ΠΑΣΟΚ: ΑΝΤΙΛΑΪΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΚΑΙ «ΣΤΟΛΕΣ ΠΑΡΑΛΛΑΓΗΣ»

Οι καπιταλιστικές αναδιαρθρώσεις πρέπει να περάσουν. Και όταν περάσουν και εφαρμοστούν αυτές που έχουν ανακοινωθεί ή οι άλλες, για τις οποίες προετοιμάζεται η κοινή γνώμη, θα επιχειρηθεί να περάσουν άλλες πολύ πιο σκληρές για τους εργαζόμενους. Αυτή η διαδικασία δεν είναι καμιά ιδιοτροπία ή επιλογή κάποιας μερίδας του κεφαλαίου ή κάποιων εκπροσώπων του. Πρόκειται για τη «ζωή και το θάνατο» του καπιταλιστικού συστήματος. Πρόκειται για αντικειμενική ανάγκη σε αυτή τη φάση ανάπτυξης προκειμένου να εξασφαλίσει την επιβίωση και τη διαιώνισή του.

 

Γι' αυτό αυτή η διαδικασία δεν έχει τελειωμό ούτε αληθινό «διάλειμμα». Η όποια καθυστέρηση, ελιγμός ή διαφορές στη μορφή ή το βάθος στις καπιταλιστικές αναδιαρθρώσεις, εξαρτώνται από τους συσχετισμούς που διαμορφώνονται. Συσχετισμοί που εξαρτώνται από ποικίλους παράγοντες. Μεταξύ αυτών λόγοι ιστορικοί, το επίπεδο του λαϊκού κινήματος και οι δυνατότητες αντίστασης, χειρισμοί των εκπροσώπων του κεφαλαίου κ.ά.

Γι' αυτό, αν και η κατεύθυνση είναι κοινή στις καπιταλιστικές χώρες, σε διεθνές επίπεδο παρουσιάζεται μεγάλη ανισομετρία στους ρυθμούς, αλλά και στις μορφές προώθησης. Μπορεί για παράδειγμα σε μία χώρα να έχουν περάσει και να εφαρμόζονται οι πιο προωθημένες μορφές εκμετάλλευσης, αλλά να παραμένει σχεδόν ανέγγιχτο το συνταξιοδοτικό, περιμένοντας τη σειρά του για πιο ευνοϊκές συγκυρίες, π.χ. στην Ιαπωνία.

 

«ΔΟΚΙΜΑΣΤΗΡΙΟ» ΤΩΝ ΑΣΤΙΚΩΝ ΚΟΜΜΑΤΩΝ

Με αυτήν την έννοια, τη συγκεκριμένη ιστορική εποχή οι καπιταλιστικές αναδιαρθρώσεις έχουν αναδειχτεί σε «δοκιμαστήριο» μεταξύ των κομμάτων, εκπροσώπων του κεφαλαίου. Αν και συμφωνούν απόλυτα στη γενική κατεύθυνση, ανταγωνίζονται μεταξύ τους στο ποιος και πώς θα εκφραστούν στο πεδίο της πολιτικής οι σύγχρονες ανάγκες του κεφαλαίου, ώστε να του δώσουν ανάσες ζωής, να συνεχίσει να «παίρνει το οξυγόνο» των εργαζομένων. Εξεταστές φυσικά σε αυτό το διαρκή «διαγωνισμό» είναι οι μερίδες του κεφαλαίου, που και αυτές βρίσκονται σε διαρκή, ατελείωτο ανταγωνισμό μεταξύ τους. Ανταγωνισμός, που παίζει και αυτός το ρόλο του στην τελική κατεύθυνση και στο ρυθμό επιβολής των αναδιαρθρώσεων. Μπορεί για παράδειγμα, κάποια συγκεκριμένα μέτρα να παρθούν πρώτα στις τράπεζες ή άλλα στις πρώην ΔΕΚΟ ή μόνο στο εμπόριο και να λειτουργήσουν σαν «ανιχνευτές» για την υπόλοιπη οικονομία.

Πάντως -σε κάθε περίπτωση- τόσο το κεφάλαιο όσο και οι πολιτικοί του εκπρόσωποι δε θα βγουν να ομολογήσουν για το ένα ή το άλλο αντεργατικό μέτρο που καλούνται να προωθήσουν, πως συμφέρει πρωτίστως μια μερίδα της αστικής τάξης και πολύ περισσότερο πως συμφέρει μόνο την αστική τάξη. Είναι κύριο χαρακτηριστικό των αστών να βαπτίζουν τη δική τους επιδίωξη σε «συμφέρον όλου του λαού».

