ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠΙΣΤΗΜΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΚΑΙ ΤΗ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΤΗΣ ΣΤΑ ΑΕΙ

Ο ΤΑΞΙΚΟΣ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑΣ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ

Οι θεωρητικοί του μαρξισμού, του διαλεκτικού και ιστορικού υλισμού, Κ. Μαρξ, Φ. Ενγκελς, Β. Ι. Λένιν, αναπτύσσοντας τη μαρξιστική - λενινιστική κοσμοθεωρία, αναφέρονταν συχνά στο δίκαιο ως στοιχείο του εποικοδομήματος και τη σχέση του με την οικονομική βάση του συστήματος.

Πρώτος σταθμός το «Κομμουνιστικό Μανιφέστο», όπου οι Μαρξ και Ενγκελς, απευθυνόμενοι στην αστική τάξη, διακήρυτταν ότι «το δίκαιό σας είναι η θέληση της τάξης σας που αναγορεύτηκε σε νόμο, θέληση που το περιεχόμενό της καθορίζεται από τις υλικές συνθήκες ύπαρξης της τάξης σας»[1].

 

Στον επόμενο σταθμό, στο έργο του «Κριτική της πολιτικής οικονομίας», ο Κ. Μαρξ μιλάει για το δίκαιο κάθε κοινωνίας χρησιμοποιώντας τον όρο «νομικό εποικοδόμημα»:

«Κατά τη διαδικασία της παραγωγής του κοινωνικού προϊόντος, της ανταλλαγής και της διανομής των υλικών αγαθών ανάμεσα στους ανθρώπους αναπτύσσονται υλικές αντικειμενικές σχέσεις, σχέσεις παραγωγής, σχέσεις κοινωνικές αντικειμενικές, ανεξάρτητες από τη συνείδηση. Το σύνολο των σχέσεων παραγωγής αποτελεί το οικονομικό οικοδόμημα της κοινωνίας, την υλική βάση που πάνω της υψώνεται ένα νομικό και πολιτικό εποικοδόμημα και που σε αυτήν αντιστοιχούν ορισμένες πάλι μορφές κοινωνικής συνείδησης.

Οταν μεταβάλλεται η οικονομική βάση ανατρέπεται λιγότερο ή περισσότερο, γρηγορότερα ή αργότερα ολόκληρο το τεράστιο εποικοδόμημα. Οταν αντικρίζουμε τέτοιου είδους ανατροπές πάντα θα πρέπει να ξεχωρίζουμε την υλική ανατροπή των οικονομικών όρων παραγωγής από τις νομικές, πολιτικές, θρησκευτικές, καλλιτεχνικές ή φιλοσοφικές, κοντολογίς “από τις ιδεολογικές μορφές που με αυτές συνειδητοποιούν οι άνθρωποι τη σύγκρουση και την αποτελειώνουν”»[2].

Στο απόσπασμα αυτό δίνεται μεγάλη έμφαση στη σχέση δικαίου - οικονομικής βάσης και ξεκαθαρίζεται ότι οι σχέσεις παραγωγής είναι αυτές που αποτελούν τη βάση, το πλαίσιο που καθορίζει το δίκαιο. Οι νομικές σχέσεις ανήκουν στο εποικοδόμημα.

Ο Λένιν, αναπτύσσοντας παραπέρα το μαρξισμό, όριζε το νόμο ως «την έκφραση της θέλησης των κυρίαρχων τάξεων» και αναδείκνυε αδιάκοπα τον ταξικό χαρακτήρα του δικαίου, τη σχέση του με την κυρίαρχη τάξη κάθε κοινωνικοοικονομικού σχηματισμού. Σημειώνοντας τη σχέση νομικού εποικοδομήματος - βάσης έλεγε ότι ο «νόμος είναι μέτρο πολιτικό, είναι πολιτική. Κανένα πολιτικό μέτρο δεν μπορεί να απαγορεύσει την οικονομία»[3].

Ακριβώς για να υπογραμμίσει ότι το δίκαιο στον καπιταλισμό εκφράζει τη θέληση της αστικής τάξης και ότι μόνο σε αυτά τα όρια μπορεί να κινηθεί η νομοθεσία, έγραφε πως «δεν υπάρχει κανένα κράτος, έστω και το πιο δημοκρατικό που να μην έχει στο Σύνταγμά του παραθυράκια και επιφυλάξεις που εξασφαλίζουν στην αστική τάξη τη δυνατότητα να κινητοποιεί στρατεύματα ενάντια στους εργάτες, να κηρύττει το στρατιωτικό νόμο κλπ.»[4].

Επομένως μπορούμε να συνοψίσουμε στις εξής θέσεις: Το δίκαιο -σε κάθε κοινωνικοοικονομικό σχηματισμό- συνδέεται άρρηκτα με τη θέληση της κυρίαρχης τάξης, με τη συνειδητή συμπεριφορά της, η οποία όμως, βέβαια, καθορίζεται από τις υλικές συνθήκες ύπαρξής της. Η θέληση αυτή έχει ως περιεχόμενο τη διασφάλιση του κυρίαρχου τρόπου παραγωγής, τη διατήρηση της κυριαρχίας της άρχουσας τάξης πάνω στην καταπιεζόμενη τάξη, ώστε να προωθούνται τα συνολικά συμφέροντά της. Οι νομικές σχέσεις κατοχυρώνουν, ως μορφή κοινωνικής συνείδησης, τις υφιστάμενες κυρίαρχες οικονομικές σχέσεις. Οι νόμοι αποτελούν τη μορφή της θέλησης της κυρίαρχης τάξης. Η νομοθεσία, αλλά και η εφαρμογή των νόμων στην πράξη, όπου χρειάζεται και με μέτρα εξαναγκασμού, αποτελούν μονοπώλιο της ταξικής κρατικής εξουσίας.

Επομένως, το δίκαιο σε μια κοινωνία δε ρυθμίζει την ικανοποίηση των συμφερόντων της κοινωνίας συνολικά ούτε μπορεί να συμφιλιώσει τα αντικρουόμενα ταξικά συμφέροντα.

Είναι χαρακτηριστικός ο ορισμός που δίνεται από το σοβιετικό νομικό Π. Ι. Στούτσκα: «Το δίκαιο είναι ένα σύστημα[5] (καθεστώς) κοινωνικών σχέσεων που αντιστοιχεί στα συμφέροντα της κυρίαρχης τάξης και προστατεύεται με την οργανωμένη δύναμη της τάξης αυτής»[6].

Το ότι το δίκαιο προστατεύεται από το αστικό κράτος («την οργανωμένη δύναμη» της αστικής τάξης) δε σημαίνει ότι κάθε κανόνας δικαίου εφαρμόζεται, όπως θεσπίστηκε. Συχνά κάποιοι κανόνες δικαίου δεν εφαρμόζονται είτε γιατί το κράτος επιλέγει να μην τους εφαρμόσει αφού είναι ξεπερασμένοι από τη ζωή είτε για λόγους τακτικής απέναντι στο λαϊκό κίνημα, όταν εκτιμά ότι η εφαρμογή τους δεν είναι άμεσης προτεραιότητας. Συχνό είναι επίσης το φαινόμενο να μην εφαρμόζεται η νομοθεσία που υποτίθεται ότι παρέχει δικαιώματα στην εργατική τάξη. Σήμερα αυτό παρατηρείται πιο έντονα γιατί η ανάγκη της αστικής τάξης για την κερδοφορία του κεφαλαίου απαιτεί την καταπάτηση της νομοθεσίας που άλλοτε εξυπηρετούσε την ανάπτυξη του καπιταλισμού, σε συνθήκες που κάτω από την πίεση της ταξικής πάλης ενσωμάτωνε διεκδικήσεις της εργατικής τάξης.

Η στενή και άρρηκτη σχέση του δικαίου με το κράτος και την κυρίαρχη τάξη αναδεικνύει με ανάγλυφο τρόπο την ιστορικότητα του δικαίου. Η αστική νομική σκέψη παρουσιάζει το δίκαιο ως ένα αιώνιο, εξωιστορικό φαινόμενο   που συνόδευε τον άνθρωπο από τότε που δημιουργήθηκε η κοινωνία και που αποτελεί προϋπόθεση για τη συνέχιση της ύπαρξης της ανθρώπινης κοινωνίας. Διδάσκουν ότι το κράτος και το δίκαιο διασφαλίζουν κοινωνική συμβίωση και ότι θα υπάρχουν όσο υπάρχει κοινωνία. Ομως το κράτος εμφανίστηκε ως νομοτελειακό αποτέλεσμα της γέννησης των τάξεων και της ταξικής πάλης. «Είναι προϊόν εκδήλωσης του ασυμβίβαστου των ταξικών αντιθέσεων», όπως γράφει ο Ενγκελς. «Το κράτος βγήκε από ανάγκη χαλιναγώγησης των ταξικών αντιθέσεων, δημιουργήθηκε όμως, μέσα στην πάλη αυτών των τάξεων»[7]. Είναι η πολιτική οργάνωση της οικονομικά κυρίαρχης τάξης που αποσκοπεί στην υπεράσπιση της υπάρχουσας κατάστασης και την κάμψη της αντίστασης άλλων τάξεων.

Στον πρώτο στην ιστορία της ανθρωπότητας κοινωνικοοικονομικό σχηματισμό, το πρωτόγονο κοινοτικό σύστημα, η ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής ήταν κοινωνική, δεν υπήρχε ατομική ιδιοκτησία σε αυτά. Βεβαίως αυτή η κοινωνική ιδιοκτησία στηριζόταν στην έλλειψη δυνατότητας κάποιοι να ζουν σφετεριζόμενοι μέρος του προϊόντος της εργασίας άλλων, γιατί ακόμη ήταν πολύ χαμηλή η παραγωγικότητα της εργασίας του ανθρώπου, δεν άφηνε υπερπροϊόν. Ετσι η παραγωγή και η κατανομή των προϊόντων της γινόταν με βάση τις κοινές ανάγκες των ανθρώπων, κανένας δεν ιδιοποιούνταν το μόχθο και την εργασία άλλων. Ο φυσικός και ο πρώτος κοινωνικός καταμερισμός εργασίας δε στηριζόταν στην εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο. Γι’ αυτό δεν είχε λόγο ύπαρξης το κράτος και ο νόμος για να εκφράσει τη θέληση της κυρίαρχης τάξης.  

Οι πρωτόγονες κοινωνίες αντιμετώπιζαν μεγάλες δυσκολίες επιβίωσης που δημιουργούσαν την ανάγκη να διαμορφώσουν λιγότερο ή περισσότερο σταθερές συνήθειες και κανόνες συμπεριφοράς. Αυτοί οι κανόνες είχαν όμως ρόλο ρυθμιστικό, υποδείκνυαν την ενδεικνυόμενη συμπεριφορά για την κοινωνική συμβίωση. Η εφαρμογή τους γινόταν χωρίς ταξικό εξαναγκασμό, η κοινωνία λειτουργούσε με τη συνειδητή «πειθαρχία» που επέβαλλε η ανάγκη για επιβίωση. Η δύναμη της συλλογικής βούλησης εξασφάλιζε την τήρηση των εθιμικών κανόνων. Η πρωτόγονη κοινότητα δεν είχε άλλο μέσο καταναγκασμού, εκτός από την κοινή γνώμη.

Η εξέλιξη των παραγωγικών δυνάμεων και του κοινωνικού καταμερισμού της εργασίας, το πλεόνασμα στην παραγωγή που άρχισε να δημιουργείται, οδήγησαν στην εμφάνιση της ατομικής ιδιοκτησίας. Σιγά-σιγά τα μέσα παραγωγής έγιναν ατομική ιδιοκτησία ενός μικρού αριθμού μελών της κοινωνίας, η οποία έπρεπε να κατοχυρωθεί. Για να γίνει αυτό χρειαζόταν ένας μηχανισμός καταστολής, «ένας θεσμός που όχι μόνο θα διαιώνιζε τη διάσπαση της κοινωνίας σε τάξεις που μόλις άρχιζε, μα που θα διαιώνιζε και το δικαίωμα της ιδιοκτήτριας τάξης να εκμεταλλεύεται την ακτήμονα τάξη και την κυριαρχία της πρώτης πάνω στη δεύτερη. Και αυτός ο θεσμός ήρθε. Εφευρέθηκε το κράτος»[8].

