ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΣΤΟ ΑΡΧΕΙΑΚΟ ΥΛΙΚΟ

Την 1η Οκτωβρίου συμπληρώθηκαν 60 χρόνια από την έναρξη του 7ου Συνεδρίου του ΚΚΕ. Η παρούσα έκδοση της ΚΟΜΕΠ συμπίπτει επετειακά τόσο με αυτό όσο και με άλλες σημαντικές επετείους πριν και μετά (26 Σεπτέμβρη του 1944 υπογράφτηκε η «Συμφωνία της Καζέρτας», ενώ λίγο καιρό αργότερα -το Δεκέμβρη του 1944- άρχισαν οι ηρωικές μάχες του λαού της Αθήνας κατά της συμμαχίας των Εγγλέζων και των εγχώριων αστικών πολιτικών δυνάμεων).

Στην εισήγηση και στον τελικό λόγο του Γιώργη Σιάντου* (Α΄ γραμματέα της ΚΕ του ΚΚΕ από το 1941 μέχρι τον ερχομό του Νίκου Ζαχαριάδη από το Νταχάου - 29 Μαΐου του 1945) που δημοσιεύει η ΚΟΜΕΠ, περιλαμβάνεται και η κριτική αποτίμηση των παραπάνω και γενικά όλης της δράσης του ΚΚΕ στο χρονικό διάστημα της Κατοχής και μέχρι τη «Συμφωνία της Βάρκιζας» (12 Φεβρουαρίου του 1945).

Τα θέματα τα οποία θίγονται στα δύο ντοκουμέντα και συμπεριλαμβάνονται στις αποφάσεις που υπερψήφισε το 7ο Συνέδριο, έχουν σημαντική αξία, γιατί αφορούν μια περίοδο συγκλονιστική, εκείνη του β΄ παγκοσμίου πολέμου, όπως και τη φάση της προετοιμασίας του.

Στη σύγχρονη ιστοριογραφία, ανεξάρτητα από τη σκοπιά αλλά και από τις σκοπιμότητες διαφόρων προσεγγίσεων, αυτή η περίοδος εξακολουθεί να κατέχει πρωτεύουσα θέση, μαζί με τα χρόνια της ένοπλης λαϊκής πάλης 1946 - 1949. Επόμενο, αφού τότε για πρώτη φορά από το 1821 μπήκαν στη μαζική και ένοπλη πολιτική δράση τόσο πλατειές λαϊκές δυνάμεις και συντελέστηκε η μεγάλη κρίση των αστικών πολιτικών κομμάτων και γενικότερα πολιτικού συστήματος στην Ελλάδα, στις συνθήκες της ξένης κατοχής της.

Βρίσκεται ακόμη αυτή η περίοδος στο κέντρο και της κομμουνιστικής ιστοριογραφίας, επειδή εξακολουθούν να απασχολούν ερωτήματα όπως: Μπορούσε το ΕΑΜ - ΕΛΑΣ να νικήσει; Ηταν αναπόφευκτη η πορεία που διέγραψε; Ποια η αιτία (ή οι αιτίες) της πορείας που πήρε τελικά;

Ως Κόμμα είμαστε η πλευρά εκείνη που πρωτίστως ενδιαφέρεται να ερευνήσει σε βάθος και αυτή την περίοδο. Υποστηρίζουμε μάλιστα ότι το ΚΚΕ, και όσοι πράγματι ενδιαφέρονται για τη θετική έκβαση της ταξικής πάλης, είναι σε θέση να δουν με αντικειμενικό πνεύμα και επί της ουσίας τα κύρια ιδεολογικά και πολιτικά ζητήματα εκείνων των χρόνων, ακριβώς επειδή έχουμε ως αφετηρία το ταξικό εργατικό συμφέρον.

Η ανάλυση και ο προβληματισμός του ΚΚΕ στέκονται ανειρήνευτοι αντίπαλοι της λαθολογίας, της «αναθεωρητικής» αντίληψης, που επιμένει ότι μπορεί να ξαναγράψει την ιστορία, αλλά και των οπορτουνιστικών - σοσιαλδημοκρατικών προσεγγίσεων, οι οποίες, πέραν από τον αντιεπιστημονικό χαρακτήρα τους, αποτέλεσαν και ένα από τα ιδεολογικά όπλα διεμβολισμού του ΚΚΕ κατά περιόδους, ενώ αποτελούν και σήμερα ένα μέσο πίεσης και επίθεσης κατά της «σεχταριστικής» πολιτικής του, όπως διατείνονται οι αστικοί και οπορτουνιστικοί φορείς τους.

