ΕΠΙΚΑΙΡΑ ΖΗΤΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΕΡΓΑΤΙΚΟΥ ΚΑΙ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΟΥ ΚΙΝΗΜΑΤΟΣ ΣΤΟ ΧΩΡΟ ΤΗΣ ΠΡΩΗΝ ΕΣΣΔ

Τα επίκαιρα ιδεολογικά ζητήματα που αφορούν την καπιταλιστική οικονομία στις σύγχρονες συνθήκες μπορεί να έχουν «κοινή πλεύση» και βέβαια κοινές ρίζες, αλλά την ίδια ώρα εκφράζονται κατά χώρα, ήπειρο, περιοχή, με το δικό τους τρόπο, με τις δικές τους ιδιαιτερότητες. Αυτό όμως σε καμιά περίπτωση δε μειώνει την ανάγκη παρακολούθησής τους, αφού άμεσα επηρεάζουν την πολιτική γραμμή που διαμορφώνουν τα ΚΚ σε κάθε τέτοια περιοχή. Πολύ περισσότερο που από άλλους «δρόμους» επιστρέφουν ζητήματα στα οποία έδωσε και θα εξακολουθεί να δίνει απαντήσεις η μαρξιστικο-λενινιστική σκέψη. Τέτοια ζητήματα είναι π.χ. η εργατική τάξη και οι αγώνες της, η δυνατότητα ανατροπής του καπιταλισμού, η διαμόρφωση της τακτικής ενός ΚΚ εναρμονισμένης με το στρατηγικό του στόχο, η στάση απέναντι στις διακρατικές καπιταλιστικές ενώσεις, όπως είναι η ΕΕ.

Θα προσπαθήσουμε, χωρίς βέβαια να φιλοδοξούμε ότι θα εξαντλήσουμε το θέμα, να δείξουμε το πώς ορισμένα τέτοια ζητήματα εκφράζονται σήμερα στο χώρο που εκτεινόταν η πρώην ΕΣΣΔ, κυρίως μέσα από το πρίσμα της στάσης των ΚΚ.

 

Α. ΕΡΓΑΤΙΚΗ ΤΑΞΗ

1. ΟΡΙΣΜΕΝΕΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΑΝΑΦΟΡΕΣ

Οπωσδήποτε «πυρήνας» των όποιων αλλαγών έγιναν στην εργατική τάξη της Ρωσίας μετά την ανατροπή του σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ και ως σήμερα είναι το γεγονός ότι αυτή μετατράπηκε σε αντικείμενο εκμετάλλευσης, εξαιτίας του περάσματος των μέσων παραγωγής στην ατομική ιδιοκτησία και στην αναδιοργάνωση της παραγωγής στη βάση του καπιταλιστικού τρόπου, κάτι που εξασφαλίζεται από την εξουσία του κεφαλαίου και την παλινόρθωση των αστικών θεσμών. Για να έχουμε μια συνοπτική εικόνα αυτής της ανατροπής, κυρίως για να δούμε στη συνέχεια την επίδραση των οικονομικών εξελίξεων πάνω στην εργατική τάξη, θα δώσουμε ορισμένα μόνο χαρακτηριστικά οικονομικά στοιχεία, χωρίς να φιλοδοξούμε να αναλύσουμε εδώ την οικονομική κατάσταση και τις προοπτικές της Ρωσίας.

Στη σημερινή Ρωσία το 70 έως 80% της βιομηχανίας της χώρας βρίσκεται πλέον σε ιδιωτικά χέρια, ενώ αυξάνει συνεχώς η συγκεντροποίηση και η εδραίωση των μονοπωλίων. Υπολογίζεται ότι το 85% του εθνικού πλούτου βρίσκεται στα χέρια του 15% Ρώσων, ενώ το μισό, από αυτό το 85% του πλούτου, ελέγχεται μόλις από το 1% των πιο πλούσιων Ρώσων[1].

Την περίοδο αυτή ολοκληρώνεται η ιδιωτικοποίηση μιας σειράς ακόμη κρατικών επιχειρήσεων, κτιρίων, σιδηροδρόμων, γης, υδάτινων και δασικών πόρων. Προχωρά η καπιταλιστική αναδιάρθρωση της Παιδείας, της Υγείας, της Κοινωνικής Πρόνοιας. Αυτό έχει οδηγήσει στη συσσώρευση του πλούτου σε λίγα χέρια. Την ώρα που μεγάλη μερίδα του πληθυσμού βρίσκεται κάτω από το όριο της φτώχιας, μόλις 100 άνθρωποι έχουν «δημιουργήσει» μια προσωπική περιουσία, που στο σύνολό της φτάνει τα 248 δισεκατομμύρια δολάρια[2]. Μεταξύ αυτών είναι και υψηλόβαθμα διευθυντικά στελέχη μεγάλων μονοπωλίων, όπου το κράτος έχει διατηρήσει την πλειοψηφία των μετοχών.

Ταυτόχρονα 23 μεγάλες ιδιωτικές εταιρείες ελέγχουν ένα σημαντικότατο μερίδιο της ρωσικής οικονομίας, σε στρατηγικούς τομείς της, όπως στον τομέα της εξόρυξης καυσίμων, άλλων χρήσιμων ορυκτών, της χημικής βιομηχανίας και της αυτοκινητοβιομηχανίας. Π.χ., με βάση τα στοιχεία, στη βιομηχανία αυτές οι εταιρίες ελέγχουν το 35% του συνόλου των πωλήσεων των βιομηχανικών προϊόντων, άλλο ένα 35% ελέγχουν μικρότεροι ιδιώτες, το 25% κρατικές και δημοτικές εταιρίες και το 5% ξένες εταιρίες[3].

Παράλληλα υπάρχουν ορισμένες ισχυρές μονοπωλιακές επιχειρήσεις, όπου το ρωσικό κράτος διατηρεί προς το παρόν τον έλεγχο της πλειοψηφίας των μετοχών. Τέτοιες είναι στον τομέα του φυσικού αερίου (π.χ. η «ΓΚΑΖΠΡΟΜ». Είναι η 3η μεγαλύτερη εταιρία στον κόσμο), του πετρελαίου («Τρανσένφτ», «Ροσνέφτ» κ.ά.), της ηλεκτρικής ενέργειας, των μεταφορών, του χρηματοπιστωτικού συστήματος κ.ά.

Η καπιταλιστικοποίηση, η σταδιακή ενσωμάτωση των νέων καπιταλιστικών οικονομιών στη διεθνή καπιταλιστική αγορά έφερε αλλαγές στην κλαδική διάρθρωση. Το κίνητρο του κέρδους οδήγησε σε διάλυση επιχειρήσεων, συρρίκνωση σημαντικών κλάδων, κυρίως της βιομηχανίας, ενώ αναπτύχθηκαν άλλοι. Για παράδειγμα στη Ρωσία το προβάδισμα τόσο στις επενδύσεις, όσο και στο μερίδιο συμμετοχής στο ΑΕΠ πήρε ο τομέας εξόρυξης πρώτων υλών, κυρίως πετρελαίου και φυσικού αερίου, με προορισμό το εξωτερικό εμπόριο. Ετσι το 1% του συνόλου των εργαζομένων της Ρωσίας, που δουλεύει σ’ αυτόν τον κλάδο, δημιουργεί το 20% του ΑΕΠ της χώρας.

Ταυτόχρονα, στο στόχαστρο των ιδιωτικοποιήσεων βρίσκονται και οι ιδιαίτερα αναπτυγμένες κατά τη σοσιαλιστική περίοδο κοινωνικές υπηρεσίες. Π.χ. οι τομείς της Υγείας, της Παιδείας, της Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας, που επειδή μπαίνουν σε νέες καπιταλιστικές βάσεις, προχώρησαν και συνεχίζουν να προχωρούν σε σοβαρές εσωτερικές αλλαγές, με μειώσεις προσωπικού, αλλά και εντατικοποίηση της εργασίας. Από κοινωνικό αγαθό, που στα χρόνια του σοσιαλισμού παρέχονταν δωρεάν από το κράτος, σήμερα οι παραπάνω υπηρεσίες όλο και συχνότερα απαιτούν την απόκτησή τους ως εμπορεύματα. Είναι χαρακτηριστικό ότι σήμερα σχεδόν 1 στους 2 φοιτητές στη Ρωσία πληρώνει δίδακτρα!

Με την καπιταλιστική παλινόρθωση αναπτύχθηκαν δραστηριότητες που είναι έκφραση του καπιταλιστικού παρασιτισμού (χρηματιστήρια, τράπεζες, ιδιωτικές ασφαλιστικές, ενίσχυση του γραφειοκρατικού μηχανισμού, διόγκωση των κατασταλτικών μηχανισμών κλπ.).

Ως γενικευμένη συνέπεια αυτών των εξελίξεων είναι η ύπαρξη εκατομμυρίων βιομηχανικών εργατών, εκπαιδευτικών, εργαζόμενων στον πολιτισμό, την κοινωνική περίθαλψη και Υγεία και αλλού εργαζομένων ως «ευέλικτο εργατικό δυναμικό» με έσχατες και αναγκαστικές επιλογές επιβίωσης των ίδιων και των οικογενειών τους. Τέτοια είναι και η επιλογή της εξωτερικής μετανάστευσης από τις πρώην σοβιετικές δημοκρατίες, αλλά κι από τη ρωσική ενδοχώρα στα μεγάλα αστικά κέντρα της Ρωσίας, με αποτέλεσμα αυτοί οι άνθρωποι να γίνονται αποδέκτες των πιο απάνθρωπων μορφών εκμετάλλευσης.

 

2. ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΤΑΞΗΣ

Πριν μερικούς μήνες, σε άρθρο του ο Β. Τιούλκιν, Α΄ Γραμματέας της ΚΕ του Κομμουνιστικού Εργατικού Κόμματος Ρωσίας (ΚΕΚΡ-ΚΚΡ) χαιρέτιζε την πραγματοποίηση της πρώτης «πραγματικής» απεργίας στη Ρωσία, μετά την ανατροπή του σοσιαλισμού. Βέβαια και πριν γίνονταν απεργίες στη Ρωσία, έστω και αν δεν ήταν πάντα καλά οργανωμένες ή δεν εκτείνονταν σε πολλές επιχειρήσεις ταυτόχρονα. Αν και τα κλαδικά και πανεθνικά συνδικάτα στη Ρωσία δεν έχουν το δικαίωμα προκήρυξης απεργίας στον κλάδο τους, απεργίες γίνονταν και γίνονται. Στη συντριπτική πλειοψηφία τους όμως τα αιτήματά τους απευθύνονταν προς την εργοδοσία, για να καταβάλει μισθούς προηγούμενων μηνών, που όφειλε στους εργαζόμενους. Για πρώτη φορά λοιπόν το σωματείο των λιμενεργατών του Λένινγκραντ προχώρησε σε απεργιακές κινητοποιήσεις με αιτήματα αύξησης των μισθών, υπογραφής των συλλογικών συμβάσεων κλπ.

Αυτό το γεγονός όχι μόνο το χαιρέτισαν οι κομμουνιστές του ΚΕΚΡ, αλλά νωρίτερα και για χρόνια είχαν δουλέψει σκληρά, μαζί με άλλες ταξικές δυνάμεις, για να πραγματοποιηθεί. Το σύνηθες γεγονός στη Ρωσία είναι να υπάρχουν εκατοντάδες επιχειρήσεις που δεν πληρώνουν τους μισθούς στους εργαζομένους. Στα πρώτα χρόνια της καπιταλιστικής παλινόρθωσης τα νέα «αφεντικά» δικαιολογούνταν στους εργαζόμενους αναφερόμενοι στις δυσκολίες της «μεταβατικής περιόδου», στο χάσιμο των «παραδοσιακών αγορών», στη «διάρρηξη παραδοσιακών οικονομικών σχέσεων» με άλλες επιχειρήσεις, στα πλαίσια του ενιαίου χαρακτήρα της οικονομίας στην ΕΣΣΔ κ.ά. Ακόμη όμως και τώρα, 15 χρόνια μετά την νίκη της αντεπανάστασης, οι εργοδότες εξακολουθούν συχνά να δικαιολογούνται στους εργαζόμενους και να μην τους πληρώνουν. Βέβαια κανένας από αυτούς «δεν πέθανε στην ψάθα», ενώ αντίθετα υπήρξαν εργαζόμενοι που στην προσπάθειά τους να συγκινήσουν την εργοδοσία, την κυβέρνηση, τις τοπικές αρχές, μπροστά στα αδιέξοδα της ζωής και στη στάση των επίσημων συνδικάτων, κατέφυγαν σε απεργία πείνας και πέθαναν (!) σ' αυτόν τον αγώνα, μ' αυτή τη μορφή πάλης που επέλεξαν, χωρίς φυσικά να δικαιωθούν.

