ΤΟ ΠΑΝΟΡΑΜΑ ΤΗΣ ΑΝΤΙΔΡΑΣΤΙΚΗΣ ΑΝΑΔΙΑΡΘΡΩΣΗΣ ΣΤΗΝ ΠΑΙΔΕΙΑ

ΠΡΟΣ ΜΙΑ ΕΥΕΛΙΚΤΗ, ΑΠΟΚΕΝΤΡΩΜΕΝΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ

Καθώς πλησιάζει το 2010, το συμφωνημένο στην ΕΕ ορόσημο για την ολοκλήρωση των εκπαιδευτικών αναδιαρθρώσεων, το άγχος των κυβερνήσεων να παρακαμφθούν οι όποιες αντιστάσεις και να προχωρήσουν γρήγορα οι «αναγκαίες τομές» μεγαλώνει. Την ίδια στιγμή η πίεση των ιμπεριαλιστικών ενώσεων γίνεται κάθε μέρα και πιο ασφυκτική. «Η Ευρώπη κινδυνεύει να χάσει το τραίνο της ανταγωνιστικότητας», δηλώνει η Κομισιόν, «τα ευρωπαϊκά πανεπιστήμια έχασαν την ηγεμονία»[1], συμπληρώνει ο ΟΟΣΑ, «η εκπαίδευση χρειάζεται όχι μόνο αναβάθμιση, αλλά επανάσταση»[2], διακηρύσσει ο ΣΕΒ. «Βιαστείτε γιατί χανόμαστε», μοιάζουν να φωνάζουν όλοι μαζί. Τι είναι όμως αυτό που κατά γενική ομολογία των αστών αναλυτών καθιστά την εκπαίδευση «έναν από τους βασικότερους συντελεστές αειφορίας σε έναν κόσμο σπάνιων πόρων»[3], έναν δηλαδή από τους πιο καθοριστικούς παράγοντες για την καπιταλιστική κερδοφορία σε συνθήκες έντονου μονοπωλιακού ανταγωνισμού και αυξημένων δυσκολιών αναπαραγωγής του κεφαλαίου;

Η απάντηση δίχως άλλο βρίσκεται στις βασικές λειτουργίες της εκπαίδευσης, ανάμεσα στις οποίες ξεχωρίζουμε εκείνες που έχουν την αμεσότερη σχέση με την οικονομία και την παραγωγή: Τη συμβολή της στην αναπαραγωγή της εργατικής δύναμης και ειδικά για τα πανεπιστήμια, το ρόλο τους στην παραγωγή νέας γνώσης. Πιο συγκεκριμένα, όλη η συζήτηση που συνοδεύει την πολιτική των αναδιαρθρώσεων στην εκπαίδευση δείχνει ότι στις σημερινές συνθήκες γενικευμένης εφαρμογής της επιστήμης στην παραγωγή, το προβάδισμα στο βαθμό δεξιοτεχνίας του εργατικού δυναμικού και στην άμεση εμπορική εκμετάλλευση των αποτελεσμάτων της επιστήμης αποκτούν αποφασιστική σημασία στον αδυσώπητο ανταγωνισμό των μονοπωλίων. Βέβαια, τόσο η μεγαλύτερη επιτηδειότητα των εργαζομένων, όσο και η αμεσότερη αξιοποίηση και εφαρμογή των επιτευγμάτων της επιστήμης από μια πρώτη ματιά φαντάζουν ιδέες θετικές και ως τέτοιες το σύστημα έχει βαλθεί με περισσή επιμέλεια να τις διαφημίζει. Ενα πλήθος ειδικών, ερευνητών, αρθρογράφων, πολιτικών, στελεχών οργανισμών και επιχειρήσεων έχει επιστρατευτεί για να διαλαλεί, όπου σταθεί κι όπου βρεθεί, τα περί «κοινωνίας και οικονομίας της γνώσης», προσπαθώντας να πείσει πως ο καπιταλισμός άλλαξε και ως μέτρο της ευημερίας και της προόδου δε θέτει πια το κέρδος, αλλά τη γνώση!

Η πραγματικότητα όμως διαψεύδει και τους πιο αισιόδοξους οπαδούς αυτής της θεωρίας. Ο καπιταλισμός όχι μόνο δεν άλλαξε, αλλά άπληστος και επιθετικός όσο ποτέ επιδίδεται σε ένα ακόμη πιο ξέφρενο κυνήγι του κέρδους. Το κεφάλαιο αδιάκοπα αποδεικνύει ότι χρησιμοποιεί το υψηλότερο σε σχέση με το παρελθόν πολιτιστικο-τεχνικό επίπεδο των εργαζομένων για να αυξήσει το βαθμό εκμετάλλευσής τους. Ενώ η παραγωγικότητα της εργασίας, ως αποτέλεσμα της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων και κυρίως του ανθρώπου, αυξάνεται ραγδαία, ενώ δηλαδή ο αναγκαίος χρόνος για την παραγωγή των υλικών αγαθών και μαζί του ο χρόνος αναπαραγωγής της εργατικής δύναμης μειώνονται, ο συνολικός χρόνος εργασίας όχι μόνο δε μειώνεται, αλλά παρατείνεται στις 12 και στις 16 ώρες και ο μισθός πέφτει στα άθλια επίπεδα των 400 και 600 €, ακόμη και για το υψηλά ειδικευμένο εργατικό δυναμικό, όπως είναι οι απόφοιτοι της ανώτατης εκπαίδευσης. Να λοιπόν πού οφείλεται το ενδιαφέρον των καπιταλιστών για την εκπαίδευση: Το μίγμα κατάλληλα καταρτισμένης εργατικής δύναμης και «ευέλικτων» εργασιακών σχέσεων εξασφαλίζει τέτοια αύξηση του απλήρωτου και κλεμμένου χρόνου εργασίας, που δεν την ονειρεύτηκαν ποτέ. Αυτό το αποκορύφωμα της εκμετάλλευσης είναι που κάνει τον πρόεδρο του ΣΕΒ να αναφωνεί με ενθουσιασμό και αφοπλιστική ειλικρίνεια πως «ο πιο σημαντικός συντελεστής υπεραξίας είναι η γνώση σε συνδυασμό με την ευελιξία και τη συνεχή κατάρτιση»[4].

Ωστόσο, ακόμη και από το λακωνικό αυτό απόσπασμα μπορεί κανείς να καταλάβει ότι το κεφάλαιο δεν ενδιαφέρεται για τη διεύρυνση των μορφωτικών εφοδίων των εργαζομένων γενικά. Από όλο το σύστημα της ανθρώπινης γνώσης ξεχωρίζει το πιο ωφέλιμο για τους εκμεταλλευτικούς σκοπούς του μέρος της: την εφήμερη, ευέλικτη και διαρκώς επαναλαμβανόμενη κατάρτιση που θα εφοδιάζει την εργατική δύναμη με τις επιζητούμενες δεξιότητες ακριβώς στην κατάλληλη στιγμή (just in time). Ο λόγος είναι προφανής. Δε χρειάζεται γενικευμένα τη μορφωμένη και υψηλά εκπαιδευμένη εργατική δύναμη. Χρειάζεται ορισμένο επίπεδο ειδίκευσης της εργατικής δύναμης, άμεσα προσαρμοσμένης στις ανισορροπίες και ανακατατάξεις που φέρνει η καπιταλιστική ανισομετρία, ο κύκλος της καπιταλιστικής κρίσης, ο παγκόσμιος ανταγωνισμός. Αλλωστε είναι από τις αντιφάσεις του καπιταλισμού, αφενός να χρειάζεται την αναπτυγμένη εργατική δύναμη, αφετέρου να επιβραδύνει την ανάπτυξή της.

Την αντίφαση αυτή έρχεται να συμφιλιώσει το σύστημα της «δια βίου μάθησης». Ενα σύστημα που φιλοδοξεί να υποκαταστήσει την ανάγκη για ευρύτερη γενική μόρφωση, τον πρωταρχικό δηλαδή όρο για την εξασφάλιση προωθημένων ικανοτήτων, όπως η δημιουργικότητα και η πολυμέρεια, με διαδοχικές καταρτίσεις «ευέλικτα» προσαρμοζόμενες στις «ανάγκες της αγοράς». Μόλις αυτές ξεπεραστούν, θα θεωρούνται αμαθείς και θα απολύονται για να ξανακαταρτιστούν. Αυτός εξάλλου είναι ένας εύσχημος τρόπος για να μην αποκτούν ποτέ δικαιώματα, καθώς κάθε φορά που θα επαναπροσλαμβάνονται στην ίδια ή σε άλλη επιχείρηση -και αυτό, όπως με άνεση υπογραμμίζεται, θα επαναληφθεί ως και 7 φορές στη διάρκεια της εργασιακής ζωής- θα ξεκινούν από το μηδέν, με το μισθό και τα ανύπαρκτα δικαιώματα του νεο-προσλαμβανόμενου, όπως γίνεται σήμερα στις ΗΠΑ[5].

Μόνο που το κεφάλαιο δεν αρκείται πια σε μια εργατική δύναμη που θα διεκπεραιώνει μηχανιστικά τα εργασιακά της καθήκοντα. Δεν ικανοποιείται με εργαζόμενους που παθητικά και ανόρεχτα θα ολοκληρώνουν το ωράριό τους για να «ζήσουν τη ζωή τους» μετά την εργασία και έξω από αυτή. Ζητά έναν εργαζόμενο ενεργητικό υποστηρικτή του συστήματος της υπερεκμετάλλευσης, που θα σκέφτεται για τους καπιταλιστές, πριν από τους καπιταλιστές, δρώντας ενάντια στα αντικειμενικά του συμφέροντα. Ετσι και το ιδεολογικό περιεχόμενο της εκπαίδευσης αναπροσαρμόζεται και αυτό, ώστε επιθετικά και με βιωματικές μεθόδους να εμπεδώνει από την τρυφερή ηλικία ως αυταπόδεικτες και αδιαμφισβήτητες αλήθειες τις «αξίες» της καπιταλιστικής βαρβαρότητας.

Στο άχαρο και καταθλιπτικό σχολείο που οι μαθητές αποστρέφονται και μαζί του αποστρέφονται και το ιδεολογικό του κήρυγμα, αντιπαρατίθεται ένα «νέο» τάχα σχολείο πολύ πιο δελεαστικό και ελκυστικό. Θεατρικά σκετς, παιχνίδια, εκπαιδευτικές επισκέψεις, χαρούμενες δραστηριότητες, με την ευγενική χορηγία των πολυεθνικών και τη συμμετοχή των εκπροσώπων τους, επιστρατεύονται για να εντυπωσιάσουν τους μαθητές και ύπουλα να δηλητηριάσουν τη σκέψη τους με τα αντιδραστικά μηνύματα του περιεχομένου τους. Η μάθηση της «επιχειρηματικότητας» με στόχο τον εκστασιασμό των νέων απέναντι στα τρομακτικά χαρίσματα των «επιτυχημένων» του συστήματος καταλαμβάνει περίοπτη θέση σε όλα τα εκπαιδευτικά προγράμματα από το νηπιαγωγείο ως το πανεπιστήμιο. Οι εκπαιδευτικοί όλων των βαθμίδων καλούνται σε σεμινάρια «πολλαπλασιαστών» για τη διάδοση της «ανταγωνιστικότητας» και της «βιώσιμης ανάπτυξης». Οι αντιεπιστημονικές και θεοκρατικές ερμηνείες των φυσικών και ιστορικών φαινομένων κατακλύζουν τα νέα σχολικά προγράμματα και βιβλία εντείνοντας την απίστευτη σύγχυση και την αδυναμία των νέων ανθρώπων να κατανοήσουν την πραγματικότητα και την αλήθεια για τη ζωή.

Στο πλαίσιο αυτό η εκπαίδευση και το περιεχόμενό της γίνεται όλο και πιο άμεσα υπόθεση των ίδιων των καπιταλιστών που διεισδύουν σε αυτήν, όχι μόνο για να κερδοσκοπήσουν, αλλά και για να επιβάλουν με κάθε τρόπο και μέσο την «παιδαγωγική» των επιχειρήσεων. Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι 8 ευαγή ιδρύματα, που πίσω τους κρύβουν αντίστοιχα επιχειρηματικά μεγαθήρια, τα ιδρύματα Λαμπράκη, Μποδοσάκη, Ωνάση, Νιάρχου, Κωστόπουλου, Λεβέντη, Ευγενίδου και Εθνικής Τράπεζας, συνασπίζονται για να αναλάβουν συντονισμένη δράση γύρω από την εκπαίδευση με δύο σκέλη:

Το πρώτο περιλαμβάνει την παραγωγή εκπαιδευτικών «προϊόντων» για μαθητές και εκπαιδευτικούς με εισαγωγικά μαθήματα σε αντικείμενα όπως ο «ευρωπαϊκός πολιτισμός» και οι «κοινωνικές και οικονομικές εξελίξεις», καθώς και «καινοτόμα εκπαιδευτικά παιχνίδια στο Διαδίκτυο». Για όσους δε γνωρίζουν, σημειώνουμε ότι αντίστοιχα «εκπαιδευτικά» παιχνίδια που προσομοιώνουν πραγματικούς πολέμους διαθέτει στο Διαδίκτυο το Αμερικανικό Πεντάγωνο, στρατολογώντας μάλιστα στα επιτελεία του τους καλύτερους παίχτες, όπως πιθανά σκέφτονται να κάνουν και οι προαναφερόμενοι όμιλοι σε παιχνίδια οικονομικού πολέμου αυτή τη φορά!

Το δεύτερο σκέλος των δραστηριοτήτων αυτής της επιμορφωτικής «κοινοπραξίας» θα αφορά τη μελέτη της απασχόλησης των αποφοίτων ΑΕΙ και ΤΕΙ σε συνεργασία με το ΙΟΒΕ, το μελετητικό Ινστιτούτο του ΣΕΒ, με σκοπό την «παροχή πληροφόρησης για τους απαιτούμενους από την οικονομία και την αγορά εργασίας «εθισμούς», γνώσεις και δεξιότητες στα επιμέρους επαγγέλματα». Πρόκειται, με άλλα λόγια, για το μηχανισμό που έχει ήδη διαμορφώσει το κεφάλαιο προκειμένου να καθοδηγεί και να κατευθύνει τις διαρκείς αναπροσαρμογές στα προγράμματα σπουδών της ανώτατης εκπαίδευσης με βάση τις ανάγκες του[6].