Αρα, όταν τα αστικά κόμματα περνούν τις εξετάσεις τους μπροστά στο κεφάλαιο έχουν ένα πολύπλοκο πρόβλημα να λύσουν. Από τη μια να εγγυηθούν ότι θα υπερασπίζονται τα συμφέροντα του κεφαλαίου (στη σημερινή ιστορική συγκυρία θα προωθούν τις καπιταλιστικές αναδιαρθρώσεις) και ταυτόχρονα θα μπορούν αυτή τους τη στρατηγική να την ντύνουν με «στολή παραλλαγής». Ετσι που, είτε να εξασφαλίζει την άμεση συνενοχή των εργαζομένων ή κάποιας μερίδας τους είτε τουλάχιστον να εξασφαλίζει την πιο ανώδυνη αντίσταση από μέρους τους.

Ελάχιστα θα ωφελούσε το κεφάλαιο ένα αστικό πολιτικό κόμμα που του τάζει «λαγούς... και πολλά κέρδη», αλλά δεν μπορεί να εξασφαλίσει πλειοψηφία ή δεν μπορεί -αφότου την εξασφαλίσει- να κάνει βήμα από όσα έταξε στο κεφάλαιο. Ωφελεί πολύ περισσότερο εκείνο, που όχι μόνο τάζει, αλλά σιγουρεύει και την εφαρμογή τους.

 

«ΜΕΛΑΝΙ ΓΙΑ ΝΑ ΠΡΟΣΤΑΤΕΥΕΙ ΤΗ ΣΟΥΠΙΑ...»

Εδώ είναι που αρχίζει -σε επίπεδο αστικών κομμάτων- να έχει το «φαίνεσθαι» αν όχι μεγαλύτερη τουλάχιστον την ίδια σημασία με το «είναι». Θα λέγαμε ανεπιφύλακτα απαρχής πως το «φαίνεσθαι» έχει μεγαλύτερη σημασία για να εγκλωβιστούν όσο γίνεται περισσότερες λαϊκές μάζες, αλλά οι καιροί είναι τέτοιοι που οι μερίδες του κεφαλαίου απαιτούν απαρχής δεσμεύσεις και εγγυήσεις που να εξασφαλίζουν τα συμφέροντά τους και να ρυθμίζουν ανάλογα τις συμμαχίες τους.

Αλλωστε σε τέτοιες κρίσιμες περιόδους πολύ δύσκολα κάποιο από τα αστικά κόμματα θα διακινδύνευε να ξεσηκώσει πλευρές της κοινωνικής ψυχολογίας, με κίνδυνο να διαμορφώσει συνειδήσεις που να μη «μαζεύονται» στη συνέχεια. Ισα-ίσα, ένα από τα κύρια καθήκοντά του είναι να σέρνει όσο γίνεται περισσότερες λαϊκές μάζες έξω από το δικό τους ταξικό χώρο και συμφέρον και πλέον αποπροσανατολισμένες να βλέπουν το αντίπαλο αστικό συμφέρον σαν δικό τους.

Ετσι, για παράδειγμα διεθνώς, από όλα τα αστικά κόμματα οι καπιταλιστικές αναδιαρθρώσεις βαπτίστηκαν θετικές για τους εργαζόμενους «μεταρρυθμίσεις» ή η «μάχη για την ανταγωνιστικότητα» του κεφαλαίου βαπτίστηκε κοινός στόχος όλων, μισθωτών και κεφαλαίου. Οροι που εμφανίζονται ουδέτεροι και διευκολύνουν την υιοθεσία του περιεχομένου του από τις λαϊκές μάζες, αν και αντίθετο προς τα λαϊκά συμφέροντα.

Αλλο παράδειγμα του ανταγωνισμού εντυπώσεων μεταξύ των αστικών κομμάτων είναι το πού τάχα στηρίζουν την κυβερνητική ή την αντιπολιτευτική τους πλατφόρμα. Καθόλου τυχαία -σαν να είναι συνεννοημένοι διεθνώς- βλέπουμε αστικά κόμματα να εναλλάσσονται στην εξουσία στο όνομα της «ηθικής και της διαφθοράς». Σχεδόν δεν υπάρχει τα τελευταία χρόνια κυβερνητική ανατροπή ή προεκλογική περίοδος, όπου να μην κυριαρχούν «τα σκάνδαλα». Ενας ασφαλής τρόπος να σιγουρεύεις ότι το εκμεταλλευτικό σύστημα (από τη φύση του δημιουργός διαφθοράς και σκανδάλων) θα μείνει ανέγγιχτο, ταυτόχρονα ένας δρόμος επιλογής συμμαχιών με μερίδες του κεφαλαίου και μια δυνατότητα αποπροσανατολισμού των λαϊκών μαζών.

