ΜΕΡΙΚΕΣ ΘΕΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΣΤΟ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΟ ΚΙΝΗΜΑ

«Πιο επικίνδυνοι είναι στην περίπτωση αυτή οι άνθρωποι που δεν θέλουν να καταλάβουν ότι ο αγώνας ενάντια στον ιμπεριαλισμό είναι κούφια και ψεύτικη φρασεολογία, αν δεν συνδέεται αδιάρρηκτα με τον αγώνα ενάντια στον οπορτουνισμό»[1].

«Επιπλέον η ιστορία του Κόμματος διδάσκει, ότι το κόμμα της εργατικής τάξης δεν μπορεί να διατηρήσει την ενότητα και την πειθαρχία στις γραμμές του, δεν μπορεί να εκπληρώσει το ρόλο του σαν οργανωτής και ηγέτης της προλεταριακής επανάστασης, το ρόλο του σαν χτίστης μιας νέας κοινωνίας, της σοσιαλιστικής, χωρίς την ασυμβίβαστη πάλη ενάντια στους οπορτουνιστές στις ίδιες τις γραμμές του, χωρίς την εξόντωση των συνθηκολόγων που βρίσκονται στον πυρήνα του»[2].

Αναλύοντας κανείς τη βασική τάση των τωρινών συζητήσεων και διαδικασιών μεταλλαγής στο διεθνές κομμουνιστικό κίνημα, μαζί με τις αντιστοιχίες τους στο εθνικό επίπεδο, διαπιστώνει ότι διαγράφεται μια νέα φάση στην εξέλιξη μετά την -προσωρινή- νίκη της αντεπανάστασης στις σοσιαλιστικές χώρες, ιδίως στη Σοβιετική Ενωση.

Βάση για την επιτυχή αντεπανάσταση ήταν η διείσδυση του αναθεωρητισμού (ρεβιζιονισμού) στο διεθνές κομμουνιστικό κίνημα, βεβαίως όχι χωρίς αντιφάσεις και με διαφορετικούς ρυθμούς εξάπλωσης.

Το έτος 1956 έγινε το ορόσημο σε ό,τι αφορά το ρόλο και την ανάπτυξη του αναθεωρητισμού μέσα στο διεθνές κομμουνιστικό κίνημα. Με το 20ό Συνέδριο του ΚΚΣΕ, με τις θέσεις και τους προσανατολισμούς του ξεκίνησε η ολέθρια εξέλιξη των διεθνών κομμουνιστικών κινημάτων, καθώς και των «εθνικών τμημάτων» του, η οποία εκδηλώθηκε πρώτα με διασπάσεις των ίδιων των κινημάτων. Προπαντός οι Κινέζοι σύντροφοι δεν ήταν πρόθυμοι να ακολουθήσουν άκριτα την αλλαγή της θέσης του ΚΚΣΕ. Με αυτούς τάχθηκαν τελικά και άλλα κόμματα ή και σύντροφοι από άλλα κόμματα. Το περιεχόμενο αυτών των αντιπαραθέσεων έχει ήδη τεκμηριωθεί εκτενώς και με ποικίλους τρόπους στο «Offensiv».

Τα βασικά σημεία της αλλαγής θέσης των σοβιετικών κομμουνιστών, που μεταφυτεύθηκε και επιβλήθηκε με ανάλογες συνέπειες σε όλο το παγκόσμιο κομμουνιστικό κίνημα, φυσικά με αντιφάσεις και διαφορές σε ό,τι αφορά το «βάθος» των αλλαγών, συνοψίζονται ως εξής:

Α. Με την εισαγωγή της λεγόμενης «αποσταλινοποίησης», ουσιώδη στοιχεία και επιτυχίες, καθώς και η ιστορία και οι παραδόσεις της οικοδόμησης του σοσιαλισμού στη Σοβιετική Ενωση, είτε αμφισβητήθηκαν είτε και απορρίφθηκαν ακόμα τελείως συγκεκριμένες πλευρές τους.

Β. Με την απόρριψη της μαρξιστικής-λενινιστικής θέσης ότι η ταξική πάλη συνεχίζεται ακόμα και μάλιστα οξύνεται στο σοσιαλισμό (φυσικά κάτω από αλλαγμένες κοινωνικές συνθήκες), άνοιξαν διάπλατα οι πύλες για τη διείσδυση μικροαστικών, ρεβιζιονιστικών, ακόμα και αντεπαναστατικών θέσεων στο ΚΚΣΕ.

Γ. Με την αποδοχή της θέσης του κομμουνιστικού κόμματος ως «παλλαϊκού κόμματος» αποστερήθηκε τον ταξικό του χαρακτήρα και τον πρωτοποριακό του ρόλο, που απορρέει από αυτόν του το χαρακτήρα.

