ΑΡΧΕΙΑΚΟ ΥΛΙΚΟ: Η ΕΙΣΗΓΗΣΗ ΤΟΥ σ. ΓΙΩΡΓΗ ΣΙΑΝΤΟΥ ΣΤΟ 7ο ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΤΟΥ ΚΚΕ

Σύντροφοι και συντρόφισσες,

Από το 6ο Συνέδριο του κόμματός μας μέχρι σήμερα πέρασε μια ολόκληρη δεκαετία. Λόγοι, που μέσα σ’ αυτό το χρονικό διάστημα δεν έγινε συνέδριο του κόμματος, είνε αυτή η ίδια εξαιρετική κατάσταση του διαστήματος αυτού, δηλ. η βασιλομεταξική δικτατορία και ο παγκόσμιος πόλεμος. Αυτή είνε η αιτία που άργησε τόσο πολύ το 7ο Συνέδριο. Ωστόσο, η εσωτερική δημοκρατία του κόμματος, παρ’ όλες τις εξαιρετικές αυτές συνθήκες, δε σταμάτησε. Μέσα σ’ αυτό το διάστημα γίνηκε μια πανελλαδική κομματική συνδιάσκεψη, δώδεκα ολομέλειες της Κεντρικής επιτροπής και σχεδόν άλλες τόσες συνεδριάσεις της Κεντρικής επιτροπής. Την ίδια εσωτερική ζωή είχαν σχεδόν και όλες οι τοπικές κομματικές οργανώσεις μας.

 

Σύντροφοι και συντρόφισσες

Την εξέλιξη της κατάστασης της Ελλάδας και τη δράση του κόμματός μας σ’ αυτό το χρονικό διάστημα, δεν πρέπει να τη δούμε ξέχωρα από τη διεθνή κατάσταση στο ίδιο αυτό διάστημα. Ποια ήταν το 1935 η διεθνής κατάσταση;

Τότε ο φασισμός βρισκότανε στην άνοδο. Ημαστε στις παραμονές του πολέμου και μάλιστα είχαν φανεί τα πρώτα προμηνύματα του πολέμου στην Αβησσυνία, Ισπανία και Κίνα. Ποιες είνε οι αιτίες, που προκάλεσαν αυτό τον πόλεμο; Δεν είνε άλλες από τις ίδιες καπιταλιστικές αντιθέσεις. Τα αίτια του πολέμου βρίσκονται μέσα σ’ αυτή τη φύση του καπιταλιστικού συστήματος, στις καπιταλιστικές αντιθέσεις και κρίσεις, που όταν φθάνουν στο ανώτατο σημείο οξύτητας προκαλούν τον πόλεμο για το ξαναμοίρασμα του κόσμου. Δηλαδή οι αιτίες και αυτού του πολέμου είνε όμοιες με τις αιτίες του πρώτου παγκόσμιου πολέμου. Ενα είνε το νέο σ’ αυτό τον πόλεμο: το γεγονός ότι υπήρχε μια νέα μεγάλη δύναμη, που δεν υπήρχε στον προηγούμενο πόλεμο, κι αυτή ήταν η Ενωση Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών (ΕΣΣΔ), μ’ ένα εντελώς διαφορετικό κοινωνικό σύστημα από τ’ άλλα κράτη του κόσμου. Στη χώρα αυτή, χάρη στο σοσιαλιστικό της σύστημα, δεν υπήρξαν ούτε μπορεί να υπάρξουν κρίσεις οικονομικές, ανεργίες που να οδηγούν σε πολέμους. Το γεγονός αυτό, η ακτινοβολία του γεγονότος αυτού στους λαούς των άλλων χωρών, είνε εκείνη, που έκανε τους ιθύνοντες των καπιταλιστικών κρατών να σκέπτονται σοβαρά για την επίδραση αυτής της ακτινοβολίας στους λαούς τους και για τα αποτελέσματα που μπορούσε να έχει στον τόπο τους. Γι αυτό η παγκόσμια αντίδραση και ιδιαίτερα οι αντιδραστικοί κύκλοι της Αγγλίας, ακολούθησαν μια πολιτική τέτια που να τους δίνει τη δυνατότητα να στρέψουν τις φασιστικές δυνάμεις και ιδιαίτερα τη φασιστική Γερμανία ενάντια στη Σοβιετική Ενωση για να φαγωθούν μ’ αυτό τον τρόπο και οι δυό της αντίπαλοι, ο ένας που ζητούσε μερτικό από τις αποικίες και ο άλλος που με την ακτινοβολία του κοινωνικού συστήματός του μπορούσε να είνε επικίνδυνος όσον αφορά την επίδραση αυτής της ακτινοβολίας στο λαό τους.

Απ’ εδώ βγαίνει η περίφημη πολιτική του Τσάμπερλαιν, που όχι μόνο δεν παρεμπόδιζε την ανάπτυξη των δυνάμεων της χιτλερικής Γερμανίας, αν και τέτια ανάπτυξη οδηγούσε κατ’ ευθείαν στον πόλεμο, αλλ’ αντίθετα τη βοηθούσε με τις πρώτες ύλες και άλλα μέσα, γιατί πίστευε πως θα ήταν δυνατό να τη στρέψει ενάντια στη Σοβιετική Ενωση, να δώσει διέξοδο δηλ. σ’ έναν πόλεμο προς την ανατολή και όχι προς τη δύση. Το πράγμα αυτό κατέληξε στη γνωστή εκείνη συμφωνία του Μονάχου, που δεν ήταν τίποτε άλλο παρά ένα κοινό μέτωπο των δυτικών δημοκρατιών με τη φασιστική Γερμανία και Ιταλία, με αιχμή κατά της Σοβιετικής Ενωσης. Η πολιτική του Τσάμπερλαιν επεχτεινόταν και σ’ όλες τις μικρές χώρες, που ήταν κάτω από την επιρροή της. Για τούτο βλέπουμε αυτή την πολιτική της μη επέμβασης των δυτικών δημοκρατιών στο ζήτημα της Ισπανίας. Για τούτο βλέπουμε την υποβοήθηση των φασιστικών δυνάμεων στην Ελλάδα με την παλινόρθωση της μοναρχίας το 1935 και με την εγκαθίδρυση της φασιστικής δικτατορία το 1936. Ετσι μπορούμε να εξηγήσουμε αυτό το φαινόμενο στην Ελλάδα, πώς δηλ. συνέβαινε, ενώ η Αγγλία είχε κάτω από την οικονομική και πολιτική της επιρροή την Ελλάδα, έβαλε αρχηγό της χώρας έναν παλιό πράκτορα της Γερμανίας, όπως ήταν ο Μεταξάς. Το έκανε γιατί επιδίωκε να στρέψει τελικά αυτές τις φασιστικές δυνάμεις μεγάλων και μικρών χωρών προς τα ανατολικά.

Η Σοβιετική Ενωση, ύστερα από το Μόναχο, ήταν υποχρεωμένη να περιφρουρήσει τα σύνορά της, να πάρει μέτρα ώστε να κρατήσει μακριά της τον πόλεμο. Από δω βγήκε το γνωστό σύμφωνο μεταξύ Γερμανίας και Σοβιετικής Ενωσης του 1939, από δω βγήκε και το άλλο σύμφωνο μεταξύ της Σοβιετικής Ενωσης και Ιαπωνίας, που έσπαζαν το αντικομμουνιστικό μέτωπο που είχε πραγματοποιηθεί στο Μόναχο. Τα πράγματα δεν εξελίχθηκαν όπως τα περίμεναν οι αντιδραστικοί κύκλοι της Αγγλίας και γενικά των δυτικών δημοκρατιών. Ο Χίτλερ, αφού ετοιμάστηκε, το καταλάβαινε και ο ίδιος, ότι αν έκανε τον πόλεμο, θα τον έκανε για τον εαυτό του και όχι για κανέναν άλλον. Καταλάβαινε, ότι αν στρεφόταν πρώτα ενάντια στη Ρωσία, το καρύδι αυτό θα ήταν πολύ σκληρό και ότι από έναν τέτιο πόλεμο, το λιγότερο θα έβγαινε ανάπηρος και δε θα ήταν σε θέση να συνεχίσει τον πόλεμο για την ηγεμονία στον κόσμο. Αυτός ήταν ένας λόγος. Ενας άλλος ήταν ότι οι υλικές του δυνάμεις δεν του έφταναν για μια τέτια εκστρατεία και του χρειαζόταν να καταχτήσει τα απαραίτητα εφόδια από άλλες χώρες, να γίνει κυρίαρχος του μεγαλύτερου μέρους της Ευρώπης, κύριος του έμψυχου και άψυχου υλικού της.

Ετσι ο πόλεμος άρχισε πρώτα ανάμεσα στη χιτλερική Γερμανία και τις δυτικές δημοκρατίες, έφτασε εκεί που έφτασε και όταν ο Χίτλερ είδε, ότι είχε στα χέρια του τα υλικά μέσα για να χτυπήσει τη Σοβιετική Ενωση, γιατί χωρίς την εξόντωση αυτής της χώρας θα ήταν αδύνατο να βγει οφελημένος από τον πόλεμο, να κρατήσει τις καταχτήσεις του, στράφηκε το 1941 ενάντια στη Σοβιετική Ενωση. Απ’ αυτή τη στιγμή ο πόλεμος, ο χαρακτήρας του πολέμου, αλλάζει. Ο πόλεμος γίνεται αντιφασιστικός, απελευθερωτικός, προοδευτικός.

Μπορούσε ν’ αποφευχθεί ο πόλεμος αυτός; Ναι. Αν η πολιτική της ΕΣΣΔ για την ομαδική ασφάλεια χρησιμοποιόταν πολύ πριν από το 1939, μπορούσε να παρεμποδίσει την κήρυξη του πολέμου. Δεν το θέλησαν όμως οι αντιδραστικές δυνάμεις του κόσμου, γιατί στο νου τους είχαν άλλα σχέδια κ’ έτσι ο πόλεμος έγινε. Από δω βγαίνει το συμπέρασμα ότι την ευθύνη του πολέμου δεν τη φέρει μόνο ο Χίτλερ, αλλά όλες οι σκοτεινές αντιδραστικές δυνάμεις του κόσμου, αυτές που σήμερα ραδιουργούν για να προκαλέσουν έναν τρίτο πόλεμο.