Πολλοί μιλούν για νίκη της δημοκρατίας και της ελευθερίας στις πρώην σοσιαλιστικές χώρες. Η πραγματικότητα είναι ότι οι εργαζόμενοι, ιδιαίτερα στις μικρές πόλεις και κωμοπόλεις, (όχι μόνο της Ρωσίας, αλλά και των άλλων χωρών της πρώην ΕΣΣΔ), εξαρτώνται από λίγες επιχειρήσεις. Οποιος τολμήσει να αντισταθεί εύκολα χάνει όχι μόνο τη δουλιά του, αλλά και τη δυνατότητα να βρει άλλη δουλιά, σε κάποια άλλη επιχείρηση και αναγκάζεται να μετακομίσει σε κάποια μεγαλύτερη πόλη. Παρατηρείται λοιπόν τα τελευταία χρόνια ένα σημαντικό ρεύμα αστυφιλίας στις χώρες της πρώην ΕΣΣΔ, που θα τολμούσε κανείς να πει ότι είναι αντίστοιχο με εκείνο που γνώρισε η Ελλάδα μετά τον εμφύλιο πόλεμο.

Αυτές οι μεγάλες μετακινήσεις εργατικού δυναμικού, ολόκληρων οικογενειών, είναι πλέον ορατές και στη Δυτική Ευρώπη, αφού ένα σημαντικό ποσοστό αυτών των εργαζομένων αναγκάζεται να ψάξει για εργασία σε άλλες καπιταλιστικές χώρες και στην Ελλάδα. Στην πραγματικότητα η εισροή μεταναστών στην Ελλάδα από τις πρώην σοσιαλιστικές χώρες είναι μόνο ενδεικτική του κύματος της εξωτερικής μετανάστευσης που δέχεται από τα νέα καπιταλιστικά κράτη (με εξαίρεση ίσως τη Λευκορωσία). «Υποδοχέας» αυτού του κύματος είναι η Ρωσία[4] και ακόμη πιο συγκεκριμένα τα μεγάλα αστικά της κέντρα. Στην ίδια τη Ρωσία, από τη στιγμή της διάλυσης της ΕΣΣΔ έως την οικονομική κρίση του 1998, σημειώθηκε μείωση της απασχόλησης κατά 15%, που σημαίνει ότι στις υπόλοιπες χώρες της πρώην ΕΣΣΔ (με εξαίρεση τη Λευκορωσία) υπήρξε ακόμη μεγαλύτερη μείωση.

Είναι χαρακτηριστικά τα στοιχεία που αφορούν την αύξηση της υπογεννητικότητας (στην Ουκρανία π.χ. ο πληθυσμός μειώθηκε κατά 6 εκατομμύρια, ενώ μόνο στη Ρωσία υπολογίζεται ότι τα τελευταία 15 χρόνια δε γεννήθηκαν 10 εκατομμύρια παιδιά, που θα γεννιόντουσαν αν διατηρούνταν το βιοτικό επίπεδο του σοσιαλισμού), όπως και η πτώση του μέσου προσδόκιμου ορίου ζωής (στη Ρωσία έπεσε για τους άντρες στα 58 χρόνια, δηλαδή κατά 6 χρόνια σε σχέση με τη σοσιαλιστική περίοδο). Εκλεισαν χιλιάδες σχολεία στην επαρχία, όπως και ιδρύματα του πρωτοβάθμιου συστήματος Υγείας.

 

3. Η ΔΙΑΜΟΡΦΩΣΗ ΤΗΣ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗΣ ΤΗΣ ΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΤΑΞΗΣ

Στα νέα καπιταλιστικά κράτη που διαμορφώθηκαν στο χώρο της άλλοτε ΕΣΣΔ, η πλειοψηφία της εργατικής τάξης δε συντάσσεται με τα εργατικά, κομμουνιστικά κόμματα. Βέβαια αυτό δεν είναι ένα ιδιαίτερο φαινόμενο που εμφανίζεται σε αυτή την περιοχή. Το ίδιο συμβαίνει και στις αναπτυγμένες καπιταλιστικές κοινωνίες, όμως εκεί είναι διαφορετική η πορεία ενσωμάτωσης της εργατικής τάξης. Στις δεύτερες έγινε μέσα από μια πορεία εξαγοράς σημαντικών τμημάτων της και συνδικαλιστικών, ακόμη και πολιτικών ηγετών της. Στο έδαφος της πρώην ΕΣΣΔ επήλθε μέσω της ανάπτυξης της αντεπανάστασης, της οποίας ηγήθηκε το ΚΚ, αφού το ΚΚΣΕ μεταλλάχθηκε σε «όχημά» της.

Εκτός αυτού, η αντιδραστική ιδεολογία ενδεδυμένη σήμερα με «πατριωτικό» μανδύα εγκλωβίζει τη συνείδηση πλατιών στρωμάτων του λαού. Ακόμη και τα σύμβολα της νέας καπιταλιστικής Ρωσίας υπηρετούν αυτό το σκοπό. Π.χ. διατηρήθηκε ο ύμνος της ΕΣΣΔ (η μουσική του μόνο) κατά την έπαρση της τρίχρωμης σημαίας των εχθρών της Οκτωβριανής Επανάστασης, που χρησιμοποιήθηκε στη συνέχεια από τους Ρώσους προδότες του στρατηγού Βλάσοφ στο πλευρό των χιτλερικών στρατευμάτων ενάντια στην ΕΣΣΔ.

Από αυτήν την «επιχείρηση» δε γλίτωσε ούτε η Κόκκινη Σημαία, που επανέφερε μεν ο Πούτιν ως Σημαία της Νίκης κατά του φασισμού, αφαιρώντας όμως το σφυροδρέπανο και κρατώντας το κίτρινο αστέρι, αποδίδοντας δηλαδή τη Νίκη σε ένα ανύπαρκτο κράτος, με την καπηλεία τόσο των συμβόλων όσο και της ηρωικής ιστορίας της Σοβιετικής Ενωσης.

Το νέο εποικοδόμημα θωρακίστηκε και με μια σειρά αντιδραστικών νόμων που στοχεύουν στον περιορισμό της δράσης κομμάτων με ρίζες στην εργατική τάξη. Χαρακτηριστικός είναι ο νόμος που επιβάλλει στα πολιτικά κόμματα να παραδώσουν στις αρχές λίστες με 50 χιλιάδες μέλη τους, που στη συνέχεια ελέγχονται από ειδική αστυνομική υπηρεσία! Ο χρηματισμός παίζει πρωτεύοντα ρόλο στον εκμαυλισμό και την εξαγορά συνειδήσεων. Τα ΜΜΕ εμπλέκονται με άλλους μηχανισμούς ιδεολογικής και πολιτικής χειραγώγησης.

Ολα αυτά επηρεάζουν και τη συνδικαλιστική οργάνωση της εργατικής τάξης, η ηγεσία της οποίας άμεσα εμπλέκεται με τη διασπάθιση της περιουσίας των συνδικάτων που «κληρονόμησαν» από την εποχή της ΕΣΣΔ. Σήμερα, 15 χρόνια μετά την ανατροπή του σοσιαλισμού, όλο και πιο «οργανικά» λειτουργούν ως στηρίγματα του καπιταλισμού και της αντιλαϊκής πολιτικής.

Από την άλλη δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι την περίοδο της ΕΣΣΔ η εργατική τάξη είχε ένα αρκετά υψηλό μορφωτικό επίπεδο, σε σύγκριση με τον καπιταλιστικό κόσμο. Επίσης, ακριβώς επειδή ένα μεγάλο μέρος της έζησε στο παρελθόν σε συνθήκες σοσιαλισμού, μπορεί να κάνει συγκρίσεις και να βγάζει συμπεράσματα στη βάση αυτών των συγκρίσεων των δύο κοινωνικοπολιτικών συστημάτων. Η ίδια λοιπόν η σύγχρονη πραγματικότητα επαναφέρει την επικαιρότητα και αναγκαιότητα του σοσιαλισμού. Αυτή η αναγκαιότητα συχνά εκφράζεται περιορισμένα στις εκλογές ή και αβαθή συνείδηση, π.χ. με το αίσθημα της «νοσταλγίας» προς το σοσιαλισμό, που είναι τόσο ισχυρό, ώστε να το αναγνωρίζουν ακόμη και τα αστικά ΜΜΕ.

Οπωσδήποτε, το επίπεδο συνειδητοποίησης και οργάνωσης της εργατικής τάξης αντανακλά μακροχρόνια προβλήματα ανάπτυξης της ιδεολογικής και πολιτικής πρωτοπορίας της, του κομμουνιστικού κινήματος. Επομένως, η διαδικασία διαμόρφωσης ταξικής συνείδησης, η εξαγωγή πολιτικών συμπερασμάτων, θα είναι για την εργατική τάξη της Ρωσίας μια διαδικασία επίπονη, σύνθετη και αντιφατική, με πολύπλοκες ιδεολογικές, πολιτικές και οργανωτικές πλευρές, αφού ακόμη και η διαδικασία διαμόρφωσης του κόμματος της εργατικής τάξης δεν έχει ολοκληρωθεί. Ετσι, στον κομμουνιστικό χώρο υπάρχουν αρκετά κόμματα, με ισχυρότερα το Κομμουνιστικό Κόμμα Ρωσικής Ομοσπονδίας (ΚΚΡΟ) και το Κομμουνιστικό Εργατικό Κόμμα Ρωσίας (ΚΕΚΡ-ΚΚΡ), μεταξύ των οποίων υπάρχουν σοβαρές προγραμματικές διαφορές. Την τελευταία διετία τα δύο αυτά κόμματα προσπαθούν να συνεργαστούν στις εκλογές και στις κινητοποιήσεις, όχι πάντα με επιτυχία.

Στην πορεία θα κρίνεται η σχέση των κομμάτων με την εργατική τάξη και σ’ αυτή τη βάση, ο διαχωρισμός των επαναστατικών από τις οπορτουνιστικές δυνάμεις.

 

4. ΙΔΕΟΛΟΓΗΜΑΤΑ ΑΜΦΙΣΒΗΤΗΣΗΣ ΤΗΣ ΤΑΣΗΣ ΑΥΞΗΣΗΣ ΤΗΣ ΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΤΑΞΗΣ

Η αντεπαναστατική καπιταλιστική παλινόρθωση επέφερε συγχύσεις και σε κομμουνιστικές δυνάμεις με ταξικές προθέσεις και αναφορές. Ως ένα βαθμό είναι πιο ευάλωτες σε αντιλήψεις που αμφισβητούν τον ιστορικά ηγετικό ρόλο της εργατικής τάξης, έμμεσα αμφισβητούν την ιστορική αποστολή της ή τη δυνατότητα ανάπτυξής της στις σημερινές συνθήκες. Π.χ. υπάρχει η εκτίμηση πως σε αντίθεση με την αστική τάξη, που έχει διαμορφωθεί και συνειδητοποιήσει τα ταξικά της συμφέροντα, η σύγχρονη εργατική τάξη της Ρωσίας είναι υπό διαμόρφωση. Αυτή η άποψη υποστηρίζει ότι η εργατική τάξη της χώρας δεν έχει διαμορφωθεί, βρίσκεται σε ένα «ρεύμα κοινωνικής ρευστότητας», μέσα στο οποίο «κρυσταλλοποιείται» αργά και βασανιστικά[5]. Μάλιστα στη βάση αυτή γίνεται προσπάθεια να εξηγηθεί το γιατί τα ΚΚ δεν πείθουν με το λόγο τους την ντόπια εργατική τάξη, η οποία δεν τους ακολουθεί στις εκλογές και ψηφίζει τα αστικά κόμματα.

Η αντίληψη αυτή δέχεται (και δικαιολογημένα) σοβαρά «πυρά». Οπως σημειώνουν όσοι της ασκούν κριτική, αυτή η λεγόμενη «κοινωνική ρευστότητα» δεν αφορά το χαρακτήρα της εργατικής τάξης, δηλαδή τα όρια που τη χωρίζουν από την αστική. Αυτά έχουν διαμορφωθεί ήδη από τα πρώτα χρόνια της καπιταλιστικής παλινόρθωσης κι έτσι δεν μπορεί να γίνεται λόγος για «ρευστότητα» της τάξης, αλλά μόνο για αλλαγές στο εσωτερικό της, όπως και στη συνείδηση που διαμορφώνει[6].

Αλλά ας αναλογιστούμε και κάτι ακόμη. Στις χώρες του υπόλοιπου καπιταλιστικού κόσμου, όπου επίσης το μεγαλύτερο κομμάτι της εργατικής τάξης ψηφίζει τα αστικά κόμματα, φταίει μήπως κάποιο ανάλογο «ρεύμα κοινωνικής ρευστότητας» στην εργατική τάξη; Είναι φανερό πως οι όποιες αλλαγές έχουν πραγματοποιηθεί τα τελευταία χρόνια με τις καπιταλιστικές αναδιαρθρώσεις, τις ιδιωτικοποιήσεις, τις ελαστικές μορφές απασχόλησης, το μεταναστευτικό ρεύμα, την εμπορευματοποίηση της παιδείας, της υγείας κλπ., έχουν προκαλέσει νέα προβλήματα στην ενότητα της εργατικής τάξης, νέες ανάγκες ως προς τη συνδικαλιστική της οργάνωση, ως προς τους στόχους πάλης της, αλλά αυτό σε καμία περίπτωση δεν αναιρεί την ιστορική αποστολή της, ούτε βέβαια καταγράφεται κυρίως με τα εκλογικά αποτελέσματα.

