ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΙΚΗ ΣΥΖΗΤΗΣΗ ΣΤΟ ΓΕΡΜΑΝΙΚΟ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΟ ΚΟΜΜΑ (DKP)

Η κυριαρχία της αστικής ιδεολογίας, παίρνοντας υπόψη τις γερμανικές σχέσεις, είναι αδιάκοπη. Φανερώνεται στη συνεχιζόμενη επίθεση του γερμανικού μεγάλου κεφαλαίου, κατά της οποίας δε σημειώνεται καμία σοβαρή αντίσταση από πλευράς της εργατικής τάξης. Η συνείδησή της ως τάξη είναι θαμμένη. Δεν πάει και πολύς καιρός από τότε που ακόμα και μέσα στις γραμμές των κομμουνιστών φιλοσοφούσαν για το εάν χάθηκε η εργατική τάξη ως το ιστορικό υποκείμενο της αλλαγής. Ο Ekkehard Lieberam (Εκκεχαρντ Λίμπεραμ) διαπίστωσε χαρακτηρίζοντας τη σημερινή κατάσταση: «Ακριβώς σε συνθήκες, στις οποίες η πολιτική ενέργεια σοσιαλιστών και κομμουνιστών πρέπει να επικεντρωθεί στην αναζωογόνηση της ταξικής συνείδησης, προπαγανδίζεται ο αποχαιρετισμός από την ταξική θεωρία και από μια ταξική πολιτική»[1]. Αυτά τα λόγια αντανακλούν τις ιδεολογικές συνέπειες της ήττας του σοσιαλισμού.

Ο οπορτουνισμός και ο αντικομμουνισμός, που από νωρίς είχαν ριζώσει στο δυτικογερμανικό εργατικό κίνημα, αναπτύσσονται στο έπακρο με την επίθεση της αστικής τάξης. Ξερίζωσαν από το νου των εργατών το σοσιαλισμό, ως μοναδική δυνατότητα λύσης των οικονομικών και κοινωνικών προβλημάτων.

Το εκ νέου φούντωμα του οπορτουνισμού συντελέστηκε πάνω στο έδαφος της θέσης περί ταξικά ουδέτερου κράτους, περί κοινωνικού κράτους, περί της δοσμένης από το σύστημα συνεργασίας εταίρων, ανάμεσα στην αστική τάξη και το προλεταριάτο. Αυτό το κλασικό παράδειγμα, της συγκάλυψης της ουσίας του καπιταλιστικού συστήματος και του κράτους, αποδείχνεται σήμερα ένα από τα μεγαλύτερα εμπόδια για το σχηματισμό της κοινωνικής αντίστασης. Εργάτες εκλέγουν το Σρέντερ και επιτρέπουν να τους μειώσουν το μισθό, νομίζοντας ότι με αυτόν τον τρόπο αποφεύγουν κάτι το χειρότερο, επειδή τάχα μπορεί να σωθεί αυτό που τους μεταβιβάστηκε ως κοινωνικό κράτος. Δεν μπορούν να συνειδητοποιήσουν ότι μετά από τον πόλεμο η γερμανική μπουρζουαζία έπρεπε να αποτρέψει (μέσω ενός επιβεβλημένου συμβιβασμού) τους εσωτερικούς και εξωτερικούς κινδύνους που απειλούσαν τη διατήρηση και τη σταθεροποίηση του συστήματος. Με κρατικά μέτρα έγιναν σημαντικές κοινωνικές και πολιτικές παραχωρήσεις στην εργατική τάξη, οι οποίες -σύμφωνα με τις δηλώσεις εκείνων που πήραν αυτές τις πρωτοβουλίες- είχαν ως αποστολή τους να χρησιμεύσουν ως «προμαχώνας κατά του μπολσεβικισμού».

Ακόμα και κομμουνιστές μιλούν σήμερα για την αναγκαιότητα υπεράσπισης του κοινωνικού κράτους, παραγνωρίζοντας τελείως τις αιτίες και την ουσία των καπιταλιστικών εργαλείων εξουσίας. Μ’ αυτόν τον τρόπο, ο άκρως δύσκολος αγώνας για να γίνουν παραχωρήσεις από την αστική στην εργατική τάξη εμφανίζεται σαν μια αντιπαράθεση για τη μία ή την άλλη παραλλαγή διαμόρφωσης των κρατικών λειτουργιών.

Πάνω σ’ αυτή τη βάση τα συνδικάτα έχουν προσδεθεί στο άρμα του συστήματος άσκησης της εξουσίας. Ο Γερμανικός Σύνδεσμος Συνδικάτων (DGB) δεν πρόβαλε αντίσταση κατά της στρατιωτικής επιδρομής στη Γιουγκοσλαβία. Συνοδεύει κριτικά -όπως λέει ο ίδιος- την αυστηρή πολιτική της κατεδάφισης των κοινωνικών παροχών και βλέπει το υπάρχον κράτος ως αδιαπραγμάτευτη βάση για τη δράση του. Αυτό σηματοδοτεί την τάση απώλειας της λειτουργίας των συνδικάτων ως οργάνωση της εργατικής τάξης.

Στην προσαρτημένη Ανατολική Γερμανία δεν μπόρεσε καν να παίξει ένα ρόλο ως ταξική οργάνωση. Οι ηγεσίες των συνδικάτων όχι μόνο είχαν συνείδηση της καταστροφής που συντελούνταν σε μεγάλα τμήματα του οικονομικού δυναμικού της ΓΛΔ, αλλά και συνέβαλαν σε αυτή την καταστροφή. Ο Γιούργκεν Πέτερς, τότε επικεφαλής σε επίπεδο νομού της Ομοσπονδίας Εργατών Μετάλλου (IG Metall) στο Ανόβερο, συμμετείχε μαζί με άλλες δυτικογερμανικές αυθεντίες του κράτους και της οικονομίας στο εποπτικό συμβούλιο του βιομηχανικού συγκροτήματος κατασκευής βαριών μηχανών SKET του Μαγδεμβούργου (σ.μ. στην Ανατολική Γερμανία), που συγκροτήθηκε τον Αύγουστο του 1990 και το οποίο σε πάρα πολύ σύντομο χρονικό διάστημα έκλεισε 10 από τις 18 επιχειρήσεις του συγκροτήματος, με αποτέλεσμα 25.000 εργαζόμενοι να χάσουν τη δουλιά τους. Η εκδίωξη των εργατών από τις επιχειρήσεις και των υπαλλήλων από τις κρατικές υπηρεσίες, η ξαφνική δημιουργία μιας μαζικής ανεργίας στις διαστάσεις της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης δεν αποτέλεσε ωστόσο αφορμή για τη δυτικογερμανική συνδικαλιστική ηγεσία να αντιπροσωπεύσει ανάλογα τα συμφέροντα των εργαζομένων. Η ίδια αποδέχεται την άνιση μεταχείριση του ανατολικογερμανικού πληθυσμού ως προς το εισόδημα και τις κοινωνικές παροχές. Ούτε τα αντικομμουνιστικά όργια, κατά τη διάρκεια των διώξεων σε όλα τα επίπεδα, κρατικών και οικονομικών στελεχών της ΓΛΔ δεν αποτέλεσαν και δεν αποτελούν αντικείμενο μιας πολιτικής τοποθέτησης προς όφελος των πληγέντων.

Τα γεγονότα αυτά οδήγησαν σε μια άνευ προηγουμένου ηθική εξαχρείωση της εργατικής τάξης της ΓΛΔ. Δεν μπόρεσαν όμως να καταστρέψουν πλήρως το αντιστασιακό δυναμικό που διαμορφώθηκε κατά την περίοδο ύπαρξης της ΓΛΔ.

Απαντώντας στην ερώτηση «ποιες είναι οι προϋποθέσεις για να αλλάξει η ελεεινή κατάσταση της εργατικής τάξης;», εξαπλώθηκε η αντίληψη -ακόμα και στις δυνάμεις που κατανοούν τον εαυτό τους ως μαρξιστικές- ότι το εργατικό κίνημα δεν μπορεί πια να δρα με τον παραδοσιακό τρόπο. Παρατηρώντας την όμως με μεγαλύτερη ακρίβεια, θα δούμε ότι η αδυναμία του εργατικού κινήματος στη Γερμανία και αλλού, καθώς και η περιθωριοποίηση κομμουνιστικών κομμάτων και δυνάμεων μετατρέπονται σε μια νέα θεωρητική κατασκευή, της οποίας ένα από τα βασικά σημεία είναι και η ανακήρυξη της λενινιστικής αντίληψης για το κόμμα σε αντίληψη που περιορίζεται μόνο στις περιστάσεις και στους στόχους της δικής της εποχής.

Με αυτό τον τρόπο εκφράζεται η ιδεολογική επίθεση του αντιπάλου, που επιδιώκει να πλήξει την κεφαλή και τη σπονδυλική στήλη της αντίστασης. Αυτό μας διδάσκουν οι εμπειρίες από την ήττα του σοσιαλισμού, από τα 150 χρόνια πριν και από τα 15 χρόνια μετά από αυτή. Στο επίκεντρο της επίθεσης βρίσκονται τα κομμουνιστικά κόμματα, τα οποία είναι σε θέση να επεξεργαστούν και να ακολουθήσουν μια επιστημονική θεωρία της κοινωνίας. Ετσι εξηγείται για παράδειγμα και η ένταση με την οποία ακόμα και σήμερα ποινικοποιείται το κοινωνικό σύστημα της ΓΛΔ.

Στο βασικό ζήτημα του τι πρέπει να είναι ένα κομμουνιστικό κόμμα, με βάση τα καθήκοντά του απέναντι στην εργατική τάξη, καθώς και τη σχέση του απέναντί της, αυτό που ισχύει ως λογικό προαπαιτούμενο για τους κομμουνιστές, είναι ότι «...θεωρητικά πλεονεκτούν από την υπόλοιπη μάζα του προλεταριάτου με τη σωστή αντίληψη για τις συνθήκες, για την πορεία και για τα γενικά αποτελέσματα του προλεταριακού κινήματος»[2].