Η εμπειρία που προσπαθεί το ΚΚΕ να αποκομίσει από την ηρωική πορεία του, έχει να κάνει πρωταρχικά με την προσπάθεια προσέγγισης των ιστορικών γεγονότων που θα αποβεί χρήσιμη και για τον εμπλουτισμό της σημερινής στρατηγικής του, η οποία έχει διαμορφωθεί (ήδη από το 15ο Συνέδριο) με βάση την αναγκαιότητα και την επικαιρότητα του σοσιαλισμού, με βάση το ότι η εποχή μας είναι εποχή περάσματος από τον καπιταλισμό στο σοσιαλισμό.

Στον Α΄ τόμο του Δοκιμίου Ιστορίας του ΚΚΕ (1918-1949) γίνεται η εκτίμηση ότι «στην περίοδο της Εθνικής Αντίσταση, η ηγεσία του Κόμματος, ενώ αποδείχτηκε ικανή να καθοδηγήσει με επιτυχία την πάλη για την επιβίωση του λαού και την απελευθέρωση της χώρας από τους κατακτητές, δεν μπόρεσε να οδηγήσει στην ολοκλήρωση των σκοπών της Εθνικής Αντίστασης, γιατί ακολούθησε λαθεμένη στρατηγική σχετικά με το πρόβλημα της εξουσίας και δεν εκτίμησε σωστά το ρόλο του αγγλικού ιμπεριαλισμού και της ντόπιας αντίδρασης»[1].

Η επιλογή της δημοσίευσης ενός ιστορικού κειμένου του ΚΚΕ, της Εισήγησης της ΚΕ εκ μέρους του Γ. Σιάντου στο 7ο Συνέδριο και της τελικής του ομιλίας, έγινε με σκοπό να διευκολυνθούν τα στελέχη, τα μέλη και οι φίλοι του κόμματος στη πρόσβασή τους σε πηγές της ιστορίας του κόμματος. Οπωσδήποτε, σήμερα μετά από 60 χρόνια, η κριτική προσέγγιση έχει ακονισθεί από την ίδια τη ζωή, το καταστάλαγμα των εξελίξεων.

Το παρόν σημείωμα της Σύνταξης δεν μπορεί να υποκαταστήσει τη συλλογική και υπεύθυνη αποτίμηση ούτε να προτρέξει. Συνοψίζει ορισμένους προβληματισμούς και εκτιμήσεις, ήδη διατυπωμένες σε μεταγενέστερα κομματικά ντοκουμέντα ή και σε αρθρογραφία. Κυρίως προβάλλει ορισμένα κριτήρια ανάγνωσης των ντοκουμέντων.

Πρώτ’ απ’ όλα επισημαίνονται οι αντικειμενικές συνθήκες, κυρίως το χαμηλό τότε επίπεδο ανάπτυξης της ελληνικής κοινωνίας, που οπωσδήποτε επιδρούσαν στο επίπεδο της θεωρητικής σκέψης του ΚΚΕ. Επισημαίνεται ακόμη ότι το Κόμμα μας αποτελούσε μέρος του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος. Επομένως οι αναλύσεις και πολιτικές επιλογές του βρισκόντουσαν σε συνάρτηση με εκείνες του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος.

Υπ’ αυτό το πρίσμα οφείλει ο αναγνώστης και η αναγνώστρια να διαβάσει κριτικά τα ντοκουμέντα που δημοσιεύονται σε αυτή την ενότητα της ΚΟΜΕΠ, με αφορμή την επέτειο των 87 χρόνων του Κόμματος. Αφορούν το 1945 (Οκτώβριος), ένα χρόνο μετά την αποχώρηση των Γερμανών κατακτητών από την Ελλάδα, τότε που ήδη είχε συντελεστεί ένα σημαντικό γεγονός: Η επιδείνωση για το ΕΑΜ του συσχετισμού των δυνάμεων, παρά το γεγονός ότι η όξυνση των αντιθέσεων στο κοινωνικό και στο πολιτικό επίπεδο διατηρούσε συνθήκες γενικευμένης σύγκρουσης.

Αυτές οι εξελίξεις επέβαλλαν στην ηγεσία του ΚΚΕ και στο Συνέδριο τη σε βάθος ανάλυση των αιτιών που είχαν οδηγήσει σε αρνητικά αποτελέσματα. Εκ των πραγμάτων έμπαινε στην ημερήσια διάταξη η επανεξέταση της στρατηγικής του ΚΚΕ[2], γεγονός θεμελιακό για την προετοιμασία του υποκειμενικού παράγοντα, γενικώς για την τροπή της ταξικής πάλης στο αμέσως επόμενο διάστημα.

Προτού να δούμε πώς στέκεται σε αυτό το θέμα η εισήγηση, χρειάζεται να θυμηθούμε ποια ήταν η στρατηγική του ΚΚΕ, με βάση την οποία χαράχτηκε η πολιτική του στα χρόνια της Κατοχής.