Από όσα προαναφέρθηκαν γίνεται φανερό ότι το κεφάλαιο σήμερα επιδιώκει η εκπαίδευση πιο ανοιχτά, δυναμικά και αποτελεσματικά να συνταχθεί με τους στόχους του. Η αλήθεια είναι πως δεν ενδιαφέρεται απλά για τη σύνδεση της εκπαίδευσης με την καπιταλιστική παραγωγή και το πολιτικοϊδεολογικό της εποικοδόμημα, τα οποία ανέκαθεν υπηρετούσε και υπηρετεί το εκπαιδευτικό σύστημα. Πάνω απ’ όλα επιδιώκει τον εκσυγχρονισμό της εκπαίδευσης σύμφωνα με τις νέες ανάγκες του και όχι να διαμορφώνει στον άνθρωπο κριτήριο για να ερμηνεύει την πραγματικότητα και σε όφελός του να την αλλάζει. Αυτό το επαυξημένο καθήκον της εκπαίδευσης, είναι όλο το νόημα του γνωστού συνθήματος για «σύνδεση της εκπαίδευσης με την παραγωγή και τις ανάγκες της αγοράς εργασίας», που κάτω από τη σημαία του προωθείται η εκπαιδευτική αναδιάρθρωση.

Το μέσο για τη βελτίωση της προσαρμοστικότητας της εκπαίδευσης είναι η αποκαλούμενη «αυτοτέλεια», «αυτοδιοίκηση», «αυτονομία» ή «αποκέντρωση» των εκπαιδευτικών μονάδων (ΑΕΙ-ΤΕΙ και σχολείων). H ανάθεση δηλαδή μεγάλου μέρους της ευθύνης για τη χρηματοδότηση, τη λειτουργία, τους προσανατολισμούς κάθε εκπαιδευτικού ιδρύματος στο εκπαιδευτικό προσωπικό, τους εκπαιδευόμενους, τους γονείς, την «τοπική κοινωνία» και τους «παραγωγικούς φορείς», όπως αποκαλούνται οι επιχειρήσεις. Ο λόγος είναι ότι αυτού του είδους η «αυτονομία» αυξάνει την ευαισθησία των εκπαιδευτικών ιδρυμάτων στις απαιτήσεις των «πελατών», αφού η συντήρηση ή η ανάπτυξή τους εξαρτώνται άμεσα από τη «ζήτηση» των εκπαιδευτικών ή ερευνητικών «προϊόντων» τους. Τα «αποκεντρωμένα» σχολεία για παράδειγμα θα παραμερίζουν πιο εύκολα τη γενική μόρφωση σε όφελος των δεξιοτήτων που ζητά η αγορά, για να γίνονται πιο προσφιλή στις επιχειρήσεις εξασφαλίζοντας μεγαλύτερη χρηματοδότηση. Αντίστοιχα στα «οικονομικά αυτοτελή» ανώτατα ιδρύματα θα είναι όρος ύπαρξης, αντί για την ανάπτυξη της έρευνας και την καλλιέργεια της επιστήμης, η διαρκής αναπροσαρμογή των τμημάτων, των προγραμμάτων και του περιεχόμενου της διδασκαλίας τους σύμφωνα με τις παροδικές απαιτήσεις των επιχειρήσεων, αφού, έστω και προσωρινά, οι απόφοιτοί τους μπορεί να απορροφώνται ευκολότερα από την «αγορά» και έτσι θα προσελκύονται περισσότεροι φοιτητές, άρα και περισσότεροι πόροι από δίδακτρα και κρατική χρηματοδότηση. Ορος ύπαρξης των «αυτοτελών» ιδρυμάτων θα είναι ακόμη να προσφέρουν αφειδώς επιστημονική κάλυψη σε καθετί που ωφελεί τα άμεσα κέρδη των επιχειρήσεων ή το καπιταλιστικό σύστημα γενικά, παραβιάζοντας νομοτέλειες και παρακάμπτοντας αβασάνιστα πια τους όποιους ηθικούς ενδοιασμούς και αναστολές του παρελθόντος, αφού από αυτό θα εξαρτάται ο βιοπορισμός τους. Τα ίδια άλλωστε επιβεβαιώνει και η Κομισιόν, αναφέροντας ότι «τα πιο αποκεντρωμένα εκπαιδευτικά συστήματα είναι ταυτόχρονα και τα πιο ευέλικτα, αυτά που προσαρμόζονται πιο γρήγορα και επιτρέπουν να αναπτυχθούν νέες μορφές συμπράξεων και συνεργασιών»[7], εξυπακούεται με τις επιχειρήσεις. Οι κατευθύνσεις αυτές προωθούνται ήδη πυρετωδώς στο εκπαιδευτικό σύστημα της χώρας μας.

 

ΤΟ ΔΟΛΩΜΑ ΤΗΣ «ΑΥΤΟΤΕΛΕΙΑΣ»

Το σχέδιο του νέου νόμου πλαισίου για τα ΑΕΙ-ΤΕΙ, παρά την προσεκτική γλώσσα και τη συγκαλυπτική γραφή του, είναι ένα ολοκληρωμένο εγχειρίδιο για την ευέλικτη ιδιωτικο-οικονομική λειτουργία των ανώτατων ιδρυμάτων. Αν και η κυβερνητική «επικοινωνιακή» τακτική εμφανίζει το νομοσχέδιο ως πρόταση για ένα αναβαθμισμένο δημόσιο πανεπιστήμιο που απαλλαγμένο από αμελείς φοιτητές ή διδάσκοντες και εξυγιασμένο από νοσηρά φαινόμενα διαπλοκών, ευνοιοκρατίας και αυθαιρεσίας θα αφοσιωθεί στο έργο του, ο προσεκτικός αναγνώστης μπορεί να εντοπίσει σε αυτό την πλήρη αναίρεση και των τελευταίων στοιχείων της δημόσιας και δωρεάν ανώτατης εκπαίδευσης. Αλλωστε η κυβέρνηση της ΝΔ έχει επανειλημμένα και σε κάθε ευκαιρία διακηρύξει την ταύτισή της με τη μονοπωλιακή απαίτηση για ρήξη με το «παρωχημένο συγκεντρωτικό, κρατικιστικό, ισοπεδωτικό και άκαμπτο μοντέλο της δημόσιας εκπαίδευσης, που εμποδίζει την πρωτοβουλία, την καινοτομία και τη δημιουργικότητα των συντελεστών της».

Με έμφαση από το πρώτο κιόλας άρθρο του νομοσχεδίου οριοθετείται η αποστολή των πανεπιστημίων ως «προσήλωση στις αρχές τις βιώσιμης ανάπτυξης και της κοινωνικής συνοχής». Το γεγονός ότι για πρώτη φορά ομολογείται ανοιχτά και απροκάλυπτα ο ρόλος της ανώτατης εκπαίδευσης ως θεματοφύλακα των κυρίαρχων αξιών για ταξική συνεργασία και διαιώνιση της καπιταλιστικής κερδοφορίας και εξουσίας, σηματοδοτεί σίγουρα μια πιο αυταρχική, αντιδραστική, ταξική φυσιογνωμία των ανώτατων ιδρυμάτων. Πάνω απ’ όλα όμως σηματοδοτεί την ολοσχερή υπαγωγή της έρευνας και των επιστημονικών επιτευγμάτων στο συμφέρον του κεφαλαίου.

Βασικό εργαλείο για την εκπλήρωση αυτού του στόχου είναι η κατεύθυνση για την «οικονομική και διοικητική αυτοτέλεια» στα ΑΕΙ-ΤΕΙ, που αποτελεί τον πυρήνα του νομοσχεδίου. Σύμφωνα με την κατεύθυνση αυτή το κράτος αποδεσμεύεται από την υποχρέωσή του να χρηματοδοτεί ισότιμα τα ανώτατα ιδρύματα, προκειμένου να δεσμευτούν ασφυκτικότερα στους διάφορους «χρηματοδότες» τους, να δουλέψουν όπως οι επιχειρήσεις, με τις επιχειρήσεις και για τις επιχειρήσεις και το πολιτικό τους σύστημα. Για την καλύτερη μάλιστα εφαρμογή των ιδιωτικο-οικονομικών αρχών στην πανεπιστημιακή διαχείριση προβλέπεται η πρόσληψη ειδικού διευθυντικού στελέχους από τον κόσμο των επιχειρήσεων (manager).

Πιο ειδικά, το κάθε ίδρυμα υποχρεώνεται να συντάσσει ένα «τετραετές ακαδημαϊκό - αναπτυξιακό σχέδιο», όπως κάθε σοβαρή επιχείρηση συντάσσει το επιχειρησιακό πλάνο της (business plan). Στο σχέδιο αυτό θα περιγράφονται οι στόχοι και οι ιεραρχήσεις κάθε ιδρύματος, καθώς και οι τρόποι χρηματοδότησής του από «πρόσθετες πηγές», δηλαδή «ιδιωτικές». Στη συνέχεια το σχέδιο υποβάλλεται για έγκριση του οικονομικού σκέλους του στο Υπουργείο Παιδείας και ακολουθεί η υπογραφή «προγραμματικής συμφωνίας» κυβέρνησης και πανεπιστημίου, σύμφωνα με την οποία το ίδρυμα θα χρηματοδοτηθεί μόνον, εφόσον, και στο βαθμό που θα πραγματοποιηθούν οι στόχοι του προγράμματος. Με άλλα λόγια η κρατική χρηματοδότηση παύει να προκαταβάλλεται και να κατανέμεται ισόρροπα σε όλα τα ιδρύματα. Από ‘δω και στο εξής θα κατευθύνεται, μετά από την αξιολόγηση, επιλεκτικά και «βάσει αποτελέσματος», κυρίως στα ιδρύματα που αναπτύσσουν τις περισσότερες και πλουσιότερες δραστηριότητες. Σε αυτά δηλαδή που θα εξασφαλίζουν μεγαλύτερα συμπληρωματικά έσοδα μέσα από τις διασυνδέσεις τους με επιχειρήσεις και οργανισμούς ή μέσα από άλλες επιχειρηματικές «τέχνες» που η πενία τους θα κατεργάζεται με τη βοήθεια του μάνατζερ.

Για παράδειγμα στη Μ. Βρετανία, χώρα που πρωτοπορεί σε αντίστοιχα πειράματα «αυτοτέλειας», η διδασκαλία των αρχαίων ελληνικών καταργείται από τα τμήματα κλασσικών σπουδών γιατί στη χαμηλή, εξαιτίας της απαξίωσής τους από την «αγορά», προσέλευση φοιτητών έρχεται να προστεθεί και η αυξημένη δυσκολία του συγκεκριμένου μαθήματος. Οι δε οδηγοί σπουδών των περισσότερων πανεπιστημιακών τμημάτων μοιάζουν με διαφημιστικά φυλλάδια τουριστικών πρακτορείων και πολυτελών ξενοδοχείων για ξέγνοιαστες και χαλαρές διακοπές στα ειδυλλιακά τοπία των πανεπιστημιακών κάμπους, πάντα με το αντίστοιχο αντίτιμο.

Σε μικρότερη κλίμακα ανάλογα συμπτώματα εμφανίζονται ήδη στη χώρα μας, καθώς, παρά την υστέρηση, ο ανταγωνισμός των ανώτατων ιδρυμάτων για μεγαλύτερο μερίδιο στην αγορά των «ερευνητικών» υπηρεσιών βρίσκεται ήδη σε δυναμική τροχιά. Μια ολόκληρη βιομηχανία «κατά παραγγελία» ερευνών έχει στηθεί στα μεγαλύτερα πανεπιστημιακά ιδρύματα για την αύξηση των «εναλλακτικών» πηγών χρηματοδότησης. Ενα πλήθος κακοπληρωμένων συμβασιούχων ερευνητών και απλήρωτων μεταπτυχιακών φοιτητών κάτω από τη διεύθυνση μεγαλόσχημων καθηγητών διασυνδεδεμένων με επιχειρηματικά και κυβερνητικά κυκλώματα εργάζεται πυρετωδώς, παρέχοντας με ελάχιστο κόστος κάθε είδους εκδούλευση σε επιχειρήσεις και μονοπωλιακούς οργανισμούς. Είτε πρόκειται για το υγιεινό μιας νέας μάρκας τσιγάρου είτε για το ασφαλές ενός μεταλλαγμένου είτε για τα οφέλη από την αύξηση των ορίων συνταξιοδότησης και την ιδιωτικοποίηση της υγείας βρίσκεται πάντα η επιστημονική ομάδα που θα το τεκμηριώσει, γιατί στον κόσμο του εμπορικού πανεπιστήμιου ο πελάτης έχει πάντα δίκιο.

Οσο για το άσυλο, τι θέση μπορεί να έχουν σήμερα τέτοιου είδους «αναχρονισμοί»; Εδώ τρέχουν υποθέσεις, προθεσμίες, ποινικές ρήτρες, ακάλυπτες επιταγές και όλη αυτή η στρατιά της μαύρης εργασίας πρέπει απερίσπαστα και πειθήνια να παράγει, για να πλουτίζουν οι πολυεθνικές και από κοντά τα όργανά τους, οι επιχειρηματίες-καθηγητές. Αυτοί οι τελευταίοι, οι καθηγητές δηλαδή που κάνουν την επιστήμη πάρεργο για να επιδοθούν στο μάρκετιγκ και στις δημόσιες σχέσεις, όπως και οι διπλοθεσίτες καθηγητές, που εκμεταλλεύονται την πανεπιστημιακή τους ιδιότητα για να εξασφαλίσουν μια λαμπρότερη και επικερδέστερη καριέρα στα Διοικητικά Συμβούλια των μονοπωλιακών συγκροτημάτων και των κρατικών οργανισμών, είναι είδος περιζήτητο στο ευέλικτο πανεπιστήμιο. Από τις επαφές και το επιχειρηματικό τους δαιμόνιο εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό η «ανταγωνιστικότητα», η φήμη και τα κέρδη του ιδρύματος. Θα ήταν επομένως εντελώς παράλογο αν το νομοσχέδιο απαγόρευε την εξωτερική απασχόληση του διδακτικού προσωπικού, καθιερώνοντας την πλήρη και αποκλειστική απασχόληση στα πανεπιστημιακά καθήκοντα. Στο θέμα αυτό η κυβέρνηση ξεχνά τις «αξίες» της και αφήνει στην άκρη τον ανένδοτο αγώνα της για μια υπεύθυνη, πειθαρχημένη, αξιοκρατική λειτουργία του πανεπιστήμιου, ενάντια στους διαπλεκόμενους «καθηγητές-φαντάσματα». Η παραμέληση των διδακτικών καθηκόντων και η διαπλοκή όχι μόνο επιτρέπονται, αλλά και επιζητούνται, αν είναι για το καλό των επιχειρήσεων και της οικονομίας!