Η επεξεργασία της κομματικής θεωρίας προέκυψε ως απαίτηση από την ανάπτυξη του καπιταλισμού, των αντιθέσεών του, των τάξεών του. Εδωσε στην εργατική τάξη το εργαλείο για να συνειδητοποιήσει την κατάσταση και την αποστολή της και να αναγνωρίσει τα μέσα και τους δρόμους για να ανατρέψει το εκμεταλλευτικό σύστημα. Η ίδρυση του κομμουνιστικού κόμματος από τους Μαρξ-Ενγκελς και η νικηφόρα προέλαση του γερμανικού εργατικού κινήματος κατά τον 19ο αιώνα επιβεβαίωσαν τις θεωρητικές βάσεις, που είχαν δημιουργηθεί. Ο Λένιν αντέδρασε στις κοινωνικές αλλαγές που προέκυψαν με το πέρασμα του καπιταλισμού στο ιμπεριαλιστικό στάδιο, συνεχίζοντας την περαιτέρω επεξεργασία της κομματικής θεωρίας. Από την κατάσταση της ακραίας όξυνσης των αντιθέσεων στην κοινωνία προέκυψε το καθήκον για την εργατική τάξη να ξεκινήσει την πάλη για την ανατροπή του συστήματος. Η επαναστατική και η κομματική θεωρία έπρεπε να απαντήσουν στο πώς μπορεί να διεξαχθεί επιτυχώς αυτός ο αγώνας. Ο Λένιν πραγματοποίησε αυτό το μεγαλειώδες θεωρητικό και πρακτικό κατόρθωμα.

Σήμερα κυκλοφορεί ακόμα και μέχρι μέσα στις γραμμές κομμουνιστικών κομμάτων η άποψη, ότι είναι αναγκαίο να επανεξεταστεί ο θεωρητικός εξοπλισμός της εργατικής τάξης, με γνώμονα τις σύγχρονες απαιτήσεις.

Ως θεωρία, που ανταποκρίνεται στους σημερινούς όρους, διακηρύσσεται η αυτοοργάνωση της εργατικής τάξης και η ένταξη του εργατικού κινήματος στα υπό σχηματισμό κινήματα κοινωνικής αντίστασης. Σ’ αυτό το συλλογιστικό μοντέλο εξαφανίζεται το Κόμμα, με την έννοια της εμπροσθοφυλακής, της πρωτοπορίας της τάξης.

Ο Εκκεχαρτ Λίμπεραμ παραθέτει το Φρανκ Ντέππε: «Επομένως δεν υπάρχει πια ένα σοσιαλιστικό ή κομμουνιστικό εργατικό κίνημα, που ως σημαντική δύναμη στις καπιταλιστικές χώρες να επιδρά στη συνείδηση, ώστε να εκπληρώσει την ιστορική του αποστολή ως “νεκροθάφτης του καπιταλισμού”, όπως το αξιώνουν οι Μαρξ-Ενγκελς στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο του 1848… Φυσικά υπάρχουν ταξικές καταστάσεις και ταξικές συγκρούσεις, η διαδικασία της διάλυσης και της εκ νέου δημιουργίας ταξικών σχηματισμών λειτουργεί όπως και πριν. Μόνο που οι διαδικασίες αυτές δε βρίσκουν πια εκείνη την πολιτική έκφραση, την οποία η θεωρία του μαρξισμού-λενινισμού είχε αναθέσει ιδιαίτερα στη σχέση ανάμεσα στο κόμμα της πρωτοπορίας και την προλεταριακή μάζα»[3].

Και στο ερώτημα «Ποιος είναι σήμερα το υποκείμενο της αλλαγής;» ο Βέρνερ Ζέπμαν απαντάει μεταξύ άλλων: «Επειδή δεν μπορούμε πια να καταφέρουμε πολλά με την πολιτική αντιπροσώπευσης που μας παραδόθηκε, πρέπει να αναπτυχθούν πολιτικά μοντέλα... που να ανταποκρίνονται στην ιδέα της αυτοοργάνωσης. Κατ’ αυτόν τον τρόπο θα μπορούσε μέσα στα πλαίσια του μετασχηματιστικού εργατικού κινήματος να αναπτυχθεί και μια νέα ουτοπική ουσία… Για τις μαχητικές οργανώσεις της εργατικής τάξης θα ήταν δυνατόν να επιστρέψουν στις ιστορικές τους ρίζες, ιδίως μέσω της επανάκτησης της αντίληψης περί μιας συμμετοχικής πολιτικής. Γιατί, όπως το είπε τόσο εύστοχα και ο ύστερος Ενγκελς… “Πέρασε η εποχή των απρόοπτων επιθέσεων (σ.μ. ξεσπασμάτων), των επαναστάσεων που γίνονταν από μικρές συνειδητές μειοψηφίες ως επικεφαλής ασυνείδητων μαζών. Εκεί που πρόκειται για πλήρη ανασχηματισμό της οργάνωσης της κοινωνίας, θα πρέπει οι μάζες οι ίδιες να είναι οι ίδιες παρούσες”»[4].

Οταν γίνεται λόγος για μια «παραδεδομένη (σ.μ. που μας παραδόθηκε) πολιτική αντικαταστατών» πρόκειται για τη σχέση του Κόμματος προς την τάξη, ένα από τα πιο κεντρικά ζητήματα της θεωρητικής δουλιάς και της πρακτικής πολιτικής δράσης των Μαρξ-Ενγκελς-Λένιν. Οι επιτυχίες και οι αποτυχίες του γερμανικού και του διεθνούς εργατικού κινήματος συνδέονταν πάντα με το θεωρητικό επίπεδο της πρωτοπορίας της τάξης, με το επίπεδο οργάνωσής της και με τη σύνδεσή της με τις μάζες. Αυτό δεν μπορεί να περιγραφεί με τον όρο «πολιτική αντιπροσώπευσης». Και υπάρχει ήδη διαφορά στο αν η αντιπαράθεση για την κομματική αντίληψη διεξάγεται με βάση τον όρο της πολιτικής αντιπροσώπευσης ή στη βάση της εξέτασης αυτών που είπε ο Λένιν.

Πρέπει επίσης να επισημάνουμε ότι αυτά που χρησιμοποιεί ο Βέρνερ Ζέπμαν από τον Ενγκελς για να προπαγανδίσει την «αυτοοργάνωση» του εργατικού κινήματος, δεν έχουν να κάνουν με τη σχέση του Κόμματος προς την εργατική τάξη στην προλεταριακή επανάσταση, αλλά με μια κατάσταση που ιστορικά βρίσκεται ένα στάδιο πιο πίσω, δηλαδή με την εποχή της αστικής επανάστασης, των «μειοψηφικών επαναστάσεων», στις οποίες το προλεταριάτο εντάχθηκε σε διαφορετικό βαθμό. Αντίθετα, αυτό που συμπεραίνει ο Ενγκελς αξιολογώντας τις εμπειρίες του ταξικού αγώνα έως την Παρισινή Κομμούνα, το ξαναβρίσκουμε στη θεμελίωση της κομματικής θεωρίας από το Λένιν.

Ταυτόχρονα μαζί με την αποσυναρμολόγηση της μαρξιστικής-λενινιστικής κομματικής θεωρίας συμβαδίζει και ένας επανακαθορισμός της σχέσης του εργατικού κινήματος με άλλες κοινωνικές δυνάμεις που έρχονται σε σύγκρουση με επί μέρους φαινόμενα του καπιταλιστικού συστήματος.

Ο (Λέο Μάγερ) ασκεί μεγάλη επιρροή στο Γερμανικό Κομμουνιστικό Κόμμα (DKP) με την εξής θέση: «Με το κίνημα του Παγκόσμιου Κοινωνικού Φόρουμ και με το επικριτικό προς την παγκοσμιοποίηση κίνημα γεννήθηκε ένα κίνημα στρατηγικής σημασίας. Προπαντός ισχύει αυτό, λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι σήμερα το ζήτημα του ξεπεράσματος της καπιταλιστικής κοινωνίας μπορεί να τεθεί μόνο σε παγκόσμια κλίμακα. Επίσης, η επόμενη προσπάθεια ρήξης με τον καπιταλισμό και οικοδόμησης μιας σοσιαλιστικής κοινωνίας θα είναι ένα έργο διαφορετικών πολιτικών, κοσμοθεωρητικών και κοινωνικών δυνάμεων…»[5].

Αυτές οι αντιλήψεις καταγράφονται στα ντοκουμέντα προς συζήτηση για το πρόγραμμα του DKP. Τα προς συζήτηση υλικά λένε τα εξής σε σχέση με τη θέση του κόμματος, ως μια πολιτική οργάνωση ανάμεσα στις πολλές: «To DKP βλέπει το καθήκον του Κομμουνιστικού Κόμματος στο σοσιαλισμό ως εξής: μέσα από το συναγωνισμό του με άλλες πολιτικές δυνάμεις για τις καλύτερες πολιτικές ιδέες και πρωτοβουλίες, να κερδίζει κάθε φορά εκ νέου την εμπιστοσύνη του λαού, καθώς και την καθοριστική επιρροή πάνω σε αυτόν»[6].

Τo κομμουνιστικό κόμμα αντλεί τη στρατηγική και τακτική του από την ανάλυση της κοινωνίας. Με αυτό τον τρόπο η ανάλυση αυτή παίζει ρόλο κλειδί στη διαμόρφωση της πρακτικής πολιτικής του.

Στο DKP η συζήτηση γι’ αυτό το θέμα ξεκινάει στις αρχές της δεκαετίας του ‘90, σε συνάρτηση με το ερώτημα περί μιας νέας φάσης ανάπτυξης του ιμπεριαλισμού.