Η 6η Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΕ (1934) είχε εκτιμήσει ότι «η επικείμενη επανάσταση των εργατών και αγροτών στην Ελλάδα θα έχει αστικοδημοκρατικό χαρακτήρα με τάσεις γρήγορης μετατροπής της σε προλεταριακή σοσιαλιστική επανάσταση»[3].

Το Κόμμα μας οδηγήθηκε στο παραπάνω συμπέρασμα, επειδή, σύμφωνα με την ανάλυση που έκανε, δεν είχαν ωριμάσει οι αντικειμενικές προϋποθέσεις για άμεση κατάκτηση της εργατικής εξουσίας, σε συνθήκες επαναστατικής κατάστασης[4]. Επρεπε, κατά την απόφαση της 6ης Ολομέλειας, να λυθούν πρώτα τα αστικοδημοκρατικά προβλήματα που οι αστικές κυβερνήσεις και το κράτος δεν είχαν αντιμετωπίσει, να ηγηθεί η εργατική τάξη της καπιταλιστικής ανάπτυξης και μέσα σε αυτή την πορεία να ωριμάσουν οι αντικειμενικές συνθήκες και να προετοιμαστεί ο υποκειμενικός παράγοντας για την πραγματοποίηση της σοσιαλιστικής επανάστασης.

Συγκεκριμένα η 6η Ολομέλεια υπογράμμισε: «Η ιδιομορφία της Ελλάδας συνίσταται στη σημαντική της εξάρτηση από το ξένο κεφάλαιο και στη συνδεδεμένη μ’ αυτή μονομερή, ασθενή ανάπτυξη της βιομηχανίας και γενικά των παραγωγικών δυνάμεων, στην ύπαρξη -παρά την εκμηδένιση των ανοιχτά φεουδαρχικών σχέσεων σε ένα μέρος της παλιάς Ελλάδας (Πελοπόννησος) μετά το διώξιμο των Τούρκων και τη μερική αγροτική μεταρρύθμιση, που έγινε μετά τον παγκόσμιο πόλεμο στις άλλες περιφέρειες- υπολειμμάτων μισοφεουδαρχικών σχέσεων που πιέζουν τη βασική μάζα της αγροτιάς και στην εθνική καταπίεση του πληθυσμού της Μακεδονίας και της Θράκης»[5].

Με βάση την παραπάνω ανάλυση και τις σχετικές αποφάσεις της «Κομμουνιστικής Διεθνούς», ειδικά του βαλκανικού της τμήματος στο οποίο υπαγόταν το ΚΚΕ, η 6η Ολομέλεια τοποθετήθηκε υπέρ της θέσης ότι η Ελλάδα ανήκε στον τύπο εκείνων των χωρών, οι οποίες στο Πρόγραμμα της «Κομμουνιστικής Διεθνούς» χαρακτηρίζονταν ως «χώρες με μέσο επίπεδο ανάπτυξης του καπιταλισμού …με σημαντικά κατάλοιπα μισοφεουδαρχικών σχέσεων στην αγροτική οικονομία, με ορισμένο μίνιμουμ υλικών προϋποθέσεων που είναι αναγκαίες για τη σοσιαλιστική ανοικοδόμηση, με όχι τελειωμένο ακόμα τον αστικοδημοκρατικό μετασχηματισμό». Ανήκε στην κατηγορία εκείνων των χωρών, για τις οποίες προβλεπόταν «πορεία λίγο ή πολύ γρήγορου περάσματος της αστικοδημοκρατικής επανάστασης σε επανάσταση σοσιαλιστική» και στις οποίες «η δικτατορία του προλεταριάτου μπορεί να μην επέλθει και αμέσως, αλλά μέσα στην πορεία του περάσματος από τη δημοκρατική δικτατορία του προλεταριάτου και της αγροτιάς στη σοσιαλιστική δικτατορία του προλεταριάτου»[6].