Και σαν να μην έφταναν αυτά, μέσω κοινοτικών προγραμμάτων της Γενικής Γραμματείας Ερευνας και Τεχνολογίας, ανώτατα ιδρύματα και πανεπιστημιακοί παροτρύνονται να ιδρύσουν ερευνητικές ΑΕ και ΕΠΕ με στόχο την παραγωγή καινοτομικών προϊόντων για την άμεση εμπορική εκμετάλλευση των επιστημονικών ανακαλύψεων, τις αποκαλούμενες εταιρίες τεχνοβλαστούς (spin off). Ηδη μια σειρά αξιόλογοι επιστήμονες που μέχρι πρότινος συναγωνίζονταν να δημοσιεύσουν τις έρευνές τους, περιορίζονται σε κοινότοπα άρθρα μιας τυπικής παραγωγικότητας και -καθ’ υπόδειξη του πανεπιστημίου- εξωθούνται να κατοχυρώνουν με πατέντες το σημαντικότερο μέρος της εργασίας τους για να το διαθέσουν στην αγορά και να εξασφαλίσουν κέρδη για το ίδρυμα και τους ίδιους προσωπικά. Αυτή είναι η ελεύθερη και ανοιχτή πρόσβαση στην επιστήμη που μας υπόσχεται η «κοινωνία της γνώσης και της πληροφόρησης». Μπορούμε να φανταστούμε πού θα βρισκόταν σήμερα η επιστήμη, αν η κάθε ερευνητική ομάδα θα έπρεπε να καταβάλει πνευματικά δικαιώματα στους απογόνους του Ράιντγκεν, του Πλανκ, του Μπωρ ή του Αϊνστάιν;

Βέβαια, όλη αυτή η επιχειρηματική λειτουργία κάθε άλλο παρά σημαίνει ότι ο ιδεολογικός ρόλος των πανεπιστημίων ατονεί. Το αντίθετο μάλιστα. Στο σημερινό πανεπιστήμιο οποιαδήποτε ιδέα, σκέψη, θεωρία και μέθοδος επιστημονικής ανάλυσης -όπως ο μαρξισμός- ξεφεύγει από το συμβατικό και κατεστημένο πλαίσιο της κυρίαρχης ιδεολογίας και της καθεστηκυίας τάξης, βρίσκεται κυριολεκτικά υπό διωγμό. Η ελευθερία της σκέψης και της επιστημονικής αναζήτησης, το οξυγόνο της έρευνας, λιγοστεύει κάθε μέρα και περισσότερο στην αποπνιχτική ατμόσφαιρα του ακόμη μερικά ιδιωτικοποιημένου πανεπιστήμιου. Κατάσταση που με το νομοσχέδιο πρόκειται ακόμη περισσότερο να επιδεινωθεί, αφού στα κριτήρια εκλογής και κρίσης του επιστημονικού προσωπικού κεντρική θέση κατέχει η δημοσίευση των εργασιών του υποψηφίου σε κάποιο από τα «διεθνώς αναγνωρισμένα αλλοδαπά επιστημονικά περιοδικά». Στους χώρους των πανεπιστημίων είναι πασίγνωστο το πόσο αλλεργικά και αφιλόξενα είναι αυτά τα «έγκριτα» και διασυνδεόμενα με μονοπωλιακούς κύκλους έντυπα στην ανατρεπτική σκέψη, αλλά και σε κάθε εργασία που μπορεί να θίγει συγκεκριμένα οικονομικά συμφέροντα. Χωρίς καμία υπερβολή το νομοσχέδιο επαναφέρει το πιστοποιητικό κοινωνικών φρονημάτων στο χώρο της εκπαίδευσης.

Βεβαίως, στο περιεχόμενο των πανεπιστημιακών σπουδών ελάχιστες αλλαγές έχουν μέχρι σήμερα γίνει στη χώρα μας, γεγονός που προκαλεί ιδιαίτερη δυσφορία στους ελεγκτικούς μηχανισμούς των διαδικασιών της Μπολόνια. Παρόλα αυτά, ορισμένα περιφερειακά πανεπιστήμια έχουν ήδη ξεπεράσει και την πιο οργιώδη φαντασία σε εφευρετικότητα ανύπαρκτων «ειδικοτήτων του μέλλοντος» και συναρπαστικών τίτλων για μοντέρνες τάχα σπουδές, προκειμένου να παγιδεύσουν τους ανυποψίαστους δεκαοχτάχρονους πελάτες τους. Και όμως είμαστε ακόμα στην αρχή. Τα επόμενα χρόνια το επίπεδο των σπουδών θα γνωρίσει πρωτοφανή υποβάθμιση με την αναμενόμενη καθιέρωση των τρίχρονων σπουδών και την εφαρμογή φθηνότερων και τυποποιημένων μορφών διδασκαλίας, κάτω από τις οδηγίες των μάνατζερ για ελαχιστοποίηση του κόστους και μεγιστοποίηση του κέρδους, προπαντός όμως μετά την ίδρυση των ιδιωτικών πανεπιστημίων. Αλλωστε είναι βέβαιο ότι η πίεση για ανεύρεση ιδιωτικών πόρων θα ανοίξει διάπλατα τις πόρτες στους επιχειρηματίες-χορηγούς για να επιβάλλουν τους όρους τους όχι μόνο στην έρευνα, αλλά και στη διδασκαλία των πανεπιστημίων και των ΤΕΙ. Με λίγα λόγια η προσπάθεια της κυβέρνησης, με μέτρα όπως η βάση του 10, οι διαγραφές των φοιτητών κλπ., να εμφανιστεί αποφασισμένη να βάλει τέρμα στο ραγδαίο ευτελισμό των ανώτατων σπουδών, κάθε άλλο παρά σημαίνει την υπεράσπιση του επιστημονικού χαρακτήρα τους. Στην ουσία πρόκειται για μέτρα ενίσχυσης του επιλεκτικού ρόλου της ανώτατης βαθμίδας και την αναπαραγωγή ενός καλύτερα ελεγχόμενου και αποδοτικότερου για τις ανάγκες της άρχουσας τάξης στρώματος αποφοίτων. Το πνεύμα των ταχύρυθμων σπουδών και των «ευέλικτων» και «εξατομικευμένων» μαθήσεων με το σύστημα των πιστωτικών μονάδων είναι πανταχού παρόν στο νομοσχέδιο. Αλλωστε ο αριθμός αποφοίτων και η ταχύτητα αποφοίτησης αποτελούν βασικούς δείκτες των εξελιγμένων συστημάτων αξιολόγησης και μέτρησης της αποδοτικότητας των πανεπιστημίων, όπως αντίστοιχα η ταχύτητα εκκένωσης κρεβατιών στα νοσοκομεία και η απομάκρυνση των ασθενών με τον ορό στο χέρι.

Μια τέτοια λειτουργία των δημόσιων πανεπιστημίων, όπως αυτή που περιγράφηκε, δεν έχει τίποτα να ζηλέψει από εκείνη των ιδιωτικών. Το μόνο που λείπει είναι η θεσμοθέτηση επιβολής διδάκτρων στις προπτυχιακές σπουδές, οι οποίες μέχρι στιγμής έχουν γλιτώσει από την έφοδο των διδάκτρων σε όλες τις άλλες εκπαιδευτικές δραστηριότητες των ανώτατων ιδρυμάτων (μεταπτυχιακά, Ινστιτούτα Δια Βίου Μάθησης, Ανοιχτό Πανεπιστήμιο κλπ.). Το άρθρο 16 του Συντάγματος είναι το μοναδικό εμπόδιο για μια τέτοια εξέλιξη. Αλλωστε στο σχέδιο του νόμου πλαισίου είναι προκλητική η απουσία κάθε αναφοράς στη δωρεάν παροχή ανώτατης εκπαίδευσης. Αντίθετα μάλιστα, ελαχιστοποιείται η δωρεάν παροχή συγγραμμάτων, ενώ σε πολλά σημεία του διαφαίνεται η προοπτική για νέα αύξηση του ήδη δυσβάστακτου για τα λαϊκά στρώματα κόστους των ανώτατων σπουδών. Για παράδειγμα, στο προσχέδιο νομιμοποιείται η παράλληλη με τις σπουδές εργασία των φοιτητών και καθιερώνονται ως μορφές στήριξης των κοινωνικά αδύναμων όχι οι υποτροφίες, αλλά η ανταποδοτική επιχορήγηση με υποχρέωση των φοιτητών να εργαστούν σε υπηρεσίες του πανεπιστήμιου ή ο δανεισμός από τράπεζες και άλλα πιστωτικά ιδρύματα. Τα παραπάνω σε συνδυασμό με τις κατευθύνσεις του ΟΟΣΑ για αύξηση της ιδιωτικής χρηματοδότησης στην ανώτατη εκπαίδευση, ειδικά σε χώρες που -όπως η δική μας- καταλαμβάνουν τις πρώτες θέσεις σε ποσοστό κρατικής χρηματοδότησης για την ανώτατη εκπαίδευση επί του ΑΕΠ (7η σε κρατική χρηματοδότηση ανάμεσα στις χώρες του ΟΟΣΑ)[8], μας οδηγούν στο ασφαλές συμπέρασμα ότι η επιβολή των διδάκτρων θα είναι ένα από τα πρώτα μέτρα, αν η αναθεώρηση του άρθρου 16 δεν εμποδιστεί.

Η ενίσχυση της ιδιωτικο-οικονομικής λειτουργίας των δημόσιων ΑΕΙ-ΤΕΙ είναι εξάλλου ο βασικός λόγος της αναθεώρησης του άρθρου 16 του Συντάγματος, καθώς τα ιδιωτικά πανεπιστήμια δεν μπορεί παρά να έχουν δευτερεύοντα, συμπληρωματικό και τα περισσότερα προσωρινό ρόλο. Η ίδρυση επομένως των ιδιωτικών πανεπιστημίων έχει στόχο την ενίσχυση των συνθηκών πλήρους εμπορευματοποίησης του εκπαιδευτικού πια σκέλους της πανεπιστημιακής λειτουργίας, καθώς μόνο του το θεσμικό πλαίσιο, με δεδομένη την απροθυμία των πανεπιστημιακών να αυτο-υποβαθμιστούν, δεν αρκεί για την ακραία αγοραία μετεξέλιξη της ανώτατης εκπαίδευσης. Οπως συχνά αναφέρεται στις αναλύσεις των υποστηρικτών της συνταγματικής αναθεώρησης η ίδρυση ιδιωτικών πανεπιστημίων θα θέσει σε αμφισβήτηση την «παντοδυναμία του κρατικού μονοπωλίου» και τα ΑΕΙ θα αναγκαστούν «να γίνουν περισσότερο ελκυστικά για τους φοιτητές, παράγοντας διαφοροποιημένο προϊόν, μέσα σε κλίμα ανταγωνισμού και άμιλλας». Με άλλα λόγια τα δημόσια πανεπιστήμια θα υποχρεωθούν να αντικαταστήσουν τη βασική ακαδημαϊκή αρχή για όμοια κατά επιστημονικό αντικείμενο προγράμματα σπουδών με τη σύγχρονη επιχειρηματική κατεύθυνση για διαφοροποιημένη και ευέλικτη «παραγωγή» πτυχίων και αποφοίτων μιας χρήσης. Είναι φανερό ότι οι αυθεντικοί εκφραστές των συμφερόντων της αγοράς και του κεφαλαίου είναι οι πλέον κατάλληλοι να σύρουν πρώτοι το μακάβριο χορό ενταφιασμού μιας πανεπιστημιακής εκπαίδευσης, που παρά την κρίση της είναι ακόμη οργανωμένη επιστημονικά.

 

ΤΟ ΑΠΟΚΕΝΤΡΩΜΕΝΟ ΣΧΟΛΕΙΟ ΤΩΝ «ΑΝΟΙΚΤΩΝ ΘΥΡΩΝ»

Ο αντίστοιχος με την «αυτοτέλεια» όρος για την πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση είναι η «αποκέντρωση» της σχολικής εκπαίδευσης, που η κυβέρνηση αποκαλεί Φινλανδικό μοντέλο και το ΠΑΣΟΚ Σκανδιναβικό. Ανεξάρτητα όμως από τις ονομασίες και τις παραλλαγές του ο τύπος είναι ένας και μοναδικός. Είναι αυτός του βαθιά ταξικού, διαφοροποιημένου και περικυκλωμένου από τις επιχειρήσεις σχολείου, που φέρνει απάνω του μεγάλο μέρος της ευθύνης για τη χρηματοδότηση, το σχολικό πρόγραμμα και τη λειτουργία του.

Μια σειρά από μέτρα έχουν ήδη στρώσει το έδαφος για την κατάργηση της ενιαίας εξασφάλισης των όρων λειτουργίας κάθε σχολικής μονάδας και τον προσδιορισμό τους από τις χρηματοδοτικές δυνατότητες και το μορφωτικό επίπεδο της τοπικής κοινωνίας, με την άμεση ανάμειξη των επιχειρήσεων.

Εδώ και αρκετούς μήνες ξεκίνησαν οι πρώτες Συμπράξεις Δημόσιου και Ιδιωτικού Τομέα (ΣΔΙΤ) για την κατασκευή σχολικών κτιρίων. Με τις συμπράξεις αυτές η κατασκευή των σχολείων ανατίθεται στους ιδιώτες με υπερδιπλάσιο αντίτιμο απ’ ό,τι κοστίζει στον ΟΣΚ, για να κερδοσκοπήσουν σε βάρος της ασφάλειας και της ποιότητας των κτιρίων και να φορτώσουν με νέα χαράτσια τη λαϊκή οικογένεια, μέσα από τη δημοτική φορολογία, για επισκευή κακοτεχνιών, συντήρηση ή ολοκλήρωση ημιτελών τμημάτων του έργου, όπως ήδη γίνεται στη Μ. Βρετανία, όπου το αντίστοιχο πρόγραμμα έχει προχωρήσει. Το χειρότερο είναι ότι παραχωρείται στους ιδιώτες το δικαίωμα μακροχρόνιας χρήσης των σχολικών χώρων για να αναπτύξουν κάθε είδους «επιμορφωτικές» δραστηριότητες σε συνεργασία με τους τοπικούς και «παραγωγικούς φορείς», που θα απευθύνονται στη σχολική και ευρύτερη τοπική κοινότητα. Με άλλα λόγια η σύμπραξη επιχειρήσεων και ΤΑ αναγορεύεται σε ρυθμιστή της κοινωνικής ζωής και σε κατεξοχήν φορέα εκπολιτισμού της νεολαίας και γενικότερα σε τοπικό επίπεδο. Αλλωστε είναι γνωστό ότι οι εξουσίες των επιχειρηματιών προβλέπεται να ενισχυθούν μέσα από τη διεύρυνση του θεσμού των ΣΔΙΤ στο σύνολο των απαραίτητων για τη λειτουργία των σχολείων υπηρεσιών (καθαριότητας, φύλαξης, κυλικεία κλπ.), ανοίγοντας δρόμο για τη μελλοντική εξάπλωσή του στην κρίσιμη εκπαιδευτική λειτουργία. Ηδη ακούγονται προτάσεις για εφαρμογή ΣΔΙΤ στα πανεπιστήμια σε θέματα έρευνας και ανάπτυξης.