Με τέτοια και ανάλογα τερτίπια τα κόμματα του κεφαλαίου ρίχνουν το μελάνι, διατηρώντας τη σουπιά προφυλαγμένη. Εφ' όσον το «είναι», η ουσία της πολιτικής τους μένει σταθερή στην προστασία του συστήματος, πλέον ο ανταγωνισμός μεταξύ τους, είτε ως κυβέρνηση είτε ως αντιπολίτευση, γίνεται στη δυνατότητα χειρισμού των λαϊκών μαζών. Ολα αυτά γίνονται πιο εύκολα αντιληπτά, όταν κανείς παίρνει ως «κριτήριο της αλήθειας την πράξη» αυτών των κομμάτων ή «ρίχνει τον προβολέα» της ανάλυσης στον πολιτικό τους λόγο, προφορικό ή έντυπο και φωτίζει τα κρυπτογραφημένα (όχι πλέον και τόσο επιμελώς) μηνύματα προς το κεφάλαιο.

Θα επιχειρήσουμε μια τέτοια προσπάθεια με το ΠΑΣΟΚ και ιδιαίτερα το σημερινό «νέο ΠΑΣΟΚ» όπως επιθυμεί, καθόλου τυχαία, να εμφανίζεται, μετά την αλλαγή στο πρόσωπο του αρχηγού του. Σκόπιμα παραλείπουμε τις γενικότερες φιλοϊμπεριαλιστικές επιλογές και ταυτίσεις με τις κατευθύνσεις των πιο αντιδραστικών δυνάμεων στους λεγόμενους Διεθνείς Οργανισμούς (π.χ. πώς να ξεχαστεί η επιλογή στο Σχέδιο Ανάν ή στο «Ευρωπαϊκό Σύνταγμα»;). Μένουμε στην επιλογή εσωτερικής αντιλαϊκής πολιτικής, που φυσικά δεν είναι καθόλου άσχετη με τις υπόλοιπες στρατηγικές κατευθύνσεις. Κατευθύνσεις που εξαρτώνται άμεσα από συμφέροντα μερίδων του κεφαλαίου. Απλά οι επιλογές στην εσωτερική πολιτική είναι ίσως πιο άμεσα αποκαλυπτικές ποιανών τα συμφέροντα εξυπηρετούνται και επίσης προσφέρονται για χειρισμούς και δημαγωγία.

 

ΓΡΑΠΤΕΣ ΕΓΓΥΗΣΕΙΣ...

Παραμονές των βουλευτικών εκλογών του 2004 και ενώ διεκδικούσε για άλλη μια φορά την κυβερνητική εξουσία, κυκλοφόρησε το ΠΑΣΟΚ το πρόγραμμά του. Πρώτο του μέλημα για άλλη μια φορά ήταν να επιβεβαιώσει το κεφάλαιο και γραπτώς, πως δε θα παρεκκλίνει από τη χαραγμένη πορεία της στρατηγικής των αντιλαϊκών αναδιαρθρώσεων. Στο πρόγραμμα λοιπόν τονίζεται πως:

«Η συνέχιση και επιτάχυνση των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων αποτελούν κεντρική στρατηγική επιλογή της οικονομικής πολιτικής του ΠΑΣΟΚ».

Αρα, καθόλου τυχαία, ο σημερινός όποιος «καυγάς» με τη ΝΔ είναι «άλλα λόγια ν' αγαπιόμαστε», αφού η ΝΔ δεν κάνει τίποτα άλλο από αυτό που και αυτή είχε υποσχεθεί με τη σειρά της στο κεφάλαιο. Συνεχίζει από εκεί που παρέλαβε και επιταχύνει. Με την ευκαιρία να πούμε πως το ΠΑΣΟΚ επειδή δεν ξεχνά και τον άλλο του ρόλο -του αποπροσανατολισμού των λαϊκών μαζών- βγαίνει μετά τις εκλογές με ένα προπαγανδιστικό «παραπονάκι». Ισχυρίζεται πως «η ΝΔ δεν τηρεί τις υποσχέσεις της». Τίποτα πιο ψευδές, αφού η ΝΔ ακριβώς τηρεί τις κοινές με το ΠΑΣΟΚ υποσχέσεις που είχε δώσει στην πλουτοκρατία. Εκτός και αν η ηγεσία του ΠΑΣΟΚ εννοεί ακριβώς αυτές τις κοινές τους υποσχέσεις και βάζει θέμα μεγαλύτερης «επιτάχυνσης...».

Καμιά διάθεση σαρκασμού στην τελευταία μας φράση. Ο ίδιος ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ, στην ομιλία του στην ετήσια γενική συνέλευση του ΣΕΒ στις 26 Μαρτίου του 2005, είχε πει αυτό ακριβώς: «Φοβάμαι ότι δυστυχώς η σημερινή διαχείριση της οικονομίας έχει υποθηκεύσει πολλές δυνατότητες. Δυνατότητες να γίνουν τομές και μεταρρυθμίσεις που χρειάζονται. Διότι δε νομίζω να πιστεύει κανείς ανάμεσά σας, ότι θα γίνουν ευκολότερα οι μεταρρυθμίσεις και οι διαρθρωτικές αλλαγές σήμερα, απ' ό,τι θα μπορούσαν να είχαν γίνει πριν από ένα χρόνο». Αν αυτό δε σημαίνει ομολογία πως όλος ο ανταγωνισμός με τη ΝΔ γίνεται για το ποιος είναι ο καλύτερος εκπρόσωπος του κεφαλαίου τότε ... ο ήλιος ανατέλλει από τη Δύση και δύει στην Ανατολή.

