ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΗΣ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗΣ ΣΕ ΜΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΕΣ ΣΥΝΘΗΚΕΣ

ΖΗΤΟΥΜΕΝΟ Η ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΤΑΞΙΚΗΣ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗΣ

 Πριν δεκαπέντε χρόνια κατά κάποιο τρόπο ολοκληρώθηκε η αντεπαναστατική διαδικασία στην ΕΣΣΔ, αν θεωρήσουμε τελευταία πράξη της την καθεστωτική ανατροπή με την «Κατάσταση Εκτάκτου Ανάγκης» τον Αύγουστο του 1991 ή τη διάλυση της ΕΣΣΔ το Δεκέμβριο του ιδίου χρόνου.

Στο πρώτο μισό της τελευταίας δεκαετίας του 20ού αιώνα η αντιδραστική ιδεολογική κυριαρχία υπήρξε σχεδόν ολοκληρωτική, αφού τότε κομμουνιστικές δυνάμεις αποκήρυξαν τον κομμουνισμό και την πρώτη ιστορική πορεία σοσιαλιστικής οικοδόμησης στην ΕΣΣΔ και στην Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη. Αντίθετα διακήρυξαν την τότε καθεστωτική ανατροπή ως θετική για την κοινωνική πρόοδο και την ειρηνική συνύπαρξη των κρατών, πρόβαλαν την «υπεροχή» του καπιταλιστικού συστήματος, θεωρώντας αξεπέραστες τις δυνατότητές του να αναπτύσσεται ελέγχοντας τις εσωτερικές του αντιθέσεις.

Αυτές οι πλήρως ηττοπαθείς και προδοτικές οπορτουνιστές απόψεις γρήγορα απορρίφθηκαν από τη ζωή (ξέσπασμα ιμπεριαλιστικών πολέμων, διαμελισμός κρατών, οικονομικές κρίσεις, γενικευμένη όξυνση της αντίθεσης κεφαλαίου - εργασίας). Ωστόσο, η ολέθρια επίδρασή τους σε διεθνώς δομημένα κοινωνικά κινήματα (π.χ. γυναικών, νεολαίας, αντιιμπεριαλιστικών συμμαχιών όπως της «Κίνησης Αδεσμεύτων κρατών») προσομοίαζε με την εκτεταμένη και μακροχρόνια καταστρεπτική ραδιενεργό επενέργεια από τις ατομικές βόμβες στη Χιροσίμα και το Ναγκασάκι. Τότε δεν είχε ακόμη συνειδητοποιηθεί το εύρος και το βάθος της οπορτουνιστικής διάβρωσης της συνείδησης και της πρακτικής άλλοτε ριζοσπαστικών δυνάμεων ή και πρωτοποριών, η διαλυτική και χειραγωγική επίδραση που επέφεραν στο εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα, με υποχώρηση της Παγκόσμιας Συνδικαλιστικής Οργάνωσης (ΠΣΟ) και αναβάθμιση των κυβερνητικών «Ελεύθερων Συνδικάτων».

Είναι πολύ μικρή η χρονική περίοδος των 15 χρόνων για να μετρηθεί το βάθος και η έκταση της ιδεολογικής και οργανωτικής αποσύνθεσης του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος, όπως αποτυπώθηκε στα πρώτα χρόνια της τελευταίας δεκαετίας του παρελθόντος αιώνα.

Φυσικά, όσες εστίες -μεταξύ αυτών και το ΚΚΕ- άντεξαν και δεν εξαφανίστηκαν μέσα σε αυτή τη θεωρητική-ιδεολογική, πολιτική και οργανωτική δίνη, σχετικά σύντομα, με κριτήρια ιστορικού χρόνου, ανασυγκροτήθηκαν, ακόμη και αναπτύχθηκαν ιδεολογικά, πολιτικά και οργανωτικά. Επέδρασαν ώστε να εμφανισθεί, τουλάχιστον ως τάση, ο ταξικός επαναπροσανατολισμός στο εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα (και της ΠΣΟ), σε κοινωνικές οργανώσεις και αγώνες νέων, γυναικών, στο αντιπολεμικό-αντιιμπεριαλιστικό κίνημα (και του «Παγκόσμιου Συμβουλίου Ειρήνης», ΠΣΕ). Βασανιστικά και με συγχύσεις, με ανοικτές ή υποβόσκουσες εσωτερικές κρίσεις, εμφανίσθηκαν εκ νέου κομμουνιστικά κόμματα ή επανέκτησαν τον επαναστατικό ιδεολογικό και πολιτικό προσανατολισμό τους ή έστω διαμορφώθηκαν πιο διακριτοί πυρήνες διαπάλης μέσα σε κόμματα που η διατήρηση του κομμουνιστικού τίτλου αποτελεί οχυρό του οπορτουνισμού στη διαβρωτική και διαλυτική επίθεσή του στο εργατικό κίνημα.

Το κομμουνιστικό κίνημα στην ιστορία του δεν έχει γνωρίσει κρίση τέτοιου βάθους και έκτασης και σίγουρα η διαδικασία αναζωογόνησής του βρίσκεται ακόμη σε νηπιακή ηλικία. Αλλωστε, ακόμη δεν έχουν σε βάθος απαντηθεί τα ερωτήματα -εννοούμε όχι μόνο τα πολιτικά αλλά και τα θεωρητικά- για τις αιτίες της αντεπαναστατικής νίκης και κοινωνικής οπισθοδρόμησης. Θα τολμήσουμε να πούμε ότι ίσως δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί όλη αυτή η αντεπαναστατική διαδικασία σε παγκόσμιο επίπεδο, αφού είναι φανερή η επέκταση των καπιταλιστικών σχέσεων στην Κίνα, σε άλλες ασιατικές χώρες που στην εξουσία βρίσκονται κομμουνιστικά κόμματα. Ανησυχίες προκαλεί ο ισχυρός ιμπεριαλιστικός κλοιός γύρω από την Κούβα, η επίδρασή του όχι μόνο ως εξωτερικού παράγοντα αλλά και ως πηγή ενίσχυσης των εσωτερικών αντιθέσεων και των κινδύνων για τη σοσιαλιστική οικοδόμηση.

Αυτές οι «νέες» εμπειρίες, η «νέα» συνειδητοποίηση των κινδύνων που αφορούν στο σοσιαλιστικό κράτος της Κούβας, οι αμφιβολίες για επιλογές του ΚΚ της Κίνας, μαζί με το φόβο που προκαλεί η έλλειψη ενός «σοσιαλιστικού φάρου» μέσα στο σκοτάδι της διεθνούς καπιταλιστικής κυριαρχίας, ακυρώνουν ή περιορίζουν τη θετική επίδραση στη συνείδηση των νέων και των εργατικών μαζών, από την όποια ιστορική δικαίωση των πρώτων κομμουνιστικών εκτιμήσεων για τις αντεπαναστατικές ανατροπές.

Σημαντικά τμήματα νέων, που κατά πλειοψηφία προέρχονται από εργατικές και λαϊκές οικογένειες, δεν έχουν ακόμη συμβιβαστεί με τους όρους ζωής του σημερινού συστήματος (στην εκπαίδευση, στην επαγγελματική κατάρτιση και κατοχύρωση, στην εξασφάλιση εργασίας, ελεύθερου χρόνου, υποδομών πολιτιστικής και αθλητικής δραστηριότητας).

Παράλληλα, όμως, οι αμφισβητήσεις τους υπονομεύονται από την αμφιβολία σε σχέση με τη δυνατότητα, τη ρεαλιστικότητα περάσματος σε ένα νέο, ανώτερο κοινωνικοοικονομικό σχηματισμό, αφού η εμπειρία τους δεν επιβεβαιώνει αυτή τη δυνατότητα.

Με άλλα λόγια, βαραίνει στη διαμόρφωση της συνείδησής τους το «αφού δεν άντεξε ή φαίνεται να μην άντεξε η σοσιαλιστική οικοδόμηση», ή έστω «το σοσιαλιστικό μέλλον, όσο και αν είναι δελεαστικό, φαίνεται υπόθεση πολύ έξω από τα όρια της δικής μας ζωής». Αυτό το τελευταίο άλλωστε, πηγή συμβιβασμού και ενσωμάτωσης, αφορά πολύ περισσότερο μεσήλικες μισθωτούς εργαζόμενους με αγωνιστικό ακόμη και κομμουνιστικό παρελθόν.

Στην περίοδο που διανύουμε, για το κόμμα μας, για κάθε κομμουνιστικό κόμμα, το ζήτημα της ταξικής συνείδησης ορθώνεται πολύ πιο περίπλοκο και απαιτητικό για να αντιμετωπιστεί με όσες εμπειρίες και κατακτήσεις -θεωρητικές, πολιτικές, οργανωτικές- διαθέτουμε. Και από αυτή την άποψη το καθήκον της εσωτερικής ανάπτυξης του Kόμματος -θεωρητικής-ιδεολογικής, πολιτικής σε θέσεις και ταξική προπαγανδιστική ικανότητα, οργανωτικής- διαπλέκεται με το καθήκον της συσπείρωσης δυνάμεων, της διαφοροποίησης συνειδήσεων, της ικανότητάς του να πρωτοπορεί στη διαμόρφωση ταξικών πόλων σύγκρουσης και ρήξης με την αστική πολιτική και εξουσία, όπου εργάζεται - μορφώνεται - ζει η εργατική οικογένεια. Διαπλέκεται με την ικανότητα του Kόμματος να προσανατολίζει τους ταξικούς πόλους στη συντονισμένη πάλη με φορείς των κοινωνικών συμμάχων της εργατικής τάξης, των φτωχών αυτοαπασχολούμενων της πόλης και της υπαίθρου, στη γραμμή του αντιιμπεριαλιστικού Μετώπου.