Δ. Η θέση του «ειρηνικού περάσματος στο σοσιαλισμό» σαν κύρια τάση του αγώνα για το σοσιαλισμό ξεγύμνωσε το κομμουνιστικό κίνημα από ένα βασικό πυλώνα του επαναστατικού του χαρακτήρα.

Οι σύντροφοι του ΚΚΕ περιέγραψαν πολύ εύστοχα τους προσανατολισμούς και τις συνέπειες του 20ού Συνεδρίου του ΚΚΣΕ: «Το πιο σοβαρό είναι ότι το 20ό Συνέδριο καταδίκασε τη σωστή θέση -για τη συγκεκριμένη εκείνη ιστορική φάση- ότι οξυνόταν η ταξική πάλη»[3]. «Καλλιεργήθηκαν θεωρητικές απόψεις ή προτιμήθηκαν επιλογές που συνιστούσαν παρεκκλίσεις από τη θεωρία μας, παραβιάσεις των αρχών οικοδόμησης. Εξασθένησε το μέτωπο πάλης με τον ιμπεριαλισμό και τον αναθεωρητισμό.

Σε ορισμένες περιπτώσεις υιοθετήθηκαν λανθασμένες θεωρίες, που είτε δεν ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα είτε απλούστευαν τα θεωρητικά θέματα της οικοδόμησης του σοσιαλισμού, π.χ. θεωρίες που πρόβαλλαν τη γρήγορη μετάβαση στον αναπτυγμένο σοσιαλισμό και στον κομμουνισμό, υποτιμώντας το σύνθετο και μακροχρόνιο χαρακτήρα της μεταβατικής περιόδου (βλ. 20ό Συνέδριο), οι θεωρίες για «παλλαϊκό κράτος», «παλλαϊκό κόμμα» και «παλλαϊκή δημοκρατία».

Οι κατευθύνσεις του 20ού Συνεδρίου για «ποικιλία μορφών μετάβασης των διαφόρων χωρών στο σοσιαλισμό, κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις», αξιοποιήθηκαν από ηγεσίες κομμουνιστικών κομμάτων ως θεωρητικό υπόβαθρο επίθεσης σε βάρος της επιστημονικής θεωρίας του σοσιαλισμού. Στο όνομα των εθνικών ιδιομορφιών και ιδιαιτεροτήτων αναθεωρούνται οι νομοτέλειες της σοσιαλιστικής επανάστασης. Προβάλλονται απόψεις ότι μέσω διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων και της «πολιτικής δημοκρατίας» είναι δυνατόν να μεταλλαχτεί το καπιταλιστικό σύστημα σε σοσιαλιστικό, δίχως το επαναστατικό άλμα»[4].

 

ΟΙ ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ ΤΗΣ ΑΝΤΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ ΣΤΟ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΟ ΚΙΝΗΜΑ

 Ο αναθεωρητισμός δεν ήταν μονάχα η αναγκαία βάση για την αντεπανάσταση στις σοσιαλιστικές χώρες, αλλά δημιούργησε επιπλέον και τις προϋποθέσεις για μια μαζική αποδυνάμωση και για το μερικό τσάκισμα του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος.

Από τότε αποκρυσταλλώθηκαν ουσιαστικά τρεις βασικές τάσεις στην εξέλιξη των κομμουνιστών:

1. Δεν ήταν λίγα τα κόμματα, προπαντός στο πρώην σοσιαλιστικό στρατόπεδο που αυτοδιαλύθηκαν εντελώς επίσημα (π.χ. Πολωνία, Ρουμανία). Αλλα μεταβλήθηκαν σε ανοιχτά σοσιαλδημοκρατικούς σχηματισμούς, χωρίς αυτό να αποκλείει -σε συγκεκριμένες περιπτώσεις- να εξακολουθούν να υπάρχουν σε αυτά δομές ή και μέλη που τονίζουν ότι αντιλαμβάνονται τον εαυτό τους ως κομμουνιστές ή που -τουλάχιστον- νιώθουν συνεχιστές της κομμουνιστικής παράδοσης. Με αυτόν τον τρόπο αυτά τα κόμματα έχουν φτάσει -ας το πούμε έτσι- στο τελικό στάδιο του αναθεωρητισμού: την οργανωτική ή και πολιτική-ιδεολογική ακύρωση του μαρξισμού-λενινισμού.

2. Αλλα κόμματα βρίσκονται ακόμα σε αναθεωρητική πορεία (στην ΟΔΓ το DKP - Γερμανικό Κομμουνιστικό Κόμμα). Το εκάστοτε εξελικτικό στάδιο πρέπει να αναλυθεί πολύ διαφοροποιημένα και να ιδωθεί ξεχωριστά σε σχέση με κάθε κόμμα ή σχηματισμό. Το κοινό σημείο όλων ωστόσο είναι ότι οι ηγεσίες στην πλειοψηφία τους είναι κυρίως ή ολοκληρωτικά αναθεωρητικές.