Η ύπαρξη της Σοβιετικής Ενωσης έσωσε την ανθρωπότητα από ένα βάρβαρο φασιστικό ζυγό, που ποιος ξέρει πόσα χρόνια θα κάθονταν στο σβέρκο της. Η Σοβιετική Ενωση σήκωσε το βάρος της χιτλερικής πολεμικής μηχανής στις πλάτες της, έδωσε θάρρος κ’ ελπίδες στους υπόδουλους λαούς να ξεσηκωθούν και να πολεμήσουν ενάντια στον καταχτητή, έδωσε τη δυνατότητα στους συμμάχους άγγλους και αμερικανούς να προετοιμαστούν για τη συντριβή της χιτλερικής Γερμανίας και Ιαπωνίας. Ο κόσμος μιλάει πολύ γι αυτό το θαύμα της Ρωσίας. Το θαύμα αυτό δεν ήταν τίποτε άλλο παρά το ίδιο το κοινωνικό σύστημα της Ρωσίας, το σοσιαλιστικό σύστημα. Αυτό είνε εκείνο που γέννησε αυτό το στρατό, τον κόκκινο στρατό, αυτό είνε εκείνο που έδωσε την ακατανίκητη δύναμη, που ο κόσμος ονομάζει θαύμα. Και πραγματικά, αν συγκρίνει κανείς το σημερινό κόκκινο στρατό με τον τσαρικό στρατό του προηγούμενου πολέμου, θα δει ένα θαύμα. Και τότε ρώσοι και σήμερα ρώσοι. Αλλά τότε μια γερμανική στρατιά σύντριψε όλο εκείνο το ρωσικό κολοσσό στη μάχη του Τάννεμπεργκ. Τώρα όλες οι δυνάμεις της Γερμανίας, με όλους τους δορυφόρους και με τη βοήθεια των φασιστικών δυνάμεων, που ήταν έξω από τη Γερμανία, όχι μόνο δε νίκησαν τον κόκκινο στρατό, αλλά συντριβήκανε απ’ αυτόν. Να μια μεγάλη διαφορά ανάμεσα στους δυό στρατούς. Ο τσαρικός στρατός δεν είχε θέληση να πολεμήσει, γιατί δεν αισθάνονταν καμμιά ελευθερία και καμμιά καλοπέραση στον τόπο του. Ενώ ο σημερινός ρωσικός λαός και οι διάφορες εθνότητες είδαν τη λευτεριά τους, έγιναν νοικοκυραίοι στον τόπο τους και δε μπορούσε παρά να πέσουν ως τον ένα για να υπερασπίσουν τις καταχτήσεις που τους έδωσε ο σοσιαλισμός. Σε τούτο βρίσκεται το θαύμα.

 

Η ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ

Τώρα ας δούμε την κατάσταση της Ελλάδας από το 1935 και δώθε: Τότε, όπως και σ’ όλο τον κόσμο έτσι και στην Ελλάδα, βρισκόμαστε σε μια άνοδο των φασιστικών δυνάμεων. Η Ελλάδα, περισσότερο από κάθε άλλη χώρα, περνούσε μια βαθειά οικονομική κρίση, γιατί βγήκε τελευταία από τον προηγούμενο πόλεμο, από μια μικρασιατική καταστροφή και, πριν ακόμα μπει στη μερική σταθεροποίηση, ξανάπεσε μέσα στις παγκόσμιες κρίσεις του 1928 και 1932. Ακόμα στην Ελλάδα ήταν πιο βαθειά η κρίση, χάρη στην εξωτερική της εξάρτηση και το ξεγύμνωμά της από το εξωτερικό. Από το άλλο μέρος, στη χώρα μας, χάρη στη δράση του ΚΚΕ, υπήρχε ένα αρκετά ισχυρό λαϊκό κίνημα, που εκδηλώνεται με σοβαρότατες απεργίες και μαζικούς αγώνες της αγροτιάς και που εμπόδιζε στο να ρίχνει η εκμεταλλευτική ολιγαρχία τα βάρη της κρίσης στις πλάτες του λαού. Αυτό δυνάμωνε περισσότερο την κρίση της αστικοτσιφλικάδικης Ελλάδας.

Από δω το 6ο Συνέδριο χαρακτήρισε την τότε κατάσταση ως εξής: Οι πολιτικές δυνάμεις της χώρας συγκεντρώνονται σε δύο αντίθετους πόλους. Στον πόλο του φασισμού και στον πόλο του αντιφασισμού. Οι δυνάμεις του φασισμού ήθελαν να καταργήσουν κάθε ίχνος ελευθερίας στην Ελλάδα και να έχουν απεριόριστα τη δυνατότητα εκμετάλλευσης του λαού. Το καθήκον των λαϊκών δυνάμεων ήταν να φράξουν το δρόμο στην άνοδο του φασισμού. Και πραγματικά, η σύγκρουση των δύο πόλων έπαιρνε όλο και μεγαλύτερη ένταση, που έφτασε σε κείνη την παλλαϊκή απεργία της Θεσσαλονίκης το Μάη του 1936. Ωσότου, στις 4 Αυγούστου του 1936, ο φασισμός με ένα πραξικόπημα διάλυσε τη Βουλή, κατάργησε το Σύνταγμα και κάθε ελευθερία συνδικαλιστική και πολιτική και επέβαλε τη δικτατορία του ενάντια στη θέληση της μεγάλης πλειοψηφίας του ελληνικού λαού. Στην εγκαθίδρυση αυτή της βασιλομεταξικής δικτατορίας βοήθησαν, έμμεσα ή άμεσα, όλα τα αστικά κόμματα της χώρας. Είνε γνωστό, ότι όλα τα κόμματα, εκτός από μας, έδωσαν ψήφο εμπιστοσύνης ή ανοχής στο Μεταξά στη Βουλή του 1936. Είνε γνωστό ότι ο ίδιος ο Σοφοκλής Βενιζέλος ήταν σύμφωνος στην εγκαθίδρυση της δικτατορίας. Υπήρξε μάλιστα και μια συμφωνία Βενιζέλου-Μεταξά για να γίνει ο Βενιζέλος αντιπρόεδρος της κυβέρνησης και παραπονιότανε έπειτα ο Σοφοκλής, που ο Μεταξάς παρέβη τη συμφωνία και δεν του έδωκε αυτή τη θέση. Αυτό ήταν το παράπονό του. Και όχι οι διώξεις του δημοκρατικού κόσμου, όχι η καταστροφή της Ελλάδας από το Μεταξά. Κείνο, που τον στενοχωρούσε, ήταν το ότι ο Μεταξάς δεν τον έκανε αντιπρόεδρο.

Είνε φανερό, ότι όλη η αντίδραση κι όλα τα κόμματά της βοήθησαν να ανέβει στην εξουσία ο Μεταξάς με τη δικτατορία της 4ης Αυγούστου, όπως είνε γνωστό ότι τη δικτατορία βοήθησαν και οι αντιδραστικοί κύκλοι της Αγγλίας, όσο και ο Χίτλερ. Το κόμμα μας, ύστερα απ’ αυτή την προδοσία της δημοκρατίας απ’ όλα τ΄ άλλα πολιτικά κόμματα, δεν ήταν δυνατό μόνο του να φράξει το δρόμο στην άνοδο της 4ης Αυγούστου. Κι αυτό γιατί δε βρέθηκε οργανωτικά προετοιμασμένο. Εκείνο το λαϊκό μέτωπο με το Αγροτικό κόμμα, δεν πρόλαβε να πάρει σάρκα και οστά. Η ενότητα της αγροτιάς με το ενιαίο αγροτικό κόμμα δεν πρόλαβε να πραγματοποιηθεί. Η ενότητα της εργατικής τάξης σε μια ενιαία Γενική συνομοσπονδία επίσης δεν πρόλαβε να γίνει. Κείνο το σύμφωνο Σοφούλη - Σκλάβαινα στη Βουλή του 1936 παραβιάστηκε από τους φιλελεύθερους. Ετσι το κόμμα μας δεν ήταν σε θέση μόνο του να αντιμετωπίσει το πραξικόπημα. Ετσι είχαμε την εγκαθίδρυση της δικτατορίας.

Σκοπός της: να επιβάλλει την τάξη του νεκροταφείου στην Ελλάδα για μια απεριόριστη εκμετάλλευση των εργαζομένων μαζών από μια ελάχιστη πλουτοκρατική ολιγαρχία, να διαφθείρει ιδεολογικά τον ελληνικό λαό και ιδιαίτερα την ελληνική νεολαία με τα ιδανικά του φασισμού και το φασιστικό χαιρετισμό, να προσκολλήσει την Ελλάδα στο αντισοβιετικό στρατόπεδο. Να οι σκοποί για τους οποίους επιβλήθηκε η 4η Αυγούστου στην Ελλάδα. Που οδήγησε αυτή η δουλεία, είνε γνωστό. Οταν ο Μουσολίνι αποφάσιζε να πατήσει τα ελληνικά εδάφη, η 4η Αυγούστου ήταν ανέτοιμη για κάθε αντίσταση, γιατί όλες οι προετοιμασίες της ήταν για αντισοβιετικό και όχι για αντιφασιστικό πόλεμο. Απ’ ό,τι ξαίρουμε από επίσημες εκθέσεις στρατηγών, που είχαν τότε σοβαρά πόστα, σκοπός του Μεταξά και του Γεωργίου ήταν να ρίξουν μερικές τουφεκιές για να βγουν από την υποχρέωση που είχαν αναλάβει απέναντι της Αγγλίας και τίποτα άλλο. Η 4η Αυγούστου έκανε πόλεμο καθεστωτικό-φασιστικό. Γι αυτό κράτησε τους δημοκρατικούς αξιωματικούς μακριά από τον πόλεμο. Γι’ αυτό κράτησε τους κομμουνιστές στις φυλακές, για να τους παραδώσει στους γερμανοϊταλούς να εκτελεστούν ως τον ένα. Το γεγονός αυτό κατατάσσει το Γεώργιο και την τεταρτοαυγουστιανή μαφία στην κατηγορία των εγκληματιών πολέμου.

Μιλάνε σήμερα για αλβανικό έπος. Μαγαρίζουν το έπος αυτό, όταν το βάζουν στο στόμα τους, όταν το χαρακτηρίζουν δικό τους. Είνε πραγματικά έπος, αλλά έπος του ελληνικού λαού και του ΚΚΕ. Ο αρχηγός του κόμματός μας σ. Νίκος Ζαχαριάδης, μέσα από τα μπουντρούμια του Μεταξά, βρήκε τον τρόπο, με κείνο το ιστορικό ανοιχτό γράμμα του στις 31 Οκτώβρη 1940, να καλέσει το ΚΚΕ και τον ελληνικό λαό να πολεμήσουν ως την τελευταία σταλαγματιά του αίματός τους, να φράξουν το δρόμο στους ιταλοφασίστες επιδρομείς για να δημιουργήσουν μια Ελλάδα λεύτερη κλπ. Αυτό έχει μια ιδιαίτερη σημασία: το να είσαι αιχμάλωτος, στην απομόνωση και να οδηγείς το κόμμα σου και το λαό στον αγώνα, έστω και κάτω από την πρωθυπουργία του Μεταξά, που την ίδια στιγμή έπιανε, φυλάκιζε και σκότωνε τους κομμουνιστές.

Ο λαός πραγματικά έκανε το καθήκον του στην περίπτωση αυτή, γιατί καταλάβαινε ότι πολεμώντας τον ιταλικό φασισμό πολεμούσε και τον ελληνικό φασισμό. Αυτό είνε το θαύμα των αλβανικών βουνών και το έπος αυτό δεν είνε της 4ης Αυγούστου και πολύ περισσότερο δεν είνε της πλουτοκρατικής ολιγαρχίας, γιατί αυτή και τους πολέμους και τη νίκη και την ήττα τις αντιλαμβάνεται σαν υποθέσεις καλής επιχείρησης για κέρδη και τίποτα περισσότερο. Για τούτο είδαμε πόσο «λυπήθηκε» από την κατοχή της χώρας μας από τους γερμανούς, ιταλούς και βουλγάρους!