Στις ημέρες μας η συνθετότητα του προβλήματος ανάπτυξης της ταξικής συνείδησης συχνά ξεθωριάζει ακόμη και στη δική μας σκέψη, των μελών και στελεχών του Κόμματος και της ΚΝΕ.

Ορισμένα στοιχεία στις μεταβαλλόμενες συνθήκες μπορούν να μας οδηγήσουν σε συμπεράσματα για τις συνειδήσεις, χωρίς να συνυπολογίζουμε άλλα μη εμφανή στοιχεία. Από αυτή την άποψη οι αγώνες των φοιτητών-σπουδαστών ΑΕΙ-ΤΕΙ προσφέρονται για γενικευμένα συμπεράσματα.

Στις κοινωνικές και πολιτικές εξελίξεις υπάρχουν στοιχεία που διαμορφώνουν αντικειμενικά μια ορισμένη λαϊκή δυσαρέσκεια, εστίες ξεσπάσματός της ως αντίδραση είτε στην αφαίρεση κατακτήσεων είτε στις άμεσες αντιλαϊκές συνέπειες από αστικούς εκσυγχρονισμούς στο πλαίσιο της απελευθέρωσης των αγορών, της προώθησης στρατηγικών επιλογών για το κεφάλαιο που βγαίνουν έξω από τα στενά όρια ενός κράτους. Εχουν καταγραφεί τέτοιες αντιδράσεις: Στους αγρότες σε σχέση με την ΚΑΠ, στους μικρούς εμπόρους σε σχέση με τη διεύρυνση του ημερήσιου ωραρίου, σε εργάτες και εργάτριες που βρέθηκαν άνεργοι γιατί η καπιταλιστική εργοδοσία στράφηκε στην εκμετάλλευση φθηνότερου εργατικού δυναμικού στα Βαλκάνια. Καταγράφηκαν σχεδόν στο σύνολο των μισθωτών και συνταξιούχων σε σχέση με την επιδείνωση των όρων συνταξιοδότησης, στους μαθητές και φοιτητές σε σχέση με τους νέους φραγμούς από το γυμνάσιο προς το λύκειο, από το λύκειο προς την ανώτατη εκπαίδευση, μέσα στην ανώτατη εκπαίδευση με τη σαλαμοποίησή της, την υποβάθμιση σπουδών-πτυχίων- επιστημονικής και επαγγελματικής κατοχύρωσης για τους πολλούς σε διάκριση από την προνομιακή αναβάθμιση των πτυχίων για τους νέους της αστικής τάξης.

Παρουσιάζεται όμως, σχεδόν ως κοινό χαρακτηριστικό, το φαινόμενο αστικές πολιτικές δυνάμεις να στηρίζουν τέτοια ξεσπάσματα, ακόμη και να μεθοδεύουν την οργάνωση των μαζών και την αντίδρασή τους. Σε αρκετές περιπτώσεις αυτό γίνεται με τρόπο που δείχνει «διαφοροποιήσεις» οργανωμένων συνδικαλιστικών δυνάμεων των κομμάτων της αστικής εξουσίας, χωρίς όμως να έρχονται σε σύγκρουση και διαφοροποίηση από τη πολιτική των κομμάτων τους. Ετσι στους αγροτικούς αγώνες υπήρξε ενεργητική η συμμετοχή στελεχών της ΝΔ, για το ασφαλιστικό παρενέβη η ευρωενωσιακή και κυβερνητική ΓΣΕΕ, στους πρόσφατους φοιτητικούς αγώνες πρωτοστάτησε η ΠΑΣΠ σε συνεργασία με το ΣΥΝ, τις αριστερίστικες και «αντιεξουσιαστικές ομάδες», σε «αντιδεξιά» και αντικομμουνιστική συμπαιγνία. Πριν τη ΔΕΘ εμφανίστηκε η ΔΑΚΕ στη ΓΣΕΕ ως δύναμη διαφωνούσα με την κυβερνητική οικονομική πολιτική, ως δύναμη πίεσης της κυβέρνησης για την υιοθέτηση μιας ευνοϊκότερης κοινωνικής πολιτικής υπέρ των ανέργων, των χαμηλόμισθων και χαμηλοσυνταξιούχων. Πρόσφατα η ΔΑΚΕ στον ΟΤΕ ανακοίνωσε την αντίθεσή της στην πιθανή πώληση ποσοστού του δημοσίου σε στρατηγικό επενδυτή, υποστηρίζοντας ότι «η διοίκηση σε στρατηγικής σημασίας επιχειρήσεις δεν μπορεί να εκχωρείται σε ιδιώτες ντόπιους ή ξένους»[1]. Με παρόμοιες προτάσεις και πρωτοβουλίες εμφανίζονται συνδικαλιστικές ηγεσίες, π.χ. στο χώρο των αγροτών, των εκπαιδευτικών, των πρώην ΔΕΚΟ και των Τραπεζών, που για δεκαετίες αντιπροσωπεύουν τα συμφέροντα της αστικής πολιτικής στο συνδικαλιστικό κίνημα και ευθύνονται για τη στάση συμβιβασμού και ενσωμάτωσης των εργαζομένων. Το ΠΑΣΟΚ, όντας αντιπολίτευση, διευκολύνεται στο να αποστασιοποιείται εν μέρει τόσο από την κυβερνητική πολιτική που ακολούθησε όσο και από τις προγραμματικές του θέσεις[2]. Αποτέλεσμα τέτοιων ελιγμών είναι η κριτική προς τη ΝΔ για την πώληση πακέτου μετοχών του δημοσίου σε στρατηγικό επενδυτή, καθώς και η αντίθεσή του στην προοπτική εισαγωγής της ΔΕΗ στο χρηματιστήριο. Αυτή η «ευελιξία» δίνει παράταση χρόνου σε δυσαρεστημένες δυνάμεις του ΠΑΣΟΚ, καλλιεργεί αυταπάτες περί «διαπάλης» μέσα στο ΠΑΣΟΚ, δυνατότητας επαναφοράς του σε κάποια μορφή κεϋνσιανής πολιτικής με την οποία θα διατηρούνταν «κατακτήσεις» μισθωτών κυρίως σε ΔΕΚΟ.

Ετσι τα τελευταία δέκα χρόνια στην Ελλάδα -και όχι μόνο- παρατηρούνται απότομες εξάρσεις από την άποψη της μαζικοποίησης και των μορφών αντίδρασης εργατικών και λαϊκών δυνάμεων που όμως δε συνοδεύονται ούτε από δομή και συσχετισμό κινήματος ικανών να εξασφαλίσουν τη σταθερή συμμετοχή των μαζών ούτε από ταξικά συμφέρουσες αλλαγές στο επίπεδο της πολιτικής επιλογής των εργαζομένων.

Με άλλα λόγια, παρά τα όποια ξεσπάσματα και τις εξάρσεις, στη συνείδηση αυτών των δυνάμεων δεν έχει ακόμη εμπεδωθεί η ταξικότητα της πολιτικής, της εξουσίας ως πηγή των κοινωνικών προβλημάτων. Δεν έχει επομένως ωριμάσει ο απεγκλωβισμός τους από τις αστικές πολιτικές δυνάμεις σε όλα τα επίπεδα.

Ετσι, ξεσπάσματα, περισσότερο ή λιγότερο αυθόρμητα, με μεγαλύτερη ή μικρότερη ιδεολογικοπολιτική προετοιμασία από τη μεριά των συνειδητών εργατικών δυνάμεων, με περισσότερο ή λιγότερο εμφανή την αποπροσανατολιστική παρέμβαση αστικών πολιτικών δυνάμεων, συχνά δημιουργούν την εντύπωση μιας αφύπνισης των μαζών. Εχουν και το στοιχείο της ανυπομονησίας, της ψευδαίσθησης για μια άμεση πολιτική λύση μέσα από περιορισμένης και ανώδυνης εμβέλειας σύγκρουση. Δημιουργούν την εντύπωση ότι πρόκειται για αγώνες που οδηγούν σε ωρίμανση της ταξικής συνείδησης ή ότι πρόκειται για συνειδητούς ταξικούς αγώνες που υποδηλώνουν σημαντικές διαφοροποιήσεις στο κοινωνικό και πολιτικό συσχετισμό δυνάμεων.

Πρόκειται για εντυπώσεις που δεν υπολογίζουν όλο το εύρος και βάθος της παρέμβασης των αστικών δυνάμεων, ακόμη και των οπορτουνιστικών. Περικλείουν τον κίνδυνο να οδηγήσουν σε εκτιμήσεις για την πορεία διαμόρφωσης της ταξικής συνείδησης, που μπορεί να προκαλέσουν γενικότερες λαθεμένες εκτιμήσεις για τις διαθέσεις των μαζών, την κατάσταση του κινήματος, το συσχετισμό των δυνάμεων.

Από τη μεριά του Κόμματος, των συνειδητών εργατικών δυνάμεων, θα πρέπει να αναπτυχθεί η ικανότητα ολόπλευρης και αντικειμενικής εκτίμησης προκειμένου να γίνει πιο διεισδυτική η παρέμβασή του τόσο σε επίπεδο ιδεολογικοπολιτικής διαπάλης όσο και σε επίπεδο οργάνωσης των μαζών. Σε αυτό το πλαίσιο πρέπει να γενικεύεται και η εμπειρία της δράσης κατά τα τελευταία 15 χρόνια, με την εξαγωγή θετικών και αρνητικών συμπερασμάτων, από μικρότερα και μεγαλύτερα μέτωπα πάλης, η πορεία της πολιτικής συμμαχιών, η συμμετοχή ή όχι σε αστικούς θεσμούς (ΟΚΕ, «κοινωνικός διάλογος» κ.ά.). Το ίδιο και όσον αφορά στην πείρα από τη διεθνή δράση του ΚΚΕ, αλλά και του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος (ευρωπαϊκού, λατινοαμερικανικού κλπ.). Αποτελεί σημαντικό πλεονέκτημα η επιβεβαίωση της πολιτικής του ΚΚΕ.

Το θέμα είναι ευρύτατο. Το παρόν άρθρο θα περιοριστεί μόνο σε ορισμένα ζητήματα της ιδεολογικής πάλης, στη βάση της διαλεκτικής υλιστικής προσέγγισης: το Είναι καθορίζει τη συνείδηση.

 

1. Η ΑΝΤΑΝΑΚΛΑΣΗ ΤΗΣ ΜΕΤΑΠΟΛΕΜΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΣΤΗ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ ΜΙΣΘΩΤΩΝ ΚΑΙ ΑΥΤΟΑΠΑΣΧΟΛΟΥΜΕΝΩΝ

Στα μεταπολεμικά χρόνια, αργά και βασανιστικά, μετά από αλλεπάλληλους κύκλους αναζωογόνησης - ανόδου - κρίσης, η Ελλάδα ξέφυγε από την (αστική) κατηγοριοποίησή της ως «υπό ανάπτυξη» καπιταλιστική οικονομία.

Η εκτίμηση αυτή, σε όρους διαβίωσης για την εργατική και λαϊκή πλειοψηφία, σημαίνει:

Ÿ- Από χώρα μαζικής εξαγωγής οικονομικών μεταναστών μετατράπηκε σε χώρα υποδοχής.

- Αλλαξαν οι δείκτες της, σύμφωνα με κάποια διεθνή στάνταρντ, που προσδιορίζουν το βιοτικό επίπεδο σε μια χώρα: χρήση ενέργειας και τηλεπικοινωνιών ανά κάτοικο ή χιλιάδα κατοίκων, πληθυσμιακά ποσοστά ανά εκπαιδευτική βαθμίδα, αναλογία γιατρών, νοσοκομειακών κλινών κλπ. στον πληθυσμό, κατά κεφαλήν ΑΕΠ, τετραγωνικά μέτρα κατοικίας ανά κάτοικο, ποσοστό του πληθυσμού που χρησιμοποιεί ορισμένα διαρκή καταναλωτικά προϊόντα (π.χ. αυτοκίνητο, ηλεκτρικές οικιακές συσκευές) και άλλα.

- Συντελέσθηκαν αλλαγές στο συσχετισμό μεταξύ των τομέων της οικονομίας, μεταξύ των κλάδων της Βιομηχανίας και της Μεταποίησης με αντίστοιχη επίδραση στο μέγεθος (αύξηση) και στη δομή της εργατικής τάξης. Ετσι διευρύνθηκε το τμήμα εργατών πρώτης γενιάς και μάλιστα σε βιομηχανικούς κλάδους με κρατικό μονοπώλιο (π.χ. ΔΕΗ, ΟΤΕ). Με ταχύτερους ρυθμούς συγκεντρώθηκε τμήμα της εργατικής τάξης σε βιομηχανικούς κλάδους, π.χ. πετρελαίου και παραγώγων του, που αφενός είχαν περιορισμένη παράδοση και εμπειρία συνδικαλιστικού κινήματος και αφετέρου συγκέντρωναν μέσα παραγωγής που εξασφάλιζαν μεγάλη παραγωγικότητα της εργασίας, επομένως που παρουσίαζαν φαινομενικά και συγκριτικά υψηλούς μισθούς και ημερομίσθια (π.χ. σε σύγκριση με του ιματισμού, του δέρματος). Αυτή η κατάσταση δυσκόλευε στην ενιαιοποίηση των διεκδικήσεων της εργατικής τάξης και βεβαίως και στην ταξική συνειδητοποίησή της. Παράλληλα αμβλύνθηκαν ορισμένα προβλήματα, κυρίως της λαϊκής στέγης, εξ αιτίας της πολιτικής της «αντιπαροχής» με υψηλούς συντελεστές δόμησης, που οδήγησε στη σημερινή ασφυκτική κατάσταση στα αστικά κέντρα.

Πολύ εμπειρικά, οι σημερινοί μεσήλικες θυμούνται τον ελληνικό κινηματογράφο που αποθανάτισε τη μαζική εξαθλίωση ανέργων και αστέγων, την παιδική εργασία στο αστικό κέντρο Αθήνας-Πειραιά των δεκαετιών 1950-1960, θυμούνται την κινηματογραφική «Συνοικία το όνειρο», τη φτώχεια και τη μαζική μετανάστευση-εγκατάλειψη επαρχιών, όπως της Θεσπρωτίας, τους γάμους πεινασμένων κοριτσιών με υπερήλικες μετανάστες που εξασφάλιζαν μόλις ένα σημερινό μέσο επίπεδο ζωής.

Και στις σχετικά καλύτερες συνθήκες κάποιων λαϊκών στρωμάτων, π.χ. των τότε αυτοαπασχολούμενων επιστημόνων, η εξασφάλιση ενός σχετικά καλύτερου επίπεδου παιδείας για τα παιδιά τους, φροντίδας υγείας ή συνθηκών κατ’ οίκον διαβίωσης για την οικογένειά τους, δεν άφηνε περιθώρια για σημερινές επιλογές (π.χ. ταξίδια στο εξωτερικό, ιδιόκτητη εξοχική κατοικία), που τότε θα φαίνονταν ως πολυτέλεια.

Οι σημερινοί μεσήλικες, των οποίων τα πρώτα χρόνια ενηλικίωσης και εργασίας συνέπεσαν με τη μεταπολίτευση, ίσως δε θα μπορούσαν να διανοηθούν ότι σε μεγάλο ποσοστό τα παιδιά τους θα είχαν δικό τους αυτοκίνητο στα 20-25 χρόνια τους ή ότι θα διέθεταν κινητό τηλέφωνο ακόμη και στο δημοτικό.

Ο ελληνικός λαός δούλεψε πολύ και σκληρά για 30 και πλέον μεταπολεμικά χρόνια ώσπου να φτάσει η καπιταλιστική διαχείριση να υποχρεωθεί σε κάποιες προσαρμογές μισθών - συντάξεων - κοινωνικών παροχών που θα αντανακλούσαν τη μακρόχρονη καπιταλιστική συσσώρευση που είχε συντελεστεί.

Οι οικονομικές και κυρίως οι κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες για μια τέτοια διαχείριση του συστήματος στην Ελλάδα ωρίμασαν σε περίοδο που η νόμιμη δράση και η κοινοβουλευτική παρουσία του ΚΚΕ σηματοδοτούσε έναν πιο ορατό κίνδυνο απορρόφησης της εργατικής δυσαρέσκειας από την προηγούμενη διαχείριση των αστικών κομμάτων, της ΝΔ αλλά και της ΕΡΕ πριν τη δικτατορία. Αλλωστε ο μακρόχρονος περιορισμός αστικών ελευθεριών ως αποτέλεσμα της ήττας του ΔΣΕ το 1949, του καθεστώτος παρανομίας του ΚΚΕ και των διώξεων, η περαιτέρω αναστολή του αστικού κοινοβουλευτικού πολιτεύματος με τη στρατιωτική δικτατορία (1967-1974), είχαν συμβάλει στην ισχυροποίηση ενός αστικοδημοκρατικού ρεύματος που άγγιζε βαθιά εργατικές συνειδήσεις, συχνά χωρίς να διαχωρίζουν τον ταξικό χαρακτήρα του.

Το κόμμα μας πρωτοστάτησε στους αγώνες για τις αστικές ελευθερίες και τα συνδικαλιστικά δικαιώματα, για τις εργατικές διεκδικήσεις. Δυσκολεύτηκε όμως σ’ εκείνες τις συνθήκες να έχει πάντοτε καθαρό ιδεολογικοπολιτικό μέτωπο, ικανό να προβάλλει διεισδυτικά στις μάζες τον ταξικό διαχωρισμό των δικαιωμάτων και ελευθεριών, εν γένει των αιτημάτων για εκδημοκρατισμό, σε τελευταία ανάλυση σε σχέση με όλες τις μορφές της αστικής διακυβέρνησης. Και άλλες ιδιαίτερες ιστορικές συνθήκες -Βασιλεία, άμεση ανάμειξη επιτελαρχών των ΗΠΑ στις δομές του κράτους, διαφοροποίηση ορισμένων συμφερόντων του ελληνικού κράτους σε σχέση με συμφέροντα των συμμάχων του, όπως στην Κύπρο- έδιναν τη δυνατότητα, έστω και συγκυριακά, να υιοθετούνται από αστικές δυνάμεις θέσεις που εν μέρει ερχόντουσαν σε αντίθεση με εκείνες του αγγλοαμερικάνικου ιμπεριαλισμού (π.χ. ορισμένη αντίθεση με τα συμφέροντα Βρετανίας - ΗΠΑ ως προς το Κυπριακό, ακόμη και αντιρρήσεις αστών πολιτικών στο καθεστώς ετεροδικίας για τους Αμερικανούς των βάσεων, αστικές φωνές υπέρ της συνεργασίας στα Βαλκάνια, υπέρ του εξωτερικού εμπορίου με τη Σοβιετική Ενωση, με πιο χαρακτηριστική τη θέση του τότε υπουργού Σπ. Μαρκεζίνη). Βεβαίως ήταν θέσεις από τη σκοπιά των επιδιώξεων της ελληνικής αστικής τάξης για αναβάθμιση του ελληνικού κράτους, κυρίως στον ανταγωνισμό του με την Τουρκία.

