Η ΜΑΡΞΙΣΤΙΚΗ ΜΟΡΦΩΣΗ ΑΝΑΓΚΑΙΟ ΣΤΟΙΧΕΙΟ ΤΗΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΑΣ ΤΟΥ ΚΟΜΜΑΤΟΣ

Ενας από τους άξονες που διαπερνά σαν κόκκινη κλωστή τα ντοκουμέντα του 17ου Συνεδρίου του Κόμματος είναι η πεποίθηση για την ανάγκη ενίσχυσης της ιδεολογικής και θεωρητικής δουλιάς του κόμματος σε όλα τα επίπεδα. Τονίζεται ότι πρέπει «να γίνει αναπόσπαστο στοιχείο της δουλιάς μας η ιδεολογική, θεωρητική πολιτική δουλιά, η ανάπτυξη της θεωρίας, η εύστοχη διαπάλη με την αστική ιδεολογία και τον οπορτουνισμό», ότι «η κατακτημένη μέσα στη δράση ιδεολογικοπολιτική ενότητα στο Κόμμα... πρέπει ακόμα να βαθύνει με άνοδο και της θεωρητικής του στάθμης, όχι μόνο στη γνώση της κοσμοθεωρίας, όπου έχουμε σοβαρά κενά, αλλά και με βάση τις παραπέρα επεξεργασίες που πρέπει να γίνουν. Και με ανάπτυξη στο ανώτατο δυνατό όριο σήμερα του πνεύματος της συλλογικότητας»[1]. Στην Απόφαση του Συνεδρίου για τα καθήκοντα του Κόμματος μέχρι το 18ο Συνέδριο τίθεται ως στόχος «όλα τα μέλη του Κόμματος να αποκτήσουν διαφορετική στάση για τη μελέτη και το διάβασμα, ατομικό και συλλογικό, με τη μορφή μαθημάτων και αυτομόρφωσης, για να μπορέσει το Κόμμα να ανταποκριθεί στα σύνθετα καθήκοντα»[2]. Σε παρά πολλά ακόμη σημεία των ντοκουμέντων γίνεται ρητή αναφορά στην ανάγκη της ιδεολογικής δουλιάς, στο ανέβασμα του επιπέδου των μελών του Κόμματος για την εκπλήρωση των σκοπών και των καθηκόντων που τίθενται σε αυτό ή τον άλλο τομέα και αντικείμενο δουλιάς. Το αντικείμενο του παρόντος κειμένου δεν αφορά στις επιμέρους συγκεκριμένες θεωρητικές επεξεργασίες που έχουν προταχτεί για το επόμενο διάστημα, αλλά στο θέμα της μαρξιστικής μόρφωσης γενικά και της σχέσης της με τη συνολική ανάπτυξη του Κόμματος και του κινήματος.

 

 

ΜΑΡΞΙΣΤΙΚΗ ΜΟΡΦΩΣΗ ΚΑΙ ΚΟΜΜΑ ΝΕΟΥ ΤΥΠΟΥ

Οπως έχει υπογραμμιστεί άπειρες φορές στην ιστορία του κομμουνιστικού κινήματος, η σύνδεση θεωρίας και πράξης συνιστά για αυτό αναγκαιότητα, κυριολεκτικά μια σχέση ανάγκης. «Δίχως επαναστατική θεωρία δεν υπάρχει επαναστατική πράξη». Ωστόσο, δεν είναι λίγες οι φορές στην ιστορία του κινήματος που η φράση αυτή έχει μείνει στο επίπεδο της διακήρυξης και δεν έχει υλοποιηθεί ή τουλάχιστον δεν έχει υλοποιηθεί στον απαιτούμενο βαθμό. Δεν είναι καθόλου τυχαίο επίσης το γεγονός ότι οι περιστάσεις όπου η πράξη έχει «εγκαταλείψει» τη θεωρία, δηλαδή έχει πάψει να καθοδηγείται από αυτή, χαρακτηρίζονται πάντοτε από βαθιές και οδυνηρές υποχωρήσεις και ήττες του επαναστατικού κινήματος, καθώς και ότι, αντίστροφα, όλες οι μεγάλες πρόοδοι και επιτυχίες του κινήματος συνδέονται με μεγάλες προόδους στην ανάπτυξη της επαναστατικής θεωρίας.

Το Κόμμα Νέου Τύπου, κατά το Λένιν, δηλαδή το σύγχρονο Κομμουνιστικό Κόμμα, αποτελεί το σημείο συνάντησης του κινήματος της εργατικής τάξης με την πιο πρωτοπόρα επιστημονική θεωρία για την κοινωνία. Το Κόμμα, ως πρωτοπορία και επιτελείο της εργατικής τάξης, είναι (οφείλει να είναι, αλλιώς χάνει τον πρωτοπόρο ρόλο του) ο φορέας της επαναστατικής θεωρίας και «εισάγει από τα έξω» τη θεωρία στο εργατικό κίνημα, έτσι ώστε το τελευταίο αποκτά συνείδηση της ίδιας της πρακτικής του και των μακροπρόθεσμων αντικειμενικών σκοπών του (ιστορική αποστολή της εργατικής τάξης). Με αυτό τον τρόπο, πολύ συνοπτικά, η εργατική τάξη μετατρέπεται από «τάξη καθεαυτή» σε «τάξη για τον εαυτό της» και αγωνίζεται πλέον συνειδητά για τα δικά της συμφέροντα που συμπίπτουν με την αναγκαιότητα της περαιτέρω εξέλιξης της ανθρωπότητας.