Ηταν δυνατό να ξεφύγει η Ελλάδα απ’ αυτό τον πολεμικό κατακλυσμό; Δε μπορούμε ν’ απαντήσουμε κατηγορηματικά, ναι. Υπήρχε όμως τρόπος να μη φτάσει στην καταστροφή που έφτασε κι αυτό θα το πετύχαινε με μια διαφορετική εξωτερική πολιτική, που το κόμμα μας υπόδειξε κι αγωνίστηκε να πραγματοποιηθεί από το 6ο ακόμα Συνέδριό μας. Αυτή η εξωτερική πολιτική θα έπρεπε να είνε τέτια, ώστε η χώρα μας όχι μόνο να μη στρέφεται ενάντια στη Ρωσία, αλλά να στηρίζεται σ’ αυτή, γιατί ήταν η μοναδική μεγάλη ηπειρωτική δύναμη απέναντι από τη Γερμανία στην Ευρώπη, ήταν η μόνη δύναμη που αγωνιζόταν για την ειρήνη και ενάντια στον πόλεμο.

Αν δεν υπήρχε στα Βαλκάνια η κατάσταση που υπήρχε τότε με τις φασιστικές κυβερνήσεις, αλλά πραγματοποιόταν ένα βαλκανικό μπλοκ, που να είχε την υποστήριξη της Ρωσίας, τότε είνε πολύ απίθανο αν θα τολμούσε ο Μουσολίνι να ξεκινήσει για να πατήσει την Ελλάδα, όπως ξεκίνησε τώρα με την Ελλάδα απομονωμένη. Στην περίπτωση αυτή και να μπαίναμε στον πόλεμο, θα μπαίναμε πολύ αργότερα και κατά τρόπο, που η κατοχή μπορούσε ν’ αγκάλιαζε όχι όλη την Ελλάδα, να ήταν όχι τόσο μακρόχρονη και οι καταστροφές ασύγκριτα λιγότερες. Ο μοναρχοφασισμός έκανε εντελώς το αντίθετο απ’ ό,τι απαιτούσαν τα συμφέροντα της Ελλάδας. Το ίδιο κάνει και τώρα. Δεν ξέχασε το μάθημα. Για την καταστροφή λοιπόν αυτή δεν ευθύνεται μόνο ο Μεταξάς κι ο βασιλιάς, αλλά ολόκληρη η πλουτοκρατική ολιγαρχία της Ελλάδας, με όλα τα κόμματά της, που βοήθησαν την άνοδο του φασισμού στην Ελλάδα, που τον ανέχθηκαν επί τέσσερα χρόνια και που του επέτρεψαν να κάνει τέτιου είδους πόλεμο καθεστωτικό και όχι εθνικό. Οι στυλοβάτες της 4ης Αυγούστου, που πίστευαν στο Χίτλερ περισσότερο απ’ ό,τι πίστευαν στο θεό τους, μόλις αντίκρυσαν τις χιτλερικές ορδές, παραδόθηκαν και ενδιαφέρθηκαν μην τυχόν και μείνει κανένα φυσίγγιο και κανένας δημοκράτης κρατούμενος χωρίς να τον παραδώσουν στο Χίτλερ.

 

Η ΔΟΚΙΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΚΟΜΜΑΤΟΣ

Σύντροφοι, στο ίδιο χρονικό διάστημα της δικτατορίας, το κόμμα μας πέρασε μεγάλη δοκιμασία. Δε μπόρεσε να ξεσηκώσει μαζικό, αντιδικτατορικό κίνημα για να ανατρέψει τη δικτατορία πριν από τον πόλεμο και να αποτρέψει τις καταστροφές, κυρίως γιατί η 4η Αυγούστου κατόρθωσε να σπάσει τις δυνάμεις του κόμματός μας, να το αποκεφαλίσει και στο τέλος να φτάσει σχεδόν στη διάλυσή του. Κι αυτό το πέτυχε κυρίως χάρη στο ότι, από πολλά χρόνια πριν, κατόρθωσε να μπάσει προβοκάτορες μέσα στο κόμμα, που στην κρίσιμη στιγμή χτύπησαν το κόμμα από τα μέσα και το αποσύνθεσαν. Αυτό δείχνει καθαρά, ότι χωρίς την ύπαρξη γερού ΚΚΕ, είνε αδύνατο να οργανωθούν και να καθοδηγηθούν μεγάλοι ακόμα και μικροί μαζικοί αγώνες. Αυτό δείχνει πόσο μεγάλη πρέπει να είνε η επαγρύπνηση όχι μόνο των στελεχών του ΚΚ, αλλά όλων των μελών μας, ακόμα και του λαού, για την προφύλαξη του κόμματος από τα χτυπήματα του εχθρού, από προβοκάτσιες, που στρέφονται εναντίον του, από ανθρώπους που μπαίνουν μέσα για να το χτυπήσουν, για να διαστρεβλώσουν την πολιτική γραμμή του κόμματος και να διασπούν την ενότητά του. Χωρίς κόμμα ισχυρό, δεν είνε δυνατό να μπουν στην πράξη και οι καλύτερες αποφάσεις.

Άλλο χτύπημα που συνετέλεσε στην αποσύνθεση του κόμματος τότε, ήταν εκείνες οι δηλώσεις μετανοίας. Αυτό ήταν μεγάλο χτύπημα. Βέβαια, είνε γνωστό με τι μέθοδες έπαιρναν αυτές τις δηλώσεις, με ιεροεξεταστικά βασανιστήρια. Ομως αυτές τις δηλώσεις τις χρησιμοποίησαν για να παρουσιάσουν το κόμμα μας στο λαό σαν κόμμα χωρίς αρχές, να παρουσιάσουν τα στελέχη μας σαν ανθρώπους που άλλα έλεγαν χθες και άλλα λένε σήμερα μπροστά στις δυσκολίες και αποσιωπούσαν τις χιλιάδες των ηρώων, που όχι μόνο σάπιζαν στις φυλακές και εξορίες αλλά και υφίσταντο τα μεγαλύτερα μαρτύρια, χωρίς ούτε μια στιγμή να λυγίσουν. Εδειχναν στον κόσμο μόνο το Σκλάβαινα και μερικούς άλλους, για να χτυπήσουν το κόμμα. Και πράγματι μας έδωσαν σοβαρά χτυπήματα. Το πράγμα αυτό έφερε την απογοήτευση και χτύπησε το κύρος του κόμματος, έστω και προσωρινά. Απ’ εδώ πρέπει να βγάλουμε ένα άλλο συμπέρασμα. Ότι η ποιότητα των στελεχών και μελών μας πρέπει να είνε τέτια, που να αντέχει και να κρατάει ψηλά τη σημαία του κόμματός μας, κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες δυσκολιών και τρομοκρατίας. Κι αυτό είνε δυνατό να πραγματοποιηθεί, όταν τα μέλη του κόμματος είνε οπλισμένα με τη μαρξιστική - λενινιστική - σταλινική θεωρία, όταν έχουν ακλόνητη πίστη και πεποίθηση στους σκοπούς του κόμματος και ιδιαίτερα στην ανεξάντλητη δύναμη της εργατιάς και του εργαζόμενου λαού. Οποιος χάνει την πεποίθηση στη δυνατότητα της λαϊκής νίκης, αυτός χάνει τα νερά του, λιποψυχεί και λιποταχτεί. Κι αυτό είνε εκείνο, που οδήγησε το Σκλάβαινα και τους άλλους να κάνουν τις δηλώσεις, που τόσο πολύ χτύπησαν το κόμμα. Από την άλλη μεριά, η 4η Αυγούστου ξεκαθάρισε το κόμμα μας από τους δειλούς και λιπόψυχους και το έκανε ακόμα πιο γερό. Ηταν λάθος η απόφασή μας να ξαναπάρουμε στο κόμμα έστω και λίγους δηλωσίες. Η 12η Ολομέλεια της Κεντρικής Επιτροπής σωστά χαρακτήρισε σαν ζήτημα ηθικής τάξης το ξεκαθάρισμα του κόμματος από όλους τους δηλωσίες.

Ακόμα, πρέπει να δούμε ότι, παρ’ όλα αυτά τα χτυπήματα, παρ’ όλο ότι η ασφάλεια κατόρθωσε να δημιουργήσει κεντρική διοίκηση από χαφιέδες, παρ’ όλη την ύπαρξη και μιας άλλης κεντρικής επιτροπής, που στον ιταλοελληνικό πόλεμο κράτησε μια πεμπτοφαλαγγίτικη πολιτική, παρ’ όλο ότι οι κομμουνιστές που δεν ήταν φυλακή, δεν ήταν συνδεμένοι ο ένας με τον άλλον αλλά σκορπισμένοι εδώ και κει, παρ’ όλα αυτά το κόμμα μας δεν έπαθε ανεπανόρθωτη καταστροφή, χάρη στη σωστή του πολιτική με την οποία κέρδισε την εμπιστοσύνη των εργατικών και λαϊκών μαζών, χάρη στις βαθειές ρίζες που είχε το κόμμα μας μέσα στο λαό, χάρη στη σωστή του πολιτική και δράση. Αυτό φάνηκε από τη θυελλώδη ανάπτυξη του κόμματος αμέσως μετά την κατάρρευση του κράτους του Μεταξά.

 

Η ΠΕΡΙΟΔΟΣ ΤΗΣ ΚΑΤΟΧΗΣ

Βέβαια στους πρώτους μήνες της κατοχής, η ανασυγκρότηση των κομματικών δυνάμεων δεν έγινε με λίγες δυσκολίες. Τόσο η «προσωρινή» χαφιεδική διοίκηση, όσο και η λεγόμενη «παλιά κεντρική επιτροπή», συνέχιζαν τη δουλειά τους. Ζητούσαν συνδιοίκηση και απασχολούσαν τη συγκροτηθείσα από πρώην εξόριστους και φυλακισμένους κομματική καθοδήγηση με μακροχρόνιες διαπραγματεύσεις. Αλλοι «κομματοσωτήρες» έκαναν απόπειρες να ιδρύσουν νέο κομμουνιστικό κόμμα και άλλοι δημιουργούσαν αντιπολιτεύσεις του ΚΚΕ και έβγαζαν αντικομματικές εφημερίδες και φυλλάδια. Τέλος, όλες αυτές οι δυσκολίες κατανικήθηκαν και το κόμμα μπήκε γρήγορα στο δρόμο της θυελλώδικης οργανωτικής ανάπτυξης και σωστής δράσης.