3. Μια μειοψηφία κομμάτων έχει αναλάβει -εν μέρει με τρόπο πολύ αντιφατικό και επίσης με διαφορετική συνέπεια- τη διόρθωση αναθεωρητικών θέσεων και τραβάει έναν καθαρά μαρξιστικό-λενινιστικό δρόμο εξέλιξης. Από τα πιο εξαίρετα και πιο δυναμικά κομμουνιστικά κόμματα, που παλεύουν στην Ευρώπη από μαρξιστικές-λενινιστικές θέσεις, είναι πρώτ’ απ’ όλα το ΚΚΕ, αλλά και το Σουηδικό KPML (Μαρξιστικό Λενινιστικό Κομμουνιστικό Κόμμα), το Πορτογαλικό ΚΚ ή το Βελγικό Κόμμα Εργασίας.

Δεν μπορούμε εδώ να υπεισέλθουμε περισσότερο στην εξέλιξη πρώην «μαοϊκών» κομμάτων (που ήταν κάποτε προσανατολισμένα είτε προς το ΚΚ Κίνας είτε προς το Κόμμα Εργασίας της Αλβανίας). Πολλά από αυτά ωστόσο παίζουν έναν ανοιχτά αντεπαναστατικό ρόλο (όπως το λεγόμενο MLPD στην ΟΔΓ ή το λεγόμενο PCP «Sentero Luminoso» (Φωτεινό Μονοπάτι) στο Περού.

Βέβαια στο μεταξύ υπάρχουν μια σειρά από τακτικές ή και ευκαιριακές διεθνείς συναντήσεις κομμουνιστικών και εργατικών κομμάτων, όμως η δομή τους, η διαδικασία, ο προσανατολισμός και οι τοποθετήσεις τους αντανακλούν τον παραπάνω περιγραφόμενο, σε διαφορετικές τάσεις αποσυντιθέμενο χαρακτήρα του εναπομείναντος από αυτό, που κάποτε ήταν ένα ισχυρό διεθνές κομμουνιστικό κίνημα.

 

ΟΙ ΑΝΤΙΦΑΣΕΙΣ ΟΞΥΝΟΝΤΑΙ

Η λεγόμενη «Νέα Τάξη», που κυριαρχεί μετά την -προσωρινή- νίκη της αντεπανάστασης στις σοσιαλιστικές χώρες, επέτρεψε στη βαρβαρότητα του παγκόσμιου ιμπεριαλιστικού συστήματος να κλιμακώνεται σε όλα τα επίπεδα. Ο ιμπεριαλισμός των ΗΠΑ εξακολουθεί να είναι στρατιωτικά και οικονομικά ο κυρίαρχος, όμως και άλλες δυνάμεις εξελίσσονται με αξιοσημείωτη ταχύτητα σε ισχυρούς ιμπεριαλιστικούς ανταγωνιστές του, προπαντός η Ευρώπη, στην οποία ο ιμπεριαλισμός της ΟΔΓ παίζει έναν εξέχοντα ρόλο όχι μόνο σε ό,τι αφορά την πολιτική και οικονομική του θέση, αλλά προπαντός σε ό,τι αφορά την επιθετικότητά του. Με αυτή την έννοια οι κυρίαρχες τάξεις σχηματίζουν τις ιμπεριαλιστικές κοινωνίες τους, τις κάνουν -ας πούμε- «υγιείς» για τον αργά, αλλά αισθητά κλιμακούμενο ενδοϊμπεριαλιστικό ανταγωνισμό. Αναφορικά με αυτό, οι λέξεις κλειδί είναι: μαζική κατάργηση κοινωνικών παροχών, κατεδάφιση κοινωνικών και συνδικαλιστικών δικαιωμάτων, ιδιαίτερα της εργατικής τάξης, που κατακτήθηκαν με σκληρούς αγώνες, η ραγδαία αποδόμηση δημοκρατικών δικαιωμάτων έως τον εκφασισμό (βλ. ΗΠΑ) και σε συνέπεια των παραπάνω, η δημιουργία και επέκταση των οργάνων καταστολής, η οργανωμένη ανάπτυξη ακραίων εθνικιστικών, σοβινιστικών, ακόμα και ανοιχτά φασιστικών δυνάμεων.