Η διάσπαση λοιπόν της κοινωνίας σε τάξεις οδήγησε στη δημιουργία κράτους και δικαίου. Οι κανονιστικές ρυθμίσεις έπρεπε τώρα να εξασφαλίζουν την κυριαρχία της εκμεταλλεύτριας τάξης και να παρουσιάζουν την κυριαρχία αυτή ως μία ισχύ καθολική που προάγει τα συμφέροντα της κοινωνίας στο σύνολό της.

Τα έθιμα μετέβαλαν το περιεχόμενό τους, ώστε να συμβαδίσουν με τις ανάγκες της πρώτης ταξικής κοινωνίας, της δουλοκτησίας και μετατράπηκαν σε γραπτούς νόμους ή σπάνια αποκτούσαν τη μορφή του άγραφου εθιμικού κανόνα.

Σε αυτή την πρώτη ταξική κοινωνία της ανθρωπότητας, τη δουλοκτητική, ο νόμος εξασφάλιζε την ατομική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής και πρώτ’ απ’ όλα στην κύρια παραγωγική δύναμη, τον άνθρωπο που μετατράπηκε σε δούλο. Το νομικό καθεστώς προωθούσε τα συμφέροντα και την κοινωνική θέση της κυρίαρχης τάξης, των δουλοκτητών, των εμπόρων και των τοκογλύφων. Ολη η ιστορία της δουλείας είναι ιστορία ταξικών αγώνων που ακολουθούν την ανάπτυξη του κράτους και του δικαίου.

Η αποσάθρωση του δουλοκτητικού συστήματος οδήγησε στην αντικατάσταση της δουλοκτητικής μορφής εκμετάλλευσης από τη φεουδαρχική. Το φεουδαρχικό δίκαιο προστατεύει την ατομική ιδιοκτησία στη γη, το βασικό μέσο παραγωγής. Κατοχυρώνει την εξάρτηση του αγρότη από το φεουδάρχη, καθώς και το δικαίωμα εξουσίας του φεουδάρχη στην προσωπικότητα και την περιουσία του αγρότη.

Σε ένα ορισμένο στάδιο της εξέλιξής τους οι φεουδαρχικές σχέσεις παραγωγής άρχισαν να εμποδίζουν την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων. Μέσα στα σπλάχνα του φεουδαρχικού συστήματος δημιουργήθηκαν λίγο-πολύ έτοιμες μορφές του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Επικεφαλής της πάλης για την ανατροπή της φεουδαρχίας μπήκε η αστική τάξη. Ο νέος καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής χρειάζεται τον άνθρωπο χωρίς μέσα παραγωγής, ελεύθερο από άλλες εξαρτήσεις, ώστε να μπορεί να πουλήσει την ίδια την εργατική του δύναμη στον κάτοχο των μέσων παραγωγής. Ετσι η εργατική δύναμη γίνεται εμπόρευμα. Η νέα αστική εξουσία έχει ανάγκη το δικό της δίκαιο. Το περιεχόμενο και η μορφή του δικαίου μεταβάλλεται με τέτοιο τρόπο, ώστε ως στοιχείο του εποικοδομήματος να συμβάλλει στην αναπαραγωγή του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Είναι χαρακτηριστικό ότι ήδη στα πρώτα διατάγματα που ψηφίζονταν μετά τις αστικές επαναστάσεις και την άνοδο της αστικής τάξης στην εξουσία, διατυπωνόταν ξεκάθαρα η θέληση της αστικής τάξης να διαφυλάξει την κυριαρχία της και να προστατευτεί από τις αντιδράσεις και τους αγώνες της εργατικής τάξης.

Είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα ότι στη Γαλλία με το Διάταγμα της 14ης Ιουνίου του 1791 όλα τα εργατικά σωματεία ανακηρύχτηκαν «επιβουλή ενάντια στην ελευθερία και την διακήρυξη των δικαιωμάτων του ανθρώπου»[9]. Από τις αρχές λοιπόν της αστικής επανάστασης η αστική τάξη αφαίρεσε από την εργατική τάξη το μόλις κεκτημένο δικαίωμα του «συνεταιρίζεσθαι».

Το δίκαιο στον καπιταλισμό στηρίζεται σε δυο βασικές αρχές που αποσκοπούν στην υπεράσπιση της κυριαρχίας της αστικής τάξης πάνω στην εργατική, στη διαιώνιση, τη διεύρυνση και την κατοχύρωση των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής: Στην προσωπική «ελευθερία» του εργάτη και στην τυπική νομική «ισοτιμία» εργάτη και κεφαλαιοκράτη.

Το δίκαιο της καπιταλιστικής κοινωνίας κατοχυρώνει την προσωπική ελευθερία που αποκλείει το δικαίωμα ιδιοκτησίας πάνω στον άνθρωπο. Ομως αυτή η ελευθερία με βάση τα παραπάνω είναι τυπική. Απαραίτητη προϋπόθεση για να εξασφαλιστεί ότι το μόνο εμπόρευμα που διαθέτει ο εργάτης είναι η εργατική του δύναμη και να αναγκαστεί να την πουλήσει αποτέλεσε ο αποχωρισμός του παραγωγού από τα μέσα παραγωγής και κυρίως από τη γη, ώστε να μετατραπεί σε μισθωτό εργάτη. Ο Μαρξ, στο έργο του «Το Κεφάλαιο», στο κεφάλαιο «Η λεγόμενη πρωταρχική συσσώρευση», περιγράφει με ζωηρά χρώματα αυτή την απαλλοτρίωση, που είναι γραμμένη «στα χρονικά της ανθρωπότητας με γράμματα από αίμα και φωτιά»[10]. «Η αιματηρή νομοθεσία», όπως τη χαρακτηρίζει, «κλήθηκε να ισχυροποιήσει τα αποτελέσματα αυτής της απαλλοτρίωσης, επιβάλλοντας με καταναγκαστικά μέτρα στους απαλλοτριωμένους παραγωγούς την πειθαρχία της μισθωτής εργασίας»[11]. Δηλαδή η «ελευθερία» του εργάτη να μην έχει να διαθέσει στην αγορά τίποτα άλλο πέρα από την εργατική του δύναμη, διασφαλίστηκε (στην αρχή της διαμόρφωσης των καπιταλιστικών σχέσεων το 15ο και 16ο αιώνα) με τη βίαιη απομάκρυνση του άμεσου παραγωγού από τη γη και τα μέσα παραγωγής.

Φαινομενικά «ο κάτοχος της εργατικής δύναμης και ο κάτοχος του χρήματος συναντιόνται στην αγορά και σχετίζονται μεταξύ τους σαν ισότιμοι κάτοχοι εμπορευμάτων, που διακρίνεται ο ένας από τον άλλον μόνο κατά το ό,τι ο ένας είναι αγοραστής και ο άλλος πωλητής. Επομένως και οι δυο είναι νομικώς ισότιμα πρόσωπα»[12]. Τα υποκείμενα της νομικής σχέσης, ο εργάτης και ο κεφαλαιοκράτης, εμφανίζονται ως αφηρημένα πρόσωπα, στερημένα από τις άλλες τους ιδιότητες, εκτός από τις ιδιότητες του «κατόχου εμπορεύματος» (εργατική δύναμη) και του «κατόχου χρήματος». Στην εργασιακή σχέση αντιμετωπίζονται ως δύο ισότιμοι «αντισυμβαλλόμενοι» που ανταλλάσσουν «ισοδύναμα». Ετσι δίνεται μια μορφή σχέσης προσώπων ελεύθερων και ανεξάρτητων που ανταλλάσσουν ισότιμα εμπόρευμα με χρήμα. Αυτή η φαινομενική, τυπική σχέση «ισοτιμίας» μεταξύ κεφαλαιοκράτη και εργάτη συγκαλύπτει την πραγματική οικονομική σχέση[13].

Ομως μεταξύ του εκμεταλλευτή και εκείνου που υφίσταται την εκμετάλλευση δεν μπορεί να υπάρξει ισότητα πραγματική. Πίσω από τη φαινομενική ισοτιμία κρύβεται η πραγματική ανισότητα και οι σχέσεις εκμετάλλευσης, το ζήτημα της οικονομικής ανισότητας, πάνω στην οποία χτίζεται όλο το πλέγμα των σχέσεων μεταξύ εργάτη και κεφαλαιοκράτη. Ο καπιταλιστής είναι ο κάτοχος των μέσων παραγωγής, ο εργάτης είναι κάτοχος μόνο της εργατικής του δύναμης. Ετσι λοιπόν δεν μπορούν να διαπραγματευτούν με ίσους όρους σε μια «σύμβαση εργασίας» γιατί στα πλαίσια του καπιταλιστικού συστήματος ο εργάτης, από τη θέση του σε αυτό, ως μη ιδιοκτήτης στα μέσα παραγωγής, το μόνο που μπορεί να διαπραγματευτεί είναι τους όρους εκμετάλλευσής του. Ομως οι όροι εκμετάλλευσης του εργάτη είναι καθοριστικοί για την κερδοφορία του κεφαλαιοκράτη, κατά συνέπεια ο πρώτος δεν μπορεί να επιβάλει τους -έστω- πιο ευνοϊκούς όρους της εκμετάλλευσής του από το κεφάλαιο στα πλαίσια του αστικού δικαίου, παρά μόνο με την ταξική πάλη, παραβιάζοντάς το, μη πειθαρχώντας σε αυτό το δίκαιο.

Η καπιταλιστική παραγωγική διαδικασία αναπαράγει τον αποχωρισμό της εργατικής δύναμης από τους όρους εργασίας. Η τυπική νομική ισοτιμία αποτελεί προϋπόθεση για να συγκαλύπτεται και να διαιωνίζεται η εκμετάλλευση του εργάτη από τον καπιταλιστή. Για παράδειγμα στο Ελληνικό Σύνταγμα, άρθρο 22, παράγραφος 1, αναφέρεται: «Ολοι οι εργαζόμενοι ανεξάρτητα φύλου ή άλλης διάκρισης έχουν δικαίωμα ίσης αμοιβής για παρεχόμενη εργασία ίσης αξίας»[14]. Ο μισθός, όμως, που δίνει ως αντάλλαγμα ο κεφαλαιοκράτης στον εργάτη δεν αντιστοιχεί στην αξία της εργασίας του, στην οποία συμπεριλαμβάνονται όχι μόνο η αξία του εμπορεύματος εργατική δύναμη αλλά και των αξιών που αυτό το εμπόρευμα δημιούργησε με την κατανάλωσή του. Δεν πληρώνεται, δηλαδή για όλη την αξία που δημιούργησε, αλλά μόνο για ένα μέρος της. Ενα άλλο μέρος της, την υπεραξία, το ιδιοποιείται ο κεφαλαιοκράτης. Η απλήρωτη εργασία του εργάτη σε κάθε εργάσιμη ημέρα την οποία καρπώνεται ο ιδιοκτήτης των μέσων παραγωγής, δε φαίνεται στη συναλλαγή καπιταλιστή - εργάτη. Στην τυπική ισοτιμία στηρίζονται «όλες οι νομικές αντιλήψεις του εργάτη και του κεφαλαιοκράτη. Ολες οι απάτες του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής. Ολες οι αυταπάτες για την ελευθερία που γεννά ο τρόπος αυτός»[15].

Σε όλα τα Συντάγματα, που αποτελούν τον υπέρτατο νόμο κάθε καπιταλιστικής κοινωνίας, διασφαλίζεται και αποθεώνεται η ατομική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής, η οποία και τοποθετείται στον πυρήνα της ατομικής ελευθερίας μαζί με την ελευθερία της ιδιωτικής οικονομικής πρωτοβουλίας.