Η κατοχή, οι καταχτητές είχαν το σκοπό τους. Εκείνο που έκανε ο Χίτλερ, η «μεγαλοψυχία» του δηλαδή να μη θεωρήσει τον ελληνικό στρατό αιχμάλωτο, είχε το σκοπό του. Ο Χίτλερ ήθελε να αξιοποιήσει το έμψυχο και άψυχο υλικό της Ελλάδας για τους πολεμικούς του σκοπούς και πίστευε να το κάνει αυτό με τη θέληση του λαού. Και δεν είχε άδικο πέρα-πέρα. Γιατί πριν απ’ αυτόν ήταν εδώ η 4η Αυγούστου, καθεστώς ίδιο με το δικό του, φασίστες σε όλα τα σοβαρά πόστα του κράτους, στο στρατό και στα σώματα ασφαλείας. Ακόμα υπήρχε εδώ και μια παράδοση από το βασιλιά Κωνσταντίνο, που ήταν γερμανόφιλος και κράτησε τη γνωστή στάση στον περασμένο πόλεμο με αποτέλεσμα το διχασμό της Ελλάδας. Σ’ αυτό στηριζόταν ο Χίτλερ και πίστευε ότι, με τη θέληση του ελληνικού λαού, θα έπαιρνε ό,τι ήθελε. Φυσικά χρησιμοποίησε γι αυτό και τα μέσα της πείνας, τους κουΐσλιγκς και όλους τους προδότες για ν’ αναγκάσει το λαό να γονατίσει, να χάσει το ηθικό του και να θεωρήσει την κατοχή σαν γεγονός τετελεσμένο και να ζητήσει τη σωτηρία του από το Χίτλερ.

Εδώ έμπαινε το ζήτημα: ή θα έπρεπε να οργανωθεί η αντίσταση ενάντια στον κατακτητή, ή η Ελλάδα θα γινόταν ηθικό ράκος, υλικό κατάλληλο για κάθε είδους ανάγκη του κατακτητή, σε τέτιο σημείο ώστε ο λαός της να γίνει πτώμα ανίκανο να σηκώσει το κεφάλι του και να ξαναγεννήσει την Ελλάδα, έστω και αν ο καταχτητής έφευγε απ’ εδώ. Το κόμμα μας πήρε την πρωτοβουλία της οργάνωσης της αντίστασης και τοποθέτησε το ζήτημα έτσι: Πρέπει να αγωνιστούμε για να πάρει ο λαός ψωμί να ζήσει. Αγώνας για την επιβίωση και παράλληλα μ’ αυτόν και ταυτόχρονα αγώνας με κάθε μέσο και μέθοδο -πόλεμος- για την εθνική μας απελευθέρωση. Ως προς το εσωτερικό μας ζήτημα, που ήταν δυνατό να υπάρχουν διαφωνίες ανάμεσα στους έλληνες το αφήναμε να λυθεί δημοκρατικά με εκλογές συντακτικής εθνοσυνέλευσης μετά την απελευθέρωση.

Τα δύο πρώτα έπρεπε να ενδιαφέρουν όλους τους έλληνες και γι αυτό ήταν δυνατό να γίνει μια πανεθνική ενότητα. Ετσι έβαλε το κόμμα μας το ζήτημα, μαζί με τα κόμματα που λίγο αργότερα έκαναν το ΕΑΜ. Ομως η αντίδραση, όλα τα κόμματα της αστικής τάξης, δημοκρατικά και βασιλικά πήραν άλλη θέση. Καλλιεργούσαν την ιδέα της υποταγής, γιατί θα ήταν όχι απλώς ουτοπία να σηκώσει ο άοπλος λαός το ανάστημά του ενάντια στους «πανίσχυρους» καταχτητές, αλλ’ αντίθετα θεωρούσαν τον αγώνα αυτό πρόκληση που θα κατάληγε σε ολοκληρωτική καταστροφή της χώρας, επειδή οι καταχτητές θ’ αγρίευαν περισσότερο.

Από την άλλη μεριά, ο Γεώργιος δημιουργεί στρατό στην Αίγυπτο με μόνο σκοπό να τον βοηθήσει να κρατηθεί στο θρόνο, στρατό πραιτωριανό, όχι για να χτυπήσει τον καταχτητή, αλλά το λαϊκό κίνημα όταν θα γύριζε στην Ελλάδα.

Η μεγαλοπλουτοκρατική αντίδραση πήρε αυτή τη θέση απέναντι στον καταχτητή γιατί νόμιζε ότι ένα λαϊκό εθνικοαπελευθερωτικό κίνημα, αφού θα υπεράσπιζε τα συμφέροντα και την τιμή της Ελλάδας, θα αποχτούσε και το δικαίωμα να αναμιχθεί μετά και στην εσωτερική πολιτική ζωή του τόπου, να ζητήσει ριζικές πολιτικές, οικονομικές και κοινωνικές αλλαγές, δηλαδή χειραφέτησή του. Για τούτο, όχι μόνο δε θέλησε να βοηθήσει την οργάνωση της εθνικής αντίστασης, αλλά όταν η αντίσταση οργανώθηκε από μας ενάντια στη θέλησή της, την καταπολέμησε ως το σημείο να συνεργασθεί με τους ίδιους τους καταχτητές ενάντια στο εθνικοαπελευθερωτικό κίνημα. Το ταξικό συμφέρο της μεγαλοπλουτοκρατίας, μπήκε από μέρος της, όπως πάντα, πάνω από το εθνικό. Αυτό δείχνει, ότι η πλουτοκρατική ολιγαρχία εδώ στη χώρα μας έγινε τόσο αντιδραστική, ώστε ο μοναδικός της ρόλος να είνε η προδοσία της Ελλάδας και του λαού της. Αυτό δείχνει το φαινόμενο του δοσιλογισμού. Δεν είνε μόνο μερικοί άνθρωποι, που κάνανε αυτή την προδοσία, αλλά μια τάξη ολόκληρη, που χάρη στα συμφέροντά της, χάρη στα προνόμιά της και το φόβο να μη χειραφετηθεί ο λαός, έφτασε στο σημείο να συνεργαστεί με τον καταχτητή και να σηκώσει όπλα ενάντια στην πατρίδα της.

 

ΤΟ ΕΑΜ ΚΑΙ ΤΟ ΕΘΝΙΚΟΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΤΙΚΟ ΚΙΝΗΜΑ

Το κόμμα μας συνέχισε την πρωτοβουλία του και με μια σειρά άλλων κομμάτων και ομάδων έκανε το ΕΑΜ. Η σωστή πολιτική και ταχτική του ΕΑΜ πραγματοποίησε την εθνική ενότητα από τα κάτω και ενάντια στην αντίδραση της ντόπιας ολιγαρχίας. Ολος ο ελληνικός λαός έγινε ένα γιγάντιο πολεμικό συνεργείο, από τα αετόπουλα ίσα με τους γέρους, άνδρες και γυναίκες, καθένας στον τομέα του. Περισσότερο από 100 χιλιάδες στρατός δημιουργήθηκε στο διάστημα αυτό, ο στρατός του ΕΛΑΣ.

Περισσότερο από 1 ½ εκατομμύριο ενεργά μέλη έφτασε το ΕΑΜ. Στο κίνημα αυτό προσχώρησε η αφρόκρεμα των αξιωματικών, από τον ανθυπασπιστή μέχρι το στρατηγό. Ο,τι καλό είχε το σώμα των αξιωματικών του παλιού στρατού ήρθε στον ΕΛΑΣ, μπήκε επί κεφαλής του αγωνιζόμενου έθνους, εκτιμήθηκε και εκτιμιέται ισάξια απ’ αυτό. Ο στρατηγός Σαράφης, ο άνθρωπος που μετέτρεψε τις διεσπαρμένες ανταρτοομάδες στο γιγάντιο στρατό του ΕΛΑΣ, είνε σήμερα, σε πείσμα των δοσιλόγων, το ίνδαλμα ολόκληρου του έθνους μας.

Στο κίνημα αυτό προσχώρησε ακόμα η αφρόκρεμα των υπαλλήλων, των διανοουμένων, των επιστημόνων και τεχνικών, ένα μεγάλο μέρος του κλήρου, από τους απλούς παπάδες μέχρι τους δεσποτάδες, δηλ. όλο το ζωντανό έθνος, με όλες τις ειδικότητές του. Ο ρόλος της νέας γενιάς μέσα στο κίνημα αντίστασης στην περίοδο της κατοχής ήταν τεράστιος. Η νέα γενιά, οργανωμένη στην ΕΠΟΝ, έδωσε τέτια παραδείγματα ηρωισμού, σε όλους τους τομείς της δράσης της, που ηλέκτριζε και ενθουσίαζε και τους πιο καθυστερημένους γέροντες. Αυτή έδωσε στον ΕΛΑΣ τα καλύτερα παλληκάρια της, αυτή οργάνωσε τα θρυλικά αετόπουλα, αυτή άνοιξε και έβαλε σε ενέργεια τα σχολειά στην ελεύθερη Ελλάδα, αυτή έπαιξε πρωτοπορειακό ρόλο στην ανάπτυξη του πολιτισμού, κυρίως στην ύπαιθρο και πολύ δίκαια κατάχτησε τη θέση της, την αγάπη και εμπιστοσύνη όλου του έθνους.

Το κίνημα της Εθνικής αντίστασης έφερε στο προσκήνιο τη γιγάντια δύναμη της γυναίκας, που κρατιόταν από την αντίδραση μακριά από κάθε αγώνα, πολιτικό και δημιουργικό, που θεωρούνταν σαν κάτι κατώτερο, πολύ κατώτερο από τον άνδρα. Το κίνημα αντίστασης έδωσε δυνατότητες στη γυναίκα να αναπτύξει όλη εκείνη την υπέροχη ικανότητά της. Οι γυναίκες πήραν μέρος όχι μόνο στις γιγάντιες εκείνες απεργίες στις πόλεις, που πολεμούσαν με τα χέρια άδεια ενάντια στα γερμανικά τανκς, αλλά πήραν μέρος και σ’ αυτό τον πόλεμο, πήραν στο χέρι και χειρίστηκαν αρκετά καλά και αυτό το πολυβόλο. Το κίνημα της Εθνικής αντίστασης εξύψωσε τη γυναίκα και της έδωσε τη θέση της. Οι δυνάμεις της γυναίκας σήμερα, ψημένες μέσα σ΄ αυτό το καμίνι του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα, είνε ικανές να παίξουν αποφασιστικό ρόλο και στους αγώνες για την πραγματοποίηση των καθηκόντων που μπαίνουν από δω και πέρα.

Ο χαρακτήρας αυτού του εθνικοαπελευθερωτικού κινήματος είνε βαθειά ριζοσπαστικός, εκδηλώνει την αποφασιστική θέληση του ζωντανού έθνους να δημιουργήσει ένα καλύτερο μέλλον, είναι έναρξη της λαϊκοδημοκρατικής επανάστασης στη χώρα μας με τη μορφή του εθνικοαπελευθερωτικού πολέμου.