Οπως και στη χώρα μας, έτσι και στη Ρωσία εμφανίζεται η άποψη περί «αποβιομηχάνισης». Αυτή η άποψη από μιαν άλλη σκοπιά επαναφέρει τις αντιλήψεις των λεγόμενων «ευρωκομμουνιστών», περί εξάλειψης της εργατικής τάξης στις σύγχρονες κοινωνίες και της αναζήτησης νέων επαναστατικών υποκειμένων. Αυτή η προσέγγιση ταυτίζει την εργατική τάξη με τους χειρώνακτες μισθωτούς, περιορίζει την εργατική τάξη στους μισθωτούς εργαζομένους ορισμένων μόνο βιομηχανικών κλάδων, αποκλείοντας τους σχετικά πιο σύγχρονους, π.χ. της πληροφορικής και των τηλεπικοινωνιών. Είναι άποψη που αποπροσανατολίζει από το βασικό κριτήριο, τη σχέση μισθωτής εργασίας - κεφαλαίου, με βάση το οποίο υπάρχει παγκόσμια αύξηση του αριθμού της εργατικής τάξης, αλλά και στο εσωτερικό στην κάθε χώρα, με περισσότερο ή λιγότερο αναπτυγμένο καπιταλισμό. Ταυτόχρονα, είτε παρερμηνεύει είτε δραματοποιεί καταστροφικά τα αποτελέσματα της καπιταλιστικής κρίσης ή της καπιταλιστικοποίησης. Και όμως τα στοιχεία (π.χ. της Παγκόσμιας Τράπεζας για τη Ρωσία, που βέβαια στηρίζονται στα στοιχεία που έχει δώσει η Κρατική Στατιστική υπηρεσία της Ρωσίας) δείχνουν τα εξής ενδιαφέροντα: Την περίοδο 1990-2002 πράγματι σημειώθηκε μια σοβαρή μεί­ωση του αριθμού των εργαζομένων στον τομέα της βιομηχανίας, αλλά σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της Παγκόσμιας Τράπεζας (ΠΤ) εξακολουθεί να παραμένει πάνω του μέσου όρου των 50 πιο αναπτυγμένων καπιταλιστικών οικονομιών.

 

Ποσοστά απασχόλησης ανά κλάδους οικονομίας της περιόδου 1990-2002

Κλάδοι

1990

2002

Διαφορά

Αγροτική οικονομία

13,2%

12,1%

-1,1%

Βιομηχανία-κατασκευές

42,3%

30,3%

- 12,0%

Εμπορικές υπηρεσίες

16,7%

26,6%

+9,9%

Μη εμπορικές υπη­ρε­σίες

25,4%

29,3%

+3,9%

Στοιχεία της ρωσικής στατιστικής υπηρεσίας και της ΠΤ[7]

Από τα στοιχεία της έκθεσης προκύπτει ορισμένη σταθεροποίηση και αύξηση του κλάδου της βιομηχανίας στη Ρωσία, από το 1998 (μετά την οικονομική κρίση) και ως το 2002. Εκφράζεται κυρίως στους μεταποιητικούς κλάδους, στους οποίους απασχολούνται 13 εκατομμύρια εργαζόμενοι ή το 19,7% του συνόλου των εργαζομένων (αύξηση απασχόλησης 3,4%, σε σχέση με το 2001) και των οικοδομών, όπου απασχολούνται 3,5 εκατομμύρια ή το 5,4% των εργαζομένων (αύξηση 5,7% σε σχέση με το 2001). Τα ίδια στατιστικά στοιχεία δείχνουν το μεγάλο βαθμό συγκέντρωσης της παραγωγής, που έτσι και αλλιώς ήταν υψηλός στη σοσιαλιστική περίοδο. Στη μεταποιητική βιομηχανία το 72,6% των εργαζομένων απασχολείται σε επιχειρήσεις άνω των 101 εργαζομένων. Αυτό αφορά και το 47,3% των εργοταξίων στον τομέα των οικοδομών, το 63,6% στον τομέα της ενέργειας, το 84,6% στον τομέα της βιομηχανίας εξόρυξης. Ακόμη και στον αγροτικό τομέα το 38,4% εργάζεται σε επιχειρήσεις άνω των 101 ατόμων (και άλλο ένα 13,7% σε επιχειρήσεις από 51 έως 100 ατόμων). Μάλιστα στην έκθεση της ΠΤ σημειώνεται, στη σύγκριση που γίνεται με την αντίστοιχη κατάσταση στις ΗΠΑ, ότι ναι μεν ο αριθμός των εργαζομένων που απασχολούνται σε επιχειρήσεις βιομηχανίας με λιγότερους από 101 εργαζομένους αυξήθηκε από 2,5% (που ήταν το 1985) κι έφτασε το 2002 στο 26,4% (κοντά στο δείκτη των ΗΠΑ, που είναι 31,4%), αλλά παραμένει υψηλό το ποσοστό των εργαζομένων που εργάζονται σε επιχειρήσεις με πάνω από 2,5 χιλιάδες εργαζομένους, που έπεσε μεν από το 49,1% που ήταν στα χρόνια του σοσιαλισμού στο 29,3%, (το 2002) αλλά εξακολουθεί να είναι πολύ πάνω σε σχέση με το αντίστοιχο 8,8%, στις ΗΠΑ.

Αυτοί οι δείκτες, που δείχνουν τη συγκέντρωση της εργατικής τάξης, μπορούν να εξηγήσουν και τους φόβους της νέας αστικής τάξης της Ρωσίας, που με κάθε τρόπο και σκληρότητα έχει απαγορεύσει δια νόμου οποιαδήποτε πολιτική δραστηριότητα στους χώρους εργασίας, αλλά και ελέγχει ασφυκτικά τη μεγαλύτερη συνδικαλιστική οργάνωση της χώρας, την Ομοσπονδία Ανεξάρτητων Συνδικάτων Ρωσίας (ΟΑΣΡ), που μάλιστα υπόγραψε ακόμη και «σύμφωνο συνεργασίας» με το κυβερνητικό κόμμα της «Ενιαίας Ρωσίας». Η αντίστοιχη πολιτική «συνεργασίας» με κάποιες συνδικαλιστικές ηγεσίες ορισμένων κλαδικών ομοσπονδιών, που ακολουθούσε το ΚΚΡΟ, φανερά συρρικνώθηκε μετά την αντίστοιχη μείωση της κοινοβουλευτικής επιρροής του ΚΚΡΟ το 2001. Εκείνες οι συνδικαλιστικές ηγεσίες, που έβλεπαν την κοινοβουλευτική ομάδα του ΚΚΡΟ ως το κοινοβουλευτικό τους στήριγμα στην προώθηση κάποιων νομοσχεδίων, μικρο-βελτιώσεων της κατάστασης των εργαζομένων στον κλάδο τους, γρήγορα άλλαξαν ρότα και προσανατολίστηκαν στο κόμμα της «Ενιαίας Ρωσίας», που απέκτησε άνετη κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Αντίθετα, η προσπάθεια οικοδόμησης από τα κάτω νέων ταξικών συνδικάτων ή απόσπασης δυνάμεων από την ΟΑΣΡ, που ακολούθησε το ΚΕΚΡ κι άλλες μικρότερες ριζοσπαστικές δυνάμεις, δίνει τώρα τους πρώτους «καρπούς» στη συσπείρωση και ανασυγκρότηση του ρωσικού συνδικαλιστικού κινήματος, με την ίδρυση και της Συνομοσπονδίας Εργασίας της Ρωσίας, όπου συσπειρώνονται τα πρώτα ταξικά συνδικάτα της χώρας.

 

5. ΟΙ ΕΠΙΔΡΑΣΕΙΣ ΣΤΗ ΔΙΑΜΟΡΦΩΣΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ

Τα παραπάνω δεν αφορούν αποκλειστικά μια διαμάχη «θεωρητικού επιπέδου». Εχουν άμεση σχέση με τη διαμόρφωση πολιτικής γραμμής από τα ΚΚ. Χαρακτηριστικότατο παράδειγμα είναι οι εξελίξεις των δύο τελευταίων χρόνων στην Ουκρανία. Εκεί συγκρούονται για την κυβερνητική εξουσία δύο τμήματα της εγχώριας αστικής τάξης με διαφορετικές σφαίρες οικονομικής δραστηριότητας. Οι «πορτοκαλί» (φιλοδυτικοί) και οι «γαλάζιοι» (φιλορώσοι). Κατά τη διάρκεια της προεκλογικής περιόδου των προεδρικών εκλογών (Δεκέμβριος 2004), κυρίως πριν το δεύτερο γύρο, στον αριστερό τύπο της Ουκρανίας εμφανίστηκαν δημοσιεύματα που καλούσαν να ψηφιστεί ο «γαλάζιος» υποψήφιος, πρωθυπουργός τότε της Ουκρανίας, επιχειρηματίας Β. Γιανουκόβιτς, που τασσόταν υπέρ των σχέσεων με τη Ρωσία, σε αντίθεση με τον Β. Γιούστσενκο. Το επιχείρημα ήταν απλό: Αν επικρατούσε ο Γιούστσενκο και έμπαινε η Ουκρανία στο ΝΑΤΟ και την ΕΕ, θα καταστρεφόταν η όποια βιομηχανική βάση της είχε απομείνει, θα έχανε τις «παραδοσιακές αγορές» της Ρωσίας και δε θα άντεχε στον ανταγωνισμό με τα βιομηχανικά προϊόντα των άλλων κρατών-μελών της ΕΕ. Η συρρίκνωση και ίσως ακόμη η εξαφάνιση της εργατικής τάξης της Ουκρανίας θα ήταν καταστροφική για τους κομμουνιστές και την υπόθεση του σοσιαλισμού. Αυτή η αντίληψη αξιοποιεί το αίσθημα νοσταλγίας της ΕΣΣΔ, ως ισχυρής συνομοσπονδιακής οντότητας, που προερχόταν από την ΕΣΣΔ, αλλά σε καπιταλιστική βάση συγκρότησής της. Το εργατικό, το κομμουνιστικό κίνημα δεν μπορεί να παραβλέπει τον ταξικό χαρακτήρα της εξουσίας, δηλαδή τη διαφορετικότητα μεταξύ ένωσης συμφερόντων κεφαλαίου από την ένωση συμφερόντων της εργατικής τάξης διαφορετικής εθνικής προέλευσης.

Μάλιστα στην προκειμένη περίπτωση της Ουκρανίας επί της ουσίας προτείνεται, στη βάση και της ανάγκης «σωτηρίας» της εργατικής τάξης, η σύμπλευση ή ακόμη κι η συμμαχία με την «εθνική αστική τάξη» για τη σωτηρία της «εθνικής βιομηχανίας». Και εδώ βέβαια αυτή η αντίληψη αυθαίρετα ξεχνά το διεθνή συσχετισμό και τη διαπάλη για την ανατροπή του, τις γενικότερες εξελίξεις στο καπιταλιστικό σύστημα, όπως και την ταξική συμπεριφορά της λεγόμενης «εθνικής» αστικής τάξης. Η τελευταία, πρώτον, κάθε άλλο παρά «εθνική» είναι, όπως φαίνεται και από το παραπάνω παράδειγμα της Ουκρανίας, που στην προκειμένη περίπτωση δείχνει τις στενές σχέσεις διαπλοκής της με το ρώσικο κεφάλαιο και, δεύτερον, και αυτή είναι έτοιμη χωρίς αναστολές να ξεπουλήσει τα πάντα, αν πειστεί πως μπορεί να επενδύσει αλλού και με άλλον τρόπο τα κεφάλαιά της, απ’ ό,τι στη βαριά βιομηχανία της Ανατολικής Ουκρανίας. Και εδώ μπορούμε να αναφέρουμε το εξής ενδιαφέρον από την προαναφερόμενη έκθεση της ΠΤ σχετικά με την αντίληψη της καπιταλιστικής «ανάπτυξης». Σύμφωνα με την υπόθεση, που αποδέχεται μάλιστα «ως νομοτέλεια ανάπτυξης» η ΠΤ, τουλάχιστον σε αυτήν την έκθεση, «η οικονομική ανάπτυξη περνά από τρία στάδια: αρχικά πέφτει το ποσοστό της αγροτικής οικονομίας, στη συνέχεια αυξάνει το ποσοστό της βιομηχανίας και αυτό παγιώνεται σε ένα συγκεκριμένο επίπεδο, έως ν’ αρχίσει να υποχωρεί η απασχόληση στη βιομηχανία και τέλος, στο τρίτο στάδιο, αυξάνει το ποσοστό των υπηρεσιών». Στη συγκεκριμένη έκθεση για τη Ρωσία σημειώνεται πως αυτή δε διαφέρει και από τις άλλες χώρες που πέρασαν αυτή τη «μεταβατική» περίοδο, επιστροφής στον καπιταλισμό, όμως εκτιμάται πως το επίπεδο της απασχόλησης στην αγροτική βιομηχανία έτσι κι αλλιώς, από τη σοβιετική περίοδο, δεν ήταν ιδιαίτερα μεγάλο, αφού η παραγωγή είναι συγκεντροποιημένη, γι’ αυτό και δεν παρατηρείται μεγάλη πτώση της απασχόλησης. Η πτώση της απασχόλησης στη βιομηχανία είναι σημαντική, αλλά δεν είναι έξω από τις τάσεις που παρατηρούνται και σε άλλες αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες, αναλογικά με την αύξηση της απασχόλησης στον τομέα των υπηρεσιών. Συμπερασματικά θα λέγαμε ότι στις παραπάνω χώρες δεν παρατηρείται πρωτοφανής καταστροφή πέραν της περιόδου της ανατροπής της σοσιαλιστικής οικονομίας. Βέβαια «καταστροφική» είναι η διαφορά αν συγκριθεί με την κατάσταση που βίωσαν οι εργαζόμενοι στα χρόνια του σοσιαλισμού. Αυτό άλλωστε φαίνεται χαρακτηριστικά και από την τάση του κεφαλαίου και στις πρώην σοσιαλιστικές χώρες να επενδύσει σε τομείς που στα χρόνια του σοσιαλισμού θεωρούνταν καθαρά δημόσια και δωρεάν «υπόθεση», όπως οι τομείς της Παιδείας, της Υγείας, της Κοινωνικής Ασφάλισης. Μάλιστα, σε ορισμένες περιπτώσεις αυτή η δραστηριοποίηση του κεφαλαίου σε αυτούς τους τομείς είναι πολύ πιο έντονη σε σύγκριση με την Ελλάδα. Μπορεί λοιπόν να γίνονται αναδιατάξεις στην απασχόληση της εργατικής τάξης, αλλά αυτή κάθε άλλο παρά εξαφανίζεται.

 

Β. Η ΔΙΑΠΑΛΗ ΣΤΟ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΟ ΚΙΝΗΜΑ

1. ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ «ΑΔΥΝΑΤΟ ΚΡΙΚΟ»

Μετά την ανατροπή του σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ και στην Ανατολική Ευρώπη αναβιώνει το παλιό τροτσκιστικό επιχείρημα (το οποίο υιοθετείται και από τα νέα οπορτουνιστικά ρεύματα) ότι είναι αδύνατη η οικοδόμηση του σοσιαλισμού σε μια ή περισσότερες χώρες και πως η σοσιαλιστική αλλαγή μπορεί να είναι μόνο παγκόσμια. Ουσιαστικά πρόκειται για την αμφισβήτηση της λενινιστικής θεωρίας του «αδύνατου κρίκου» του ιμπεριαλιστικού συστήματος. Αυτό εκδηλώνεται και στο έδαφος της πρώην ΕΣΣΔ και μάλιστα με αρκετή ένταση, ιδιαίτερα από τις τροτσκιστικές ομάδες και το λεγόμενο κίνημα «κατά της παγκοσμιοποίησης», τα «φόρουμ», που προβάλλουν συνθήματα για «άλλον κόσμο» και «άλλη Ευρώπη». Πρόκειται για γενικόλογα συνθήματα που φαντάζουν δελεαστικά, αλλά τελικά γίνονται πρόσχημα υιοθέτησης μιας πολιτικής διαχείρισης του συστήματος. Αξίζει όμως να εξεταστούν στο φως της πολιτικής πραγματικότητας. Πρόσφορο παράδειγμα είναι οι εξελίξεις στη Μολδαβία:

Πριν 5 χρόνια, στις εκλογές της Μολδαβίας την άνοιξη του 2001, το Κόμμα των κομμουνιστών της Δημοκρατίας της Μολδαβίας (ΚΚΔΜ) συγκέντρωσε το 51% των ψήφων. Το εκλογικό σύστημα του επέτρεψε να αποκτήσει το 70% των εδρών και να εκλέξει στο αξίωμα του Προέδρου της χώρας τον Βλαντιμίρ Βορόνιν. Από τότε το ΚΚΔΜ ξανακέρδισε άλλη μια φορά τις βουλευτικές εκλογές και εδραίωσε τη διακυβέρνησή του.

Αν και το ΚΚΔΜ κάνει στα προγραμματικά του κείμενα αναφορές στο σοσιαλισμό, ως άμεσο στόχο του μετά την εκλογική νίκη έθεσε την «αναγέννηση της οικονομίας της χώρας»[8].

Από τη στιγμή που το ΚΚΔΜ θεώρησε ότι από μόνη της η Μολδαβία δεν μπορεί να αποτελέσει τον «αδύνατο κρίκο» και να περάσει στην οικοδόμηση του σοσιαλισμού, αγνόησε και τη ρήση του Λένιν ότι «δεν είναι μαρξιστής εκείνος ο οποίος τη θεωρία που διαπιστώνει με νηφαλιότητα την αντικειμενική κατάσταση, τη διαστρεβλώνει για να δικαιολογήσει την υπάρχουσα τάξη πραγμάτων και φτάνει ως το σημείο να επιδιώκει να προσαρμοστεί το γρηγορότερο σε κάθε προσωρινή υποχώρηση της επανάστασης, να αποτινάξει το γρηγορότερο «τις επαναστατικές αυταπάτες» και να καταπιαστεί με τις «ρεαλιστικές» ασημαντολογίες»[9]. Ετσι το ΚΚΔΜ άφησε άθικτη τη μεγάλη ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής, που ήδη πριν την εκλογική νίκη του ΚΚΔΜ είχε περάσει σε ιδιωτικά χέρια. Μετά από αυτό απόμεινε η προσπάθεια βελτίωσης της θέσης των εργατικών και λαϊκών δυνάμεων, χωρίς ανατροπές στις σχέσεις ιδιοκτησίας. Το ΚΚΔΜ όντας στην κυβέρνηση προώθησε ορισμένα μέτρα ανακούφισης των εργαζομένων, όπως είναι η αύξηση των μισθών και των συντάξεων, σε μια συγκυρία βελτίωσης συνολικά του ΑΕΠ. Η πρώτη κυβέρνηση, του Β. Βορόνιν, επεδίωξε να συσπειρώσει και δυνάμεις εξωκομματικές, ακόμη και υπουργούς από την προηγούμενη «κεντροαριστερή» κυβέρνηση, ενώ η «δεύτερη κυβέρνηση», που υφίσταται σήμερα, έχει και την υποστήριξη του κεντροδεξιού κόμματος των «χριστιανοδημοκρατών». Βασικά πρόκειται για κυβέρνηση «τεχνοκρατών», σχεδόν χωρίς κομμουνιστές, που εξασφαλίζουν όμως τη διαβίωσή της, χάρη στην κοινοβουλευτική τους πλειοψηφία. Στις «επιτυχίες» της 5χρονης διακυβέρνησης είναι η αύξηση του ΑΕΠ κατά 40%, όπως και ο τριπλασιασμός του μέσου μισθού. Σε πραγματικά όμως νούμερα αυτή η αύξηση σημαίνει ότι ο μισθός από 30$, που ήταν πριν 5 χρόνια, έφτασε τα 100$. Η Μολδαβία στα πλαίσια της καπιταλιστικής «πυραμίδας» εξακολουθεί να είναι η φτωχότερη χώρα στην Ευρώπη.

Να τι γράφει ντοκουμέντο της ΕΕ σχετικά με την κυβερνητική πολιτική που ακολούθησε το ΚΚΔΜ: «Η ιδιωτικοποίηση των οινοποιητικών μονάδων, των καπνεργοστασίων και των οργανισμών κοινής ωφελείας ήταν ο πρώτος όρος που είχαν θέσει το ΔΝΤ και η Παγκόσμια Τράπεζα. Το κομμουνιστικό κόμμα αντιτάχθηκε συστηματικά στις ιδιωτικοποιήσεις όσο βρισκόταν στην αντιπολίτευση, αλλά όταν ανήλθε στην εξουσία αναγκάστηκε να τις υποστηρίξει δεδομένου ότι η αποκατάσταση των σχέσεων με τα δύο αυτά όργανα αποκτούσε όλο και πιο επείγοντα χαρακτήρα»[10].

Στη συνέχεια λοιπόν και ενώ η κυβέρνηση του ΚΚΔΜ δεν αμφισβήτησε την συναινετική πολιτική της προηγούμενης κυβέρνησης με τις «συνταγές» των ξένων ιμπεριαλιστικών οργανισμών και «προσέγγισης» με την ΕΕ, εξελίχθηκε σε φανατικό οπαδό της εφαρμογής των «ευρωπαϊκών προτύπων» στη Μολδαβία, για να προωθήσει την ένταξη στην ΕΕ. Συμμετέχει στο ΝΑΤΟϊκό «Συνεταιρισμό για την Ειρήνη», όπως και στη νεοσύστατη «Κοινότητα των ελεύθερων κρατών», με φανερή τάση συνεργασίας με τις ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ. Ιδιαίτερο βάρος δίνεται στην επίλυση του προβλήματος της αποσχισμένης «Δημοκρατίας της Υπερδνειστερίας». Αυτός ο στόχος οδήγησε σε στενή συνεργασία όχι μόνο με την «πορτοκαλί» κυβέρνηση του Κιέβου, αλλά και με τις ίδιες τις ΗΠΑ, το ΝΑΤΟ, την ΕΕ, που πλέον «νομιμοποίησαν» την επέμβασή τους στην περιοχή με το πρόσχημα της βοήθειας στην επίλυση του ζητήματος της Υπερδνειστερίας. Η Μολδαβία εκπόνησε «Ατομικό σχέδιο ενεργειών συνεργασίας» με το ΝΑΤΟ, στο οποίο σύμφωνα με τις δηλώσεις των αξιωματούχων της συμπεριλαμβάνονται τέσσερις (4) διαφορετικοί τομείς, αρχίζοντας από τις μεταρρυθμίσεις που θα πρέπει να κάνει η Μολδαβία στον «κοινωνικοπολιτικό τομέα», όσο και στον τομέα άμυνας και ασφάλειας, κάτω από την επίβλεψη του ΝΑΤΟ. Ο Α. Στρατάν, Υπουργός Εξωτερικών και Ευρωπαϊκής Ολοκλήρωσης (έτσι μετονομάστηκε πριν περίπου ένα χρόνο το Υπουργείο Εξωτερικών της Μολδαβίας), δήλωσε ότι το σχέδιο συνεργασίας ΝΑΤΟ-Μολδαβίας «συνδέεται και συμπληρώνει τη στρατηγική της οικονομικής ανάπτυξης και της μείωσης της φτώχειας»[11].

Συνοψίζοντας λοιπόν αυτήν την εξέλιξη, που ξεκίνησε με το κριτήριο και ίσως με την καλή πρόθεση, ότι «αφού πολλά (σοσιαλισμό) δεν μπορούμε, ας κάνουμε έστω κάτι (όπως την «αναγέννηση» της οικονομίας)», να θυμίσουμε ότι ο Λένιν στο «Κράτος και Επανάσταση» υπογραμμίζει την εξής σκέψη του Ενγκελς: «Αυτή η αγνόηση των μεγάλων, των θεμελιακών απόψεων, εξαιτίας των πρόσκαιρων συμφερόντων, αυτό το κυνηγητό γι’ αυτά, χωρίς να υπολογίζονται οι συνέπειες που θα προκύψουν, αυτή η θυσία του μέλλοντος του κινήματος χάρη του παρόντος μπορεί να προέρχεται και από «τίμια» κίνητρα. Είναι όμως οπορτουνισμός και παραμένει οπορτουνισμός, και ο «τίμιος» οπορτουνισμός είναι, ίσως, απ’ όλους πιο επικίνδυνος»[12].

Στο παράδειγμα της Μολδαβίας τα αστικά κόμματα συναινούν στην «κομμουνιστικής αμφίεσης» πολιτική διαχείρισης του καπιταλιστικού συστήματος, συνεργασίας, ενσωμάτωσης στα σχέδια των ιμπεριαλιστικών οργανισμών.

Ισως δεν είναι τυχαία και η στάση του ΚΚΔΜ απέναντι στο αντικομμουνιστικό μνημόνιο του Συμβουλίου της Ευρώπης. Αρχικά σιώπησε, ενώ στη συνέχεια, μετά την έγκριση του μνημονίου από το Συμβούλιο της Ευρώπης, με ανακοίνωσή του καταδίκασε μεν την όλη επιχείρηση, αλλά την εκτίμησε ως «άκαιρη ενέργεια», συμπληρώνοντας ότι: «Δε θα καταδικάσουμε τις κομμουνιστικές ιδέες, που διαφορετικά διαμορφώνονταν σε διαφορετικές περιόδους, μόνο και μόνο επειδή οι προσπάθειες εφαρμογής τους, τόσο τραγικά και παθολογικά διαστρεβλώθηκαν».

 

2. ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΤΑΞΙΚΟ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ ΤΗΣ «ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ»

Ενα από τα βασικά πεδία ιδεολογικής πάλης στο χώρο της πρώην ΕΣΣΔ είναι αυτό της δημοκρατίας, που συχνά παρουσιάζεται ως αναλλοίωτη από τους αιώνες «αξία», ανεξάρτητης δηλαδή από το κοινωνικοοικονομικό σύστημα, τις σχέσεις ιδιοκτησίας και την ταξική διαίρεση της κοινωνίας, που αντικειμενικά προσδιορίζουν το περιεχόμενο της οικονομικής και κοινωνικής απελευθέρωσης του ανθρώπου από την εκμετάλλευση. Αυτή η πίεση, σε συνθήκες νίκης της αντεπανάστασης και ό,τι συνεπάγεται για το κομμουνιστικό κίνημα, συχνά εκφράζεται με αναφορές αναγνώρισης του αστικού Συντάγματος και των αστικών νόμων, ακόμη και σε προγραμματικά ντοκουμέντα των ΚΚ[13]. Ετσι, ο κομμουνιστικός προσδιορισμός δε συνταιριάζει με θεμελιακές κομμουνιστικές αρχές, όπως είναι η θέση ότι «κάθε κράτος είναι μηχανή καταστολής μιας τάξης από μια άλλη τάξη»[14]. Η αντιπαράθεση οξύνεται ακόμη περισσότερο αν πάρουμε υπόψη μας πως το ζήτημα αυτό, της δήθεν «προώθησης της δημοκρατίας», είναι από τα ζητήματα «αιχμής» της ιμπεριαλιστικής ιδεολογικοπολιτικής επίθεσης, τόσο των ΗΠΑ όσο και της ΕΕ, με στόχο την επέμβαση στις εσωτερικές εξελίξεις σε μια σειρά περιοχές του πλανήτη.

Σήμερα στο έδαφος της πρώην ΕΣΣΔ αναπτύσσεται διαπάλη σε σχέση με τον ταξικό προσδιορισμό της δημοκρατίας, όπως και με τις θέσεις για την οικονομία, τις σχέσεις ιδιοκτησίας:

Αναφέρουμε ορισμένα χαρακτηριστικά παραδείγματα:

Ο πρόεδρος του ΚΚΡΟ, Γκενάντι Ζιουγκάνοφ έχει κατά καιρούς δηλώσει ότι αυτό που ξεχωρίζει τους σημερινούς Ρώσους κομμουνιστές (εννοεί του ΚΚΡΟ) από το ΚΚΣΕ που γνωρίσαμε, είναι ότι έχουν βγάλει συμπεράσματα από την ανατροπή του σοσιαλισμού και οι Ρώσοι κομμουνιστές αποδέχονται τον πολυκομματισμό. Αλλωστε, όπως εκτιμά το ΚΚΡΟ, μια από τις αιτίες που οδήγησαν στον εκφυλισμό του ΚΚΣΕ ήταν «το μονοπώλιο στην εξουσία και στην ιδεολογία»[15]. Το 1996, ο Α. Ποντμπεριόζκιν, πρόεδρος της οργάνωσης «Πνευματική κληρονομιά», συνεργαζόμενος και εκλεγμένος με το ΚΚΡΟ υποστήριζε ότι: «Το ΚΚΡΟ αποδέχτηκε τις αξίες που δε θα δεχόταν ποτέ το ΚΚΣΕ: τη δημοκρατία, την πολυκομματικότητα, την πολυ-ιδιοκτησία της οικονομίας»[16]. Και όχι τυχαία, αφού την περίοδο εκείνη υπήρχε πλήθος προεκλογικών, προγραμματικών θέσεων του ΚΚΡΟ, που επιβεβαίωναν τα παραπάνω. Βέβαια στη συνέχεια ο Α. Ποντμπεριόζκιν, αφού προσπάθησε με άλλους να διαλύσει το ΚΚΡΟ, απομακρύνθηκε από αυτό. Το ΚΚΡΟ καταδίκασε ως «πράκτορες του Κρεμλίνου», όσους προσπάθησαν από τα έσω να το διαλύσουν με το «πλεούμενο συνέδριο»[17]. Σήμερα βρίσκεται σε εξέλιξη η διαμόρφωση του νέου προγράμματός του.

Το παλιό του πρόγραμμα προβλέπει «τρία πολιτικά στάδια ειρηνικής επίτευξης των στόχων» του, όπου στο πρώτο στάδιο περάσματος προς το σοσιαλισμό θα υπάρχει «πολυ-ιδιοκτησία» στην οικονομία, στο δεύτερο θα «αρχίσει να διαφαίνεται ο ηγετικός ρόλος των σοσιαλιστικών μορφών οικονομίας» και μόνο στο τρίτο στάδιο (στο σοσιαλισμό) «θα κυριαρχήσουν οι κοινωνικές μορφές ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής».

Η γραμμή της αποδοχής του αστικού πολυκομματισμού και της αστικής «δημοκρατίας», όπως συμφέρει το κεφάλαιο, έχει εκδηλωθεί με τον ένα ή άλλον τρόπο και σε άλλα ΚΚ στο έδαφος της πρώην ΕΣΣΔ. Το αστικό ιδεολόγημα της «κοινωνίας των πολιτών» είναι δυστυχώς ένα εύπεπτο «φρούτο» που καταναλώνεται από πολλά κόμματα.

Ομως εκεί που η κατάσταση ξεπέρασε κάθε προηγούμενο είναι το φαινόμενο της Λευκορωσίας, μιας και το Κόμμα των κομμουνιστών της Λευκορωσίας (ΚκΛ) ενσωματώθηκε πλήρως στα σχέδια των ιμπεριαλιστών για την ανατροπή του προέδρου Λουκασένκο[18]. Ο Σ. Καλιάκιν, Α΄ Γραμματέας του ΚκΛ ανέλαβε μάλιστα και επικεφαλής του προεκλογικού επιτελείου του υποστηριζόμενου από ΗΠΑ-ΕΕ υποψηφίου της «ενιαίας αντιπολίτευσης», Αλ. Μιλινκέβιτς. Το επιχείρημα που χρησιμοποιεί το συγκεκριμένο κόμμα είναι ότι πρέπει πρώτα «να αποκατασταθεί η δημοκρατία», έστω με τη βοήθεια της «διεθνούς κοινότητας» (δηλαδή των ΗΠΑ και της ΕΕ) και στη συνέχεια ο λαός μόνος του θα μπορέσει «δημοκρατικά» να επιλέξει τι ακριβώς θέλει. Αραγε αυτή η τόσο εξόφθαλμη αυταπάτη είναι πραγματικά ειλικρινής ή βρίσκονται άλλα πράγματα από πίσω της; Αλήθεια για ποια «δημοκρατική επιλογή» μπορεί να κάνει λόγο ο λαός του Ιράκ που βιώνει αυτού του είδους τον ιμπεριαλιστικό «εκδημοκρατισμό»; Ποιοι είναι αυτοί που καλούνται να κάνουν εκδημοκρατισμό στη Λευκορωσία; Αυτοί που πετσοκόβουν ακόμη και αστικά δικαιώματα στην έτσι και αλλιώς περιορισμένη αστική δημοκρατία, που διαμορφώνουν τρομονόμους, υπερσύγχρονα μέσα αστυνόμευσης, που έστησαν το Γκουαντανάμο, που βασανίζουν τους κρατούμενους, που οι μυστικές υπηρεσίες τους απαγάγουν και εξαφανίζουν πολιτικούς αντιπάλους, που έχουν κάνει επιστήμη τη χειραγώγηση; Αυτοί θα εκδημοκρατίσουν τη Λευκορωσία;

Η πάλη λοιπόν για τη δημοκρατία δεν μπορεί ν’ αποσπαστεί από την πάλη για την εξουσία. Ισως είναι επίκαιρη, περισσότερο από κάθε άλλη εποχή, η θέση του Λένιν: «Μαρξιστής είναι μόνο εκείνος που επεκτείνει την αναγνώριση της πάλης των τάξεων ως την αναγνώριση της δικτατορίας του προλεταριάτου. Εδώ βρίσκεται η βαθύτερη διαφορά του μαρξιστή από το μικρό (μα και μεγάλο) αστό της αράδας. Πάνω σ’ αυτήν τη λυδία λίθο πρέπει να δοκιμάζουμε την πραγματική κατανόηση και παραδοχή του μαρξισμού»[19].

 

3. Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΘΕΣΗ ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΙΣ ΔΙΑΚΡΑΤΙΚΕΣ ΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΤΙΚΕΣ ΕΝΩΣΕΙΣ

Η καπιταλιστική παλινόρθωση και η διάλυση της Σοβιετικής Ενωσης έδωσε, εκτός των άλλων, τη δυνατότητα στις ιμπεριαλιστικές ενώσεις να διευρυνθούν, ενσωματώνοντας νέα καπιταλιστικά κράτη, ενώ άλλα βρίσκονται στη διαδικασία ενσωμάτωσης. Τα κομμουνιστικά και εργατικά κόμματα στις χώρες που προήλθαν από την ΕΣΣΔ δεν έχουν ενιαία πολιτική απέναντι στο ζήτημα της ένταξης των χωρών τους στις διάφορες διακρατικές ιμπεριαλιστικές ενώσεις. Ως προς την ένταξη στο ΝΑΤΟ υπάρχει ισχυρότερο ρεύμα αντίθεσης, που δε συνδέεται μόνο με τις σημερινές αντιθέσεις της Ρωσίας με αυτό (και την ηγέτιδα δύναμη τις ΗΠΑ), τα αντανακλαστικά του διαμορφώθηκαν όσο υπήρχε η ΕΣΣΔ, σε αντίθεση θα λέγαμε με τη στάση απέναντι στην ΕΟΚ. Η πολιτική θέση ως προς την ένταξη στην ΕΕ και στις άλλες ιμπεριαλιστικές οργανώσεις ποικίλλει. Π.χ. ήδη αναφέραμε τη στάση του ΚΚΔΜ, που τάσσεται αναφανδόν υπέρ της ένταξης της Μολδαβίας στην ΕΕ και μάλιστα αυτό ήταν το κύριο προεκλογικό του σύνθημα: «Ψήφισε ΕΕ, ψήφισε ΚΚΔΜ». Στον αντίποδα ήταν το Σοσιαλιστικό Κόμμα Λετονίας και το Σοσιαλιστικό Κόμμα Λιθουανίας, που στις χώρες τους και κατά τη διάρκεια του δημοψηφίσματος ήταν οι μόνες συγκροτημένες πολιτικές δυνάμεις που τάχθηκαν ενάντια στην ένταξη στην ΕΕ. Χωρίς να σημαίνει ότι αυτή η θέση τους ήταν απαλλαγμένη από απλουστεύσεις, ήταν σαφώς σε αντιιμπεριαλιστική - αντιμονοπωλιακή κατεύθυνση και έπαιρνε υπόψη την ταξική φύση του ευρωπαϊκού ιμπεριαλιστικού κέντρου.

Γύρω από τη θέση ένταξης στο ΝΑΤΟ και την ΕΕ οξύνθηκε η διαπάλη στην Ουκρανία. Οι «πορτοκαλί» δυνάμεις, δηλαδή «Η Ουκρανία μας», του Προέδρου Β. Γιούστσενκο, το «ΜΠΙΟΥΤ» της πρώην πρωθυπουργού Γ. Τιμοσένκο και το «Σοσιαλιστικό Κόμμα Ουκρανίας» του Α. Μορόζ τάχθηκαν υπέρ της ενσωμάτωσης στους «ευρω-ατλαντικούς οργανισμούς». Οι «γαλάζιοι», δηλαδή το «Κόμμα των περιοχών» του πρώην πρωθυπουργού Β. Γιανουκόβιτς και το «Προοδευτικό Σοσιαλιστικό Κόμμα Ουκρανίας» της Ν. Βιτρένκο, τάχθηκαν ενάντια και διακήρυξαν ότι η Ουκρανία έπρεπε να είναι με την πλευρά της Ρωσίας και αν σε τελική φάση έπρεπε να ενταχθεί σε αυτούς τους οργανισμούς, αυτό να γινόταν ταυτόχρονα με τη Ρωσία, για λόγους οικονομικούς, γεωπολιτικούς, πολιτιστικούς, θρησκευτικούς κ.ά.

Ποια στάση κράτησε απέναντι σε αυτή την αντιπαράθεση το Κομμουνιστικό Κόμμα Ουκρανίας (ΚΚΟ);

Στις 20 Απριλίου 2005 το ΚΚΟ πραγματοποίησε μια εκδήλωση με τον τίτλο «Στρογγυλό τραπέζι: Ευρω-ολοκλήρωση, τα υπέρ και τα κατά», στην οποία συμμετείχαν εκπρόσωποι ευρωπαϊκών ΚΚ[20], αλλά και εγχώριοι τεχνοκράτες. Ανοίγοντας τις εργασίες ο Α΄ Γραμματέας της ΚΕ του ΚΚΟ, Πιότρ Σιμονιένκο, σημείωσε ότι το ΚΚ Ουκρανίας «δεν είναι ενάντια στον ευρωπαϊκό προσανατολισμό της Ουκρανίας, όπως αδίκως το κατηγορούν, αλλά θεωρεί πως η χώρα δεν είναι έτοιμη για κάτι τέτοιο, ότι στη δεδομένη στιγμή για την οικονομία είναι πιο συμφέρουσα η ολοκλήρωση στα πλαίσια του Ενιαίου Οικονομικού Χώρου (ΕΟΧ) με τη Ρωσία». Στο 39ο συνέδριο του ΚΚ Ουκρανίας (25-26 Ιουνίου 2005) ο Π. Σιμονιένκο, παρουσιάζοντας τον Πολιτικό απολογισμό δράσης της απερχόμενης ΚΕ, σημείωσε μεταξύ άλλων τα εξής: «Η ένταξη στο ΝΑΤΟ θα μετατρέψει τη χώρα μας σε «δούρειο ίππο» για την προώθηση των συμφερόντων αυτού του επιθετικού μπλοκ προς Ανατολάς και μπορεί να οδηγήσει στη διακοπή των φιλικών σχέσεων με τη Ρωσία (…) Η θέση των κομμουνιστών σχετικά με την ένταξη της Ουκρανίας στην ΕΕ και στον ΠΟΕ και στους άλλους διεθνείς οργανισμούς είναι η εξής: Η Ουκρανία πρώτα απ' όλα θα πρέπει να επιστρέψει στον εαυτό της τη δόξα και το καθεστώς του υψηλά αναπτυσσόμενου βιομηχανικο-αγροτικού κράτους, ώστε, με το κύρος ενός τέτοιου καθεστώτος, να είναι ίση μεταξύ ίσων σε συμφέρουσες για την ίδια διεθνείς οργανώσεις»[21].

Η συζήτηση στους «κόλπους» του ΚΚΟ έχει ξεκινήσει εδώ και καιρό. Ο Γ. Μαρμάζοφ, μέλος της ΚΕ και βουλευτής, σημείωσε πριν 4 χρόνια, όταν για πρώτη φορά μπήκε καθαρά το ζήτημα της προοπτικής ένταξης της Ουκρανίας στο ΝΑΤΟ και την ΕΕ, ότι το «ΚΚΟ θεωρεί δυνατή την ένταξη της Ουκρανίας στο ΝΑΤΟ, αν αυτή γίνει μαζί με τη Ρωσία, παίρνοντας υπόψη τη διαδικασία προσέγγισης της Ρωσικής Ομοσπονδίας με το Βορειοατλαντικό Σύμφωνο». Ο ίδιος πρόσθεσε πως «το ΚΚΟ υποστηρίζει την ευρω-ολοκλήρωση, αφού αυτή είναι η προοπτική μας», απλώς «η ουκρανική οικονομία δεν είναι έτοιμη να ενωθεί με τις ευρωδομές ως ισότιμος εταίρος κι αυτή η διαδικασία μπορεί να πάρει 15-20 χρόνια»[22].

Περίπου σε αυτά όμως τα πλαίσια εκλαϊκευόταν η θέση του ΚΚΟ από τα στελέχη του και λίγο πριν τις τελευταίες βουλευτικές εκλογές (κατά τις οποίες το εκλογικό ποσοστό του συρρικνώθηκε από 20% σε 3,6%). Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η τοποθέτηση του Γκ. Κριουτσκόφ, μέλους της ΚΕ, βουλευτή του ΚΚΟ κι επικεφαλής της Επιτροπής εθνικής ασφαλείας και άμυνας της ουκρανικής βουλής, σε συνέντευξή του στο γερμανικό δίκτυο DW-WORLD.DE: «Συχνά παρουσιάζουν τους κομμουνιστές ως πολέμιους κάθε προσέγγισης με την Ευρώπη. Αυτό είναι εντελώς λαθεμένο. Οι κομμουνιστές θέλουν η Ουκρανία να έχει ευρωπαϊκό προσανατολισμό, ώστε αυτή να γίνει μέλος της ΕΕ. Αλλά οι κομμουνιστές καταλαβαίνουν πως αυτό δεν είναι σήμερα καθόλου ρεαλιστικό. Η ουσία είναι ότι οι άνθρωποι θέλουν να ζήσουν όπως στην Ευρώπη. Αυτό είναι το κύριο. Για να γίνει κάτι τέτοιο χρειάζεται να έχουμε τέτοια οικονομία, όπως αυτή της Ευρώπης, μια ανάλογη κοινωνική σφαίρα, μας χρειάζεται να έχουμε τουλάχιστον ένα αντίστοιχο επίπεδο λειτουργίας των δημοκρατικών θεσμών. Ρεαλιστικότατα αντιμετωπίζουμε τα πράγματα. Κανείς δεν μας περιμένει σήμερα στην Ευρώπη. Αλλά πρέπει να αναπτύξουμε την οικονομία μας, να εξασφαλίσουμε την αύξηση του βιοτικού επιπέδου, και σ’ αυτήν την κατάσταση η σωτηρία μας είναι μόνο η διεύρυνση των σχέσεών μας με τη Ρωσία και τις άλλες πρώην σοβιετικές δημοκρατίες»[23]. Στην ίδια συνέντευξη ο ίδιος διαμορφώνει ως εξής τη θέση του κόμματός του σχετικά με την ένταξη στο ΝΑΤΟ: «Δε θα ήμασταν αντίθετοι να ενταχθούμε στο ΝΑΤΟ, αλλά μαζί με τη Ρωσία. Βέβαια πιο καλή και σωστή στο σημερινό στάδιο θα ήταν η μη συμμετοχή μας σε στρατιωτικά μπλοκ».

Από τα παραπάνω γίνεται φανερό ότι έχουμε μια πολιτική γραμμή που τη χαρακτηρίζει η έλλειψη ταξικής προσέγγισης της ΕΕ και του ΝΑΤΟ, που δεν αξιολογεί τον ιμπεριαλιστικό, αντεργατικό χαρακτήρα τους. Ταυτόχρονα ο γεωγραφικός προσδιορισμός της «Ευρώπης» ταυτίζεται με την ιμπεριαλιστική διακρατική ΕΕ. Η ίδια μεθοδολογία διαπερνά και τις θέσεις περί «ανάπτυξης της οικονομίας». Το ίδιο και η αναφορά στα λεγόμενα «δημοκρατικά πρότυπα» της ΕΕ δε φαίνεται να αξιολογεί, π.χ. την απαγόρευση ΚΚ σε μια σειρά κράτη-μέλη της ΕΕ (Λετονία, Λιθουανία, Εσθονία, Ρουμανία) ή τις αντικομμουνιστικές διώξεις σε άλλα κράτη-μέλη της ΕΕ ή το γεγονός ότι μεγάλα τμήματα του πληθυσμού στις βαλτικές χώρες δεν έχουν καν πολιτικά δικαιώματα. Εκεί όμως που η αταξική προσέγγιση οδηγεί σε πραγματικό «κατήφορο» είναι η στάση απέναντι στη σημερινή Ρωσία, που κάνει έναν κομμουνιστή να δηλώνει ότι δεν έχει πρόβλημα με το ΝΑΤΟ και την ΕΕ, αν συμμετέχει και η Ρωσία. Ακόμη όμως και αν υποθέσουμε ότι η σημερινή καπιταλιστική Ρωσία ενσωματωνόταν στο ΝΑΤΟ, ακόμη και αν άλλαζε ο συσχετισμός σ’ αυτό, σίγουρα δε θα άλλαζε ο ιμπεριαλιστικός χαρακτήρας του.

Ο μη σαφής διαχωρισμός από τον ευρωμονόδρομο, ακόμη και τη ΝΑΤΟϊκή προοπτική, έστρωσε το έδαφος πλήρους χειραγώγησης των μαζών από την «πορτοκαλί» συμμαχία (που προπαγάνδιζε την «ευρωπαϊκή χλιδή» με την ένταξη στην ΕΕ) και τη «γαλάζια» (που στο όνομα της ρεαλιστικότητας και των παραδοσιακών δεσμών με τη Ρωσία τασσόταν υπέρ της συμπόρευσης σε όλα με τη Ρωσία).

 

4. Η ΘΕΣΗ ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΗΝ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΤΙΚΗ ΡΩΣΙΑ

Σοβαρό ζήτημα, που απασχολεί το κομμουνιστικό κι εργατικό κίνημα της πρώην ΕΣΣΔ (συμπεριλαμβανομένης και της Ρωσίας), είναι η εκτίμηση του σημερινού καθεστώτος της Ρωσίας και επομένως η πολιτική στάση απέναντι σε αυτό. Η κατάσταση αυτή περιπλέκεται ακόμη περισσότερο από τη στιγμή που ο σημερινός πρόεδρος της Ρωσίας, ενώ συμμετέχει στους ιμπεριαλιστικούς οργανισμούς (G-8) ή συνεργάζεται και συνδιαλέγεται με αυτούς (βλ. ΝΑΤΟ, ΠΟΕ κλπ.), αναπτύσσει μια «αντιδυτική» ρητορική, με αιχμή την πάλη απέναντι στις δυτικές διαθέσεις για διαμελισμό της Ρωσίας, συγκροτώντας πλήθος συμμαχιών (οικονομικών, αμυντικών, κυρίως με χώρες από την πρώην ΕΣΣΔ και την Κίνα).

Τα παραπάνω δείχνουν κοντά στα άλλα και την ανάπτυξη και όξυνση αντιθέσεων της Ρωσίας με τα κράτη που βρίσκονται στην κορυφή της ιμπεριαλιστικής πυραμίδας.

Μέχρι στιγμής στους κόλπους του κομμουνιστικού κινήματος της Ρωσίας δεν υπάρχει ομοιογένεια στην ανάλυση και εκτίμηση της κατάστασης και επομένως στην πολιτική απέναντι στο καθεστώς. Ετσι από τη μια εμφανίζονται οι λεγόμενοι «κόκκινοι πουτινιστές», δηλαδή όσοι με «αριστερή» και «αντιιμπεριαλιστική» επιχειρηματολογία στηρίζουν τον Πούτιν και ζητάνε να κάνει το ίδιο και το κομμουνιστικό κίνημα και από την άλλη όσοι υποστηρίζουν τη συγκρότηση μιας «μεγάλης αντιπολίτευσης» με στόχο την ανατροπή του «καθεστώτος Πούτιν, αυτής της επιτροπής διάλυσης της Ρωσίας»[24], όπως την έχει χαρακτηρίσει ο Γκ. Ζιουγκάνοφ.

Το Κομμουνιστικό Κόμμα Ρωσικής Ομοσπονδίας (ΚΚΡΟ) στο 10ο συνέδριό του σημείωνε: «Μετά την εξαφάνιση του σοβιετικού πολιτικού συστήματος και της οικονομικής βάσης του, η χώρα δοκιμάστηκε από μια περίοδο χαοτικής ληστείας της οικονομίας και κομματιών της εξουσίας, από μια άνευ προηγουμένου διαφθορά. Εμφανίστηκε μια παρασιτική εγκληματική τάξη, ο γιελτσινισμός. Η αντικατάσταση του Γιέλτσιν από τον Πούτιν έγινε εξαιτίας της αναγκαιότητας να ξεριζωθούν τα υπολείμματα του σοβιετικού τρόπου ζωής και να χαθεί για τη χώρα η αριστερή εναλλακτική διέξοδος από την κρίση. Ανεπιστρεπτί να σπρωχθεί η Ρωσία στην περιφέρεια της Δύσης ως εξάρτημά της. Επί της ουσίας άρχισε ένα νέο στάδιο της αντεπανάστασης, περισσότερο σκληρό και θρασύ»[25].

Το ΚΚΡΟ εκτιμά πως κυβερνά η γραφειοκρατία εξαιτίας της αδυναμίας της αστικής τάξης και μάλιστα χαρακτηρίζει το σημερινό καθεστώς στη Ρωσία ως «βονοπαρτικό»[26]. Σε ό,τι αφορά τις αντιθέσεις με άλλες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις, τα στελέχη του ΚΚΡΟ τις χαρακτηρίζουν ως «άνευ ουσίας», δηλαδή κινήσεις για «εσωτερική κατανάλωση»[27].

Εδώ πάντως να σημειώσουμε ότι αυτή την περίοδο το ΚΚΡΟ επεξεργάζεται το νέο του Πρόγραμμα, όπου αυτά τα ζητήματα επανεξετάζονται! Ετσι το τελευταίο διάστημα υπάρχουν αρκετά ντοκουμέντα του ΚΚΡΟ που μάλλον έρχονται σε αντίθεση μεταξύ τους.

Σε πρόσφατη απόφαση του Προεδρείου της ΚΕ του ΚΚΡΟ «Για τις βασικές αρχές σχέσεων των δομών του ΚΚΡΟ με τα όργανα εκτελεστικής κι αντιπροσωπευτικής εξουσίας», γίνεται η εξής αναφορά σχετικά με το κυρίαρχο καθεστώς στη Ρωσία: «Το 10ο και 11ο συνέδριο του ΚΚΡΟ έχουν χαρακτηρίσει το υπάρχον καθεστώς εξουσίας ως εκπρόσωπο και υπερασπιστή των συμφερόντων του μεγάλου κεφαλαίου και των διεφθαρμένων κρατικών υπαλλήλων. Η εξουσία, κρύβοντας τις πράξεις της με την πατριωτική ρητορική, συνεχίζει με σταθερότητα να ακολουθεί την αδιέξοδη φιλελεύθερη πολιτική (…) Ταυτόχρονα το κόμμα αντικειμενικά εκτιμά εκείνα ή τα άλλα πραγματιστικά βήματα της εξουσίας στη διεθνή αρένα, ως μέτρα του Κρεμλίνου για την υπεράσπιση των συμφερόντων των κρατικομονοπωλιακών ομάδων στη Ρωσία»[28].

Αντίθετα, σε πολυσέλιδη εισήγηση του Γκ. Ζιουγκάνοφ στην «Πανρωσική επιστημονικο-πρακτική συνδιάσκεψη», που διοργάνωσε το Κομμουνιστικό Κόμμα Ρωσικής Ομοσπονδίας (ΚΚΡΟ) με θέμα «Οι κομμουνιστές και το ρωσικό ζήτημα», γίνονται οι εξής εκτιμήσεις:

«Στις συνθήκες που έχουν διαμορφωθεί η γραμμή για τη σωτηρία της Ρωσίας απέκτησε χαρακτηριστικά εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα. Αυτό καθορίζεται από τα παρακάτω σημεία-κλειδιά: Πρώτον, η αμερικάνικη παγκοσμιοποίηση σήμερα προσπαθεί όχι απλώς να εκμεταλλευθεί τη Ρωσία, αλλά επιδιώκει να εξαφανίσει την κρατική της υπόσταση, να καταπατήσει την κυριαρχία της, να διαλύσει τις βάσεις ύπαρξης του ρωσικού και των άλλων λαών της Ρωσίας. Το πρώτο βήμα, που ήταν η διάλυση της ΕΣΣΔ, ολοκληρώθηκε. Το δεύτερο στάδιο, που έχει στόχο το διαμελισμό της Ρωσικής Ομοσπονδίας, προωθείται γοργά. Μπορεί να αποκοπεί αν ξεσηκωθεί ένα λαϊκό-πατριωτικό κίνημα υπό την ηγεσία του ΚΚΡΟ. Δεύτερον, η νέα τάξη των μεγάλων καπιταλιστών ιδιοκτητών, που διαμορφώθηκε στη μετασοβιετική Ρωσία, όχι μόνο δεν έχει ρίζες στο εθνικό, πολιτιστικό και ιστορικό έδαφος της χώρας μας, αλλά αποτελεί μόλις μια ομάδα «εκτελεστών» του πολυεθνικού κεφαλαίου. Επί της ουσίας αποτελεί μια εκσυγχρονισμένη εκδοχή της κομπραδόρικης αστικής τάξης. Τρίτον, κίνητρο όλης της «πολιτικής των μεταρρυθμίσεων», που πραγματοποιείται από την κυρίαρχη τάξη είναι η οικονομική απαλλοτρίωση και η κοινωνική λουμπενοποίηση της βασικής μάζας του πληθυσμού της Ρωσίας, καθώς επίσης η συστηματική καταστροφή του πολιτισμού, της γλώσσας και των παραδοσιακών αξιών και προσανατολισμών του. Επί της ουσίας λόγος μπορεί να γίνει για πολιτική γενοκτονίας σε βάρος του λαού της Ρωσίας, πρώτα απ’ όλα σε βάρος του ρωσικού λαού που αποτελεί την εθνικο-κρατική βάση».

Με βάση τα παραπάνω, σημειώνει ο Γκ. Ζιουγκάνοφ πως «κύριος στόχος του κόμματός μας είναι η σωτηρία του ρώσικου λαού. Και μαζί μ’ αυτού του ρωσικού κράτους, όλων των λαών που εντάσσονται σ’ αυτό το μεγαλοπρεπές ψηφιδωτό, της μεγάλης κρατικής μας υπόστασης». Και στα μέτρα που προτείνει (στη βάση των αποφάσεων του 10ου συνεδρίου του ΚΚΡΟ) είναι «η πραγματικά ισότιμη εκπροσώπηση των Ρώσων και των άλλων λαών της Ρωσίας στα κρατικά όργανα εξουσίας από κάτω ως τα πάνω (…) Η λήψη μέτρων που θα τιμωρούν με κάθε αυστηρότητα τη ρωσοφοβία ως εξτρεμιστική μορφή ανάφλεξης του διεθνικού μίσους. Η αναλογική εκπροσώπηση των Ρώσων στον τομέα της πληροφόρησης και του πολιτισμού. Ιδιαίτερα στα ΜΜΕ. Η ισότητα δυνατοτήτων για τους ρώσους και τους άλλους λαούς της Ρωσίας στον τομέα της επιχειρηματικής δραστηριότητας…» και άλλα ανάλογα μέτρα, που καταλήγουν στη ρήση ότι …«η λύση του ρωσικού ζητήματος είναι ο σοσιαλισμός»[29].

Από τη μεριά του το Κομμουνιστικό Εργατικό Κόμμα Ρωσίας (ΚΕΚΡ-ΚΚΡ) αντικρούει την παραπάνω προσέγγιση του σημερινού ρωσικού κράτους και των κοινωνικοπολιτικών εξελίξεων. Κατηγορεί το ΚΚΡΟ ότι «διολισθαίνει σε μη μαρξιστικές θέσεις (…) κάποιου κρατικού πατριωτισμού και του ρωσικού ιδεαλισμού (…) αγνοώντας επιδεικτικά το αλφάβητο του επιστημονικού κομμουνισμού»[30]. Αντίθετα λοιπόν, το ΚΕΚΡ-ΚΚΡ, χωρίς να αμφισβητεί τη χειροτέρευση του βιοτικού, πολιτιστικού επιπέδου των εργαζομένων σε σχέση με την περίοδο του σοσιαλισμού ή χωρίς να απορρίπτει την ανάλυση των συνεπειών του καπιταλισμού που κάνει το ΚΚΡΟ για τη ζωή του λαού, όπως και για τις επιθετικές προθέσεις που έχουν οι ΗΠΑ κι άλλες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις κατά της σημερινής Ρωσίας[31], εκτιμά ότι: «Ο ρώσικος ιμπεριαλισμός είναι συγκριτικά νέος και σε πολλά ακόμη αδύνατος, εξαρτημένος από το παγκόσμιο χρήμα και σε αντιπαράθεση με τα ξένα κεφάλαια, όμως παρ’ όλα αυτά είναι ιμπεριαλισμός, που αυξάνεται και που ήδη έχει ορέξεις για εξωτερική εξάπλωση. Κι εδώ δεν είναι μόνο το πετρέλαιο, το φυσικό αέριο, οι πρώτες ύλες, αλλά είναι και η πώληση εξοπλισμών, αξίας 6 δισεκατομμυρίων δολαρίων ετησίως, είναι και η θέληση των ρωσικών κεφαλαίων να συμμετάσχουν στην εκμετάλλευση των πιο αδύνατων κρατών: της Ουκρανίας, των χωρών της Κεντρικής Ασίας, του Ιράν και άλλων. Είναι επίσης η όλο και μεγαλύτερη χρησιμοποίηση ξένης εργατικής δύναμης στη Ρωσία»[32].

Οι εκτιμήσεις των ΚΚ για το καθεστώς στη Ρωσία καθορίζουν τη διαμόρφωση της πολιτικής τους, τις συμμαχίες τους, το πλαίσιο πάλης για το κίνημα κλπ. Και εδώ υπάρχουν σημαντικές διαφοροποιήσεις. Από τη μεριά όσων δηλώνουν ότι διαφωνούν με την «εσωτερική πολιτική» Πούτιν, αλλά συμφωνούν με την εξωτερική και τη στηρίζουν, όπως το λεγόμενο ρεύμα των «κόκκινων πουτινιστών» και το κεντροαριστερό κόμμα «Ρόντινα» («Πατρίδα») που βασικά κινείται σε αυτή τη λογική, έως εκείνων που προτάσσουν τα ζητήματα του αυταρχισμού, της δημοκρατίας και καλούν σε ένα κοινό μέτωπο όλων των δυνάμεων της αντιπολίτευσης για την ανατροπή του «καθεστώτος Πούτιν».

Μεταξύ των δύο βασικών ΚΚ της Ρωσίας υπάρχουν κάτι παραπάνω από σοβαρές «αποχρώσεις» στην ανάλυση του σημερινού καθεστώτος. Το ΚΕΚΡ-ΚΚΡ κάνει λόγο για «ρωσικό ιμπεριαλισμό», έστω και αδύνατο, αλλά συγκροτημένο και με αντιθέσεις με τις ισχυρότερες δυνάμεις του ιμπεριαλιστικού συστήματος, ενώ το ΚΚΡΟ κάνει λόγο για «τη συνέχιση επί Πούτιν της καπιταλιστικής παλινόρθωσης, που πήρε νέα χαρακτηριστικά, έγινε πιο επιθετική» και όπου «το κυρίαρχο καθεστώς συνεχίζει τη γιελτσινική πολιτική των αντικοινωνικών, ριζοσπαστικο-φιλελεύθερων μεταρρυθμίσεων σε πιο σκληρή μορφή» και ότι «ο συσχετισμός των πολιτικών δυνάμεων στη χώρα άλλαξε υπέρ της γραφειοκρατίας, η εξουσία παίρνει χαρακτηριστικά αυταρχισμού»[33]. Το ΚΚΡΟ ταυτίζει τη λεγόμενη «ρώσικη ιδέα» με την υπόθεση του σοσιαλισμού στη Ρωσία, που αναδεικνύεται τόσο στο Πρόγραμμά του, όσο και σε πρόσφατα υλικά του. Από τη μια αναπτύσσει κοινές πρωτοβουλίες, π.χ. με το κεντροδεξιό «Γιάμπλακο» στα ζητήματα της δημοκρατίας, ενάντια στον αυταρχισμό των αρχών, υπέρ της τήρησης της εκλογικής νομοθεσίας και από την άλλη δε βλέπει αρνητικά τη συμπόρευση με εθνικιστικές δυνάμεις, όπως είναι π.χ. το Εθνικό-μπολσεβίκικο κόμμα Ρωσίας (ΕΜΚΡ), που χρησιμοποιεί ως σύμβολο το μαύρο σφυροδρέπανο σε κόκκινο κύκλο (παραπέμποντας στον αγκυλωτό σταυρό). Είναι χαρακτηριστικό ότι στην επίσημη ιστοσελίδα του ΚΚΡΟ τον τελευταίο χρόνο υπάρχει σύνδεσμος που παραπέμπει στη σελίδα αυτού του εθνικιστικού κόμματος. Οι αναφορές του ΚΚΡΟ και των στελεχών του σε «αντιλαϊκό καθεστώς», «γραφειοκρατία», «συνέχιση της καπιταλιστικής παλινόρθωσης», «κυβέρνηση που είναι επιτροπή διάλυσης της Ρωσίας», σε «πολιτική γενοκτονίας των Ρώσων» κ.ά., ενισχύει τις διάφορες προσπάθειες, εξωτερικές κι εσωτερικές, να «σπρωχτεί» το ΚΚΡΟ σ' ένα μπλοκ «αντι-Πούτιν».

Οι διαφοροποιήσεις στην εκτίμηση της εσωτερικής κατάστασης δυσκολεύουν και τη σύμπτωση σε κοινούς στόχους πάλης και βέβαια στη διαμόρφωση «κοινωνικοοικονομικού προγράμματος», που θα ένωνε τις κομμουνιστικές δυνάμεις. Οπως π.χ. τόνισε ο οικονομολόγος Φ. Κλοτσβόγκ, που συμμετείχε στην ανάλογη συζήτηση αυτού του προγράμματος, τα μέτρα που προτείνονταν με τον τίτλο «μεταβατικό στάδιο» δεν είναι ξεκάθαρο σε τι αναφέρονταν, στη μετάβαση από το σημερινό καπιταλισμό σ' έναν άλλο καλύτερο καπιταλισμό ή στη μετάβαση από τον καπιταλισμό στο σοσιαλισμό[34].

Σε αντίθεση με τα παραπάνω το ΚΕΚΡ-ΚΚΡ απορρίπτει την ιδέα της σταθερής «μετωπικής» συνεργασίας τόσο με το κεντροδεξιό «Γιάμπλακο» όσο και με άλλες «αντιπολιτευτικές» δυνάμεις της Ρωσίας, όπως και με το ΕΜΚΡ, με το οποίο έχει ανοίξει ιδεολογικοπολιτικό μέτωπο από τις σελίδες της εφημερίδας του. Ετσι το ΚΕΚΡ-ΚΚΡ εστιάζει τις προσπάθειές του στην ανασυγκρότηση του εργατικού-συνδικαλιστικού κινήματος και ζητά «μετωπικές» συνεργασίες με άλλες μικρότερες αριστερές και κομμουνιστικές δυνάμεις και ταξικές συσπειρώσεις στον εργατικό-συνδικαλιστικό χώρο.

Ολα τα παραπάνω δείχνουν ότι είναι μακρύς και δύσβατος ο δρόμος ιδεολογικής, πολιτικής και οργανωτικής ανάπτυξης και ενότητας του κομμουνιστικού κινήματος στο χώρο της πρώην ΕΣΣΔ. Φυσικά αυτή η διαπίστωση αφορά γενικότερα το κομμουνιστικό κίνημα. Αυτή την εκτίμηση δεν την κάνουμε εκ του ασφαλούς, από θέση υπεροχής. Συναισθανόμαστε την ευθύνη της συντροφικής αλλά και αυτοτελούς προσέγγισης των εξελίξεων.



Ο Ελισαίος Βαγενάς είναι μέλος της ΚΕ του ΚΚΕ, μέλος του Τμήματος Διεθνών Σχέσεων.

[1] Τα παραπάνω στοιχεία υπάρχουν στην τοποθέτηση του Β. Τιούλκιν, Α΄ Γραμματέα του ΚΕΚΡ-ΚΚΡ, κατά τη διάρκεια της Διεθνούς Συνάντησης των ΚΚ το Νοέμβριο του 2005, στην Αθήνα.

[2] «ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ», 21.4.2006.

[3] Στοιχεία «Από την οικονομία της μεταβατικής περιόδου στην οικονομία της ανάπτυξης», Εκθεση για την κατάσταση της ρωσικής οικονομίας, επεξεργασμένη από ομάδα εμπειρογνωμόνων της Παγκόσμιας Τράπεζας, www.worldbank.org.

[4] Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του ΟΗΕ (Εκθεση του ΓΓ του ΟΗΕ, Κόφι Αννάν, προς την 39η Σύνοδο της αρμόδιας επιτροπής του ΟΗΕ για τον πληθυσμό και την ανάπτυξη) το 2006 στη Ρωσία υπάρχουν 12,1 εκατομμύρια μετανάστες, κυρίως από τις πρώην σοβιετικές Δημοκρατίες, μετατρέποντας τη Ρωσία στη δεύτερη χώρα στον κόσμο σε αριθμό μεταναστών, μετά τις ΗΠΑ, όπου υπάρχουν 38,4 εκατομμύρια μετανάστες, σύμφωνα με την ίδια πηγή.

[5] Γκενάντι Ζιουγκάνοφ: «Οι κομμουνιστές και οι τάξεις στη Ρωσία», ΚΟΜΕΠ 6/2004.

[6] Βίκτορ Τιούλκιν: «Στο σωστό δρόμο ...σε λάθος κατεύθυνση», ΚΟΜΕΠ 6/2004.

[7] «Από την οικονομία της μεταβατικής περιόδου στην οικονομία της ανάπτυξης», έκθεση για την κατάσταση της ρωσικής οικονομίας επεξεργασμένη από ομάδα εμπειρογνωμόνων της ΠΤ, www.worldbank.org.
Εδώ αξίζει να σημειώσουμε πως όταν αναφέρουν στην εργασία τους «εμπορικές υπηρεσίες» οι εμπειρογνώμονες της ΠΤ διευκρινίζουν ότι εντάσσουν τις μεταφορές, τις τηλεπικοινωνίες, το εμπόριο, το χρηματοπιστωτικό σύστημα, ενώ όταν αναφέρουν «Μη εμπορικές υπηρεσίες», εννοούν τις κοινωνικές υπηρεσίες της υγείας, παιδείας, τις δημοτικές υπηρεσίες, αλλά και τη δημόσια διοίκηση. Εννοείται πως μια σειρά κλάδοι που η αστική στατιστική τους περνά στις «υπηρεσίες» είναι στην πραγματικότητα κλάδοι της βιομηχανίας. Από την άλλη, όπως σημειώνεται στην ίδια έκθεση της ΠΤ, η αύξηση των εργαζομένων στον κλάδο των «Μη εμπορικών υπηρεσιών», σε σχέση με τη σοσιαλιστική περίοδο οφείλεται στην αύξηση του διοικητικού μηχανισμού, ιδιαίτερα στις πιο καθυστερημένες οικονομικά περιοχές της Ρωσίας. Εκεί η αύξηση της πρόσληψης προσωπικού με χαμηλό επίπεδο μόρφωσης σε κατώτερες ή μεσαίες θέσεις του διοικητικού μηχανισμού ή σε θέσεις εξυπηρέτησης του διοικητικού μηχανισμού (π.χ. καθαρίστριες, βοηθητικό τεχνικό προσωπικό, οδοκαθαριστές κλπ.) χρησιμοποιείται ως μέθοδος εκτόνωσης της κοινωνικής έντασης, αφού οι άνθρωποι αυτοί δυσκολεύονται να βρουν εργασία σε άλλους τομείς.

[8] Το Μάρτιο του 2006, σε συνεδρίαση της Κοινοβουλευτικής Ομάδας του Κομμουνιστικού Κόμματος Ρωσικής Ομοσπονδίας (ΚΚΡΟ) πραγματοποιήθηκε συζήτηση για το σχέδιο «κοινωνικοοικονομικού προγράμματος» του κόμματος, που επεξεργάστηκε σχετική κομματική επιτροπή. Σε συνέντευξή του ο Βίκτωρ Τιούλκιν, Α΄ Γραμματέας της ΚΕ του Κομμουνιστικού Εργατικού Κόμματος Ρωσίας (ΚΕΚΡ-ΚΚΡ), που έχει εκλεγεί βουλευτής με το ΚΚΡΟ και συμμετέχει στην κοινοβουλευτική του ομάδα, σημείωνε σχετικά με την προσπάθεια αυτή: «Η ομάδα Εργασίας έκανε ένα θεμελιακό λάθος στην εργασία της: «Θέσαμε ως στόχο να διαμορφώσουμε όχι ένα πολιτικό, αλλά ένα καθαρά οικονομικό πρόγραμμα», δήλωσε σχετικά με τους σκοπούς της εργασίας, ο Νικολάι Αριφέεβ, μέλος της Γραμματείας της ΚΕ του ΚΚΡΟ. Ομως κάθε μαρξιστής γνωρίζει ότι είναι αδύνατο να αποσπάσουμε την οικονομία από την πολιτική, ότι η πολιτική είναι η συμπυκνωμένη έκφραση της οικονομίας κλπ. Πρόκειται για το αλφάβητο του μαρξισμού! Από τη στιγμή που οι συγγραφείς παραιτήθηκαν από τη διαλεκτική της μαρξιστικής ταξικής μεθοδολογίας, κατέληξαν να φτιάξουν ένα κείμενο που απλά θα λέγαμε ότι μοιάζει με έκθεση ιδεών με θέμα: “Αν εγώ ήμουν πρόεδρος…”». Εφημερίδα «ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ», 9.04.2006. «Χάνεται η «πυξίδα» όταν η οικονομία διαχωρίζεται από την πολιτική». Συνέντευξη του Α΄ Γραμματέα της ΚΕ του ΚΕΚΡ-ΚΚΡ στην εφημερίδα «Εργαζόμενη Ρωσία», σχετικά με το σχέδιο «κοινωνικοοικονομικού προγράμματος» του ΚΚΡΟ.

[9] Β. Ι. ΛΕΝΙΝ., τ. 14, σελ. 390.

[10] Πρόταση Απόφασης του Συμβουλίου «Για την παροχή συμπληρωματικής μακροοικονομικής χρηματοδοτικής συνδρομής στη Μολδαβία» Βρυξέλλες, 02.10.2002, COM(2002) 538 τελικό.

[11] «Η Μολδαβία ενεργοποιεί τις σχέσεις με το ΝΑΤΟ», 15.3.2006, http://www.regions.ru/news/1959604/

[12] Β. Ι. ΛΕΝΙΝ: «Κράτος κι επανάσταση», τ. 33, σελ. 145.

[13] Στο Καταστατικό, π.χ. του Κόμματος των Κομμουνιστών της Δημοκρατίας της Μολδαβίας τόσο στο προοίμιο, όσο και στο άρθρο 1, παρ. 4, υπογραμμίζεται πως τα μέλη του ΚΚΔΜ «δρουν σε αυστηρή αντιστοιχία με το Σύνταγμα και τους νόμους της Δημοκρατίας της Μολδαβίας».

[14] Β. Ι. ΛΕΝΙΝ: «Η προλεταριακή επανάσταση και ο αποστάτης Κάουτσκι», τ. 37, σελ. 103.

[15] Πρόγραμμα ΚΚΡΟ.

[16] http://www.igpi.ru/monitoring/1047645476/jun1996/comm.html

[17] Στις 3 Ιουλίου του 2004 ομάδα των διασπαστών του ΚΚΡΟ, ανάμεσά τους μέλη της ΚΕ και του Προεδρείου του Κόμματος και αντιπρόσωποι προσκείμενοι σε αυτούς, αλλά και ορισμένοι που νόμιζαν ότι κατευθύνονται στον πραγματικό τόπο του συνεδρίου, βρέθηκαν να πραγματοποιούν «παράλληλο» 10ο συνέδριο του ΚΚΡΟ σε ένα ποταμόπλοιο στον ποταμό Μόσχοβα. Το μέρος δεν επιλέχτηκε καθόλου τυχαία, αφού όσοι στην πορεία κατάλαβαν πού βρίσκονταν και επιδίωξαν να φύγουν δεν μπορούσαν να το κάνουν αμέσως και αναγκάστηκαν να περιμένουν έως το ποταμόπλοιο πιάσει τον επόμενο κάβο, μετά από ώρες.

[18] Να σημειωθεί ότι υπάρχει και το Κομμουνιστικό Κόμμα Λευκορωσίας (ΚΚΛ), που στηρίζει το σημερινό Πρόεδρο της Λευκορωσίας Αλ. Λουκασένκο και συμμετέχει στις Διεθνείς Συναντήσεις των ΚΚ της Αθήνας.

[19] Β. Ι. Λένιν: «Κράτος και Επανάσταση», τ. 33, σελ. 34.

[20] Στη συγκεκριμένη εκδήλωση το ΚΚΕ προσκλήθηκε και συμμετείχε με εισήγηση, που αναφερόταν στο χαρακτήρα της ΕΕ, στις συνέπειες που βιώνει η εργατική τάξη και τα άλλα λαϊκά στρώματα της χώρας από την ένταξη στην ΕΕ, όπως και στην πρόταση του ΚΚΕ για την αποδέσμευση της χώρας από τους ιμπεριαλιστικούς οργανισμούς. Στην ίδια εκδήλωση για τις συνέπειες και τον αρνητικό ρόλο της ΕΕ στις χώρες τους τοποθετήθηκαν οι εκπρόσωποι των ΚΚ Λευκορωσίας, ΣΚ Λετονίας, ΚΚ Τσεχίας-Μοραβίας, ΚΚ Σλοβακίας, Σοσιαλιστικής Συμμαχίας Ρουμανίας, ΑΚΕΛ, ΚΚ Τουρκίας. Ο εκπρόσωπος του ΚΚ Ρωσικής Ομοσπονδίας έκανε μια τοποθέτηση υπέρ της συνεργασίας ΕΕ - Ρωσίας, ώστε να μην υπάρξει νέος «διαχωρισμός» της Ευρώπης και μόνο το ΚΚΔ Μολδαβίας, τάχθηκε υπέρ της ΕΕ, χωρίς επιφυλάξεις.

[21] Πολιτικός απολογισμός ΚΕ ΚΚΟ στο 39ο συνέδριο (25-26.6.2005).

[22] http://expert.org.ua/2002/03/06/020306p5.shtml?print_version.

[23] http://www.kpu.net.ua/modules.php?name=News&file=article&sid=635

[24] Πολιτικός απολογισμός ΚΕ ΚΚΡΟ στο 10ο συνέδριο (3.7.2004).

[25] Πολιτικός απολογισμός ΚΕ ΚΚΡΟ στο 10ο συνέδριο (3.7.2004).

[26] Πολιτικός απολογισμός ΚΕ ΚΚΡΟ στο 10ο συνέδριο (3.7.2004).

[27] «ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ», 19.06.2003. «ΓΙΑ ΤΗ ΘΕΣΗ ΤΗΣ ΡΩΣΙΑΣ ΣΤΟ ΣΥΓΧΡΟΝΟ ΚΟΣΜΟ». Συνέντευξη με τον Ολεγκ Κουλικόφ, Γραμματέα της ΚΕ και υπεύθυνο του Τμήματος Ενημέρωσης και Ανάλυσης του ΚΚΡΟ.

[28] Απόφαση του Προεδρείου της ΚΕ του ΚΚΡΟ «Για τις βασικές αρχές σχέσεων των δομών του ΚΚΡΟ με τα όργανα εκτελεστικής και αντιπροσωπευτικής εξουσίας», 13.04.2006.

[29] Εισήγηση Γκενάντι Ζιουγκάνοφ στην Πανρωσική επιστημονικο-πρακτική συνδιάσκεψη, που διοργάνωσε το ΚΚΡΟ με θέμα: «Οι κομμουνιστές και το ρωσικό ζήτημα». Μόσχα 6 Απριλίου 2006.

[30] Εισήγηση του Β. Τιούλκιν στο 5ο συνέδριο του ΚΕΚΡ-ΚΚΡ (22-23 Απριλίου 2006).

[31] «ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ», 15.6.2003, ΓΙΑ ΤΗ ΘΕΣΗ ΤΗΣ ΡΩΣΙΑΣ ΣΤΟ ΣΥΓΧΡΟΝΟ ΚΟΣΜΟ. Συνέντευξη με τον Β. Τιούλκιν, Α΄ Γραμματέα του ΚΕΚΡ-ΚΚΡ.

[32] Τοποθέτηση του Β. Τιούλκιν, Α΄ Γραμματέα του ΚΕΚΡ-ΚΚΡ, κατά τη διάρκεια της Διεθνούς Συνάντησης των ΚΚ το Νοέμβριο του 2005 στην Αθήνα.

[33] Και οι τρεις αυτές φράσεις βρίσκονται στην Απόφαση του 10ου Συνεδρίου του ΚΚΡΟ σχετικά με τον Πολιτικό Απολογισμό της ΚΕ (03.07.2004).

[34] «ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ», 9.4.2006: «Χάνεται η «πυξίδα» όταν η οικονομία διαχωρίζεται από την πολιτική». Συνέντευξη του Α΄ Γραμματέα της ΚΕ του ΚΕΚΡ-ΚΚΡ στην εφημερίδα «Εργαζόμενη Ρωσία», σχετικά με το σχέδιο «κοινωνικοοικονομικού προγράμματος» του ΚΚΡΟ.