Στα πλαίσια της λεγόμενης «Νέας Παγκόσμιας Τάξης», ο πόλεμος έγινε ξανά μέσο επιβολής της πολιτικής σε συνάρτηση με τα ιμπεριαλιστικά οικονομικά καθώς και γεωστρατηγικά συμφέροντα. Οι πόλεμοι ενάντια στη Γιουγκοσλαβία, το Ιράκ καθώς και ο επαπειλούμενος στο Ιράν αναφέρονται εδώ πραγματικά μόνο ως μερικά παραδείγματα. Αυτοί οι πόλεμοι είναι ταυτόχρονα και αιματηρές αποδείξεις για το ότι οι ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις οξύνονται και για το ότι ο ανταγωνισμός των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων μετεξελίσσεται όλο και περισσότερο σε μια όλο και πιο οξυμένη και σκληρότερη αντιπαράθεση μεταξύ τους. Εν συντομία: ο κίνδυνος του πολέμου, ακόμα και ανάμεσα στις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις, μεγαλώνει.

Αυτές οι οξυνόμενες συνθήκες ιμπεριαλιστικής βαρβαρότητας, συνεχιζόμενης αντεπανάστασης, καθώς και οι υπερβολικά υπολειπόμενοι ταξικοί και εθνικοαπελευθερωτικοί αγώνες και ο υπολειπόμενος αντιιμπεριαλιστικός προσανατολισμός επηρεάζουν φυσικά ιδιαίτερα τις διάφορες τάσεις εξέλιξης μέσα σε ό,τι άφησε ο αναθεωρητισμός από το κομμουνιστικό κίνημα. Το φαινόμενο αυτό πλήττει όλα τα εναπομείναντα ιδεολογικά-πολιτικά ρεύματα, καθώς και κόμματα και άλλες οργανωτικές δομές. Αυτό σημαίνει ότι προς το παρόν παρατηρούνται οι εξής τάσεις:

Πρώτο: Στο εσωτερικό των κομμάτων και των οργανώσεων, που με αντιφάσεις και διάφορες ταχύτητες βρίσκονται στο δρόμο του αναθεωρητισμού, οξύνονται εν μέρει δραματικά οι αντιθέσεις (παράδειγμα: η Αυστρία) ή δεν μπορούν πια να συγκαλύπτονται και εκδηλώνονται σε συγκεκριμένες δημόσιες αντιπαραθέσεις που ξεπερνούν τα οργανωτικά όρια των κομμάτων (παράδειγμα: στην ΟΔΓ το DKP).

Εδώ παρατηρείται ότι η κριτική στις εκάστοτε ρεβιζιονιστικές κομματικές ηγεσίες δεν ασκείται πια μόνο από μαρξιστικές-λενινιστικές δυνάμεις μέσα στις εν λόγω οργανώσεις. Και αυτό αποτελεί πολύ ζωντανό τεκμήριο για την εξελισσόμενη διαδικασία της πολιτικής-ιδεολογικής, αλλά και οργανωτικής αποσύνθεσης του αναθεωρητισμού.

Δεύτερο: Ολο και πιο ξεκάθαρα προχωρά η εδραίωση των κομμάτων (π.χ. του ΚΚΕ), που αναπτύσσουν και εφαρμόζουν την πολιτική τους στη βάση του μαρξισμού-λενινισμού. Αυτά τα κόμματα μετατρέπονται, παρ’ όλο που ακόμα αποτελούν μια μειοψηφία, σε έναν κομμουνιστικό πόλο όχι μόνο για την επίτευξη της αναδιοργάνωσης του κομμουνιστικού κινήματος, αλλά και ιδίως για την οικοδόμηση παγκοσμίως ενός πλατιού, δημοκρατικού, αντιιμπεριαλιστικού μετώπου. Ακριβώς τα κείμενα του ΚΚΕ, που δημοσιεύονται στο παρόν τεύχος του «Offensiv» αποτελούν μια ζωντανή, συναρπαστική μαρτυρία γι’ αυτό!

 

Η «ΓΟΝΥΠΕΤΗΣ ΚΡΙΤΙΚΗ»

Μέρος των αντιφάσεων, που σκιαγράφησα και που οξύνονται, είναι η όλο και πιο αισθητή «γονυπετής κριτική» μέσα στα κόμματα που βρίσκονται σε ρεβιζιονιστική κατεύθυνση. Κατά τη γνώμη μου, αυτό αποτελεί τεκμήριο για την όλο και αυξανόμενη ιδεολογικοπολιτική οργανωτική αδυναμία, τόσο των αναθεωρητικών δυνάμεων (ακόμα και όταν κυριαρχούν ακόμα στα κόμματα και τις οργανώσεις τους), όσο και των μαρξιστών-λενινιστών.

Παράδειγμα μιας τέτοιας «γονυπετούς κριτικής» είναι οι θέσεις, τις οποίες ανέπτυξε ο σύντροφος Χανς Χάιντς Χολτς στην εφημερίδα «Junge Welt» (Γιούνγκε Βελτ, Νέος Κόσμος) στις 8 Ιανουαρίου του 2005 («Να εξαπολυθούν οι διαμάχες για την κατεύθυνση») και στις 20 Ιανουαρίου του 2005 («Πρέπει να αποκατασταθεί η ενότητα των αντιθέτων»)[5].