Ο ελληνικός λαός πάλεψε για να απελευθερώσει τη χώρα του από τον ξενικό ζυγό, όχι για να ξαναγυρίσει στην παλιά κατάσταση πραγμάτων, αλλά για να δημιουργήσει μια νέα Ελλάδα, για να σπάσει δηλ. τα δεσμά και της κατοχής και τα δεσμά όπου τον κράταγε ως τώρα η πλουτοκρατική ολιγαρχία. Ο λαός μπήκε στον αγώνα αυτόν για να απελευθερώσει τη χώρα, να την κάνει πραγματικά ανεξάρτητη και να πραγματοποιήσει ριζικές μεταρρυθμίσεις, να κάνει τη χώρα του τέτια, ώστε να ζει λεύτερος, να απολαμβάνει το προϊόν της δουλιάς του και να είνε νοικοκύρης στον τόπο του, αυτός ο κυβερνήτης και ελεγκτής της χώρας του. Τέτιος είνε ο χαρακτήρας του εθνικοαπελευθερωτικού κινήματος. Η λαϊκή αυτοδιοίκηση και η λαϊκή δικαιοσύνη, που ξεφύτρωσαν μέσα στον αγώνα και έπαιξαν ένα τεράστιο ρόλο σ΄ όλο το χρονικό διάστημα του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα, είνε αυτό το φυτώριο της λαϊκής δημοκρατίας. Αυτοί οι δύο θεσμοί, που τους θυμάται σήμερα η αγροτιά και δακρύζει, έδωσαν στο λαό να καταλάβει ότι είνε ικανός να διοικήσει ο ίδιος, πολύ ικανότερος απ’ εκείνους που διοικούσαν πριν, είνε ικανός να δικάζει ο ίδιος, πολύ καλύτερα από τους επιστήμονες δικαστές.

Η ΠΕΕΑ και το Εθνικό συμβούλιο είνε μια λαϊκή εξουσία. Ολες οι αποφάσεις και τα ψηφίσματά τους έχουν αξία όχι μόνο για τότε, αλλά και για τους από δω και πέρα αγώνες του ελληνικού λαού. Χαράζουν το δρόμο για την πραγματοποίηση της λαϊκής δημοκρατίας και δείχνουν τι είδους πρέπει να είνε αυτή η δημοκρατία και ακόμη ότι χωρίς αυτή, είνε αδύνατο να γίνει νοικοκύρης στον τόπο του.

Τα αποτελέσματα αυτού του αγώνα είνε μια μεγάλη βοήθεια στους συμμάχους. Κράτησε το εθνικό φρόνημα και το ηθικό του λαού ψηλά, κράτησε ψηλά την τιμή της Ελλάδας και δημιούργησε τις προϋποθέσεις, τις δυνάμεις εκείνες, που είνε οι μόνες ικανές να ξαναφτιάξουν την Ελλάδα. Αυτά έδωσε, σε τρεις γραμμές, το εθνικοαπελευθερωτικό κίνημα στη χώρα μας.

 

ΟΙ ΣΧΕΣΕΙΣ ΜΕ ΤΟΥΣ ΣΥΜΜΑΧΟΥΣ

Θα ήθελα να πω δυο λέξεις όσον αφορά τις σχέσεις του εθνικοαπελευθερωτικού μας κινήματος με τους συμμάχους, ιδιαίτερα με τους άγγλους. Ηταν κίνημα στο πλευρό των συμμάχων. Αν δεν υπήρχε αυτό δε θα ήταν δυνατό να σταθεί ούτε ένας άγγλος, προπαντός στην ύπαιθρο, που πριν από την ανάπτυξη του αντάρτικου κινήματος ζούσε μέσα σε μια τρομερή ληστοκρατία. Δημιούργησε λοιπόν το κίνημα αυτό τις προϋποθέσεις για να μπορούν να σταθούν αντιπροσωπείες του στρατηγείου Μέσης Ανατολής στην Ελλάδα.

Το Εθνικοαπελευθερωτικό μας κίνημα έκανε κάθε δυνατό για να κλείσει επίσημες συμφωνίες με το στρατηγείο Μέσης Ανατολής, με τη σύμμαχο Αγγλία. Είνε γνωστό το σύμφωνο ΕΛΑΣ-ΕΑΜ και Στρατηγείου Μέσης Ανατολής, που είχε υπογράψει ο ταξίαρχος Εντυ. Είνε γνωστές οι προσπάθειες που κάναμε για να συνδεθούμε προσωπικά με τους αντιπροσώπους των συμμάχων, με την αντιπροσωπεία που στείλαμε το 1943 στο Κάϊρο. Είνε γνωστή η συμφωνία της Πλάκας, που καθόριζε τις σχέσεις ανάμεσα σε μας, στο Ζέρβα, και τους συμμάχους. Είνε γνωστή η συμφωνία της Γκαζέρτας, που έγινε για τον ίδιο σκοπό, για τον καθορισμό των σχέσεων του εθνικοαπελευθερωτικού κινήματος με τους συμμάχους.

Το αντάρτικο κίνημα, με τις συμφωνίες αυτές, ήταν υπό τις διαταγές του Στρατηγείου Μ. Ανατολής και εκτελούσε οδηγίες και σχέδια που έπαιρνε απ’ αυτό. Και όμως, παρ’ όλη τη θέληση του ελληνικού λαού και των αξιωματικών και ανδρών του ΕΛΑΣ να υπάρχουν αδελφικές σχέσεις ανάμεσα σε μας και τους συμμάχους άγγλους, παρ’ όλη την εκπλήρωση των οδηγιών του Στρατηγείου Μ. Ανατολής με το παραπάνω, παρ’ όλα τα συγχαρητήρια στην Κεντρική Επιτροπή του ΕΑΜ και του ΕΛΑΣ για τη δράση του ΕΛΑΣ στην Ελλάδα, ιδιαίτερα όταν η δράση του ΕΛΑΣ έδωσε την εντύπωση στους γερμανούς ότι η απόβαση θα γινόταν εδώ (γι αυτό και γινόταν η δράση αυτή) και οι άγγλοι το χρησιμοποίησαν αυτό για την απόβαση στη Σικελία, παρ’ όλα τα συγχαρητήρια του ίδιου του Τσώρτσιλ, η στάση των άγγλων απέναντι στο ΕΑΜ και στον ΕΛΑΣ δεν ήταν όσο έπρεπε φιλική. Ο οπλισμός, που έδωσαν οι άγγλοι στον ΕΛΑΣ, δεν υπερβαίνει τα 6-7%. Ολος ο οπλισμός του ΕΛΑΣ προέρχεται από λάφυρα, που πήρε με τον ηρωικό αγώνα του από τους καταχτητές. Ολες οι χρηματικές ενισχύσεις των άγγλων στον ΕΛΑΣ δεν υπερβαίνουν τις 150 χιλιάδες λίρες σ’ όλο το χρονικό διάστημα της εθνικής μας αντίστασης. Οι άγγλοι, που δρούσαν εδώ στην Ελλάδα, έκαναν ό,τι μπορούσαν για να δημιουργήσουν αντάρτικο κίνημα ξέχωρα από τον ΕΛΑΣ, αντάρτικο κίνημα που θάφερνε αντιπερισπασμό στη δράση του ΕΛΑΣ, που θα χτυπούσε τον ΕΛΑΣ. Οι δυνάμεις του Ζέρβα είνε έργο των άγγλων, της λίρας των άγγλων. Οι δυνάμεις του Ψαρρού είνε επίσης έργο της λίρας των άγγλων. Ολες οι άλλες οργανώσεις (ΠΑΟ κλπ.) έγιναν με τη βοήθεια των άγγλων.

Ακόμη απ’ ό,τι έχουμε υπόψη μας από τη δίκη των δοσιλόγων, βγαίνει ότι και τα τάγματα ασφαλείας έγιναν με την έμμεση συγκατάθεση, έγκριση και βοήθεια των ίδιων των άγγλων πρακτόρων που βρίσκονταν εδώ. Είνε γνωστό ότι ο ταγματάρχης Ντον, της στρατιωτικής αγγλικής αποστολής, ήρθε σ’ επαφή με τους γερμανούς για το χτύπημα του ΕΛΑΣ. Βέβαια, όταν αυτό έγινε γνωστό, τον απέσυραν από την Ελλάδα, ίσως και να τον τιμώρησαν, αλλά οπωσδήποτε το γεγονός μένει.

Γιατί οι άγγλοι κράτησαν αυτή τη στάση παρ’ όλη τη συμμαχική δράση του κινήματός μας; Το δίχως άλλο οι αντιδραστικοί κύκλοι της Αγγλίας, του συντηρητικού κόμματος της Αγγλίας, δεν ήταν δυνατό να βλέπουν με καλό μάτι αυτό το κίνημα το λαϊκό, όπως συμβαίνει και για όλες τις χώρες, ακόμα και για τη χώρα τους. Αυτοί θέλουν ανθρώπους, που θα είνε μαζί τους με πληρωμή, που θα είνε λακέδες και όχι κινήματα λαϊκά, που είνε μεν ικανά να προσφέρουν μεγάλες υπηρεσίες στον αγώνα κατά τη διάρκεια του πολέμου, αλλά που θα υπερασπίσουν την ανεξαρτησία και τα συμφέροντα της πατρίδας τους και σε καμμιά περίπτωση δε θα κάνουν ό,τι κάνουν οι λακέδες τους, να ξεπουλούν την Ελλάδα σε οποιονδήποτε ξένο. Αυτός είνε ο λόγος, που δε μπορούσαν οι αντιδραστικοί αυτοί κύκλοι της Αγγλίας, να έχουν εμπιστοσύνη στο λαϊκό κίνημα. Το φοβόντουσαν, παρ’ όλο που δεν τους δόθηκε καμμιά αφορμή (εκτός από μικροπαρεξηγήσεις) να πιστεύουν, ότι το κίνημα αυτό έχει αντιαγγλικό χαρακτήρα. Για τούτο δεν έδωσαν σοβαρές ενισχύσεις στο κίνημα αυτό και όχι μόνο ενισχύσεις δεν έδωσαν, αλλά και το καταπολέμησαν με όλα τα μέσα, όσο μπορούσαν. Είνε βέβαιο πως, αν δεν υπήρχαν άγγλοι στην Ελλάδα, η εθνική μας ενότητα θα ήταν πλήρης, η εθνική μας αντίσταση ακόμα πιο μεγάλη και δε θα χύνονταν καθόλου ελληνικό αίμα από εμφύλιες συγκρούσεις.