Η σοβαρότερη ωστόσο εξέλιξη αφορά τα μέτρα αποκέντρωσης της εκπαίδευσης που ήδη εφαρμόζονται στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση (Δημοτικό) και τα οποία, σύμφωνα με σχετική Εκθεση[9] της επιτροπής του ΕΣΥΠ για τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση (Γυμνάσιο, Λύκειο), προβλέπεται να συστηματοποιηθούν και να γενικευτούν σε όλη τη σχολική εκπαίδευση. Η έκθεση αυτή του ΕΣΥΠ, παρότι καταβάλλεται προσπάθεια να υποβαθμιστεί η σημασία της, βρίσκεται σε πλήρη αρμονία με το σύνολο των αποσπασματικών ρυθμίσεων που αυτή τη στιγμή προωθούνται στην εκπαίδευση, αλλά και με τις κατευθύνσεις του ΟΟΣΑ για τη σχολική εκπαίδευση. Γι’ αυτό δεν πρέπει με κανένα τρόπο να υποτιμηθεί.

Σύμφωνα με την έκθεση του ΕΣΥΠ, η συγκρότηση και η χρηματοδότηση του 1/3 των σχολικών προγραμμάτων του Γυμνασίου (και κατ’ επέκταση του Δημοτικού) θα γίνεται σε επίπεδο σχολικής μονάδας, διαφοροποιούμενο ανάλογα με τις δυνατότητες και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των μαθητών. Το σχολικό πρόγραμμα του Γυμνασίου θα διχοτομείται σε δύο ζώνες, όπως γίνεται ήδη στο Δημοτικό, όπου η μία περιλαμβάνει κοινά για όλους μαθήματα, ενώ η άλλη (ευέλικτη ζώνη) θα διαμορφώνεται «τοπικά» σε κάθε σχολείο. Η πρώτη ζώνη θα αποτελείται από ένα βασικό προσδιοριζόμενο «κεντρικά» κορμό μαθημάτων, η δε ελεύθερη ή ευέλικτη ζώνη θα διαφοροποιείται «τοπικά» και «θα λειτουργεί υποστηρικτικά με σκοπό την ανάλυση σε μεγαλύτερο βάθος των θεμάτων που εξετάζει το κυρίως πρόγραμμα». Ολα αυτά σημαίνουν ότι το σχολικό πρόγραμμα της υποχρεωτικής εκπαίδευσης (Δημοτικό, Γυμνάσιο) θα διαμορφώνεται στην πραγματικότητα σε ευθεία αντιστοιχία με την οικονομική δυνατότητα και την ταξική προέλευση του μαθητικού πληθυσμού. Στην «ανοιχτή» ζώνη οι κοινωνικά και μορφωτικά αδύναμοι μαθητές θα ψευτοαπασχολούνται σε ένα φτηνό πρόγραμμα «ευκολότερων» και πιο προσιτών στις κοινωνικές εμπειρίες τους δραστηριοτήτων, συναφών με τα θέματα των μαθημάτων κορμού, όπως π.χ. η ιχνογραφία, η ωδική, οι κατασκευές ή και σε τίποτα από όλα αυτά. Αντίθετα οι γόνοι των ευνοημένων κοινωνικών στρωμάτων -όντας από το περιβάλλον τους εξοικειωμένοι ή υποστηριζόμενοι από τα «ιδιαίτερα» μαθήματα- θα ακολουθούν ένα απαιτητικό θεωρητικό πρόγραμμα που θα συμπληρώνει τις γνώσεις τους και θα ενισχύει τις επιδόσεις τους στη γλώσσα, στα μαθηματικά και σε άλλα μαθήματα της γενικής παιδείας. Η εξάρτηση άλλωστε μεγάλου μέρους της λειτουργίας του σχολείου από την ικανότητά του να διαχειρίζεται «έξυπνα» τους πόρους του και να προσελκύει χρηματοδότες (για το σκοπό αυτό άλλωστε το ΕΣΥΠ προτείνει υποδιευθυντή-μάνατζερ σε κάθε σχολείο άνω των 100 μαθητών), καθώς και η προβλεπόμενη εξωτερική αξιολόγηση της σχολικής μονάδας με βάση -όπως διαφαίνεται- τις επιδόσεις των μαθητών σε περιφερειακές εξετάσεις θα επιτείνουν τη διαφοροποίηση του προγράμματος και την ταξική κατηγοριοποίηση των σχολείων.

Το αποκεντρωμένο σχολείο αποτελεί δίχως άλλο τον εκπαιδευτικό παράδεισο των επιχειρήσεων για να επιβάλουν τους όρους τους στο περιεχόμενο και στη λειτουργία του σχολείου, γεγονός που δεν κρύβει η έκθεση του ΕΣΥΠ. Οπως αναφέρει, ανάμεσα στις υποχρεώσεις του σχολείου είναι να αξιοποιεί τους «κοινωνικούς εταίρους» (ΤΑ, επιχειρήσεις και Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις, σύλλογοι γονέων) για την «υποστήριξη του εκπαιδευτικού έργου», μέσα από «διαδικασίες θεσμικού διαλόγου». Παράλληλα, τα νέα πολλαπλά και «πολυτροπικά» βιβλία με το «πλούσιο» και υπό διαρκή ανανέωση ηλεκτρονικό υλικό αποτελούν προνομιακό πεδίο κερδοσκοπίας για τα 8 προαναφερόμενα αδερφά ιδρύματα, τους μονοπωλιακούς εκδοτικούς οίκους και τα συγκροτήματα του τύπου, που θα συναγωνίζονται με πλουμιστά διδακτικά πακέτα, video και CD-Rom ποιος θα πρωτοκαταλάβει την κενή θέση του εκλιπόντος «ενός και μοναδικού εγχειριδίου». Στη δε «ανοικτή» ζώνη του οι επίδοξοι χορηγοί και επιχειρηματίες - «παιδαγωγοί» θα παραβιάζουν κυριολεκτικά «ανοιχτές θύρες», αφού καμία χρηματοδότηση δεν προβλέπεται γι’ αυτή από τον κρατικό προϋπολογισμό. Προς το παρόν βέβαια η κατάσταση στο Δημοτικό βολεύεται με τα διάφορα προγράμματα-αγωγές που κατευθύνει και χρηματοδοτεί η ίδια η ΕΕ. Παρόλα αυτά, με τη διαμεσολάβηση των τοπικών αρχών μια σειρά προγράμματα έχουν ήδη εκχωρηθεί σε ιδιώτες. Ετσι σε πολλά ήδη σχολεία διάφορες βιομηχανίες τροφίμων και αλυσίδες φαστ φουντ παραδίνουν μαθήματα αγωγής υγείας, πολυεθνικές της αυτοκινητοβιομηχανίας διδάσκουν «κυκλοφοριακή αγωγή», εταιρίες προφυλακτικών εκπαιδεύουν στη σεξουαλική αγωγή, ενώ ο ίδιος ο Σύνδεσμος Ελληνικών Βιομηχανιών μυεί τους μαθητές στην επιχειρηματικότητα[10], καθώς παράλληλος με τη διαφοροποίηση στόχος της «ευέλικτης» ζώνης είναι να εμφυσήσει τα καπιταλιστικά πρότυπα ζωής και συμπεριφοράς μέσα από το παιχνίδι, τις ομαδικές εργασίες και άλλες διασκεδαστικές δραστηριότητες που εύηχα αποκαλούνται μορφές «διερευνητικής προσέγγισης» και «βιωματικής μάθησης». Κοινό χαρακτηριστικό όλων αυτών των αγωγών είναι η προσπάθεια να ενσταλάξουν στους μαθητές την αντίληψη ότι για τη μόλυνση του περιβάλλοντος, το κυκλοφοριακό πρόβλημα, τις σύγχρονες αρρώστιες, τα διατροφικά σκάνδαλα κλπ. δε φταίει βασικά ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής, αλλά ο καθένας που δε μαζεύει τα σκουπίδια από τις παραλίες, που χρησιμοποιεί άσκοπα το αυτοκίνητό του, δε ζει υγιεινά, δεν ξέρει να διαβάζει τις ετικέτες των προϊόντων, δεν προσφέρει εθελοντικά την εργασία του κλπ. ή όπως συνοψίζει το μήνυμά τους, το σχετικό πρόγραμμα της Κόκα-Κόλα: «Υπεύθυνο εγώ, καλύτερο εμείς»! Κεντρική θέση στην ευέλικτη ζώνη κατέχουν τα προγράμματα που μαθαίνουν τους μαθητές να «σκέφτονται επιχειρηματικά» και ανταγωνιστικά. Δεν αποκλείεται μάλιστα στην πορεία να εμφανιστούν και σχολεία που για την καλύτερη «βιωματική» εμπέδωση των στόχων του μαθήματος, κυρίως όμως για την ενίσχυση των ισχνών οικονομικών τους, θα επιδοθούν σε διάφορες επιχειρηματικές δραστηριότητες. Χαρακτηριστικά είναι τα παραδείγματα της Ιρλανδίας αλλά και της Μ. Βρετανίας, όπου στο 75% των σχολείων σύλλογοι γονέων, μαθητές και εκπαιδευτικοί μετά τη λήξη των μαθημάτων αναλαμβάνουν υπεργολαβίες από διάφορες επιχειρήσεις, όπως τήρηση ισολογισμών, συσκευασία τροφίμων κλπ.

Στο ίδιο πνεύμα και με τον ίδιο στόχο της ιδεολογικής χειραγώγησης των μαθητών μέσα από την απίστευτη διάχυση και αποδιοργάνωση της σκέψης είναι συντονισμένα και τα αναλυτικά προγράμματα, καθώς και τα βιβλία που από το Σεπτέμβρη προβλέπεται να διδαχτούν στα Δημοτικά σχολεία και το 2007 στα Γυμνάσια.

Τα νέα αναλυτικά προγράμματα ρίχνουν το βάρος τους στην αποκαλούμενη «διαθεματική» προσέγγιση της γνώσης, μέσα από τον περιορισμό της διδασκαλίας των διακριτών μαθημάτων, στο όνομα της ενιαιοποίησης της γνώσης και της «ολιστικής» μάθησης. Ετσι, αντί οι μαθητές να διδαχτούν συστηματικά και ολοκληρωμένα τη Γλώσσα, τη Φυσική, τα Μαθηματικά κλπ., αποκτούν μια κάποια ιδέα για όλα αυτά, για να τα ξαναπιάσουν στη συνέχεια περιστασιακά και παρεμπιπτόντως μέσα από την επεξεργασία ενός θέματος, που εξετάζεται «σφαιρικά» και «πολυπρισμικά», από τη σκοπιά διαφόρων μαθημάτων (διαθεματικότητα). Για παράδειγμα στην Ιστορία, αντί οι μαθητές να διδαχτούν τη ροή των ιστορικών γεγονότων σε μια συγκεκριμένη ιστορική περίοδο, να αναλύσουν τις αιτίες τους και να οδηγηθούν σε συμπεράσματα για τους νόμους της ιστορικής εξέλιξης, θα επιλέγουν ένα ιστορικό θέμα, όπως η μάχη στο Χάνι της Γραβιάς και θα το προσεγγίζουν μέσα από τη Γεωγραφία για τη Φωκίδα και την Παρνασσίδα, τη Λογοτεχνία με ποιήματα και δημοτικά τραγούδια για τον Οδυσσέα Ανδρούτσο ή τον Ομέρ Βρυώνη, τη Λαογραφία για το ρόλο και τη σημασία των χανιών στην Τουρκοκρατία κλπ. Στα Θρησκευτικά πάλι θα διδαχτούν πως ο Χριστός είναι το φως και στη συνέχεια «θα συζητήσουν για τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζεται το φως από τη σκοπιά των άλλων επιστημών (Φυσική, Χημεία, Βιολογία)…»[11]. Και έτσι μπερδεύοντας οι μαθητές το «φως το αληθινό» με τα ηλεκτρομαγνητικά κύματα και τη φασματική ευαισθησία των ματιών είναι ολοφάνερο ότι ποτέ δε θα δουν το φως τους. Η αποθέωση της αποσπασματικότητας στο όνομα της αντιμετώπισής της! Αν μάλιστα σήμερα υπάρχουν πολλοί μαθητές που συγχέουν τα γεγονότα της 25ης Μαρτίου με εκείνα της 28ης Οκτωβρίου αυτό είναι πταίσμα. Αύριο είναι βέβαιο ότι αν συνεχιστεί αυτή η επικίνδυνη πολιτική ακόμη οι περισσότεροι μαθητές θα ενταχθούν στην κατηγορία των αγράμματων και των λειτουργικά αναλφάβητων που πιστεύουν πως η Τζοκόντα είναι σοκολάτα και η Μαρία Αντουανέτα μάρκα τυριού.

