά το συνέδριο δεν μπορούμε να πούμε ότι συνιστά στροφή σε αυτό το θέμα. Μπορούμε να γίνουμε πιο αποτελεσματικοί, να ανέβει η ικανότητα των οργάνων να καθοδηγούν με ιδεολογικούς και πολιτικούς όρους. Μέσα στη συνθετότητα των καθηκόντων να βάλουμε τέλος στην αποσπασματικότητα και να αντιμετωπίσουμε τη δουλιά μας σαν ένα σύνολο συντονισμένων ενεργειών και μέτρων που υπηρετούν το ένα και ενιαίο καθήκον της ισχυροποίησης του Κόμματος.

Ενα σοβαρό πεδίο που το επόμενο διάστημα θα κριθεί πόσο κατακτάμε ενιαία αντίληψη στο παραπάνω ζήτημα είναι πώς θα «υποδεχτεί» όλο το Κόμμα τις αποφάσεις της Πανελλαδικής Συνδιάσκεψης για τη νεολαία. Πρόκειται για αποφάσεις που πρέπει να ενσωματωθούν στο συνολικό σχέδιο δράσης. Να εκδηλωθούν πρωτοβουλίες που θα ενισχύουν τη ριζοσπαστικοποίηση των νέων ανθρώπων και θα διαμορφώνουν προϋποθέσεις να συναντηθούν με την πρωτοπόρα ιδεολογία του ΚΚΕ.

Το τι μαθαίνουν τα παιδιά της εργατικής τάξης στα σχολειά και για πιο σκοπό είναι κύριο ζήτημα. Αφορά πρώτα τους κομμουνιστές εκπαιδευτικούς που πρέπει να ανοίξουν ανειρήνευτη πάλη με τους ανορθολογισμούς, τον ιδεαλισμό και τον αντικομμουνισμό, αλλά αφορά και τις εργατικές οικογένειες, το ταξικό εργατικό κίνημα από τη σκοπιά και της προοπτικής του. Αλλωστε η άρχουσα τάξη απροσχημάτιστα πια αξιοποιεί την εκπαίδευση για την προώθηση και εκλαΐκευση της ιδεολογίας και της στρατηγικής της. Το φετινό θέμα της πανελλαδικής έκθεσης που θα γράψει η Β΄ Λυκείου «για την ανταγωνιστικότητα» -όπου θα δοθεί μάλιστα χρηματικό έπαθλο στους μαθητές που θα διακριθούν- είναι χαρακτηριστικό της ιδεολογικής παρέμβασης στα σχολειά, για να μη θυμηθούμε το περιεχόμενο των σχολικών βιβλίων και το αντιδραστικό σε πολλά ζητήματα περιεχόμενο τους.

Το ίδιο συμβαίνει σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης, επιβεβαιώνοντας και με αυτόν τον τρόπο τις εκτιμήσεις του Κόμματος για τη συστηματική προσπάθεια της άρχουσας τάξης να κερδίσει το μυαλό της νεολαίας. Να τη χειραγωγήσει. Να φτιάξει τρομοκρατημένες συνειδήσεις. Να δηλητηριαστούν οι νέοι από τον αντικομμουνισμό, τον εθνικισμό και τον ιμπεριαλιστικό κοσμοπολιτισμό, επενδεδυμένα με το επικίνδυνο ιδεολόγημα της «ελευθερίας» του ατόμου στον καπιταλισμό.

Ξεχωρίζει, ανάμεσα σε πολλά παραδείγματα η περίπτωση του βιβλίου του Αμερικανού Andrew Lang Golub, που διδάσκεται στο Τμήμα Επιχειρηματικού Σχεδιασμού του ΤΕΙ Πάτρας και εξετάζει την «πιθανότητα η Κούβα να αποκτήσει δημοκρατική διακυβέρνηση την επόμενη χρονιά, σε συνδυασμό με την επιδείνωση ή όχι της υγείας του Κάστρο ...». Ο αντικομμουνισμός όσο γελοία και αν εκφράζεται ορισμένες φορές, δε χρειάζεται καμμιά υποτίμηση γιατί είναι όρος ύπαρξης και διαιώνισης του καπιταλιστικού συστήματος.