 

Η ΤΑΚΤΙΚΗ ΜΑΣ ΣΤΑ ΕΣΩΤΕΡΙΚΑ ΖΗΤΗΜΑΤΑ

Τώρα περνώ σ’ ένα θέμα: Ποια είνε η τακτική μας όσον αφορά τα εσωτερικά μας ζητήματα; Εμείς, από την ίδρυση του ΕΑΜ, τα αφήσαμε να λυθούν δημοκρατικά από το λαό. Συνεπώς εμείς δεν πηγαίναμε να καταλάβουμε την εξουσία μονοπωλιακά και χωρίς την έκφραση της θέλησης του λαού. Δηλαδή τοποθετούσαμε το ζήτημα στη βάση της ομαλής δημοκρατικής εξέλιξης. Τη θέση αυτή την κρατήσαμε με τη μεγαλύτερη συνέπεια. Το Ζέρβα αν ήθελε ο ΕΛΑΣ να τον διαλύσει, θα μπορούσε να το κάνει σε λίγες ώρες, τότε που αυτός ήταν ανίσχυρος. Δεν το έκανε, γατί δεν ήθελε να οξύνει τις εσωτερικές συγκρούσεις, ώστε αυτό να γίνει εμπόδιο για την πραγματοποίηση της εθνικής ενότητας. Οι συμφωνίες του Λιβάνου και της Γκαζέρτας, η είσοδός μας στην κυβέρνηση Παπανδρέου και ιδιαίτερα η υποδειγματική τάξη και ασφάλεια που κράτησε ο ΕΛΑΣ κατά την αποχώρηση των γερμανών από την Ελλάδα, όλ’ αυτά δείχνουν ότι εμείς ούτε μονοπωλιακά θέλαμε να πάρουμε την εξουσία, ούτε δυναμικά, αλλά θέλαμε να δημιουργήσουμε μια κατάσταση ώστε ν’ αποφύγουμε τον εμφύλιο πόλεμο και να δώσουμε τη δυνατότητα να εκφραστεί ελεύθερα ο ελληνικός λαός για το είδος του καθεστώτος και της κυβέρνησης, που θέλει στην Ελλάδα. Και είνε η μοναδική σωστή θέση αυτή. Γιατί μόνο αυτή βοηθούσε την πραγματοποίηση της εθνικής ενότητας απέναντι στον καταχτητή και μ’ αυτή ο λαός θα έλυνε το εσωτερικό πρόβλημα, έτσι όπως το ήθελε ο ίδιος.

Ετσι και πιο ισχυρή θα ήταν η Ελλάδα απέναντι στον καταχτητή, δε θα έπεφτε σε κανέναν εμφύλιο πόλεμο και πρώτη θ’ άρχιζε την ανοικοδόμηση, αν και η αντίδραση δεχόταν αυτή την ομαλή δημοκρατική λύση. Όμως η αντίδραση έκανε το αντίθετο. Ηθελε μονοπωλιακά την εξουσία, γιατί μόνο μ’ αυτή ήταν δυνατό να ξαναφέρει και να κατοχυρώσει τα προνόμιά της και να συνεχίσει την εκμετάλλευση του λαού.

Αλλά, το καταλάβαινε και η ίδια και όλος ο κόσμος, ότι μια τέτια πολιτική, που στρεφόταν ενάντια στο συμφέροντα της μεγάλης πλειοψηφίας του λαού, δε γινόταν με δημοκρατικές λύσεις. Εμείς ήμασταν και είμαστε υπέρ των δημοκρατικών λύσεων, γιατί ξαίρουμε τι θέλει ο ελληνικός λαός, όπως ξαίρουμε ότι η μεγάλη πλειοψηφία του ελληνικού λαού αγωνίστηκε και αγωνίζεται για τη λαϊκή δημοκρατία. Αυτοί επίσης ξαίρουν, ότι ο λαός μπορεί να μην ξαίρει στο σύνολό του τι θα είνε αυτό το νέο, αλλά σε καμμιά περίπτωση δεν είνε διατεθειμένος να δεχτεί το γνωστό παλιό, το δικό τους. Για τούτο, αυτοί είνε υπέρ των δυναμικών λύσεων κι αυτό είνε εκείνο που τους ώθησε να οργανώσουν το πραξικόπημα του Δεκέμβρη. Ο Δεκέμβρης ετοιμαζότανε από πολύ πριν, όταν ετοιμάζονταν τα τάγματα ασφαλείας, όταν ο Ζέρβας έβγαινε στο βουνό. Τον ετοίμαζαν με το στρατό του Γλύξμπουργκ στο Κάϊρο. Ετοιμαζόταν λοιπόν απ’ όλες τις πλευρές και πολύ πριν ο Δεκέμβρης. Κι επειδή η ντόπια αντίδραση δεν ήταν ικανή με δικές της δυνάμεις να τσακίσει αυτό το λαϊκο-δημοκρατικό κίνημα, κάλεσε με το στόμα και στα τηλεγραφήματα του Παπανδρέου τους άγγλους, τον εξωελληνικό παράγοντα να παίξει αυτό το ρόλο. Ο Δεκέμβρης ήταν ένα πραγματικό πραξικόπημα της αντίδρασης για την ανατροπή της λαϊκής νίκης, που πραγματοποιήθηκε με τους αγώνες στην περίοδο της κατοχής. Ηταν πραξικόπημα κατά των δημοκρατικών λύσεων, για να φέρει με τη βία και να δώσει μονοπωλιακά την εξουσία στην αντίδραση. Κι αυτό έγινε με την εξωελληνική επέμβαση.

Τότε εμείς βρεθήκαμε μπροστά στο δίλημμα: ή να παραδοθούμε ή να αντισταθούμε. Και πραγματικά, μια παράδοση χωρίς αντίσταση θα ήταν ένα μεγάλο χτύπημα του λαϊκού κινήματος, αν δε θα ήταν ο θάνατός του, θα ήταν μια προδοσία της καθοδήγησής του. Γιατί όλ’ αυτά που γίνονται σήμερα σε βάρος του λαού, θα γινόνταν και εν ονόματί μας, με τη συγκατάθεσή μας, αν δεν προβάλαμε αντίσταση. Για τούτο έπρεπε ν’ αντιταχθούμε αποφασιστικά στο πραξικόπημα. Ούτε πιστεύαμε, ούτε θάλαμε με την αντίστασή μας αυτή να συντρίψουμε τη δύναμη της αγγλικής αυτοκρατορίας. Αυτό το λένε ο αντιδραστικοί. Αυτοί φέρανε τους άγγλους κι αυτοί τους δώσανε το δικαίωμα να επέμβουν. Εμείς είμαστε υποχρεωμένοι να διαμαρτυρηθούμε και με τα όπλα ενάντια στην παραβίαση της ανεξαρτησίας μας και του χάρτη του Ατλαντικού. Ακόμα, έπρεπε ν’ αντισταθούμε για να θέσουμε μπροστά σ’ όλο τον κόσμο το μεταπολεμικό πρόβλημα και τον τρόπο, που θα έπρεπε να λυθεί τόσο σε μας όσο και σ’ άλλες χώρες. Ακόμα, ν’ αφήσουμε την πόρτα ανοιχτή για να λυθεί αυτό το ζήτημα κατά τον τρόπο, που συμφέρει στη χώρα και στο λαό μετά το Δεκέμβρη. Πραγματικά, αυτή η ένοπλη διαμαρτυρία μας έσωσε την τιμή της Ελλάδας, έβγαλε στα φόρα τον προδοτικό, αντιπατριωτικό, ανθελληνικό ρόλο της εσωτερικής αντίδρασης, έδειξε ότι μόνον εμείς αγωνιζόμαστε και για την ανεξαρτησία και για τα συμφέροντα της Ελλάδας. Η αντίσταση του Δεκέμβρη έκανε το κίνημά μας γνωστό σ’ όλο τον κόσμο και ολόκληρο το προοδευτικό κίνημα, οι προοδευτικοί άνθρωποι του εξωτερικού κι αυτός ο ίδιος ο αγγλικός λαός, είνε στο πλευρό μας, χάρη σ’ αυτή την αντίσταση του Δεκέμβρη. Το αίμα του λαού της Αθήνας και του Πειραιά και όλης της Ελλάδας δεν πήγε χαμένο. Το αίμα αυτό αποτέλεσε μια γρανιτένια βάση πάνω στην οποία αναπτύσσονται σήμερα οι δυνάμεις της λαϊκής δημοκρατίας. Αιώνια δόξα και τιμή στους ήρωες που πέσαν στον αγώνα για τη λευτεριά και την ανεξαρτησία της χώρας μας.

 

Η ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΤΗΣ ΒΑΡΚΙΖΑΣ

Σύντροφοι και συντρόφισσες, περνώ στη συμφωνία της Βάρκιζας. Τι νόημα δίνουμε εμείς στη συμφωνία αυτή; Δίνουμε το νόημα της ομαλής δημοκρατικής εξέλιξης, της δημιουργίας δυνατοτήτων για την εξέλιξη αυτή. Κάναμε τη συμφωνία αυτή σαν ίσος προς ίσο με την κυβέρνηση Πλαστήρα, με επίσημη συμμετοχή και αντιπροσώπων των άγγλων, για να σταματήσει ο πόλεμος ανάμεσα σε μας και τους άγγλους και για να χρησιμοποιηθούν όλες αυτές οι δυνάμεις ενάντια στο Χίτλερ, που ακόμα τότε ήταν γερός. Κάναμε τη συμφωνία αυτή για να κατοχυρώσουμε ένα μίνιμουμ των συνταγματικών και συνδικαλιστικών ελευθεριών του λαού. Κάναμε τη συμφωνία αυτή για ν’ ανοίξει ο δρόμος σε ελεύθερες και γνήσιες εκλογές και δημοψήφισμα, στην εξυγίανση της χώρας από τους προδότες και για να μπει η χώρα στην ανοικοδόμηση. Αυτό το νόημα δίναμε ‘μεις στη συμφωνία της Βάρκιζας.

Πραγματικά, η συμφωνία αυτή εξασφάλιζε ένα ελάχιστο όριο εγγυήσεων γι αυτούς τους σκοπούς. Εμείς την εφαρμόσαμε πιστά και με το παραπάνω. Το αντίθετο έκανε η αντίδραση, Οι κυβερνήσεις Πλαστήρα και Βούλγαρη ατίμασαν την υπογραφή που βάλαν κάτω από τη συμφωνία. Δυστυχώς, το ίδιο πράγμα έκαναν και οι άγγλοι. Αν οι άγγλοι ήθελαν να τιμήσουν την υπογραφή τους, μπορούσαν να αναγκάσουν σ’ ελάχιστο διάστημα τους έλληνες να την εφαρμόσουν. Αλλά δεν το θέλησαν για να εκμεταλλευτούν τον αφοπλισμό του ΕΛΑΣ, για να οπλίσουν τους ληστές και χίτες και να ξεριζώσουν το λαϊκοδημοκρατικό κίνημα με την τρομοκρατία. Αυτός ήταν ο σκοπός τους, γιατί αυτοί είνε η μειοψηφία και δεν έχουν άλλο δρόμο παρά με την τρομοκρατία να τσακίσουν το λαϊκοδημοκρατικό κίνημα και να λυγίσουν τη θέληση του λαού.