Στο ελληνικό Σύνταγμα διακηρύττεται, με μια διάταξη ανεπίδεκτη αναθεώρησης, η οικονομική ελευθερία. Συγκεκριμένα στο άρθρο 5, παράγραφος 1, αναφέρεται: «Καθένας έχει δικαίωμα να αναπτύσσει ελεύθερα την προσωπικότητά του και να συμμετέχει στην κοινωνική, οικονομική, και πολιτική ζωή της χώρας»[16]. Η διάταξη αυτή, με την τόσο γενική αναφορά περί «ελεύθερης προσωπικότητας», στην πράξη αξιοποιείται (και επί της ουσίας την αποτελεί) ως η συνταγματική κατοχύρωση της «ελευθερίας των συμβάσεων», της «ελευθερίας του ανταγωνισμού» και της «επιχειρηματικής ελευθερίας», οι οποίες μάλιστα τελούν υπό την προστασία του κράτους. Επίσης στο άρθρο 17, παράγραφος 1, του Συντάγματος αναφέρεται: «Η ιδιοκτησία τελεί υπό την προστασία του Κράτους τα δικαιώματα που απορρέουν από αυτή δεν μπορούν να ασκούνται σε βάρος του γενικού συμφέροντος»[17]. Πρόκειται για τη συνταγματική προστασία της ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής και κατά συνέπεια της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης, η οποία λειτουργεί μόνο «εις βάρος του γενικού συμφέροντος» της εργατικής τάξης και των άλλων φτωχών εργαζόμενων στρωμάτων. Κατά συνέπεια, το αναφερόμενο «γενικό συμφέρον» αυτής της διάταξης αφορά αυτό της αστικής τάξης.

Η παραπάνω σχέση αναπαράγεται στη διδασκαλία της Νομικής στην Ελλάδα, για παράδειγμα στο βιβλίο του κ. Δαγτόγλου, όπου διαβάζουμε ότι «η ατομική ιδιοκτησία επικράτησε όταν η αυτοτελής αξία της ατομικής προσωπικότητας αναγνωρίστηκε, τουλάχιστον βασικά». Ομως ο ίδιος ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής βάθυνε τον κοινωνικό χαρακτήρα της εργασίας και όξυνε την αντίθεσή της με την ατομική ιδιοκτησία στα συγκεντρωμένα μέσα παραγωγής και την ιδιοποίηση μέρους του κοινωνικά παραγόμενου προϊόντος. Οι καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής όλο και περισσότερο βάζουν φρένο στην ολόπλευρη ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων.

Ο σύγχρονος μονοπωλιακός καπιταλισμός, ως ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού στο οποίο έχουν ωριμάσει οι υλικές προϋποθέσεις για το πέρασμα στο σοσιαλισμό, χαρακτηρίζεται από «αντίδραση σε όλη τη γραμμή». Οπως έλεγε ο Λένιν, «όσο πιο εξελιγμένη είναι η αστική δημοκρατία τόσο πιο κοντά βρίσκονται τα πογκρόμ ή ο εμφύλιος πόλεμος σε κάθε βαθιά πολιτική διάσταση επικίνδυνη για την αστική τάξη»[18]. Αποδεικνύεται ότι το νομικό εποικοδόμημα γίνεται ακόμα πιο αντιδραστικό με στόχο να υπηρετήσει την εξουσία του κεφαλαίου, περιορίζοντας ακόμα και αυτές που θεωρούνται ως «αστικές ελευθερίες», σύμφωνα με την αντίληψη του παλιού αστικού φιλελευθερισμού.

Η εποχή μας είναι εποχή περάσματος από τον ιμπεριαλισμό-καπιταλισμό στο σοσιαλισμό-κομμουνισμό. Οι σκληρές ταξικές συγκρούσεις στον καπιταλισμό μπορούν να ολοκληρωθούν με μια νέου τύπου κοινωνική επανάσταση, τη σοσιαλιστική. Με τη σοσιαλιστική επανάσταση δεν αντικαθίσταται μια μορφή εκμετάλλευσης από μια άλλη, αλλά ανοίγει ο δρόμος για την εξάλειψη της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο. Οικοδομείται ένας νέος κοινωνικοοικονομικός σχηματισμός, ο κομμουνιστικός.

Η οικοδόμηση της νέας κοινωνίας είναι μια μακρόχρονη διαδικασία που ξεκινά με την επαναστατική κατάληψη της εξουσίας από την εργατική τάξη. Με τις πρώτες ενέργειές της, τις πρώτες νομοθετικές και πολιτικές της πράξεις διαμορφώνει το νέο, το επαναστατικό εργατικό δίκαιο. Το επαναστατικό εργατικό κράτος, και με το δίκαιό του, διαμορφώνει τις νέες σχέσεις παραγωγής, τείνει να περιορίζει όλο και περισσότερο την ατομική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής μέχρι και την πλήρη εξάλειψή της. Η λειτουργία αυτή είναι πιο σύνθετη και μακρόχρονη από την άμεση κατάργηση των καπιταλιστών ως ιδιοκτητών των συγκεντρωμένων μέσων παραγωγής. Το νομικό εποικοδόμημα στο σοσιαλισμό χρησιμοποιεί την κρατική καταστολή για την υπεράσπιση της κοινωνικής ιδιοκτησίας από εσωτερικούς και εξωτερικούς αντιπάλους και ταυτόχρονα εξυπηρετεί τη διεύρυνση, την εδραίωση των κομμουνιστικών σχέσεων παραγωγής που αναπτύσσονται.

Το σοσιαλιστικό δίκαιο είναι η αναγόμενη σε νόμο βούληση της εργατικής τάξης και προστατεύεται από το σοσιαλιστικό κράτος. Στο σοσιαλισμό ως πρώτη φάση της κομμουνιστικής κοινωνίας - η οποία μόλις βγαίνει από τους κόλπους του καπιταλισμού - το αστικό δίκαιο δεν καταργείται ολοκληρωτικά. Καταργείται από την άποψη της κοινωνικοποίησης των μέσων παραγωγής και έτσι δεν έχει ισχύ το μέρος του αστικού δικαίου που προστατεύει την ατομική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής. Το αστικό δίκαιο όμως λειτουργεί και ως ρυθμιστής της κατανομής προϊόντων και εργασίας στα μέλη της κοινωνίας. Η αρχή κατανομής στο σοσιαλισμό «στον καθένα ανάλογα με την εργασία του» δεν είναι κομμουνιστική αρχή, αλλά στηρίζεται στην ανισότητα που κληρονομεί στο σοσιαλισμό ο αστικός καταμερισμός εργασίας με μέτρο την «ίση» εργασία «άνισων» στην πραγματικότητα ανθρώπων. Με αυτή την έννοια ένα μέρος του αστικού δικαίου παραμένει αναγκαστικά στο σοσιαλισμό. Οπως έλεγε και ο Μαρξ: «Το δίκαιο δεν μπορεί να είναι ανώτερο από το οικονομικό σύστημα και την καθορισμένη απ’ αυτό πολιτισμική ανάπτυξη της κοινωνίας…»[19].

Οταν οι κομμουνιστικές σχέσεις παραγωγής θα έχουν εδραιωθεί και επεκταθεί σε όλη την παραγωγή επιφέροντας την αλματώδη ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, τότε θα είναι δυνατόν από το «στον καθένα ανάλογα με την εργασία του» να προχωρήσουμε στην πραγματικά κομμουνιστική αρχή κατανομής «στον καθένα ανάλογα με τις ανάγκες του» και κατά συνέπεια στο κομμουνιστικό δίκαιο που την εκφράζει. Η σοσιαλιστική οικοδόμηση, η πορεία προς την πλήρη κυριαρχία και ανάπτυξη του νέου κομμουνιστικού τρόπου παραγωγής και της διαμόρφωσης και ανάπτυξης του αντίστοιχου εποικοδομήματος, είναι σύνθετη διαδικασία, διόλου απαλλαγμένη από όξυνση των αντιθέσεων και οπισθοδρομήσεις, όπως έδειξε και η ίδια η ζωή. Μεταξύ αυτών των αντιθέσεων είναι να αποκτήσει η εργασία για κάθε άνθρωπο δημιουργικό περιεχόμενο, να γίνει «πρώτιστη ανάγκη ζωής»[20]. Η εξέλιξη αυτή προϋποθέτει όχι μόνο κατάργηση της εργασίας ως αποτέλεσμα ταξικού καταναγκασμού, αλλά και την εξάλειψη της αντίθεσης μεταξύ χειρωνακτικής και διανοητικής εργασίας. Προϋποθέτει κάθε εργαζόμενος να συμμετέχει καθολικά στη διαχείριση των κοινωνικών υποθέσεων, «όταν όλοι μάθουν να διοικούν και πραγματικά θα διοικούν μόνοι τους την κοινωνική παραγωγή»[21], τότε το κράτος και κατά συνέπεια το δίκαιο θ’ αρχίσουν να απονεκρώνονται, καθώς θα οικοδομείται η ολοκληρωμένη κομμουνιστική κοινωνία.

 

Η ΕΠΙΣΤΗΜΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΚΑΙ Ο ΡΟΛΟΣ ΤΟΥ ΝΟΜΙΚΟΥ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΑ

Η νομική επιστήμη ή πιο σωστά η επιστήμη του δικαίου έχει, κατά τη μαρξιστική θεωρία, ως αντικείμενο τη μελέτη της λειτουργίας του νομικού συστήματος, της ιστορίας και της εξέλιξης του δικαίου.

Η μελέτη των κανόνων που ισχύουν σήμερα, της επίδρασής τους στο κοινωνικό γίγνεσθαι, η μελέτη συσχέτισης του δικαίου με άλλα στοιχεία του εποικοδομήματος, η επίδρασή του στην οικονομική βάση αποτελούν αντικείμενο της επιστήμης του δικαίου, κατά τη μαρξιστική θεωρία.

Η νομική επιστήμη μελετά το δίκαιο ως στοιχείο του εποικοδομήματος και ως μορφή κοινωνικής συνείδησης. Το περιεχόμενό της και ο τρόπος προσέγγισης του δικαίου διαφέρουν σε κάθε κοινωνικοοικονομικό σχηματισμό, καθορίζονται από τις κυρίαρχες σχέσεις παραγωγής. Επομένως, σε κάθε κοινωνικοοικονομικό σχηματισμό η επιστήμη του δικαίου προσλαμβάνει συγκεκριμένο ταξικό περιεχόμενο.

Το δίκαιο στον καπιταλισμό εμφανίζεται ως διαχρονικό. Στηρίζεται στην τυπική νομική ισοτιμία μεταξύ του κεφαλαιοκράτη και του εργάτη, που αποτελεί σημαία της αστικής νομικής ιδεολογίας. Οπως διευκρινίζει ο Ενγκελς, «η αντανάκλαση των οικονομικών σχέσεων με τη μορφή νομικών αρχών στήνει αναγκαστικά αυτές τις σχέσεις με το κεφάλι κάτω. Η αντανάκλαση αυτή γίνεται έτσι ώστε το γεγονός αυτό δεν περνά στη συνείδηση των ανθρώπων που δρουν. Ο νομικός φαντάζεται ότι ενεργεί με απριοριστικές θέσεις ενώ πρόκειται μόνο για οικονομικές αντανακλάσεις - έτσι όλα στέκονται με το κεφάλι κάτω»[22].

Γι’ αυτό ακριβώς η αστική ιδεολογία αποδέχεται το αστικό δίκαιο ως την ανώτατη μορφή του δικαίου, ως το ευτυχές τέλος της ιστορικής πορείας, της προσπάθειας των προηγούμενων κοινωνιών να βρουν το πραγματικό δίκαιο και να το εφαρμόσουν. Το δίκαιο και οι λειτουργοί της δικαστικής εξουσίας καλύπτονται με ένα πέπλο ιερότητας και μυστικοποίησης.

Η αστική νομική επιστήμη αποκρύπτει το πιο ουσιαστικό στοιχείο του δικαίου, τη σχέση του με τις σχέσεις παραγωγής και το ρόλο της ταξικής πάλης στη διαμόρφωση του δικαίου, το αποστεώνει από τα ιστορικά αίτια της εμφάνισής του και της προοπτικής τροποποίησής του, ακόμα και απονέκρωσής του στην κομμουνιστική κοινωνία.

Η αστική νομική επιστήμη «ανάγει το νόμο στην απλή θέληση», χωρίς να εξετάζει τις σχέσεις παραγωγής στις οποίες εδράζεται η θέληση του νομοθέτη. Θεωρεί τη νομοθεσία ως «την πραγματική ενεργητική κινητήρια δύναμη, και έτσι το πράγμα τοποθετείται με το κεφάλι προς τα κάτω».