Η αποφασιστική αντίδραση της Αχτίδας ΑΕΙ-ΤΕΙ Πάτρας, σε συντονισμό με τις αντίστοιχες οργανώσεις της ΚΝΕ, το έκαναν θέμα, άνοιξαν μέτωπο, αναγκάζοντας το Υπουργείο Παιδείας και τη Διοίκηση του ΤΕΙ να απολογούνται. Αλλά, κυρίως, με αυτή την ευκαιρία άνοιξε μια πλατιά συζήτηση μέσα στους σπουδαστές για το που στοχεύει όλη αυτή η προσπάθεια ιδεολογικής χειραγώγησης, για την ανωτερότητα και επικαιρότητα του σοσιαλισμού, χρήσιμη για να εξάγονται τα αναγκαία συμπεράσματα για το ρόλο της νεολαίας στον αντιιμπεριαλιστικό - αντιμονοπωλιακό αγώνα.

Καθημερινά η πάλη θα αναδεικνύει πολλά μέτωπα παρέμβασης και αντιπαράθεσης με την κυρίαρχη ιδεολογία, ιδιαίτερα στη νεολαία. Το κύριο είναι να ενισχυθεί η ιδεολογική-πολιτική ετοιμότητα, το πνεύμα πρωτοβουλίας και ευθύνης στα καθοδηγητικά όργανα του Κόμματος και της ΚΝΕ.

Υπάρχουν μέτρα που μπορούν να συμβάλλουν στη διαμόρφωση πολιτιστικού - μορφωτικού ρεύματος στη νεολαία, με ευθύνη του Κόμματος. Π.χ. σχέδιο εκπαίδευσης και ειδίκευσης στελεχών του Κόμματος, ικανών να συμβάλλουν στη δουλιά των κομματικών οργανώσεων, στην αξιοποίηση ό,τι προοδευτικού υπάρχει στο χώρο για την οργάνωση πολύμορφων πολιτικών - πολιτιστικών πρωτοβουλιών και στην αγωνιστική συσπείρωση δυνάμεων, στην οργάνωση του μετώπου απέναντι στα εχθρικά και αντίπαλα ρεύματα που συμβάλλουν στην πολιτιστική αποχαύνωση και υποταγή της νεολαίας.

Το καθήκον λοιπόν της γρήγορης ιδεολογικής και πολιτικής ανασυγκρότησης του Κόμματος, όπως αποφασίσαμε στο 17ο Συνέδριο, δεν παίρνει από καθυστερήσεις και αναβολές. Είναι δύσκολο. Απαιτεί στοχοπροσήλωση, συλλογική επεξεργασία στα όργανα, αλλά και άνοδο της προσωπικής ανησυχίας των στελεχών σε όλους τους κρίκους του Κόμματος και πρακτικό πνεύμα για την αντιμετώπισή του. Εχθρός μας είναι η απλοϊκότητα, η επάρκεια, η αστήρικτη εναπόθεση αυτού του καθήκοντος στους ιδεολογικούς υπεύθυνους ή τις αντίστοιχες επιτροπές. Τα σύγχρονα ζητήματα της ιδεολογικής διαπάλης είναι οργανικό στοιχείο της καθοδηγητικής δουλιάς όλων των στελεχών, των οργάνων, των κομματικών ομάδων, των ΚΟΒ. Είναι δρόμος ουσιαστικής τροφοδότησης και των αντίστοιχων επιτελείων με ζωντανό και απαραίτητο υλικό για την ανάπτυξη της ιδεολογικής δουλιάς σε κάθε οργάνωση.

Η πείρα λέει ότι παρά τη σχετική αυτοτέλεια που έχει η ιδεολογική δουλιά -με την έννοια ότι πρέπει να υπακούει σε έναν κεντρικό σχεδιασμό- που θα δημιουργεί στέρεο υπόβαθρο μαρξιστικής και λενινιστικής μόρφωσης στις γραμμές μας, όπου τα όργανα οργανώνουν αυτό τον τομέα και τον παρακολουθούν, δημιουργείται υποδομή που εκφράζεται συνολικά στην άνοδο της ποιότητας της κομματικής δουλιάς. Ξεπερνιούνται αδυναμίες, καλύπτονται κενά, στρατεύεται πιο αποφασιστικά το κομματικό δυναμικό γιατί η πίστη του στη δίκαιη υπόθεση του Κόμματος και στη νικηφόρα έκβασή της στηρίζεται στους νόμους της κοινωνικής εξέλιξης και όχι μόνο στον απαραίτητο κομματικό ενθουσιασμό.



Η Λουΐζα Ράζου είναι μέλος της Γραμματείας της ΚΕ και Γραμματέας Περιοχής Πελοποννήσου.

[1] 17ο Συνέδριο του ΚΚΕ: «Πολιτική Απόφαση».