Μερικοί λένε: σας γέλασαν, βάλατε την υπογραφή σας στη συμφωνία και αυτοί κάνουν αυτά που κάνουν σήμερα. Αυτό θα το δούμε. Στην πολιτική δεν έχουν πέραση οι ματσαράγκες. Ηδη τόχουμε δει στις αρχαιρεσίες των εργατικών οργανώσεων, όπου το επιτρέπει η κυβέρνηση Βούλγαρη να γίνουν εκλογές, το βλέπουμε στις εκλογές στους γεωργικούς συνεταιρισμούς, όπου κερδίζει το λαϊκοδημοκρατικό ψηφοδέλτιο κι αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία, γιατί στους συνεταιρισμούς είνε κυρίως οι μεσαίοι αγρότες που είνε η πλειοψηφία της αγροτιάς μας. Η μεσαία λοιπόν αγροτιά, στη μεγάλη της πλειοψηφία, είνε με τη λαϊκή δημοκρατία. Το βλέπουμε αν μας κορόϊδεψαν και ξερίζωσαν το λαϊκό κίνημα στην υποδοχή των ηγετών του ΕΑΜ παντού όπου πήγαν. Το βλέπουμε ακόμη στο συναγερμό των τετράχρονων του ΕΑΜ και στη μεγαλειώδη συγκέντρωση στο Στάδιο της Αθήνας. Αυτό είνε ένα παλλαϊκό δημοψήφισμα που δείχνει με ποιόν είνε και τι θέλει ο λαός. Ενα δημοψήφισμα μέσα σ’ αυτές τις ίδιες τις εξαιρετικές συνθήκες της τρομοκρατίας. Αλλη σημασία είχαν οι συγκεντρώσεις και διαδηλώσεις, που κάναμε πριν το Δεκέμβρη και άλλη σημασία έχουν αυτές οι συγκεντρώσεις και διαδηλώσεις που γίνονται σήμερα, κάτω απ’ αυτές τις συνθήκες της τρομοκρατίας, και μετά από τόσους μήνες μονόπλευρου εμφύλιου πολέμου ενάντια στο λαϊκό κίνημα. Το ΕΑΜ σήμερα έχει τη μεγάλη πλειοψηφία του λαού.

Το καθεστώς του μακαριότατου και του κ. Βούλγαρη βρίσκεται σε αδιάκοπο πόλεμο, σε ανειρήνευτη πάλη με τον ίδιο το λαό. Πραγματικά, δε μπορούσε να γίνει αλλοιώς. Το καθεστώς, που εγκαθιδρύθηκε και στηρίζεται από εξωελληνικές δυνάμεις, που είνε αντίθετο με τη θέληση της μεγάλης πλειοψηφίας του ελληνικού λαού, δεν είνε δυνατό να μη βρίσκεται σ’ αυτό τον αδιάκοπο πόλεμο με το λαό. Γιατί δεν είνε δυνατό να σταθεί χωρίς τρομοκρατία και ξενική υποστήριξη.

 

Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΟΥ ΚΚΕ ΚΑΙ ΤΟΥ ΕΑΜ

Τώρα περνώ σ’ ένα άλλο θέμα. Μπαίνει το ερώτημα: είνε σωστή η πολιτική, που ακολούθησε το ΚΚΕ και το ΕΑΜ σ’ όλο το διάστημα της κατοχής;

Σύντροφοι, αυτό το δείχνουν τ’ αποτελέσματα. Με λαθεμένη πολιτική και τακτική δεν ήταν δυνατό να γίνει ένα τεράστιο ΕΑΜ με εκατομμύρια μέλη, δεν ήταν δυνατό να γίνει η ενότητα της εργατικής τάξης με το εργατικό ΕΑΜ, δεν ήταν δυνατό να γίνει η τεράστια οργάνωση της ΕΠΟΝ και η Εθνική Αλληλεγγύη, να δημιουργηθεί ο ΕΛΑΣ και το κίνημα της αντίστασης. Με εσφαλμένη πολιτική και τακτική δε γίνονται αυτά. Αυτά δημιουργούνται μόνο με σωστή πολιτική και τακτική. Με λαθεμένη πολιτική δεν ήταν δυνατό να καταχτήσει ένας συνασπισμός την πλειοψηφία του ελληνικού λαού.

Μ’ αυτό δε σημαίνει ότι σ’ αυτό το χρονικό διάστημα το κόμμα μας και εννοώ την καθοδήγηση, δεν έκανε λάθη. Η καθοδήγηση του κόμματος, παρ’ όλη τη σωστή βασικά πολιτική, έκανε και σοβαρά λάθη και παρουσίασε σοβαρές αδυναμίες.

Θ’ αναφέρω εδώ μερικά από τα πιο χοντρά. Δεν ήταν λάθος ότι πήγαμε στο Λίβανο και δεχτήκαμε τη συμφωνία αυτή. Το λάθος βρίσκεται στο χειρισμό του ζητήματος από μέρους μας. Δε στηριχτήκαμε δηλ. στην πραγματική δύναμη του κινήματός μας, όχι τόσο για να πετύχουμε καλύτερους όρους, όσο για ν’ αποκαλύψουμε από τότε τους σκοπούς που επιδίωκε η αντίδραση μ’ αυτή τη συμφωνία. Ακόμα είναι λάθος το ότι η αντιπροσωπεία μας καταδίκασε εκείνο το ηρωικό κίνημα του στρατού της Μέσης Ανατολής. Ο Γλύξμπουργκ πήγαινε να κάνει πραιτωριανό στρατό, αλλά οι οπαδοί του ΕΑΜ και οι κομμουνιστές και οι γνήσιοι δημοκράτες, που βρέθηκαν εκεί, τον κάνανε πραγματικά στρατό της λαϊκής δημοκρατίας, παλληκάρι στον πόλεμο, με συνειδητή πειθαρχία στις μάχες, αλλά όμως στρατό λαϊκό, στον οποίο δεν είχε καμμιά εμπιστοσύνη ο Γλύξμπουργκ. Μπορεί οι άνθρωποι που το καθοδήγησαν να πέσαν σε λάθος και πραγματικά έπεσαν σε λάθος και σε προβοκατόρικη παγίδα του Γλύξμπουργκ και των ανθρώπων του Τσώρτσιλ, παρατράβηξαν το σχοινί και έδωσαν αφορμή και ευκαιρία στο Γλύξμπουργκ να διαλύσει το στρατό της Μέσης Ανατολής και να τον κλείσει στα σύρματα, όπου ακόμα είναι ένα μεγάλο μέρος του. Αλλά από το γεγονός αυτό μέχρι του να παρουσιαστεί η αντιπροσωπεία μας να καταδικάζει τη δράση αυτή του στρατού της Μ. Ανατολής, είνε μεγάλη η απόσταση.

Ακόμα λάθος ήταν ότι, ενώ από τη μια μεριά δεχτήκαμε τη συμφωνία του Λιβάνου, από την άλλη προσπαθούσαμε να την καλυτερέψουμε μένοντας έξω από την κυβέρνηση εθνικής ενότητας. Ηταν καλύτερο, μια και υπογράψαμε αυτή τη συμφωνία, να τη δεχτούμε εξ αρχής, να μπούμε μέσα, να κάνουμε ό,τι ήταν δυνατό καλύτερο. Ωστε, η συμφωνία του Λιβάνου δεν ήταν λάθος, γιατί ήταν μέσα στην πολιτική μας της εθνικής ενότητας και της ομαλής δημοκρατικής λύσης των εσωτερικών ζητημάτων. Το ίδιο επιδιώξαμε και με τη συμφωνία της Γκαζέρτας. Και σ’ αυτήν έγιναν λάθη, ιδιαίτερα εκείνη η ασάφεια όσον αφορά το σκοπό των αγγλικών στρατευμάτων στην Ελλάδα και την υποχώρησή μας στο ζήτημα του έλληνα αρχιστρατήγου, που έδινε στο Σκόμπυ το δικαίωμα να είνε αρχηγός των ελληνικών στρατευμάτων.

Λάθη ακόμα κάναμε και στη χρησιμοποίηση των πόστων, που είχαμε στην κυβέρνηση εθνικής ενότητας. Τότε στενέψαμε το ζήτημα στο θέμα: θα διαλυθεί ή όχι ο ΕΛΑΣ; Ο Παπανδρέου έπαιρνε από το ιταλικό μέτωπο και έφερνε εδώ, πλαισιωμένη από μοναρχικούς και φασίστες αξιωματικούς, την ελληνική ορεινή ταξιαρχία αποκλειστικά για εμφύλιο πόλεμο. Εμείς και οι υπουργοί μας δεν επιμείναμε πιο πολύ και δεν το κάναμε ζήτημα μαζών, να πάει ο ΕΛΑΣ κι αυτή η ορεινή ταξιαρχία ν’ απελευθερώσουν την Κρήτη και τάλλα νησιά που κατέχονταν από τους γερμανούς.

Η άρνηση του Παπανδρέου και των άγγλων να δεχτούν τη λύση αυτή θα τους έβγαζε πιο πολύ στα φόρα, ότι δεν έχουν κανένα άλλο ενδιαφέρον αλλά μόνο να διαλύσουν τον ΕΛΑΣ και να εγκαταστήσουν το καθεστώς των δοσιλόγων.

Λάθος ήταν επίσης, ότι εμείς απ’ αρχής δε βάλαμε πιο αποφασιστικά το ζήτημα της σύλληψης και της δίκης των δοσίλογων, της ανοικοδόμησης της Ελλάδας, με βάση ένα σχέδιο που θα εξυπηρετούσε τα λαϊκά συμφέροντα, δεν κάναμε τα ζητήματα αυτά υπόθεση κινητοποίησης και απαίτησης των λαϊκών μαζών. Με τον τρόπο αυτό, θα βγάζαμε στα φόρα περισσότερο την προετοιμασία του πραξικοπήματος του Δεκέμβρη από μέρους της αντίδρασης του εσωτερικού και του εξωτερικού. Αντί αυτού, είχαμε νόμους στα οικονομικά ζητήματα, που ακόμα και σήμερα μας χτυπάν πολιτικά, όπως ο γνωστός νόμος των μικροκαταθέσεων.

Αλλο λάθος, σύντροφοι, είνε η ευκαιρία που μας δόθηκε τότε με την άφιξη του Τσώρτσιλ στην Ελλάδα να κλείσουμε μια συμφωνία ώστε να δέσουμε τον ίδιο τον Τσώρτσιλ σαν εγγυητή της. Αν πραγματικά εμείς δεν υπερεκτιμούσαμε τότε τις δυνάμεις μας και κάναμε μια αναστολή των επιχειρήσεων, με πρωτοβουλία δική μας, αν κάναμε προτάσεις τέτιες ώστε να κλείναμε μια συμφωνία, με την εγγύηση του Τσώρτσιλ, ίσως θα είχαμε μεγαλύτερα αποτελέσματα και περισσότερες εγγυήσεις απ’ αυτές που δίνει η Βάρκιζα.

Αλλο λάθος, ακόμα μεγαλύτερο, είνε ότι δεν εκτιμήσαμε όσο έπρεπε σωστά το ρόλο της παρουσίας των άγγλων στην Ελλάδα, από την αρχή ακόμα του κινήματος Εθνικής Αντίστασης και δε φροντίσαμε να καθαρίσουμε τις σχέσεις ανάμεσα σε μας και τους άγγλους εντελώς συγκεκριμένα. Αφήσαμε αυτό το ζήτημα μόνο στις συμφωνίες με τον Εντυ κλπ. Ετσι ο Παπανδρέου βρήκε την ευκαιρία και ευκολία να δέσει την Ελλάδα και να την ξεπουλήσει στους αντιδραστικούς κύκλους της Αγγλίας.