Ταυτίζεται έτσι η ιστορική επιστήμη του δικαίου με τη νομική, δογματική ερμηνεία, την ερμηνεία των κανόνων δικαίου με βασικό εργαλείο την τυπική λογική. Το αστικό, το εμπορικό, το ποινικό, το δημόσιο, το διεθνές δίκαιο διδάσκονται πριν τα βασικά μαθήματα γενικής θεωρίας του δικαίου, την κοινωνιολογία, τη φιλοσοφία, την ιστορία του δικαίου. Διδάσκονται ως ένα σύνολο, μια ομάδα κανόνων δικαίου με έμφαση στην εξήγηση των νομικών όρων και με μια καταγραφή των περιπτώσεων, όπου εφαρμόζεται η συγκεκριμένη διάταξη, χωρίς τις περισσότερες φορές να γίνεται λόγος για τους ιστορικούς και κοινωνικούς λόγους που οδήγησαν στην ψήφισή τους, ποια ταξικά συμφέροντα εξυπηρέτησαν, πώς και αν εφαρμόζονται.

Ορισμένα μαθήματα που θα μπορούσαν να δώσουν την ιστορικότητα και την εξέλιξη του δικαίου, σχετιζόμενα με τις κοινωνικές σχέσεις είτε υποβαθμίζονται είτε το περιεχόμενό τους χαρακτηρίζεται από αποσπασματικότητα ή μονομέρεια. Ενδεικτικά, το μάθημα «Φιλοσοφία του Δικαίου» διδάσκεται στο 4ο, το τελευταίο έτος των σπουδών και η αναδρομή ξεκινά από την αρχαιότητα και φτάνει μόλις μέχρι τους Στωικούς φιλοσόφους (!). Το μάθημα «Κοινωνιολογία του δικαίου» δε διδάσκεται ως υποχρεωτικό, αλλά ως μάθημα επιλογής. Το μάθημα «Ιστορία του Δικαίου» καλύπτει την ιστορική περίοδο από την αρχαία Δουλοκτητική κοινωνία μέχρι τη Βυζαντινή κοινωνία, χωρίς να εξετάζονται οι κοινωνικοοικονομικοί σχηματισμοί του πρωτόγονου κοινοτικού συστήματος, του καπιταλισμού και του σοσιαλισμού. Σε όλα αυτά τα μαθήματα υπάρχουν μια σειρά κοινά στοιχεία που αποδεικνύουν την προσπάθεια να αποσιωπηθεί η σχέση του δικαίου με την οικονομία, ότι το δίκαιο εκφράζει κοινωνικές σχέσεις και ότι έχει ταξικό χαρακτήρα, ενώ δε φαίνεται πουθενά η ιστορική του εξέλιξη.

Στη «Γενική Συνταγματική Θεωρία» του Α. Δημητρόπουλου διαβάζουμε: «Εργο του νομικού … δεν είναι απλά η ερμηνεία του κανόνα δικαίου, αλλά η «δίκαιη» ερμηνεία, η εφαρμογή τους σύμφωνα με την κρατούσα σε συγκεκριμένο κοινωνικό χώρο, αντίληψη για τη δικαστική εξουσία. Ο θετικός χαρακτήρας της νομικής επιστήμης βρίσκεται στη μελέτη της αιτιότητας που το συνδέει με την ιστορικότητα που το δημιούργησε και κατευθύνει την εξέλιξή του»[23].

Οπως φαίνεται και από το απόσπασμα, ως έργο της νομικής επιστήμης καθορίζεται η επιστημονική διεργασία για τη διακρίβωση του αληθινού περιεχομένου του κοινωνικού δίκαιου με οδηγό την κυρίαρχη νομική ιδεολογία, που όμως σε μια ταξική κοινωνία είναι η θεωρητική έκφραση της θέσης των συμφερόντων και της θέλησης της κυρίαρχης τάξης.

Οι νέοι νομικοί επιστήμονες καλούνται να ερευνούν μόνο τι προβλέπουν οι νόμοι που ψηφίζονται, πώς τους ερμηνεύουν τα δικαστήρια, από ποια όργανα υλοποιούνται οι δικαστικές αποφάσεις. Αποκομμένος από τη διαλεκτική και τον ιστορικό υλισμό, ο θεωρητικός της νομικής επιστήμης δε μαθαίνει να ερευνά την ιστορία κάθε νόμου, τις κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες στις οποίες θεσμοθετήθηκε, εφαρμόστηκε, κλπ.

Από τη μαρξιστική σκοπιά, ο ρόλος του κοινωνικά ευαισθητοποιημένου μισθωτού νομικού ή και του αυτοαπασχολούμενου, ακριβώς επειδή έχει τη δυνατότητα να γνωρίζει το νομικό εποικοδόμημα, δηλαδή μια βασική πλευρά της κοινωνικής ζωής, είναι να έχει ενεργή συμμετοχή στο μετασχηματισμό της κοινωνικής πραγματικότητας, να παίρνει συνειδητά μέρος στην ταξική πάλη στο πλευρό της εργατικής τάξης. Γιατί το ζήτημα δεν είναι να μαθαίνει ο επιστήμονας να εξηγεί και να ερμηνεύει το δίκαιο για να διατηρείται το σύστημα της εκμετάλλευσης, αλλά να συμβάλλει στην ανατροπή του, στην επαναστατική αλλαγή του κόσμου.

Στα περισσότερα καπιταλιστικά κράτη ισχύει η «διάκριση» των λειτουργιών της ενιαίας κρατικής εξουσίας σε «νομοθετική», «δικαστική» και «εκτελεστική». Αυτός ο καταμερισμός διευκολύνει την επιβολή ταξικής κυριαρχίας και παράλληλα συμβάλλει στη συσκότιση του ενιαίου ταξικού χαρακτήρα της εξουσίας με όλες τις λειτουργίες της.            

Η λεγόμενη «νομοθετική εξουσία», δηλαδή το αστικό κοινοβούλιο, καλείται να δώσει στα γενικά συμφέροντα των κεφαλαιοκρατών τη μορφή νόμου. Σε αυτά τα πλαίσια ο νομικός επιστήμονας -ο οποίος δε νομοθετεί αναγκαστικά- μέσα από τη συμμετοχή του σε διάφορες επιτροπές και όργανα, ομάδες θεσμοθετημένες ή άτυπες που λειτουργούν στο πλευρό της νομοθετικής εξουσίας και της κυβέρνησης, καλείται να συμβάλλει στη διαμόρφωση νόμων που θα ψηφισθούν από τη Βουλή ή θα αποτελέσουν Υπουργικές αποφάσεις και Προεδρικά ή Νομοθετικά Διατάγματα.

Ο νομικός επιστήμονας καλείται όχι μόνο να συμβάλλει, ώστε να «εναρμονίζεται» ο κάθε νόμος με το γενικότερο αστικό νομικό εποικοδόμημα, αλλά ταυτόχρονα να εξωραΐζει και το νόμο στα μάτια των πλατιών λαϊκών μαζών. Το αστικό κράτος, η δικτατορία της αστικής τάξης, ανεξάρτητα από τη μορφή της (κοινοβουλευτική ή όχι), όπως και κάθε ταξική δικτατορία, σημαίνει εξουσία που δεν περιορίζεται από κανένα νόμο. Οι νόμοι λοιπόν δεν έρχονται σε αντίθεση με την εξουσία της αστικής τάξης. Εκφράζουν τη θέλησή της, ρυθμίζουν και τις ενδοκαπιταλιστικές αντιθέσεις, μιας και το κράτος λειτουργεί για τα συνολικά γενικά συμφέροντα των καπιταλιστών, τα οποία πολλές φορές δεν ταυτίζονται με τα επί μέρους και ιδιαίτερα συμφέροντα. Ο βασικότερος ρόλος των νόμων είναι να επιβάλλουν τη θέληση των κεφαλαιοκρατών στην εργατική τάξη και τα φτωχά λαϊκά στρώματα είτε, με την καταστολή (με τους αντίστοιχους κρατικούς μηχανισμούς) είτε με το «μεταφυσικό κύρος» που έχει ο νόμος στη συνείδηση των πλατιών λαϊκών στρωμάτων.

Η λεγόμενη «ανεξαρτησία» της δικαστικής εξουσίας είναι καθαρά ψευδεπίγραφη και παραπλανητική. Αντανακλά μόνο τη σχετική αυτοτέλεια κάθε στοιχείου του εποικοδομήματος, η οποία σκόπιμα προβάλλεται προκειμένου οι δικαστικές αποφάσεις να καλλιεργούν την «εθελοντική» συμμόρφωση και την ευλαβική υποταγή των λαϊκών στρωμάτων.

Τους δικαστές των ανώτατων δικαστηρίων (Αρείου Πάγου, Συμβουλίου Επικρατείας, Ελεγκτικού Συνεδρίου, Ανώτατου Ειδικού Δικαστηρίου) τους διορίζει η κυβέρνηση. Αυτά τα σώματα καθορίζουν σε μεγάλο βαθμό όλη τη σύνθεση και τη διάταξη της κλίμακας του δικαστικού σώματος. Επίσης τα ανώτατα δικαστήρια είναι αυτά που κυρίως διαμορφώνουν τη νομολογία όλης της «έννομης τάξης». Την ίδια στιγμή η αστική νομική επιστήμη αλλά και η αστική ιδεολογία συνολικά καλλιεργούν μια εικόνα τέτοια για το λειτουργό της δικαστικής εξουσίας που αποσκοπεί στην ιδεολογική - πολιτική χειραγώγηση των λαϊκών στρωμάτων. Ο δικαστής προβάλλεται ως υπερταξικός, τίμιος και αμερόληπτος κριτής, «αδέκαστος», «ανεξάρτητος» λειτουργός που υψώνεται πάνω από τα αντικρουόμενα ταξικά συμφέροντα και συμφιλιώνει όλη την κοινωνία κάτω από το ιερό πέπλο της «τυφλής δικαιοσύνης», όπως ονομάζουν τη δικαστική εξουσία, άξιος της εμπιστοσύνης των λαϊκών στρωμάτων.

Ο ίδιος ο δικαστής θέτει τον εαυτό του στην κορυφή του κράτους, της κοινωνικής πυραμίδας. Ο Μαρξ τονίζει χαρακτηριστικά: «Καθένας θεωρεί τη δικιά του τέχνη αληθινή», «ο δικαστής θεωρεί τη νομοθεσία σαν την πραγματική κινητήρια δύναμη»[24], δεν αντιλαμβάνεται το δίκαιο ως μορφή οικονομικών σχέσεων που -σε τελευταία ανάλυση- καθορίζουν το περιεχόμενο του νόμου που υπηρετεί.

«Οι δικαστές θωρακίζονται με ιδιαίτερες εγγυήσεις για την απόλυτη και ανεπηρέαστη επιτέλεση του έργου τους»[25].

Ο δικαστής καλείται να εφαρμόσει το ισχύον δίκαιο, κάνοντας μια ερμηνεία στα πλαίσια της κυρίαρχης αντίληψης για το δίκαιο. Στα πλαίσια αυτά ανήκει στη διακριτική του ευχέρεια η ερμηνεία των αόριστων νομικών εννοιών, που δίνει τη δυνατότητα να χτυπιούνται τα δικαιώματα της εργατικής τάξης και των φτωχών λαϊκών στρωμάτων.

Οι «λειτουργοί» της δικαστικής εξουσίας (δικαστές, εισαγγελείς κλπ.), καθημερινά υπηρετούν τη διατήρηση του καπιταλιστικού συστήματος, συμβάλλουν στην καταστολή των λαϊκών κινητοποιήσεων. Οι αποφάσεις που αθωώνουν επιχειρηματίες από εργοδοτικά εγκλήματα στους χώρους δουλιάς -ή τους απαλλάσσουν για την έλλειψη μέτρων ασφάλειας που οδηγεί ακόμη και σε θανατηφόρα ατυχήματα λόγω κακοκατασκευασμένων και μη επισκευασμένων, π.χ. πλοίων, κτιρίων, κλπ.- αποδεικνύουν το ποια συμφέροντα υπηρετεί η δικαστική εξουσία. Το ίδιο συμβαίνει και με την καταπάτηση της δημόσιας γης, δασών, αιγιαλών κλπ. Συνήθως μένουν άθικτες οι καταπατήσεις πάνω στις οποίες εδράζονται επιχειρήσεις (τουριστικές και άλλες), ενώ η αυστηρότητα εξαντλείται στην αυθαίρετη λαϊκή κατοικία. Αλλεπάλληλες δικαστικές αποφάσεις κηρύσσουν τις απεργίες «παράνομες και καταχρηστικές». Ποινικές διώξεις ασκούνται σε αγωνιστές, ειδικά σε στιγμές ανόδου του κινήματος. Αδιάψευστοι μάρτυρες είναι οι μαθητές, οι αγωνιστές κατά των ιμπεριαλιστικών πολέμων, οι ναυτεργάτες, οι αγρότες, που κάθισαν στο εδώλιο του κατηγορούμενου επειδή πρωτοστάτησαν ή συμμετείχαν στους αγώνες.