Προκύπτει όμως το ερώτημα: Και πώς κατακτά και αναπτύσσει τη θεωρία η ίδια η πρωτοπορία της εργατικής τάξης, το Κόμμα; Πώς ξεκίνησε αυτή η σχέση Κόμματος της εργατικής τάξης και επαναστατικής θεωρίας; Στο «Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος», το 1848, όταν ξεκινά η ιστορία της σύνδεσης επιστημονικού σοσιαλισμού και κινήματος της εργατικής τάξης και εμφανίζονται οι πρώτοι σύγχρονοι κομμουνιστές, οι Μαρξ και Ενγκελς γράφουν ότι κομμουνιστές είναι εκείνοι οι αστοί διανοούμενοι που έχουν θεωρητικά κατανοήσει την ουσία της ιστορικής κίνησης[3]. Η επιστημονική θεωρία του κομμουνισμού, ο μαρξισμός, δεν ήταν άμεση απόρροια του εργατικού κινήματος, δε δημιουργήθηκε ούτε μπορούσε να δημιουργηθεί, από το ίδιο το εργατικό κίνημα, αλλά ήταν καρπός της συνολικής πνευματικής ανάπτυξης της ανθρωπότητας. Και αυτό γιατί η επιστήμη, η φιλοσοφία, η θεωρία γενικά έχουν τη δική τους σχετική αυτοτέλεια από την καθημερινή ζωή και δεν μπορούν να κατακτηθούν αποκλειστικά από την εμπειρία. Σαν πνευματική εργασία υψηλού επιπέδου, η μελέτη, αφομοίωση και ανάπτυξη της θεωρίας προϋποθέτει γνώση, εκπαίδευση, ειδικούς τρόπους και μεθόδους ενασχόλησης, που η ταξική κοινωνία δεν μπορεί (ούτε θέλει) να παρέχει στους εργαζόμενους. Οπως τότε, στις απαρχές του κομμουνιστικού κινήματος, έτσι και τώρα, η θεωρία δεν μπορεί να γεννηθεί ούτε ν’ αναπτυχθεί αυθόρμητα από την εργατική τάξη την ίδια. Ενα από τα θεμελιακά χαρακτηριστικά που διαπερνούν την ιστορία όλων των εκμεταλλευτικών κοινωνιών είναι ο καταμερισμός μεταξύ φυσικής και πνευματικής εργασίας. Γι’ αυτό και τη θεωρία του επιστημονικού κομμουνισμού την ανακάλυψαν (και δεν μπορούσαν να την ανακαλύψουν άλλοι, παρά) αστοί, φωτισμένοι «απαρνητές της τάξης τους», που «ανυψώθηκαν ως τη θεωρητική κατανόηση της ιστορικής κίνησης» και έταξαν τον εαυτό τους στην υπόθεση της εργατικής τάξης και στην απελευθέρωση της ανθρωπότητας από την εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο.

Από την περίοδο της εμφάνισης του κομμουνιστικού κινήματος έχει περάσει πάνω από ενάμισης αιώνας. Το κίνημα δεν απαρτίζεται πια από μια χούφτα ανθρώπους ούτε υπάρχουν αστοί μέσα του. Τα κομμουνιστικά κόμματα είναι κυρίως εργατικά σε σύνθεση κόμματα. Ωστόσο, οι γενικές προϋποθέσεις της πνευματικής εργασίας παραμένουν ανάλογες με τότε, ενώ παραμένει κυρίαρχος και ο καταμερισμός μεταξύ φυσικής και πνευματικής εργασίας στην κοινωνία (όπως και οι σχέσεις «διευθυντών-εκτελεστών» στην παραγωγή και «εξουσιαζόντων-εξουσιαζομένων» στην πολιτική). Οπως ειπώθηκε παραπάνω, το Κόμμα, η πρωτοπορία είναι ο φορέας της συνείδησης της εργατικής τάξης, της ιστορικής αποστολής της. Αρα το Κόμμα, κατά πρώτο λόγο, είναι συνείδηση, θεωρία, ιδεολογία και οι κομμουνιστές, δηλαδή οι πρωτοπόροι εργάτες, είναι πρώτα και κύρια διανοούμενοι.

Μα πώς, μπορεί να ρωτήσει κάποιος, είναι δυνατό να είναι οι κομμουνιστές διανοούμενοι; Οι διανοούμενοι, ως ασχολούμενοι με την πνευματική εργασία, εντάσσονται σε ένα διαταξικό στρώμα της κοινωνίας και δεν είναι οπωσδήποτε εργάτες. Εδώ δεν αναφερόμαστε στην κοινωνικο-ταξική δομή, αλλά στην ιδιαιτερότητα της δραστηριότητας του κομμουνιστή. Για να δούμε. Ποιο είναι το περιεχόμενο της δραστηριότητας του κομμουνιστή, τη στιγμή που λειτουργεί ακριβώς σαν κομμουνιστής; Ο άνθρωπος αυτός συζητάει, διαδίδει ιδέες, οργανώνει, πείθει, αποφασίζει (στα όργανα του Κόμματος και του κινήματος), μελετά, αναζητά λύσεις προς την κατεύθυνση ανάπτυξης της πάλης της εργατικής τάξης και όλα αυτά όχι μόνος του, αλλά σε διαρκή συνεννόηση και αλληλεπίδραση με τους συντρόφους του, μέσα σε μια ορισμένου τύπου οργάνωση, το Κόμμα. Αυτά πράττει ο κομμουνιστής όταν λειτουργεί σαν κομμουνιστής. Τι άλλο είναι όλα αυτά παρά πνευματική εργασία και υψηλών απαιτήσεων μάλιστα; Αρα λοιπόν, η πνευματική εργασία και η θεωρία βρίσκεται βαθιά μέσα στην ίδια την πράξη, στην καθημερινή πρακτική του κομμουνιστή, όποιο και αν είναι το ιδιαίτερο επάγγελμά του, ο τρόπος βιοπορισμού του και ό,τι θέση κι αν κατέχει ο τελευταίος στον καταμερισμό φυσικής-πνευματικής εργασίας. Πολύ συχνά αυτή η στενή και καθημερινή σχέση θεωρίας και πράξης δεν κατανοείται στον απαραίτητο βαθμό. Υπάρχουν πολλοί που μπορούν να φέρουν το εξής αντεπιχείρημα: «Εντάξει, κάνουν πνευματική δουλιά οι κομμουνιστές στη δράση τους. Αλλά μήπως αυτό σημαίνει ότι έγιναν κιόλας όλοι «επιστήμονες», «ειδικοί», ικανοί να επιτελέσουν ψηλού επιπέδου θεωρητική εργασία; Οχι. Αρα εμείς, οι «απλοί κομμουνιστές», διαδίδουμε βέβαια τις κομμουνιστικές ιδέες και κάνουμε όλα τα αναφερόμενα παραπάνω, αλλά πηγή μας είναι η καθημερινή κοινωνική εμπειρία για τα τρέχοντα και η κομματική πληροφόρηση και διαφώτιση από τα πάνω σε ό,τι αφορά τα «γενικά» και τα «θεωρητικά» ζητήματα. Μήπως είναι δυνατό, άλλωστε, σε συνθήκες ανταγωνιστικής ταξικής κοινωνίας, να ξεπεράσουμε τον αντικειμενικά υπαρκτό καταμερισμό μεταξύ φυσικής και πνευματικής εργασίας»;

Βέβαια, ένα μέρος του υποθετικού αλλά εύλογου αντεπιχειρήματος είναι σωστό. Πραγματικά δεν είναι δυνατό να καταργήσουμε τον καταμερισμό μεταξύ φυσικής και πνευματικής εργασίας στο πλαίσιο της υπάρχουσας κοινωνίας. Ωστόσο, όπως υπογράμμιζε ο Λένιν, είναι δυνατό και πρέπει να περιορίζουμε τις συνέπειες αυτού του καταμερισμού μέσα στο Κόμμα. Το ζήτημα αυτό δεν έχει μόνο θεωρητικό χαρακτήρα. Αντίθετα αποτελεί βασικό όρο λειτουργίας του κόμματος νέου τύπου. Αν αποδεχόμασταν και καθιερώναμε και μέσα στο Κόμμα τον καταμερισμό εργασίας που κυριαρχεί στην κοινωνία, θα καταλήγαμε πολύ σύντομα σε ένα κόμμα κάθετα και ιεραρχικά χωρισμένο σε μόνιμους «θεωρητικούς», «ηγέτες», «διευθυντές» και σε «πρακτικούς», «απλά μέλη-οπαδούς», «εκτελεστικούς», δίχως καμιά εναλλαγή, αμοιβαία σύνδεση και εξέλιξη. Ενα τέτοιο κόμμα θα αναπαρήγαγε αυτούσιο τον καταμερισμό εργασίας της καπιταλιστικής κοινωνίας και θα έκανε την υπόθεση της απελευθέρωσης της εργατικής τάξης μια υπόθεση «τεχνικής» και «κοινωνικής μηχανικής», δηλαδή μια υπόθεση στην αρμοδιότητα της αστικής τάξης. Αυτή στην πραγματικότητα είναι η βάση της δομής και της λειτουργίας των μαζικών αστικών κομμάτων, σε αυτή τη λογική καταλήγει και η εξέλιξη της κομματικής οργάνωσης της σοσιαλδημοκρατίας. Αρχηγική δομή, χαλαρή κομματική λειτουργία, δημιουργία μονόδρομων σχέσεων μεταξύ ηγεσίας/ηγέτη (χαρισματικού φορέα του «οράματος»)-οπαδού (στην οποία εκπίπτει το μέλος του δοσμένου αστικού κόμματος, βλέπε και εξελίξεις στην οργάνωση του ΠΑΣΟΚ), που αναπαράγει την αστική πνευματική κυριαρχία στην κοινωνία.

Το κομμουνιστικό κόμμα, αντίθετα, προϋποθέτει τη συλλογικότητα, τον έλεγχο όλων, την κριτική και αυτοκριτική, την ουσιαστική συμμετοχή των μελών του στη λήψη αποφάσεων. Αυτοί είναι όροι ώστε να μπορέσει το Κόμμα να λειτουργήσει με βάση τα καθήκοντα και τους σκοπούς του. Και προκύπτει και πάλι το θέμα της θεωρίας και της μαρξιστικής μόρφωσης-κατάρτισης εδώ: Πώς είναι δυνατό να ελέγξεις κάποια σημαντική άποψη, πρόταση, πολιτική απόφαση, όπως και τα πρόσωπα που σχετίζονται με αυτή, τη λογική και τις προθέσεις τους, αν δεν κατέχεις σε ικανό βαθμό τη γνώση της θεωρίας από την οποία καθοδηγείται το Κόμμα; Πώς είναι δυνατό, δίχως γνώση της θεωρίας, να συμβάλλεις ενεργά και δημιουργικά στη διαμόρφωση της πολιτικής του Κόμματος; Πώς, πολύ περισσότερο, είναι δυνατό να προωθείς και να εφαρμόζεις ικανοποιητικά αυτή την πολιτική μέσα στο λαό και την εργατική τάξη, δίχως, λόγω έλλειψης θεωρητικών γνώσεων, να αντιλαμβάνεσαι όλες ή τουλάχιστον τις περισσότερες διαστάσεις της; Πώς είναι δυνατό, δίχως αναπτυγμένη ιδεολογική εσωκομματική ζωή, να σχηματίζεται η αναγκαία ενιαία αντίληψη για το Πρόγραμμα του Κόμματος και τις γενικές κατευθύνσεις της πολιτικής του, ώστε η τελευταία να υλοποιείται με τη μεγαλύτερη δυνατή συνέπεια και άρα αποτελεσματικότητα; Είναι σαφές ότι δίχως μαρξιστική μόρφωση μένει μόνο η εμπειρία σαν εφόδιο του κομμουνιστή, ένα εφόδιο πολύτιμο μεν, αλλά όχι πάντα επαρκές σε μια αναπτυγμένη κομματική δραστηριότητα με πολλές απαιτήσεις. Δίχως τη συνεχή και βαθιά μορφωτική δραστηριότητα δεν είναι δυνατό να ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις ανάπτυξης του ίδιου του Κόμματος, της αναπτυγμένης ιδεολογικοπολιτικής ενότητάς του για την οποία γίνεται λόγος και στο απόσπασμα που παρατίθεται στην αρχή του κειμένου.

Με βάση τα παραπάνω συνάγεται ότι η συνεχής προσπάθεια του Κόμματος για την αφομοίωση του μαρξισμού-λενινισμού από τα μέλη του -ώστε τα τελευταία να καταφέρουν να «ανυψωθούν ως τη θεωρητική κατανόηση της ιστορικής κίνησης» - συνιστά τόσο αναγκαίο όρο ενίσχυσης της ενότητάς του, όσο και αναγκαίο όρο για την κατάκτηση και ανάπτυξη του επαναστατικού του χαρακτήρα (επαναστατικού όχι μόνο ως προς τους μακροπρόθεσμους σκοπούς και τη δράση του, αλλά και ως προς τη στάση του απέναντι στην αντικειμενική επίδραση του κοινωνικού καταμερισμού της εργασίας της καπιταλιστικής κοινωνίας στους κόλπους του). Η στάση των κομμουνιστών απέναντι στη μόρφωση και τη θεωρία αποτελεί κριτήριο του επαναστατικού χαρακτήρα του Κόμματος. Το Κόμμα, όντας φορέας της ιστορικής αποστολής της εργατικής τάξης και των ιδεών του σοσιαλισμού και κομμουνισμού, πρέπει να αποτελεί κατά κάποιο τρόπο, σε ορισμένες πλευρές της λειτουργίας του τουλάχιστον, ένα -ατελές και πρώιμο βέβαια- προείκασμα της κομμουνιστικής κοινωνίας: Εθελοντική στράτευση, συλλογικότητα στη λήψη της απόφασης και στην εκτέλεσή της, βαθιά και μεθοδική-«επαγγελματική» προσήλωση στη δράση, αποφασιστικότητα, θεωρητική αυστηρότητα στη σκέψη, ανιδιοτελείς συντροφικές σχέσεις, βαθιά εσωτερική ανάγκη του καθένα και όλων μαζί για μόρφωση και γνώση, για κατάκτηση ό,τι σημαντικού και προοδευτικού έχει δημιουργήσει ή δημιουργεί η ανθρωπότητα («τίποτα το ανθρώπινο δε μας είναι ξένο»), μέτρα για συνεχή βελτίωση σε όλους τους τομείς. Αν, όπως διδάσκει η θεωρία μας, ο άνθρωπος χαρακτηρίζεται πρώτα απ’ όλα από το ότι «μετασχηματίζει διαρκώς τον κόσμο γύρω του, μετασχηματίζοντας ταυτόχρονα και τον εαυτό του», τότε αυτό θα πρέπει συνειδητά να βρίσκει μόνιμη εφαρμογή και στην κομματική μας οικοδόμηση. Η ιδεολογικοπολιτική ενότητα του Κόμματος δεν είναι στατική και ακίνητη. Στην ουσία πρόκειται για μια αλληλεπίδραση ανθρώπων και σχέσεων που και αυτές αλληλεπιδρούν με την καπιταλιστική κοινωνία γύρω μας. Η ενότητα του Κόμματος είναι μια ενότητα δυναμική, αναπτυσσόμενη. Για ν’ αναπτύσσεται συνειδητά και όχι τυχαία και αποκλειστικά κάτω από την πίεση του αντιπάλου θα πρέπει να βασίζεται στη γνώση και η γνώση προσεγγίζεται μέσω της μόρφωσης, της συνεχούς μορφωτικής δραστηριότητας.

 

ΜΑΡΞΙΣΤΙΚΗ ΜΟΡΦΩΣΗ ΚΑΙ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΔΟΥΛΙΑΣ ΤΟΥ ΚΟΜΜΑΤΟΣ

Η θεωρία είναι κάτι παραπάνω από μια «ειδική τεχνική» για τη λύση κάποιων προβλημάτων. Η θεωρία και η ιδεολογία (στην πιο γενική της έννοια και όχι μόνο σε αυτή της πολιτικής ιδεολογίας) είναι οι τρόποι δια των οποίων κατανοούμε τον κόσμο και τον εαυτό μας, οι τρόποι που σκεφτόμαστε ό,τι βλέπουμε, ακούμε, αισθανόμαστε σε σχέση με την κοινωνική πραγματικότητα. Το ότι το Κόμμα καθοδηγείται από τη θεωρία του μαρξισμού-λενινισμού δε σημαίνει τίποτα λιγότερο παρά ότι ο μαρξισμός-λενινισμός είναι κατά κάποιο τρόπο η «γλώσσα» μας και ταυτόχρονα η «πρακτική μας σκέψη» (γιατί τη θεωρία και τις έννοιες τις προσεγγίζουμε μόνο διαμέσου της γλώσσας, ακόμη και όταν δε μιλάμε ή συζητάμε - η νόηση γίνεται μέσω της γλώσσας). Οι ιδεολογίες στην κοινωνία είναι ακριβώς θεωρητικές και κοσμοθεωρητικές «γλώσσες», με τις οποίες οι άνθρωποι επικοινωνούν μεταξύ τους, αλλά και σκέφτονται. Δεν πρόκειται όμως για γλώσσες που λειτουργούν όπως οι φυσικές γλώσσες, η ελληνική, η αγγλική, η κινέζικη κ.ο.κ. Οι «γλώσσες» αυτές «ελέγχουν», καθορίζουν τους τρόπους σκέψης των ανθρώπων, «είναι» οι τρόποι σκέψης. Η ιδεολογική πάλη, η πάλη των ιδεολογιών, είναι πάλη για την κυριαρχία στα μυαλά των ανθρώπων και είναι πάλη αμείλικτη και μόνιμη, δεν υπάρχει διαφυγή από αυτήν. Βασίζεται στις κυρίαρχες αντιφάσεις και αντιθέσεις της κοινωνίας και διεξάγεται διαμέσου όλων των μορφών δια των οποίων ο άνθρωπος προσλαμβάνει την αντικειμενική πραγματικότητα γύρω του. Πρόκειται για πάλη που δε διεξάγεται «έξω» από μας, αλλά στο εσωτερικό κάθε ανθρώπινης ύπαρξης. Ολοι μας, κάθε στιγμή αντανακλούμε πλευρές αυτής της πάλης των ιδεών και των ιδεολογιών. «Εσωτερικεύουμε» αυτή την πάλη των ιδεών στις έννοιες που χρησιμοποιούμε, στις αισθητικές και ηθικές αξίες που αποδεχόμαστε, στα γούστα και τις προτιμήσεις μας και την «εκ-φράζουμε», την «αντανακλούμε» προς τα έξω, πρώτα-πρώτα μέσω της πνευματικής-ψυχικής «στάσης» μας, που ρυθμίζει το μεγαλύτερο μέρος της συνειδητής συμπεριφοράς μας. Πηγή όλων των παραπάνω, των στάσεων, των συμπεριφορών κ.ο.κ. είναι τελικά η ίδια η δραστηριότητα του ανθρώπου. Η δραστηριότητα καθορίζεται από τις γενικές κοινωνικές σχέσεις που κυριαρχούν στην ιστορικά συγκεκριμένη κοινωνία. Επομένως, στη δική μας κοινωνία, στο βαθμό που η δραστηριότητα των ατόμων καθορίζεται από τις σχέσεις του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής και σχηματισμού συνολικά, η στάση, οι ιδέες και η συμπεριφορά των περισσότερων από αυτά καθορίζεται κατά κύριο λόγο από την κυρίαρχη ιδεολογία αυτού του σχηματισμού, δηλαδή από την αστική ιδεολογία.

Βέβαια, ο εργάτης, εκτός από την κυρίαρχη αστική ιδεολογία επηρεάζεται και από τη δική του καθημερινή πρακτική εμπειρία που τον διδάσκει τη συλλογικότητα της τάξης του, μια στάση ζωής διαφορετική από αυτή του «ευνοημένου» αυτής της κοινωνίας, του καπιταλιστή. Ομως δεν μπορεί από μόνη της η εργατική τάξη, αυθόρμητα, να «βρει την άκρη», να κατανοήσει την υπάρχουσα πραγματικότητα μέσα στις αντιθέσεις της και να ανακαλύψει τον τρόπο να την αλλάξει. Αυθόρμητα ο εργάτης το πολύ-πολύ μπορεί να οργανωθεί συλλογικά για να διεκδικήσει από τους κεφαλαιοκράτες κάποιο μεγαλύτερο μερίδιο από την «πίττα», μια βελτίωση της κοινωνικής του θέσης. Ετσι, ο εργάτης βρίσκεται σε μια κατάσταση όπου είναι «ιδεολογικά διχασμένος». Αισθάνεται την αντίφαση στη ζωή του αλλά δεν την κατανοεί, νιώθει αλλά δε γνωρίζει. Εστω και χωρίς απόλυτη συμφωνία με την πείρα του, ο εργάτης καταλήγει να σκέφτεται, να ερμηνεύει τον κόσμο και την κοινωνία, να ερμηνεύει ακόμη και την ίδια την κατάστασή του μέσω της κυρίαρχης αστικής ιδεολογίας. Ετσι, ο εργάτης, παραμένοντας εργάτης, σκέφτεται συχνά σαν αστός.

Αυτή είναι η δύναμη της ιδεολογίας και αυτή καλείται το κόμμα της εργατικής τάξης να αντιπαλέψει. Στη θέση των αστικών ιδεολογημάτων πρέπει να μπει η νηφάλια και ακριβής ερμηνεία των φαινομένων και των αντιθέσεων της κοινωνικής ζωής. Στη θέση της μοιρολατρείας και του καπιταλιστικού «μονόδρομου», η επιστημονική τεκμηρίωση των αιτιών των προβλημάτων και της ιστορικής αποστολής της εργατικής τάξης. Στη θέση των αστικών ηθικών και αισθητικών αξιών, βασισμένων στη μεταφυσική, τον ιδεαλισμό και τη θρησκεία, αντιπαρατίθενται άλλες αξίες, βασισμένες στα ιστορικά προοδευτικά κομμουνιστικά ιδεώδη και την πρακτική του εργατικού και κομμουνιστικού κινήματος. Ολες αυτές οι ιδέες δεν είναι «εξωτερικές» ως προς το άτομο, την κοινωνική ομάδα, την τάξη. Η αποδοχή τους καθορίζει, όπως είπαμε την πνευματική στάση και μέσω αυτής τη συμπεριφορά, δηλαδή εκτός των άλλων και την κοινωνικοπολιτική δραστηριότητα των εργαζομένων.

Ο τρόπος που επιδρούν και αλληλεπιδρούν οι ιδέες, το θεμέλιο και η πηγή αυτών των ιδεών στην υλική δραστηριότητα των ανθρώπων, δηλαδή πρωτίστως στον υφιστάμενο τρόπο παραγωγής στην κοινωνία, οι αντιθέσεις, ο τρόπος που αλλάζει η κοινωνία, καθώς και πολλά άλλα, συνιστούν βασικά θέματα της μαρξιστικής-λενινιστικής θεωρίας, της «γλώσσας» μας και της «πρακτικής μας σκέψης». Δίχως τη γνώση του μαρξισμού δεν είμαστε σε θέση όχι μόνο να εκφράσουμε, αλλά ούτε και να σκεφτούμε με βάση την κομμουνιστική κοσμοθεωρία. Και βέβαια, όχι μόνο δεν μπορούμε να επιδράσουμε στην κοινωνία, αλλά ούτε και στον ίδιο τον εαυτό μας. Ακόμη, η μαρξιστική θεωρία δεν είναι μια θεωρία που αφορά αποκλειστικά τη δραστηριότητα στο Κόμμα και το κίνημα. Πρόκειται για το «εργαλείο» εκείνο (ιδιαίτερα η διαλεκτική) χωρίς το οποίο ο άνθρωπος αδυνατεί να συλλάβει την ουσία της αντικειμενικής πραγματικότητας σήμερα και να δράσει προς την κατεύθυνση της αλλαγής της. Γιατί η θεωρία δεν είναι κάτι στατικό, ακίνητο, κάτι που δόθηκε μια για πάντα. Είναι κυρίως μέθοδος, τρόπος κατανόησης της πραγματικότητας που εξελίσσεται στην ιστορία, όπως εξελίσσεται και η ίδια η πραγματικότητα.

Εκτός λοιπόν από αναγκαία αρχή της οργανωτικής λειτουργίας και κριτήριο του επαναστατικού χαρακτήρα του Κόμματος, εκτός από πνευματικό θεμέλιο της ιδεολογικοπολιτικής ενότητάς του, η μαρξιστική μόρφωση, η συνεχής προσπάθεια προσέγγισης, αφομοίωσης, ανάπτυξης του μαρξισμού-λενινισμού είναι και αναγκαίο βασικό στοιχείο της ιδιότητας του κάθε ξεχωριστού κομμουνιστή γενικά.

Στις σημερινές συνθήκες η ανάγκη ανάπτυξης της μαρξιστικής παιδείας και μόρφωσης στο κίνημα και το Κόμμα είναι ακόμα πιο αυξημένη, αλλά και πιο σύνθετη απ’ ό,τι στο παρελθόν.

Πρώτον, το ίδιο το κομμουνιστικό κίνημα βρίσκεται σε φάση ανασύνταξης μετά από μια πολύ σοβαρή ήττα, ίσως τη σοβαρότερη στην ιστορία του. Η υπεροχή του καπιταλισμού στον κόσμο έχει γίνει ακόμα πιο έντονη και φυσικά σφραγίζει και την ιδεολογική ζωή και πάλη στην κοινωνία. Η ιδεολογική, όπως και η πολιτική, επίθεση του ιμπεριαλισμού έχει γίνει ακόμη πιο άγρια και επίμονη. Σε αυτές τις συνθήκες, ο ιδεολογικός και θεωρητικός εξοπλισμός των κομμουνιστών είναι περισσότερο από ποτέ αναγκαίος.

Δεύτερον, η παρακμή του καπιταλιστικού σχηματισμού έχει ορισμένες συνέπειες στην πνευματική ζωή που πολλές φορές είναι ανεξάρτητες και από την ίδια τη θέληση της άρχουσας τάξης και των μηχανισμών της (χωρίς αυτό να σημαίνει ότι η ίδια δεν επωφελείται από αυτές ή ότι δεν εντάσσονται και αυτές στο πεδίο της ιδεολογικής ταξικής πάλης). Χαρακτηριστικό της σύγχρονης (των τελευταίων τριών περίπου δεκαετιών) σκέψης, επικοινωνίας, πνευματικού πολιτισμού στις αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες, όπου κυριαρχεί από αιώνες η αστική ιδεολογία και συνείδηση και άρα καθορίζει τη συνολική πνευματική ζωή, είναι η αποσπασματικότητα, η απαξίωση κάθε συνεκτικής αντίληψης του κόσμου. Τόσο οι σύγχρονες βραχύβιες αστικές «θεωρίες» και ιδεολογίες κάθε λογής, όσο και το σύνολο των αστικών ιδεολογικών μηχανισμών, όπως η εκπαίδευση ή τα Μέσα Μαζικής Επικοινωνίας[4], διαχέουν μια κατακερματισμένη εικόνα του κόσμου, στην κυριολεξία θραύσματα ιδεών και εικόνων. Το γεγονός αυτό είναι αντικειμενικό και αντανακλά μια πραγματικότητα όπου οι καπιταλιστικές κοινωνικές σχέσεις γίνονται όλο και πιο αντιδραστικές και γερασμένες, όλο και πιο στενές για να μπορέσουν να χωρέσουν τις πρωτόγνωρες πλέον δυνατότητες και ανάγκες ανάπτυξης της ανθρώπινης πρακτικής και δημιουργικότητας (ανάγκες και δυνατότητες που ή ίδια η ανάπτυξη του καπιταλισμού έκανε αρχικά να εμφανιστούν), με όλο και πιο περιορισμένους και συρρικνωμένους ορίζοντες, κάτι που προκαλεί την αυξανόμενη αδυναμία κάθε νέας μορφής αστικής ιδεολογίας να δώσει μια συνεκτική, ορθολογική και ολοκληρωμένη εικόνα του κόσμου[5]. Οπως ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής δεν μπορεί να δώσει διέξοδο στην πιεστική ανάγκη συνολικής υλικής ανάπτυξης της ανθρωπότητας, έτσι και η ιδεολογία του δεν μπορεί να εκφράσει τις πνευματικές ανάγκες της σήμερα. Το αποτέλεσμα (με δεδομένη την με όλα τα μέσα πάλη ενάντια στη μαρξιστική θεωρία, τη διαλεκτική κλπ.), όσον αφορά τις επιπτώσεις στη συνείδηση των ατόμων της καπιταλιστικής κοινωνίας, είναι συχνά μια κονιορτοποίηση, ένας διαμελισμός των πάντων, κάτι από εδώ και κάτι από εκεί, θραύσματα ιδεών και θραύσματα εικόνων, ασύνδετων μεταξύ τους, μια ορισμένη δηλαδή δυστοκία στην κατανόηση και τη συνεκτική νοητική αναπαράσταση του κόσμου. Οι συνέπειες αυτής της αστικής πνευματικής παρακμής είναι ιδιαίτερα έντονες στη νέα γενιά, στο βαθμό που στην Ελλάδα αυτού του είδους η εκπαιδευτική ιδεολογική αντίληψη και πρακτική διαδόθηκε ουσιαστικά τα τελευταία 20 χρόνια και σήμερα είναι πια κυρίαρχη[6]. Και η ίδια η σύγχρονη εξέλιξη της πνευματικής ζωής στον καπιταλισμό, λοιπόν (που βασίζεται στις εξελίξεις στις καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής και τις αντιφάσεις τους), δημιουργεί εμπόδια στη διαμόρφωση συνολικής αντίληψης των πραγμάτων από τους εργαζόμενους ανθρώπους και αυτό είναι μια ακόμη πρόσθετη δυσκολία για τη δραστηριότητα των κομμουνιστών, αλλά και κάνει ακόμη πιο έντονη την ανάγκη της οργανωμένης ιδεολογικής τους δουλιάς.

Τρίτον και σημαντικότερον, το εύρος και η συνθετότητα των ίδιων των καθηκόντων του Κόμματος επιτάσσει την εξαιρετική ανάπτυξη της μαρξιστικής μόρφωσης. Το ζήτημα της οικοδόμησης του Μετώπου, το ζήτημα της ενοποίησης των ξεχωριστών λαϊκών συσπειρώσεων πάλης σε όλους τους τομείς της σύγχρονης ζωής, το ζήτημα πρώτα απ’ όλα της επίτευξης της ενότητας της εργατικής τάξης με όρους ταξικής πάλης και σε επαναστατική κατεύθυνση, το ζήτημα της έρευνας των βαθύτερων αιτίων των ανατροπών των σοσιαλιστικών καθεστώτων για τις ανάγκες του κινήματος, καθώς και πολλά άλλα για τα οποία δεν επαρκεί εδώ ο χώρος, απαιτούν εξαιρετική ανάπτυξη της θεωρητικής ικανότητας του Κόμματος. Η εκπλήρωση των καθηκόντων που τίθενται προϋποθέτουν μια πολύ καλύτερη γνώση του μαρξισμού-λενινισμού σε σχέση με σήμερα, καθώς και ένα πολύ ανώτερο επίπεδο ικανότητας πρωτότυπης εφαρμογής του στις σύγχρονες συνθήκες.

Ανώτερο όμως επίπεδο για τους κομμουνιστές σημαίνει -όπως σημειώθηκε παραπάνω- εκτός των άλλων και «συλλογικότερο». Δε θα λύσουν αυτά τα προβλήματα κάποιοι «κομματικοί θεωρητικοί ειδικοί», αλλά το Κόμμα στο σύνολό του. Αυτός είναι ο «δικός μας τρόπος» να λύνουμε τα προβλήματα και να εκπληρώνουμε τα καθήκοντα που, επίσης συλλογικά, θέτουμε. Αυτός είναι και ο ιστορικά αποδεδειγμένος καλύτερος τρόπος λειτουργίας του Κόμματος και του κινήματος, ο μόνος που το διασφαλίζει, κατά το δυνατόν, από τη διάβρωσή του από την αστική ιδεολογία (πράγμα που μπορεί να συμβεί και με τους πιο καλοπροαίρετους τρόπους). Για να γίνει όμως δυνατό κάτι τέτοιο απαιτείται η οργανωμένη, συστηματική, γενικευμένη ανάπτυξη της μαρξιστικής μόρφωσης μέσα στο Κόμμα.

Μπορεί να ρωτήσει κάποιος: «Μήπως όμως με αυτό τον τρόπο καταλήξουμε να το «ρίξουμε στο διάβασμα» και να μετατραπούμε σε λέσχη συζητήσεων, ενώ αυτό που χρειάζεται είναι η δουλιά στο δρόμο, στο εργοστάσιο, στο σχολείο κλπ.»;

Ειπώθηκε και πιο πάνω ότι η βάση της συνείδησης, της ιδεολογίας είναι η πρακτική δραστηριότητα των ανθρώπων. Η δραστηριότητα των κομμουνιστών, το «επάγγελμά» τους ως κομμουνιστών είναι η ταξική πάλη και η θέση τους βρίσκεται αυστηρά μέσα στο λαό και τα προβλήματά του. Εξω από αυτήν τη δραστηριότητα δε νοείται ο κομμουνιστής. Αυτήν όμως τη δραστηριότητα δεν μπορεί σήμερα να την εκπληρώσει με επάρκεια δίχως μια, καλύτερη από τη σημερινή, γνώση της μαρξιστικής θεωρίας.

Η ανάπτυξη της μαρξιστικής μόρφωσης είναι ψηλού επιπέδου ιδεολογική δουλιά. Δεν μπορεί παρά να γίνεται συλλογικά, οργανωμένα, συστηματικά και με κατάλληλο πρόγραμμα και να περιλαμβάνει πολλές μορφές. Η συλλογικότητα στη μελέτη προϋποθέτει φυσικά την ατομική δουλιά και υπευθυνότητα όλων και του καθενός ξεχωριστά και πρέπει να υποστηρίζεται από ορισμένα αναγκαία μέτρα προς αυτή την κατεύθυνση[7], καθώς και από την καλύτερη λειτουργία των Κομματικών Οργανώσεων. Το καθήκον αυτό θέτει ιδιαίτερα αυξημένες απαιτήσεις για το Κέντρο Μαρξιστικών Ερευνών, αφορά επίσης την ανάγκη δημιουργίας όσο γίνεται περισσότερων «Μαρξιστικών ομίλων» στα πανεπιστήμια και αλλού, καθώς και άλλων μορφών ενίσχυσης της μορφωτικής δουλιάς που θα επινοηθούν, αφορά τους ιδεολογικούς μηχανισμούς και επιτροπές του Κόμματος και της ΚΝΕ, αφορά τελικά το Κόμμα στο σύνολό του.

Η απελευθέρωση της εργατικής τάξης, έγραφαν οι κλασικοί του μαρξισμού, θα είναι έργο της ίδιας της εργατικής τάξης και κανενός άλλου. Για ν’ αλλάξει ο κόσμος χρειάζεται αφενός η εργατική τάξη να αγωνιστεί γι αυτό, αφετέρου να αλλάξει η ίδια τον εαυτό της, και με τη μόρφωση,[8] που συνιστά και αυτή μια μορφή πάλης και αυτά τα δύο γίνονται ταυτόχρονα, δεν είναι μεμονωμένα γεγονότα, αλλά μία ενιαία επαναστατική ιστορική διαδικασία. Η αλλαγή της συνείδησης της εργατικής τάξης είναι μια αναγκαία πλευρά (αποτέλεσμα, αλλά εν μέρει και προϋπόθεση ταυτόχρονα) της συνολικής κοινωνικής αλλαγής που η ίδια προκαλεί με τον αγώνα της. Η μόρφωση είναι και αυτή αγώνας, είναι και αυτή στοιχείο της ταξικής πάλης. Και η θεωρητική ή ιδεολογική πάλη της εργατικής τάξης, όπως είναι γνωστό, αφορά πρώτα απ’ όλους την πρωτοπορία της, το Κομμουνιστικό Κόμμα.



