της Σύνταξης

Το παρόν τεύχος της Κομμουνιστικής Επιθεώρησης (ΚΟΜΕΠ) περιλαμβάνει αφιέρωμα στα 87 χρόνια ζωής και δράσης του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας (ιδρύθηκε στις 17 Νοεμβρίου του 1918), του συνειδητού πρωτοπόρου τμήματος της εργατικής τάξης της χώρας, που έχει τη δυνατότητα, λόγω της επαναστατικής επιστημονικής θεωρίας του, να εκφράζει τα συμφέροντα ολόκληρης της τάξης και των καταπιεσμένων λαϊκών στρωμάτων τόσο αυτοτελώς όσο και μέσα από την πολιτική των συμμαχιών. Αποστολή του, το επαναστατικό πέρασμα στον ανώτερο κοινωνικοοικονομικό σχηματισμό, τον κομμουνισμό, με πρώτη ατελή βαθμίδα του το σοσιαλισμό.

Τόσο η δημιουργία όσο και η αναγκαιότητα ύπαρξης Κομμουνιστικών Κομμάτων πηγάζει ακριβώς από αυτή την αποστολή ανατροπής του εκμεταλλευτικού συστήματος του καπιταλισμού και εγκαθίδρυσης της εξουσίας της εργατικής τάξης, απαραίτητες προϋποθέσεις οικοδόμησης του σοσιαλισμού. Η ίδρυση των ΚΚ, πέρα από την ιστορική συμβολή των πρωτοπόρων προσωπικοτήτων, ήρθε ως «ώριμο τέκνο» της κοινωνικοοικονομικής εξέλιξης: της ανάπτυξης του καπιταλισμού και κατά συνέπεια της εργατικής τάξης, που έπρεπε, να έχει το δικό της κόμμα. Εκείνο, που θα την οδηγούσε στην εκπλήρωση του ιστορικού της ρόλου: Να σπάσει τα ασφυκτικά όρια του ιστορικά ξεπερασμένου εκμεταλλευτικού συστήματος και «να περάσει από την προϊστορία στην πραγματική ιστορία του ανθρώπου».

Στις μέρες μας, οι παραπάνω αρχές της ύπαρξης-αποστολής του Κομμουνιστικού Κόμματος είναι ιδιαίτερα επίκαιρες. Για άλλη μια φορά αμφισβητείται ο λόγος ύπαρξής του ή μπαίνουν για συζήτηση τα επαναστατικά χαρακτηριστικά του, είτε συνειδητά για να εξασφαλίσει η αστική τάξη τη διαιώνιση της εξουσίας της είτε ως αποτέλεσμα συμβιβασμού και ενσωμάτωσης.

Εκτός από την πολύ χοντροκομμένη εκδοχή περί «του τέλους της ιστορίας», η ιδεολογική και πολιτική διείσδυση της αστικής τάξης στο εργατικό κίνημα επιχειρείται υποβοηθώντας για άλλη μια φορά τη διεθνή ανασύνταξη του οπορτουνιστικού ρεύματος, την καλλιέργεια ουτοπικών πολιτικών επιλογών, τη συνεργασία των τάξεων, σε τελευταία ανάλυση την ενσωμάτωση του εργατικού κινήματος στα πολύ στενά ιστορικά ξεπερασμένα όρια του εκμεταλλευτικού συστήματος. Υπηρετεί τη στήριξη συμπράξεων παλαιών «σοσιαλδημοκρατικών», νέων οπορτουνιστικών («νέων αριστερών») δυνάμεων από αστικές δυνάμεις και θεσμούς (βλέπε «Ευρωπαϊκό κοινωνικό φόρουμ», προσπάθεια ενίσχυσης της εμβέλειάς του στην Ελλάδα, Ευρωπαϊκό Αριστερό Κόμμα κλπ.).

Πολύ πρόσφατο παράδειγμα είναι ο τρόπος που σχολιάστηκε και αναλύθηκε στην Ελλάδα, κύρια από τις δυνάμεις του ΣΥΝ αλλά και διαφορετικής πολιτικής προέλευσης σχολιαστών, το αποτέλεσμα των εκλογών στη Γερμανία. Ακούστηκαν και γράφτηκαν πολλά για «το ξεπέρασμα του δικομματισμού» και την «ελπίδα που φέρνει το μεγάλο κόμμα της κεντροαριστεράς».