Το αστικό κράτος ενδιαφέρεται ιδιαίτερα για την «αυτόβουλη» συμμόρφωση του δικαστή στις απαιτήσεις του νομικού εποικοδομήματος, ώστε να εφαρμόζει και να ερμηνεύει τους νόμους βασισμένος στην τυπική λογική, στην αστική αντίληψη για το δίκαιο και όχι στη διαλεκτική και ιστορική υλιστική ερμηνεία των κανόνων δικαίου.

Οι ανώτατοι δικαστικοί λειτουργοί ανήκουν στην αστική τάξη. Ομως και στη συνείδηση των κατώτερων δικαστικών επιδρά η ταξική καταγωγή τους, αφού οι εντεινόμενοι ταξικοί φραγμοί στην Ανώτατη Εκπαίδευση και η δαπανηρή θητεία στη Σχολή Δικαστών περιορίζουν τον αριθμό των δικαστών που προέρχονται από την εργατική λαϊκή οικογένεια.  

Στα πλαίσια του καπιταλιστικού συστήματος μόνο σε στιγμές κορύφωσης της ταξικής πάλης η νομική ερμηνεία που κάνει ο δικαστής μπορεί να διευρυνθεί προς όφελος του λαού, αλλά και πάλι μέσα στα ασφυκτικά όρια που θέτει η νομοθεσία. Παρουσιάζονται οι ταξικοί αγώνες ως διασάλευση και απειλή για την τάξη και την ασφάλεια του συστήματος που υπερασπίζονται οι δικαστές, ώστε να νιώθουν χρέος τους να συμβάλλουν στο να καταλαγιάσουν οι ταξικές συγκρούσεις, στην επαναφορά στην ταξική συνεργασία, δηλαδή στην υποταγή της εργατικής τάξης.

Η μεγάλη μάζα των αυριανών νομικών επιστημόνων θα είναι μισθωτοί ή αυτοαπασχολούμενοι δικηγόροι. Ο θεσμός του δικηγόρου καθιερώθηκε την εποχή των αστικών επαναστάσεων και της διαμόρφωσης του αστικού κράτους και του αστικού δικαίου. Ο ρόλος του δικηγόρου θεωρείται αναγκαίος για τη διασφάλιση της τυπικής νομικής ισοτιμίας που διακηρύσσει το αστικό δίκαιο για την υποτιθέμενη υπεράσπιση της ατομικής ελευθερίας απέναντι στο κράτος. Η «δίκαιη» αντιμετώπιση του διαδίκου (ανεξάρτητα της ταξικής του θέσης) από τη δικαστική εξουσία εμφανίζεται ως τεχνικό ζήτημα, ως ζήτημα γνώσης και ερμηνείας του δικαίου. Αυτό το πρόβλημα υποτίθεται ότι λύνεται με την παρουσία του δικηγόρου, νομικού επιστήμονα, γνώστη του αστικού δικαίου, ο οποίος εμφανίζεται ως υπερασπιστής των «διαδίκων» απέναντι στο νομικό εποικοδόμημα, ως διαμεσολαβητής με τη δικαστική εξουσία.  

Επί της ουσίας ο ρόλος των δικηγόρων είναι να συμβάλλουν στην ομαλή λειτουργία του δικαστικού συστήματος, στην εφαρμογή των αστικών νόμων και στη νομιμοποίηση της δικαστικής εξουσίας στη λαϊκή συνείδηση.

Είναι αυταπάτη η αντίληψη ότι μπορεί ο δικηγόρος αξιοποιώντας το αστικό δίκαιο να το «στρέψει» υπέρ των γενικών συμφερόντων της εργατικής τάξης. Κανένα αστικό δικαστήριο δεν μπορεί να αναγνωρίσει το «δίκιο του εργάτη», δηλαδή το δίκιο της κατάργησης της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο, αφού αυτό έρχεται σε αντίθεση με το αστικό νομικό εποικοδόμημα.

Ενα μικρό ποσοστό δικηγόρων που ανήκουν στην αστική τάξη είναι ιδιοκτήτες μεγάλων δικηγορικών γραφείων και δικηγορικών εταιριών που διαχειρίζονται το μεγαλύτερο ποσοστό της δικηγορικής ύλης, τάση που συνεχώς αυξάνεται. Η κύρια δραστηριότητα αυτών των δικηγορικών καπιταλιστικών επιχειρήσεων είναι η εξυπηρέτηση (π.χ. με τη μορφή νομικών συμβούλων κλπ.) του κεφαλαιοκράτη - πελάτη τους στον ανταγωνισμό του με τους υπόλοιπους κεφαλαιοκράτες και με τους εργάτες του, δηλαδή η αξιοποίηση και «ερμηνεία» των διάφορων αστικών νόμων με βάση τα ειδικά συμφέροντα κερδοφορίας του κάθε κεφαλαιοκράτη.

 

Η ΑΚΑΔΗΜΑΪΚΗ ΑΣΤΙΚΗ ΘΕΩΡΗΣΗ

Η ΘΕΩΡΙΑ ΤΟΥ ΝΟΜΙΚΟΥ ΘΕΤΙΚΙΣΜΟΥ

Η νομική παιδεία, οι πανεπιστημιακές σπουδές που προετοιμάζουν τους αυριανούς νομικούς επιστήμονες, πρέπει να εξυπηρετούν τον ταξικό χαρακτήρα που έχει η νομική επιστήμη.

Στις πανεπιστημιακές σπουδές επικρατεί η αντίληψη του νομικού θετικισμού σε συνδυασμό με τη θεωρία για το δίκαιο ως αποτέλεσμα της γενικής βούλησης.

Σύμφωνα με δύο (2) αντιπροσωπευτικούς ορισμούς που δίνονται για το δίκαιο: «Δίκαιο είναι σύνολο γραπτών κυρίως κανόνων που παράγονται και τίθενται σε ισχύ με οριζόμενη από το ίδιο διαδικασία, εκπέμπουν αναγκαστική τυπική δύναμη και ρυθμίζουν τη συνολική κοινωνική, πολιτική, οικονομική συμβίωση, ορίζοντας το ορθό σύμφωνα με την αντίληψη του συντάκτη τους ή και με την κρατούσα κοινωνική συνείδηση»[26], και «Δίκαιο είναι σύνολο κανόνων τεθειμένων με προκαθορισμένες διαδικασίες και στηριζόμενων σε ηθικοπολιτικές αρχές δικαστικής εξουσίας, οι οποίοι ρυθμίζουν κατά τρόπο εξαναγκαστικό τις σχέσεις των ανθρώπων που συμβιούν σε μια κοινωνία οργανωμένη σε κράτος»[27].

Οι δύο αυτοί ορισμοί είναι από τους πιο ολοκληρωμένους αστικούς ορισμούς για το δίκαιο. Ορίζουν το δίκαιο ως σύνολο κανόνων (και όχι κοινωνικών σχέσεων) που έχουν θεσπιστεί μέσα από συγκεκριμένες διαδικασίες που ορίζει το ίδιο το δίκαιο. Με αυτή τη φράση εκδηλώνεται έντονα η επίδραση του νομικού θετικισμού, καθώς ως πηγή του ισχύοντος δικαίου, θεμέλιό του εμφανίζεται μια συγκεκριμένη διαδικασία, από τα αρμόδια γι’ αυτό όργανα, όπως προβλέπει ο υπέρτατος νόμος κάθε κοινωνίας. Ο νομικός θετικισμός δέχεται ως ισχύον δίκαιο μόνο το τεθειμένο, δηλαδή αυτό που ισχύει επειδή στηρίζεται σε κάποιον άλλο -ιεραρχικά ανώτερο- κανόνα που προσδίδει κύρος στην πράξη της θεσπίσεώς του και τον κάνει υποχρεωτικό για όλους τους κοινωνούς. Το καθήκον υπακοής στην αστική νομιμότητα γενικεύεται από τη στιγμή που ο νόμος τίθεται σε ισχύ με τις διαδικασίες που προβλέπονται. Κάποιοι θεωρητικοί της νομικής προσπαθούν να συνδέσουν το δίκαιο με «ηθικοπολιτικές» αρχές. Πράγματι ο νόμος εκφράζει κατά κύριο λόγο την ηθική και την ιδεολογία της κυρίαρχης τάξης.

Ακριβώς επειδή το δίκαιο σε μια εκμεταλλευτική κοινωνία είναι μηχανισμός επιβολής και ταξικής κυριαρχίας και απέχει από τα συμφέροντα και την ηθική της εργατικής τάξης και των άλλων λαϊκών στρωμάτων, ο νομικός θετικισμός θέτει ως αναγκαία προϋπόθεση για την ύπαρξη και την υποχρέωση τήρησης του δικαίου τη θέσπιση και την έναρξη της ισχύος του νόμου. Το αν είναι ο νόμος σε αρμονία με τα συμφέροντα της πλειοψηφίας του λαού ή αν αποσκοπεί στη διαιώνιση της εκμετάλλευσης εις βάρος του, δεν αποτελεί κριτήριο για να θεωρηθεί δίκαιος ή άδικος.

Στο βιβλίο: «Εισαγωγή στην επιστήμη του Δικαίου» του Π. Σούρλα, διαβάζουμε: «Πού οφείλεται αυτό το κρατικό μονοπώλιο της βίας; Η επιβολή του εξαναγκασμού είναι για όλους μας περισσότερο αποδεκτή όταν προέρχεται από αρμόδια κρατικά όργανα απ’ ό,τι θα ήταν αν προερχόταν από ιδιώτες. Είναι βία που επιβάλλεται δημόσια, νόμιμα και ηθικώς δικαιολογημένα… αποτελεί μικρότερο και πάντως αναγκαίο κακό σε σχέση προς την παραβίαση του δικαίου»[28].

Η αστική νομική σκέψη αιτιολογεί την αναγκαιότητα της κρατικής βίας «εξαιτίας της έμφυτης τάσης του ανθρώπου να παραβιάζει το δίκαιο». Το αστικό κράτος εμφανίζεται ως η οργάνωση του συνόλου της κοινωνίας και η κρατική βία ως μέσον υπεράσπισης των γενικών συμφερόντων της κοινωνίας, δηλαδή όλων των τάξεων. Νομιμοποιεί το σύστημα της εκμετάλλευσης και της υποταγής, της εργατικής τάξης και των άλλων λαϊκών στρωμάτων.

Είναι διαφορετικοί οι λόγοι που επιβάλλουν τη ρύθμιση των κοινωνικών σχέσεων για τη συνέχιση της κοινωνικής συμβίωσης και διαφορετικοί οι λόγοι που επιβάλλουν την ύπαρξη ενός οργάνου ταξικής επιβολής, του κράτους και ως συστατικό αυτού το δίκαιο. Γράφει ο Ενγκελς: «Το κράτος είναι μάλλον η ομολογία ότι η κοινωνία αυτή μπερδεύτηκε σε μιαν αξεδιάλυτη αντίφαση με τον ίδιο τον εαυτό της, ότι διασπάστηκε σε ασυμφιλίωτες αντιθέσεις που είναι ανήμπορη να τις εξορκίσει. Και για να μη φθαρούν αυτές οι αντιθέσεις, οι τάξεις με τα αντιμαχόμενα οικονομικά συμφέροντα του εαυτού τους και την κοινωνία σε έναν άκαρπο αγώνα, έγινε μια δύναμη που φαινομενικά στέκεται πάνω από την κοινωνία, για να μετριάσει τη σύγκρουση, για να την κρατά μέσα στα όρια της «τάξεως». Και η δύναμη αυτή που βγήκε από την κοινωνία, μα τοποθετήθηκε πάνω από αυτήν, που όλο και περισσότερο αποξενώνεται από αυτήν είναι το κράτος»[29].