Ο Αποστόλης Χαρίσης είναι μέλος του ΔΣ του Κέντρου Μαρξιστικών Ερευνών (ΚΜΕ).

[1] Τελική Ομιλία της Α. Παπαρήγα στο 17ο Συνέδριο, στο: «17ο Συνέδριο του ΚΚΕ». Εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα 2005, σελ. 58, 59.

[2] Τελική Ομιλία της Α. Παπαρήγα στο 17ο Συνέδριο, στο: «17ο Συνέδριο του ΚΚΕ». Εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα 2005, σελ. 99.

[3] Η ακριβής διατύπωση έχει ως εξής: «Οπως παλιά, ένα μέρος των ευγενών πέρασε στην αστική τάξη, έτσι και τώρα ένα τμήμα της αστικής τάξης περνάει στο προλεταριάτο, και ειδικά, ένα τμήμα από τους αστούς ιδεολόγους που κατάφεραν να ανυψωθούν ως τη θεωρητική κατανόηση της ιστορικής κίνησης», βλ. Μαρξ Κ., Ενγκελς Φ., «Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα 1983, σελ. 32-33.

[4] Μέσα Μαζικής Επικοινωνίας και όχι «Ενημέρωσης» ή «Πληροφόρησης». Δεν πρόκειται για ενημέρωση, αλλά για επι-κοινωνία. Τα ΜΜΕ πραγματώνουν επικοινωνία. Επικοινωνία υπάρχει ακόμη και όταν είναι μονόδρομη. Και σήμερα μεγάλο μέρος της επικοινωνίας μεταξύ των ατόμων γίνεται μέσω των ΜΜΕ.

[5] Στην πράξη η μόνη θεωρία που έχει περάσει με επιτυχία τον έλεγχο της ιστορίας, η μόνη που δίνει μια ολοκληρωμένη εικόνα της πραγματικότητας, ενώ ταυτόχρονα παραμένει «ανοιχτή», δηλαδή ικανή να αφομοιώσει κάθε επιμέρους ορθολογική θεώρηση ειδικών τομέων, κάθε νέα επιστημονική ανακάλυψη και επίτευγμα που προκύπτει, είναι η μαρξιστική θεωρία. Επειδή όμως ο μαρξισμός δεν είναι ακριβώς η αγαπημένη θεωρία και ιδεολογία της αστικής τάξης γι αυτό και κατατάσσεται μαζί με τις άλλες «μεγάλες αφηγήσεις», όπως το χριστιανισμό, το θετικισμό κλπ. στο «μουσείο» της πνευματικής ιστορίας της ανθρωπότητας από τους «μεταμοντερνιστές» λόγου χάρη.

[6] Από πολλές συζητήσεις και επικοινωνία με νέους ανθρώπους, φοιτητές και μαθητές προκύπτει ότι παρότι διαθέτουν μεγαλύτερες από τους παλιότερους ικανότητες σε ό,τι αφορά την ταξινόμηση των εμπειρικών δεδομένων, την ανάλυση ξεχωριστών πλευρών και φαινομένων (συνέπεια και της συνεχιζόμενης επιστημονικοτεχνικής επανάστασης, αλλά και της διάδοσης των Η/Υ και των υπολογιστικών τεχνικών γενικά), εντούτοις δυσκολεύονται πάρα πολύ να συνδέσουν τις διάφορες πλευρές μεταξύ τους και να παράγουν γενικές, ευρύτερες εικόνες. Είναι δηλαδή πολύ καλοί στην ανάλυση της εμπειρίας αλλά όχι στην οργάνωσή της, είναι ικανότατοι στην εμπειρία, αλλά πολύ αδύνατοι στη θεωρία και την κρίση, γενικά δυσκολεύονται πολύ να ξεφύγουν από τον εμπειρισμό και τις απλές παραστάσεις και να περάσουν στις έννοιες. Αυτό επιδρά και στις ιδεολογικές τους αντιλήψεις όσον αφορά το σχηματισμό μιας γενικής εικόνας της κοινωνίας. Ακόμα και μια γενιά πριν, έστω και αν η κυρίαρχη αστική αντίληψη που προπαγανδιζόταν στην Ελλάδα ήταν αντιδραστική και φανερά παρωχημένη, ωστόσο ήταν συνεκτική, παρουσίαζε μια ορισμένη ενιαία εικόνα του κόσμου, οπότε ο νέος μπορούσε να την αρνηθεί και να προσπαθήσει να σχηματίσει μια άλλη γενική κοσμοεικόνα (ακόμα και το «Πατρίς, θρησκεία, οικογένεια» παρέπεμπε σε μια κάποια συνεκτικότητα γύρω από τον αστικό εθνικισμό). Σήμερα, ο νέος μαθαίνει πρώτα-πρώτα να μην αναζητά το συνολικό και το ενιαίο, δηλαδή να μην το «χτίζει» στις αντιλήψεις του.

[7] Στην Απόφαση του 17ου Συνεδρίου ζητιέται «η ΚΕ και τα όργανα να πάρουν συγκεκριμένα μέτρα, για να βοηθήσουν στην άνοδο του ιδεολογικού επιπέδου του συνόλου των κομματικών δυνάμεων. Να ενθαρρύνουν την ανάδειξη της ιδεολογικής πλευράς κάθε ζητήματος στις συνεδριάσεις των ΚΟΒ», στο: «17ο Συνέδριο του ΚΚΕ». Εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα 2005, σελ. 99.

[8] Η απελευθέρωση της εργατικής τάξης και όλου του λαού δεν τελειώνει με τη σοσιαλιστική επανάσταση. Ισα-ίσα τότε αρχίζει και συνεχίζεται για πολύ καιρό μετά από αυτή. Τα γεγονότα που καθόρισαν τη συγκυρία που βρίσκεται ο κόσμος σήμερα υπενθυμίζουν αυτή τη βαθιά και οδυνηρή αλήθεια.