Αλλά και εξωτερικοί παράγοντες, όπως η σχεδόν γενικευμένη εκδήλωση καπιταλιστικής οικονομικής κρίσης στις αρχές της δεκαετίας του 1970, η αντιιμπεριαλιστική νίκη στο Βιετνάμ και στο Λάος, ο Γαλλικός Μάης (1968), το στηριζόμενο από τις ΗΠΑ στρατιωτικό πραξικόπημα στη Χιλή κατά της κυβέρνησης Αλλιέντε (1973), όλα μαζί, ενίσχυσαν αντιαμερικανικά αισθήματα μεγάλων τμημάτων του λαού, που εκδηλώθηκαν στη διάρκεια της δικτατορίας στην Ελλάδα (1967-1974), και εξαιτίας των εξελίξεων στο Κυπριακό (διχοτόμηση). Ωθησαν δυνάμεις με ορισμένο αντιιμπεριαλιστικό προσανατολισμό να συσπειρωθούν με τη σοσιαλδημοκρατία στην Ελλάδα κατά τη δεκαετία του 1970. Στη συνείδηση ευρύτερων λαϊκών δυνάμεων το ΠΑΣΟΚ καταγράφηκε ως πολιτική δύναμη που αποδεχόταν σχεδόν ριζικές ανατροπές, που μπορούσαν μάλιστα να πραγματοποιηθούν ανώδυνα, δίχως την «περιπέτεια» της επαναστατικής αλλαγής. Το ΠΑΣΟΚ άντλησε πολιτικά συνθήματα και δυνάμεις από τη λεγόμενη «Δημοκρατική Παράταξη του Κέντρου» της δεκαετίας του 1960, από τις σχέσεις της με την ΕΔΑ, πολιτικό χώρο νόμιμης δράσης του ΚΚΕ, καθώς και από το ΕΑΜ. Σημαντικές λαϊκές δυνάμεις είδαν στο ΠΑΣΟΚ το κόμμα εκείνο που θα υλοποιούσε τους ανεκπλήρωτους, όπως το ένοιωθε, στόχους του «1-1-4», όπως επίσης και τη συνέχεια της «δημοκρατικής στροφής» που υποτίθεται ότι άρχισε το 1964 με την κυβέρνηση Γ. Παπανδρέου, αλλά «ανακόπηκε βιαίως το 1965», με το τότε «βασιλικό πραξικόπημα». Οικειοποιήθηκε αντιιμπεριαλιστικά συνθήματα όπως «έξω οι βάσεις», «ΕΟΚ και ΝΑΤΟ, το ίδιο συνδικάτο», ενώ υπερθεμάτισε με το σύνθημα «στις 18 (την επομένη των εκλογών του 1981), σοσιαλισμός».

Κατά συνέπεια η σοσιαλδημοκρατική συγκρότηση του ΠΑΣΟΚ, είχε ιστορικές ρίζες, γι’ αυτό γρήγορα αναπτύχθηκε η ιδεολογική - πολιτική επιρροή του, η οργανωτική σχέση του με την εργατική τάξη και μεσαία στρώματα, κατέκτησε την κοινοβουλευτική πλειοψηφία και αναδείχτηκε σε κυβερνητικό κόμμα.

Πέραν των όσων αναφέρθηκαν, στις οικονομικές ρίζες πρέπει να συνυπολογιστεί και η ενσωμάτωση δυνάμεων μέσω της διευρυμένης δημόσιας διοίκησης, των μηχανισμών διασύνδεσης του κόμματος (ΠΑΣΟΚ) με τις προσλήψεις στις ΔΕΚΟ, στον εκτεταμένο δημόσιο παραγωγικό τομέα. Το ΠΑΣΟΚ επιτάχυνε (κυρίως την περίοδο 1981-1984) μια διαδικασία που είχε ξεκινήσει από τις κυβερνήσεις Κ. Καραμανλή (1974-1981), οι οποίες είχαν επικριθεί για «σοσιαλμανία», λόγω της ευρύτατης κρατικοποίησης τμημάτων του ιδιωτικού καπιταλιστικού τομέα.

Με το δικό του τρόπο, το στέλεχος και πρώην υπουργός του ΠΑΣΟΚ κ. Μ. Χρυσοχοΐδης δηλώνει αυτή την πραγματικότητα, ισχυριζόμενος ότι: «Το ΠΑΣΟΚ ουσιαστικά δημιούργησε με την πολιτική του τα μεσοστρώματα»[3].

Ετσι η μαζική ενσωμάτωση εργατικών και λαϊκών δυνάμεων στο ΠΑΣΟΚ υπήρξε μια διαδικασία με βαθιές οικονομικές και ιδεολογικοπολιτικές ρίζες, προϊόν μιας ιστορικής περιόδου στην ανάπτυξη του ελληνικού καπιταλισμού. Η αντίστροφη διαδικασία του απεγκλωβισμού τους με ταυτόχρονο απεγκλωβισμό από κάθε παραλλαγή αστικής πολιτικής σε σημαντικό βαθμό θα εδραιωθεί σε διαφορετικές οικονομικές συνθήκες, που θα αφορούν νέες δυνάμεις της εργατικής τάξης, ακόμη και φτωχών τμημάτων των μεσαίων στρωμάτων. Θ’ αποτελέσει δηλαδή διαδικασία μιας νέας ιστορικής περιόδου.

 

2. Η ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΣΥΝΕΙΔΗΤΟΠΟΙΗΣΗΣ ΜΙΑΣ ΝΕΑΣ ΦΑΣΗΣ ΩΡΙΜΑΝΣΗΣ ΤΩΝ ΥΛΙΚΩΝ ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΩΝ

Οπως ήδη αναφέραμε, οι νεότερες γενιές εργαζομένων ή γόνων της εργατικής οικογένειας αγωνιούν για το εργασιακό τους μέλλον, μένουν ανικανοποίητες όσον αφορά τις εκπαιδευτικές, πολιτιστικές και άλλες ανάγκες τους. Δεν είναι ικανοποιημένες από το άμεσο ή μελλοντικό βιοτικό τους επίπεδο, αλλά αυτή η διάσταση -τουλάχιστον προς το παρόν- δεν παίρνει χαρακτηριστικά μιας μαζικής και απότομης εξαθλίωσης.

Ετσι τα υλικά στοιχεία που φέρνουν πιο άμεσα και μαζικά μια στάση σύγκρουσης δε γίνονται αντιληπτά, δεν οδηγούν ευθέως σε ανάπτυξη της ταξικής συνείδησης.

Η ανεργία γρήγορα μετατρέπεται σε μερική απασχόληση, το 8ωρο σε 10ωρο ή και 12ωρο χωρίς υπερωριακή αμοιβή ή σε δεύτερη δουλιά, το πενιχρό εργατικό εισόδημα φουσκώνει με τα δάνεια[4]. Η μία ή άλλη «διέξοδος» με πολύ μεγάλο βαθμό εκμετάλλευσης, σε μια ιστορική διαδρομή πολύ μεγάλης παραγωγικότητας της εργασίας, δίνει τη δυνατότητα να πληρωθεί το ιδιωτικό σχολείο, το φροντιστήριο, ο ιδιωτικός παιδικός σταθμός, ακόμη και η ιδιωτική ασφάλιση. Γίνεται πιο αργή και βασανιστική η διαδικασία συνειδητοποίησης: Ποιο είναι το απλήρωτο μέρος της εργασίας; Ποιος και πώς το ιδιοποιείται; Γιατί το κεφάλαιο του εργοδότη δεν είναι άλλη μια πηγή πλούτου, αλλά ο κλεμμένος πλούτος από τον εργαζόμενο; Πώς μπορεί ο μισθωτός εργαζόμενος ν’ ανατρέψει την εκμετάλλευση και κοινωνική αδικία;

Αντίθετα, η εμπειρία τον σπρώχνει να αποδέχεται τα επιχειρήματα της αστικής ιδεολογίας στη λογική της «ανταγωνιστικότητας - επιχειρηματικότητας», γιατί όταν υποταχτεί σε αυτήν (π.χ. όταν δεχτεί τη διευθέτηση του εργάσιμου χρόνου) θα γλιτώσει την απόλυση, θα προτιμηθεί από εκείνον ή εκείνη που θα αντιδράσει, θα διεκδικήσει, θα καταγγείλει, θ’ απεργήσει. Ανεξάρτητα αν το προϊόν της εξαγοράς έχει σύντομη ημερομηνία λήξης, μένει η συνήθεια, ο τρόπος σκέψης και στάσης ζωής ή η συγκυριακή και αποσπασματική εκτόνωση.

Αυτό δε σημαίνει ότι οι νέοι και οι νέες είναι καταδικασμένοι να βλέπουν το σήμερα και το αύριο με κυρίαρχη την τάση ενσωμάτωσης. Γίνεται όμως πιο απαιτητική η ιδεολογική και πολιτική δουλιά του Κόμματος για την αφύπνιση συνειδήσεων, τη διαμόρφωση μαζικότερων πρωτοποριών.

Με άλλα λόγια, το ιστορικό «ο εργάτης το μόνο που έχει να χάσει είναι οι αλυσίδες του», οφείλουμε να το δώσουμε με σύγχρονο οικονομικό και ιδεολογικό περιεχόμενο στο σημερινό εργάτη της βιομηχανίας, στο νέο και τη νέα εμποροϋπάλληλο, υπάλληλο γραφείου, λογιστή, στο μισθωτό επιστήμονα. Να δώσουμε το σύγχρονο περιεχόμενο της φτώχειας, που δεν είναι αποκλειστικά η φτώχεια του άνεργου, του νέου μισθωτού των 400-500 ευρώ. Είναι η φτώχεια που φέρνει η αποξένωση του άμεσου παραγωγού, του εργαζόμενου από τα πλούτη που δημιουργεί. Είναι τα απόλυτα μεγέθη αλλά είναι και οι αναλογίες. Στην κορωνίδα του διεθνούς ιμπεριαλισμού, τις ΗΠΑ, η ποσοστιαία αναλογία των μισθών στο ΑΕΠ είναι η μικρότερη στη χρονική περίοδο από το 1947 έως σήμερα, ενώ ακόμη και η τράπεζα UBS μιλά για «χρυσή εποχή κερδοφορίας». Και άλλο στοιχείο από την οικονομία των ΗΠΑ αποδεικνύει περίτρανα ότι η αύξηση της παραγωγικότητας και της ανταγωνιστικότητας δεν κινείται ευθέως ανάλογα με τη βελτίωση των μισθών: η παραγωγικότητα στις ΗΠΑ αυξήθηκε κατά 16,6% στην περίοδο 2000-2005, την ίδια περίοδο που οι μισθοί κυμάνθηκαν από τη στασιμότητα προς τη μείωση ως ποσοστό του ΑΕΠ.[5]

Η σύγχρονη φτώχεια μετριέται και με την έλλειψη μη εργάσιμου χρόνου, τη σπατάλη εργασίας για την παραγωγή όχι αξιών χρήσης στη βάση του σχεδιασμού της κοινωνικής παραγωγής, αλλά για την καπιταλιστική παραγωγή εμπορευμάτων, εξυπηρετώντας τον ανταγωνισμό των καπιταλιστικών επιχειρήσεων (διαφήμιση και άλλα). Είναι η μείωση του προσδόκιμου ζωής που φέρνει π.χ. η τοξική ρύπανση του περιβάλλοντος των αστικών κέντρων, αφού η βιομηχανία, οι μεταφορές, όλα λειτουργούν με κίνητρο το καπιταλιστικό κέρδος και όχι το κοινωνικό όφελος. Η σύγχρονη φτώχεια δε μετριέται με την έλλειψη ψωμιού, στέγης, πρόσβασης στη στοιχειώδη εκπαίδευση - χωρίς να αποκλείονται και εστίες τέτοιας ακραίας φτώχειας. Μετριέται με τα αμύθητα κέρδη των εταιρικών καπιταλιστικών επιχειρήσεων, με τη μεγάλη συγκέντρωση μέσων παραγωγής και εργατικού δυναμικού σε αυτές από τη μια και την απόλυτη απομάκρυνση των ιδιοκτητών-μετόχων από την άλλη.

Το μέγεθος της αντίθεσης μεταξύ κεφαλαίου-εργασίας, η τροχοπέδη στην ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων μετριέται και με τα διαρκώς αυξανόμενα ποσοστά των πτυχιούχων ανέργων, των «αζήτητων» θέσεων στα ΤΕΙ, των πτυχίων ΤΕΙ που σε πολλές περιπτώσεις ούτε το επίπεδο των -κατ’ εξοχήν ιδιωτικών- ΙΕΚ δεν εξασφαλίζουν.

Πίσω από κάθε κοινωνικό πρόβλημα, κάθε φαινομενικό ανορθολογισμό, σπατάλη, παρασιτισμό βρίσκεται η αναγκαιότητα του κεντρικού σχεδιασμού της παραγωγής και της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων στη βάση της κοινωνικής ιδιοκτησίας. Αυτή η ταξική αλήθεια συγκαλύπτεται από την αστική και οπορτουνιστική παρέμβαση. Ορισμένα παραδείγματα: Καλείται ο εργαζόμενος να ανακαλύψει το πρατήριο βενζίνης με τις χαμηλότερες τιμές. Οι μονοπωλιακές συμφωνίες στο μοίρασμα του λιανικού εμπορίου βαπτίζονται «αισχροκέρδεια» σε αντίθεση προς το «νόμιμο» και «καλό» κέρδος. Αλλες μονοπωλιακές συμφωνίες σε βάρος των μικρών εμπορευματοπαραγωγών -βλέπε πρόσφατα στη βιομηχανία γάλακτος- όταν σπάνε λόγω ανταγωνισμού, εμφανίζονται ως «διαφθορά» και ιδιαίτερη διαπλοκή επιχειρηματιών - πολιτικών. Εμφανίζεται ως ζήτημα ατομικής περιβαλλοντικής παιδείας η αντίφαση μεταξύ υδροκέφαλης επέκτασης του ατομικού μέσου μεταφοράς και της υποτροφικής ανάπτυξης των μαζικών μέσων. Το ίδιο αφορά την προστασία των δασών, των ακτών, αποκρύπτοντας την αιτία του κακού: την εμπορευματοποίησή τους.

Στη σύγχρονη καπιταλιστική παραγωγή και κοινωνία υπάρχουν όσο ποτέ πιο ώριμες οι υλικές προϋποθέσεις για την κοινωνική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής, τον κεντρικό κοινωνικό σχεδιασμό της παραγωγής, τη διεύθυνσή της υποταγμένη στον εργατικό έλεγχο.

Αυτή η ουσία της σοσιαλιστικής δυνατότητας και προοπτικής δεν είναι αυταπόδεικτη ή καλύτερα έχει κατασυκοφαντηθεί, γιατί σε αυτή την ιστορική περίοδο υποχώρησε στην πάλη της με την εμπορευματοποίηση, την ατομική ιδιοκτησία και την εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο.[6]

Ανεξάρτητα από το βαθμό συνειδητοποίησής της, την ιδεολογική και πολιτική κατάσταση του εργατικού κινήματος, ανεξάρτητα αν κάπου στον πλανήτη ήδη αναπτύσσεται ή όχι ο νέος τρόπος παραγωγής και αν οικοδομείται ή όχι η νέα κοινωνία, η αναγκαιότητα είναι βγαλμένη μέσα από την ίδια την καπιταλιστική εξέλιξη.

Το ίδιο συνέβη και με τις καπιταλιστικές σχέσεις, φύτρα των οποίων καταστράφηκαν από την κυριαρχία των φεουδαρχικών σχέσεων στο Μεσαίωνα. Το καπιταλιστικό μέλλον λίγο αργότερα και λίγο βορειότερα μεσουράνησε.

Ομως κανένα μέλλον στην ανθρώπινη ιστορία δε χτίζεται ερήμην της ανθρώπινης δράσης. Το ιστορικά αναγκαίο επιβραδύνεται ή επιταχύνεται, γίνεται πραγματικότητα ως αποτέλεσμα της ταξικής πάλης. Προκειμένου για το σοσιαλιστικό-κομμουνιστικό μέλλον, που χτίζεται ενάντια σε κάθε ιστορική μορφή ατομικής ιδιοκτησίας μέσων παραγωγής και εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο, η ταξική πάλη γίνεται πολύ πιο σύνθετη διαδικασία, με επώδυνα καταστρεπτικά πισωγυρίσματα.

 

3. Η ΕΜΠΕΙΡΙΑ ΤΗΣ ΣΟΣΙΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΥΠΟΧΩΡΗΣΗΣ: ΑΠΟ ΤΡΟΧΟΠΕΔΗ ΣΕ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΗ ΓΝΩΣΗ

Το κομμουνιστικό κίνημα δεν ήταν ιδεολογικά και πολιτικά προετοιμασμένο για τέτοια πισωγυρίσματα, για τον κίνδυνο ήττας των επαναστατικών εργατικών δυνάμεων από τις αντεπαναστατικές αστικές δυνάμεις. Η έλλειψη μιας τέτοιας ωριμότητας περιλαμβάνει διάφορα στοιχεία: πρώτ’ απ’ όλα ελλείψεις στην ανάπτυξη της οικονομικής θεωρίας του σοσιαλιστικού τρόπου παραγωγής, έλλειψη πολιτικής εμπειρίας στη διαχείριση της σοσιαλιστικής οικονομικής πολιτικής, πρακτικά προβλήματα στη διεύθυνση της σοσιαλιστικής επιχείρησης, στη γενικότερη διοίκηση και στο σχεδιασμό, έλλειψη θεωρητικής γνώσης και πρακτικής για την ανάπτυξη του εργατικού ελέγχου, ακόμη περισσότερο για την ανάπτυξη της συνειδητής ενεργητικής εργατικής συμμετοχής από τα κάτω προς τα πάνω στα ζητήματα οργάνωσης - διεύθυνσης - κατανομής. Σε αυτό το έδαφος ο οπορτουνισμός αναπτύχθηκε πλήρως, πήρε τη μορφή συνειδητής ταξικής προδοσίας.

Τα παραπάνω προβλήματα περιπλέκονταν από τις ιστορικές συνθήκες της πρώτης διαδικασίας σοσιαλιστικής οικοδόμησης: εκτεταμένες προκαπιταλιστικές επιβιώσεις, όχι μόνο για τη Σοβιετική Ενωση, αλλά και για την Κίνα, το Βιετνάμ, χαμηλός βαθμός της καπιταλιστικής ανάπτυξης (Κορέα) και με βαθιά ανισομετρία (Κούβα). Επομένως και εδώ οι υλικές προϋποθέσεις καθιστούσαν πιο αργό και αντιφατικό το πέρασμα στο νέο τρόπο παραγωγής, με τις αντίστοιχες αντανακλάσεις στο επίπεδο των ταξικών αντιθέσεων, αλλά και στη θεωρία και την πολιτική.