Ετσι και αλλιώς από το ίδιο το πρόγραμμά του προκύπτει πως διεκδικούσε το άριστα από τους «εξεταστές» του κεφαλαίου. Εκεί, ως βασικό στόχο της πολιτικής του έβαζε την ακόμα μεγαλύτερη «μείωση της φορολογίας ανωνύμων εταιριών από 35% σε 30%, με προοπτική περαιτέρω μείωσης στο 25%». Δηλαδή, ούτε λίγο ούτε πολύ, αυτό που πρόλαβε με τη σειρά της να κάνει άμεση κυβερνητική πράξη η ΝΔ με το λεγόμενο «Αναπτυξιακό νόμο».

Οπωσδήποτε μια επίσης πολύ μεγάλη προσφορά, που τάζει πάντα το ΠΑΣΟΚ στο κεφάλαιο, είναι η ίσως μεγαλύτερη δυνατότητά του να παρουσιάζει τους στόχους της αστικής τάξης ως στόχους όλου του λαού και να δημιουργεί συνενόχους μέσα στα λαϊκά στρώματα. Αυτή τη μεγαλύτερη δυνατότητα την έχουν σε γενικές γραμμές όλα τα κόμματα της λεγόμενης κεντροαριστεράς. Τους βοηθάνε σε αυτό το καθήκον οι συμβιβασμένες συνδικαλιστικές ηγεσίες. Το «σενάριο» αυτό παίζεται και ξαναπαίζεται με ελάχιστες αλλαγές στην «πλοκή» σε όλον τον κόσμο και ίσως πολύ πιο ευδιάκριτα στην Ευρώπη. Παίζεται και εδώ στη χώρα μας και μάλιστα το ΠΑΣΟΚ το σερβίρει στο κεφάλαιο ως την καλύτερή του «πραμάτεια για πούλημα». Είχε λοιπόν και αυτό το νόημα η παραπάνω παράγραφος στην ομιλία προς το ΣΕΒ.

Αλλωστε στην ίδια ομιλία ο Γ. Παπανδρέου «βγάζει το εμπόρευμα μπροστά στον πάγκο» και κλείνει «τη συναίνεση» σε όλες τις πτώσεις: «Πρώτα απ' όλα η έννοια της ευρύτατης συναίνεσης που καλλιεργείται μέσα από τη συμμετοχή, αλλά και την ανάδειξη κοινών αξιών και κοινών στόχων. Αυτό είναι ένα γεγονός, το οποίο βλέπουμε αν πάμε είτε στη Φινλανδία είτε στη Σουηδία είτε στη Δανία και στην Ιρλανδία, χώρες που κατάφεραν με επίπονες προσπάθειες να διαμορφώσουν κοινούς στόχους και κοινές αξίες». Επίσης: «Ομως, στο διάλογο επιτυγχάνονται δύο πράγματα. Πρώτα απ' όλα μια κοινή συμφωνία για τους στόχους, μέσα από τους οποίους μπορούν όλοι να βρεθούν σε βελτιωμένη θέση, αυτό το win-win όπως λέμε στα αγγλικά, το να κερδίσουν όλοι ουσιαστικά από την αλλαγή...». Τώρα, να του πει κανείς, πως αυτό το «win-win» (που έχει περάσει και στις σατυρικές εκπομπές) δεν υπάρχει στην αγγλική γλώσσα, αλλά δημιουργήθηκε ακριβώς από κάποιους Αμερικανούς μάνατζερ πολυεθνικών που ήθελαν να παραμυθιάζουν τους εργαζόμενους, μάλλον δε θα ωφελούσε.

Φυσικά, το ΠΑΣΟΚ έχει κάθε λόγο να νιώθει σαν το μαθητή, που πήγε διαβασμένος να πάρει καλό βαθμό και ο δάσκαλος σήκωσε τον διπλανό του. Στο πρόγραμμά του επίσης δεν κρύβει την «επιθετική πολιτική που ακολούθησε στον τομέα των αποκρατικοποιήσεων» και παρουσιάζοντας τα καλογραμμένα «τετράδιά του» παρουσιάζει τις επιτυχίες του στις ιδιωτικοποιήσεις «του ΟΤΕ, της ΔΕΗ, την ΕΧΑΕ, τα ΕΛΠΕ, επτά από τις δέκα υπό κρατικό έλεγχο τράπεζες κ.ά.» και ταυτόχρονα δεν παραλείπει να τάξει «επιτάχυνση του προγράμματος αποκρατικοποιήσεων».

 

…ΣΤΟ ΛΑΟ, ΓΙΑ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΣΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ

 Πέρα όμως από τις άμεσες εγγυήσεις στο κεφάλαιο υπάρχουν και τα «κρυπτογραφημένα μηνύματα». Δηλαδή εκείνα, που ενώ απευθύνονται άμεσα στους φορείς του, παρουσιάζονται σαν να απευθύνονται στο λαό. Αυτά παλιότερα ίσως χρειάζονταν «προπόνηση» (ειδικές γνώσεις) για να γίνουν άμεσα αντιληπτά, αλλά τώρα υπάρχει η πράξη, τόσο της προηγούμενης κυβερνητικής θητείας του ΠΑΣΟΚ, όσο και τώρα της ΝΔ, που όλοι πιάνουν αμέσως το «υπονοούμενο...».

Για παράδειγμα, πάλι από το κυβερνητικό πρόγραμμα του ΠΑΣΟΚ υπό τον παραπλανητικό τίτλο: «Νέες ευκαιρίες απασχόλησης», διαβάζουμε πως ως κυβέρνηση είναι έτοιμη να προχωρήσει σε «μεταρρυθμίσεις, που μπορεί να διευρύνουν το πεδίο επιλογών σε ό,τι αφορά στα ωράρια εργασίας και λειτουργίας των επιχειρήσεων, τη μερική απασχόληση και την ανάπτυξη γραφείων τοποθέτησης εργαζομένων μερικής απασχόλησης». Και ακόμα πιο διευκρινιστικά παρακάτω το ΠΑΣΟΚ βεβαιώνει πως σκοπός «είναι να πετύχουμε ένα ικανοποιητικό συνδυασμό ευελιξίας και ασφάλειας για όλους τους εργαζόμενους αλλά και τις επιχειρήσεις».

Επίσης συνεπής σε αυτές τις κατευθύνσεις του προγράμματός του ο Πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ, μιλώντας στις 18 Νοεμβρίου του 2005 σε ημερίδα στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο με θέμα «Νέοι και ανεργία:Το μέλλον θέλει δουλειά», ουσιαστικά επανέλαβε κατά γράμμα: «Για να αυξήσουμε τις ευκαιρίες απασχόλησης για όλους δε σημαίνει πάντα ίδιες συνθήκες εργασίας και αμοιβών. Ισως πρέπει να ξεφύγουμε από την ιδέα ότι υπάρχει ένα μόνο πρότυπο απασχόλησης για όλους. Πρέπει να διευρύνουμε τις ευκαιρίες απασχόλησης με την επέκταση ποικίλων μορφών εργασίας, μερικής ή και προσωρινής απασχόλησης και αυτοαπασχόλησης. Σημαίνει να υπάρχει ποικιλία εργασιακών ρυθμίσεων και προδιαγραφών. Να υπάρχουν ευκαιρίες κινητικότητας».

Για όποιον εννοεί ακόμα να παριστάνει πως δεν καταλαβαίνει σε αυτές τις παραγράφους από το πρόγραμμα του ΠΑΣΟΚ και από την ομιλία του Προέδρου του, συμπεριλαμβάνονται όλα τα σύγχρονα αντεργατικά μέτρα της απελευθέρωσης του ωραρίου, της ευελιξίας της εργασίας, της επέκτασης της μερικής ή προσωρινής απασχόλησης, της υπονόμευσης των Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας κ.ά., που έβαλε μπρος και συνεχίζει από εκεί που παρέλαβε η κυβέρνηση της ΝΔ και θα υλοποιούσε, όπως δηλώνει απερίφραστα -έτσι και αλλιώς- και το ΠΑΣΟΚ.

Πάντως στο συγκεκριμένο ζήτημα ο Πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ επιχείρησε πραγματικά «να σανιδώσει» και να αφήσει πίσω του όχι μόνο τη ΝΔ αλλά και το ΣΕΒ και το Γάλλο πρωθυπουργό Ντε Βιλπέν. Σε παγκόσμια πρώτη ήδη από την Τρίτη 20 Ιανουαρίου 2004, σε ομιλία του στο Λαύριο, χωρίς καμιά ντροπή πρότεινε: «Ολοι οι νέοι απόφοιτοι Λυκείου ή ΤΕΕ μέχρι ηλικίας 25 ετών να μπορούν να προσλαμβάνονται από κάθε είδους επιχειρήσεις για 4 χρόνια με πλήρη μισθό, πλήρη ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, χωρίς οι επιχειρήσεις ή οι νέοι να υποχρεώνονται να καταβάλουν ασφαλιστικές εισφορές. Για τους απόφοιτους ΤΕΙ και ΑΕΙ το όριο ηλικίας θα μπορούσε να είναι 29 ετών».