Θυμίζουμε και τη σχετική συζήτηση που διεξαγόταν εκείνα τα χρόνια στην «Κομμουνιστική Διεθνή» για το χαρακτήρα της επανάστασης στην Ελλάδα, όπως ο Ν. Ζαχαριάδης την αναφέρει κατά την απολογία του στην 7η Ολομέλεια της ΚΕ του 1957: «Για τις αποφάσεις της Ολομέλειας (σ.σ. εννοεί την 6η). Ποτέ δεν είπα εγώ, σύντροφοι, ότι εγώ τις έφτιασα. Αυτοί πάλι τα φόρτωσαν. Τι έγινε. Οταν δουλεύονταν αυτές οι αποφάσεις, ο Θέος με τον Ιωαννίδη ήταν εκεί. Και μόλις πήγα εγώ με τον Αλιχάνοφ μαζί με πιάσανε, ταμπούρι λένε, σοσιαλιστική επανάσταση. Κρατούσε ο Θέος το μολύβι και σου ‘λεγε ο πληθυσμός της Ελλάδας, Λάρισα, Αθήνα, δεν ξέρω τι, τόσος, προλεταριακός ο χαρακτήρας της επανάστασης. Διαμαρτύρεται. Ωστε ήθελε, σύντροφοι, αυτό τώρα δεν είναι και τίποτα, ξέρετε γιατί; Γιατί πριν την 4η Ολομέλεια ποια ήταν, απόφαση δική σας ότι είναι προλεταριακή η επανάσταση. Πήγε στην ΚΔ, μπήκε στην πολιτική επιτροπή. Στην πολιτική επιτροπή έκανε ο Μαγκιάρ εισήγηση. Ο Αλιχάνοφ και ο Μαγκιάρ από τη βαλκανική γραμματεία. Ο Αλιχάνοφ είπε σοσιαλιστική επανάσταση, ο Μαγκιάρ είπε αστικοδημοκρατική, μ’ όλα τα γνωστά. Τι θέση πήρα εγώ, σύντροφοι. Ηταν Δημητρόφ, Ερκολι (Τολιάτι). Ν’ αφήστε το Κόμμα να λύσει αυτό το ζήτημα. Αυτή την πρόταση έκανα. Η πολιτική επιτροπή είπε όχι, και πήρε αυτή την απόφαση για το χαρακτήρα της επανάστασης που μπήκε μετά στην 6η Ολομέλεια»[7].

Πρέπει ακόμη να υπογραμμιστούν τα εξής στοιχεία που ενυπάρχουν στην απόφαση της 6ης Ολομέλειας. Από τη μια προσδιορίζει το χαρακτήρα της επανάστασης ως αστικοδημοκρατικό και από την άλλη αναλύοντας τις κινητήριες δυνάμεις της επανάστασης μιλά για «ηγεμονία του προλεταριάτου στην αστικοδημοκρατική επανάσταση», για κατάκτηση «εργατοαγροτικής σοβιετικής κυβέρνησης, που στο πρώτο στάδιο της επανάστασης πραγματοποιεί την επαναστατική δημοκρατική δικτατορία της εργατικής τάξης και της αγροτιάς με σοβιετική εξουσία» που στην πορεία θα γίνει κυβέρνηση της δικτατορίας του προλεταριάτου.

Ακόμη, εξαρτούσε τον καθορισμό του χαρακτήρα της επανάστασης στην Ελλάδα από τον υπάρχοντα τότε συσχετισμό των δυνάμεων, πιο συγκεκριμένα από το αριθμητικό ποσοστό της εργατικής τάξης, η οποία δεν αποτελούσε την πλειοψηφία στον οικονομικά ενεργό πληθυσμό.

Το 6ο Συνέδριο (1935) διαπίστωνε ότι «οι πολιτικές δυνάμεις της χώρας συγκεντρώνονται σε δύο αντίθετους πόλους, του φασισμού και του αντιφασισμού». Και αυτό, παρά το γεγονός ότι «στην εγκαθίδρυση της βασιλομεταξικής δικτατορίας βοήθησαν, έμμεσα ή άμεσα, όλα τα αστικά κόμματα της χώρας». Δηλαδή τα αστικά κόμματα συμπορεύτηκαν όχι μόνο με τους Εγγλέζους, που ήθελαν το Μεταξά πρωθυπουργό, αλλά και με το Χίτλερ, ο οποίος επίσης βοήθησε τη δικτατορία της 4ης Αυγούστου.

Η εισήγηση του Γ. Σιάντου είναι σαφής ως προς το θέμα της εξουσίας: «…δεν πηγαίναμε να καταλάβουμε την εξουσία μονοπωλιακά και χωρίς την έκφραση της θέλησης του λαού. Δηλαδή τοποθετούσαμε το ζήτημα στη βάση της ομαλής δημοκρατικής εξέλιξης. Τη θέση αυτή την κρατήσαμε με τη μεγαλύτερη συνέπεια. Και είναι η μοναδική σωστή θέση»… (υπογράμμιση της ΚΟΜΕΠ).

Παρά τις εξελίξεις λοιπόν που είχαν μεσολαβήσει, η εισήγηση του Γιώργη Σιάντου και ο τελικός λόγος του προβαίνουν στην εκτίμηση ότι η πολιτική γραμμή του ΚΚΕ ήταν σωστή, ότι η στρατηγική του Κόμματός μας είχε επιβεβαιωθεί. Τα λάθη που είχαν γίνει ήταν, σύμφωνα με τα δυο ντοκουμέντα, δευτερεύουσας σημασίας. Οφείλονταν κυρίως στην έλλειψη διπλωματικής ή άλλης εμπειρίας σε έναν πρωτόγνωρων διαστάσεων αγώνα… Εν μέρει, σύμφωνα με την εισήγηση, η όλη εξέλιξη των πραγμάτων οφειλόταν και στη στάση των αστικών δυνάμεων που πειθαρχούσαν στις εγγλέζικες αξιώσεις.