Θα μπορούσε να πει κάποιος ότι επρόκειτο για «ειρωνεία της τύχης του 20ού αιώνα» η εξέγερση μαζών -όχι μόνο εργατικών αλλά και πάμπτωχων αγροτικών- να έρχεται εκεί που υπάρχει μεγαλύτερη εξαθλίωση. Με άλλα λόγια, οι αντικειμενικές συνθήκες για την επαναστατική εξέγερση να ωριμάζουν εκεί που ο καπιταλισμός δεν έχει ακόμη μπορέσει να επιτύχει μαζική ενσωμάτωση εργατικών και λαϊκών δυνάμεων. Ακόμη περισσότερο, η πυροδότηση της επαναστατικής εξέγερσης να έρχεται ως αφύπνιση της εθνικοανεξαρτησιακής και απελευθερωτικής συνείδησης (π.χ. Κίνα, Κούβα, Βιετνάμ, Κορέα). Ετσι, αντικειμενικά στο μέτωπο των επαναστατημένων δυνάμεων είναι πιο ισχυρές οι μικροαστικές και εθνικιστικές πιέσεις. Και βέβαια όλα αυτά βαραίνουν στην πορεία της σοσιαλιστικής οικοδόμησης, δυνάμει περικλείουν επιδείνωση της ταξικής πάλης για την εργατική τάξη, ευνοϊκές συνθήκες στο να διολισθαίνει η κοινωνικοποίηση μέσων παραγωγής σε μια μορφή κρατικής ιδιοκτησίας συνυπάρχουσας με την ατομική ιδιοκτησία. Και ακόμα, μια μορφή αγροτικού συνεταιρισμού, αγροτικής κομμούνας, χωρίς αναπτυγμένα μέσα παραγωγής που κάνουν κοινωνική την παραγωγή, να θεωρείται ως σοσιαλιστικός (κομμουνιστικός) τρόπος παραγωγής.

Αν σήμερα ακόμη η εμπειρία της σοσιαλιστικής υποχώρησης λειτουργεί ως τροχοπέδη στην επαναστατικοποίηση της εργατικής συνείδησης, είναι γιατί μέχρι τη νίκη της αντεπανάστασης δεν υπήρχε ανάλογης έκτασης προβληματισμός, ανησυχία, ετοιμότητα γενικά από το κομμουνιστικό κίνημα. Αυτό βέβαια δε σημαίνει ότι δεν υπήρχε θεωρητική συζήτηση και διαπάλη.

Ομως τώρα πλέον έχει ωριμάσει το καθήκον το κομμουνιστικό κίνημα να αναγεννηθεί μέσα από τις ήττες του, να δει ψύχραιμα, επιστημονικά, με επαναστατικό ρεαλισμό τα λάθη και τις ελλείψεις του, τις ανεπάρκειές του. Είναι ένα καθήκον που δεν αφορά ένα, κάποιο κομμουνιστικό κόμμα, αλλά το κάθε κομμουνιστικό κόμμα ξεχωριστά και σε διμερές και πολυμερές επίπεδο.

Χωρίς αμφιβολία το ζήτημα επαναστατικοποίησης της εργατικής συνείδησης σε μη επαναστατικές συνθήκες δεν αφορά πρώτ’ απ’ όλα τις μάζες, αφορά τις πρωτοπορίες.

Πόσο έτοιμες είναι σήμερα οι κομμουνιστικές πρωτοπορίες για να ανταποκριθούν σε αυτό το ιστορικό τους καθήκον;

Η ιστορική πορεία που άνοιξε με τη Μεγάλη Οκτωβριανή Σοσιαλιστική Επανάσταση στη Ρωσία το 1917 δίνει τεράστιο κοινωνικό και πολιτικό υλικό για την ανάπτυξη όχι μόνο της οικονομικής σοσιαλιστικής θεωρίας αλλά και της πολιτικής θεωρίας του σοσιαλισμού. Η «Παρισινή Κομμούνα» (1871) δεν ήταν παρά μόνο μια στιγμή για την ωρίμανση του κομμουνιστικού κινήματος, σε σχέση με την εμπειρία του 20ού αιώνα.

Η καλύτερη προετοιμασία για προϋπάντηση της 90ής επετείου της Οκτωβριανής Επανάστασης είναι τουλάχιστον τα ιδεολογικά επιτελεία και θεωρητικά περιοδικά των κομμάτων να εντείνουν τη δουλιά τους προς αυτή την κατεύθυνση. Χρειάζεται να αναπτυχθούν οι συνεργασίες για τη διερεύνηση του θεωρητικού και αρχειακού υλικού, για νέες θεωρητικές συζητήσεις και δημοσιεύσεις κατά επιστημονικό αντικείμενο, π.χ. Οικονομίας, Ιστορίας, Πολιτικής.

Ο,τι αναπτυχθεί, σίγουρα θα έχει την ακτινοβολία του σε πρωτοπόρες εργατικές δυνάμεις, οργανωμένες και μη, που αντικειμενικά δεν έχουν άμεση συμμετοχή στη θεωρητική δουλιά.

 

4. Η ΕΠΙΔΡΑΣΗ ΤΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΗΣ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗΣ ΣΤΗΝ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ

 Η νέα κατάκτηση μιας πιο πολύπλευρης και βαθιάς γνώσης για τις αιτίες της κοινωνικής και πολιτικής οπισθοδρόμησης οπωσδήποτε θα επιδράσει καθοριστικά στη διαμόρφωση πιο συνειδητών και μάχιμων κομμουνιστών, εργατικών πρωτοποριών. Η ενίσχυση της ιδεολογικής πεποίθησής τους θα ενδυναμώσει και την αντοχή στις αντιξοότητες της ταξικής πάλης σε περίοδο ύφεσης. Ομως είναι και κάτι παραπάνω: Θα ενισχυθεί η ατομική και συλλογική ικανότητα των κομμουνιστών και κομμουνιστριών στην εξειδίκευση της επαναστατικής πολιτικής γραμμής, επομένως και στην αποτελεσματικότητά της να διεισδύει στις κοινωνικές οργανώσεις και στους αγώνες.

Ας προσπαθήσουμε ν’ αναλύσουμε την παραπάνω εκτίμηση. Στην καθημερινή πολιτική διαπάλη αντιμετωπίζουμε τον εξής αντίλογο:

«Καλά τα λέτε, καλά τα αναλύετε, καλά τα κρίνετε, αλλά δεν έχετε κυβερνητική πρόταση», ή «…δεν έχετε εναλλακτική πρόταση απέναντι στις κυβερνητικές θέσεις» ή «δε θέλετε να πάρετε μέρος στην κυβερνητική εξουσία, είστε μόνο αντιπολιτευτική δύναμη που ασκεί πίεση στην κυβερνητική εξουσία».

Και ακόμη πιο εξειδικευμένα: «Το ΚΚΕ κάνει προτάσεις για μισθούς, επιδόματα ανεργίας, συντάξεις κλπ., αλλά δεν υπολογίζει το κόστος τους, γιατί το ίδιο δεν τα διαχειρίζεται, δεν είναι κόμμα εξουσίας». Πρόκειται για αντίλογο που προέρχεται από τους αστικούς ή και οπορτουνιστικούς αντιπάλους (όταν π.χ. μας κατηγορούν για μαξιμαλιστικές προτάσεις), αντίλογος που επηρεάζει εργατικές και λαϊκές δυνάμεις.

Ωστόσο γενικά γνωρίζουν ότι το ΚΚΕ όχι μόνο έχει εξειδικευμένες πολιτικές προτάσεις (θέσεις), αλλά και τις συνδέει με την ανατροπή του χαρακτήρα της σημερινής (καπιταλιστικής) εξουσίας. Αυτή άλλωστε είναι η στρατηγικής σημασίας αντίθεσή του με το ΣΥΝ, που θεωρεί τη διαμόρφωση προτάσεων ως προϊόν διαλόγου[7], συναλλαγής μεταξύ ταξικά διαφορετικών πολιτικών δυνάμεων.

Για παράδειγμα, στο θεμελιακό δικαίωμα στην εργασία, δεν είναι ζήτημα μιας διαφορετικής διαχείρισης με περισσότερες ή λιγότερες θέσεις στο δημόσιο, με άμεση ή όχι πριμοδότηση των καπιταλιστικών επιχειρήσεων για νέες προσλήψεις, με επίδομα ανεργίας απευθείας στον εργαζόμενο ή ως επιδότηση-κίνητρο πρόσληψής του από την καπιταλιστική επιχείρηση, ή η άκρως οπορτουνιστική τοποθέτηση του ΣΥΝ ότι «ο Κ. Καραμανλής έπρεπε να είναι και πρωθυπουργός των ανέργων, όχι μόνο των μεγαλοεπιχειρηματιών»[8].

Ο,τι μπορέσουν να κατακτήσουν οι άνεργοι είναι αποτέλεσμα σκληρής ταξικής πάλης με την εξουσία του κεφαλαίου που εκπροσωπείται και από τον εκάστοτε πρωθυπουργό. Η εξάλειψη της ανεργίας είναι ζήτημα διαφορετικών σχέσεων ιδιοκτησίας, παραγωγής (κοινωνική ιδιοκτησία μέσων παραγωγής, κεντρικός σχεδιασμός στην κατανομή μέσων παραγωγής και εργατικής δύναμης), επομένως και ζήτημα διαφορετικής εξουσίας.

Αυτή η πολιτική θέση του ΚΚΕ συμπληρώνεται με προτάσεις-αιτήματα πάλης του εργατικού κινήματος, που αφορούν τους όρους πώλησης της εργατικής δύναμης όσο υφίστανται οι εκμεταλλευτικές σχέσεις. Σε αυτή τη γραμμή, π.χ. το ΚΚΕ κατέθεσε πρόταση νόμου[9] για την εξασφάλιση των ανέργων.

Το ίδιο αφορά στο εξίσου θεμελιακό δικαίωμα στην Παιδεία. Η κατηγορία προς το κόμμα μας ότι υπερασπίζεται ένα παλαιωμένο σύστημα ανώτατης ή και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, αφού αρνείται τη μεταρρύθμισή του, είναι τεχνητά, ψευδεπίγραφα κατασκευασμένη. Στηρίζεται στο πλαστό δίλημμα «σύγχρονο ή απηρχαιωμένο εκπαιδευτικό σύστημα», δίλημμα που ολοκληρωμένο θα ήταν «σύγχρονοι ή απαρχαιωμένοι ταξικοί φραγμοί στην εκπαίδευση». Ενα τέτοιο ερώτημα μπορεί να έχει αποδέκτες εκπροσώπους της αστικής και όχι της εργατικής τάξης. Για τις εργατικές και λαϊκές δυνάμεις το μόνο συμφέρον αίτημα είναι: αποκλειστικά δημόσια και δωρεάν παιδεία σε όλες τις βαθμίδες της, σύγχρονη σε υποδομές, παιδαγωγικές μεθόδους και συστήματα εκμάθησης, στο γνωστικό αντικείμενο και στην ικανότητα πρακτικής διαχείρισής του (επαγγελματική κατάρτιση), στην έρευνα.

Με ανάλογη μεθοδολογία, δηλαδή ως κοινωνική ανάγκη και ως γενική κοινωνική πολιτική, προσεγγίζουμε και τη φροντίδα υγείας, τη λαϊκή στέγη, την ανάπαυση από την εργασία και τη δημιουργική, προσωπικά επιλεγμένη ενασχόληση στο μη εργάσιμο χρόνο.

Ποιος εργάτης ή εργάτρια, μισθωτός, εργαζόμενος βιοπαλαιστής μικροπαραγωγός ή αγρότης δεν καταλαβαίνει αυτές τις πολιτικές θέσεις; Ομως πώς σκέπτεται; «Η κατάργηση της επιχειρηματικής δραστηριότητας (της εμπορευματοποίησης) στην υγεία, στην παιδεία, στην κατοικία σήμερα δεν μπορεί να γίνει, γιατί προϋποθέτει σύγκρουση με το κεφάλαιο (την ατομική ιδιοκτησία στα συγκεντρωμένα μέσα παραγωγής) και την εξουσία του. Αφού, λοιπόν, έτσι και αλλιώς, πληρώνω το φροντιστήριο, τα έξοδα διαμονής σε άλλη πόλη ή και στο εξωτερικό για σπουδές, ή στο απογευματινό ιατρείο του νοσοκομείου κλπ., ας γίνει μια καλύτερη ρύθμιση μεταξύ δημοσίου και ιδιωτικού».

Σε αυτό το «ρεαλισμό» κυριαρχεί ο συμβιβασμός, η αποδοχή της συναίνεσης σε ξένα ταξικά συμφέροντα, η παραίτηση από τη διεκδίκηση, την πάλη και βέβαια η μη στράτευση με την επαναστατική, ανατρεπτική πολιτική. Με όρους της μαρξιστικής-λενινιστικής πολιτικής επιστήμης, θα λέγαμε ότι «δεν υπάρχει επαναστατική κατάσταση». Δηλαδή οι διαθέσεις πρώτ’ απ’ όλα των εργατικών μαζών δεν έχουν φτάσει «να μη θέλουν να υποτάσσονται» στα συμφέροντα, στην εξουσία του κεφαλαίου. Αλλιώς, «οι πάνω να μην μπορούν να εξουσιάζουν», να υποτάσσουν τη συνείδηση και στάση «των κάτω». Οι αστοί πολιτικοί και δημοσιολόγοι εκχυδαΐζουν αυτή την επιστημονική αλήθεια, προβάλλοντας τη διαπίστωση (ως προς το ΚΚΕ) «αφού οι μάζες δεν σας ακολουθούν» ή «πάνω από 90% ψήφισαν τα κόμματα του ευρωενωσιακού μονόδρομου».

Σε αυτές τις συνθήκες η απλοϊκή και μη εξεγερμένη εργατική σκέψη και στάση ευθυγραμμίζεται με την αστική πολιτική και προπαγάνδα. Η πίεση που ασκεί αυτός ο μαζικός συμβιβασμός είναι τόσο ισχυρή που ακόμη και κομμουνιστές και κομμουνίστριες -ή και συλλογικά τα κομμουνιστικά κόμματα- τείνουν να μη διαχωρίζουν το αντικειμενικό από το υποκειμενικό στοιχείο στους παράγοντες για μια μαζική στράτευση των εργατικών δυνάμεων με την επαναστατική πολιτική.

Βέβαια οι προθέσεις είναι αγνές, αυτοκριτικές, όχι όμως απαλλαγμένες από τον κίνδυνο ν’ αναχθούν παράγοντες έξω από τη σκέψη, τη θέληση και τη δράση ενός κομμουνιστικού κόμματος σε εσωτερικούς, υποκειμενικούς, με κίνδυνο απώλειας των πραγματικών καθηκόντων και του πραγματικού μέτρου για την ανάπτυξη του υποκειμενικού παράγοντα.

Είναι αλήθεια ότι δύσκολα ανιχνεύεται ως τάση η επίδραση ενός κομμουνιστικού κόμματος στην οργάνωση, μαχητικοποίηση, συνειδητοποίηση εργατικών, ακόμη και άλλων φτωχών λαϊκών στρωμάτων, σε συνθήκες που αντικειμενικά δεν έχει τεθεί στην ημερήσια διάταξη «τώρα για την εξουσία». Συχνά αυτή η επίδραση είναι αργή και βασανιστική, με αντιφατικά στοιχεία, π.χ. ορισμένη συνειδητοποίηση χωρίς αντίστοιχη διάθεση πάλης ή ορισμένη συνειδητοποίηση με ταυτόχρονη ενσωμάτωση (π.χ. δύο δουλιές για ν’ ανέβει το εισόδημα για ένα πιο ικανοποιητικό επίπεδο κάλυψης κάποιων αναγκών). Και ακόμη, κριτήριο ψήφου στις δημοτικές εκλογές σύμφωνα με το συγκυριακό ατομικό και όχι το ταξικό συμφέρον, όχι σπάνια σε αντίθεση και με το ατομικό πολιτικό κριτήριο.

Ετσι είναι πάντοτε παρούσες οι συνθήκες να εκτραπεί η πολιτική ενός επαναστατικού εργατικού κόμματος, ενός κομμουνιστικού κόμματος από τον επαναστατικό άξονα, να προσαρμοστεί στις συνθήκες της «ειρηνικής» περιόδου ή και να τις αγνοήσει.

Είναι δύσκολο και σύνθετο καθήκον το όραμα εξουσίας και κοινωνικής προοπτικής να μην αποσυνδέεται από την καθημερινή πολιτική δράση, τη δράση μέσα στις μάζες που δε θέλγονται ακόμη από το όραμα. Αλλά αυτό το τελευταίο αποτελεί αντικείμενο ιδιαίτερης διαπραγμάτευσης.

 

5. ΤΟ ΜΗ ΠΡΟΒΛΕΨΙΜΟ ΤΗΣ «ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΗΣ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗΣ» ΔΕΝ ΕΠΙΤΡΕΠΕΙ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΙΚΗ ΟΛΙΓΩΡΙΑ

Ομως αν δεν είναι στα άμεσα καθήκοντα ενός κομμουνιστικού κόμματος μαζικά ν’ αναζωογονήσει τις διαθέσεις των εργατικών και λαϊκών μαζών, είναι σε αυτά να τις αναζωογονήσει στην άμεση ιδεολογική και πολιτική επιρροή του και ταυτόχρονα να τη διευρύνει.

Είναι στα άμεσα καθήκοντά του, ανεξάρτητα από την ύπαρξη ή όχι επαναστατικής κατάστασης, να μελετήσει αυτοκριτικά και με επαναστατική τόλμη τη δράση του, κυρίως σε περιόδους που υπήρξε επαναστατική κατάσταση στη χώρα του, σε ομάδα χωρών (π.χ. στις συνθήκες του Β΄ παγκοσμίου πολέμου). Η εξαγωγή συμπερασμάτων από την πολιτική συμμαχιών, από τους δρόμους προσέγγισης του στόχου της εξουσίας, η μελέτη της πείρας της ταξικής πάλης σε σχέση με το πώς προσδιόριζε το κομμουνιστικό κόμμα στη χώρα του το χαρακτήρα της εξουσίας για την οποία παλεύει, είναι βασικό και άμεσο καθήκον, που μπορεί να υλοποιηθεί πιο αξιόπιστα όταν έχει κλείσει ένας κύκλος ταξικής πάλης. Η συσσώρευση των εμπειριών του 20ού αιώνα κάνει επιτακτικό αυτό το καθήκον.

Ακόμη και αν δε φαίνονται στον ορίζοντα ούτε κάποια στοιχεία «επαναστατικής κατάστασης», «ο χρόνος είναι λίγος» για την ωρίμανση του υποκειμενικού παράγοντα για την επαναστατική κατάκτηση της εξουσίας.

Ποτέ δε θα είναι βραχυπρόθεσμα προβλέψιμη η σπίθα, ο καταλύτης που θα αλλάξει τις διαθέσεις των μαζών. Μόνο ιστορικά και θεωρητικά μπορούμε να μιλήσουμε για τέτοιες απότομες αλλαγές. Μπορούμε όμως να προβλέψουμε όξυνση της ταξικής αντίθεσης.

Δεν είναι τυχαίο ότι ακόμη και η «Ενδιάμεση Εκθεση για τη Νομισματική πολιτική»[10] της Τράπεζας της Ελλάδος διαπιστώνει ότι η οικονομική ανάπτυξη της τελευταίας 13ετίας (1994-2006) δε διαχέεται ικανοποιητικά στην κοινωνία, δηλαδή κάνει λόγο για «ανισοκατανομή» της ανάπτυξης. Με άλλα λόγια «φοβάται» την ανεξέλεγκτη όξυνση της αντίθεσης κεφαλαίου-εργασίας για λογαριασμό του συστήματος. Γιατί βεβαίως κανείς δεν πρέπει να αμφιβάλλει για τις ταξικές προθέσεις του διοικητή της ΤτΕ, που κατ’ επανάληψη και τώρα προτρέπει στην περαιτέρω εφαρμογή «ρυθμίσεων ευελιξίας» στην αγορά εργασίας, δηλαδή στη συμπίεση της τιμής της εργατικής δύναμης. Και βεβαίως η όξυνση της ταξικής αντίθεσης δεν αφορά μόνο την ελληνική κοινωνία, το ίδιο αφορά και τα άλλα κράτη - μέλη της ΕΕ και όχι μόνο. Αποκαλυπτικά είναι τα στοιχεία της Εκθεσης Ηνωμένων Εθνών του 2006 για την επίτευξη των Διεθνών Στόχων Ανάπτυξης. Οι λεγόμενες «οικονομίες υπό μετάβαση» της Νοτιοανατολικής Ευρώπης καθώς και της «Κοινοπολιτείας Ανεξαρτήτων Κρατών» (ΚΑΚ) είναι οι μόνες περιοχές στις οποίες σημειώθηκε, έστω με αστικά κριτήρια μέτρησης, αύξηση της φτώχειας (ως ποσοστό του πληθυσμού που ζει με λιγότερο από ένα δολάριο την ημέρα) το 2002 σε σύγκριση με το 1990.

Ακόμη μπορούμε να προβλέψουμε την όξυνση των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων. Δεν είναι τυχαίες εκτιμήσεις των ιμπεριαλιστικών κέντρων για τάση αλλαγής στο διεθνή συσχετισμό δυνάμεων, οι ανησυχίες τους για αναβάθμιση της Κίνας, της Ινδίας, της Ρωσίας. Γι’ αυτό αναθερμάνθηκε από την καγκελάριο της Γερμανίας Αγκελα Μέρκελ πρόταση για Διατλαντική Οικονομική Ζώνη μεταξύ ΗΠΑ-ΕΕ, ως απάντηση στον αυξανόμενο ανταγωνισμό από τη Ρωσία, την Κίνα, την Ινδία και ενόψει των εξελίξεων που αφορούν τον ΠΟΕ. Πρόσφατα προσαρμόστηκαν τα δικαιώματα συμμετοχής και ψήφου στο ΔΝΤ για την Κίνα, τη Ν. Κορέα, την Τουρκία και το Μεξικό. Αμφισβητείται πλέον η σύνθεση του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ, ενώ η διεύρυνση του G-7 (8) είναι πραγματικότητα. Ο ανοικτός ιμπεριαλιστικός πόλεμος στη Μέση Ανατολή (Ιράκ, Λίβανο) είναι η μια όψη της πάλης για την κατάκτηση των αγορών και δρόμων ενέργειας. Η άλλη όψη είναι η προώθηση της συνεργασίας Ρωσίας - Κίνας, Ρωσίας - Βενεζουέλας, Ρωσίας - ΕΕ, ακόμη και Ρωσίας - Αλγερίας. Είναι οι αντιδράσεις των ΗΠΑ στο όνομα της εξασφάλισης «εναλλακτικών πηγών ενέργειας» για την ΕΕ.

Η τάση αλλαγής του συσχετισμού δυνάμεων στον καπιταλιστικό κόσμο διαγράφεται σαφέστατα και μέσα από «το κοινό μέτωπο στην ηγεμονία των ΗΠΑ»[11], που διακήρυξαν οι πρόεδροι Ούγκο Τσάβες της Βενεζουέλας και Μπασάρ αλ Ασαντ της Συρίας.

Διόλου τυχαία ο πρόεδρος της FED των ΗΠΑ προειδοποιεί για την άνιση κατανομή των οικονομικών πόρων με κίνδυνο να εκτρέψουν την πορεία απελευθέρωσης του εμπορίου[12]. Με άλλα λόγια, αυτή η τόσο διακηρυγμένη καπιταλιστική «παγκοσμιοποίηση» ως μονόδρομος της οικονομικής ανάπτυξης περικλείει και τους παράγοντες που σε άλλη ιστορική περίοδο οδήγησαν στην κρατική «προστασία».

Δεν είναι τυχαίο ότι αστοί πολιτικοί, ιδιαίτερα αυτοί με σοσιαλδημοκρατικό ιδεολογικό στίγμα, αναζητούν εναγώνια μια αστική πολιτική διαχείρισης που να παντρεύει την ενιαία ευρωπαϊκή αγορά με έλεγχο των εσωτερικών της αντιθέσεων, των κινδύνων περαιτέρω όξυνσης της ανεργίας και της εισαγωγής μεταναστών.

Πολλά είναι τα σημάδια ώστε με βεβαιότητα να ισχυριστούμε: Ναι, ένα φάντασμα πλανιέται πάνω στην Ευρώπη, αυτό που την κατάλληλη στιγμή θα βγάλει μαζικά την εργατική τάξη των ευρωπαϊκών χωρών από τη ραστώνη.

Σε αυτή την πραγματικότητα το κάθε κομμουνιστικό κόμμα οφείλει να επεξεργάζεται την επαναστατική στρατηγική του και να την προωθεί στη χώρα του και ως στοιχείο συμβολής στη διαμόρφωση της επαναστατικής γραμμής πάλης της εργατικής τάξης στην Ευρώπη, διεθνώς.

Το βέβαιον είναι ότι η ιδεολογική, πολιτική και οργανωτική ετοιμότητα ενός κομμουνιστικού κόμματος και η επίδρασή του στην οργάνωση και τον προσανατολισμό δράσης των μαζών θεμελιώνεται σε μη επαναστατική περίοδο. Συνιστά όμως μια αμφίδρομη σχέση μεταξύ υποκειμενικών και αντικειμενικών παραγόντων για την επαναστατική εξέγερση. Από την επιτυχή συνένωσή τους θα προκύψει το αποτέλεσμά της, η κατάκτηση της εξουσίας, πρώτη πράξη για τη διαμόρφωση του νέου τρόπου παραγωγής, του νέου ανθρώπου, της νέας κοινωνίας.



Η Ελένη Μπέλλου είναι μέλος του ΠΓ της ΚΕ του ΚΚΕ, επικεφαλής της Ιδεολογικής Επιτροπής της ΚΕ.

[1] Εφημερίδα «ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ», 18 Σεπτεμβρίου 2006.

[2] Σε μελέτη του ΙΣΤΑΜΕ, το οποίο έχει αναλάβει την τεχνοκρατική τεκμηρίωση των προγραμματικών θέσεων του ΠΑΣΟΚ, αναφέρεται: «Προκύπτουν σοβαρά ερωτήματα για το κατά πόσο ο ΟΤΕ με ελεγχόμενη από το κράτος διοίκηση μπορεί να ανταπεξέλθει στις νέες προκλήσεις, δεδομένων των προβλημάτων που παρουσίασε αυτό το μοντέλο διοίκησης τις τελευταίες δεκαετίες». Στο ίδιο δημοσίευμα εύστοχα επισημαίνεται ότι το άλλοτε Πασοκικό κυβερνητικό επιτελείο των κ. κ. Γ. Παπαντωνίου, Ν. Χριστοδουλάκη και Χρ. Βερελή είχε αποφασίσει την αναζήτηση «στρατηγικού εταίρου» για τον ΟΤΕ, είχε την έγκριση της κυβερνητικής επιτροπής («Βαρόνοι» του κόμματος), αλλά το εγχείρημα δεν υλοποιήθηκε λόγω σειράς ανακατατάξεων στο διεθνή τηλεπικοινωνιακό χάρτη. Πληροφορεί επίσης ότι η μελέτη του ΙΣΤΑΜΕ «καυτηριάζει» το γεγονός ότι «για μισό αιώνα περίπου οι ενεργειακές αγορές στην Ελλάδα κινήθηκαν στον αστερισμό των κρατικών μονοπωλίων». Εφημερίδα «ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ», 17 Σεπτεμβρίου 2006.

[3] Εφημερίδα «ΗΜΕΡΗΣΙΑ», 2-3 Σεπτεμβρίου 2006, συνέντευξη Μ. Χρυσοχοΐδη.

[4] Σύμφωνα με τα πιο πρόσφατα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδας, το χρέος των νοικοκυριών διαμορφώθηκε στο 41,2% του ΑΕΠ στο τέλος Αυγούστου 2006, ενώ στο τέλος του 2000 ήταν 13,7% του ΑΕΠ. Ενδιάμεση Εκθεση της ΤτΕ για τη Νομισματική πολιτική.

[5] Εφημερίδα ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 29 Αυγούστου 2006. Στοιχεία Εκθεσης της Goldman Sachs.

[6] Για τις αιτίες αυτής της υποχώρησης, βλέπε ως προβληματισμό και το άρθρο στην ενότητα «Σοσιαλισμός» του παρόντος τεύχους.

[7] Ο πρόεδρος του ΣΥΝ Α. Αλαβάνος, στη συνέντευξή του στη Θεσσαλονίκη με την ευκαιρία της ΔΕΘ, πρότεινε «να οργανωθεί κάθε χρόνο με οικονομική θεματολογία ειδική συνεδρίαση της Βουλής στη Θεσσαλονίκη, η οποία και να καταλήγει με ένα διάλογο πάνω σε προτάσεις που θα έπρεπε να προωθηθούν». Εφημερίδα «ΑΥΓΗ», 15 Σεπτεμβρίου 2006.

[8] Εφημερίδα «ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ», 15 Σεπτεμβρίου 2006, συνέντευξη του προέδρου του ΣΥΝ Αλ. Αλαβάνου στη Θεσσαλονίκη, 14 Σεπτεμβρίου 2006.

[9] Εφημερίδα «ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ», 18 Ιουνίου 2006.

[10] Παρουσίαση της Εκθεσης της ΤτΕ από το διοικητή της Ν. Γκαργκάνα, στις 10 Οκτωβρίου 2006.

[11] «Ασσοσιέιτεντ Πρες», ΑΠΕ, 30 Αυγούστου 2006.

[12] Εφημερίδα «ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ», 29 Αυγούστου 2006.