Αυτή είναι η εκσυγχρονιστική προς όφελος του κεφαλαίου αντίληψη του Γ. Παπανδρέου. Τετράχρονη ανασφάλιστη εργασία για τους νέους των ΤΕΕ, αλλά και των ΤΕΙ και ΑΕΙ, φτάνοντας και την ηλικία των 29 ετών, στη θέση της παλαιάς ανασφάλιστης εργασίας των παιδιών 10-15 ετών, των εφήβων μαθητευομένων. Είναι η σύγχρονη έκφραση της διαφοροποίησης του βαθμού εκμετάλλευσης για αντίστοιχη ίση εργασία. Είναι προτάσεις που προετοιμάζουν την κοινωνική συνείδηση, διευρύνουν την ανεκτικότητά της. Ακόμα και αν δεν έρθουν σε τέτοια ακριβώς μορφή, έχουν προετοιμάσει το έδαφος για την αποδοχή κάποιων -ίσως φαινομενικά ηπιότερων- αλλά εξίσου αντεργατικών μέτρων στην ίδια κατεύθυνση, γιατί η αναμονή που φτιάχνουν άνθρωποι σαν τον πρόεδρο του ΠΑΣΟΚ ...ήταν για τα χειρότερα.

Και να σκεφτεί κανείς πως αυτός ο ίδιος ο Γ. Παπανδρέου με αφορμή το κλίμα που είχε διαμορφωθεί με τις κινητοποιήσεις στη Γαλλία, ενάντια σε έναν ηπιότερο, από αυτόν που πρότεινε στο Λαύριο ο ίδιος, αντεργατικό νόμο της κυβέρνησης Ντε Βιλπέν, ζήτησε από τους νέους «Να γίνουν επαναστάτες με αιτία»... Ποια «αιτία» να εννοούσε άραγε; Ποια άλλη από το να φύγει η ΝΔ, για να συνεχίσει αυτός με το ΠΑΣΟΚ την αντιλαϊκή πολιτική;

Τον ίδιο «παράλληλο βίο» ακολουθεί το ΠΑΣΟΚ και στο ασφαλιστικό. Παρατηρεί τη ΝΔ, να στέκεται πάνω στους νόμους Ρέππα, όπως αυτοί κάθονταν με τη σειρά τους αναπαυτικά στο νόμο Σιούφα και να προετοιμάζει την επόμενη αντιασφαλιστική επίθεση προτείνοντας «διάλογο»... Το ΠΑΣΟΚ φυσικά δεν αιφνιδιάστηκε καθόλου και είναι έτοιμο να συνεισφέρει στην «αλυσίδα παραγωγής» αντιασφαλιστικών νόμων, αφού ήδη στο πρόγραμμά του έχει προβλέψει διάλογο: «Με τους εργαζόμενους για την εθελουσία παράταση του ενεργού επαγγελματικού βίου και εργασιακού βίου». Επίσης ο Γ. Παπανδρέου, σε ομιλία του στα Γιάννενα στις 5 Δεκεμβρίου 2004, είχε πει: «Η παράταση του χρόνου επιβίωσης του κάθε ατόμου δίνει, ανοίγει, νέες ευκαιρίες αξιοποίησης του ανθρώπινου δυναμικού. Μετά τα 60, μετά τα 70 υπάρχουν ακόμα παραγωγικά χρόνια».

 

Η ΠΑΙΔΕΙΑ ΠΕΘΑΝΕ, ΖΗΤΩ ΟΙ ΔΕΞΙΟΤΗΤΕΣ

Ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ ήταν από τους πρώτους που ανέλαβαν την προετοιμασία της κοινωνικής συνείδησης για την νομιμοποίηση των ιδιωτικών πανεπιστημίων. Τώρα η ΝΔ προωθεί στα πλαίσια αναθεώρησης του άρθρου 16 του Συντάγματος, ακριβώς αυτόν το στόχο. Ο Γ. Παπανδρέου σε ομιλία του, σε εκδήλωση για την παρουσίαση των θέσεων του ΠΑΣΟΚ για την παιδεία στις 20 Φεβρουαρίου 2004 στο Intercontinental, είπε μεταξύ άλλων: «Θεσμοθετούμε με νομικό πλαίσιο την ίδρυση μη κρατικών, μη κερδοσκοπικών Ανώτατων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων, βεβαίως μέσα στα πλαίσια του Συντάγματός μας, με τη συμμετοχή φορέων όπως της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, αλλά και άλλων δυνάμεων της οικονομίας». Κάπως έτσι -με πλαγιοκόπηση- μπήκε η ιδέα, για να εμφανίζεται από ανθρώπους του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ όλο και πιο προωθημένη προς την αναθεώρηση του Συντάγματος.

Πάντως στις θέσεις του ΠΑΣΟΚ για την παιδεία αντανακλάται ουσιαστικά όλη του η φιλοσοφία για την πολιτική και η ταξική επιλογή. Για παράδειγμα υποστηρίζει με πάθος τη «δια βίου εκπαίδευση», τάζοντας άμεσα φτηνό, εκπαιδευμένο, εργατικό δυναμικό για το κεφάλαιο. Προωθεί την ιδιωτικοποίηση των πανεπιστημίων ή πιο συγκεκριμένα την πλήρη και άμεση υποταγή της έρευνας στις ανάγκες ανταγωνισμού του ιδιωτικού κεφαλαίου. Στην ίδια ομιλία του, ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ στο Ιntercontinental είχε υποστηρίξει: «Βοηθάμε παράλληλα τα ΑΕΙ να προσελκύσουν πόρους πέρα από την κρατική χρηματοδότηση. Γι' αυτό θα επιτρέψουμε τη δυνατότητα δημιουργίας εδρών που θα φέρουν το όνομα του δωρητή-χρηματοδότη ιδιώτη ή και δημόσιου φορέα». Επίσης στο ίδιο: «Παράλληλα, ενισχύουμε τη σχέση των δημόσιων Ερευνητικών Κέντρων με τα ΑΕΙ από τη μια πλευρά, αλλά και τις επιχειρήσεις από την άλλη. Η απαραίτητη στη σημερινή εποχή σύνδεση της γνώσης με την οικονομία επιβάλλει τη διαμόρφωση ενός νέου πλαισίου για τη σχέση των Ανώτατων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων με το χώρο της παραγωγής». Δεν ξεχνάει με κανένα τρόπο τι κόμμα είναι και ποιον υπηρετεί: «Η παιδεία είναι αυτή που θα ενισχύσει την ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεών μας. Η παιδεία θα είναι αυτή που θα φέρει τον ξένο επιχειρηματία να επενδύσει στον Ελληνα εργαζόμενο. Η παιδεία θα είναι αυτή που θα αλλάξει την ποιότητα των τουριστικών μας υπηρεσιών». Είναι να μη πιάνει το παράπονο τους ανθρώπους του ΠΑΣΟΚ, που βλέπουν μπροστά στα μάτια τους τη ΝΔ να υλοποιεί σταδιακά όλες αυτές τις κοινές τους ιδέες;

Βέβαια και εδώ ο Πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ ανέλαβε να προετοιμάσει την κοινωνική ανεκτικότητα και ταυτόχρονα να υποβαθμίσει μέχρι εσχάτων τη γενική μόρφωση από το εκπαιδευτικό σύστημα, παρουσιάζοντας τις δεξιότητες ως καθαρά τεχνικές ικανότητες, αποσπασμένες από το γενικό μορφωτικό και πολιτιστικό επίπεδο ανάπτυξης του ανθρώπου. Στην ίδια ομιλία είχε υποστηρίξει: «Οι σύγχρονες ανάγκες απαιτούν η εκπαίδευση να οδηγεί σε απασχόληση και η απασχόληση να είναι σε διαρκή επαφή με το εκπαιδευτικό σύστημα. Γι' αυτό ενώνουμε τα υπουργεία Παιδείας και Εργασίας στους τομείς απασχόλησης και την κατάρτιση». Μάλιστα παρακάτω διευκρινίζει τι εννοεί ακριβώς: «Το 1995 η Αγγλία προχώρησε στη συνένωση αυτή (Υπουργείο Παιδείας και Εργασίας που πρόσφατα μετονομάστηκε σε Υπουργείο Παιδείας και Δεξιοτήτων».

Πρόκειται για μια εκχυδαϊσμένη προσαρμογή στις ανάγκες της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής, της αδήριτης σχέσης μεταξύ δικαιώματος στην παιδεία και δικαιώματος στην εργασία.

 

ΑΣΦΥΚΤΙΚΑ ΤΑ ΟΡΙΑ ΤΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ

 Το παραπάνω παράδειγμα είναι ενδεικτικό των ορίων του καπιταλιστικού συστήματος, των σύγχρονων εκδηλώσεων των εσωτερικών του αντιφάσεων. Γιατί η γενική εναρμόνιση της εργατικής δύναμης και των μέσων παραγωγής σε σχέση με το ιστορικά κατακτημένο επίπεδο της επιστημονικής και τεχνολογικής εξέλιξης, προϋποθέτει την κοινωνικοποίηση των αναπτυγμένων μέσων παραγωγής, τον κεντρικό σχεδιασμό της κοινωνικής παραγωγής και βεβαίως του αποκλειστικά κρατικού και δωρεάν συστήματος παιδείας. Αλλά ανάλογες (προς της παιδείας) είναι οι προσεγγίσεις του ΠΑΣΟΚ σε κάθε τομέα της κοινωνικής ζωής (την υγεία, τον πολιτισμό, τον αθλητισμό κ.ά.). Σε κάθε περίπτωση, θα το βρούμε πίσω από παραπλανητικά «εκσυγχρονιστικές» μεταρρυθμίσεις και τις όποιες εντυπώσεις προκαλούν, να τρέχει με «το πηλοφόρι και το μυστρί στα χέρια, για να σοβαντίσει τις τρύπες του εκμεταλλευτικού συστήματος».

Στριμωγμένο στα ασφυκτικά όρια του συστήματος και με δεδομένο πως νιώθει να είναι υπό διαρκή παρακολούθηση από το κεφάλαιο, αντανακλά στον πολιτικό του λόγο τα δεδομένα αδιέξοδα του καπιταλισμού. Ετσι για παράδειγμα, επέλεξε να δώσει «αντιπολιτευτική μάχη» για τη λεγόμενη «απογραφή».

Εδώ είναι που ο θόρυβος επιχείρησε να σκεπάσει ακόμα και την πιο στοιχειώδη λογική. Λες και θα έκανε καμία διαφορά για τους εργαζόμενους το αν οι υπολογισμοί γίνονται με τον ένα ή τον άλλο τρόπο. Ισα-ίσα η μόνη διαφορά που μπορεί να συμβαίνει είναι ακριβώς το γεγονός ότι με αυτόν τον τρόπο και με τη συνενοχή των ΜΜΕ, ένα πρόβλημα που το δημιούργησαν τα κόμματα της πλουτοκρατίας για να δοκιμάζουν τα λεκτικά τους σχήματα, να μετατραπεί με το «λέγε, λέγε το κοπέλι...», σε πρόβλημα κάποιας μερίδας των εργαζομένων. Τότε είναι που έχει γίνει η ζημιά. Σε τέτοιες μεθόδους είναι που βρίσκεται η πηγή της «ποδοσφαιροποίησης».

 

ΤΟ ΜΗ ΧΕΙΡΟΝ...

 Μια πολύ παλιά ιστορία που την ξεκίνησε ο ιδρυτής του ΠΑΣΟΚ με το: «όραμα και εφικτό» και «τα σκαλοπάτια για το σοσιαλισμό…», που, αν κανένας τον πήρε τότε στα σοβαρά, σήμερα πρέπει από το «πολύ ανέβα», να έχει μεν πόδια ορειβάτη, αλλά στο πλατύσκαλο να ανακάλυψε τον πιο άγριο καπιταλισμό σε εξέλιξη... Σήμερα, ακόμα, δεν εμφανίζεται οργανωμένα από την ηγεσία του ΠΑΣΟΚ, αλλά σπέρνεται στη κοινωνική ψυχολογία ύπουλα και σταδιακά από επαγγελματίες «παπαγάλους» στα ΜΜΕ. Φυτεύεται δε με τέτοιο τρόπο που ο κάθε θεατής-ακροατής ξεχωριστά πιστεύει πως είναι δική του αυτοτελής σκέψη, που την αντλεί από την πείρα του.

Γίνεται δηλαδή από τους «παπαγάλους» μια επιφανειακή κριτική στο ΠΑΣΟΚ για «αλαζονεία ή κακή λειτουργία των θεσμών ή για ακρίβεια κ.ά.», που όμως καταλήγει πως «σήμερα όμως είναι χειρότερα...». Η πείρα του θεατή πραγματικά λέει πως είναι χειρότερα. Δεν μπορούσε να είναι διαφορετικά, αφού ο καπιταλισμός διανύει την αντιδραστική εποχή του, επομένως και οι σύγχρονες εκδηλώσεις της σήψης του δεν είναι αποτέλεσμα της μίας ή της άλλης κυβερνητικής διαχείρισης, του ενός ή του άλλου κυβερνητικού κόμματος της πλουτοκρατίας. Αρα, οτιδήποτε ακολουθεί από αυτά τα κόμματα είτε από το ένα είτε από το άλλο είτε αν βρεθούν σε συνεργασία με κάποιο άλλο τρίτο που κινείται στριμωγμένο στο σύστημα, πάντα το αποτέλεσμα θα είναι... τα χειρότερα.

Οι μισθωτοί εργαζόμενοι, οι αυτοαπασχολούμενοι της πόλης και της υπαίθρου, τα άλλα μέλη των οικογενειών τους, εργαζόμενα και μη δεν είναι καταδικασμένοι… στα χειρότερα, αν αποφασίσουν να δράσουν για τα καλύτερα, για το λαϊκό μέτωπο πάλης ενάντια στις κυβερνήσεις του κεφαλαίου, στα μονοπώλια και τις ιμπεριαλιστικές ενώσεις, για τη διεκδίκηση ανατροπών σε κοινωνικό και πολιτικό επίπεδο. Οσο κι αν οι ανατροπές συνιστούν καθολική ρήξη, ποιοτική αλλαγή, η προετοιμασία τους έχει το στοιχείο της αργής και βασανιστικής προετοιμασίας, της πολιτικής επιλογής πριν από την πολιτική ανατροπή. Και με αυτή την έννοια, κάθε επιλογή ψήφου -στο σωματείο, στις φοιτητικές, στις Δημοτικές και Νομαρχιακές εκλογές- έχει το ειδικό βάρος της, τη συμβολή της.



Ο Παύλος Αλέπης είναι δημοσιογράφος, μέλος της Συντακτικής Επιτροπής της ΚΟΜΕΠ.