Σημειώνουμε ότι την ίδια εκτίμηση είχε ήδη κάνει και ο Ν. Ζαχαριάδης, Γενικός Γραμματέας της ΚΕ, όταν επέστρεψε από τη Γερμανία.

Τα ντοκουμέντα που δημοσιεύονται στην παρούσα ενότητα αναδεικνύουν τη σχέση ορισμένων επιλογών, π.χ. «Συμφωνία Λιβάνου», με τη συνολικότερη γραμμή του Κόμματος.

Υποστηρίζουν ότι δεν ήταν λάθος η «Συμφωνία του Λιβάνου», γιατί βρισκόταν μέσα στην πολιτική του Κόμματος. Ετσι, από τη στιγμή που η πολιτική γραμμή του ΚΚΕ και του ΕΑΜ υποτασσόταν στο στόχο επίτευξης της «μέγιστης εθνικής ενότητας», η «Συμφωνία του Λιβάνου», όπως και της Καζέρτας, εντάσσονταν στο πλαίσιο της «εθνικής ενότητας». Και από τη στιγμή που η επιδίωξη δεν ήταν η άμεση κατάκτηση της εξουσίας με την ανατροπή της αστικής τάξης και όχι μόνο της μοναρχίας, αλλά ήταν η πάλη για άμεσες «ομαλές δημοκρατικές εξελίξεις», ακόμη και οι μάχες της Αθήνας το Δεκέμβρη του 1944, όπως και η «Συμφωνία της Βάρκιζας» (παράδοση των όπλων του ΕΛΑΣ) υπηρετούσαν τη γραμμή των «ομαλών δημοκρατικών εξελίξεων».

Οι δυνάμεις που συμμετείχαν στο ΕΑΜ εξέφραζαν διαφορετικά συμφέροντα. Εκτός από το ΚΚΕ συμμετείχαν και δυνάμεις σοσιαλδημοκρατικές, φιλελεύθερες, γενικά αστικής πολιτικής κατεύθυνσης. Επρεπε να θεωρηθεί βέβαιο ότι δεν ήταν δυνατό η εργατική τάξη να βαδίσει μαζί τους σε όλες τις φάσεις της πάλης, πολύ περισσότερο όσο πλησίαζε το τέλος της Κατοχής.

Ωστόσο, όσο πλησίαζε το τέλος της Κατοχής (αν και το ΚΚΕ είχε φτάσει να αριθμεί περισσότερες από 400.000 κομματικά μέλη, ενώ για την εθνοσυνέλευση του βουνού είχαν ψηφίσει πάνω από 1.850.000 άτομα), τόσο επιδιωκόταν να διευρυνθούν οι υπάρχουσες συμμαχίες, να συμπεριληφθούν σε αυτές και άλλα τμήματα της αστικής τάξης, πέρα από εκείνα που ήδη συμμετείχαν στην ΠΕΕΑ (Σβώλος, Τσιριμώκος, Μπακιρτζής, Ασκούτσης, Αγγελόπουλος κλπ.).

Το μεγαλύτερο πλάτεμα της «εθνικής ενότητας» το είχε θέσει το Κόμμα μας από τον Ιανουάριο του 1944 και αποτέλεσε επιδίωξη της ΠΕΕΑ από την ίδρυσή της (Μάρτιος του 1944).

Αυτός είναι και ο λόγος που η εισήγηση του Γ. Σιάντου δε θεωρεί λάθος τη «Συμφωνία του Λιβάνου»: «Δεν ήταν λάθος ότι πήγαμε στο Λίβανο και δεχτήκαμε τη συμφωνία αυτή. Το λάθος βρίσκεται στο χειρισμό του ζητήματος από μέρους μας». Και εννοεί ως λάθος «…ν’ αποκαλύψουμε από τότε τους σκοπούς που επιδίωκε η αντίδραση μ’ αυτή τη συμφωνία».

Φαίνεται ωστόσο ότι δεν υπήρχε ανάλογη εκτίμηση και ετοιμότητα εκ μέρους του κόμματος για τις προϋποθέσεις της αστικής τάξης και των ξένων συμμάχων της να τσακίσουν το ΕΑΜ-ΕΛΑΣ. Φαίνεται στην τοποθέτηση του Γ. Σιάντου για τη «Συμφωνία της Βάρκιζας»: «Εμείς την εφαρμόσαμε πιστά και με το παραπάνω. Το αντίθετο έκανε η αντίδραση. Οι κυβερνήσεις Πλαστήρα και Βούλγαρη ατίμασαν την υπογραφή που βάλαν κάτω από τη συμφωνία»!