Εκείνοι που πανηγυρίζουν για το «ξεπέρασμα του δικομματισμού» με σκοπό να παρασύρουν στους κούφιους πανηγυρισμούς τους και τους εργαζόμενους, παριστάνουν πως λησμονούν ότι ο δικομματισμός από μόνος του δεν αποτελεί ούτε καν το πολιτικό σύστημα. Πολύ περισσότερο δεν ταυτίζεται με όλους τους μηχανισμούς της πολιτικής εξουσίας του κεφαλαίου. Είναι το προσωρινό-βολικό της «κοστούμι», που επιλέγεται ιστορικά από την αστική τάξη, για να εξασφαλίζει την πραγματική εξουσία της. Οταν για τον άλφα ή βήτα λόγο δεν μπορεί ο δικομματισμός να παίξει αυτόν το ρόλο, υπάρχουν και άλλες μορφές κομματικής έκφρασης των συμφερόντων της αστικής τάξης, διάταξης των πολιτικών δυνάμεών της, διαμόρφωσης του πολιτικού συστήματος ώστε να εξασφαλίζεται η ουσία του κοινωνικού συστήματος, η οικονομική κυριαρχία της αστικής τάξης.

Οσον αφορά την «ελπίδα του μεγάλου κόμματος της κεντροαριστεράς»: Πρώτα απ' όλα είναι πολύ πρόσφατα τα παραδείγματα των «κεντροαριστερών κυβερνήσεων» της Γαλλίας, της Ιταλίας και το πιο πρόσφατο της Πολωνίας. Ακόμη και στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο κατά της Γιουγκοσλαβίας δε δίστασαν οι κυβερνήσεις της Γαλλίας και της Ιταλίας να πάρουν μέρος και να πρωτοπορήσουν στο μοίρασμα της λείας. Στην Πολωνία επίσης έπρεπε να έρθουν τα φέρετρα των στρατιωτών τους από τον άλλο ιμπεριαλιστικό πόλεμο στο Ιράκ, για να αρχίσουν να σκέφτονται την απόσυρση. Αλλά και η εσωτερική τους πολιτική ήταν γνήσια αντιλαϊκή, υπηρετώντας τις καπιταλιστικές αναδιαρθρώσεις σε βάρος των εργαζομένων.

Ειδικά στην περίπτωση «της μεγάλης ελπίδας για ολόκληρη την Ευρώπη από το καινούριο «Κόμμα της Αριστεράς» των Ο. Λαφοντέν-Γ. Γκίζι-Λ. Μπίσκι», οι ίδιοι οι δημιουργοί-πρωταγωνιστές αυτού του κόμματος έχουν φροντίσει να ξεκαθαρίσουν τη θέση τους στα όρια του καπιταλισμού. Για παράδειγμα ο Λ. Μπίσκι δήλωσε πως το κόμμα τους αποτελεί «δημοκρατική και όχι ριζοσπαστική αριστερά». Επίσης, ενώ προβάλλουν ως αιτήματα-στόχους την κριτική στο «νόμο Χαρτζ ΙV» και την «Ατζέντα 2010», από την άλλη συμφωνούν με τη στρατηγική της Λισαβόνας. Αυτή τη στρατηγική υλοποιεί και η σοσιαλδημοκρατική κυβέρνηση των Σρέντερ-Φίσερ.

Επομένως, αν υπάρχει κάποιο δίδαγμα από τις εξελίξεις στη Γερμανία, αυτό βρίσκεται ακριβώς στην αντίθετη κατεύθυνση: Στην ανάγκη οι στόχοι, η πολιτική και οι σχέσεις ενός επαναστατικού εργατικού κόμματος με τις μάζες να συμβάλλει στην αναχαίτιση των ουτοπικών παλαιότερων ή νεότερων «σοσιαλδημοκρατικών» («αριστερών» ή «κεντροαριστερών») αναχωμάτων. Το κάθε ΚΚ στη χώρα του να οδηγήσει την αυξημένη λαϊκή δυσαρέσκεια σε ριζοσπαστική κατεύθυνση ενάντια στα μονοπώλια και τον ιμπεριαλισμό, σε τελική ανάλυση σε αντικαπιταλιστική συνείδηση και δράση.

Το αφιέρωμα της ΚΟΜΕΠ περιλαμβάνει δυο ενότητες:

Στην πρώτη ενότητα «87 χρόνια ΚΚΕ: Από το παρόν στο μέλλον», δημοσιεύεται το άρθρο της ΓΓ της ΚΕ του ΚΚΕ Αλέκας Παπαρήγα με τίτλο «Κομμουνιστικό Κόμμα ταξικό-διεθνιστικό». Θέμα του άρθρου είναι ο ταξικός χαρακτήρας του Κόμματος και τα καθήκοντα που απορρέουν από αυτόν σε εθνικό και διεθνικό επίπεδο. Αναλύει ως δυο ενιαία μεταξύ τους βασικά χαρακτηριστικά του επαναστατικού κόμματος: α) Την κοινωνική του σύνθεση, που καθορίζεται από την τάξη που εκφράζει και τα γενικά συμφέροντά της. β) Τον αντικειμενικό διεθνισμό του, δηλαδή την έκφραση της εργατικής του ταξικότητας και στα θέματα της διεθνούς συνεργασίας και πολιτικής.

Η ΓΓ της ΚΕ αναλύει την ανάγκη αναδιάταξης των δυνάμεων και των στελεχών του Κόμματος με στόχευση τη δουλιά στην εργατική τάξη ως όρο απαραίτητο για να προωθηθούν οι αποφάσεις του 17ου Συνεδρίου. Μεταξύ άλλων στο άρθρο τονίζεται ότι: «Ο χαρακτήρας του Κόμματος ως κόμματος της εργατικής τάξης που εκφράζει και τα συμφέροντα όλων των εργαζομένων, προσδιορίζει και την οργανωτική του πολιτική, την κομματική οικοδόμηση, τη διάταξη δυνάμεων και στελεχών. Την ανάγκη να τηρείται και να ενισχύεται ο «χρυσούς» κανόνας της κοινωνικής σύνθεσης υπέρ της εργατικής τάξης, στις ΚΟΒ και στα όργανα, στο στελεχικό δυναμικό και πριν απ' όλα στο ανώτερο καθοδηγητικό όργανο την ΚΕ. Κάθε διαταραχή στην κοινωνική σύνθεση, ιδιαίτερα στα όργανα, λάθη στην οργανωτική πολιτική και στις αρχές λειτουργίας, θα επιφέρουν σοβαρά προβλήματα στον ιδεολογικοπολιτικό προσανατολισμό του Κόμματος, ιδιαίτερα αν δεν υπάρχει έγκαιρη αντιμετώπιση της κατάστασης».

Ο διεθνισμός των Κομμουνιστικών Κομμάτων πηγάζει από την αντικειμενική πραγματικότητα της ταξικής διάρθρωσης του καπιταλισμού που κάνει κοινά τα συμφέροντα των αστών όλου του κόσμου και από την άλλη διατηρεί αθάνατο το σύνθημα των Μαρξ-Ενγκελς: «Προλετάριοι όλων των χωρών ενωθείτε».

Η ΓΓ της ΚΕ του ΚΚΕ, αφού υπογραμμίζει τη σπουδαιότητα του προλεταριακού διεθνισμού και προχωρά σε μια ιδιαίτερα εκλαϊκευτική ανάλυση της κατάστασης του κομμουνιστικού κινήματος στη διεθνή σκηνή, καταλήγει στο ζητούμενο σήμερα που είναι όλα τα κομμουνιστικά κόμματα «ανεξάρτητα ιδιαίτερων απόψεων που έχουμε, τι κάνουμε, εφ’ όσον συμφωνούμε ότι η διεθνιστική πάλη δεν μπορεί να ενισχυθεί αποτελεσματικά, ότι δεν μπορεί να υπάρξει ισχυρό αντιιμπεριαλιστικό κίνημα, αν δεν υπάρξει ενιαίο κομμουνιστικό κίνημα με επαναστατική στρατηγική, που το στηρίζει, ν’ αναπτύσσει σωστή πολιτική συμμαχιών».

Αναδεικνύει επίσης τα κριτήρια με βάση τα οποία το ΚΚΕ ασκεί δημόσια και ανοικτή κριτική αφού εξαντλήσει τα όρια της συντροφικής συζήτησης.

Στην ίδια ενότητα περιλαμβάνεται άρθρο για την αναγκαιότητα της μαρξιστικής μόρφωσης. Αναδεικνύεται ότι η θεωρητική γνώση είναι συστατικό στοιχείο της κομμουνιστικής συνείδησης για κάθε κομματικό μέλος, ανεξάρτητα από το πώς συμμετέχει στον καταμερισμό εργασίας στην κοινωνία ή μέσα στο Κόμμα. Αναλύει τη διαλεκτική σχέση μεταξύ θεωρίας και πολιτικής δράσης. Αλλωστε, η εργατική τάξη αγωνίζεται για να αλλάξει τον κόσμο και ταυτόχρονα αλλάζει τον εαυτό της.

Στο παρόν και το μέλλον του Κόμματος, αναφέρεται και το άρθρο για την καθοδηγητική δουλιά των κομματικών οργάνων, με βάση εμπειρίες που συγκεντρώνονται τους τελευταίους μήνες μετά το 17ο Συνέδριο του ΚΚΕ. Εντάσσεται στην προσπάθεια μιας γενικευμένης εξέτασης της δουλιάς των κομμουνιστών να φέρουμε το Κόμμα στο ύψος των απαιτήσεων της ταξικής πάλης, με βάση το κεντρικό σύνθημα του 17ου Συνεδρίου «ΚΚΕ ισχυρό, για τη λαϊκή συμμαχία, για το σοσιαλισμό».

Η ενότητα κλείνει με το κείμενο βιβλιοπαρουσίασης πρόσφατων εκδοτικών πρωτοβουλιών του Κόμματος, των εκδόσεων της «Σύγχρονης Εποχής», οι οποίες δίνουν τροφή υλοποίησης της προτροπής για αυτομόρφωση. Πρόκειται για εκδόσεις που αφορούν θέματα φιλοσοφίας, ιστορίας, πολιτικής. Αναλόγως με το αντικείμενο που πραγματεύονται συμβάλλουν στην προσέγγιση της διαλεκτικής υλιστικής φιλοσοφίας, στην ενίσχυση του ιδεολογικού μετώπου κατά του ιμπεριαλισμού και του οπορτουνισμού, στην εμβάθυνση στα θέματα πολιτικής οικονομίας του σοσιαλισμού.

Το αφιέρωμα της ΚΟΜΕΠ στα 87 χρόνια του ΚΚΕ περιλαμβάνει ως δεύτερη ενότητα σελίδες από την ιστορία του. Δημοσιεύει την εισήγηση και τον τελικό λόγο του Γ. Σιάντου (Α΄ Γραμματέα της ΚΕ του ΚΚΕ από το 1941 έως το 1945 που επέστρεψε ο Ν. Ζαχαριάδης από το Νταχάου) στο 7ο Συνέδριο του Κόμματος (ξεκίνησε την 1η Οκτωβρίου 1945). Πριν ένα χρόνο, στις 26 Σεπτεμβρίου 1944, είχε υπογραφεί η «Συμφωνία της Καζέρτας» και στη συνέχεια ακολούθησαν οι ηρωικές μάχες του λαού της Αθήνας το Δεκέμβρη του 1944. Η σύνταξη της ΚΟΜΕΠ προτάσσει ένα εισαγωγικό σημείωμα. Ακολουθεί ανάλογη αρθρογραφία.

Η δεκαετία του 1940 ήταν περίοδος κατά την οποία επιταχύνθηκε η δράση των μαζών και βεβαίως του ΚΚΕ, οξύνθηκε η ταξική πάλη. Γι’ αυτό άλλωστε απασχόλησε και απασχολεί εχθρούς και φίλους του Κόμματος και του εργατικού κινήματος η ερμηνεία των πολιτικών και στρατιωτικών επιλογών του ΚΚΕ.

Το Κόμμα μας μελετά και ερευνά την ιστορία του απορρίπτοντας τη λαθολογία και το μηδενισμό, με στόχο να αντληθούν ώριμα συμπεράσματα, που θα ενισχύσουν την ταξική πάλη στο παρόν και στο μέλλον.

Εκτός από το αφιέρωμα στα 87 χρόνια του Κόμματος, στο τεύχος Σεπτεμβρίου-Οκτωβρίου Νο 5/2005 περιλαμβάνεται άρθρο για τις τοπικές εκλογές του 2006, στο οποίο τεκμηριώνεται ο ταξικός χαρακτήρας και ο ρόλος της Τοπικής Αυτοδιοίκησης ως μηχανισμού του αστικού κράτους, καθώς και ο ρόλος των κομμουνιστών εκλεγμένων και των συνεργαζομένων με το ΚΚΕ. Αναδεικνύεται η πολιτική αναγκαιότητα να καταδικασθεί στις τοπικές και νομαρχιακές εκλογές η αντιλαϊκή πολιτική τόσο της ΝΔ όσο και του ΠΑΣΟΚ, να ενισχυθεί σε ψήφους και εκλεγμένους το ΚΚΕ και οι συνεργαζόμενοι μ’ αυτό, πολιτικός στόχος άμεσα σχετιζόμενος με την πάλη για αλλαγή του κοινωνικού και πολιτικού συσχετισμού προς όφελος της εργατικής τάξης και των λαϊκών στρωμάτων της πόλης και της υπαίθρου, για τη δημιουργία της λαϊκής αντιιμπεριαλιστικής συμμαχίας.

Τέλος, συνεχίζοντας η ΚΟΜΕΠ τη δημοσίευση κειμένων, στο πλαίσιο της παραπέρα συζήτησης για τις αιτίες της αντεπανάστασης στις χώρες του σοσιαλισμού που γνωρίσαμε, δημοσιεύει άρθρο σχετικό με τις συζητήσεις οικονομολόγων στη δεκαετία του 1960, για τα ζητήματα ανάπτυξης της σοσιαλιστικής ιδιοκτησίας και του κεντρικού σχεδιασμού, της πάλης για την κυριαρχία του σοσιαλιστικού - κομμουνιστικού τρόπου παραγωγής και του εποικοδομήματός του.

Οπως σε κάθε έκδοση της ΚΟΜΕΠ δημοσιεύονται τα κομματικά ντοκουμέντα για τη χρονική περίοδο από 20 Ιουλίου 2005 έως 30 Σεπτεμβρίου 2005.