Και τα δύο άρθρα εμπεριέχουν μερικά σωστά πράγματα, πολλά ανακριβή και κάμποσα λαθεμένα πράγματα. Πρώτα-πρώτα πρέπει να υποστηριχθεί ανεπιφύλακτα η απαίτηση του συντρόφου Χολτς ότι πρέπει να εξαπολυθούν οι αντιπαραθέσεις για την κατεύθυνση, πόσο μάλλον που το κουκούλωμά τους δεν μπορεί να συνεχιστεί ενόψει της αυξανόμενης βαρβαρότητας του ιμπεριαλισμού. Γι’ αυτό ο αντίστοιχος τίτλος του πρώτου κειμένου του σ. Χολτς στη Γιουνγκε Βελτ προκάλεσε την υποστήριξη αρκετών συντρόφων, ξύπνησε ακόμα και ελπίδες.

Ομως ποιες είναι οι συνέπειες που βλέπει ο σ. Χολτς να απορρέουν από την απαίτησή του και από τις προσδοκίες που προξενήθηκαν απ’ αυτήν;

Περιγράφει το διεθνές κομμουνιστικό κίνημα μέσα στη μαζική του κρίση και διάσπαση. Εντελώς σωστό αυτό. Ομως ήδη στην περιγραφή του αυτή υπεισέρχονται ανακρίβειες και λάθη. Κατασκευάζει μια αντίφαση ανάμεσα στα κομμουνιστικά κόμματα της Ευρώπης (τα οποία, σύμφωνα με τα λόγια του, είναι ακόμα όλα βυθισμένα σε μια «βαθιά κρίση» μετά την «ήττα του σοσιαλισμού στη Σοβιετική Ενωση») και τα κομμουνιστικά κόμματα από το τριηπειρωτικό[6] (όπου υπογραμμίζει ιδιαίτερα τις εξής χώρες και περιοχές: «την Ινδία και τη Λατινική Αμερική, την Εγγύς Ανατολή και τη Νότια Αφρική», όπου «το αγωνιστικό φρόνημα (...) δεν έχει καμφθεί ακόμα», κατά τη γνώμη του). Δεν αναφέρει συγκεκριμένα παραδείγματα. Με αυτόν τον τρόπο η εικόνα της τωρινής κατάστασης στο διεθνές κομμουνιστικό κίνημα, που δίνει ο σ. Χολτς, γίνεται ένα μίγμα ανακρίβειας και λαθών.

Από τη μία υπάρχουν και παραϋπάρχουν στην Ευρώπη κομμουνιστικά κόμματα, που δεν έχει καμφθεί «το αγωνιστικό τους φρόνημα». Είναι, πρώτ’ απ’ όλα, οι σύντροφοι του ΚΚΕ, οι σύντροφοι του Πορτογαλικού ΚΚ, οι σύντροφοι του Σουηδικού ΚΚΜΛ και οι σύντροφοι του Βελγικού Κόμματος Εργασίας. Αυτό που ενώνει τα κόμματα αυτά, παρά την κάποια διαφοροποίηση σε μερικές θέσεις, είναι το γεγονός ότι κατέχουν ένα γερό μαρξιστικό-λενινιστικό υπόβαθρο, που διατήρησαν, ανανέωσαν ή επανέκτησαν εν μέρει μέσα από σκληρότατη πάλη με τις ρεβιζιονιστικές δυνάμεις.

Και όταν ο σ. Χολτς αναφέρει θολά την Ινδία σαν καταφύγιο του αγωνιστικού πνεύματος, ποιον εννοεί; Αυτούς του ΚΚ Ινδίας που εξακολουθούν να είναι οπαδοί του Γκορμπατσόφ ή τους συντρόφους, π.χ. του SUCI (ή μάλλον όχι τελικά;); Μπορούμε πράγματι να ονομάσουμε «πηγή δύναμης» ένα κόμμα που, όπως στη Νότια Αφρική (που προβάλλεται ιδιαίτερα από τον σ. Χολτς), υποστηρίζει σχεδόν κάθε νεοφιλελεύθερο ελιγμό της κυβέρνησης εις βάρος της εργατικής τάξης ή που στη Ζιμπάμπουε είναι ανοιχτά στο πλευρό της αντεπαναστατικής αντιπολίτευσης του ZANU-PF, το οποίο ήδη πριν από χρόνια έχει εγκαταλείψει επίσημα ως κόμμα τις βασικές θέσεις του μαρξισμού-λενινισμού, καθώς και τις παραδόσεις του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος;

Στην Εγγύς Ανατολή οι κομμουνιστές δεν παίζουν παρά ένα ρόλο στο περιθώριο των εξελίξεων και των όλο και αυξανόμενων αντιιμπεριαλιστικών αγώνων. Στο Ιράκ η ηγεσία του εκεί λεγόμενου «Ιρακινού ΚΚ» ξέπεσε στο επίπεδο φτηνών συνεργατών του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού. Δυστυχώς ο σ. Χολτς δε μας δίνει κανένα εργαλείο στο χέρι με τη βοήθεια του οποίου θα ήμασταν σε θέση να εντοπίσουμε κομμουνιστικές «πηγές δύναμης» στην Εγγύς Ανατολή.