Από την άλλη, το 1945 η επίθεση με όλα τα μέσα των αστικών κυβερνήσεων κατά των ΚΚΕ-ΕΑΜ συνεχιζόταν με την άσκηση ενός οργίου τρομοκρατίας.

Πέρα από το γεγονός ότι απέδιδε σχεδόν μονόπλευρα στους Εγγλέζους την ευθύνη της πορείας των πραγμάτων («αν δεν υπήρχαν οι Αγγλοι στην Ελλάδα, η εθνική μας ενότητα θα ήταν πλήρης»), ενώ είχαν ίδιους σκοπούς και οι ντόπιες αστικές πολιτικές δυνάμεις, αντιμετώπιζε και τους μεν και τις δε ως συμμάχους, παρότι τα γεγονότα, που ο ίδιος ο Σιάντος αναφέρει, έδειχναν και τους στόχους και τις διαθέσεις τους («αδελφικές σχέσεις επιδιώκαμε ανάμεσα σε μας και τους συμμάχους», «προδοσία της δημοκρατίας απ’ όλα τα άλλα πολιτικά κόμματα» κ.ά.).

Ετσι, ενώ το ΚΚΕ δικαίως έριχνε και στους Εγγλέζους την ευθύνη για τη δημιουργία των «Ταγμάτων Ασφαλείας», ενώ γνώριζε ότι οι Εγγλέζοι συγκρότησαν τον ΕΔΕΣ, την ΕΚΚΑ, την ΠΑΟ και άλλες αστικές στρατιωτικές δυνάμεις για να χτυπήσουν τον ΕΛΑΣ, ενώ μιλούσε και για συναντήσεις συνεργασίας πρακτόρων τους με τους Γερμανούς, παρ’ όλα αυτά τους αντιμετώπιζε ως συμμάχους.

Η αναγκαιότητα του αγώνα ενάντια στη ξένη κατοχή κατά κάποιο τρόπο εμπόδισε στην αξιοποίηση της διεθνούς επαναστατικής εμπειρίας. Για παράδειγμα, η αστική τάξη της Γαλλίας είχε συμμαχήσει με το Γερμανικό στρατό εισβολής στη Γαλλία του 1871, προκειμένου να νικηθεί η πρώτη προλεταριακή επανάσταση στον κόσμο, η Κομμούνα του Παρισιού. Οι αντιμαχόμενες δύο πλευρές στον α΄ παγκόσμιο ιμπεριαλιστικό πόλεμο έγιναν ένα μέτωπο και επενέβησαν με τα όπλα στην επαναστατημένη Ρωσία για να ανατρέψουν τη σοβιετική εξουσία, σε συμμαχία με τις ρωσικές αντεπαναστατικές δυνάμεις.

Από την άλλη είχε επιβεβαιωθεί ότι το τσάκισμα του αστικού κράτους είναι νομοτέλεια για την εδραίωση της εργατικής εξουσίας και την οικοδόμηση του σοσιαλισμού. Αυτό εξασφαλίζει και τη δυνατότητα να γίνει ο λαός νοικοκύρης στον τόπο του.

Η αντίθεση κεφαλαίου - εργασίας ενυπήρχε, έστω και αν φαινόταν ότι επικαλυπτόταν από τον ένοπλο εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα.

Υπήρχαν μεγάλες πιθανότητες να νικήσει η επανάσταση στη φάση της απελευθέρωσης της Ελλάδας. Είχε διαμορφωθεί επαναστατική κατάσταση και το πρωτοπόρο τμήμα της εργατικής τάξης ήταν και ένοπλα οργανωμένο.

Βεβαίως, η συγκρότηση του ΕΑΜ είχε γίνει με στόχο τον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα. Επομένως και η αξιοποίηση της δυναμικής του, καθώς και του ΕΛΑΣ, προϋπέθετε ανακατατάξεις, η τελική έκβαση των οποίων μόνο από τη ζωή κρίνεται. Είναι γνωστό ότι αυτό το ζήτημα το λύνει σε τελευταία ανάλυση ο συσχετισμός των δυνάμεων (με την έννοια ότι πρέπει να συνυπολογίσουμε εδώ και τους Αγγλους συμμάχους της εγχώριας αστικής τάξης). Ομως η σωστή γραμμή εξασφάλιζε πολλές πιθανότητες νίκης. Δίχως αυτή δεν υπήρχε καμιά πιθανότητα.