Επρεπε να φροντίσουμε πιο πολύ, ώστε το ζήτημα αυτό να το λύσουμε από πολύ πριν, πάνω στη βάση της ισοτιμίας και της αμοιβαίας κατανόησης των συμφερόντων του ελληνικού και αγγλικού λαού. Υπήρχαν δυνατότητες, τότε που κάναμε πόλεμο σκληρό στις πόλεις και τα βουνά ν’ αναγκάσουμε τους άγγλους του κ. Τσώρτσιλ να δεχτούν μια τέτια λύση. Αν παραβίαζαν αυτή τη συμφωνία, θα ήταν πολύ περισσότερο εκτεθειμένοι. Αν αρνούνταν κάθε τέτια συμφωνία μαζί μας, θα αποκάλυπταν από πολύ πριν τους κακούς σκοπούς τους και αυτό επίσης θα ήταν σε βάρος τους.

Δεν το κάναμε αυτό, γιατί για πρώτη φορά αντιμετωπίζαμε τέτια ζητήματα. Δεν είχαμε πείρα τέτιας διπλωματίας και τέτιων ελιγμών. Αυτό μας έκανε να μη βλέπουμε τους πραγματικούς κινδύνους και αφήσαμε την αντίδραση να χειριστεί το ζήτημα σε βάρος του λαού και της Ελλάδας.

Αλλο σοβαρό λάθος είνε το ζήτημα της ομηρίας. Παρ’ όλο που το μέσο αυτό το χρησιμοποίησε ο Παπανδρέου και οι άγγλοι σε μεγαλύτερη κλίμακα και πολύ νωρίτερα από μας, παρ’ όλο που το πήραμε σαν μέτρο άμυνας, ήταν λάθος γιατί δεν είχαμε τα μέσα να πάρουμε αυτό τον κόσμο, να τον διαθρέψουμε και να του εξασφαλίσουμε στοιχειώδη ζωή. Ακόμα μεγαλύτερο λάθος ήταν οι υπερβολές αυτού του μέτρου, όπου πιάστηκαν άνθρωποι που δεν έπρεπε να πιαστούν, ακόμα και οπαδοί του κινήματός μας. Λάθος επίσης ήταν, που δε μπορέσαμε να προλάβουμε εκείνες τις υπερβασίες, σχετικά με τις εκτελέσεις, αν και σ’ αυτή την περίπτωση καμμιά τέτια εντολή και κατεύθυνση δε δόθηκε από τα υπεύθυνα κομματικά και εαμικά όργανα. Αυτό σ’ ένα βαθμό οφείλεται στην ατιμωρησία των προδοτών και στον εμφύλιο πόλεμο, όπου είνε αδύνατο να επιβάλεις πειθαρχία σ’ ένα λαό ολόκληρο, όπου μπορούσε ένας από διάφορες αφορμές να κάνει υπερβασίες σε βάρος ενός άλλου. Δυστυχώς, έγιναν τέτιες υπερβασίες και από δικούς μας και πολύ περισσότερο από τη δεξιά. Ακόμα υπερβασίες, δηλ. παραβάσεις εντολών μας από μέρους δικών μας, έγιναν είτε γιατί οι άνθρωποι αυτοί δεν ήταν διαπαιδαγωγημένοι κομματικά, είτε γιατί ήταν ξένοι πράχτορες μέσα σε μας και αποδείχτηκαν πολλοί τέτιοι. Εν πάση περιπτώσει, έγιναν οι υπερβασίες που δεν έπρεπε να γίνουν και έδωσαν δικαίωμα στους πτωματοκάπηλους να μας κατηγορούν, αυτοί που εξόντωσαν δεκάδες χιλιάδες πατριώτες και στο Δεκέμβρη και πριν από το Δεκέμβρη και τώρα. Ακόμα έγιναν και μια σειρά στρατιωτικά λάθη και κυρίως: α) Η ανάθεση στο Γενικό Στρατηγείο του ΕΛΑΣ να εξουδετερώσει τον κίνδυνο επίθεσης των δυνάμεων του Ζέρβα από την Ηπειρο, ενώ στην Αθήνα δίνονταν η κυριότερη μάχη, με ασύγκριτα ανώτερες αγγλικές δυνάμεις. β) Για την απόκρουση επίθεσης από την Ηπειρο διατέθηκαν δυσανάλογα από μέρους του ΕΛΑΣ ανώτερες δυνάμεις απαραίτητες στην Αθήνα κλπ. γ) Εσφαλμένη εκτίμηση όσον αφορά τη δυνατότητα συγκράτησης των θωρακισμένων αγγλικών δυνάμεων σε ορισμένες δίοδες της Αττικής στην περίπτωση αποχώρησής μας από την Αθήνα και τον Πειραιά.

Ολα αυτά τα λάθη εμπόδισαν μια πιο αποτελεσματική δράση, μα δεν αναιρούν την ορθότητα της γενικής πολιτικής και ταχτικής μας σ’ όλο αυτό το χρονικό διάστημα.

Το λαϊκοδημοκρατικό κίνημα της χώρας δε νικήθηκε πολιτικά το Δεκέμβρη. Μπορεί να έχουμε μια στρατιωτική ήττα στην Αθήνα, αλλ’ αυτό δεν είνε αποτέλεσμα δύναμης της εσωτερικής αντίδρασης, αλλά επέμβασης του εξωελληνικού παράγοντα. Η εσωτερική αντίδραση δεν ήταν σε θέση και να σκεφθεί καν να χτυπήσει αυτό το γιγάντιο κίνημα, αν δεν είχε την υποστήριξη του Σκόμπυ με τα κανόνια και τα μεγαθήριά του. Σ’ αυτό οφείλεται η αντοχή και ανάπτυξη του κινήματος αυτού, ακόμα και κάτω από τα χτυπήματα της τρομοκρατίας της κυβέρνησης του Πλαστήρα και του Βούλγαρη σ’ όλο αυτό το χρονικό διάστημα, από το Φλεβάρη και δώθε. Σ’ αυτό οφείλεται το ξεπέρασμα της κρίσης που δημιούργησε η αποχώρηση της ΕΛΔ από το ΕΑΜ. Η αποχώρηση από το ΕΑΜ ενός από τα ιδρυτικά κόμματα, όπως είνε η ΕΛΔ, μέσα σε κείνες τις κρίσιμες για το κίνημα αντίστασης συνθήκες, ήταν ένα σοβαρό χτύπημα από τα μέσα.

Γιατί τόκανε αυτό; Η ΕΛΔ πιστεύουμε, ότι λύγισε μπρος στην πίεση της εσωτερικής και εξωτερικής αντίδρασης και νόμισε ότι, αν ξεχωρίσει τις «ευθύνες» της και ιδιαίτερα τις ευθύνες της από το ΚΚΕ, θα πρόσφερνε περισσότερες υπηρεσίες στο δημοκρατικόν αγώνα. Αυτό για μένα και για τον πολύ δημοκρατικό κόσμο είνε πολύ αμφισβητήσιμο. Εφόσον η ΕΛΔ βγήκε από το ΕΑΜ και μάλιστα για τους λόγους και την ώρα που βγήκε, δεν είνε δυνατό να σταθεί στη βάση του λαϊκοδημοκρατικού αγώνα. Η ΕΛΔ τραβάει να γίνει πόλος εφεδρείας της πλουτοκρατικής ολιγαρχίας στη χώρα μας και μάλιστα με πολύ γρήγορο ρυθμό. Να παίξει δηλ. εδώ το ρόλο, που έπαιξε η σοσιαλδημοκρατία το 1918. Μακάρι ν’ αφήσει αυτό το δρόμο. Η κριτική μας αυτή αυτό το σκοπό επιδιώκει. Αλλά χρειάζεται μεγάλη γενναιότητα και ηρωισμός γι αυτό. Η ΕΛΔ διάσπασε το ΕΑΜ για να μη συνεργαστεί με το ΚΚΕ. Τα εργατικά της στελέχη συνεργάζονται περισσότερο με το Μακρή και λιγότερο με τον ΕΡΓΑΣ. Τα μέλη της καταλαμβάνουν τα εργατικά κέντρα με τη βοήθεια της αστυνομίας. Μπορεί η διοίκησή της να καταδικάζει αυτή την ενέργεια, αλλά αυτό δεν έχει αξία. Αυτό δείχνει την ποιότητα των ανθρώπων που συγκεντρώνει. Είνε πολύ φυσικό να μαζευτούν εκεί όλοι οι αντικομμουνιστές. Η ΕΛΔ φεύγει από το ΕΑΜ, γιατί δεν είνε η στιγμή κατάλληλη, όπως λέει, για συνασπισμούς κ’ έξω απ’ αυτό δημιουργεί αντιεάμ -το συνασπισμό ΕΣΣΑΚ. Αν δεν ήταν αντιεαμικός ο συνασπισμός αυτός, δε θα ήταν έξω από το ΕΑΜ. Η ΕΛΔ χειροκροτεί το Μπέβιν για τη θέση του στο ελληνικό ζήτημα, γιατί όταν δεν έχει δυνάμεις λαϊκές και έρεισμα λαϊκό είνε πολύ φυσικό να ψάχνει να βρει στηρίγματα έξω από το λαό και να περιποιείται το Μπέβιν για να ενισχυθεί κι απ’ αυτόν. Είναι κίνδυνος αυτός; Είνε κίνδυνος, γιατί αυτές οι δυνάμεις, εφ’ όσον παίρνουν τον αντιεαμικό και αντικομμουνιστικό χαρακτήρα, είνε σφήνα στις δυνάμεις της λαϊκής δημοκρατίας κι αυτό ωφελεί αντικειμενικά την αντίδραση, είτε το θέλει η καθοδήγηση της ΕΛΔ είτε όχι, γιατί είνε σε βάρος των δυνάμεων της λαϊκής δημοκρατίας.

Σύντροφοι και συντρόφισσες, στο διάστημα της κατοχής χάρη στη σωστή μας πολιτική και την ηρωική δράση των μελών και οπαδών του κόμματος, γίναμε μαζί με το ΕΑΜ η πρώτη πολιτική δύναμη της χώρας.

Ο πόλεμος και το εθνικοαπελευθερωτικό κίνημα εξύψωσε το λαό και τον έκανε ικανό να σπάσει όλα τα δεσμά της ολιγαρχίας και να χτίσει μια νέα Ελλάδα, μέσα στην οποία αυτός και μόνο αυτός θα είνε ο νοικοκύρης. Το κόμμα μας έχει αποχτήσει δεσμούς αίματος με το λαό στον αγώνα για τους σκοπούς αυτούς. Αυτό είνε μια ακατανίκητη δύναμη. Οι δυνάμεις της λαϊκής δημοκρατίας θα νικήσουν, γιατί χωρίς αυτή τη νίκη δεν είνε δυνατό να υπάρξει Ελλάδα.