Το 1993 ο Λέο Μάγερ προτείνει σε συνέδριο να παρθεί απόφαση, ώστε στο σχετικό με τους προγραμματικούς προσανατολισμούς ντοκουμέντο να συμπεριληφθεί η εξής διατύπωση: «Διότι η παγκοσμιοποίηση της οικονομίας, κινούμενη από τον καπιταλιστικό ανταγωνισμό και την τεχνολογική πρόοδο, προχώρησε ραγδαίως και ήρθε σε αντίφαση με τους εθνικούς οικονομικούς χώρους… Η αντίφαση αυτή πρέπει να αρθεί μέσω του εξαναγκασμού που προκαλεί ο ανταγωνισμός στην παγκόσμια αγορά. Οι εθνικοί οικονομικοί φραγμοί γκρεμίζονται, οι αγορές ανοίγουν και η ρυθμιστική λειτουργία των εθνικών κρατών υπονομεύεται και χάνει την αξία της… Αυτό το νέο στάδιο ανάπτυξης του ιμπεριαλισμού (όπου η εξουσία των μονοπωλίων, οι καταστροφικές επιδράσεις της αχαλίνωτης αγοράς, η πάλη για το ξαναμοίρασμα των αγορών και ζωνών επιρροής και η ιμπεριαλιστική πολιτική της βίας οδηγούν σε καταστροφικές συνέπειες για τον ανθρώπινο πολιτισμό) χαρακτηρίζεται ως “νεοφιλελευθερισμός”»[7].

Σε μια συζήτηση αρχών για το ζήτημα αυτό, το 1996, ο Λέο Μάγερ θα συμπληρώσει τον παραπάνω προσδιορισμό με τη διαπίστωση: «Το πιο χτυπητό χαρακτηριστικό του σημερινού καπιταλισμού είναι η διεθνοποίηση της παραγωγής και των επενδύσεων και της παγκοσμιοποίησης των χρηματαγορών. Ο ιμπεριαλισμός τού σήμερα είναι καπιταλισμός σε πορεία παγκοσμιοποίησης»[8].

Εκείνη τη χρονική στιγμή δεν υπήρχαν στο κόμμα πλειοψηφίες που να υιοθετούν αυτή την άποψη. Αργότερα όμως η άποψη αυτή άρχισε να καθορίζει όλο και περισσότερο τις θέσεις του Κόμματος, ιδιαίτερα της ηγεσίας του. Ετσι, στα «υλικά προς συζήτηση», που σήμερα αποτελούν τη βάση για την προγραμματική συζήτηση στο DKP, διαβάζουμε για το θέμα αυτό: «Η παγκόσμια αγορά γίνεται ολοένα και περισσότερο ένα ανεμπόδιστο πεδίο δράσης του διεθνούς κεφαλαίου και ένα ενιαίο πεδίο του καπιταλιστικού ανταγωνισμού. Αυτή η φάση ανάπτυξης του καπιταλισμού ονομάζεται παγκοσμιοποίηση… Τα διεθνικά κονσέρν[9] τείνουν όλο και πιο πολύ να διανείμουν ανά τον κόσμο τη συνολική τους διαδικασία παραγωγής… με τέτοιο τρόπο, ώστε να αξιοποιούνται κατά το καλύτερο, τα εκάστοτε περιφερειακά πλεονεκτήματα… Σ’ αυτά -και πρόκειται για νέο φαινόμενο- η διεθνοποίηση της παραγωγής υπεραξίας αποτελεί το καθοριστικό φαινόμενο… Από αυτό προκύπτει για το εργατικό κίνημα, ότι για να μπορέσει να αναπτύξει μια αντίθετη εξουσία, πρέπει να οργανωθεί σε όλη την έκταση αυτών των παγκόσμιων δικτύων παραγωγής»[10].

Ως περαιτέρω χαρακτηριστικά γνωρίσματα αυτής της νέας φάσης ανάπτυξης του καπιταλισμού αναφέρονται: η εμφάνιση μιας νέας ώθησης ιμπεριαλιστικής διεθνοποίησης, το άνοιγμα των αγορών, η υπονόμευση των ρυθμιστικών λειτουργιών των εθνικών κρατών, η διαμόρφωση δομών ενός διεθνικού καπιταλισμού με πυρήνα του το διεθνικό χρηματιστικό κεφάλαιο και με διαστάσεις που επιτρέπουν την αξιοποίηση αυτού του κεφαλαίου μονάχα σε παγκόσμιο επίπεδο.

Οι θέσεις αυτές, αν αντανακλούσαν σωστά την πραγματικότητα, θα χαρακτήριζαν πράγματι ποιοτικά, νέα γνωρίσματα του ιμπεριαλισμού σε σύγκριση με αυτά που προέκυψαν από την κοινωνική ανάλυση του Λένιν.

Υιοθετείται μια ανώτερη βαθμίδα της διεθνοποίησης, της κοινωνικοποίησης της παραγωγής, στην οποία δημιουργείται για το διεθνές κεφάλαιο ένα παγκόσμιο επίπεδο δράσης που αγκαλιάζει όλο τον κόσμο (η παγκόσμια αγορά ως «ανεμπόδιστο πεδίο δράσης») με τη μορφή διεθνικών κονσέρν. Το επίπεδο αυτό αναδεικνύει μια σχετική αυτοτέλεια απέναντι στο εθνικό επίπεδο. Σε αυτό το επίπεδο, τα κονσέρν εγκαθιστούν σε όλο τον κόσμο σταθερά δίκτυα παραγωγής, εφοδιασμού και διάθεσης. Αυτό, σύμφωνα με τις αντιλήψεις των οπαδών της παγκοσμιοποίησης, είναι κάτι το διαφορετικό από αυτό που παραβάλλουμε εδώ: «…η μεγάλη επιχείρηση γίνεται γιγάντια και οργανώνει σχεδιασμένα, με βάση τον ακριβή υπολογισμό ενός πλούτου στοιχείων, την προμήθεια της αρχικής πρώτης ύλης… που είναι απαραίτητη για δεκάδες εκατομμύρια πληθυσμό... Οργανώνεται συστηματικά η μεταφορά αυτής της πρώτης ύλης στα πιο κατάλληλα για την παραγωγή σημεία, που κάποτε απέχουν το ένα από το άλλο εκατοντάδες και χιλιάδες χιλιόμετρα… Από ένα κέντρο διευθύνονται όλα τα στάδια της διαδοχικής κατεργασίας της πρώτης ύλης ως την παραγωγή μιας ολόκληρης σειράς ποικίλων έτοιμων προϊόντων… Η διανομή αυτών των προϊόντων γίνεται με βάση ένα σχέδιο σε δεκάδες και εκατοντάδες εκατομμύρια καταναλωτές…»[11].

Αυτός ο βαθμός κοινωνικοποίησης της παραγωγής -που περιγράφει ο Λένιν- που αποτινάζει «το περίβλημα των σχέσεων ατομικής ιδιοκτησίας», μετατρέπεται σε χαρακτηριστικό γνώρισμα της παγκοσμιοποίησης, στο οποίο προστίθενται και άλλα γνωρίσματα: «ένα διεθνικό καθεστώς ελέγχου… που είναι σε θέση να εδραιώσει την πολιτική εξουσία της (της διεθνικής μπουρζουαζίας) σε περιφερειακό και -σαν τάση- σε παγκόσμιο επίπεδο», καθώς και η οικοδόμηση ενός «μηχανισμού βίας για την εξασφάλιση της κυριαρχία της, για την τιθάσευση του τεράστιου κρισιακού δυναμικού (σ.μ. των εν δυνάμει κρίσεων) της παγκόσμιας καπιταλιστικής οικονομίας και για τη ρύθμιση των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων.»[12]

Σύμφωνα με την άποψη των εκπροσώπων της, αυτή η νέα φάση ή νέο στάδιο του καπιταλισμού άρχισε να διαμορφώνεται μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Πράγματι, ως αποτέλεσμα του τελευταίου παγκοσμίου πολέμου, η κατάσταση και η όψη του ιμπεριαλιστικού συστήματος άλλαξαν αισθητά. Η εμβέλεια της επιρροής του περιορίστηκε ριζικά, εξαιτίας του περάσματος κι άλλων χωρών στο σοσιαλιστικό δρόμο ανάπτυξης. Αυτό το γεγονός, σε σύνδεση με ένα συνεχώς ισχυροποιούμενο διεθνές εργατικό κίνημα και με ένα αυξανόμενο εθνικοαπελευθερωτικό κίνημα, εξανάγκασε την αστική τάξη, τόσο στα κράτη-νικητές, όσο και στα ηττημένα, σε συμμαχίες και συμβιβασμούς που έδιναν προτεραιότητα στη διατήρηση του συστήματος.

Ο πόλεμος, που σε ό,τι αφορά τις επιπτώσεις του προσομοιάζει με οικονομική κρίση είχε δημιουργήσει με τις τεράστιες καταστροφές που επέφερε στις παραγωγικές δυνάμεις, τις προϋποθέσεις για μια ισχυρή άνοδο της οικονομίας, για μια ανάκαμψη της ανοδικής φάσης του καπιταλιστικού οικονομικού κύκλου και άλλαξε το συσχετισμό δυνάμεων, ανάμεσα στις κύριες καπιταλιστικές δυνάμεις, βασικά προς όφελος των ΗΠΑ. Αυτή η -με απόσταση από τις άλλες- ηγέτιδα ιμπεριαλιστική δύναμη έστρεψε τις πολιτικές, στρατιωτικές και οικονομικές της δραστηριότητες στην απώθηση περαιτέρω επαναστατικών και δημοκρατικών αλλαγών στις καπιταλιστικές χώρες, καθώς και στην εδραίωση της (διαλυμένης και λόγω μαζικών περιορισμών εθνικά απομονωμένης) καπιταλιστικής παγκόσμιας οικονομίας. Είναι η εποχή της επανεμφάνισης των παραδοσιακών, αλλά και νέων μονοπωλίων στις χώρες που είχαν πληγεί χειρότερα από τις συνέπειες του πολέμου.