Μια αδυναμία που χαρακτηρίζει τις αναλύσεις του Κόμματός μας, αλλά και άλλων ΚΚ μετά το β΄ παγκόσμιο πόλεμο, είναι να ερμηνεύονται οι σχέσεις της εγχώριας με την ξένη ολιγαρχία αποστασιοποιημένες από το κοινό ταξικό τους συμφέρον. Π.χ. εξηγείται η επέμβαση του εξωτερικού πολιτικού παράγοντα στην Ελλάδα ως διαπλοκή του με τμήμα της αστικής τάξης, όχι όμως με το σύνολο της τάξης: «…στην Ελλάδα, ενώ η Αγγλία είχε κάτω από την οικονομική και πολιτική της επιρροή την Ελλάδα, έβαλε αρχηγό της χώρας έναν παλιό πράκτορα της Γερμανίας, όπως ήταν ο Μεταξάς», λέει στην εισήγηση ο Γ. Σιάντος. Ακόμη, για τον ελληνοϊταλικό πόλεμο 1940 -1941: «…σκοπός του Μεταξά και του Γεωργίου ήταν να ρίξουν μερικές τουφεκιές για να βγουν από την υποχρέωση που είχαν αναλάβει απέναντι της Αγγλίας και τίποτα άλλο».

Δεν ήταν βεβαίως «μερικές τουφεκιές» (με βάση και τις στρατιωτικές δυνατότητες που είχε τότε η Ελλάδα) το γεγονός ότι ο ελληνικός στρατός δεν περιορίστηκε στην απόκρουση της Ιταλικής εισβολής, αλλά προχώρησε και κατέλαβε εδάφη της Αλβανίας. Το γεγονός αυτό -αποτελούσε έναν βασικό λόγο- υποχρέωσε τον Ν. Ζαχαριάδη να γράψει και τα άλλα δύο γράμματα, πέρα από το ανοιχτό α΄ γράμμα, υπογραμμίζοντας ότι ο πόλεμος έπαψε πια να είναι αμυντικός, έγινε επιθετικός.

Το ότι η κυβέρνηση Μεταξά «κρατούσε τους δημοκρατικούς αξιωματικούς μακριά από τον πόλεμο», έχει περισσότερο να κάνει, κατά τη γνώμη μας, με το φόβο της μήπως υποκινούσαν στρατιωτικό κίνημα για να την ανατρέψουν. Παράλληλα, στο βαθμό που η αμυντική θωράκιση της Ελλάδας όντως αδυνάτιζε (έχει δίκιο ο Γ. Σιάντος), ήταν γιατί «όλες οι προετοιμασίες της 4ης Αυγούστου γίνονταν για αντισοβιετικό και όχι για αντιφασιστικό πόλεμο». Ομως αυτό δεν οφειλόταν παρά στον εξής λόγο: Οι «δημοκρατικές» καπιταλιστικές χώρες επεδίωκαν να στρέψουν τη Γερμανία κατά της Σοβιετικής Ενωσης και να μην εμπλακούν από πριν σε πόλεμο με το Χίτλερ. Σε αυτή την κατεύθυνση λειτούργησε και η 4η Αυγούστου, θωρακίζοντας τα βόρεια σύνορα («γραμμή Μεταξά»). Βεβαίως ίσως να ήθελε ταυτόχρονα να αντιμετωπίσει και τις βουλγαρικές επεκτατικές βλέψεις σε βάρος της Ελλάδας.

Συνοψίζοντας, μπορούμε να δούμε τα εξής ως προβληματισμό:

  1. Μια σειρά παράγοντες, πρωταρχικά η υστέρηση στο θεωρητικό πεδίο, συνέβαλαν ώστε να μη γενικευθεί δημιουργικά η πείρα της Οχτωβριανής σοσιαλιστικής επανάστασης για τη διαμόρφωση της στρατηγικής του ΚΚΕ -και όχι μόνο- στις συνθήκες του β΄ παγκοσμίου πολέμου. Π.χ. δεν αξιοποιήθηκε η πείρα των Σοβιέτ, της επαναστατικής αυτενέργειας των λαϊκών μαζών, ως φύτρου της νέου τύπου εξουσίας, της εργατικής. Τα Σοβιέτ όχι μόνο δε συνεργάστηκαν με την αστική κυβέρνηση, αλλά οδηγήθηκαν, με την καθοδήγηση του μπολσεβίκικου κόμματος, στην πλήρη σύγκρουση μέχρι την ανατροπή της.
  2. Το γεγονός ότι η εργατική τάξη στην Τσαρική Ρωσία ήταν αριθμητικά μια μικρή μειοψηφία, δεν απέτρεψε τελικώς τον προσανατολισμό της πάλης της εργατικής τάξης από τον κύριο αντίπαλο της την αστική εξουσία.

Αλλωστε ήταν ο ίδιος ο Λένιν που εγκατέλειψε προγενέστερη στρατηγική προσέγγιση των διαδοχικών επαναστατικών τύπων εξουσίας, ακόμη και για τις συνθήκες της επαναστατικής ανατροπής του τσαρισμού στη Ρωσία και διαμόρφωσης της αστικής εξουσίας.

 Ουσιώδη εμπειρία αποτελεί επίσης η στάση της σοσιαλδημοκρατίας στον α΄ παγκόσμιο πόλεμο, στάση προδοσίας των συμφερόντων της εργατικής τάξης. Τότε η σοσιαλδημοκρατία είχε δείξει ανάγλυφα ότι τα όριά της ως δύναμης στήριξης και διαχείρισης του καπιταλισμού είχαν αποκρυσταλλωθεί οριστικά και αμετάκλητα. Δεν ήταν ένα στιγμιαίο παράπτωμα η θέση της «υπεράσπισης της πατρίδας». Ο πόλεμος ήταν ιμπεριαλιστικός και γινόταν για το μοίρασμα των αγορών σε βάρος της εργατικής τάξης όλων των χωρών, εμπόλεμων και μη. Αρα τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα δεν ήταν δυνατό να αλλάξουν συνολικά ούτε βεβαίως ήταν δυνατό να τα αλλάξει η λεγόμενη «αριστερή» τους πτέρυγα, η οποία, ενώ υποτίθεται ότι διαφοροποιούνταν ουσιαστικά από τη «δεξιά» πτέρυγα, ουδέποτε εγκατέλειψε τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα για να συμπράξει με τα ΚΚ στην πάλη για το σοσιαλισμό. Παρέμεινε εντός των κομμάτων της για να απορροφά τους κραδασμούς από τη λαϊκή αγανάκτηση.

Στην πορεία των αντιφασιστικών μετώπων, στην επίλυση του προβλήματος της εξουσίας, οπωσδήποτε δυσκόλεψαν ορισμένες συγχύσεις ως προς τη στάση απέναντι στη σοσιαλδημοκρατία και ειδικότερα σε σχέση και με τις αστικές δυνάμεις, σύμμαχες στον απελευθερωτικό αγώνα. Αυτό το συμπέρασμα ισχύει ακόμη και για τις εξελίξεις στις χώρες της Κεντρικής Ευρώπης. Στην καθοριστική έκβαση της απόσπασής τους από το ιμπεριαλιστικό σύστημα συνετέλεσε η παρουσία του Κόκκινου Στρατού που βάρυνε καθοριστικά στο συσχετισμό των δυνάμεων, στην αδυναμία των μεγάλων καπιταλιστικών κρατών να επέμβουν στρατιωτικά, όπως αντίθετα συνέβη στην Ελλάδα. Αλλωστε και η οξύτατη ταξική πάλη στο εσωτερικό αυτών των χωρών (π.χ. στην Ουγγαρία), αλλά και η αναδιάταξη των μεταπολεμικών συμμαχιών, ήταν απόρροια της πάλης για την επίλυση ενός και μόνο ζητήματος: αστική ή εργατική εξουσία;

Αλλά και στις χώρες που δεν υπήρχε η παρουσία του Κόκκινου Στρατού και πραγματοποιήθηκαν επαναστάσεις, π.χ. στην Κίνα, επίσης δεν πρόκυψε ενδιάμεση εξουσία. Το 1949, ως αποτέλεσμα της νικηφόρας επανάστασης, εγκαθιδρύθηκε η δικτατορία του προλεταριάτου.

Ο μαζικός ηρωισμός και η αυτοθυσία των λαϊκών μαζών, με πρωτοπόρους τους κομμουνιστές, αποτελεί εκ των ων ουκ άνευ στοιχείο για την επιτυχή έκβαση του αγώνα. Συστατικό όμως και μάλιστα πρωταρχικό, αποτελεί η επεξεργασία στρατηγικής για το σοσιαλισμό, με βάση την οποία θα ξεδιπλωθεί η λαϊκή πάλη. Οπως γράφτηκε, «γνώση μαζί κι η αντρειά ξεσηκωμού του πρέπει».



[1] Δοκίμιο Ιστορίας του ΚΚΕ, Α΄ τόμος, (1918-1949). Εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 634-635.

[2] Γι’ αυτό, άλλωστε, είχε διαμορφωθεί σχέδιο Προγράμματος το οποίο τελικώς αποσύρθηκε.

[3] Το ΚΚΕ - Επίσημα Κείμενα, τόμος 4ος, σελ. 19.

[4] «44η συνεδρίαση της ΠΕΕΑ», 27 Ιουλίου, τοποθέτηση Γ. Σιάντου.

[5] Το ΚΚΕ - Επίσημα Κείμενα, τόμος 4ος, σελ. 19.

[6] Το ΚΚΕ - Επίσημα Κείμενα, τόμος 4ος, σελ. 19.

[7] Το ΚΚΕ - Επίσημα Κείμενα, τόμος 8ος, σελ. 691-692.