Η αναπαραγωγή του κοινωνικού κεφαλαίου, του ίδιου του καπιταλιστικού συστήματος, ανάλογα με την όξυνση των αντιθέσεών του και το συσχετισμό δυνάμεων χρειάζεται νέες ρυθμίσεις και ορισμένες προσαρμογές σε βάρος της εργατικής τάξης. Στις ημέρες μας γενικευμένα προωθείται μια αντεργατική προσαρμογή της εργατικής νομοθεσίας με κατάργηση κατακτήσεων των εργαζομένων. Είναι και οι αλλαγές στη νομοθεσία για την παιδεία, την υγεία, το περιβάλλον.

Οσο επιμηκύνεται η διατήρηση του αντιδραστικού πλέον καπιταλιστικού συστήματος, τόσο ενισχύονται οι κατασταλτικοί μηχανισμοί του και νομιμοποιούνται με νέους νόμους.

Οι αλλαγές στην ποινική νομοθεσία διαμορφώνουν το κατάλληλο νομικό οπλοστάσιο της αστικής τάξης για την περιφρούρηση της αστικής εξουσίας σε συνθήκες όξυνσης της λαϊκής δυσαρέσκειας και ανόδου της ταξικής πάλης και των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων. Ηδη τα τελευταία χρόνια, κάτω από τις επιταγές και τις νομοθετικές ρυθμίσεις της ΕΕ, έχει μεταβληθεί η ποινική νομοθεσία σε μια κατεύθυνση αντιδραστική, με την ψήφιση των τρομονόμων, με την ανατροπή του τεκμηρίου αθωότητας, το ευρωένταλμα σύλληψης, την ευρωαμερικάνικη συμφωνία έκδοσης υπόπτων κλπ. Ονομάζεται τρομοκράτης όποιος «οργανωμένα προσπαθεί να ανατρέψει τις κοινωνικές, οικονομικές, πολιτικές δομές μιας χώρας»[30]. Ετσι ως «τρομοκρατικά» μπορεί να θεωρηθούν κοινωνικά κινήματα και τα κόμματα που βάζουν ως στρατηγικό στόχο την ανατροπή του συστήματος της εκμετάλλευσης και της βίας, όπως και εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα.

Κάποιοι συγγραφείς, στα πλαίσια της διδασκαλίας κυρίως του Συνταγματικού Δικαίου για το πολίτευμα και το κράτος, αναγνωρίζουν το «διαχωρισμό» κράτους - κοινωνίας, αλλά υποστηρίζουν ότι η αντίθεση κοινωνίας - κράτους αίρεται σε σημαντικό βαθμό στην αστική δημοκρατία με την εφαρμογή θεσμών άμεσης δημοκρατίας και τη δημοκρατική λειτουργία των πολιτικών κομμάτων. «Αντίθεση και επομένως διαχωρισμός αναπτύσσεται στις αυταρχικές μορφές διακυβέρνησης. Στη σύγχρονη δημοκρατία… η εφαρμογή θεσμών άμεσης δημοκρατίας αλλά και η δημοκρατική λειτουργία των πολιτικών κομμάτων αίρει σε σημαντικό βαθμό τη μεταξύ κράτους και κοινωνίας αντίθεση» [31]. Και αυτή η θεωρία όμως αφήνει στο απυρόβλητο τον ταξικό χαρακτήρα της αστικής δημοκρατίας που δεν παύει να είναι άλλη μορφή της εξουσίας του κεφαλαίου με ειδικό ρόλο στα αστικά κόμματα και σε αστικούς θεσμούς, όπως η Βουλή. Αλλωστε στις λειτουργίες της αστικής δημοκρατίας είναι και η ενσωμάτωση, με την πλατιά διάδοση της «δημοκρατικοποίησης του κράτους»[32].

Η αντίληψη ότι στα σύγχρονα καπιταλιστικά κράτη με την κοινοβουλευτική δημοκρατία «η εξουσία πηγάζει από το λαό» είναι απατηλή και παραπλανητική.

 

Η ΘΕΩΡΙΑ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΒΟΥΛΗΣΗΣ

Και η θεωρία της γενικής βούλησης στηρίζεται στην τυπική νομική ισοτιμία που διακηρύσσει το αστικό δίκαιο, σύμφωνα με την οποία όλοι οι άνθρωποι θεωρούνται υποκείμενα δικαίου και μπορούν να είναι φορείς υποχρεώσεων και δικαιωμάτων. Διατυπώνεται ως εξής: «Ο νόμος ψηφίζεται από τα αντιπροσωπευτικά σώματα, τα κοινοβούλια, τα οποία έχουν εκλεγεί από το εκλογικό σώμα των «νομικά ισότιμων» πολιτών. Αρα, εκφράζει τη γενική βούληση και οπωσδήποτε την πλειοψηφία της κοινωνίας».

Μιλώντας για τη σύγχρονη αστική δημοκρατία γράφει ο Α. Δημητρόπουλος, «εφόσον στο δημοκρατικό πολίτευμα ο ίδιος ο λαός θέτει το δίκαιο, είναι επόμενο να θέτει κανόνες σύμφωνα με τη δική του κοινωνική συνείδηση»[33]. «Δικαστική εξουσία είναι το δημοκρατικά παραγόμενο δίκαιο».

Οπως ήδη αναφέραμε, αυτή η θεώρηση δεν παίρνει υπόψη της την ταξική διαίρεση της κοινωνίας και την οικονομική και ιδεολογική κυριαρχία της άρχουσας τάξης πάνω στην εκμεταλλευόμενη και καταπιεζόμενη πλειοψηφία.

Η άποψη αυτή θεωρεί την αστική δημοκρατία ως την ανώτερη μορφή δημοκρατίας, αποκρύπτοντας ότι όπως και σε άλλες μορφές δημοκρατίας που γνώρισε η ανθρωπότητα (π.χ. τη δημοκρατία των δουλοκτητών στην αρχαιότητα) αυτή είναι δημοκρατία των εκμεταλλευτών σε βάρος των εκμεταλλευόμενων. Οταν αναφερόμαστε στη δημοκρατία το βασικό ερώτημα που πρέπει να τίθεται είναι: Δημοκρατία για ποια τάξη; «Το σύγχρονο αντιπροσωπευτικό κράτος είναι όργανο εκμετάλλευσης της μισθωτής εργασίας από το κεφάλαιο»[34]. Η πραγματικότητα αυτή συσκοτίζεται λόγω της καθιέρωσης του καθολικού δικαιώματος στην εκλογή του κοινοβουλίου, το οποίο -όπως σημείωνε και ο Ενγκελς- δεν είναι και δεν μπορεί να είναι τίποτα άλλο από δείκτης της ωριμότητας της εργατικής τάξης και των άλλων καταπιεζόμενων στρωμάτων.

Στην ουσία ο λαός απλά καλείται να αποφασίσει κάθε 4 χρόνια ποια μερίδα της αστικής τάξης θα τον εκπροσωπεί και θα τον καταδυναστεύει στο κοινοβούλιο. Τυπική είναι η όποια λογοδοσία των αστικών κυβερνητικών κομμάτων. Και δε θα μπορούσε να λειτουργήσει διαφορετικά η «δημοκρατία» των λίγων, αφού η οικονομική της βάση στηρίζεται στην καταλήστευση της εργατικής δύναμης από το κεφάλαιο. Πώς γίνεται άραγε «κυρίαρχος να είναι ο λαός», όταν ο λαός δεν μπορεί να καρπωθεί τον πλούτο που με το μόχθο του φτιάχνει και όταν δεν έχει ελεύθερο χρόνο μέσα στην εργάσιμη ημέρα; Η αστική τάξη με τους ιδεολογικούς της μηχανισμούς πρώτα διαμορφώνει αλλοτριωμένη συνείδηση στην εργατική τάξη και μετά υφαρπάζει την ψήφο της, ενώ την ίδια στιγμή στη συνείδηση του λαού είναι νομιμοποιημένη αυτή η εξουσία, ως καρπός της λαϊκής βούλησης. Κάθε αστική δημοκρατία είναι δημοκρατία για τους πλούσιους, ενώ για την τάξη που υφίσταται την εκμετάλλευση είναι μια στυγνή δικτατορία, που φτάνει μέχρι και να κινητοποιήσει στρατεύματα εναντίον της, μόλις επιδιώξει να ανατρέψει τους όρους της μισθωτής της σκλαβιάς.

Σύμφωνα με τα παραπάνω εύκολα αναιρούνται οι θεωρίες που θέλουν το κράτος μέσω του δικαίου, κυρίως μέσω του Συντάγματος, να αυτοδεσμεύεται, αυτοπεριορίζεται.

Την άποψη αυτή εκφράζει και ο κ. καθηγητής Ράικος: «Η δικαιοκρατία είναι μια οργανωτική βάση του πολιτεύματος, με άλλες λέξεις η χώρα μας είναι ένα κράτος δικαίου. Κράτος δικαίου ονομάζεται, κατά αντίθεση με το αστυνομικό κράτος, το κράτος εκείνο η εξουσία του οποίου ασκείται σύμφωνα με τους κανόνες δικαίου. Ετσι το κράτος δικαίου αυτοπεριορίζεται κατά την άσκηση της εξουσίας του με τη θέσπιση σχετικών κανόνων δικαίου»[35].

Στην αστική κοινωνία δεν υπάρχει καμιά δύναμη, κανένας θεσμός που να δεσμεύει το κράτος ή να το περιορίζει. Το κράτος είναι όργανο επιβολής της θέλησης της κυρίαρχης τάξης και ο νόμος είναι η μορφή αυτής της θέλησης. Οι ίδιοι οι οικονομικοί όροι, οι σχέσεις παραγωγής είναι αυτές που δεν κάνουν ισότιμη στην πολιτική δραστηριότητα τη συμμετοχή της «πλειοψηφίας» που αποτελείται από την εργατική τάξη και τις φτωχές λαϊκές μάζες με τη συμμετοχή της «μειοψηφίας» που αποτελείται από τους κεφαλαιοκράτες. Ο Λένιν σημείωνε: «η συμμετοχή των εργαζόμενων μαζών στο κοινοβούλιο (που στην αστική δημοκρατία ποτέ δεν αποφασίζει για τα σοβαρότερα ζητήματα γι’ αυτά αποφασίζουν το χρηματιστήριο και οι τράπεζες) αποκλείεται με χίλιους δύο φραγμούς»[36].

 

Η ΘΕΩΡΙΑ ΤΟΥ ΝΟΜΙΚΟΥ ΠΛΟΥΡΑΛΙΣΜΟΥ

Μια άλλη θεωρία που προσπαθεί να αποσυνδέσει τη σχέση κράτους - δικαίου και παρουσιάζεται συχνά στα πλαίσια της κοινωνιολογίας του δικαίου, είναι η θεωρία του νομικού πλουραλισμού. Σύμφωνα με αυτή, το δίκαιο περιλαμβάνει εκτός από τους κανόνες που θέτει η κρατική εξουσία και άλλους κανόνες, που ενώ θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν νομικοί, πηγή τους δεν είναι το κράτος. Αυτοί οι κανόνες συγκροτούν ένα κοινωνικό δίκαιο που διαφέρει από το κρατικό, π.χ. κανόνες στο εσωτερικό της εκκλησίας, μιας επιχείρησης, ενός σωματείου, μιας περιθωριακής ομάδας.      