 

ΠΕΡΑΙΤΕΡΩ ΠΛΕΥΡΕΣ

Υπάρχουν ακόμα κι άλλες πλευρές στα δύο προαναφερθέντα άρθρα του σ. Χολτς, που είναι είτε ασαφείς, θολές είτε λανθασμένες ή και ένα μίγμα όλων αυτών των χαρακτηριστικών. Ηθελα ακόμα, παρεμπιπτόντως, να αναφέρω ότι με τις περιγραφές του των κομμουνιστικών παραδόσεων, των στρεβλών εξελίξεων, των προβλημάτων κάτω από τους τίτλους «Προέλευση της κρίσης» ή «Κομμουνιστική ταυτότητα» δεν κινείται μονάχα σε ένα καθαρά επιφανειακό επίπεδο, αλλά μεταχειρίζεται ερωτήματα και θέσεις με έναν τέτοιο τρόπο, ώστε να προσεγγίζουν ρεβιζιονιστικές θέσεις (παράδειγμα: «Αυτός ο δρόμος απαίτησε τεράστιες θυσίες. Σε αυτόν διαπράχθηκαν και εγκλήματα»).

Σε όλα τα ερωτήματα που θέτουν τα δύο άρθρα, με όλα τα σωστά που θα μπορούσαμε να υπογραμμίσουμε, με όλα τα λάθη και τις ανακρίβειες, για τα οποία θα έπρεπε να γίνει συζήτηση, ξεχωρίζουμε ωστόσο ένα κόκκινο νήμα, το οποίο διαπερνά και τις δύο εκθέσεις (όπως και τα άλλα δημοσιεύματα) του συντρόφου Χολτς και που είναι χαρακτηριστικό για εκείνη την καθαρά διακριτέα τοποθέτηση, που χαρακτηρίζω «γονυπετή κριτική».

Ο σ. Χολτς αποφεύγει μια αποφασιστική τοποθέτηση σχετικά με το ρόλο του αναθεωρητισμού στο κομμουνιστικό κίνημα, τις ιστορικές συνέπειές του μέχρι και τη σημερινή του επίδραση. Ακόμα περισσότερο: καθώς φαίνεται, δεν μπορεί να αναγνωρίσει τον αναθεωρητισμό με την κλασική έννοια («Θα ήταν λάθος να μιλήσουμε εδώ απλώς για οπορτουνισμό και ρεφορμισμό από τη μία και για ορθοδοξία και δογματισμό από την άλλη»). Ο σύντροφος Χολτς, όπως όλοι εκείνοι που κάνουν «γονυπετή κριτική», βέβαια δεν μπορούν και δε θέλουν να κλείσουν τα μάτια τους μπροστά στην πραγματικότητα των οξυνόμενων αντιφάσεων μέσα σε πολλά κομμουνιστικά κόμματα, ως έκφραση των οξυνόμενων αντιφάσεων του ιμπεριαλισμού. Το αντίθετο, σε πολλά ζητήματα επικρίνουν ουσιαστικά τις θέσεις ρεβιζιονιστικών κομματικών ηγεσιών ή και ιδεολόγων. Από τη δική τους σκοπιά παλεύουν για μια πραγματικά επαναστατική εναλλακτική λύση στη βαρβαρότητα του ιμπεριαλισμού, για μια επαναστατική ρήξη με το σύστημα αυτό. Τους γεμίζει περηφάνια που βρίσκονται στην αγωνιστική παράδοση του κομμουνιστικού κινήματος. Ως εκ τούτου, η κατ’ αρχήν τους τοποθέτηση σχετικά με τον υπαρκτό σοσιαλισμό είναι θετική, ιδιαίτερα σχετικά με τη Σοβιετική Ενωση και τη ΓΛΔ.

Δε βλέπουν όμως τον καταστρεπτικό ρόλο που έπαιξε και εξακολουθεί να παίζει ο αναθεωρητισμός στο κομμουνιστικό κίνημα ως βασική προϋπόθεση για διάσπαση, αντεπανάσταση, αποδυνάμωση, τσάκισμα ή για το μετασχηματισμό σε σοσιαλδημοκρατία. Δε βλέπουν (ακόμα) ως αναγκαία την καταπολέμηση του αναθεωρητισμού και το τελειωτικό τσάκισμά του ως προϋπόθεση για την ανασυγκρότηση ενός κομμουνιστικού κινήματος που στέκεται γερά στις θέσεις του μαρξισμού-λενινισμού.

Ο σύντροφος Χολτς, αντιθέτως, εξορκίζει την «ενότητα των αντιθέτων»[7]: «Ηθελα να δείξω ότι για ιστορικούς λόγους, στην παρούσα φάση του επανασχηματισμού των παγκοσμίων μετώπων, υπάρχουν δύο τάσεις στην πάλη ενάντια στον ιμπεριαλισμό, ότι οι τάσεις αυτές αντανακλούν μια αντικειμενική αντίφαση της κατάστασης και ότι θα ήταν ολέθριο για το κομμουνιστικό κίνημα, αν οι δύο τάσεις δε θα καθόριζαν από κοινού τη συνείδηση και το εύρος της δράσης των κομμουνιστικών κομμάτων, αμυντικά έως μεταρρυθμιστικά (όχι ρεφορμιστικά!) και επιθετικά έως επαναστατικά. Η κυριαρχία της μίας κατεύθυνσης θα οδηγούσε στη «σοσιαλδημοκρατικοποίηση», η κυριαρχία της άλλης θα κατέπεφτε στον κίνδυνο ενός τυχοδιωκτικού αριστερισμού»[8].

Μα τι ακροβασία είναι αυτή που προσπαθεί να διατηρήσει ο σ. Χολτς, με τόσα λόγια, τόσες εικόνες και πολλές φορές θολά, απλώς και μόνο για να μη μιλήσει με όλες τις συνέπειες για το ρόλο και τη λειτουργία του αναθεωρητισμού στο κομμουνιστικό κίνημα ή για να μην τοποθετηθεί καθαρά και ξάστερα! (Ενώ ξέρει πολύ καλά να εκτιμά το ταξικό περιεχόμενο του αναθεωρητισμού, αλλιώς δε θα προειδοποιούσε -όπως δείχνει η παράθεση- για τον κίνδυνο μιας «σοσιαλδημοκρατικοποίησης» του κομμουνιστικού κινήματος και των κομμάτων αντίστοιχα, αν οι δυνάμεις, που τις περίγραψε ως «αμυντικές έως μεταρρυθμιστικές», θα είχαν την απόλυτη κυριαρχία!).

Ωστόσο, η ως άνω τοποθέτηση του σ. Χολτς για την «ενότητα των αντιθέτων» δεν είναι καινούργια: «Σε πολλά επί μέρους ζητήματα μπορεί να υπάρχουν και θα υπάρχουν διαφορετικές αντιλήψεις στις συντρόφισσες και στους συντρόφους. Αυτές οι αντιλήψεις αξίζουν προσοχής και σεβασμού (...). Εκφραση της πολιτικής και κοσμοθεωρητικής μας ενότητας αποτελεί το πρόγραμμα που εκπονεί το κόμμα. Γι’ αυτό είναι σωστό να γίνεται μια σοβαρότατη πάλη για το περιεχόμενο του προγράμματος (...). Οπου προκύπτουν διαφορές, αυτές πρέπει να αντιμετωπιστούν με αμοιβαίο σεβασμό και χωρίς ισχυρογνωμία (...). Δεν υπάρχει άλλη εναλλακτική λύση από το Κόμμα»[9].

Σε ένα άλλο σημείο ωστόσο, ο σ. Χολτς έγινε πιο σαφής στο θέμα: «Είναι αναμφισβήτητο ότι ανάμεσα στους κομμουνιστές υπάρχουν σήμερα διαφορές αντιλήψεων, που παρουσιάζονται και σε αντιπαραθετικά δημοσιεύματα. Αυτή η κατάσταση δεν μπορεί να λυθεί με ιδεολογικές ετικέτες και αναθεματισμούς, αλλά μονάχα με συνεπή και στέρεα θεωρητική δουλιά, που μεταβιβάζεται μέσω της πράξης της ταξικής πάλης. Γι’ αυτό, ο σκοπός πρέπει να είναι η ενότητα όλων των κομμουνιστικά σκεπτόμενων. Ο κατακερματισμός των κομμουνιστών βοηθάει μονάχα την άρχουσα τάξη. Μια πολεμική κριτική από τα «αριστερά» αποδυναμώνει την ούτως ή άλλως δύσκολη διαδικασία ισχυροποίησης του κομμουνιστικού κόμματος, του DKP (Γερμανικό Κομμουνιστικό Κόμμα), το οποίο αποτελεί τον πυρήνα των «αριστερών» στη Γερμανία. Οπως γνωρίζουμε από την ιστορία του εργατικού κινήματος, οι αντικομμουνιστικές μυστικές υπηρεσίες πάντα επωφελούνταν από αυτό»[10].

Ο σ. Χολτς και όλοι όσοι εισηγούνται τη «γονυπετή κριτική» παρέλειψαν ωστόσο μέχρι τώρα να εξηγήσουν, πώς μπορεί να «λειτουργήσει» επί μακράν σ’ ένα κόμμα μια ντε φάκτο ενότητα του αναθεωρητισμού και του μαρξισμού-λενινισμού, χωρίς αυτό το κόμμα να χάσει τον επαναστατικό του χαρακτήρα. Δε γνωρίζω κανένα ιστορικό παράδειγμα, που κάτι τέτοιο να έχει «λειτουργήσει» για μεγάλο χρονικό διάστημα. Ας αναφερθεί εδώ η ιστορία του ΚΟΔΗΣΟ (PDS, Κόμμα του Δημοκρατικού Σοσιαλισμού) ως τελευταία καταστροφή από αυτή την άποψη.

Και κάτι ακόμα: η ταυτότητα των κομμουνιστών είναι άμεσα συνδυασμένη με την πάλη ενάντια στον αναθεωρητισμό και τις κάθε μορφές του οπορτουνισμού στο εργατικό κίνημα (καθώς και στις δικές του γραμμές). Ακόμα και η ίδρυση των κομμουνιστικών κομμάτων ως αυτοτελούς επαναστατικού σχηματισμού του εργατικού κινήματος δε θα εξηγιόταν (και δε θα ήταν καν ιστορικά αναγκαία) χωρίς αυτή την αδιάκοπη αντιπαράθεση. Ή αλλιώς διατυπωμένο: χωρίς αυτή την αντιπαράθεση, συνδυασμένη με την υπεράσπιση των βασικών αρχών του μαρξισμού-λενινισμού, η ίδια η ύπαρξη κομμουνιστικών κομμάτων είναι αντικειμενικά περιττή, απονεκρώνεται τυπικά ο λόγος ύπαρξής τους...



Αρθρο του Γερμανού δημοσιολόγου Μίχαελ Οπερσκάλσκι, αναδημοσίευση από το περιοδικό «Offensiv», τεύχος Μαρτίου - Απριλίου του 2005.

[1] Β. Ι. Λένιν: «Ο ιμπεριαλισμός, ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού», Λένιν Απαντα, τ. 27, σελ. 431, (ελληνική έκδοση), «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα.

[2] Ιστορία του ΚΚΣΕ (Μπολσεβίκοι) - Σύντομος Κύκλος Μαθημάτων, Βερολίνο (ΓΛΔ) 1955, σελ. 447.

[3] «Εκτιμήσεις και προβληματισμοί για τους παράγοντες που καθόρισαν την ανατροπή του σοσιαλιστικού συστήματος στην Ευρώπη. Η αναγκαιότητα και επικαιρότητα του σοσιαλισμού». Υλικά της Πανελλαδικής Συνδιάσκεψης 15-16 Ιουλίου 1995, έκδοση ΚΕ του ΚΚΕ, Αθήνα 1996, σελ. 41.

[4] «Εκτιμήσεις και προβληματισμοί για τους παράγοντες που καθόρισαν την ανατροπή του σοσιαλιστικού συστήματος στην Ευρώπη. Η αναγκαιότητα και επικαιρότητα του σοσιαλισμού». Υλικά της Πανελλαδικής Συνδιάσκεψης 15-16 Ιούλη 1995, έκδοση Κ.Ε. του ΚΚΕ, Αθήνα 1996,σελ. 49 στο σημείο 27.

[5] Αναδημοσίευση και των δύο αυτών κειμένων στο περιοδικό «Offensiv», τεύχος Μαρτίου - Απριλίου του 2005.

[6] Ορος που εννοεί τις χώρες της Ασίας, της Αφρικής και της Λατινικής Αμερικής (σημ. μετ.).

[7] Junge Welt, 20 Ιανουαρίου 2005.

[8] Junge Welt, 20 Ιανουαρίου 2005.

[9] Χανς Χάιντς Χολτς, «Η ενότητα του Κόμματος και το πρόγραμμά του», στην εφημερίδα «Unsere Zeit” (Ούνζερε Τσάιτ), 16 Ιανουαρίου 2004.

[10] Χανς Χάιντς Χολτς, Γράμμα στη Ρόσμαρι Μίλλερ-Στράιζαντ, στο “Weissenseer Blätter”, N. 2/2002. Ομως ο σύντροφος Χολτς, ακολουθώντας την επιχειρηματολογική γραμμή και λογική του κειμένου του, σε αρμονία και παρόμοια με μερικά μέλη της ηγεσίας του DKP, καταφεύγει (προφανώς στη βάση των «πληροφοριών» τους) στη μέθοδο της συκοφαντίας, όταν π.χ. γίνεται απόπειρα, ο συγγραφέας του παρόντος άρθρου να κατασυκοφαντηθεί ως «πράκτορας των μυστικών υπηρεσιών»…