Ο αμερικανικός ιμπεριαλισμός (των ΗΠΑ) μπορούσε να αξιοποιήσει τη θέση του ως ηγέτιδα δύναμη, μόνο εφόσον σταθεροποιούνταν το διεθνές καπιταλιστικό σύστημα. Οι ανάγκες αξιοποίησης του κεφαλαίου εκ μέρους των μονοπωλίων των ΗΠΑ απαιτούσαν τη ριζική κατάργηση των εθνικών οικονομικών περιορισμών, απαιτούσαν το «ανεμπόδιστο πεδίο δράσης».

Ηδη με τo Σύμφωνο Μπρέτον-Γουντς, (που αποφασίστηκε το 1944, κάτω από την καθοδήγηση των ΗΠΑ) και με τους καθιερωμένους από αυτό θεσμούς της Παγκόσμιας Τράπεζας και του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, (που συμπληρώθηκε για τη Δυτική Ευρώπη με το Σχέδιο Μάρσαλ) επιτεύχθηκε μια οικονομική εδραίωση ιδιαίτερα στις πρώην εμπόλεμες χώρες, καθώς και η σταθεροποίηση των ισοζυγίων πληρωμών τους. Αυτό επέτρεψε την προώθηση της κατάργησης των περιορισμών στο διεθνές εμπόριο και στη διεθνή κίνηση πληρωμών και πιστώσεων. Το σε διμερή βάση οργανωμένο εμπόριο εξαφανίστηκε γρήγορα και η επέκταση (σ.μ. του συστήματος) των συναλλαγματικών ισοτιμιών διεύρυνε την ελεύθερη κίνηση της διεθνούς ανταλλαγής εμπορευμάτων.

Η δραστηριότητα των δύο θεσμών δεν επιτρέπει μέχρι σήμερα να βγάλουμε το συμπέρασμα ότι με αυτό τον τρόπο το εθνικό πλαίσιο της οικονομικής δραστηριότητας των καπιταλιστικών χωρών υποβιβάστηκε σε ένα δευτερεύοντα ρόλο. Απεναντίας η ενεργοποίηση και η χρήση πιστώσεων της Παγκόσμιας Τράπεζας και του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου είναι αποτέλεσμα ακριβώς της εθνικής-κρατικής δομής της παγκόσμιας καπιταλιστικής οικονομίας.

Πράγματι η κρατική κυριαρχία και η εθνική αυτοτέλεια των πιστοληπτριών χωρών περιορίστηκαν λίγο έως πολύ προς το συμφέρον των πιστωτών. Αυτό επιτυγχάνεται προπαντός σε αρμονία με τον πολιτικό συσχετισμό δυνάμεων των χωρών που συμμετέχουν. Το εθνικό κράτος παραμένει ως αντικείμενο διαπάλης ανάμεσα στις εξαρτημένες χώρες και τις ιμπεριαλιστικές μητροπόλεις. Ακόμα και μετά τη ραγδαία υποχώρηση της σοσιαλιστικής επίδρασης στον κόσμο, η πάλη των λαών για τα εθνικά τους συμφέροντα δεν καταλάγιασε. Αυτό έχει ως πρακτική συνέπεια τον περιορισμό ή ακόμα και την υποχώρηση της επιρροής των κύριων ιμπεριαλιστικών δυνάμεων και των κονσέρν τους, στις χώρες αυτές.

Σε αντίθεση με τους θεσμούς του Συμφώνου Μπρέτον-Γούντς, η Γενική Συμφωνία Δασμών και Εμπορικής Πολιτικής (ΓΚΑΤΤ), που συνάφθηκε το 1947 είχε μεν επίσης τον ίδιο στόχο της κατάργησης των εμπορικών περιορισμών, αλλά δε συνδεόταν με μέσα και δυνατότητες άμεσου οικονομικού εκβιασμού. Η ιστορία της ΓΚΑΤΤ απαντάει με ακόμα μεγαλύτερη σαφήνεια στο ερώτημα σχετικά με την επίδραση του εθνοκρατικού πλαισίου.

Εκείνη τη χρονική περίοδο είχε σχεδιαστεί η δημιουργία μιας διεθνούς οργάνωσης εμπορίου (International Trade Organization - ITO), κατοχυρωμένης σε μια Χάρτα Παγκοσμίου Εμπορίου. Το σχέδιο δεν υλοποιήθηκε τελικά, εξαιτίας των διαφορετικών συμφερόντων των χωρών που συμμετείχαν και έτσι περιορίστηκε σε συμφωνίες σχετικές με την πολιτική δασμών (ΓΚΑΤΤ). Στη βάση της αντίστοιχης συμφωνίας εισήχθηκε η αρχή της μέγιστης εύνοιας (σ.μ. προτιμησιακών σχέσεων) και ως αποτέλεσμα περισσότερων τελωνειακών συνδιασκέψεων μειώθηκε αισθητά το γενικό επίπεδο των τελών. Σε αυτούς τους τελωνειακούς γύρους φανερώθηκαν πολλαπλά οι συσχετισμοί των δυνάμεων. Ετσι η επενέργεια των τελών, όπως τα είχαν κάθε φορά διαπραγματευθεί, ευνόησαν μέχρι σήμερα πιο πολύ τις καπιταλιστικές βιομηχανικές χώρες απ’ ό,τι τις αναπτυσσόμενες.

Να επισημάνουμε εδώ ότι τα τέλη δεν είναι παρά ένα μέσο του εθνικού περιορισμού ή της προώθησης εθνικών οικονομικών συμφερόντων.

Πίσω από τα συμφέροντα αυτά στις ηγέτιδες καπιταλιστικές χώρες βρίσκονται πάντα ντόπια κονσέρν και οικονομικές ενώσεις. Ακριβώς αυτές οι χώρες είναι που εφαρμόζουν ένα ευρύ φάσμα εθνικών προστατευτικών μέτρων (ποσοτικός περιορισμός στις εισαγωγές ορισμένων εμπορευμάτων, επιδότηση κάποιων παραγωγικών τομέων κλπ.) Αυτό έπαιζε και εξακολουθεί να παίζει ένα ρόλο σε πολλές περιπτώσεις. Θα αναφέρουμε εδώ μόνο τα παραδείγματα της Ενωσης Χάλυβα, της ιαπωνικής βιομηχανίας αυτοκινήτων, και της χρηματοδότησης της παραγωγής στρατιωτικών εξοπλισμών.

Το εθνικό πλαίσιο, το εθνικό έδαφος, που εκφράζει μια ορισμένη ανταγωνιστική θέση (σ.μ. τη θέση που κατέχει εντός του παγκόσμιου ανταγωνισμού), γίνεται φανερό κατά τις αντιπαραθέσεις ανάμεσα στις ΗΠΑ, Ιαπωνία και Ευρωπαϊκή Ενωση για περιορισμούς, που δεν έχουν σχέση με τους δασμούς, για το αγροτικό εμπόριο και την επιδότηση στρατηγικά σημαντικών παραγωγικών κλάδων (αερομεταφορές).

Ωστόσο η διεθνής οργάνωση εμπορίου, στην οποία προσέβλεπαν ήδη από το 1947, δημιουργήθηκε μόλις το 1995 με μια άλλη, διαφορετική μορφή, αυτή του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου (WTO).

Αυτό βέβαια χαρακτηρίζει μεν την τάση κατάργησης εθνικών οικονομικών φραγμών, τάση προτεραιότητας των κύριων ιμπεριαλιστικών δυνάμεων, με κανέναν τρόπο όμως δε θέτει τέρμα στις αντιθέσεις συμφερόντων μεταξύ των ιμπεριαλιστικών μητροπόλεων, καθώς και ανάμεσα στις ιμπεριαλιστικές μητροπόλεις και τις εξαρτημένες χώρες.

Το γεγονός ότι οι ΗΠΑ και αργότερα τα άλλα ιμπεριαλιστικά κέντρα κατάφεραν με πιέσεις, εκβιασμούς και πολέμους να φτάσουν πιο κοντά στο «ανεμπόδιστο πεδίο δράσης για το διεθνές κεφάλαιο», αποτελεί πρώτιστα έκφραση της αλλαγής της διεθνούς πολιτικής κατάστασης που προέκυψε με την ήττα του σοσιαλισμού. Είναι όμως επίσης προφανείς οι νέες και αυξανόμενες επιτυχίες λαών στην Ασία, τη Λατινική Αμερική και την Αφρική, που παλεύουν για ανεξαρτησία και εθνική κυριαρχία. Ενα εξαιρετικό αλλά όχι και μοναδικό παράδειγμα ήταν η αποτυχία της Συνδιάσκεψης Υπουργών του ΠΟΕ στο Κανκούν το 2003, όπου η ομάδα G21 των αναπτυσσόμενων χωρών έβαλε φρένο στις φιλοδοξίες των ιμπεριαλιστικών πρωταγωνιστών.

Ενα από τα επιχειρήματα των οπαδών της παγκοσμιοποίησης -που όλο και επανεμφανίζεται- είναι ότι από την εποχή του Λένιν οι καταστάσεις έχουν αλλάξει. Τα σημερινά κονσέρν, από πολλές πλευρές, δεν είναι πια αυτά του τότε. Με όλες τις αλλαγές όμως παραμένει προς διευκρίνιση το πρόβλημα, αν γι’ αυτό το λόγο περιορίζονται στην επενέργειά τους ή εξαφανίζονται τελείως οι νομοτέλειες και οι αντιθέσεις που κυριαρχούν στον καπιταλισμό.

Το παράδειγμα που χρησιμοποιεί ο Λένιν για να φωτίσει «το νέο στάδιο της παγκόσμιας συγκέντρωσης του κεφαλαίου και της παραγωγής», δηλαδή η AEG του 1911, με τους 60.800 απασχολούμενους, τις 34 αντιπροσωπείες της στο εξωτερικό και τις 175-200 συμμετοχές, δεν υπάρχει πια ως αυτοτελές κονσέρν. Ηδη το 1968 ο γίγας AEG συγχωνεύτηκε με την Telefunken (93.000 εργαζόμενοι) και το 1982 χρεοκόπησε. Ενα από τα ηγετικά κονσέρν στον κλάδο της ηλεκτροτεχνικής στην Ευρώπη, το σουηδικό κονσέρν Electrolux, ανέλαβε τμήματα της AEG και εισέβαλε μέσω αυτών στη δυτικογερμανική αγορά.

Η τελευταία με τη σειρά της κοντεύει να χάσει (και όχι μόνο στη Γερμανία) την πρωτεύουσα θέση της στην αγορά ηλεκτροτεχνικών καταναλωτικών προϊόντων, κάτω από την πίεση του ανταγωνισμού των Bosh και Siemens. Το εργοστάσιο AEG της στη Νυρεμβέργη, ένα εργοστάσιο στην Ισπανία, καθώς και άλλα σε διάφορες ευρωπαϊκές χώρες κλείνουν. Πριν από χρόνια η Electrolux είχε διεισδύσει στην ευρωπαϊκή αγορά είτε μέσω συγχωνεύσεων είτε μέσω εξαγορών επιχειρήσεων. Τώρα ο ανταγωνισμός τη διώχνει από αυτή την αγορά και πάλι μέσω εξαγορών επιχειρήσεων.

Ταυτόχρονα με την εξαφάνιση της AEG και την οπισθοχώρηση της Electrolux, η αλλαγή του «υλικού» με το οποίο δημιουργούνται τα κέρδη, δηλαδή οι νέες επιστημονικοτεχνικές εξελίξεις επέβαλαν ουσιαστικές αλλαγές στο γενικότερο τοπίο των κονσέρν. Γερμανικά κονσέρν που κάποτε κατείχαν ηγετική θέση, ιδιαίτερα στους κλάδους των ορυχείων και της βιομηχανίας χάλυβα, εξαφανίστηκαν (Hoesch, Klöckner), εξαναγκάστηκαν να αναδιαρθρωθούν (Krupp, Thyssen) ή έπαψαν να υπάρχουν μετά από την αναδιάρθρωση (Mannesmann).

Η εξαφάνιση αυτή δεν ανάγεται σε όλες τις περιπτώσεις στις συνέπειες της επιστημονικοτεχνικής εξέλιξης. Μπορούμε να υποθέσουμε ότι εδώ ο οξυνόμενος ανταγωνισμός «ξεκαθαρίζει το πεδίο» (Horten, Holzmann, Kirch, Babcok, Borsig).

Η πτώση του γίγαντα των οικοδομικών επιχειρήσεων Philipp Holzman AG, που κατά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο ήταν το σημαντικότερο οικονομικά κονσέρν κατασκευών στον τομέα των πολεμικών εξοπλισμών και που το 1999 μετεξελίχθηκε στη μεγαλύτερη μέχρι τώρα χρεοκοπία μιας εταιρίας στη Γερμανία (με την αγαστή συνεργασία της Deutsche Bank, της Commerzbank, της τράπεζας, δηλαδή της ανταγωνίστριας Hochtief, αλλά και του πρωθυπουργού της Εσσης, Roland Koch) φανερώνει την εθνική διαπλοκή του χρηματιστικού κεφαλαίου και του κράτους (στην προκειμένη περίπτωση για τον παραμερισμό ενός ανταγωνιστή).

Τα σημερινά μεγαλύτερα κονσέρν διαφέρουν από αυτά της εποχής του Λένιν και λόγω των τεράστιων διαστάσεων (μέγεθος κεφαλαίου, κύκλος εργασιών, αριθμός απασχολούμενων κλπ.). Πρέπει όμως να μη διαφεύγει της προσοχής μας και το γεγονός ότι σήμερα και τα μεγέθη της παραγωγής είναι επίσης διαφορετικά. Βασική προϋπόθεση για την πραγματοποίηση μονοπωλιακού κέρδους αποτελεί το αντίστοιχο μέγεθος κεφαλαίων.

Στον κλάδο της ηλεκτροτεχνικής και της ηλεκτρονικής -που κάποτε εκπροσωπούνταν από την AEG- κυριαρχεί σήμερα στη Γερμανία η Siemens, το τρίτο σε μέγεθος κονσέρν του κόσμου στον κλάδο αυτό, μετά την General Electric και την IBM. Προ της δραστικής μείωσης των θέσεων εργασίας, που ξεκίνησε το 2002, ο αριθμός των απασχολούμενων σε αυτή την εταιρία είχε ανέλθει στις 485.000 περίπου, από τους οποίους πάνω από τους μισούς εργάζονταν στο εξωτερικό. Η Siemens διαθέτει 1.500 εταιρίες και συμμετοχές, είναι παρούσα με δικές τις εγκαταστάσεις σε 190 χώρες και κατέχει 400 δικές της παραγωγικές μονάδες σε 45 χώρες.

Η πορεία της Siemens προς αυτά τα μεγέθη πραγματοποιήθηκε κατά τη δεκαετία του ‘70, κατά την περίοδο της πρώτης σε παγκόσμια κλίμακα ύφεσης και του πρώτου κύματος συγχωνεύσεων μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Η συγκεντροποίηση του κεφαλαίου αρχίζει ξεκάθαρα πια να ξεπερνά τη συγκέντρωσή του.

Κύριος στόχος των εξαγορών επιχειρήσεων, που στις αρχές της δεκαετίας του ‘90 φτάνουν στο δεύτερο απόγειό τους, είναι η απόκτηση νέων αγορών. Πρόκειται για περιοχές παραγωγής και διάθεσης (πώλησης) στις κυριότερες ανταγωνίστριες χώρες, όπως π. χ. η Nixdorf[13] στις ΗΠΑ (από το 1998 η εξαγορά επιχειρήσεων των ΗΠΑ από τη Siemens φτάνει τα 8 δισ. δολάρια), η ιατρική τεχνολογία της Toshiba στην Ιαπωνία, η παραγωγή τηλεπικοινωνιών στην Ιταλία κλπ. Ωστόσο τη μεγαλύτερη εξαγορά και ταυτόχρονα άλλο ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα της συνεργασίας κονσέρν και κράτους, την έκανε η Siemens κατά την απόκτηση των εταιρειών Atecs της Mannesmann (90.000 απασχολούμενοι) από τη Vodafone.

Ταυτόχρονα, το κονσέρν αποβάλλει τις παραγωγές που δεν αντέχουν στον ανταγωνισμό και παραιτείται έτσι από ολόκληρες παραγωγικές αλυσίδες, π.χ. από το μισό της παγκόσμιας τεχνικής κατασκευής τηλεπικοινωνιακών προϊόντων, που κατείχε.

Πίσω από αυτή την τεράστια συγκέντρωση κεφαλαίου, πίσω από αυτό το κύμα συγχωνεύσεων που πραγματοποιεί η Siemens, όπως και όλοι οι άλλοι «μεγάλοι», κρύβεται το ξαναμοίρασμα του κόσμου ανάμεσα στις μονοπωλιακές ενώσεις του κεφαλαίου. Συντελείται με τη μορφή της εξαγοράς επιχειρήσεων, ιδιαίτερα στις χώρες από τις οποίες προέρχονται οι κυριότεροι ανταγωνιστές. Με τα προϊόντα αυτών των επιχειρήσεων οργανώνεται η μάχη του εκτοπισμού (σ.μ. των αντιπάλων) στη συγκεκριμένη χώρα ή σε άλλες περιπτώσεις αυτές οι επιχειρήσεις οδηγούνται στη χρεοκοπία, για να διευκολυνθεί η εκτεταμένη διάθεση προϊόντων από άλλους τόπους παραγωγής (Roover). Η πολιτική των κονσέρν είναι πάντα προσδεμένη στους όρους των εθνικών πλαισίων της κάθε χώρας.

Η παγκόσμια αγορά, ακόμα και στις σημερινές συνθήκες, δεν είναι καμιά παγκόσμια υπεραγορά. Είναι δεμένη με τις εθνικές αγορές και οι εθνικές αγορές είναι αυτές για τις οποίες αγωνίζονται τα οχτώ κονσέρν, αξιοποιώντας τα κράτη-«πατρίδες» τους.

Και άλλοι κλάδοι μας επιτρέπουν να βγάλουμε παρόμοια συμπεράσματα, όπως π.χ. η αυτοκινητοβιομηχανία και η ανάπτυξη της παραγωγής επιβατηγών αυτοκινήτων, μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Από τα σημερινά 20 μεγαλύτερα κονσέρν του κόσμου τα επτά ανήκουν στον κλάδο των αυτοκινήτων και τα έξι στην εξόρυξη και επεξεργασία πετρελαίου. Μετά τον πόλεμο το 80% της παραγωγής αυτοκινήτων του καπιταλιστικού κόσμου προέρχονταν από τα τρία μεγάλα κονσέρν των ΗΠΑ. Προς το τέλος της δεκαετίας του ‘90 το μερίδιο αυτό είχε πέσει στα 33%, ενώ το μερίδιο της Δυτικής Ευρώπης είχε ανεβεί στο 30% και της Ιαπωνίας στο 20%.

Οι κινήσεις αυτές συντελέστηκαν ως αποτέλεσμα ενός ανελέητου ανταγωνισμού ανάμεσα στα κονσέρν των τριών ιμπεριαλιστικών κέντρων και μάλιστα ιδιαίτερα στις εσωτερικές αγορές αυτών των χωρών.

Μέχρι και τη δεκαετία του ‘90, η Ιαπωνία προστάτευε την αγορά της μέσω κρατικών παρεμβάσεων, από τις εισαγωγές Ι.Χ. αυτοκινήτων και από την παραγωγή αυτοκινήτων από ξένες εταιρίες, ενώ αντιθέτως η ίδια, στις ΗΠΑ και στην ΕΕ, ιδιαίτερα μέσω της κατασκευής παραγωγικών μονάδων σε αυτές τις περιοχές, είχε κατακτήσει μερίδια σε αυτές τις αγορές που έφταναν ακόμα και στο 20% (στις ΗΠΑ).

Η κατάσταση άλλαξε ριζικά ως συνέπεια της κρίσης στην Ιαπωνία. Η πλειοψηφία των Γιαπωνέζων παραγωγών επιβατηγών αυτοκινήτων εξαγοράστηκε (ακόμα και η Toyota και η Honda), μεταξύ άλλων από τη Ford (Mazda), τη General Motors (Isuzu), τη Daimler-Chrysler (Mitsubishi) και τη Renault (Nissan).

Μια παρόμοια ριζική αλλαγή συντελέστηκε στην αγορά των ΗΠΑ το 1998, όταν η Daimler ανέλαβε την Chrysler που βρισκόταν σε κρίση. Με αυτό τον τρόπο η Daimler, ως γερμανικό κονσέρν, πέτυχε μια σημαντική διείσδυση στην αμερικανική αγορά και δημιουργήθηκε το τρίτο σε μέγεθος κονσέρν του κόσμου στον κλάδο των αυτοκινήτων (360.000 απασχολούμενοι), μετά τη General Motors και τη Ford. Στα βαριά φορτηγά οχήματα η Daimler-Chrysler κατέκτησε την πρώτη θέση. Και σε αυτήν την περίπτωση όλα αυτά έγιναν σε συνεργασία με την Deutsche Bank, το μεγαλύτερο ιδιωτικό πιστωτικό ίδρυμα στον κόσμο και με την κρατική στήριξη.

Τα τελευταία χρόνια η συγκεντροποίηση του κεφαλαίου έφτασε σε έναν βαθμό, όπου μόνο ελάχιστα κονσέρν κυριαρχούν στην παγκόσμια παραγωγή: οχτώ στην επεξεργασία αργού πετρελαίου, δύο στην αεροπορική τεχνική, έντεκα στην κατασκευή οχημάτων, τέσσερα στην κατασκευή μονάδων παραγωγής ενέργειας, ένα στο λογισμικό υπολογιστών κλπ. Σε καμία περίπτωση όμως, ούτε καν στη μονοκρατορία του κονσέρν της Microsoft, δεν διαγράφεται στον ορίζοντα η ύπαρξη διαρκείας ενός «μοναδικού (σ.μ. στην ελληνική έκδοση «ενιαίου») παγκοσμίου τραστ που καταβροχθίζει όλες ανεξαιρέτως τις επιχειρήσεις και όλα ανεξαιρέτως τα κράτη»[14].

Η παραγωγή σε κάθε κλάδο χαρακτηρίζεται μέχρι σήμερα από μια απεριόριστη επέκταση που κάποια στιγμή, αργά ή γρήγορα, έρχεται σε σύγκρουση με τα όρια της αγοράς. Οι κρίσεις ωθούν παραπέρα τη συγκέντρωση και συγκεντροποίηση της παραγωγής (τάση προς παγκόσμιο τραστ), δημιουργούν μια νέα οικονομική ισορροπία μέσω της καταστροφής παραγωγικού δυναμικού, εξαφανίζουν ή αναδιαρθρώνουν κονσέρν, καταστρέφουν δίκτυα παραγωγής που έχουν δημιουργηθεί ανά τον κόσμο και επιφέρουν αναγκαστικά τη δημιουργία νέων δικτύων, μεταβάλλουν την κατάσταση του ανταγωνισμού που σχετίζεται με τα προϊόντα και τους κλάδους και φέρουν πάντοτε την τάση όξυνσής τους. Αν το -εδώ και δεκαετίες- μεγαλύτερο παγκοσμίως κονσέρν της βιομηχανικής παραγωγής έτοιμων προϊόντων, General Motors, αντιμετωπίζει σήμερα σοβαρές δυσκολίες, αυτό αποτελεί μια ακόμη ένδειξη της επίδρασης των οικονομικών νομοτελειών του συστήματος, που προκύπτουν από τις σχέσεις κεφαλαίου.

Η αποδοχή «…μιας “υπεριμπεριαλιστικής” παγκόσμιας ένωσης των εθνικών χρηματιστικών κεφαλαίων», ενός “συλλογικού ιμπεριαλισμού” σε οποιαδήποτε μορφή, η αποδοχή της θέσης ότι τα διεθνικά κονσέρν δρουν κατά πολύ ανεξάρτητα από τα εθνικά κράτη, είναι και παραμένει ένα σόφισμα. Η ανάπτυξη του καπιταλισμού μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο δεν προσφέρει καμιά τεκμηρίωση για κάτι τέτοιο. Η σχέση ανάμεσα στο δρων χρηματιστικό κεφάλαιο και στο κράτος-«πατρίδα» (μια πλευρά δηλαδή του κρατικομονοπωλιακού συστήματος) δεν εξασθενίζει.

Η κυριαρχία του ιμπεριαλισμού των ΗΠΑ που δημιουργήθηκε ως αποτέλεσμα του Β΄ Παγκόσμιου Πόλεμου και εξακολουθεί να υπάρχει, δεν πρέπει να μας ξεγελά, ώστε να νομίζουμε ότι δεν έγιναν σοβαρές αλλαγές στο συσχετισμό των δυνάμεων ανάμεσα στις κύριες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις ή στις ιμπεριαλιστικές ομάδες (ενώσεις), αλλαγές των οποίων φορείς ήταν τα μεγάλα κονσέρν αυτών των χωρών ή των ομάδων (ενώσεων) χωρών αντίστοιχα.

Τα παραδείγματα των προϊόντων που σχεδιάζονται, παράγονται και πωλούνται με βάση έναν υψηλού βαθμού διεθνή καταμερισμό εργασίας (και των οποίων το τελικό προϊόν δε δηλώνει τίποτα για την ποικιλία των χωρών, όπου υλοποιούνται οι επί μέρους δραστηριότητες και οι προμήθειες), διαφωτίζουν το πλεονέκτημα της χρησιμοποίησης των επιμέρους συνθηκών των ξεχωριστών χωρών, δεν υποδηλώνουν όμως σε καμιά περίπτωση και την έλλειψη σημασίας των εθνικών κρατών στην οικονομική δραστηριότητα των κονσέρν ή ότι το «πεδίο της παγκόσμιας αγοράς» έχει αυτονομηθεί και αναπτύσσεται απρόσκοπτα.

Ο Βίνφριντ Βολφ ερεύνησε αυτές τις διαδικασίες και αυτά τα παραδείγματα στους βιομηχανικούς παραγωγικούς κλάδους των οχημάτων, των εξοπλισμών και του πετρελαίου και καταλήγει στο εξής συμπέρασμα: «Το μόνο σωστό στην έννοια παγκοσμιοποίηση είναι το ότι αυτή τη στιγμή σχεδόν κάθε γωνιά του πλανήτη Γη υποτάσσεται στις ανάγκες αξιοποίησης κεφαλαίου. Τα μεγάλα κονσέρν, αυτά που κυριαρχούν στον κόσμο, είναι πράγματι «διεθνικά» στο βαθμό που παράγουν σε όλες τις χώρες… Αυτό όμως δεν αποτελεί καινούργιο φαινόμενο. Οι ιδιοκτήτες της ηγέτιδας γερμανικής πολεμικής βιομηχανίας θεωρούσαν ακόμα και στη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου εντελώς φυσιολογικό το ότι στη βρετανική επιχείρηση πολεμικού εξοπλισμού Vickers κατασκευάζονταν οβίδες με πυροκροτητές της Krupp…»[15].

Με αυτή την ερμηνεία της έννοιας «παγκοσμιοποίηση», συγκεκριμένες εξελίξεις και φαινόμενα του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής ερμηνεύονται ως αλλαγές των βασικών χαρακτηριστικών γνωρισμάτων του συστήματος. Αυτό δεν αποτελεί τίποτα το καινούργιο, καθώς από τότε που ο μαρξισμός επιβλήθηκε σαν ολοκληρωμένη διδασκαλία έχει σχέση με την εισχώρηση του οπορτουνισμού και του ρεβιζιονισμού στο εργατικό κίνημα.

Ο Μπέρνσταϊν, σχετικά με τα οικονομικά φαινόμενα, εξάγει τις απόψεις του από το ερώτημα «μήπως η τεράστια γεωγραφική επέκταση της παγκόσμιας αγοράς, σε συνδυασμό με την εξαιρετικά μεγάλη συντόμευση του απαιτούμενου για τις πληροφορίες και τις μεταφορές χρόνου έχει αυξήσει τόσο πολύ τη δυνατότητα ισορρόπησης διαταραχών, μήπως η τεράστια άνοδος του πλούτου των ευρωπαϊκών βιομηχανικών κρατών σε συνδυασμό με την ευελιξία του σύγχρονου πιστωτικού συστήματος και η εμφάνιση των βιομηχανικών καρτέλ έχουν μειώσει τόσο πολύ την επενέργεια τοπικών και ειδικών διαταραχών στη γενική κατάσταση των πραγμάτων, ώστε τουλάχιστον για ένα μεγαλύτερο χρονικό διάστημα να πρέπει να θεωρούνται ως απίθανες οι γενικές οικονομικές κρίσεις, όπως τις είχαμε κάποτε;»[16]. Αυτό ειπώθηκε τέσσερα μόλις χρόνια πριν από το ξέσπασμα της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης 1900-1903.

Ο Λένιν αντιπαρατίθεται με τη δυνατότητα, που κήρυσσε ο Κάουτσκι το 1915, ότι «…Δεν μπορεί τάχα τη σημερινή ιμπεριαλιστική πολιτική να την εκτοπίσει μια νέα, υπεριμπεριαλιστική πολιτική, που θα έβαζε στη θέση της πάλης ανάμεσα στα εθνικά χρηματιστικά κεφάλαια την κοινή εκμετάλλευση του κόσμου από το διεθνώς ενωμένο χρηματιστικό κεφάλαιο; Μια παρόμοια νέα φάση του καπιταλισμού είναι πάντως νοητή»[17]. Οσα αναπτύσσει ο Λένιν με αφορμή τα παραπάνω, σε σχέση με τις συμμαχίες ιμπεριαλιστικών δυνάμεων, εξηγούν και την πορεία της ιστορίας μέχρι σήμερα.

Οι κατοπινές δηλώσεις του ρεβιζιονισμού συνδέονται με τις συνέπειες της επιστημονικοτεχνικής επανάστασης, με τις αλλαγές στη διάρθρωση της εργατικής τάξης και με τις επιδράσεις του κρατικομονοπωλιακού καπιταλισμού. Βρίσκουν την έκφρασή τους στη θεωρία του «μετασχηματισμού του καπιταλισμού». Γεννιέται η θεωρία της σύγκλισης, σύμφωνα με την οποία τα δύο αντίθετα οικονομικά συστήματα προσεγγίζουν το ένα το άλλο. Αυτή αποτέλεσε, κάτω από τις συνθήκες ενός αναπτυσσόμενου σοσιαλιστικού παγκοσμίου συστήματος τη δεκαετία του ‘80, τη βάση της αντίληψης της παγκοσμιοποίησης.

Πάντοτε ο ρεβιζιονισμός στην οικονομική θεωρία συνδέεται με την αγνόηση του βασικού όρου του καπιταλισμού, της επίδρασης της καπιταλιστικής σχέσης, της ειδικής δηλαδή σχέσης ανάμεσα στην τάξη, η οποία μπορεί να υπάρξει μόνο με την πώληση της εργατικής της δύναμης (που παράγει υπεραξία) και στην τάξη, η οποία κατέχει τα μέσα παραγωγής και εξαρτάται για την ύπαρξή της από την παραγωγή και την ιδιοποίηση υπεραξίας. Με αυτό τον τρόπο κάθε οικονομική δραστηριότητα μετατρέπεται σε αξιοποίηση κεφαλαίου, που μπορεί να είναι αποτελεσματική μόνο ως μία διαδικασία, που σε σύνδεση με τη βιομηχανική μαζική παραγωγή θα τείνει, θα πιέζει στην κατεύθυνση μιας παραγωγής και κυκλοφορίας παγκόσμιων διαστάσεων (παγκόσμια αγορά). «Η ανάγκη να μεγαλώνει ολοένα την πώληση των προϊόντων της, κυνηγά την αστική τάξη πάνω σ’ όλη την γήινη σφαίρα… Με την εκμετάλλευση της παγκόσμιας αγοράς, η αστική τάξη διαμορφώνει κοσμοπολιτικά την παραγωγή και την κατανάλωση όλων των χωρών»[18].

Αυτά είναι χαρακτηριστικά γνωρίσματα του συστήματος που μεταξύ άλλων πρέπει να αξιοποιούνται σήμερα για την ερμηνεία μιας νέας φάσης ανάπτυξης του καπιταλισμού, της παγκοσμιοποίησης.

Οι σχέσεις ανάμεσα στα επί μέρους κεφάλαια, που λειτουργούν μόνο ανταγωνιστικά και που αφήνουν να επιζήσει μόνο εκείνο το κεφάλαιο που είναι πιο παραγωγικό, που παράγει και πουλάει πιο φτηνά, προάγουν τη συσσώρευση κεφαλαίου. «Ας φανταστούμε τώρα αυτή την πυρετώδη κίνηση ταυτόχρονα σ’ όλη την παγκόσμια αγορά και θα αντιληφθούμε πως η αύξηση, η συσσώρευση και η συγκέντρωση του κεφαλαίου συνεπάγονται έναν καταμερισμό της εργασίας, που αυτοεπιταχύνεται και που εφαρμόζεται διαρκώς σε πιο μεγάλη κλίμακα καθώς και τη χρησιμοποίηση νέων και την τελειοποίηση των παλιών μηχανών»[19]. Αμεσες συνέπειες είναι οι οικονομικές κρίσεις και η διαμόρφωση και κυριαρχία του μονοπωλίου, με το οποίο επιδρούν νέοι οικονομικοί και πολιτικοί όροι που οδηγούν σε αυτό, που ο Λένιν χαρακτήρισε ως παρασιτικό καπιταλισμό, ως καπιταλισμό που πεθαίνει.

Αποτελεί έκφραση της ακραίας όξυνσης της αντίφασης ανάμεσα σε μια σε ανώτατο βαθμό κοινωνικοποιημένη παραγωγή και την ιδιωτική ιδιοποίηση των αποτελεσμάτων της, η οποία οδηγεί στη γενική κρίση του συστήματος.

Οι θέσεις περί παγκοσμιοποίησης διορθώνουν αυτό το βασικό συσχετισμό, καθώς την ώθηση διεθνοποίησης και παραγωγικότητας, που προκλήθηκε από συγκεκριμένες ιστορικές συνθήκες, την παρερμηνεύουν και την ονομάζουν νέο στάδιο ανάπτυξης του καπιταλισμού, στο οποίο το κεφάλαιο γίνεται διεθνικό και δημιουργείται μια αλλαγή στις αντιφάσεις.

Ο όρος της παγκοσμιοποίησης των αγορών και του «τέλους των πολυεθνικών κονσέρν», που αναδύθηκε στη δεκαετία του ‘80, περιγράφει στην αστική οικονομία μια επιχειρηματική στρατηγική με την οποία μπορούν να επιτευχθούν ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα σε όλο τον κόσμο, αξιοποιώντας τα κατά τόπους πλεονεκτήματα. Ο όρος αυτός, που αρχικά είχε καθιερωθεί στην επιχειρηματική οικονομία, δεν άργησε να διεισδύσει στην κοινωνική θεωρία και εξελίχθηκε σε μια στάνταρτ κατηγορία, για να εξηγηθούν όλα τα ουσιώδη οικονομικά και κοινωνικά φαινόμενα του σύγχρονου ιμπεριαλισμού. Με αυτό τον όρο αλλάζουν οι σχέσεις αιτίας-αποτελέσματος του οικονομικού συστήματος του καπιταλισμού, εξαφανίζονται στην πράξη βασικά οικονομικά χαρακτηριστικά γνωρίσματα και νομοτέλειες του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, όπως η σύνδεση ανάμεσα στο ιδιωτικό και το κρατικό μονοπώλιο ή όπως η αντίφαση ανάμεσα στον τρόπο παραγωγής και την ανάπτυξή του. Η καπιταλιστική συσσώρευση μετατρέπεται σε αναγκαιότητα της παγκοσμιοποίησης, το ίδιο και η δημιουργία διεθνών οικονομικών και πολιτικών σχέσεων εξάρτησης και ο παραμερισμός ή ο περιορισμός της εθνικής κυριαρχίας των λαών από τις εκάστοτε ισχυρότερες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις.

Ο Ινγκο Βάγκνερ καταλήγει στο εξής συμπέρασμα: «Η έννοια “παγκοσμιοποίηση” εφευρέθηκε και διαμορφώθηκε ως μαχητικός όρος της νεοφιλελεύθερης πολιτικής και ιδεολογίας, για ν’ ανοίξει το δρόμο στη μεγιστοποίηση του κέρδους. Ενώ θα έπρεπε να συμπεριλάβει τη συνολική κατάσταση στον κόσμο (οικονομία, πολιτική, πολιτισμός), τη συγκαλύπτει… Κατά τη γνώμη μου ο “ιμπεριαλισμός ως παγκοσμιοποίηση” φράζει επίσης και το δρόμο προς τον καθορισμό της ιστορικής θέσης του ιμπεριαλισμού σήμερα»[20].

Μία από τις συνέπειες των εννοιών παγκοσμιοποίηση και νεοφιλελευθερισμός, που κυριαρχούν στα ντοκουμέντα του DKP, πέρα από την ισοπέδωση και τη διόρθωση της θεωρίας των αντιφάσεων, που ισχύει για τον καπιταλισμό, είναι και η παρερμηνεία των όρων της ταξικής πάλης και η αποστροφή από τις αντιλήψεις του Λένιν για το εθνικό ζήτημα.

Λέγεται ότι το εργατικό κίνημα μπορεί μόνο να «αναπτύξει μια αντι-εξουσία μέσα στα διεθνικά κονσέρν», αν «οργανωθεί σε όλη την έκταση των (από τα κονσέρν οργανωμένων) παγκοσμίων δικτύων παραγωγής». Παραμελείται με αυτό τον τρόπο ή απλώς δε λαμβάνεται υπόψη ότι οι συνθήκες, κάτω από τις οποίες πωλείται η εργατική δύναμη, είναι εθνικά δοσμένες και διαφέρουν πολύ μεταξύ τους. Σε κάθε χώρα υπάρχει ένα ιστορικά αναπτυγμένο εθνικό επίπεδο εκμετάλλευσης που εξαρτάται από την ανάπτυξη του συσχετισμού της δύναμης ανάμεσα στην αστική τάξη και την εργατική και που εφαρμόζεται άμεσα από τα «ντόπια» μονοπώλια μέσω του κράτους. Ο αγώνας και η αγωνιστική ετοιμότητα των εργατών μπορούν να αναπτυχθούν πρώτα μόνο μέσα από την αντιπαράθεσή τους με τους συγκεκριμένους όρους σε κάθε επιχείρηση. Αυτό μπορεί να διεξαχθεί με επιτυχία μέσω μιας ευρύτερης αλληλεγγύης ανά τη χώρα, δηλαδή εθνικά. Η πρακτική αναγκαιότητα για τους εργάτες να ξεκαθαρίσουν πρώτα με τη δική τους αστική τάξη δεν έρχεται σε αντίφαση με το γεγονός ότι η ταξική αντίθεση είναι από τη φύση της διεθνής. Η διεθνής αλληλεγγύη όμως μπορεί να οργανωθεί μόνο με εργάτες που παλεύουν και έχουν αναπτύξει την αγωνιστική ετοιμότητα στην ίδια τους τη χώρα.

Η μικρή επιτυχία των απεργιών και άλλων αντιστασιακών ενεργειών ενάντια στο κλείσιμο επιχειρήσεων, ενάντια στην κατάργηση θέσεων εργασίας και τη χειροτέρευση των συνθηκών εργασίας (π.χ. στη Siemens, Opel, Daimler-Chrysler, Babcock, Samsung) ή του αγώνα των Ανατολικογερμανών εργατών μετάλλου για την 35ωρη εβδομάδα οφείλεται σε αιτίες που απορρέουν κυρίως από τις πολιτικές σχέσεις στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας. Το γεγονός ότι η Siemens στη Γερμανία απολύει εργάτες με αξιοσημείωτα καλύτερους όρους απ’ ό,τι στην Πορτογαλία, όπου απαγορεύεται στους εργάτες της Siemens να συνδικαλίζονται, εμφανίζεται ως παράγοντας πολύ πιο αποτελεσματικός απ’ ό,τι οι τεχνολογικές ή οι τεχνικές συνθήκες που επικρατούν στο κονσέρν.

Το ότι από τους κάποτε 4.000 απασχολούμενους στο λαϊκής (κρατικής) ιδιοκτησίας (σ.μ. επί ΓΛΔ) εργοστάσιο ηλεκτρονικών τηλεοπτικών μέσων, στην περιοχή Ομπερσενεβάιντε του Βερολίνου -τους τελευταίους 750 η Samsung μόλις τώρα στέλνει στην ανεργία- έχει να κάνει με το γεγονός ότι το κονσέρν αξιοποίησε για μερικά χρόνια τόσο αυτές τις σύγχρονες εισαγόμενες παραγωγικές εγκαταστάσεις -που τις απέκτησε με άκρως ευνοϊκούς όρους- όσο και τις αντίστοιχες κρατικές χρηματοδοτήσεις, για να εξασφαλίσει επιπλέον κέρδη. Τώρα, μετά την απαξίωση των εγκαταστάσεων, η εταιρία επενδύει αυτά τα επιπλέον κέρδη σε μέρη πιο προσοδοφόρα για την παραγωγή της.

Το ότι οι εργάτες της Opel στο Μπόχουμ και οι Ανατολικογερμανοί εργάτες μετάλλου έμειναν μόνοι στους αγώνες τους δεν έχει να κάνει τόσο με τις καθορισμένες από την παραγωγή σχέσεις που επικρατούν μέσα στα κονσέρν, όσο με την πολιτική της ηγεσίας της IG-Metall. Εντωμεταξύ η προσαρμογή στις πιέσεις των διοικήσεων των επιχειρήσεων έχει προχωρήσει τόσο πολύ, που δεν γίνεται πια ούτε καν προσπάθεια να υποστηριχτεί η αντίσταση των εργατών που βρίσκονται σε αγωνιστική ετοιμότητα, με κινητοποιήσεις αλληλεγγύης στις επιχειρήσεις και από εργάτες άλλων επιχειρήσεων. Η πολιτική των ηγεσιών των επιχειρήσεων τελικά καταλήγει στην αύξηση του ανταγωνισμού ανάμεσα στους ίδιους τους εργάτες.

Στα ντοκουμέντα προς συζήτηση για το πρόγραμμα του DKP, η επιχειρηματολογία σχετικά με τις μορφές και τις μεθόδους πάλης της εργατικής τάξης παρέχει μόνο κατ’ επίφαση λύσεις και στηρίζει τον οπορτουνισμό των συνδικαλιστικών ηγεσιών.

Οσα δηλώνουν οι οπαδοί της παγκοσμιοποίησης για το εθνικό κράτος, την κρίση του και την ανάληψη των λειτουργιών του από διεθνικά κονσέρν, ανταποκρίνεται στον κοσμοπολιτισμό. Οχι σε αυτόν της ανερχόμενης αστικής τάξης, αλλά στον αντιδραστικό κοσμοπολιτισμό, αυτόν της ιμπεριαλιστικής αστικής τάξης. Η εξέλιξη του διεθνικού κεφαλαίου παρουσιάζεται με την έννοια που της δίνουν οι υπερασπιστές του και σε αυτήν αντιπαραβάλλεται ο προστατευτισμός των εθνικών κρατών. Αγνοούνται από τη μια τα εμφανέστατα (ιδιαίτερα μετά την ήττα του σοσιαλισμού) γεγονότα της καθυπόταξης και της καταλήστευσης των εθνών από το εκάστοτε ισχυρότερο χρηματιστικό κεφάλαιο, καθώς και η καλλιέργεια της στρατιωτικής βίας στις σχέσεις ανάμεσα στα έθνη, κατά την πάλη για το ξαναμοίρασμα του κόσμου και από την άλλη αγνοείται η πάλη των λαών για την εθνική τους ανεξαρτησία και την κρατική τους κυριαρχία. Ο εθνικός απελευθερωτικός αγώνας τοποθετείται κοντά στον εθνικισμό. Με βάση αυτή την αντίληψη, η αντιιμπεριαλιστική αλληλεγγύη δεν έχει πλέον έδαφος.



Αποσπάσματα από άρθρο που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Weißenseer Blätter» 1/2006.

 

[1] Εκκεχαρτ Λίμπεραμ, Ταξική ανάλυση, κοινωνική πόλωση και διαμόρφωση τάξεων στον Μαρξ, στο «Marxistische Blätter», 5/2004, σελ. 61.

[2] Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος, στο Καρλ Μαρξ και Φρίντριχ Ενγκελς: Διαλεχτά Εργα σε δύο τόμους, τ. 1, σελ. 35, εκδοτικό της ΚΕ του ΚΚΕ 1951.

[3] Εκκεχαρτ Λίμπεραμ, Ταξική ανάλυση, κοινωνική πόλωση και διαμόρφωση τάξεων στον Μαρξ, στο περιοδικό Marxistische Blätter, 5/2004, σελ. 60.

[4] Εκκεχαρτ Λίμπεραμ, Ταξική ανάλυση, κοινωνική πόλωση και διαμόρφωση τάξεων στον Μαρξ, στο περιοδικό Marxistische Blätter, 5/2004, σελ. 74.

[5] Leo Mayer, Unsere Zeit (Ούνζερε Τσάιτ), 12.9.2003, σελ. 9.

[6] Στο περιοδικό DKP-Informationen, τ. 1/2005, 10.3.2005, σελ. 14.

[7] Στο περιοδικό DKP-Informationen, τ. 7/96, Λέο Μάγερ, «Τέσσερις Θέσεις», σελ. 2.

[8] Στο περιοδικό DKP-Informationen, τ. 7/96, Λέο Μάγερ, «Τέσσερις Θέσεις», σελ. 1.

[9] Λατ. Consortium - μια πολύ αναπτυγμένη μορφή μονοπωλιακών ενώσεων, που χαρακτηρίζεται από την ενότητα ιδιοκτησίας και ελέγχου σε ομοειδείς, ξεχωριστές νομικά επιχειρήσεις (σημ. μετάφρασης).

[10] DKP-Informationen, τ. 1/ 2005, σελ. 5 κ.ο.κ.

[11] Β. Ι. Λένιν, «Ο ιμπεριαλισμός, ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού», Απαντα τ. 27, σελ. 432, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή».

[12] DKP-Informationen, τ. 1/2005,. σελ. 7.

[13] Σ.μ. Θυγατρική της Siemens.

[14] Λένιν, Πρόλογος στην μπροσούρα του Μπουχάριν «Η Παγκόσμια οικονομία και ο ιμπεριαλισμός», Εργα, τ. 22, σελ. 106, γερμανική εκδ. Dietz, Βερολίνο 1960. Στα ελληνικά, Λένιν, Απαντα, τ. 27, σελ. 99, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή».

[15] Winfried Wolf, Fusionsfieber (σ.μ. Πυρετός Συγχωνεύσεων), εκδ. PapyRossa 2000, σελ. 110.

[16] Eduard Bernstein, Voraussetzungen des Sozialismus und die Aufgaben der Sozialdemokratie (Εντουαρτ Μπέρνσταϊν, Προϋποθέσεις του σοσιαλισμού και τα καθήκοντα της σοσιαλδημοκρατίας) ανατύπωση της 2ης έκδοσης του 1921, σελ. 12, εκδ. Dietz 1977.

[17] Βλέπε Λένιν, Ο ιμπεριαλισμός ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού», , Απαντα, τ. 27, σελ. 422, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή».

[18] Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος, στο Καρλ Μαρξ και Φρίντριχ Ενγκελς: Διαλεχτά Εργα σε δυο τόμους, τ. 1, σελ. 24, εκδοτικό της ΚΕ του ΚΚΕ, 1951.

[19] Καρλ Μαρξ, Μισθωτή εργασία και κεφάλαιο, στο Καρλ Μαρξ και Φρίντριχ Ενγκελς: Διαλεχτά Εργα σε δυο τόμους, τ. 1, σελ. 104, εκδοτικό της ΚΕ του ΚΚΕ, 1951.

[20] Ingo Wagner, “Kollektiver Imperialismus” – Lenins Imperialismustheorie – “Globalisierung“, (Ινγκο Βάγκνερ, Ο «συλλογικός ιμπεριαλισμός» - Η θεωρία του ιμπεριαλισμού του Λένιν - «Παγκοσμιοποίηση») στο περιοδικό Marxistische Blätter 4/2002, σελ. 94.