Πρόκειται για κανόνες που συνδέονται άμεσα ή έμμεσα με τις νομικές σχέσεις μιας κοινωνίας και γενικότερα με την κρατική εξουσία. Με τη θεωρία αυτή, ξεκόβοντας το δίκαιο από την κρατική εξουσία, συγκαλύπτεται ο ταξικός και αναγκαστικός του χαρακτήρας. Αν αναλύσουμε βαθύτερα τις κοινωνικές σχέσεις που ρυθμίζουν αυτοί οι κανόνες, θα διαπιστώσουμε ότι στην ουσία ρυθμίζουν επιμέρους κοινωνικές σχέσεις που δεν ξεφεύγουν από τις κύριες οικονομικές, π.χ. σχέσεις σε σωματεία και ενώσεις καθορισμένων κοινωνικών ομάδων που ιδρύονται ή λύονται σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία, υπόκεινται στον έλεγχο της αστικής δικαστικής εξουσίας. Το ίδιο ισχύει και για τις προϋποθέσεις νομικής υπόστασης των επιχειρήσεων, της ρύθμισης των σχέσεων μεταξύ των εταίρων τους (μετοχικοί εταίροι), μεταξύ των επιχειρήσεων και βεβαίως των σχέσεων με τους μισθωτούς. Οι επιμέρους ρυθμίσεις μεταξύ κεφαλαιοκρατών και μισθωτών στο πλαίσιο μιας επιχείρησης δεν ανατρέπει τις βασικές σχέσεις ιδιοκτησίας. Αλλωστε συνδέεται άμεσα με την κρατική εξουσία. Η επιχείρηση είναι ο τόπος παραγωγής της υπεραξίας, ο τόπος καταλήστευσης της εργατικής δύναμης από το κεφάλαιο. Το δίκαιο ακριβώς αυτή τη διαδικασία προστατεύει και διευρύνει προς όφελος της αστικής τάξης. Η «εύρυθμη» λειτουργία μιας επιχείρησης αποτελεί σημαντικό όρο για τη λειτουργία του μηχανισμού της εκμετάλλευσης και οι κανόνες που αναπτύσσονται σε αυτή δεν αποσκοπούν σε κάτι διαφορετικό σε σχέση με όλο το υπόλοιπο νομικό σύστημα. Οσον αφορά στην εκκλησία είναι -ειδικά στην Ελλάδα- ένας θεσμός κρατικός που ενεργεί διοικητικές πράξεις ρυθμιστικές για τη σχέση κράτους πολίτη και ασκεί η ίδια πλευρές κρατικής εξουσίας. Ειδικά για τις σχέσεις σε περιθωριακές ομάδες δεν μπορούμε να μιλήσουμε καν για δίκαιο, παρά μόνο για κάποιους κανόνες ρυθμιστικούς της συμπεριφοράς των μελών μιας κλειστής και απομονωμένης από το κοινωνικό σύνολο ομάδας.

Η ταξική ουσία του δικαίου αλλού διακρίνεται πιο εύκολα και αλλού δυσκολότερα. Το δίκαιο και στη μορφή του και στο περιεχόμενό του παραμένει έκφραση της οικονομικής, πολιτικής, ιδεολογικής κυριαρχίας της άρχουσας τάξης. Είδαμε για παράδειγμα στην αρχή του άρθρου πως το εργατικό δίκαιο λειτουργεί για την περιφρούρηση της εκμετάλλευσης της εργατικής τάξης.

Στο ποινικό δίκαιο -σε κάθε έγκλημα- προβλέπεται η ίδια ποινή για οποιονδήποτε δράστη, χωρίς να μελετώνται οι κοινωνικές και οικονομικές αιτίες που οδηγούν συχνά στο έγκλημα ανθρώπους των καταπιεζόμενων τάξεων. Επίσης, ανάλογα με την τάξη που ανήκει ο δράστης, οι επιπτώσεις της ποινής στη ζωή του διαφέρουν. Είναι συχνές οι αποκαλύψεις όπου το ποινικό δίκαιο δεν αντιμετωπίζει το οργανωμένο έγκλημα, η δράση του οποίου συνδέεται άμεσα ή έμμεσα με τμήματα του κεφαλαίου και του αστικού κράτους και γι’ αυτό το λόγο έχει την προστασία του. Αντίθετα το ποινικό δίκαιο είναι το βασικό οπλοστάσιο για το χτύπημα των λαϊκών αγώνων, της πολιτικής και συνδικαλιστικής δράσης αφού οι πολιτικές διώξεις έχουν το μανδύα των ποινικών διώξεων (π.χ. παρεμπόδιση κυκλοφορίας, αντίσταση κατά της αρχής, φθορά ξένης περιουσίας κλπ.).

Κατά κανόνα στη διδασκαλία των πιο πολλών νομικών μαθημάτων αποκρύπτεται ο ρόλος της ταξικής πάλης στη διαμόρφωση του νομικού εποικοδομήματος, στο οποίο αυτή επιδρά χωρίς να μπορεί όμως να αλλάξει τον ταξικό του χαρακτήρα. Οι περισσότερες παραχωρήσεις της αστικής τάξης που κατοχυρώθηκαν σαν δικαιώματα του λαού έχουν υπογραφεί πάνω στο αίμα όσων αγωνίστηκαν διεκδικώντας τα ζωτικά συμφέροντα της τάξης τους.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ο νόμος για τον ημερήσιο εργάσιμο χρόνο, ζήτημα που αποτέλεσε αντικείμενο σκληρών ταξικών αγώνων και η εργατική τάξη έδωσε πολλούς νεκρούς για να κατοχυρωθεί με νόμο το οκτάωρο. Το κάθε κατακτημένο εργατικό δικαίωμα ποτέ δεν είναι ανεπιστρεπτί κατοχυρωμένο, από οποιαδήποτε νομοθεσία, π.χ. οκτάωρο, νομοθεσία για την υγιεινή και ασφάλεια στους χώρους δουλιάς. Ετσι, και η εφαρμογή της εκάστοτε εργατικής νομοθεσίας είναι σχετική, όπως και η προοπτική μιας αντεργατικής αναθεώρησής της. Ως τέτοια γενικευμένη τάση εκδηλώθηκε μετά την αντεπανάσταση στην Ανατολική και Κεντρική Ευρώπη και την υποχώρηση του εργατικού κινήματος. Σήμερα οι ανάγκες της καπιταλιστικής αναπαραγωγής υπαγορεύουν την αλλαγή της εργατικής νομοθεσίας (ευέλικτες εργασιακές σχέσεις, περιορισμός της προσαυξημένης αμοιβής της υπερωριακής εργασίας και άλλα). Το παραπάνω παράδειγμα φωτίζει το πώς οι ανάγκες της οικονομικής βάσης καθορίζουν σε τελευταία ανάλυση το δίκαιο, αλλά δείχνει επίσης ότι ο συσχετισμός δύναμης αντανακλά στον τρόπο με τον οποίο εκδηλώνεται η ταξική κυριαρχία.

Πάντως, χρειάζεται να έχουμε συνολικά υπόψη μας ότι το δίκαιο ως στοιχείο του εποικοδομήματος δεν αντανακλά μόνο την οικονομική βάση, αλλά αντεπιδρά σε αυτήν. Οι θεμελιωτές του μαρξισμού τόνιζαν: «Σύμφωνα με την υλιστική αντίληψη της ιστορίας είναι σε τελευταία ανάλυση η παραγωγή και η αναπαραγωγή της πραγματικής ζωής. Οι πολιτικές μορφές της ταξικής πάλης, οι νομικές μορφές και ακόμα περισσότερο οι αντανακλάσεις όλων αυτών των πραγματικών αγώνων στον εγκέφαλο αυτών που συμμετέχουν στην πάλη, οι πολιτικές, νομικές, φιλοσοφικές αντιλήψεις ασκούν και αυτά την επίδρασή τους πάνω στην πορεία των ταξικών αγώνων, και σε πολλές περιπτώσεις αυτά κυρίως καθορίζουν τη ζωή τους»[37].

Για παράδειγμα, η σύμβαση πώλησης δεν αποτελεί μόνο τη μορφή, την αντανάκλαση της συγκεκριμένης οικονομικής λειτουργίας, αλλά συμβάλλει στην ομαλή ρύθμιση της αγοράς, προβλέποντας ένα συγκεκριμένο τρόπο δράσης για τα μέρη που συμβάλλονται και απειλώντας με κυρώσεις, π.χ. αποζημίωση, αναγκαστική εκτέλεση - για περιπτώσεις παραβίασης του νόμου. Σε αυτή τη σχετική αυτοτέλεια του δικαίου οφείλεται επίσης το ότι το νομικό εποικοδόμημα ενσωματώνει διεκδικήσεις των εκμεταλλευόμενων τάξεων και στρωμάτων, που όμως σε καμιά περίπτωση δεν μπορούν να υπερβούν ή να αλλάξουν την ουσία της κυρίαρχης τάξης, του κράτους της και του νομικού της συστήματος.

Εκφράζεται επίσης συχνά από νομικούς το αίτημα της ταύτισης του ισχύοντος δικαίου με τη δικαστική εξουσία. «Δικαιοσύνη σημαίνει το «πράγματι δίκαιο», εκείνο δηλαδή που πράγματι έχει επικρατήσει να λέγεται δίκαιο σε συγκεκριμένη κοινωνία και σε συγκεκριμένο χώρο και χρόνο»[38]. Πράγματι το δίκαιο είναι μορφή κοινωνικής συνείδησης, εκφράζει το τι θεωρεί η κοινωνία ως δίκαιο σε συγκεκριμένο τόπο και χρόνο. Αλλά και τα άλλα στοιχεία του εποικοδομήματος, η ιδεολογία σε όλες τις μορφές της, η ηθική, οι αισθητικές αντιλήψεις, επιδρούν στο δίκαιο ως μορφή κοινωνικής συνείδησης.

Ομως, όπως σε όλες τις μορφές κοινωνικής συνείδησης, έτσι και στην περί δικαίου αντίληψη κυριαρχεί το υλικό συμφέρον της αστικής τάξης. Σε μια ταξική κοινωνία, μαζί με την αντίληψη του δικαίου της τάξης που κυριαρχεί, διαμορφώνεται και η αντίληψη της τάξης που κυριαρχείται. Η ιδεολογία, ηθική, το δίκαιο της εργατικής τάξης και όλων των καταπιεζόμενων στρωμάτων υπάρχει σε εμβρυώδη μόνο ανάπτυξη και δεν μπορεί να κυριαρχήσει ως ιδεολογία. Αυτό μπορεί να γίνει μόνο με την επαναστατική ανατροπή της αστικής εξουσίας και των κυρίαρχων σχέσεων παραγωγής για την οικοδόμηση της σοσιαλιστικής κοινωνίας.

Τότε μόνο μπορεί να ενσαρκωθεί σε δίκαιο η αντίληψη περί δικαιοσύνης που εδράζεται στη δυνατότητα κατάργησης της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο, η νομική κατοχύρωση της κοινωνικής ιδιοκτησίας στα συγκεντρωμένα μέσα παραγωγής, στην κατανομή του κοινωνικού προϊόντος ανάλογα με την εργασία ή ανάλογα με τις ανάγκες.

 

Η ΑΝΑΓΚΗ ΙΔΕΟΛΟΓΙΚΗΣ ΑΝΤΙΠΑΡΑΘΕΣΗΣ ΣΤΙΣ ΣΧΟΛΕΣ

Οι περισσότεροι απόφοιτοι των Νομικών Σχολών, προερχόμενοι από λαϊκές οικογένειες και ως μισθωτοί επιστήμονες, έχουν αντικειμενικό συμφέρον να θέσουν την επιστημονική γνώση τους στην υπηρεσία της πάλης της εργατικής τάξης για την εξουσία.

Η αντιπαράθεση με την κυρίαρχη αντίληψη για το δίκαιο, έτσι όπως αναπαράγεται μέσα από τις αντίστοιχες σχολές, αποτελεί πλευρά της ταξικής πάλης ανάμεσα στην εργατική και την αστική τάξη που αφορά το κέρδισμα της αυριανής γενιάς επιστημόνων.

Χωρίς να ξεχνάμε ότι η μαρξιστική αντίληψη για την επιστήμη είναι αδύνατο να γίνει κυρίαρχη στα πλαίσια του καπιταλισμού, είναι αναγκαίο να οργανώσουμε συστηματικά την προβολή της στις σχολές.

Ο μαρξισμός αντιπαραθέτει τη διαλεκτική υλιστική αντίληψη για το δίκαιο στις μεταφυσικές, αντι-ιστορικές, ιδεαλιστικές αντιλήψεις που προβάλλει η αστική ιδεολογία υπερασπίζοντας το αστικό δίκαιο ως το ύψιστο ιδανικό, ως την απόλυτη έκφραση της δικαιοσύνης.