Η εξίσωση, η υποκατάσταση και η ανάμιξη της επιστημονικής γνώσης με τη μυθοπλασία και τη θεολογική ερμηνεία της πραγματικότητας δεν είναι όμως το μοναδικό πρόβλημα των νέων βιβλίων και αναλυτικών προγραμμάτων. Στη βάση των οδηγιών του ΟΟΣΑ και των διαγωνισμών της Πίζα, που διερευνούν δεξιότητες και όχι διανοητικές ικανότητες (π.χ. στις εξετάσεις κατανόησης κειμένου ελέγχεται η ικανότητα χρήσης οδικού χάρτη ή τηλεφωνικού καταλόγου), εισάγεται η ωφελιμιστική αντίληψη για τη γνώση. Σύμφωνα με την αντίληψη αυτή, που τις ρίζες της πρέπει να αναζητήσουμε στις αντιδραστικές αμερικάνικες θεωρίες του πραγματισμού, χρήσιμη είναι μόνο η γνώση που φέρνει άμεσες «πληρωμές», η εκπαίδευση δηλαδή του μαθητή σε χρηστικές και επικοινωνιακές δεξιότητες για την καθημερινή και επαγγελματική του ζωή, σε βάρος της γενικής μόρφωσης, την οποία το σύγχρονο επιχειρηματικό πνεύμα εξορκίζει σαν περιττή πολυτέλεια για τους πολλούς. Πρόκειται για την αποκαλούμενη «μεταγνωστική στρατηγική» της «εκμάθησης της μάθησης», την εκγύμναση δηλαδή των μαθητών στη βασικότερη δεξιότητα επιβίωσης μέσα στη ζούγκλα της καπιταλιστικής «αγοράς»: Να «μάθουν πώς θα μαθαίνουν» δια βίου μόνον αυτά που θεωρούνται χρήσιμα για τους εργοδότες και το καπιταλιστικό σύστημα γενικά.

Ετσι, η διδασκαλία της γλώσσας στο Δημοτικό μετατοπίζεται από τα λογοτεχνικά και άλλα δόκιμα κείμενα στα βιογραφικά σημειώματα, τις επιστολές, τις προσκλήσεις σε πάρτι, τις οδηγίες χρήσης οικιακών συσκευών και ηλεκτρονικών παιχνιδιών ή σε συνταγές μαγειρικής. Διαρρηγνύεται δηλαδή η διαλεκτική σχέση ανάμεσα στις δύο λειτουργίες της γλώσσας, την επικοινωνιακή και αυτή που συνδέεται με την οργάνωση της γνώσης και της σκέψης του ανθρώπου, περιορίζεται η ανάπτυξη της γλώσσας και του λόγου στα απαραίτητα για μια στοιχειώδη επικοινωνία στην καθημερινότητα - όπως διδάσκεται μια ξένη γλώσσα για λόγους τουριστικούς.

Οσο μάλιστα διευρύνεται αυτή η επιστροφή στην εμπειρική γνώση και σε θεολογικές ερμηνείες των φαινομένων, στα προεπιστημονικά δηλαδή στάδια της ανθρώπινης σκέψης, τόσο συστηματοποιείται και επαυξάνεται η πλύση εγκεφάλου. Εκσυγχρονίζεται το αστικό ιδεολογικό οπλοστάσιο: Οι ιδέες του διαλόγου και της συνεργασίας των αντίθετων πλευρών για να αποφευχθούν οι κρίσεις, η αντίληψη της «συμμετοχικής δημοκρατίας» και του εθελοντισμού για να καλυτερέψουμε τη ζωή μας και να μπαλώσουμε τα προβλήματά μας, η προβολή της Ευρωπαϊκής Ενωσης ως κοιτίδας ελευθερίας, δημοκρατίας, ανθρωπισμού, πολιτισμού και κοινωνικής ευαισθησίας κ.ά., παραμονεύουν σχεδόν σε κάθε σελίδα των νέων βιβλίων για να τρυπώσουν στο παιδικό και νεανικό μυαλό και να προετοιμάσουν τους αυριανούς «ενεργούς πολίτες», δηλαδή τους σύγχρονους μισθωτούς σκλάβους που θα αποδέχονται την καπιταλιστική σκλαβιά.

Η έκθεση μάλιστα του ΕΣΥΠ προβλέπει την αλλαγή των σημερινών αναλυτικών προγραμμάτων και βιβλίων σε ακόμη πιο αντιδραστική κατεύθυνση, καθώς τα βασικά προβλήματα που εντοπίζει σε αυτά είναι: α) Η «ομοιομορφία» των επιδιωκόμενων μαθησιακών αποτελεσμάτων για όλους τους μαθητές της επικράτειας, που προφανώς δε συμβιβάζεται με το στόχο της περαιτέρω ταξικής διαφοροποίησης της εκπαίδευσης με βάση «τα διαφορετικά ενδιαφέροντα, τις ιδιαιτερότητες και το διαφορετικό επίπεδο των μαθητών». β) Το γεγονός ότι δεν είναι όσο χρειάζεται «ανοιχτά» και «ευέλικτα» στις προτεραιότητες της «τοπικής κοινωνίας» και των επιχειρήσεων. Ειδικά για τα βιβλία υπογραμμίζει την ανάγκη να έχουν «ανοιχτά τα ιδεολογικά τους χαρτιά» με την εξάλειψη και των τελευταίων ψηγμάτων «ουδετερότητας», για να εξασφαλίζεται με ακόμη μεγαλύτερη σαφήνεια η ταξική τοποθέτησή τους στο στρατόπεδο της κυρίαρχης ιδεολογίας. Κατά τα άλλα η επιτροπή αντιμάχεται την αυθεντία του «μοναδικού και αδιαμφισβήτητου» σχολικού εγχειριδίου!

Για όσους πάλι πίστεψαν ότι εξαιτίας της χαλάρωσης των φραγμών για το Λύκειο η άρχουσα τάξη εγκατέλειψε το σχέδιό της να διοχετεύσει το νωρίτερο τους κοινωνικά αδύναμους μαθητές στη δια βίου κατάρτιση και ψευτοαπασχόληση, οι εξελίξεις τους διαψεύδουν. Το σχέδιο επανακάμπτει δριμύτερο και δόλιο όσο ποτέ. Ο πρόσφατος νόμος για την επαγγελματική εκπαίδευση[12] δεν έρχεται μόνο να διαιωνίσει το διπλό ταξικό δίκτυο Λύκειο - Τεχνικοεπαγγελματική Εκπαίδευση, αλλά να το ανανεώσει και να το διευρύνει, διαχωρίζοντας το ανισότιμο τεχνικοεπαγγελματικό σκέλος του σε Επαγγελματικά Λύκεια (ΕΠΑΛ) και Επαγγελματικές σχολές (ΕΠΑΣ). Τα μεν πρώτα εμφανίζονται ως καλύτερη εκδοχή των ΤΕΕ και ισότιμα με το Γενικό Λύκειο, ενώ στην πραγματικότητα ανακυκλώνουν την υποβάθμιση της πρόωρης τεχνικοεπαγγελματικής εκπαίδευσης (ΤΕΕ). Οι δε δεύτερες, με ένα πρόγραμμα πρακτικών δεξιοτήτων, αποτελούν ένα είδος χοάνης των «υστερούντων» μαθητών, χωρίς διέξοδο. Και τα δύο, ΕΠΑΛ και ΕΠΑΣ, έχουν ως έξοδο διαφυγής τη ληξιπρόθεσμη κατάρτιση στα αδιαβάθμητα και κυρίως ιδιωτικά ΙΕΚ και ΚΕΚ. Για τους απόφοιτους των ΕΠΑΛ ωστόσο προβλέπεται και η δυνατότητα, εφόσον επιτύχουν σε ενιαίες με τους αποφοίτους του Γενικού Λυκείου πανελλαδικές εξετάσεις, να εισαχθούν σε ΑΕΙ ή ΤΕΙ.

Για να ανατραπεί ο συσχετισμός των μαθητών μεταξύ της Γενικής και της Τεχνικής εκπαίδευσης, ώστε η πλειοψηφία των μαθητών (50-70%) να επιλέγει την Τεχνική Επαγγελματική Εκπαίδευση, σύμφωνα με τις προδιαγραφές της ΕΕ, η κυβέρνηση χρησιμοποιεί και το καρότο των αναβαθμισμένων τάχα ΕΠΑΛ, κυρίως όμως το μαστίγιο.

Τα μέτρα που σήμερα δρομολογούνται, με βάση τις ήδη θεσμοθετημένες διατάξεις και τα προβλεπόμενα στην Εκθεση του ΕΣΥΠ, συνιστούν ένα καλά επεξεργασμένο και αδιαπέραστο πλέγμα ταξικών φραγμών, που περιλαμβάνει:

1. Τη μορφωτική καθήλωση των μαθητών που προέρχονται από λαϊκά στρώματα μέσα από το διαφοροποιημένο πρόγραμμα και την ανισοτιμία των αποκεντρωμένων σχολείων, με άλλοθι τις διαφορετικές ανάγκες και τις περιορισμένες δυνατότητές τους, καθήλωση που θα ξεκινά από το Δημοτικό. Στη συνέχεια οι μαθητές αυτοί, εφόσον αποκτήσουν το απολυτήριο του Γυμνασίου με περιφερειακές εξετάσεις στη Γ΄ τάξη του, αποδιοργανωμένοι από το αποχαυνωτικό πρόγραμμα της υποχρεωτικής εκπαίδευσης, θα οδηγούνται αφοπλισμένοι, ως σφάγια, σε μια άνιση μάχη διαρκών αξιολογήσεων και εξετάσεων πάνω στην εντελώς ξένη γι’ αυτούς απαιτητική και «ακαδημαϊκά προσανατολισμένη ύλη του Λυκείου. Η μάχη αυτή θα ξεκινά με:

2. Την καθιέρωση «εικονικών» εξετάσεων στην Α΄ τάξη του Λυκείου, στο τέλος της οποίας θα γίνεται το ξεδιάλεγμα των μαθητών που θα ακολουθήσουν το Γενικό Λύκειο, το ΕΠΑΛ ή τις ΕΠΑΣ. Πρόκειται για μια πρόβα τζενεράλε των περιφερειακών και πανελλαδικών εξετάσεων επιλογής για την ανώτατη εκπαίδευση, που θα ακολουθήσουν στη Β΄ και Γ΄ τάξη του Λυκείου, ώστε οι «ανεπίδεχτοι» μαθητές να συνειδητοποιήσουν έμπρακτα ότι δε διαθέτουν τις απαιτούμενες για το Γενικό Λύκειο (ΓΕΛ) και την ανώτατη εκπαίδευση «κλίσεις». Στη συνέχεια θα συμβουλεύονται πατρικά, από ειδικά και με κρατικά έξοδα σπουδαγμένους για τον ανέντιμο αυτό ρόλο εκπαιδευτικούς, να επενδύσουν σε ένα άλλο, καλύτερο μάλιστα από του λυκείου, μέλλον, μια και τα «ενδιαφέροντά» τους κλίνουν περισσότερο προς τις πρακτικές ενασχολήσεις. Με τον τρόπο αυτό έγκαιρα και «αναίμακτα» οι μαθητές θα εσωτερικεύουν την «κατωτερότητά» τους και με μειωμένες τις απαιτήσεις τους θα οδεύουν προς τα ΕΠΑΛ ή τις ΕΠΑΣ, ανάλογα με τις υποδείξεις του Γραφείου Επαγγελματικού Προσανατολισμού που εδρεύει πλέον σε κάθε σχολείο για να διευθετεί τη σημαντικότερη λειτουργία του: Την ταξική επιλογή.

3. Για όσους παρόλα αυτά αγνοήσουν τις προειδοποιήσεις και αποτολμήσουν να συνεχίσουν στο Λύκειο, προβλέπονται πολλαπλάσια και πυκνότερα εξεταστικά φίλτρα, που θα ξεκινούν με τις περιφερειακές εξετάσεις στη Β΄ Λυκείου, θα συνεχίζονται με περιφερειακές (στα Γενικά μαθήματα) και πανελλαδικές (στα μαθήματα κατεύθυνσης) εξετάσεις στη Γ΄ Λυκείου και θα ολοκληρώνονται με τη βάση του 10 και τις εξεταστικές δοκιμασίες στο πιθανολογούμενο προπαρασκευαστικό έτος των ΑΕΙ-ΤΕΙ.

Το προτεινόμενο σύστημα αξιολόγησης των μαθητών είναι κυριολεκτικά σύστημα-λαιμητόμος, ένας μηχανισμός μαζικού αποκλεισμού των κοινωνικά και οικονομικά ασθενέστερων μαθητών όχι μόνον από το Γενικό Λύκειο (ΓΕΛ), αλλά και από το Επαγγελματικό (ΕΠΑΛ). Διαφαίνεται δηλαδή η πρόθεση το πλήθος των μαθητών να κατευθυνθεί στην ψευτοκατάρτιση των ΕΠΑΣ, χωρίς ούτε καν ένα σχετικό υπόβαθρο γενικής παιδείας. Κι αυτό γιατί η καθιέρωση περιφερειακών εξετάσεων για την αποφοίτηση από το Λύκειο, που το αποτέλεσμά τους θα μετρά για την εισαγωγή στα ΑΕΙ-ΤΕΙ, σημαίνει ότι τόσο τα ΓΕΛ όσο και τα ΕΠΑΛ προορίζονται αποκλειστικά για εκείνους που μπορούν να συνεχίσουν στην ανώτατη εκπαίδευση, για τους μισούς δηλαδή περίπου μαθητές, που όπως δείχνουν οι σημερινές στατιστικές μπορούν να συγκεντρώσουν τη βάση του 10. Πράγματι τα θέματα σε τέτοιου είδους περιφερειακές ή πανελλαδικές εξετάσεις είναι ενιαία για τους μαθητές των ακριβών ιδιωτικών σχολείων και για εκείνους των εργατικών συνοικιών και της φτωχής αγροτικής υπαίθρου. Αντιμετωπίζουν δηλαδή με ίσους όρους μαθητές που προέρχονται από εντελώς άνισο κοινωνικό και μορφωτικό περιβάλλον, με προφανή σκοπό την απομάκρυνση των «αδύνατων» μαθητών, αυτών των «ανεπιθύμητων» του Λυκείου, που με τα μέτρα για την υποχρεωτική εκπαίδευση θα αυξηθούν δραματικά.

Η Εκθεση μάλιστα του ΕΣΥΠ υπογραμμίζει με ιδιαίτερη έμφαση την ανάγκη να ενισχυθεί ο ελιτίστικος χαρακτήρας του Λυκείου, σημειώνοντας ότι «το Λύκειο οφείλει να έχει τελείως διαφορετικό προσανατολισμό από το Γυμνάσιο», προσφέροντας «τη γνώση στους μαθητές με ουσιαστικό επιστημονικό τρόπο». Εννοεί ασφαλώς ότι στο Λύκειο δεν έχουν καμία θέση οι εμπειρικο-βιωματικές ενασχολήσεις αμάθειας, που είναι για τους πολλούς, καθώς χρειάζεται με απόλυτη αυστηρότητα και συνέπεια να αφοσιωθεί στην επιλεκτική λειτουργία του για την προετοιμασία και την κατάταξη των αυριανών «ειδικών» στις ανώτατες σχολές. Γι’ αυτό άλλωστε ο μονόπλευρος χαρακτήρας του Λυκείου ως προθάλαμου για την Ανώτατη Εκπαίδευση όχι μόνο διατηρείται, αλλά ενισχύεται με την αύξηση των ωρών στις κατευθύνσεις. Για να κατανοηθούν καλύτερα οι κυβερνητικές προθέσεις για τη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση θα πρέπει να συνυπολογιστούν οι πρόσφατες -και όπως φαίνεται προσυμφωνημένες με την κυβέρνηση- κινήσεις των προέδρων των ΤΕΙ, οι οποίοι αποδεχόμενοι τη βάση του 10 προσχωρούν στο διάλογο για το νέο Νόμο Πλαίσιο με αντάλλαγμα μια ακόμη ψευδεπίγραφη «αναβάθμιση» των ΤΕΙ, με την απόδοση σε αυτά τυπικής «ακαδημαϊκής» ισοτιμίας με τα ΑΕΙ. Η εξέλιξη αυτή οδηγεί στο συμπέρασμα ότι τα υποδεέστερα ΕΠΑΛ το πιθανότερο θα αποτελούν τον προθάλαμο για τα υποδεέστερα ΤΕΙ και τα ΓΕΛ για τα ΑΕΙ. Βεβαίως θα πρέπει για άλλη μια φορά να υπογραμμίσουμε ότι αυτή η ασφυκτική εξάρτηση του προγράμματος και της λειτουργίας του Λυκείου με τη διαδικασία επιλογής και η μετατροπή του από την Α΄ τάξη σε προπαρασκευαστήριο διαρκών εξετάσεων θα εκτινάξει και πάλι στα ύψη τη ζήτηση της «παραπαιδείας», αδειάζοντας τις τσέπες των γονιών για να γεμίσουν εκείνες των μεγαλοφροντιστηριούχων.

 

ΓΙΑ ΤΙΣ ΘΕΣΕΙΣ ΤΩΝ ΑΛΛΩΝ ΚΟΜΜΑΤΩΝ

Η αντιμετώπιση αυτής της βαθιά αντιδραστικής πολιτικής απαιτεί ρήξη με όλο το σύστημα επιβολής της, που εκτός από την κυβέρνηση της ΝΔ και την ΕΕ περιλαμβάνει και το ΠΑΣΟΚ. Το ΠΑΣΟΚ δεν ταυτίζεται μόνο σε όλα τα κεντρικά σημεία με την κυβέρνηση, αλλά πλειοδοτεί στην παρουσίαση της μεταρρυθμιστικής εκπαιδευτικής πολιτικής υπέρ του κεφαλαίου ως ριζοσπαστικής και ρηξικέλευθης, καταγγέλλοντας την κυβέρνηση για άτολμο και ανεπαρκή βηματισμό εξαιτίας του συντηρητισμού και του κρατισμού που τη διέπει. Οπως δηλώνει ο Πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ: «Είμαστε δυο δρόμοι που τέμνονται (σημ. στην αναθεώρηση του άρθρου 16), αλλά πάνε σε διαφορετικές κατευθύνσεις… Η ΝΔ αποβλέπει στη χειραγώγηση της παιδείας, ενισχύοντας τον ασφυκτικό έλεγχο της κεντρικής διοίκησης πάνω της»[13].

Συνήθως το ΠΑΣΟΚ προηγείται από τη ΝΔ στην επεξεργασία των αντιδραστικών εκπαιδευτικών θέσεων, όπως στις θέσεις του για την αναδιάρθρωση της Ανώτατης Εκπαίδευσης και το «Νέο Πανεπιστήμιο»[14]. Στις θέσεις αυτές προαναγγέλλεται το κυρίως περιεχόμενο του προσχεδίου για το Νόμο Πλαίσιο σε μια κατεύθυνση όμως πλήρους αυτοτέλειας και ιδιωτικοποίησης των πανεπιστημίων. Οι θέσεις του ΠΑΣΟΚ για την Ανώτατη Εκπαίδευση προβλέπουν για παράδειγμα την κατάργηση του Ελεγκτικού Συνεδρίου για τον έλεγχο της νομιμότητας των δαπανών των ΑΕΙ και την αντικατάστασή του από ελέγχους του Σώματος Ορκωτών Λογιστών, όπως γίνεται στις Ανώνυμες Εταιρίες, καθώς και τη μετατροπή του δημοσιοϋπαλληλικού καθεστώτος του διοικητικού προσωπικού σε ιδιωτικό. Με άλλα λόγια το ΠΑΣΟΚ προτείνει την κατάργηση της λειτουργίας των ανώτατων ιδρυμάτων ως ΝΠΔΔ! Ακόμη το ΠΑΣΟΚ προτείνει την άμεση υποβάθμιση των πανεπιστημιακών σπουδών με τη μετατροπή τους σε σπονδυλωτές, χύδην, μαθήσεις «για να μπορεί ο νέος», όπως ο Πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ διευκρινίζει, «να δοκιμάζει στη διάρκεια των σπουδών του από σχολή σε σχολή, από πανεπιστήμιο σε πανεπιστήμιο, για να μπορεί να διαμορφώσει το δικό του μέλλον, το δικό του επάγγελμα, σύμφωνα με τις ανάγκες του, σύμφωνα με τις ανάγκες της οικονομίας και της κοινωνίας»[15]. Ακόμη το ΠΑΣΟΚ προτείνει την συρρίκνωση του επιστημονικού περιεχομένου των σπουδών, προκειμένου να συμπληρωθούν «με δεξιότητες του “μαθαίνω πώς να μαθαίνω”, όπως οργάνωση της εργασίας, οργάνωση έργων, διαπραγματεύσεις, συνεργασία και ομαδική δουλειά, δημιουργικότητα και καινοτομία, γραπτή και προφορική επικοινωνία, διεθνής οπτική, διαμόρφωση μιας κουλτούρας καινοτομίας», με όλα αυτά δηλαδή που θα βοηθήσουν το νέο απόφοιτο να συμμεριστεί σε βάθος τις απαιτήσεις του εργοδότη του.

Αντίστοιχα και πολύ πριν ολοκληρωθεί το πόρισμα της επιτροπής του ΕΣΥΠ για την αποκέντρωση των σχολείων, το ΠΑΣΟΚ έχει δημοσιεύσει σχέδιο πρότασής του για το «Ανοικτό στην Κοινωνία Σχολείο»[16]. Στο κείμενο αυτό η διεκδίκηση για ίσα δικαιώματα στη μόρφωση και στον κοινωνικό πλούτο αποκαλείται αυταπάτη και χίμαιρα και αντικαθίσταται με το αίτημα για «ίσες δυνατότητες και ίσες ευκαιρίες όχι μόνο στους ικανούς και προικισμένους, αλλά σε κάθε πολίτη σύμφωνα με τις δυνατότητες, τις κλίσεις και τις δεξιότητές του», σύνθημα που νομιμοποιεί τη μορφωτική και την κοινωνική ανισότητα στη βάση των χαρισμάτων που η Φύση μοιράζει ανισότιμα τάχα στους ανθρώπους. Η αποκέντρωση της εκπαίδευσης στις επιχειρήσεις, στο κείμενο αυτό, βαφτίζεται εύσχημα «δημοκρατική συμμετοχή» και η αξιολόγησή της με τα κριτήρια της αγοράς «κοινωνική λογοδοσία». Ως βασικότερες αδυναμίες του περιεχομένου της εκπαίδευσης σημειώνονται: «η απουσία διαθεματικής προσέγγισης της γνώσης, η έλλειψη σύνδεσης της σχολικής γνώσης με την καθημερινή εμπειρία ζωής, καθώς και τις λεγόμενες «δεξιότητες ζωής» (δεξιότητες επικοινωνίας, κοινωνικότητα, συνεργασία, ανάπτυξη διερευνητικών ικανοτήτων κ.ά.) και κυρίως το να «μάθει κανείς πώς να μαθαίνει» και τέλος η «αδυναμία του σχολικού προγράμματος να παρέχει ευελιξία σε εξατομικευμένες προτιμήσεις ανάλογα με τις κλίσεις και τα ενδιαφέροντα του μαθητή»».

Για την αντιμετώπιση όλων αυτών και μια σειρά άλλων προβλημάτων του «παραδοσιακού σχολείου» και προπαντός για την ενίσχυση της «δημοκρατικής συμμετοχής» προτείνεται το «άνοιγμα» στη λήψη των αποφάσεων σε τοπικό και περιφερειακό επίπεδο, μέσα από την κοινωνική διαβούλευση και τον αρμονικό διάλογο των «κοινωνικών εταίρων» που είναι οι εκπαιδευτικοί, η μαθητική κοινότητα του Λυκείου, οι σύλλογοι γονέων, η Τοπική Αυτοδιοίκηση και οι παραγωγικοί και κοινωνικοί φορείς της περιοχής. Ολοι αυτοί ισότιμα δήθεν και δημιουργικά -μιας και τα συμφέροντά τους συμπίπτουν, συμπληρώνουμε εμείς- θα συναποφασίζουν για το τμήμα του προγράμματος σπουδών που δε θα ρυθμίζεται κεντρικά (30% όπως και στην πρόταση της επιτροπής του ΕΣΥΠ), τη χρηματοδότηση σχολικών υποδομών (μέχρις ενός σημείου), την επιλογή βοηθητικού διδακτικού προσωπικού, την επιλογή του εκπαιδευτικού υλικού, την αυτοαξιολόγηση της σχολικής μονάδας και την αξιοποίηση των υποδομών και του ανθρώπινου δυναμικού της για την εξυπηρέτηση της τοπικής κοινωνίας! Αντίστοιχα σε επίπεδο νομού προβλέπεται η συγκρότηση Ειδικών Συντονιστικών Συμβουλίων με εκπροσώπους όλων των προαναφερόμενων «κοινωνικών εταίρων» και εκπρόσωπο του ΥΠΕΠΘ που θα αποφασίζουν για το μοντέλο διοίκησης και παιδαγωγικής καθοδήγησης του νομού (!) και την κατανομή των πόρων ανάλογα με το βαθμό προώθησης από την κάθε σχολική μονάδα των εθνικών και τοπικών στόχων. Είναι ολοφάνερο ότι σε ένα σχολείο που αναζητά χρηματοδότη για να επιβιώσει, απ’ όλους αυτούς που δημοκρατικά και συμμετοχικά θα διαβουλεύονται, οι μόνοι τελικά που θα επιβάλλουν τη θέλησή τους δε θα είναι ούτε οι γονείς ούτε οι μαθητές ούτε τα εργατικά σωματεία, αλλά εκείνοι που έχουν την εξουσία και το χρήμα. Με άλλα λόγια η πρόταση του ΠΑΣΟΚ προβάλλει με πιο επιθετικό τρόπο το πνεύμα και το περιεχόμενο της Εκθεσης του ΕΣΥΠ, επιχειρώντας μάλιστα να συγκαλύψει τον πραγματικό χαρακτήρα της αποκέντρωσης με το μανδύα του κοινωνικού διαλόγου και της συμμετοχής.

Επιζήμιες όμως και αποπροσανατολιστικές είναι και οι θέσεις του Συνασπισμού για την Παιδεία. Δέσμιος του ευρωενωσιακού προσανατολισμού του εφευρίσκει και για τα επίμαχα αυτά θέματα της αυτοτέλειας και της αποκέντρωσης έναν άλλο δρόμο διαχείρισής τους. Ετσι, σύμφωνα με το Συνασπισμό, μια άλλη, πραγματική αυτοτέλεια είναι εφικτή, αυτή κατά την οποία το πανεπιστήμιο θα χρηματοδοτείται από το κράτος και στη συνέχεια θα διευθύνει ελεύθερα τις υποθέσεις του σύμφωνα με τους δικούς του «αυτοτελείς» σκοπούς, χωρίς καμία δέσμευση προς το κράτος και τις επιχειρήσεις. Οπως χαρακτηριστικά τονίζει ο Πρόεδρός του, η μάχη που δίνεται σήμερα στα πανεπιστήμια είναι μια «μάχη υπαρξιακή, ταυτότητας: Αν το πανεπιστήμιο θα είναι αυτοτελές, ανεξάρτητο, χώρος ιδεών, χώρος αξιών ή αν θα προσδεθεί στις ιδιωτικές επιχειρήσεις»[17]. Για το Συνασπισμό δηλαδή η εκπαίδευση και στην προκειμένη περίπτωση το πανεπιστήμιο -που είναι ισχυρός ιδεολογικός μηχανισμός του κράτους- είναι μια αμόλυντη νησίδα ελευθερίας που ανεξάρτητα από οικονομικές, ιδεολογικές, πολιτικές επιρροές εργάζεται ουδέτερα για το καλό της επιστήμης και της ανθρωπότητας. Στη συνέχεια μάλιστα, επειδή προφανώς και ο ίδιος ο πρόεδρος του Συνασπισμού καταλαβαίνει πόσο αφελές, αν όχι υποκριτικό είναι να υποστηρίζει κανείς ότι μπορεί να υπάρξει ανεξαρτησία του πανεπιστήμιου από την οικονομία, τις καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής και το κράτος που τις περιφρουρεί, προτείνει μια άλλη …αγορά! «Και γιατί να παράγει γι’ αυτήν την αγορά το πανεπιστήμιο και όχι για μία αγορά που πρέπει να είναι καλύτερη;» διερωτάται, για να απαντήσει στη συνέχεια μόνος του ότι «το θέμα δεν είναι το πανεπιστήμιο να προσαρμόζεται στην αγορά, αλλά η αγορά στο πανεπιστήμιο», μέσα από «ένα μοντέλο ανάπτυξης που θα στηρίζεται στην υψηλή ποιότητα εργασίας, στην τεχνολογία, στην έρευνα». Εδώ ο Συνασπισμός διεκδικεί το βραβείο της παγκόσμιας πρωτοτυπίας. Γιατί ποτέ στην Ιστορία δεν υπήρξε ένα κοινωνικό σύστημα, στο οποίο το ιδεολογικό εποικοδόμημα να καθορίζει την παραγωγική βάση ούτε βεβαίως ο καπιταλισμός στον οποίο αναφέρεται σαφώς ο κ. Αλαβάνος.

Ο Συνασπισμός βέβαια κάθε άλλο παρά αγνοεί αυτό το βασικό συμπέρασμα του ιστορικού υλισμού. Η ρίζα αυτών των ανιστόρητων και αντιεπιστημονικών θέσεων βρίσκεται στην προσπάθεια του Συνασπισμού να συμβιβάσει τα ασυμβίβαστα: Την καταδίκη ορισμένων συνεπειών από την πολιτική των αναδιαρθρώσεων χωρίς αμφισβήτηση των μονοπωλίων, της ΕΕ και γενικότερα της στρατηγικής που γεννά αυτή την εκπαιδευτική πολιτική. Ανάλογες είναι οι θέσεις του και στο ζήτημα της αποκέντρωσης της εκπαίδευσης. Ο Συνασπισμός τάσσεται υπέρ της τοπικής διαμόρφωσης του προγράμματος και της λειτουργίας των σχολείων, καθώς και υπέρ των ευρωπαϊκών προγραμμάτων, της διαθεματικότητας και της ευέλικτης ζώνης, με κρατική όμως χρηματοδότηση και χωρίς επιχειρήσεις, σπέρνοντας αυταπάτες ότι με την παρέμβαση της τοπικής κοινωνίας θα δημιουργηθεί ένα δημοκρατικό και καλύτερο σχολείο, σε αντίθεση με την κυρίαρχη εκπαιδευτική πολιτική. Ακόμη όμως και στην ανύπαρκτη αυτή περίπτωση -που τα πράγματα θα ήταν όπως λέει ο Συνασπισμός- στην περίπτωση δηλαδή που το κράτος θα παραιτούνταν ολοσχερώς από την πολιτικοϊδεολογική κηδεμόνευση της εκπαίδευσης και πάλι το πρόβλημα της ταξικής διαφοροποίησης των σχολείων σύμφωνα με το μορφωτικό και πολιτιστικό επίπεδο της σχολικής και τοπικής κοινότητας θα ήταν υπαρκτό σε μια ταξικά διαιρεμένη κοινωνία. Βεβαίως τέτοια ζητήματα δεν απασχολούν καθόλου το Συνασπισμό, ο οποίος για το μόνο που ενδιαφέρεται είναι να παγιδεύσει όσους προσπαθούν να ξεφύγουν από το δόκανο του δικομματισμού, στην «αριστερά» μεταμφιεσμένη λογική του συστήματος. Από τη στιγμή μάλιστα που για το ΣΥΝ υπάρχει καλή και κακή αυτοτέλεια ή αποκέντρωση, το κίνημα πρέπει να μάχεται για να επιβάλλει την καλή εκδοχή τους. Στη βάση αυτή συντονίζεται και συνεργάζεται με το ΠΑΣΟΚ στο μαζικό κίνημα της Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης και πρόσφατα στις κινητοποιήσεις των φοιτητών, ενάντια στο «αυταρχικό και συγκεντρωτικό μοντέλο εκπαίδευσης της Δεξιάς» και για μια άλλη αυτοτέλεια ή αποκέντρωση, όπως ο καθένας την εννοεί.

 

ΠΑΛΛΑΪΚΟΣ ΑΓΩΝΑΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΝΙΑΙΑ ΛΑΪΚΗ ΠΑΙΔΕΙΑ

Οπως είναι γνωστό, οι υπερασπιστές της εκπαιδευτικής αναδιάρθρωσης υποστηρίζουν ότι η ευέλικτη λειτουργία των εκπαιδευτικών ιδρυμάτων και η δραματική υποβάθμιση και υποκατάσταση της γνώσης από την κατάρτιση αποτελεί μια αναπόφευκτη εξέλιξη που προκύπτει νομοτελειακά από τις ανάγκες της διαρκώς μεταβαλλόμενης παραγωγής. Από την άλλη πλευρά, όπως είδαμε, η παραμορφωτική επίδραση του μονοπωλιακού ελέγχου της εκπαίδευσης πάνω στην επιστήμη, τις σπουδές και το μέλλον των αποφοίτων, γεννά σε πολλούς την αντίληψη ότι η λύση βρίσκεται στην αποσύνδεση της εκπαίδευσης από την παραγωγή, σε μια πραγματική αυτοτέλεια ή αποκέντρωση της εκπαίδευσης από την παραγωγή, τις επιχειρήσεις και το κράτος τους. Οι δύο αυτές αντιλήψεις, παρότι φαίνονται και εμφανίζονται ως διαμετρικά αντίθετες, έχουν ένα κοινό σημείο: Αποσυνδέουν την εκπαίδευση από τις καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής, από το ποιος τελικά είναι ο ιδιοκτήτης των μέσων παραγωγής.

Η πρώτη εκφράζεται από τα αστικά κόμματα (ΝΔ, ΠΑΣΟΚ) και είναι η άποψη των ίδιων των ιδιοκτητών των μέσων παραγωγής που μέσα από αυτή επιδιώκουν -όπως είναι φυσικό- να αποκρύψουν το γεγονός ότι η εκπαιδευτική πολιτική ανταποκρίνεται στα δικά τους ταξικά συμφέροντα που τα παρουσιάζουν ως συμφέροντα ολόκληρης της κοινωνίας.

Η δεύτερη εκφράζει αντίληψη του ΣΥΝ και εμφανίζεται ως αντίδραση στην αντιεκπαιδευτική και αντιλαϊκή επίθεση. Πρόκειται για άποψη που παραγνωρίζει ότι η σύνδεση της εκπαίδευσης με την παραγωγή έχει αντικειμενική βάση και καθορίζει την ανάπτυξη της ανθρώπινης κοινωνίας σε όλες τις βαθμίδες της εξέλιξής της. Παραγνωρίζει δηλαδή ότι οι άνθρωποι δεν παράγουν τον υλικό αλλά ούτε τον πνευματικό πλούτο ο καθένας μόνος του. Τoν δημιουργούν από κοινού μέσα σε καθορισμένες κοινωνικές σχέσεις, θεμελιακό στοιχείο των οποίων είναι σε ποια τάξη ανήκουν τα μέσα παραγωγής, με αποτέλεσμα η τάξη που κυριαρχεί στην υλική παραγωγή να κυριαρχεί και στην πνευματική. Οι λίγοι δηλαδή που κατέχουν τον υλικό πλούτο εξουσιάζουν και όλους τους τομείς του πολιτικοϊδεολογικού εποικοδομήματος, όπως και την εκπαίδευση.

Η λύση λοιπόν όχι μόνο δε βρίσκεται στην αποσύνδεση της εκπαίδευσης από την παραγωγή, αλλά στην αλλαγή των σχέσεων ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής, που προϋποθέτει ανατρεπτική αλλαγή της εξουσίας. Επομένως και η πάλη για μια εκπαίδευση στα μέτρα των σύγχρονων αναγκών του λαού και της νεολαίας συνδέεται με την πολιτική πάλη.

Σκληρή όμως είναι και η μάχη που πρέπει να δοθεί παράλληλα για το περιεχόμενο της εκπαιδευτικής πολιτικής, καθώς όπως σε όλα τα μεγάλα κοινωνικά προβλήματα και στο πρόβλημα της παιδείας δε συγκρούονται διαφορετικές προτάσεις διαχείρισης, αλλά δύο αντίπαλες στρατηγικές: Από τη μια πλευρά η διεθνής πολιτική κατεύθυνση του κεφαλαίου για εκπαίδευση και επιστήμη προσαρμοσμένες στις σύγχρονες ανάγκες του καπιταλισμού και από την άλλη το συμφέρον της εργατικής τάξης και των άλλων λαϊκών στρωμάτων για εκπαίδευση και επιστήμη στην υπηρεσία της καθολικής ευημερίας και εξέλιξης.

Για το ΚΚΕ είναι καθαρό ότι η εξέλιξη της επιστήμης και η πλατειά εφαρμογή της στην παραγωγή απαιτούν έναν άνθρωπο με πολύ υψηλότερο μορφωτικό επίπεδο από εκείνο των προηγούμενων γενιών. Εναν άνθρωπο που θα διαθέτει γνώση των βασικών αρχών της επιστήμης που εφαρμόζεται στην παραγωγή, ταυτόχρονα όμως θα διαθέτει συνολική αντίληψη του οικονομικού και κοινωνικού συστήματός της. Αυτή είναι η βάση για να αναπτυχθούν εξελιγμένες και πολύπλευρες ικανότητες, όπως η πρωτοβουλία, η εφευρετικότητα και -όπως αναφέρει ο Μαρξ στο «Κεφάλαιο»- η «διαθεσιμότητα του ανθρώπου για τις εναλλασσόμενες ανάγκες της σύγχρονης παραγωγής». Στις μέρες μας άλλωστε υπάρχουν όλες εκείνες οι υλικές προϋποθέσεις που καθιστούν το στόχο για ισχυροποίηση της γενικής παιδείας με την καθιέρωση αποκλειστικά δημόσιας δωρεάν δωδεκάχρονης βασικής (γενικής) εκπαίδευσης, στόχο που από το 1917 πρωτοδιατύπωσε η Οκτωβριανή επανάσταση, ώριμο και ρεαλιστικό όσο ποτέ άλλοτε. Τόσο ρεαλιστικό που αναγκάζει το σύνολο των αντίπαλων πολιτικών και συνδικαλιστικών δυνάμεων να υπόσχονται, παραχαράζοντάς τον, δωδεκάχρονη υποχρεωτική εκπαίδευση. Μια εκπαίδευση όμως που κάθε άλλο παρά γενική και ενιαία είναι, αφού σε αυτήν εντάσσονται όλες οι ανισότιμες μορφές δευτεροβάθμιας «κατάρτισης», όπως τα τρισάθλια ΕΠΑΣ.

Αντίθετα, η πρόταση για δωδεκάχρονη γενική εκπαίδευση μέσα από ένα Ενιαίο Δωδεκάχρονο Βασικό Υποχρεωτικό Σχολείο θεωρεί απαράδεκτη την ύπαρξη οποιασδήποτε διάκρισης και διαχωρισμού των μαθητών πριν τα 18 χρόνια της ενηλικίωσης, πριν δηλαδή ο νέος άνθρωπος να θέσει τις βάσεις της βιολογικής, ψυχικής και κοινωνικής του ανάπτυξης. Η άποψη ότι υπάρχουν μαθητές με μειωμένες δυνατότητες που «δεν παίρνουν τα γράμματα» είναι συνειδητό ψέμα. Κοινωνικοί και παιδαγωγικοί είναι οι λόγοι της δυσκολίας που εμφανίζουν πολλοί μαθητές να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις του σχολείου και όχι οι εγγενείς διανοητικές αδυναμίες τους και η ελλειπτική τους προσωπικότητα. Δεν είναι λοιπόν η παιδαγωγική που υπαγορεύει τη διαφοροποίηση του προγράμματος και των σχολείων, τον τερματισμό της γενικής εκπαίδευσης στα 15 ή στα 16 χρόνια, στη μέση του μεταβατικού σταδίου της εφηβείας. Η λειτουργία του αστικού σχολείου να νομιμοποιεί και να αναπαράγει την κοινωνική ανισότητα και την ταξική διαίρεση της κοινωνίας, επιβάλλει αυτό τον πρόωρο διαχωρισμό των μαθητών. Ας αφήσουν λοιπόν ο ΟΟΣΑ και οι κυβερνήσεις την υποκρισία ότι πρόκειται για προσαρμογή της εκπαίδευσης στις ατομικές ανάγκες και ιδιαιτερότητες των μαθητών, ώστε να αποκτήσουν όλοι ένα ελάχιστο επίπεδο γνώσεων ανάλογα με τις κλίσεις και τα ενδιαφέροντά τους. Αντίθετα, μόνο μέσα από τη σφαιρική και ισότιμη ανάπτυξη του συνόλου των ικανοτήτων του ανθρώπου μπορούν να καλλιεργηθούν και να αναδειχτούν ιδιαίτερες ικανότητες και ταλέντα.

Το ενιαίο βασικό σχολείο προϋποθέτει ισότιμη παροχή γενικής μόρφωσης σε όλους, σε όμοιες συνθήκες, χωρίς φραγμούς και διακρίσεις (κοινωνικές, γεωγραφικές, φυλετικές, θρησκευτικές κλπ.), μέσα από έναν τύπο σχολείου με ενιαία δομή, ενιαίο πρόγραμμα, ενιαία διοίκηση και λειτουργία, ενιαίο επίπεδο υλικοτεχνικής υποδομής και ενιαία εκπαιδευμένο εκπαιδευτικό προσωπικό. Γι’ αυτό το ενιαίο σχολείο είναι αποκλειστικά δημόσιο και δωρεάν, που σημαίνει ότι πρέπει να δοθεί τέλος στο παράλληλο κύκλωμα δημόσιας - ιδιωτικής εκπαίδευσης και να σταματήσει κάθε διαδικασία για «αποκέντρωση» των σχολείων και της χρηματοδότησής τους από τους επιχειρηματίες-χορηγούς, τους γονείς, την «τοπική κοινωνία». Το ενιαίο σχολείο ακόμη δεν μπορεί να έχει ξεχωριστές βαθμίδες (πρωτοβάθμια, δευτεροβάθμια) ούτε να διαιρείται σε κατηγορίες και τύπους σχολείων (όπως Γενικό Λύκειο, Επαγγελματικό Λύκειο και Επαγγελματικές Σχολές) με σκοπό την παρεμπόδιση των κοινωνικά αδύναμων μαθητών να αναπτυχθούν μορφωτικά.

Το βασικότερο όμως στοιχείο του δωδεκάχρονου σχολείου είναι ότι δε συνιστά μόνο ποσοτική αλλά κυρίως ποιοτική τομή σε σχέση με το σημερινό αστικό σχολείο, καθώς δεν αποσκοπεί σε μια απλή μετάδοση γνώσεων ή σε εκγύμναση σε ορισμένες δεξιότητες. Το 12χρονο σχολείο στοχεύει στην ολόπλευρη διαμόρφωση της προσωπικότητας του νέου ανθρώπου μέσα από την ισόρροπη καλλιέργεια όλων των πλευρών της κοινωνικής προσωπικότητας, τη νόηση, το συναίσθημα και τη βούληση, σε αντίθεση με τον εκχυδαϊσμό της εκπαίδευσης, τον εμπειρισμό των τηλεοπτικού τύπου εκπαιδευτικών κουΐζ και παιχνιδιών και τις μηχανιστικές και αφύσικες συνδέσεις της «διαθεματικότητας». Φροντίζει οι γνώσεις των μαθητών να στηρίζονται σε ισχυρές βάσεις, επικεντρώνοντας την εργασία του στα πιο ανθεκτικά στο χρόνο και χρήσιμα στοιχεία της γνώσης, που είναι οι βασικοί νόμοι της φυσικής και κοινωνικής πραγματικότητας. Νόμοι που το πρόγραμμα του ενιαίου σχολείου νοιάζεται να μην κατανοούνται μεμονωμένα και αποσπασματικά, αλλά μέσα στην αλληλοσύνδεσή τους και την ένταξή τους στους γενικότερους νόμους εξέλιξης της φύσης, της κοινωνίας και της νόησης. Και όλα αυτά με τη ζωντανή επικοινωνία του μαθητή με τη φύση και τον ανθρώπινο πολιτισμό. Και επειδή πρωταρχικό στοιχείο της κοινωνικής ζωής είναι η εργασία, το σχολείο πρέπει να ενσωματώνει βασικά στοιχεία της τεχνολογίας όχι για επαγγελματική εξειδίκευση, αλλά σαν αναπόσπαστο στοιχείο της γενικής παιδείας.

Το δωδεκάχρονο σχολείο αποτελεί συνέχεια μιας δίχρονης προσχολικής αγωγής και προαπαιτούμενο για οποιαδήποτε επαγγελματική επιλογή, καθώς η δωδεκάχρονη γενική μόρφωση είναι στην εποχή μας το αναγκαίο υπόβαθρο για την άσκηση κάθε επαγγέλματος. Η απόκτηση επαγγελματικής ειδικότητας, για όσα επαγγέλματα την απαιτούν, εξασφαλίζεται είτε στην Ενιαία Ανώτατη Εκπαίδευση είτε σε ένα σύστημα δημόσιων και δωρεάν Επαγγελματικών Σχολών. Οι Επαγγελματικές Σχολές θα παρέχουν ουσιαστική ειδίκευση και πλήρη επάρκεια για την άσκηση επαγγέλματος, χωρίς να χρειάζονται διαδικασίες πιστοποίησης που αμφισβητούν και απαξιώνουν το πτυχίο. Παράλληλα τα κάθε είδους υποκατάστατα επαγγελματικής εκπαίδευσης, όπως τα ΙΕΚ-ΚΕΚ και οι άλλες μορφές εφήμερης και εμπειρικής μάθησης, πρέπει να καταργηθούν.

Η αμεσότερη σχέση της επαγγελματικής εκπαίδευσης και ειδικά της Ανώτατης Εκπαίδευσης με την παραγωγή κάνει ακόμη πιο φανερή την ανάγκη για κατάργηση των καπιταλιστικών σχέσεων που τη διέπουν. Γιατί η ρύθμιση της επιστήμης από την αγορά υποθηκεύει το μέλλον της επιστήμης και της κοινωνικής εξέλιξης. Λογικό επακόλουθο μιας επιστήμης που έχει για στόχο της τον πλουτισμό μιας μόνο τάξης είναι όλοι εκείνοι οι τομείς της έρευνας που δεν εξυπηρετούν τα συμφέροντα της τάξης αυτής να παραμελούνται και να εγκαταλείπονται και η επιστήμη όχι μόνο μονόπλευρα, αφύσικα και μερικά να αναπτύσσεται, αλλά και αντικοινωνικά να αξιοποιείται. Η επιστήμη όμως είναι κοινωνικό δημιούργημα και κανείς δεν έχει το δικαίωμα να οικειοποιείται για ατομικό του όφελος τα αποτελέσματά της.

Ετσι, βασική θέση του ΚΚΕ για την Ανώτατη Εκπαίδευση είναι ο αναπροσανατολισμός της αποστολής των πανεπιστημίων, ώστε αντί για την «αειφορία» του κεφαλαίου να εργάζονται αποκλειστικά για την ανύψωση της υλικής και πνευματικής στάθμης του συνόλου του λαού. Η υλοποίηση αυτής της αποστολής προϋποθέτει, εκτός από την απαλλαγή τους από φροντίδες βιοπορισμού, τη συνένωση και συνεργασία όλων των διαθέσιμων επιστημονικών δυνάμεων και την εγκατάλειψη κάθε ιδέας για μεταξύ τους ανταγωνισμό στα ράφια της προϊστορίας, όπου ανήκει. Η Ανώτατη Εκπαίδευση πρέπει να είναι ενιαία, με ιδρύματα ισότιμα, που θα εξασφαλίζουν ευρύ κύκλο επιστημονικών αντικειμένων και τη συγκέντρωση μεγάλου αριθμού ειδικευμένου επιστημονικού προσωπικού. Δεν μπορεί να εκπροσωπείται από λιγοστά «κέντρα αριστείας» που θα συγκεντρώνουν όλη την έρευνα, τα «μυαλά» και το χρήμα και σε πάμπολλα υποβαθμισμένα ιδρύματα. Ο δε διαχωρισμός σε πανεπιστημιακά και μη πανεπιστημιακά-τεχνολογικά ιδρύματα πρέπει να εκλείψει με την κατάταξη των τμημάτων των Τεχνολογικών ιδρυμάτων στην Ανώτατη ή στην Τεχνικοεπαγγελματική Εκπαίδευση σε συνάρτηση με τις ανάγκες της κοινωνικής και επιστημονικής εξέλιξης.

Ταυτόχρονα ο κοινωνικός χαρακτήρας της επιστήμης έρχεται σε πλήρη αντίθεση όχι μόνον με την ύπαρξη ιδιωτικών πανεπιστημίων αλλά και με την ιδιωτικοοικονομική λειτουργία των δημόσιων. Γι’ αυτό η Ενιαία Ανώτατη Εκπαίδευση είναι αποκλειστικά δημόσια και δωρεάν. Η εξασφάλιση όλης της απαιτούμενης χρηματοδότησης για την κάλυψη του συνόλου των αναγκών και δραστηριοτήτων των ΑΕΙ είναι πρωταρχική υποχρέωση του κράτους, ώστε να απαλλαγεί η έρευνα από τον εναγκαλισμό των μονοπωλίων, να εξασφαλιστεί υψηλού επιπέδου πανεπιστημιακή μόρφωση για όλους τους φοιτητές και να εξασφαλιστεί η ισοτιμία των ιδρυμάτων.

Στο πλαίσιο αυτό, η Ενιαία Ανώτατη Εκπαίδευση ενδιαφέρεται να προετοιμάσει ένα επιστημονικό δυναμικό ικανό να διεκπεραιώνει με ελεύθερη κρίση, αυτονομία και δημιουργικότητα το ρόλο του στο σύστημα της κοινωνικής παραγωγής και όχι ένα ημιμαθές βοηθητικό προσωπικό για κάθε χρήση. Αυτό σημαίνει ότι καμία θέση δεν έχουν στην Ανώτατη Εκπαίδευση τρίχρονες και δίχρονες ευκαιριακές σπουδές κατάρτισης και διάσπαρτες μαθήσεις. Η επιστήμη δεν είναι εμπόρευμα, ληξιπρόθεσμες χρηστικές δεξιότητες για τις ανάγκες της αγοράς, αλλά η προσπάθεια του ανθρώπου να κατακτήσει τα διαχρονικά στοιχεία της φυσικής και κοινωνικής πραγματικότητας, τους εσωτερικούς νόμους και αρχές που την κυβερνούν. Γι’ αυτό απαιτούνται ενιαίες προπτυχιακές και μεταπτυχιακές σπουδές, ώστε οι πρώτες να παρέχουν πλήρη επιστημονική επάρκεια και επαγγελματική ικανότητα στα αντίστοιχα επιστημονικά αντικείμενα, οι δεύτερες να προωθούν την παραγωγή της νέας γνώσης και να ολοκληρώνονται με την απονομή διδακτορικού διπλώματος.

Τέλος, η ανταπόκριση των πανεπιστημίων και όλης της εκπαίδευσης στην κοινωνική της αποστολή δεν είναι θέμα μηχανισμών επιθεώρησης και ελέγχου. Πρώτα και κύρια είναι ζήτημα μιας άλλης, συλλογικής οργάνωσης και συλλογικού προγραμματισμού της παραγωγής και της κοινωνίας. Από τη στιγμή που η κοινωνία θα θέτει συλλογικά τους στόχους της, θα πάψει ο έλεγχος του βαθμού εκπλήρωσής τους να είναι μια διαδικασία καταναγκαστική και έξωθεν επιβαλλόμενη, όπως γίνεται σήμερα που οι στόχοι καθορίζονται από το συμφέρον της ολιγαρχίας του πλούτου και είναι αντίθετοι και εχθρικοί προς τη μεγάλη πλειονότητα των εκπαιδευτικών, των φοιτητών, των μαθητών και του λαού. Σε μια τέτοια προοπτική η πανεπιστημιακή κοινότητα μαζί με την εργατική τάξη και το λαό, όντας συμμέτοχοι στον κοινωνικό σχεδιασμό, θα νιώθουν δική τους υπόθεση την εφαρμογή του.

Τα κεντρικά αυτά σημεία της εκπαιδευτικής πολιτικής του ΚΚΕ αποτελούν την αναγκαία και δυνατή στην εποχή μας πρόταση για την αναμόρφωση της εκπαίδευσης. Ταυτόχρονα όμως αποτελούν τη βάση για την αντίσταση και την αντεπίθεση στη σαρωτική επιδρομή του κεφαλαίου στην παιδεία. Αντίσταση και αντεπίθεση που δεν μπορούν και δεν πρέπει να σηκώσουν μόνο οι φοιτητές, οι μαθητές, οι εκπαιδευτικοί, αλλά η εργατική τάξη και τα άλλα καταπιεζόμενα λαϊκά στρώματα, όλος ο λαός. Αλλωστε η ίδια η προσπάθεια του κεφαλαίου να συνδέσει τόσο ασφυκτικά την εκπαίδευση με τους εκμεταλλευτικούς στόχους του στην εργασία, φέρνει για πρώτη φορά τόσο κοντά τα αιτήματα για την ανασυγκρότηση της παιδείας με εκείνα για την ανασυγκρότηση της εργασίας και όλης της κοινωνίας τελικά. Στις ημέρες που έρχονται πρέπει να αποδείξουμε για άλλη μια φορά στις δυνάμεις του σύγχρονου σκοταδισμού, πως τα πράγματα δεν έρχονται πάντα όπως τα σχεδιάζουν. Πως τον επίλογο στην ιστορία των καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων θα τον γράψουν όλοι εκείνοι που σηκώνουν τα βάρη της κοινωνίας, χωρίς να απολαμβάνουν τα πλεονεκτήματά της. Η ενότητα, η μαζικότητα και η πίστη στο δίκιο του αγώνα τους μπορεί να καταργήσει όχι μόνο τα ζοφερά κυβερνητικά σχέδια για τα πανεπιστήμια και τα σχολεία, αλλά και την εξουσία των μονοπωλίων που υπαγορεύει αυτό το ολοένα και πιο αντιδραστικό νομοθετικό οπλοστάσιο στην παιδεία, την εργασία και σε όλους τους τομείς της κοινωνικής ζωής.


Η Ελένη Μηλιαρονικολάκη είναι μέλος της ΚΕ του ΚΚΕ και υπεύθυνη του Τμήματος Παιδείας της ΚΕ του ΚΚΕ.
[1] Τα οικονομικά της γνώσης: «Γιατί η εκπαίδευση είναι κλειδί για την επιτυχία της Ευρώπης», Andreas Schleicher, ΟΟΣΑ.
[2] Συνέντευξη του Προέδρου του ΣΕΒ, «ΒΗΜΑ της ΚΥΡΙΑΚΗΣ», 21.5.2006.
[3] Συνταγματική Αναθεώρηση και Ανώτατη Εκπαίδευση: «Προκλήσεις και Προοπτικές», Π. Ανδρεασάκης και Σ. Μακρής, «ΝΑΥΤΕΜΠΟΡΙΚΗ», 27.6.2006.
[4] Συνέντευξη Προέδρου του ΣΕΒ Δ. Δασκαλόπουλου, «ΒΗΜΑ της ΚΥΡΙΑΚΗΣ», 21.5.2006.
[5] L. Thurow: «Το μέλλον του καπιταλισμού».
[6] Ξένη καταχώρηση, Κυριακάτικος Τύπος, 28.5.2006.
[7] Οδηγία της Κομισιόν: «Διδασκαλία και Μάθηση προς την κοινωνία της γνώσης».
[8] Συνάντηση των Υπουργών Παιδείας του ΟΟΣΑ με θέμα: «Ανώτατη Εκπαίδευση: Ποιότητα, ισότητα και αποτελεσματικότητα», 27-28 Ιουνίου 2006, Αθήνα, «Background Report».
[9] Εκθεση επιτροπής του ΕΣΥΠ για τη Δευτεροβάθμια εκπαίδευση, http://assets.in.gr/newspapers/reportofesyp.doc, 11.7.2006.
[10] Βλ. Προγράμματα «Νεανικής επιχειρηματικότητας».
[11] Διαθεματικό Ενιαίο Πλαίσιο Προγραμμάτων Σπουδών, Θρησκευτικά, παράδειγμα από υπό δημοσίευση εργασία της Μ. Κουσαθανά.
[12] Νόμος 3475/06, «Οργάνωση και Λειτουργία της Δευτεροβάθμιας Επαγγελματικής Εκπαίδευσης».
[13] Ομιλία Γ. Παπανδρέου σε ημερίδα του ΠΑΣΟΚ με θέμα: «Νέα Γενιά και Αυτοδιοίκηση» 7.7.2006.
[14] Εισαγωγική ομιλία Μ. Δαμανάκη στη σύσκεψη του ΠΑΣΟΚ για το Νέο Πανεπιστήμιο, Ξενοδοχείο «Εσπέρια» 20.1.2006.
[15] Ομιλία Γ. Παπανδρέου σε ημερίδα του ΠΑΣΟΚ με θέμα: «Νέα Γενιά και Αυτοδιοίκηση» 7.7.2006.
[16] «Ανοικτό στην Κοινωνία Σχολείο». Συγγραφική ομάδα Μ. Δαμανάκη, Β. Κουλαϊδής, Α. Κόκκος, Κ. Λάμνιας, Κ. Δημόπουλος, Αθήνα, Ιανουάριος 2006.
[17] Τοποθέτηση Α. Αλαβάνου στην προ ημερησίας διατάξεως συζήτηση στη Βουλή για την Ανώτατη Εκπαίδευση, Πρακτικά Βουλής, 26.5.2006.