Στην εποχή μας, το ιμπεριαλιστικό στάδιο του καπιταλισμού, εποχή επικείμενων σοσιαλιστικών επαναστάσεων, στο πλευρό της εργατικής τάξης και στον αγώνα της για την εξουσία είναι αναγκαία όχι μόνο η παρουσία δικηγόρων και δικαστικών λειτουργών υπερασπιστών των δημοκρατικών δικαιωμάτων και των λαϊκών ελευθεριών της εργατικής τάξης και των φτωχών λαϊκών στρωμάτων που πλήττονται από τα αντιδραστικά αντιδημοκρατικά μέτρα του ιμπεριαλισμού, αλλά και ικανών μαρξιστών επιστημόνων στον τομέα του δικαίου. Μαρξιστές επιστήμονες που θα συμβάλλουν στο να «σπάνε» οι αστικές και μικροαστικές προκαταλήψεις για τη δημοκρατία, το κράτος και το δίκαιο, θα τεκμηριώνουν επιστημονικά τη νομοτέλεια της εργατικής εξουσίας, της δικτατορίας του προλεταριάτου ως της «ένα εκατομμύριο φορές πιο δημοκρατικής από κάθε αστική δημοκρατία»[39].

Η προβολή της μαρξιστικής αντίληψης για το δίκαιο μπορεί να συμβάλει, ώστε εκατοντάδες φοιτητές των νομικών αλλά και άλλων σχολών που διδάσκονται το δίκαιο να «γνωριστούν» με τη μαρξιστική κοσμοθεωρία και ν’ αποκτήσουν το κίνητρο να τη μελετήσουν, αλλά και με την πολιτική του ΚΚΕ για τη λαϊκή εξουσία που αποτελεί έκφρασή της σε επίπεδο πολιτικής δράσης.

Είναι απαραίτητη η οργάνωση σταθερής και αποτελεσματικής παρέμβασης στο περιεχόμενο σπουδών των Νομικών Σχολών, τόσο στα μαθήματα γενικής θεωρίας του δικαίου όσο και στους επιμέρους κλάδους. Ιδιαίτερο βάρος μπορεί να δοθεί στα μεταπτυχιακά προγράμματα, όπου υπάρχει μεγαλύτερη δυνατότητα εμβάθυνσης. Ενας άξονας αυτής της προσπάθειας είναι η αποκάλυψη του ταξικού χαρακτήρα της επιστημονικής αστικής θεώρησης που προβάλλεται μέσα από τη διδακτέα ύλη των σχολών. Σε αυτή την κατεύθυνση μπορούν να οργανώνονται διάφορες πρωτοβουλίες με ποικίλες μορφές. Για παράδειγμα διοργάνωση αντιμαθήματος, μαρξιστικών διαλέξεων για το δίκαιο, οργανωμένες επισκέψεις σε δίκες και μετά συζήτηση για το χαρακτήρα του δικαίου, όπως έκανε πέρυσι μια οργάνωση της ΚΝΕ στη δίκη του «Σάμινα» κλπ.

Μέσω της οργανωμένης μαζικής διάδοσης του μαρξισμού στις νομικές σχολές, που προϋποθέτει έναν πυρήνα στελεχών μελών και φίλων της ΚΝΕ και του ΚΚΕ καλά καταρτισμένων, μπορούν να γίνονται βήματα στην κατεύθυνση «να τονωθεί το ενδιαφέρον κάθε προοδευτικού νομικού και όχι μόνο για τη μελέτη του μαρξισμού λενινισμού και την ανάπτυξη της μαρξιστικής νομικής σκέψης στη χώρα μας»[40]. Ετσι ώστε ο επιστήμονας του δικαίου να μαθαίνει και να διαφωτίζει το λαό, όχι μόνο για το τι λένε οι νόμοι, αλλά κυρίως για το ποιοι κοινωνικοί και πολιτικοί λόγοι οδήγησαν στην ψήφισή τους, ποια κοινωνικά συμφέροντα υπηρετούν, σε ποια αντιτάσσονται. Να υπερασπίζεται το «δίκιο» της εργατικής τάξης.

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Κ.. Μαρξ-Φρ. Ενγκελς: «Το Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος», εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή».

Κ. Μαρξ: «Κριτική της πολιτικής οικονομίας», εκδόσεις «Οικονομικής και φιλοσοφικής βιβλιοθήκης».

Κ. Μαρξ - Φρ. Ενγκελς: «Η γερμανική ιδεολογία», εκδόσεις «Γκούντεμπεργκ».

Φρ. Ενγκελς: «Αντι-Ντίριγκ», εκδόσεις «Αναγνωστίδη».

Φρ. Ενγκελς: «Η Καταγωγή της οικογένειας, της ατομικής ιδιοκτησίας και του κράτους», εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή».

Β. Ι. Λένιν: «Κράτος και Επανάσταση», εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή».

Β. Ι. Λένιν: «Η Προλεταριακή επανάσταση και ο αποστάτης Κάουτσκυ», εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή».

Π. Ι. Στούτσκα: «Ο επαναστατικός ρόλος του δικαίου και του κράτους», εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή».

Β. Λαπάγεβα: «Ζητήματα δικαίου στο «Κεφάλαιο» του Κ. Μαρξ, εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή».

Δ. Καλτσώνη: «Το δικαστήριο από την πρωτόγονη κοινωνία στην αταξική», εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή».

Δ. Καλτσώνη: «Δίκαιο - Κοινωνία - Τάξεις», εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή».

Θανάσης Παπαχρήστου «Κοινωνιολογία του Δικαίου», εκδόσεις «Α.Ν. Σάκκουλα».

Τραυλός Τζανετάτος: «Το εργατικό δίκαιο σε κρίσιμη καμπή», εκδόσεις «Οδυσσέας».



ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

Η Ζωή Μπαρίτα είναι μέλος της Ιδεολογικής Επιτροπής του ΚΣ της ΚΝΕ, μέλος της ΚΕΟΕ της ΚΝΕ.

[1] Κ. Μαρξ - Φ.Ενγκελς: «Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος», σελ. 45-46, εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα 1998.

[2] Κ. Μαρξ: «Κριτική της πολιτικής οικονομίας», σελ. 7, έκδοση «Οικονομικής και φιλοσοφικής βιβλιοθήκης»,1956.

[3] Β. Ι. Λένιν: «Σχετικά με τη γελοιογραφία του μαρξισμού». Απαντα, τομ. 30, σελ. 99, εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή».

[4] Β. Ι. Λένιν: «Η προλεταριακή Επανάσταση και ο αποστάτης Κάουτσκι», σελ. 18, εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή».

[5] Ο Δ. Καλτσώνης στο βιβλίο του «Δίκαιο Κοινωνία Τάξη», στη σελ. 39, εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή», αναφέρει: «…αργότερα (ο Στούτσκα) βελτίωσε τον ορισμό αντικαθιστώντας τη λέξη «σύστημα» με τη φράση «μορφή οργάνωσης των κοινωνικών σχέσεων» δηλαδή των σχέσεων παραγωγής και ανταλλαγής».

[6] Π. Ι. Στούτσκα: «Ο επαναστατικός ρόλος του δικαίου και του κράτους», σελ. 49, εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή».

[7] Φ. Ενγκελς: «Η καταγωγή της οικογένειας, της ατομικής ιδιοκτησίας και του κράτους», σελ. 212, εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή».

[8] Φ. Ενγκελς: «Η καταγωγή της οικογένειας, της ατομικής ιδιοκτησίας και του κράτους», σελ. 131-132, εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή».

[9] Β. Λαπάγεβα: «Ζητήματα δικαίου στο «Κεφάλαιο» του Μαρξ», σελ. 100, εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή».

[10] Κ. Μαρξ: «Το Κεφάλαιο», τομ. 1, σελ. 742, ρώσικη έκδοση.

[11] Β. Λαπάγεβα: «Ζητήματα δικαίου στο «Κεφάλαιο» του Μαρξ», σελ. 66, εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή».

[12] Κ. Μαρξ: «Το Κεφάλαιο», τόμ. 1, σελ. 180, εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή».

[13] Βλέπε αναλυτικά στο παρόν τεύχος, το άρθρο της Β. Σεφέρη και του Χ. Μπαλωμένου: «Η χυδαία αστική πολιτική οικονομία στα αμφιθέατρα των οικονομικών σχολών».

[14] Το Σύνταγμα της Ελλάδας, σελ. 56, εκδόσεις «Ποντίκι».

[15] Κ. Μαρξ: «Το Κεφάλαιο», τομ. 1, σελ. 557, εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή».

[16] Το Σύνταγμα της Ελλάδας, σελ. 37, εκδόσεις «Ποντίκι».

[17] Το Σύνταγμα της Ελλάδας, σελ. 51, εκδόσεις «Ποντίκι».

[18] Β. Ι. Λένιν «Η προλεταριακή επανάσταση και ο αποστάτης Κάουτσκι», σελ. 19, εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή».

[19] Β. Ι. Λένιν: «Κράτος και Επανάσταση», σελ. 113, εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή».

[20] Β. Ι. Λένιν: «Ο Μαρξισμός για το Κράτος», Απαντα, τόμος 33, σελ. 187, εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή».

[21] Β. Ι. Λένιν: «Κράτος και Επανάσταση», σελ. 101-102, εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή».

[22] Κ. Μαρξ - Φ. Ενγκελς: «Διαλεχτά Εργα», τομ. 2, σελ. 580.

[23] Α. Δημητρόπουλος: «Γενική Συνταγματική Θεωρία», σελ. 6, εκδόσεις «Α. Ν. Σάκκουλας».

[24] Κ. Μαρξ - Φ. Ενγκελς: «Η Γερμανική ιδεολογία», τομ. 1, σελ. 132, εκδόσεις «Γκούντεμπεργκ».

[25] Π. Σούρλας: «Μια εισαγωγή στην επιστήμη του δικαίου», σελ. 114, εκδόσεις «Α. Ν. Σάκκουλας».

[26] Α. Δημητρόπουλος: «Γενική Συνταγματική θεωρία», σελ. 37, εκδόσεις «Α. Ν. Σάκκουλας».

[27] Π. Σούρλας: «Μια εισαγωγή στην επιστήμη του δικαίου», σελ. 100, εκδόσεις «Α. Ν. Σάκκουλας».

[28] Π. Σούρλας: «Μια εισαγωγή στην επιστήμη του δικαίου», σελ. 299, εκδόσεις «Α. Ν. Σάκκουλας».

[29] Φ. Ενγκελς: «Η καταγωγή της οικογένειας της ατομικής ιδιοκτησίας και του κράτους», σελ. 210, εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή».

[30] Ορισμός της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.

[31] Α. Δημητρόπουλος: «Γενική Συνταγματική Θεωρία», σελ. 118-119, εκδόσεις «Α. Ν. Σάκκουλας».

[32] Α. Δημητρόπουλος: «Γενική Συνταγματική Θεωρία», σελ. 119, εκδόσεις «Α. Ν. Σάκκουλας».

[33] Α. Δημητρόπουλος: «Γενική Συνταγματική Θεωρία», σελ. 55, εκδόσεις «Α. Ν. Σάκκουλας».

[34] Φ. Ενγκελς: «Η καταγωγή της οικογένειας της ατομικής ιδιοκτησίας και του κράτους», σελ. 212-213, εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή».

[35] Α. Ράικος: «Συνταγματικό Δίκαιο», τόμος Α΄, σελ. 207, εκδόσεις «Α. Ν . Σάκουλλα», Αθήνα-Κομοτηνή 1989.

[36] Β. Ι. Λένιν: «Η προλεταριακή επανάσταση και ο αποστάτης Κάουτσκι», σελ. 21, εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή».

[37] Κ. Μαρξ - Φ. Ενγκελς: «Διαλεχτά Εργα», τομ. 2, σελ. 572-573.

[38] Α. Δημητρόπουλος: «Γενική Συνταγματική Θεωρία», σελ 51, εκδόσεις «Α. Ν. Σάκουλλα».

[39] Β. Ι. Λένιν: «Η προλεταριακή επανάσταση και ο αποστάτης Κάουτσκι», σελ. 22, εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή».

[40] Δ. Καλτσώνης: «Δίκαιο, κοινωνία, τάξεις», σελ. 154, εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή».